27.1.24

"Σαν Μήδεια" στο www.magmax.gr

 


“Σαν Μήδεια”: η διττή υπόσταση των ανθρώπων

Από Αγγελική Σπηλιοπούλου

 

Το νέο μυθιστόρημα του Μάνου Κοντολέων “Σαν Μήδεια” ολοκληρώνει την τριλογία όπου πρωταγωνιστούν θρυλικές γυναίκες της αρχαίας ελληνικής δραματουργίας, σε μία προσπάθεια επαναδιατύπωσης του μύθου που ακολουθεί κάθε μία από αυτές. Ηρωίδες που έχουν εγγραφεί στη συνείδηση των αναγνωστών με συγκεκριμένα γνωρίσματα και συμπεριφορά, τα οποία τις έχουν καταστήσει δέκτες αρνητικού προϊδεασμού, παίρνουν μια πιο γήινη μορφή. Ο συγγραφέας απομακρύνει αυτές τις γυναίκες από το θρύλο τους κάνοντάς τες ανθρώπινες. Είναι η επιθυμία του να κατανοήσει τις αντιδράσεις τους, να ανατάμει την ψυχοσύνθεσή τους.

“Η Κασσάνδρα στη Μαύρη άμμο” είναι το πρώτο μυθιστόρημα της τριλογίας. Ηρωίδα του Ομήρου, του Αισχύλου και του Ευριπίδη, η Κασσάνδρα υπήρξε πηγή δυσοίωνων χρησμών. Η Κασσάνδρα του Μάνου Κοντολέων είναι η κόρη, η αδερφή, η γυναίκα που αποζητά τη ζωή μακριά από το ιερό του Απόλλωνα.

Ακολουθεί το μυθιστόρημα “Οι σκιές της Κλυταιμνήστρας” με αφηγητές, αυτής της εκδοχής του αρχαίου μύθου, την Κλυταιμνήστρα και τον Ορέστη. Η συζυγοκτόνος και ο μητροκτόνος, το θύμα και ο θύτης. Η γυναίκα που μεγαλώνει και εκπαιδεύεται να υποτάσσεται, να ζει στη σκιά των ανδρών,  πατέρα, αδερφού, συζύγου, γιου. Οι επιθυμίες της που καταπνίγονται και γίνονται σκιές του εαυτού της. Ο πόνος μιας θυσίας για εξουσία, ο θυμός της απιστίας, η επιθυμία για εκδίκηση. Οι σκιές που γιγαντώνονται, συναντούν τη φιλοδοξία και βάφονται κόκκινες, το χρώμα του αίματος που θα τις καταπιεί.

Η ηρωίδα που συμπληρώνει το τρίπτυχο είναι η διαβόητη Μήδεια, αυτή που ενώ σκότωσε τον αδερφό της για να βοηθήσει τον Ιάσονα δε δίστασε να σκοτώσει τα παιδιά τους για να τον εκδικηθεί για την απιστία του και την εγκατάλειψή της.

Αυτή είναι η εκδοχή και η ερμηνεία που έχει καθιερωθεί για τον μύθο της πριγκίπισσας της Κολχίδας.

Η πρωταγωνίστρια του Μάνου Κοντολέων είναι μια άλλη γυναίκα, “σαν Μήδεια”, που δε σκοτώνει για να εκδικηθεί, δεν παραδίνεται σε ποταπά συναισθήματα αδυναμίας. Είναι η γυναίκα που θα μαθήτευσει δίπλα στην Κίρκη, γητεύτρα και μάγισσα, κόρη της Γαίας διδάσκεται να αναζητήσει για ταίρι της έναν γιο του Ουρανού. Η ένωσή τους θα φέρει στον κόσμο “μια νέα γενιά θεών. Ισότιμα εκπροσωπούσα τον αιθέρα Ουρανό και την ύλη Γαία.”

Στο νησί της Κίρκης θα ανακαλύψει τον ερωτισμό, θα παρατηρήσει πώς η Εκάτη και ο Ήλιος δημιουργούν ζωή. Θα της αποκαλυφθεί η διττή υπόσταση των ανθρώπων: γυναίκα και θήλυ, άνδρας και αρσενικό.

“Άλλο άνδρας και άλλο αρσενικό… Όπως βέβαια άλλο γυναίκα και άλλο θηλυκό.”

Στα χαρακτηριστικά των ανδρών συγκαταλέγονται η δίψα για εξουσία, η υποταγή στους κανόνες που επιβάλλει η κοινωνία, η απόκτηση πλούτου, η γέννηση απογόνων που θα κληρονομήσουν την πατρική περιουσία, τη θέση τους στην κοινωνία. Στον αντίποδα τα αρσενικά χαρακτηρίζεται για την αίσθηση του καθήκοντος και της τιμής, την άρνηση τους να υποταχθούν σε νόρμες και κοινωνικούς θεσμούς, την επιθυμία τους να γεννήσουν “μια νέα φυλή ανθρώπων- μια νέα φυλή θεών”.

Οι γυναίκες είναι αυτές που γίνονται σύζυγοι, φέρνουν στον κόσμο τους απογόνους ανδρών, ζουν υποταγμένες στον κόσμο αυτών. Τα θηλυκά έχουν τις δυνάμεις του ενστίκτου και της γνώσης, η ταυτότητά τους είναι συνυφασμένη με την μητρότητα, τη γέννηση απογόνων μιας νέας γενιάς που θα εκπροσωπεί επάξια τη θεϊκή καταβολή τους.

“Οι άνδρες παντρεύονται γυναίκες. Τα αρσενικά γίνονται σύντροφοι θηλυκών.”

“Για κάποιους μια νέα μάγισσα, για κάποιους το υπέροχο θήλυ… Με ό,τι προσόντα διαθέτουν οι άλλοι, ανάλογα θα σε γνωρίζουν… Δικό τους θέμα… Η όποια ευθύνη, δική τους!”  Με αυτά τα λόγια την αποχαιρετά η Κίρκη μετά το τέλος της μαθητείας της.

Η Μήδεια θεωρούσε τον εαυτό της διαχρονικό θηλυκό, απόγονο της Γαίας και της Εκάτης. Όταν αντίκρισε τον Ιάσονα πίστεψε ότι απέναντι της είχε το αντάξιο ταίρι της, έναν απόγονο του Ήλιου. Γέννησε τα παιδιά ενός αρσενικού που αποδείχτηκε πως ήταν ένας απλός άνδρας. Αυτή η ένωση, τελικά, δε δημιούργησε τη γενιά των θεών που ονειρευόταν.

“Παιδιά μου, η αρρώστια σας ήταν το αίμα του πατέρα σας.”

Η Μήδεια σκοτώνοντας τα παιδιά της απαλείφει από τον κόσμο μια ακόμα γενιά κοινών ανδρών. Σκοτώνει τον κόσμο που αναπαράγει την πατριαρχία, την υποδούλωση στην ύλη, όσα οι άνθρωποι επέβαλλαν στους εαυτούς τους υποκύπτοντας στη θνητότητά τους.

https://www.maxmag.gr/vivlio/quot-san-mideia-quot-i-ditti-ypostasi-ton-anthropon/?fbclid=IwAR26znizSbUdMEtkGpcCZ15-in3sFERMcq1VBRNBADNzbycYnRDZo768BCM

24.1.24

Άιρις Μέρντοχ «Η καμπάνα»

 


Άιρις Μέρντοχ

«Η καμπάνα»

Μετάφραση: Έφη Τσιρώνη

Εκδόσεις Διόπτρα

 

Η αγγλο-ιρλανδή συγγραφέας Άιρις Μέρντοχ (1919-1999) είναι μια από τις σημαντικότερες συγγραφικές φωνές της αγγλικής γλώσσας.

Με καλές σπουδές στη Φιλοσοφία (την οποία και δίδαξε στο Κολλέγιο της Αγίας Άννας) έγραψε αρκετά μυθιστορήματα που σφράγισαν την λογοτεχνία της χώρας της.

Το φιλοσοφικό της υπόβαθρο είναι σαφές σε όλα της τα έργα, χωρίς όμως και να απουσιάζουν σε αυτά και τα στοιχεία εκείνα που χαρακτηρίζουν το καλό, κλασικό μυθιστόρημα.

Στη χώρα μας έγινε γνωστή από τα χρόνια του ’80 με μεταφράσεις έργων της που έδωσαν στην κυκλοφορία οι Εκδόσεις Χατζηνικολή.

Μέσα στο 2023 και μετά από αρκετά χρόνια, οι έλληνες εκδότες επανάφεραν στον αναγνωστικό προσκήνιο την αγγλο-ιρλανδή συγγραφέα, δίνοντας στην κυκλοφορία δυο πολυσέλιδα μυθιστορήματά της.

Αναφέρομαι στο «Θάλασσα, θάλασσα» που ο έλληνας αναγνώστης το είχε πρωτογνωρίσει το 1998 και που τώρα οι Εκδόσεις Gutenberg το επανεξέδωσαν σε μια νέα μετάφραση και το «Η καμπάνα», έργο που για πρώτη φορά μεταφράζεται στα ελληνικά από την Έφη Τσιρώνη και κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Διόπτρα.

Το έργο αυτό ήταν το τέταρτο μυθιστόρημά της Μέρντοχ και πρωτοκυκλοφόρησε το 1958. Σε μια εποχή, δηλαδή, όπου ο δυτικός κόσμος έβγαινε από την δίνη δύο Παγκόσμιων Πολέμων και αναζητούσε από τη μια ένα τρόπο σταθεροποίησης μιας ηθικής τάξης πραγμάτων και από την άλλη την εδραίωση της χαράς της ζωής.

Πιστεύω πως  μέσα σε αυτό το δίπολο η Μέρντοχ σχεδίασε τη δομή αυτού του έργου της. Πρόκειται για μυθιστόρημα φιλοσοφικών αναζητήσεων, όσο και ηθικών ανιχνεύσεων και από την άλλη έργο όπου η αγάπη αναζητά τις διαφοροποιήσεις της από τον έρωτα, την ίδια στιγμή όπου η απελευθερωμένη έκφραση της σεξουαλικότητας διεκδικεί το δικαίωμα της να ακουστεί.

Κάτω από αυτήν την προϋπόθεση ανάγνωσης, «Η καμπάνα» αν και διαθέτει όλα τα στοιχεία ενός κλασικού αγγλικού μυθιστορήματος, είναι και μια διαχρονική τοποθέτηση πάνω στο δίπολο ηθικής και αμαρτίας που ασφαλώς και προβληματίζει τον σημερινό αναγνώστη.

Με λίγα λόγια η υπόθεση του μυθιστορήματος είναι η εξής:

 

Στο Αγρόκτημα Ίμπερ, κάπου στο Γκλόστερσιρ, έχει εγκατασταθεί μια μικρή ομάδα ανδρών και γυναικών που αναζητούν μέσω της καλλιέργειας της γης να ξεφύγουν από το άγχος της ζωής των πόλεων και παράλληλα να ζούνε με τους όρους μιας κοσμικής θρησκευτικής κοινότητας. Στην ίδια περιοχή υπάρχει και ένα μοναστήρι που ανήκει σε μια κλειστή γυναικεία κοινότητα Βενεδικτίνων μοναχών. Η ομάδα του αγροκτήματος ζει με τους δικούς της ρυθμούς, έχει μια σύνδεση με την μοναστηριακή κοινότητα και ετοιμάζεται να εορτάσει μαζί με το μοναστήρι τη απόκτηση μιας νέας καμπάνας. Η παλιά έχει εξαφανιστεί πριν από πάρα πολλά χρόνια και ο θρύλος λέει πως είναι  στον πάτο της λίμνης που κυριαρχεί στην όλη περιοχή.

Οι σχέσεις των προσώπων που αποτελούν αυτήν την ιδιαίτερη ομάδα είναι και θέμα που δείχνει να απασχολεί την Μέρντοχ.

Ανάμεσά τους υπάρχουν άτομα που ταλανίζονται ανάμεσα στις πνευματικές αναζητήσεις και στην υποδούλωση μιας έντονης σαρκικής επιθυμίας. Η ομοφυλοφιλία αποτελεί ένα από τα ζητήματα του έργου, αλλά το ίδιο καίριο είναι το θέμα της χειραφέτησης των γυναικών.  Η ύπαρξη ή όχι Θεού επίσης. Κι ακόμα η έννοια της αγάπης, όσο και της αμαρτίας* το ‘εγώ’ και ο ‘άλλος’* η επιστημονική γνώση δίπλα στη θεολογική στάση* η οικολογικών προδιαγραφών  ένταξη στην κοινωνία, αλλά και απόσυρση από αυτή μέσω της μοναστικής ζωής.

Όλα αυτά εκφράζονται μέσα στην απόλυτη παρουσία της Φύσης.

«…από κάποιο δέντρο εκεί κοντά, σαν σινιάλο, ακούστηκε ένα υπόκωφο πλατάγιασμα, φτερωτές παλάμες, θαρρείς, που χτυπούσαν μεταξύ τους. Σχεδόν αμέσως ακολούθησε ένα σιγανό γουργουρητό κι ύστερα κι άλλα πλαταγίσματα* και αίφνης, στο δασικό λυκόφως που πύκνωνε, τα πουλιά ήταν παρόντα. Άρχισαν να πετούν με ταχύτητα μπρος πίσω στα δέντρα, γυρίζοντας και ξαναγυρίζοντας σε ένα επίμονο, κυκλικό χορό, σαν αυτόν της νυχτερίδας. Ήταν αδύνατον να δεις πόσα ήταν, έδιναν όμως την εντύπωση ενός μεγάλου πλήθους έτσι καθώς φτερούγιζαν όλο σιγουριά στο κοκκώδες σκοτάδι, φτιάχνοντας με τα μακριά, αιχμηρά φτερά τους εκείνο το απαλό γουργουρητό. Βαθιά μέσα στο δασάκι το υπόκωφο πλατάγιασμα συνεχιζόταν».

Με το ίδιο υπόκωφο πλατάγιασμα αναζητούν τον δρόμο τους και οι ήρωες του έργου. Κάπως παρόμοια και όλο το έργο συνθέτει την μυθιστορηματική του οντότητα. Κι είναι χαρακτηριστική  φράση της άλλης μεγάλης Αγγλίδας συγγραφέα A. S. Byatt που στην πολύ ενδιαφέρουσα εισαγωγή της, μεταξύ των άλλων σημειώνει :’Υπάρχουν πράγματα που τα μυθιστορήματα δεν μπορούν να συμπεριλάβουν, αλλά τα οποία μπορούν να υποδείξουν’ -φράση επιτομή της έννοιας της καλής λογοτεχνίας.

Τέτοιου διαμετρήματος κείμενα απαιτούν μέγιστο κόπο και αφάνταστη ευαισθησία για να μεταφερθούν από τη μητρική τους γλώσσα σε μια άλλη. Η μετάφραση της Έφη Τσιρώνη κάλυψε πλήρως αυτές τις απαιτήσεις.

 

5/1/2024

https://bookpress.gr/kritikes/xeni-pezografia/19154-i-kampana-tis-airis-merntox-kritiki-anamesa-stis-pnevmatikes-anazitiseis-kai-stis-sarkikes-epithymies

(744 λέξεις)

16.1.24

Η Ελένη Πριοβόλου για το "Σαν Μήδεια" στο Περί Ου

 

Μια Μήδεια ίδια αλλά και διαφορετική. Μια Μήδεια που βγαίνει από την ακινησία του Μύθου και πάλλεται παρούσα και ως γυναίκα και ως  μύθος -ένα και το αυτό- μέσα στις σελίδες του πρόσφατου μυθιστορήματος «Σαν Μήδεια» του Μάνου Κοντολέων. Ο δυϊσμός της φύσης της, δηλαδή μια γυναίκα ελκτική και συνάμα απωθητική, με το διάβα των καιρών αλλάζει οπτικές όπως οπτικές αλλάζουν και οι ίδιοι οι καιροί.

Από την τραγική περσόνα-παιδοκτόνο- του Ευριπίδη, μέχρι την Μήδεια του Οβίδιου, όπου ο ποιητής τολμά να αφηγηθεί στιγμές από τον βίο της Μήδειας στην Κολχίδα, αλλά και λεπτομέρειες του ταξιδιού της στην Ελλάδα, και από την παμφάρμακη του Πινδάρου μέχρι την επιτομή της ματαιοδοξίας από τον Ανούιγ, ανοίγονται νέα κεφάλαια  με την Μήδεια πάντα αλλιώτικη και με διαφορετικές εκδοχές ανάλογα με την πρόσληψη και τον αποσυμβολισμό ή την ανάγνωση του εκάστοτε δημιουργού που καταπιάνεται με αυτή τη γυναίκα θεριό, μάγισσα και ιέρεια, χειραφετημένη γυναίκα- που αντιτάσσεται στη νόρμα της απόλυτης πατριαρχικής εξουσίας- σύζυγο, ερωμένη και συνάμα απατημένη. Μήδεια, Medea..

Η αφήγηση αρχίζει με την συνάντηση Μήδειας- Κίρκης, και αμέσως τίθεται ένα ζήτημα το οποίο θεωρώ κομβικό. Άλλο άντρας και άλλο αρσενικό, άλλο γυναίκα και άλλο θηλυκό. Λέει μάλιστα κάπου: «Αν και ταραγμένο θηλυκό η ίδια αγνοούσε την πτώση και αντιδρούσε ως γυναίκα». Τίθεται έτσι εξ αρχής το έμφυλο της υπόθεσης, το οποίο επανέρχεται αρκετές φορές κατά τη διάρκεια της ιστόρησης. Σε ένα σημείο μας λέει πως δεν λογιάζει τον εαυτό της ως γυναίκα αλλά ως διαχρονικό θήλυ.

Η Μήδεια στο βιβλίο ακροβατεί ανάμεσα στην μητρική αγάπη και έναν φόνο  ψυχωτικό. Ο φόνος, όπως και η ίδια η Μήδεια, έχει επεκτάσεις συμβολικές, ψυχολογικές και ψυχαναλυτικές. Διότι η δολοφονία των παιδιών γίνεται προς τιμωρία του άντρα, και εκφράζει την οργή της. Όμως για να επικρατήσει μέχρι και σήμερα ως σύνδρομο της Μήδειας, εκφράζει και την οργή πλήθος γυναικών προς τους συντρόφους τους. Σε τούτη τη Μήδεια του Μάνου Κοντολέων συναντάμε χαρακτηριστικά ψυχανάλυσης καθώς και την εσωτερική πάλη της Μήδειας πάνω  στη σύγκρουση θυμού και επιθυμίας. Η θέση της είναι δεινή απέναντι στην κυριαρχία των ανδρών- αν και πνευματικά ισάξια με αυτούς- και  πέφτει  θύμα της προδοσίας.

«Τα σύμβολα άλλοτε κατευνάζουν και άλλοτε παραπλανούν» -αναφέρεται κάπου μέσα στο έργο. Η Μήδεια δεν εμπιστεύεται συμβολισμούς. Αντίθετα κρατά στενούς δεσμούς απευθείας με τις ιδέες των συμβόλων. Με βάση αυτά αν και ζει στο τότε καθίσταται ολότελα τωρινή, σε μια εποχή πλήρους αποσυμβολισμού.

«Η πεταλούδα ολοκλήρωσε ήδη τον κύκλο της ζωής της και το ανάλαφρο σώμα της μετατράπηκε σε αιωρούμενη λάμψη, σε δυσάρεστη οσμή καμένης σάρκας. Ανατρίχιασε η Μήδεια και ο όφις την κοιτούσε απλώς με βλέμμα απλανές».

Η Μήδεια στο βιβλίο είναι ένα σύμβολο καθολικό μέσα στα πλαίσια της μάχης των δυο φύλων. Η οργή της δεν είναι αποτέλεσμα μιας ψυχωτικής κατάστασης ή και ψυχασθένειας. Δεν μοιάζει καν παθολογικό. Η γυναίκα, ιέρεια και μάγισσα συνάμα, έχει στην ουσία τσαλαπατηθεί με τρόπο άδικο. Ο Ιάσονας αμετανόητος και υπερόπτης, καταπατά κάθε όρκο του και την προδίδει. Για την Μήδεια ο όρκος είναι χρέος. «Χρέος σημαίνει όρκος- μονολογεί. Σχεδόν ψιθυρίζει. Ο Ιάσονας ακουμπά πάνω στην κοιλιά της την δεξιά παλάμη του. ‘Ορκίζομαι…’ Το ίδιο ψιθυριστά δηλώνει. Και τότε εκείνη αποφάσισε. Αποφασίζω. Το μέλλον σου δικό μέλλον. Πάντως- υπόσχεται»

 Επιπλέον στερήθηκε από όλους τους άντρες γύρω της την δικαιοσύνη και βρέθηκε να σέρνεται μόνη σε μια γη αφιλόξενη, στην Κόρινθο του δυνάστη Κρέοντα, ο οποίος επισκέπτεται την Μήδεια στο ναό για να την διατάξει να φύγει από την επικράτειά του. Ο Κρέων αν και βασιλιάς πλούσιας πόλης, δείχνει ασήμαντος άντρας μπροστά στο κύρος ενός πλάσματος που έχει υπηρετήσει και ταχθεί στη θηλυκή θεότητα Με τη στάση του διαπομπεύει την έπαρση της εξουσίας.  Δείχνει τον φόβο κάθε δυνατού μπροστά σε κάτι δυνατότερο το οποίο με την εξουσία προσπαθεί να καθυποτάξει. Η Μήδεια αρνείται να συνθηκολογήσει, η ακρότητα του εγκλήματος στο οποίο καταλήγει αποσκοπεί στην αποκατάσταση της συμπαντικής τάξης.  Η Μήδεια στερήθηκε από τους άνδρες το έλεος και τη δικαιοσύνη. Ως γυναίκα είναι αναγκασμένη, και έτσι αναμένεται από όλους, να μην φέρει αντίρρηση και ας την αδικούνε. Είναι απελπιστικά μόνη και προδομένη, βρίσκεται ξένη σε ένα αφιλόξενο τόπο. Διεκδικεί την επιμέλεια των παιδιών της.

«’Τα τέκνα μου…’ σπαράζει η Μήδεια. ‘Θα μείνουν με τον πατέρας τους στην αυλή μου’ αποφασίζει ο Κρέοντας». Και παρακάτω. «Τα αγόρια ανήκουν στον πατέρα».

Κλείνοντας δεν γίνεται να παραβλέψω το γλωσσικό εργαλείο το οποίο δίδει ευρυθμία και καλλιέπεια στο μυθιστόρημα. Το ρήμα μπαίνει συχνά στο τέλος και αυτό δίνει μια πρωτοτυπία στη γραφή. Επίσης βλέπουμε λέξεις αμιγώς αρχαίζουσες να κεντούν τον καμβά μιας σημερινής γλώσσας.  Ανήρ, θήλυ, άρτος…  Λέξεις- έννοιες που προσθέτουν βαρύτητα και σε ένα κείμενο δυνατό.

Ελένη Πριοβόλου

Συγγραφέας.

www.periou.gr

23/12/2023

 

13.1.24

Πιερ Ασουλίν "Υπερωκεάνιο"

 

Πιερ Ασουλίν

«Το υπερωκεάνιο»

Μετάφραση: Μαριάνθη Πάσχου

Εκδόσεις Πόλις

                                                  

Σημαντικό πρόσωπο των Γαλλικών Γραμμάτων είναι ο Πιερ Ασουλίν.  Μυθιστοριογράφος, βιογράφος και κριτικός λογοτεχνίας, παράλληλα είναι και μέλος της κριτικής επιτροπής του Βραβείου Goncourt.

Στην Ελλάδα έχουν κυκλοφορήσει έξι ακόμα έργα του, γεγονός που αποδεικνύει πως το ελληνικό κοινό έχει εκτιμήσει την ιδιαίτερη γραφή αυτού του συγγραφέα. Μια γραφή όπου τη διακρίνει μια στυλιζαρισμένη σύνταξη και οι συχνές απρόοπτες σκέψεις.

«Όσο κι αν λατρεύουμε τη φυγή -τη μέθη της αναχώρησης, τη συγκίνηση της άφιξης- πρέπει παρ΄ όλα αυτά να επιστρέφουμε» -Από τις πρώτες φράσεις του μυθιστορήματος «Το υπερωκεάνιο» που κυκλοφόρησε το 2022 στη Γαλλία και μετά από ένα χρόνο και στη χώρα μας.

Πρόκειται ένα συνδυασμό μυθιστορηματικής αφήγησης και ιδιότυπου κειμένου βιογραφικών τάσεων. Το υπερωκεάνιο ‘Ζορζ Φιλιππάρ’ υπήρξε και η τραγωδία που το συνοδεύει επίσης είναι ένα ιστορικό γεγονός.

Ο ίδιος ο Ασουλίν έχει δηλώσει: Παρακολουθώ τη συνύπαρξη  ιστορίας και λογοτεχνίας. Αυτές είναι τα δύο πάθη μου. Κι έτσι γράφω μυθιστορήματα που δραματοποιούν την ιστορία.

Ο Ασουλίν, λοιπόν,  περιγράφει μέσα σε 373 σελίδες το παρθενικό και τελευταίο ταξίδι του ‘Ζορζ Φιλιππάρ’, όπως και τη μοίρα όσων επιβατών, αλλά του πληρώματος που μαζί του διέσχιζαν τον ωκεανό κατευθυνόμενοι από την Μασσαλία  στην Ιαπωνία.

Μια πληθώρα προσώπων -κυρίως επιβατών της Α’ θέσης- θα γνωρίσει ο αναγνώστης. Αναμεσά τους και κάποια άτομα που υπήρξαν, όπως για παράδειγμα ο διάσημος εκείνα τα χρόνια Αλμπέρ Λοντρ, η παρουσία του οποίου και θα προσδώσει στο όλο έργο και το ιστορικό στοιχείο. Υπήρχαν φήμες πως ο Λοντρ είχε στην κατοχή του στοιχεία έρευνας που φώτιζαν την επερχόμενη παγκόσμια σύρραξη.

Η χρονιά που το δυστύχημα  συμβαίνει είναι το 1932, η χρονιά δηλαδή που ο Χίτλερ παίρνει τα ηνία της εξουσίας στη Γερμανία.

Οπότε -αν ακολουθήσουμε τον ειρμό της δήλωσής του Ασουλίν- το ‘Ζορζ Φιλιππάρ’ μπορούμε να το αντιστοιχήσουμε με την ίδια την Ευρώπη που εκείνη την ίδια χρονιά ξεκίνησε το δικό της ναυάγιο* τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Με λεπτομερείς περιγραφές όλου του πλοίου -τα σαλόνια του, τις καμπίνες του, τους διάφορους χώρους αναψυχής, τα καταστρώματα- ο Ασουλίν ζωντανεύει το σκηνικό εντός του οποίου κυκλοφορεί η αφρόκρεμα της αριστοκρατίας και της ανώτερης αστικής τάξης της εποχής. Πλούσιοι επιχειρηματίες, ανώτεροι εκπρόσωποι αποικιακών κυβερνήσεων, όμορφες γυναίκες. Ένας κόσμος κοσμοπολίτικος, ανέμελος και ανάμεσά τους ο αφηγητής της όλης ιστορίας -στην ουσία είναι τα ημερολόγια του που θα διαβάσουμε- ο Ζακ-Μαρί Μποέρ. Παλαιοβιβλιοπώλης που μεταφέρει σπάνια έκδοση διαλόγων του Πλάτωνα, ιδιαίτερα καλλιεργημένος (συχνά αναφέρεται σε έργα μεγάλων στοχαστών της εποχής του) και που θα χαρίσει -κατά κάποιον τρόπο- στον Ασουλίν  τη δική του ματιά μέσα από την οποία και θα γίνει η επιζητούμενη σύνδεση του μικρόκοσμου ενός πλοίου με μια ολόκληρη Ήπειρο.

Γιατί βέβαια όσες μέρες θα κρατά ο πλους, διάφορες συζητήσεις θα λαμβάνουν χώρα ανάμεσα στους επιβάτες, ποικίλλων μορφών σχέσεις θα αναπτυχθούν, κρυμμένες φιλοδοξίες και φιλόδοξοι σχεδιασμοί θα φανερώνονται, ενώ παράλληλα η παρουσία κάποιων Γερμανών θα φέρει μέσα στον ξέγνοιαστο κόσμο των σαλονιών και των πλούσιων γευμάτων στις τραπεζαρίες, τον ήχο της μπότας του ναζισμού.

Οι πολιτικές αναταράξεις δίνουν με αυτόν τον τρόπο το παρόν τους στο ταξίδι και μαζί με κάποιο πρώτα προβλήματα στις τεχνικές υποδομές του πλοίου, λες και προειδοποιούν για την επερχόμενη καταστροφή.

Μα κανείς -εντός του πλοίου- δεν θα λάβει σοβαρά υπ΄ όψιν το τρεμούλιασμα κάποιων λαμπτήρων. Κι όταν πλέον το βραχυκύκλωμα θα δημιουργήσει την καταστροφική πυρκαγιά, θα είναι αργά για όλους.

Το πλοίο θα βυθιστεί και από τους εφτακόσιους εξήντα εφτά ανθρώπους που επέβαιναν, μόνο σαράντα από αυτούς θα έχουν χαθεί… Μόνο που, ως απόλυτος αριθμός, το σαράντα είναι πολύ.

Αλλά αν αυτό είναι το αφηγηματικό περιεχόμενο του μυθιστορήματος, στην ουσία ο αναγνώστης έχει πολλά περισσότερα να ανακαλύψει. Κυρίως μια πληθώρα χαρακτηριστικών τύπων της -του τότε, μα και του τώρα- άρχουσας τάξης, που συζητούν, συνυπάρχουν, ζούνε  μέσα σε ένα πλοίο και μακριά από κάθε ακτή. Μια ομάδα ανθρώπων που λες και επέλεξαν τη φυγή  και αγνόησαν τον τρόπο αντίδρασης σε κάτι που θα καθόριζε το μέλλον τους.

Από εκεί και πέρα είναι θέμα αναγνωστικής επιλογής αν θέλει κανείς να ακολουθήσει αυτό που ο ίδιος ο Ασουλίν έχει δηλώσει. Πως δηλαδή τα μυθιστορήματα δραματοποιούν την ιστορία… Και με τον δικό τους τρόπο προειδοποιούν -ας μου επιτραπεί να προσθέσω εγώ.

Θα πρέπει, τέλος, να σταθώ και στη μετάφραση του έργου στη γλώσσα μας. Η γλώσσα του Πιερ Ασουλίν είναι ιδιόμορφη. Αναστοχάζεται όσο περιγράφει* αυτό που δείχνει πως αποδέχεται, ίσως και να το αναιρεί συγχρόνως.  Απαιτεί μια δυναμική αντιμετώπισή της από εκείνον που θα επιχειρήσει να την μεταγράψει σε μιαν άλλη.

«Ίσως έχω φτάσει σ΄ αυτό το μεσοστράτι της ζωής όπου νιώθεις ότι αρχίζεις να μπαίνεις σε κόντρα ρόλο: αφού έχεις ζήσει ό,τι ήταν να ζήσεις, γίνεσαι πια παρατηρητής. Το μόνο που επιδιώκω είναι η σωστή λέξη: αλλά και η σωστή σιωπή, εκεί όπου τα πάντα κοπάζουν. Το τι σου προσφέρει, ιδίως τις νύχτες, είναι ανεκτίμητο»

Αυτό το σύντομα απόσπασμα θεωρώ πως αποδεικνύει την μεταφραστική επιτυχία της Μαριάνθης Πάσχου.

(812 λέξεις)

(Βιβλιοδρόμιο, 13/1/2024)

3.1.24

Η Νάντια Τράτα στο fractal

 

«Ένα ταξίδι στα θεμέλια της γυναικείας ψυχοσύνθεσης»

Γράφει η Νάντια Τράτα //

 

 “J’ai aimé ton monde noir, ton audace, ta révolte, ta connivence avec l’horreur et la mort, ta rage de tout détruire. J’ai cru avec toi qu’il fallait toujours prendre et se battre et que tout était permis.” Jean Anouilh, Médée

 

Στις απαρχές των καιρών, στο γύρισμα του καιρού, στην λάμψη της αστραπής καθώς φωτίζει το πέρασμα από την ανυπαρξία στο φως, εκεί που η ανθρώπινη φύση τανύζεται πασχίζοντας να φθάσει από το μηδέν στο κάπου, μύθοι σκοτεινοί και ψίθυροι ιστοριών έρχονται σαν θρόισμα φύλλων που αποχωρίζονται τα νεκρωμένα από χυμούς κλαδιά και στροβιλίζονται διστακτικά προτού αγγίξουν θλιμμένα το αρχέγονο χώμα. Αιώνες προτού ακόμη ο μύθος μας διηγηθεί το ταξίδι του Οδυσσέα από την ανατολή προς δύση, η Αργοναυτική Εκστρατεία είχε ξεκινήσει με οιωνούς σκοτεινούς που οδήγησαν τον αρχηγό της Ιάσονα, άνδρα γήινο, γεμάτο γοητεία και έπαρση μα αρσενικό κίβδηλο, στη μακρινή Κολχίδα, εκεί όπου με τη βοήθεια της ανυπότακτης, θαρραλέας Μήδειας, ένα θηλυκό απόλυτο, κυρίαρχο και παρορμητικό, ο ίδιος απέκτησε τον προσδιορισμό «ήρωας» ενώ αυτή που του προσέφερε όχι μόνο βοήθεια αλλά και την ύπαρξή της ολόκληρη, παραμένει ως σήμερα κατηγορούμενη για το πλέον απεχθές έγκλημα.

 

Ο Μάνος Κοντολέων με το τελευταίο έργο του Σαν Μήδεια ολοκληρώνει μία τριλογία αφιερωμένη σε γυναικείες μορφές που στάθηκαν με παρρησία στο μεταίχμιο μύθου, θρύλου και πραγματικότητας, ισορροπώντας πάνω στο αόρατο νήμα που έρχεται βαθιά από το μακρινό παρελθόν και αγγίζει το σύγχρονο κόσμο, δίνοντας τη δική του, πάντα ευθύβολη και βαθυστόχαστη ερμηνεία της γυναικείας ψυχοσύνθεσης, αναδεικνύοντας, φωτίζοντας και μελετώντας θηλυκές υπάρξεις του αρχαίου κόσμου, ηρωίδες πέρα από τα φορμαλιστικά πλαίσια του ηρωικού, παρεξηγημένες κατά πολλές έννοιες, όπως την Κασσάνδρα στο έργο του Η Κασσάνδρα στη Μαύρη Άμμο, την Κλυταιμνήστρα στο έργο του Οι σκιές της Κλυταιμνήστρας και με το τελευταίο, ολότελα μεστό ευρηματικών στοχασμών, έργο του Σαν Μήδεια (όλα από τις εκδόσεις Πατάκη) στο οποίο αφουγκράζεται τον εσωτερικό κοπετό της εξόριστης και περιθωριοποιημένης υπερήφανης και αδάμαστης Μήδειας, άλλοτε κραταιάς ιέρειας και πριγκίπισσας, προτού αυτή φθάσει στην απονενοημένη πράξη της, καθώς προσπαθεί να κατανοήσει και να προσεγγίσει μία εν βρασμώ ψυχή.

 

Όπως στα περισσότερα έργα του για ενήλικες αναγνώστες μα κυρίως στα βιβλία της τριλογίας με κυρίαρχο άξονα τις μυθολογικές ηρωίδες Κασσάνδρα, Κλυταιμνήστρα και Μήδεια, ο συγγραφέας διερευνά συστηματικά και δημιουργεί ασφαλείς χώρους για την άσκηση της ελευθερίας του γυναικείου βλέμματος, προ(σ)καλεί τη συναισθηματική εμπλοκή του αναγνώστη και καλλιεργεί μία προσωπική ερμηνευτική η οποία παραδίδεται ως tabula rasa προκειμένου το έργο του να αποτελέσει ένα λογοτεχνικό επεισόδιο μίας απροσδόκητης αποτύπωσης του γυναικείου ψυχισμού.  Με την άνεση και τη στόφα ενός αυθεντικού grand auteur, οικειοποιείται, ανα-συνθέτει και επαναπροσδιορίζει τα τεκμήρια όπως μας τα παραδίδει ο μύθος, υπολείμματα μίας quasi βιωμένης πραγματικότητας προκειμένου να αποκαλύψει υποκειμενικές δια-συνδέσεις και στήνοντας δεξιοτεχνικά γέφυρες μεταξύ προσωπικού και συλλογικού συν-αισθήματος, θέτοντας θεμελιώδη ερωτήματα γύρω από την πολλαπλότητα της ηρωίδας, την εικονοποιητική δύναμη του ανθρώπινου νου, τη σχέση αντικειμενικότητας (καλό-κακό) και υποκειμενικότητας (αποδεκτό – μη αποδεκτό) καθώς και τη σημασία της λογοτεχνικής αισθητικής εμπειρίας ως συνειρμικής διαδικασίας (το ξεχωριστό βλέμμα, η ατομική προσέγγιση).

 

Στο τελευταίο του έργο Σαν Μήδεια, βασικοί πυλώνες της έμπνευσής του στάθηκαν, όπως ο ίδιος ομολογεί, πέραν της τραγωδίας Μήδεια του Ευριπίδη (431 π.Χ.), το θεατρικό έργο Médée του Γάλλου δραματουργού Jean Anouilh (1945) και η δανέζικη ταινία Medea (1988) σε σκηνοθεσία  Lars von Trier βασισμένη στην απόδοση της αρχαίας τραγωδίας από τον Carl Theodor Dreyer και ιδιαίτερα η τραγική σκηνή του τέλους. Για άλλη μια φορά, ο εξαιρετικός Μάνος Κοντολέων συνθέτει με υλικά υψηλής αισθητικής (γλωσσική επεξεργασία του κειμένου, συντακτική ανάπτυξη των προτάσεων, χρήση λέξεων παλαιάς κοπής) μία σπουδή πάνω στη μεταφορά του κλασσικού στο σύγχρονο περιβάλλον, όσμωσης μεταξύ μύθου και αλήθειας, προσφέροντας γενναιόδωρα στον αναγνώστη του τη δυνατότητα να αποκτήσει ενεργό ρόλο στην ανάγνωση και να αποκρυσταλλώσει το δικό του βλέμμα, να κατασταλάξει σε μία ερμηνεία προσωπικής επιλογής.

 

Στο εκπληκτικό εξώφυλλο του βιβλίου (έργο της υπέροχης Francesca Woodman – αμερικανίδα φωτογράφος, 1958-1981), η ασπρόμαυρη υποβλητική θολή φωτογραφία μίας γυναικείας φιγούρας που μοιάζει με νύμφη, ξωτικό ή νεράιδα  καθώς φαίνεται πως είναι  ένα με το φυσικό περιβάλλον, δίνει το έναυσμα, συντονιζόμαστε με γεγονότα, αφηγήματα παλαιά όσο και τα ίχνη της ανθρώπινης παρουσίας σε τούτη εδώ τη μετέωρη κουκίδα….. Το βιβλίο χωρίζεται σε τέσσερα μέρη καθένα από τα οποία αναπτύσσεται αντίστοιχα σε τέσσερα, επτά και έξι σύντομα κεφάλαια, ενώ κάθε μέρος προλογίζεται με σημαίνοντες στίχους από το έργο Μήδεια του Ζαν Ανούιγ, οι οποίοι δίνουν ουσιαστικά μία πρόγευση των όσων θα ακολουθήσουν. Ρυθμός κοφτός μα μελωδικός, η αφήγηση αφουγκράζεται τη δράση, η αναζήτηση του αίτιου σε αντιπαράθεση με το αιτιατό, η αναγνώριση του βαθύτερου τραύματος που θα οδηγήσει στην τέλεση μίας αποτρόπαιης πράξης οργανώνει τη λογοτεχνική αφήγηση καθώς επιχειρείται μία μετακίνηση από τον εξοστρακισμό στην κατανόηση, στην αντίληψη μίας πιθανής αλήθειας.

 

Ποια λοιπόν είναι η Μήδεια που αναλαμβάνει να μας γνωρίσει ο Μάνος Κοντολέων; Ποια η γενιά της, ποιες οι ρίζες της, πώς μεγάλωσε, πού ανατράφηκε, τι σκεπτόταν, ποιον ονειρευόταν; Μία ιδιαίτερη περίπτωση έργου ενηλικίωσης, η αφήγηση αποκαλύπτει πως η Μήδεια, από τη γενιά του Ουρανού και της Γαίας, του Ήλιου και της Εκάτης, ανατράφηκε από την ξακουστή Κίρκη, αδελφή του πατέρα της και βασιλιά της Κολχίδας ως θηλυκό παρά ως γυναίκα. Επόμενο ήταν πως αναζητούσε να κάνει ταίρι της ένα αρσενικό παρά έναν άνδρα…. Ο Ιάσονας, απατηλό αρσενικό και πιότερο άνδρας, τη μαγεύει, του παραδίδει τον εαυτό της ολόκληρο, τον αναδεικνύει και τον εξυψώνει στο επίπεδο του ήρωα παρά τις ατέλειες και τις αδυναμίες του και εκείνος της ανταποδίδει τη λατρεία με προδοσία όταν την εγκαταλείπει για χάρη της πριγκίπισσας της Κορίνθου. Εκείνη, ακόμη και την ύστατη στιγμή, φαίνεται πως υποφέρει βαθιά, πιότερο πονά παρά μισεί….

 

Η Μήδεια του Μάνου Κοντολέων ζητά να εξυψωθεί μέσα από την ένωσή της με ένα αρσενικό ισοδύναμης ισχύος, αντίστοιχης υπεροχής, ισότιμης αξίας ώστε  μία νέα γενιά ανθρώπων να προέλθει μέσα από την ένωσή τους δημιουργώντας τις βάσεις για ένα κόσμο διαφορετικό, σίγουρα καλύτερο, θεωρεί το περήφανο θηλυκό. Πόση άραγε διάψευση ένιωσε και πόση απογοήτευση όταν αντιλαμβάνεται πως, φευ, τελικά ο Ιάσονας δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένας ακόμη άνδρας, άρα και η σπορά του φέρει τα ίδια ελαττώματα, τα ίδια μειονεκτήματα, τα ίδια λάθη θα κάνει, ο κόσμος που ονειρεύτηκε δεν μπορεί να υπάρξει, δεν θα πρέπει να υπάρξει, ίσως λοιπόν θα πρέπει να…..

 

Ένα έργο εκστατικό και ατρόμητο, συναρπαστικής λογοτεχνικής αφήγησης που καταθέτει μία ρηξικέλευθη άποψη μετατρέποντας, για άλλη μια φορά, την ανάγνωση ενός βιβλίου σε μία μυσταγωγία που εκθειάζει με βαθιά πνευματικότητα και σεβασμό στο μύθο, την απελευθερωτική ιδιότητα της γραφής. Το θηλυκό του Μάνου Κοντολέων στο έργο του Σαν Μήδεια, διεκδίκησε μία θέση ισάξια με αυτή του αρσενικού, η πράξη της, αποτρόπαιη σίγουρα, είναι το αποτέλεσμα όχι μίας ερωτικής απογοήτευσης ή η εκδίκηση μίας συζύγου, ερωμένης, μητέρας, πριγκίπισσας, εξόριστης, πρόσφυγα, αποσυνάγωγης, εγκαταλειμμένης γυναικός, είναι ένας θρήνος για έναν κόσμο που δεν θα ανατείλει ποτέ, για μία ξεχωριστή και ανώτερη νέα γενιά που θανατώθηκε ήδη τη στιγμή της σύλληψης των παιδιών της…..

 

Ο Μάνος Κοντολέων είναι ένας μεγάλος συγγραφέας καθώς με κάθε του έργο, οπωσδήποτε και με το τελευταίο του έργο Σαν Μήδεια, ενεργοποιεί το βλέμμα του αναγνώστη καλλιεργώντας τον ελεύθερο συνειρμό και τον αυθόρμητο μηχανισμό του ανθρώπινου νου να επεξεργάζεται τις λέξεις, τις εικόνες, τους ήχους και τα μυστικά που αποκαλύπτονται σταδιακά μέσα από την επιδέξια γραφή του – δημιουργία εννοιολογική και σχεδόν ποιητική που ανοίγει, πλαταίνει ολοένα προς τον απέραντο ορίζοντα των δυνατοτήτων που μπορεί δυνητικά να ατενίσει το ανθρώπινο πνεύμα.

 

Μελετώντας με το δικό του τρόπο την περίπτωση της Μήδειας, διαχρονικής μυθολογικής θηλυκής μορφής, ο συγγραφέας αναλύει καίρια ακόμη μία πλευρά της γυναικείας ταυτότητας στο βάθος των αιώνων αποφεύγοντας κάθε εύπεπτη αναφορά σε κάθε είδους ιδιαιτερότητες ή παρεκκλίσεις. Με αξιοθαύμαστη συγγραφική ακρίβεια μα και με αύρα ποιητική, μεταφέροντας στο χαρτί ένα υποδειγματικό αφηγηματικό τέμπο και χωρίς καμία διδακτική διάθεση ή την παραμικρή υποψία κατηγορίας, αναλύει καίρια μία βαθιά ανθρώπινη ανάγκη αναζήτησης ταυτότητας, αυτοπροσδιορισμού όχι μόνο μέσω του άλλου αλλά, κυρίως, μαζί με τον άλλο και μίας ισότιμης θεώρησης των φύλων ακτινογραφώντας την μυθολογικά και εννοιολογικά. Σταδιακά και αμετάκλητα η Μήδεια μετατρέπεται σε ένα ταξίδι στα θεμέλια της γυναικείας ψυχοσύνθεσης, στην ουσία του αβάσταχτου εσωτερικού πόνου, της φοβερής εκείνης διάψευσης που θα οδηγήσει στο αδιανόητα αποτρόπαιο.

 

Άμεση λογοτεχνία, καθαρά μηνύματα και μία καίρια εννοιολογική στόχευση η οποία αντιστέκεται σε κάθε είδους ρατσισμό ή διδακτισμό χάρη στην αξιοθαύμαστη αφοσίωση του εξαιρετικού έλληνα συγγραφέα Μάνου Κοντολέων να μιλήσει για ηρωίδες που μοιάζουν να δραπετεύουν από τα κάδρα μίας politically correct στάσης ζωής. Καθώς πια ο σύγχρονος κόσμος συντάσσεται, ανασυντάσσεται και  δημιουργούνται νέες τάσεις στην παγκόσμια ανθρωπογεωγραφία, ενώ αναδεικνύονται, κατ’ουσίαν, ζητήματα που απασχόλησαν τους αρχαίους δραματουργούς εδώ και εικοσιπέντε περίπου αιώνες, ο Μάνος Κοντολέων καταγράφει εμπνευσμένα και τολμηρά την ανθρώπινη συνθήκη μεταμορφώνοντας με τον δικό του ιδιαίτερο και αφοπλιστικό τρόπο, το ταξίδι της ψυχής, συχνά της γυναικείας ευαισθησίας, από τα βάθη των αιώνων έως σήμερα και προσφέροντάς μας αφειδώλευτα μία σπουδαία συγγραφική αλήθεια.

www.fractal.gr  3/3/2024

(1470 λέξεις)