Μάνος Κοντολέων
Ημερολόγιο συγγραφικών περιπλανήσεων
26.8.25
Η Μαρί Κιουρί και οι κόρες της
Ίμοτζεν & Ίζαμπελ Γκρίνμπεργκ
«Η Μαρί Κιουρί και οι κόρες της»
Μετάφραση: Λένια Ζαφειροπούλου
Εκδόσεις Πατάκη
Μια κατηγορία βιβλίων για παιδιά που παρουσιάζει μια ιδιαίτερη άνθιση και διεύρυνση των στόχων της είναι αυτή του Βιβλίου Γνώσεων.
Το είδος αυτό των βιβλίων έχει και στην ελληνική λογοτεχνία για παιδιά και νέους τη δική του ιστορία -μπορούμε να θεωρήσουμε πως βιβλίο γνώσεων ήταν και «Ο Γεροστάθης» του Λέοντος Μελά, που θεωρείται πως είναι το βιβλίο που εγκαινιάζει κατά κάποιον τρόπο τη σύγχρονη ελληνική παιδική λογοτεχνία.
Τα σύγχρονα βιβλία γνώσεων στόχο τους έχουν να γνωρίσουν σε ανήλικους αναγνώστες θέματα εγκυκλοπαιδικά -επιστημονικά, ιστορικά, κοινωνικά, πολιτιστικά- με έναν τρόπο απλό, αλλά όχι απλοϊκό. Στην ουσία πρόκειται για βιβλία τα οποία προσφέρουν τη γνώση που πριν από κάποια χρόνια ο αναγνώστης θα την αναζητούσε σε λήμματα μια εγκυκλοπαίδειας.
Βέβαια και καθώς η ανάπτυξη του θέματος στηρίζεται σε εμπεριστατωμένη έρευνα, η ανάγνωση αυτών των βιβλίων μπορεί κάλλιστα να ενδιαφέρει και το όποιον ενήλικο που δεν διαθέτει ειδικές γνώσεις πάνω σε αυτό το θέμα.
Και νομίζω πως τούτη η ηλικιακή διεύρυνση του αναγνωστικού κοινού αυτής της κατηγορίας βιβλίων έχει με τη σειρά της προσφέρει την ευκαιρία να δημιουργούνται εκδόσεις που χαρακτηρίζονται από ιδιαίτερη αισθητική.
Τα σύγχρονα βιβλία γνώσεων πέρα από το κείμενο διαθέτουν και πλούσια εικονογράφηση ή επίσης πλούσια παρουσία φωτογραφικού και αρχειακού υλικού.
Παράλληλα -και στα πλαίσια μιας γενικότερης τάσης να πλησιάζουμε τη γνώση με όσο περισσότερο προσωποκεντρική θεώρηση ώστε το παρουσιαζόμενο γεγονός να συνδέεται με μια ανθρώπινη διάσταση- τα βιβλία γνώσεων αποκτούν και μια μυθοπλαστική ταυτότητα.
Αυτή η προσπάθεια συνύπαρξης πληροφορίας με μυθοπλασία και πάντα μέσα στην αισθητική κάλυψη της εικόνας, έχει οδηγήσει πολλά από τα σύγχρονα βιβλία γνώσεων να έχουν και τα χαρακτηριστικά ενός graphic novel.
Μια τέτοια περίπτωση είναι και το βιβλίο «Η Μαρί Κιουρί και οι κόρες της» που το μεν κείμενό το υπογράφει η Ίμοτζεν Γκρίνμπεργκ, τη δε εικονογράφηση η αδελφή της Ίζαμπελ (και οι δυο γνωστές και παγκοσμίως καταξιωμένες στο χώρο του παιδικού εικονογραφημένου βιβλίου γνώσεων και όχι μόνο).
Στο συγκεκριμένο βιβλίο συνεργάστηκαν και δημιούργησαν μια σύντομη -αλλά καθόλου επιφανειακή- βιογραφία της Μαρί Κιουρί και των δυο θυγατέρων της, την Ιρέν και την Εβ.
Στο μεγάλου μεγέθους βιβλίο -το μέγεθος επιβεβαιώνει και την άποψη πως μπορεί κάλλιστα να χαρακτηριστεί και ως μια ιδιαίτερη υλοποίηση graphic novel- εξιστορούνται τα παιδικά χρόνια της Μαρί Κιουρί, οι σχέσεις της με την οικογένειά της, οι πολιτικές και οικονομικές συνθήκες που αντιμετώπισε μέχρις ότου να βρεθεί στο Παρίσι για να ξεκινήσει της σπουδές της. Και στη συνέχεια η γνωριμία της με τον Πιερ Κιουρί, τα δυο παιδιά που απέκτησαν, οι έρευνες τους κάτω από δύσκολες συνθήκες, η διεθνής αναγνώριση, ο αιφνίδιος θάνατος εκείνου, το πάθος με τον οποίο, μόνη της πλέον η Μαρί, συνέχισε τις έρευνές της, ενώ παράλληλα μεγάλωνε τις δυο της κόρες.
Και στο σημείο αυτό, η αφήγηση απλώνεται και στις ζωές των δυο κοριτσιών, φωτίζει τις διαφορετικές ιδιοσυγκρασίες τους, παρακολουθεί τις δικές τους πορείες για να επιστρέψει και πάλι στη Μαρί Κιουρί, να περιγράψει το πως οι ίδιες οι έρευνές της της στοίχισαν και την ίδια της τη ζωή, κάτι που μετά από χρόνια θα επαναληφθεί και με την πρώτη κόρη, ενώ η μικρότερη θα μείνει μόνη και με το δικό της τρόπο θα κάνει γνωστό σε όλον τον κόσμο την ουσία και το νόημα της επιστημονικής συνεισφοράς, το τι σημαίνει να αφιερώνεται κάποιος σε ένα σκοπό που αναπτύσσει την επιστημονική γνώση αλλά και προστατεύει την ανθρώπινη υγεία.
Στην ουσία έχουμε της εξιστόρηση του έργου τριών γυναικών που στάθηκαν πρωτοπόρες, ξεπέρασαν στερεοτυπικές φυλετικές διακρίσεις και έγιναν σύμβολα όχι μόνο του επιστημονικού πάθους αλλά και της οικογενειακής αλληλεγγύης.
Μια πολύ ενδιαφέρουσα έκδοση. Ένας σύγχρονος τρόπος συγγραφής ατομικών οραμάτων, ενδοοικογενειακών σχέσεων, κοινωνικών συνθηκών και επιστημονικών ερευνών. Το συναίσθημα του αναγνώστη ενεργοποιείται και η προσέγγιση επιστημονικών ανακαλύψεων με επάρκεια προσφέρεται από τη συνεργασία λόγου και εικόνας.
Άξιο να διαβαστεί από αναγνώστες διαφόρων ηλικιών και ποικίλων ενδιαφερόντων.
(640 λέξεις)
Βιβλιοδρόμιο Νέων 23/8/2025
29.7.25
Τασούλα Τσιλιμένη «Το πάρκο της μνήμης»
Τασούλα Τσιλιμένη
«Το πάρκο της μνήμης»
Διηγήματα
Εκδόσεις Αρμός
Η Τασούλα Τσιλιμένη είναι μια εντελώς ιδιότυπη παρουσία στο χώρο της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας.
Με βασικό στοιχεία της ταυτότητας της, την -σε πανεπιστημιακό επίπεδο- διδασκαλία της λογοτεχνίας για παιδιά και νέους, παράλληλα ολοκληρώνει τον κύκλο των ενδιαφερόντων της με εκδόσεις διηγημάτων, μυθιστορημάτων και ποιημάτων για ενήλικες, με παραμύθια και μικρές ιστορίες για παιδιά, με ανθολογίες, με θεωρητικά κείμενα, με διοργανώσεις συνεδρίων, με ίδρυση διαφόρων φορέων γύρω από τη λογοτεχνία για παιδιά και την αφήγηση παραμυθιών, με τη διεύθυνση ηλεκτρονικών περιοδικών.
Όλο αυτό το ευρύ φάσμα του έργου της δείχνει πως η Τασούλα Τσιλιμένη δεν περιορίζει ούτε ενδιαφέροντά της, μήτε τους τρόπους έκφρασής της, αλλά αντιθέτως αναζητά ποικίλες αφορμές για να ‘δει’ το πως η -σε ευρύτερη έννοια- λογοτεχνία μπορεί να καταγράψει την καθημερινότητα και να φωτίσει τις διάφορες πτυχές της ανθρώπινης ευαισθησίας.
Ένα τόσο πολυσυλλεκτικό έργο, είναι λογικό να διαθέτει και μια ποικιλία εκφραστικών μέσων.
Η γραφή της Τσιλιμένη άλλοτε γίνεται δοκιμιακή, άλλοτε ποιητική, άλλοτε αναζητά τις αποχρώσεις μιας παιδικότητας, άλλοτε πάλι στρέφεται προς την όξυνση μιας γυναικείας οντότητας και μέσω αυτής καταγράφει τα μικρά -μάλλον τα δήθεν μικρά- που πολλά και πολύ ουσιαστικά μπορούνε να φωτίσουν.
Αυτό το τελευταίο συμβαίνει και στα διηγήματα της πιο πρόσφατης συλλογής της «Το πάρκο της μνήμης»
Όπως και ο τίτλος μας φανερώνει, τα σύντομα (ελάχιστα είναι που έχουν έκταση πάνω από πέντε με έξι σελίδες) κείμενα αναζητούν να περιγράψουν τα μονοπάτια που η μνήμη χαράσσει.
Ένα καβουράκι που κινείται πάνω σε βότσαλα, ένα μήνυμα στο κινητό, ένα συνοικιακό μανάβικο, ένα ταψί με γεμιστά, το δρομολόγιο ενός λεωφορείου, ένα όνειρο, ένα βιβλίο που κάποτε διαβάστηκε -τέτοιες καθημερινές, σχεδόν ασήμαντες λεπτομέρειες ενεργοποιούν τις ηρωίδες (στα περισσότερα διηγήματα η αφήγηση γίνεται από την πλευρά μια κάποιας γυναίκας) για να κάνουν ένα νέο κοίταγμα της ζωής τους και άλλοτε να αποδεχτούν τον συμβιβασμό, άλλοτε να αναζητήσουν μια κάποια λύση, τις περισσότερες φορές απλώς αφήνουν τη μνήμη να τους υπενθυμίζει όσα έζησαν… Ίσως και να τους σχεδιάσει όσα πρόκειται στο μέλλον να μετατραπούν κι αυτά σε μια νέα -παρόμοια μάλλον- μνήμη.
Όταν κανείς έχει να διαχειριστεί συγγραφικά την περιγραφή της καθημερινότητας μέσα από τις διαδικασίες επαναφοράς στιγμών που διέφυγαν την κατάταξή τους ως σημαντικά γεγονότα του παρελθόντος, διατρέχει τον κίνδυνο η γραφή του να πάρει αποχρώσεις νοσταλγικές και για αυτό χωρίς ελπίδα να προσπαθήσει να παρέμβει στο παρόν τόσο του ήρωα όσο και του αναγνώστη.
Η Τασούλα Τσιλιμένη αποφεύγει πλήρως αυτόν τον σκόπελο. Χρησιμοποιεί λέξεις και φράσεις καθημερινές μεν, που όμως διαθέτουν και μια απόσταση από το συναίσθημα του αφηγούμενου προσώπου:
«Τις είδε και τις έξι στο περβάζι να κάνουν μικρούς βηματισμούς και περιστροφικές κινήσεις σχεδόν γύρω από τον εαυτό τους ελλείψει χώρου. Η καφετί με τις πατουσίτσες της ‘έξυνε’ λες το τζάμι. Χωρίς δισταγμό έσυρε το παράθυρο κι αυτές η μια μετά την άλλη με ένα σάλτο πάνω από τον νεροχύτη
Πέρασαν μέσα. Έφαγαν κεφτεδάκια του μεσημεριού και κανείς δεν ξέρει, αν περισσότερο ευχαριστημένη ήταν η ίδια ή οι έξι γάτες που άλλαζαν θέση στην αγκαλιά της γουργουρίζοντας’»
Μια ενδιαφέρουσα συλλογή διηγημάτων που φωτίζουν με ένα εντελώς δικό τους τρόπο την καθημερινότητα, ενώ παράλληλα περιγράφουν με πρωτότυπες συγγραφικές επιλογές το προφίλ της σύγχρονης Ελληνίδας.
«Και ξαφνικά δεν ξέρω πώς μου ήρθε και …
‘Απλώνεις κάθε μέρα το σεντόνι σου. Μπράβο! Εγώ…’
‘Πώς θα στεγνώσει η μοναξιά της νύχτας αλλιώς;’. απάντησε και το χάιδεψε απαλά…»
(558 λέξεις)
https://diastixo.gr/kritikes/ellinikipezografia/25019-to-parko-tis-mnimis
13.7.25
Αφηγούμαι σημαίνει παραμένω νέος
Αφηγούμαι σημαίνει παραμένω νέος
«Άσε τώρα τα παραμύθια!» λένε αρκετοί και θέλουνε να πούνε με αυτό «Άσε τώρα τα ψέματα!», λες και το παραμύθι είναι ψέμα.
Λοιπόν, όχι! Εγώ στην Άννα, την κόρη μου, λέω πάντα την αλήθεια.
Κάθεται εδώ δίπλα μου, με τον Λούσια τον σκύλο της, ανάμεσα στα πόδια της και με ακούει…
Με ακούει να της αφηγούμαι για νεράιδες και ξωτικά, για ζώα που μπορούν να γελάνε, για λουλούδια που χορεύουν, για πουλιά που αγαπούνε… Και μέσα σε όλα αυτά υπάρχει η αλήθεια. Μια αλήθεια ντυμένη στα χρώματα της φαντασίας. Και γι’ αυτό πιο ζωντανή, πιο μαχητική, πιο γνήσια.
Στην Άννα και σε μένα αυτή η αλήθεια αρέσει. Το ίδιο και στον Λούσια.
Τους μιλώ, λοιπόν, γι αυτήν, γράφοντας παραμύθια.
Με αυτά τα λόγια προλόγιζα -ήταν το μακρινό 1980- ένα από τα πρώτα μου βιβλία με παραμύθια, το «Η Άννα και το τζιτζίκι» (Εκδόσεις Καστανιώτη).
Λόγια που εξέφραζαν μια άποψη -μια στάση ζωής πρέπει πιο σωστά να πω- που από τότε και μέχρι σήμερα πιστεύω και απόλυτα ακολουθώ.
Γιατί η κάθε αφήγηση είναι ένας μύθος και μέσα από τον κάθε μύθο που αφηγείσαι (προφορικά ή γραπτά) όχι μόνο εκφράζεις την αλήθεια σου, αλλά και την μοιράζεσαι με άλλους. Μικρούς και μεγάλους.
Τελικά είναι η φαντασία που μας κρατά ζωντανούς και νέους.
Μπορεί το σώμα να φθίνει, να ρυτιδιάζει το δέρμα, κάποια όργανα να δυσλειτουργούν, αλλά ο νους παραμένει πάντα νεανικός, δημιουργικός. Θέλει πάντα να ανακαλύπτει κάτι νέο. Πέρασα όλη την ενήλικη ζωή μου αφοσιωμένος στη γραφή.
Είμαι από εκείνους τους ιδιαίτερα παραγωγικούς συγγραφείς.
Πολλά, πάρα πολλά είναι τα βιβλία που έχουν κυκλοφορήσει με την υπογραφή μου. Τα περισσότερα ανήκουν στην κατηγορία της λογοτεχνίας για παιδιά και νέους. Κι αυτό γιατί αν θέλω να είμαι ειλικρινής με τον εαυτό μου, θα πρέπει να ομολογήσω πως αναζητώ την επαφή με άτομα μικρών ηλικιών, αναζητώ τις ευκαιρίες να χρωματίσω με ζωηρές αποχρώσεις τις ενήλικες σκέψεις μου, με τα ξαφνιάσματα που έχουν οι σκέψεις των παιδιών.
Και, πιστέψτε με, δεν μπορώ να κατανοήσω γιατί κάτι παρόμοιο δεν κάνουν και άλλοι συγγραφείς.
Το να μπορείς -χωρίς να αποποιείσαι την εμπειρία σου- να επανανακαλύπτεις τον κόσμο είναι χάρισμα και δώρο.
Χάρισμα και δώρο που κάνεις εσύ ο ίδιος στον εαυτό σου.
Αλλά όχι μόνο για εμάς τους συγγραφείς. Χάρισμα και δώρο του κάθε ηλικιωμένου.
Όλοι αναγνωρίζουμε το πόσο σημαντική είναι η παρουσία ενός παππού ή μιας γιαγιάς στη σωστή ανάπτυξη του παιδιού.
Μα ξεχνάμε να υπενθυμίσουμε και το πόσο σημαντικό είναι και για τον ίδιο τον ηλικιωμένο να έχει δίπλα του ένα εγγόνι.
Με ρωτάνε συχνά -ιδίως τα παιδιά στις τάξεις που επισκέπτομαι- γιατί γράφω παραμύθια και ιστορίες για μικρούς αναγνώστες.
Τα κοιτώ -κοιτώ γύρω μου καμιά εικοσαριά φρέσκα προσωπάκια, κοιτώ τα ανήσυχα ή τρυφερά βλέμματά τους και τους ζητώ να ρίξουν κι αυτά μια ματιά ολόγυρά τους. Να δούνε τις δικές τους εικόνες, έτσι όπως εγώ τις βλέπω.
Και στη συνέχεια τα ρωτώ: «Λοιπόν, λέτε να μου άρεσε περισσότερο αντί να έχω ολόγυρά μου τα δικά σας φωτεινά πρόσωπα, τις ματιές σας που είναι έτοιμες να ξεκινήσουν ταξίδια, να έχω απέναντί μου πρόσωπα σκυθρωπά, πρόσωπα που έχουν κουραστεί και που κανένα πλέον όνειρο δεν τα ερεθίζει;»
Τα παιδιά, τότε, μου χαμογελούνε. Συμφωνούν μαζί μου.
Και θυμάμαι μια φορά ένα αγόρι -της Τρίτης Δημοτικού πρέπει να ήταν- που στράφηκε και με ενημέρωσε: «Εγώ κ. Κοντολέων, μόλις θα πάω σπίτι μου, θα τρέξω να βρω τον παππού μου και θα του ζητήσω να φτιάξουμε μαζί ένα παραμύθι… Και μετά να το σχεδιάσουμε…»
Έτσι μου δήλωσε εκείνο το αγοράκι.
Κι εγώ του πρότεινα «Και στη συνέχεια να το ζήσετε μαζί… Εσύ ο δεκάχρονος με εκείνο τον εβδομηντάχρονο!»
Το αγόρι κούνησε το κεφάλι και μου χαμογέλασε.
Ελπίζω και εύχομαι ότι μου είπε πως θα έκανε με τον παππού του, να το έκανε.
Το ελπίζω και το εύχομαι… Κυρίως για τον παππού.
https://justanumber.gr/afigoymai-simainei-parameno-neos-m/
6.7.25
«Κόντρα ρόλος» -θα μπορούσε να ήταν και ο τίτλος μιας αυτοβιογραφίας μου
«Κόντρα ρόλος», λοιπόν ο τίτλος του τελευταίου μου μυθιστορήματος που από τις αρχές Ιουλίου του 2025 βρίσκεται στις προθήκες των βιβλιοπωλείων.
Θα είναι το δέκατο πέμπτο μυθιστόρημά μου που απευθύνεται εκδοτικά σε ενήλικο κοινό. Οι τίτλοι όλων των προηγούμενων από εμένα είχαν επιλεγεί. Και όπως όλοι οι τίτλοι επιχειρούν, έτσι κι εκείνοι περιγράφανε με δυο, τρεις λέξεις το κεντρικό θέμα του μυθιστορήματος ή κάτι σχετικό με την προσωπικότητα του ήρωα ή της ηρωίδας.
Αλλά για πρώτη φορά ο τίτλος ‘Κόντρα ρόλος’ αφορά τόσο τον κεντρικό ήρωα του μυθιστορήματος όσο και εμένα τον ίδιο.
Ναι, ακριβώς αυτό -μιας και σε ολόκληρη τη ζωή μου ένα ‘κόντρα ρόλο’ ερμηνεύω.
Κι αυτό το συνειδητοποίησα αφού πρώτα είχε γίνει η επιλογή του τίτλου.
Έτσι όπως τον είχα πληκτρολογήσει και τον κοιτούσα, ξαφνικά φαντάστηκα πως θα μπορούσε ο τίτλος αυτός να ήταν και τίτλος μιας αυτοβιογραφίας μου (αν ποτέ αποφασίσω να την γράψω).
Αλλά ας πάρω τα πράγματα από την αρχή.
Οι γονείς μου μου θα θέλανε να είχα γεννηθεί κορίτσι. Ήταν γιατί ο πατέρας μου, περίπου δέκα χρόνια πιο πριν και με τραγικές συνθήκες, είχε χάσει σε δυστύχημα των γυναίκα του και την επτάχρονη κορούλα του.
Μέσα από τον δεύτερο γάμο του είχε την ελπίδα πως μαζί με μια νέα σύντροφο θα αποκτούσε και μια νέα κόρη. Και η νέα του σύντροφος -η μητέρα μου- δεν είχε λόγο να μην έχει την ίδια με εκείνον ελπίδα.
Αλλά εγώ ‘προτίμησα΄ να γεννηθώ αγόρι. Και να ξεκινήσω τη ζωή του με ένα ‘κόντρα ρόλο’: στη θέση ενός επιθυμητού θηλυκού πλάσματος υποκατάστατο ενός άδικα χαμένου κοριτσιού, έπαιξα τον ρόλο ενός αρσενικού διαδόχου και μάλιστα πρωτοεμφανιζόμενου στο οικογενειακό πάλκο.
Και μπορεί να πέρασα την παιδική μου ηλικία παίζοντας με τα αγαπημένα μου μολυβένια στρατιωτάκια και ζητώντας να φοράω στις Απόκριες στολές ιππότη ή καουμπόυ, αλλά απέφευγα να κυλιέμαι στα χώματα παλεύοντας με τα αγόρια της ηλικίας μου. Η μητέρα μου έκανε φιλότιμες, αλλά και ανεπιτυχείς, προσπάθειες να με κάνει να αγαπήσω τις μεταλλικές κατασκευές του Μεκανό, μιας κι εγώ προτιμούσα να σχεδιάζω στα μπλοκ μου τις υποψήφιες Σταρ Ελλάς που τις φωτογραφίες τους έβλεπα στην ‘Απογευματινή’ του έφερνε στο σπίτι ο θείος.
Στο σχολείο οι ώρες της Γυμναστικές ήταν για μένα αγχωτικές -τη μακριά γαϊδούρα ποτέ δεν την πήδηξα και θεωρούσα γελοία τα άλλα παιδιά καθώς κουνούσαν πάνω από κεφάλι τους τα χέρια τους προσπαθώντας να εμποδίσουν τους συμμαθητές τους να σημαδέψουν με την μπάλα το καλάθι κατά τη διάρκεια των αγώνων μπάσκετ.
Μου άρεσαν τα μοναχικά παιχνίδια που μπορούσα να αναπτύσσω μια δημιουργική όσο και προσωπική φαντασία -ένα παλιό βαρέλι γινότανε ο ελέφαντας του Ταρζάν και η κληματαριά ο δράκος που κρατούσε φυλακισμένη την βασιλοπούλα / τσαμπί σταφυλιού που εγώ με το σπαθί μου θα την απελευθέρωνα /έκοβα.
Και βέβαια λάτρευα με πάθος τα βιβλία –όλα τα βιβλία, κάθε μορφής εξιστόρηση. Κι εδώ, στις αναγνωστικές μου επιλογές, ένας ‘κόντρα ρόλος’. Πάντα προτιμούσα τη αγέρωχη βασίλισσα του χιονιού από την γλυκιά Γκέρτα. Και μετέφερα τις προτιμήσεις μου αυτές στην καθημερινή ζωή μου -μου άρεσαν τα δυναμικά κορίτσια περισσότερο από τα τρυφερά και υποταγμένα στους κανόνες των μαμάδων τους.
Μα ενώ ήμουνα μέγας λάτρης της λογοτεχνίας, ήμουνα φοβερά ανορθόγραφος, μισούσα το συντακτικό, οι εκθέσεις μου δεν ικανοποιούσαν τους φιλολόγους μου, ενώ αντίθετα -κι άλλος ‘κόντρα ρόλος’- ήμουνα πολύ καλός στα μαθηματικά και στην τριγωνομετρία.
Τί θα σπούδαζα; Όνειρο μου να γίνω συγγραφέας και κριτικός. Μα επέλεξα την σταθερή λογική της Φυσικής Επιστήμης. Ένα ακόμα ΄κόντρα ρόλος’.
Πέρασα τα φοιτητικά μου χρόνια όχι με την παθιασμένη αναρχία ενός φοιτητή, αλλά με τη συνέπεια ενός μαθητή που δεν έπρεπε να μείνει σε κανένα μάθημα. Και στη βιβλιοθήκη μου -άλλος πάλι ‘κόντρα ρόλος’- δίπλα στη Μηχανική και τον Ηλεκτρισμό, οι ‘Ακυβέρνητες Πολιτείες’ του Τσίρκα και οι ‘Ποιητική Ανθολογία’ του Αποστολίδη.
Στον στρατό κατάφερνα να αποφεύγω την χαρτοπαιξία με τους άλλους δόκιμους αξιωματικούς και βυθιζόμουνα στους ‘Πανθέους’, ενώ σχεδίαζα να φτιάξω μια σταθερή δική μου οικογένεια.
Κι έτσι ενώ μουρμούριζα του στίχους του Καβαδία «Θα μείνω πάντα ιδανικός κι ανάξιος εραστής
των μακρυσμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων», παντρευόμουνα και έβρισκα εργασία στην Ολυμπιακή Αεροπορία.
Οπότε, να ένας ακόμα ‘κόντρα ρόλος’.
Είχα πλέον μια σταθερή και χωρίς απαιτήσεις εργασία, άρα ήμουνα έτοιμος να εισέλθω στην περιοχή της λογοτεχνικής συγγραφής -κόντρα σε όλα τα προηγούμενα, δεν εγκατάλειπα τα όνειρό μου. Μα αντί για κάτι τέτοιο, πήρα την απόφαση να παίξω έναν άλλον ‘κόντρα ρόλο΄-αυτόν του πατέρα.
Κι όμως εδώ, η τάση μου να επιλέγω ‘κόντρα ρόλους’ με βοήθησε λες και μ΄ έκανε να ανακαλύψω ένα τρόπο συνδυασμού της πατρικής αγάπης με τη λογοτεχνική έκφραση.
Και να πως ξεκινώ να γράφω και να εκδίδω τα πρώτα μου βιβλία που ήταν όλα τους για παιδιά. Αλλά και ως συγγραφέας παιδικής λογοτεχνίας ‘κόντρα ρόλο΄ αποφασίζω να παίξω. Τα παιδικά βιβλία μου μιλάνε για απελευθερωτικούς αγώνες, αντιστάσεις σε αυταρχικά πολιτεύματα, για απεργιακές κινητοποιήσεις.
Πολύ σύντομα, πάντως, θα επιστρατεύσω και την μόνιμη αγάπη μου για τη λογοτεχνία των ενηλίκων και θα εκδοθούν τα πρώτα μου βιβλία και σε αυτό το είδος.
Και η συγγραφική ταυτότητα μου πλέον θα είναι μια δυναμική ενσάρκωση ‘κόντρα ρόλων’.
Ο γνωστός συγγραφέας και ο άσημος υπάλληλος* ο συγγραφέας που γράφει για παιδιά και ο συγγραφέας που γράφει για ενήλικες -όλοι τους ένα και το αυτό πρόσωπο. Ο ένας σε ‘κόντρα ρόλο΄ ως προς τον άλλον.
Στοιχείο πλέον της ιδιωτικής και δημόσιας ταυτότητάς μου.
Αποδεχτό και από τους άλλους;
Οι ηθοποιοί που επιλέγουν να ερμηνεύσουν ‘κόντρα ρόλους’ δεν είναι εύκολο να γίνουν από ένα πλατύ κοινό αποδεχτοί και με τους δυο ρόλους τους. Η κοινωνία μας, γενικότερα, θέλει ξεκάθαρες τοποθετήσεις. Το κάθε τι που αυτό το ξεκάθαρο δείχνει να το αμφισβητεί, παράλληλα και εισπράττεται ως επικίνδυνο ή ως έκφραση τσαρλατανισμού.
Καιρό τώρα δεν με ξαφνιάζει πως οι περισσότεροι από όσους γράφουν για παιδιά αγνοούν τα βιβλία μου για ενήλικες, όπως και όσοι γράφουν ή κρίνουν την ‘ενήλικη λογοτεχνία’ απαξιώνουν να ασχοληθούν με τα ‘ενήλικα’ μυθιστορήματα και διηγήματά μου.
Ή παπάς παπάς ή ζευγάς ζευγάς -η παλιά ρήση πάντα εν ισχύ… Ακόμα και στην εποχή της ΑΙ.
Το ίδιο συμβαίνει, άλλωστε και σε άλλους τομείς. Ένας από αυτούς και εκείνος που έζησε ο ήρωας του τελευταίου μου μυθιστορήματος. Δεν πρόκειται περισσότερα πάνω στην υπόθεση να γράψω (spoiler δεν θα κάνω), αλλά μπορώ να σας διαβεβαιώσω πως λογικό είναι τελικά να οδηγείται στην απομόνωση. Μα και να με οδηγήσει να στηρίξω πάνω του τον τίτλο του τελευταίου μου μυθιστορήματος. Και παράλληλα -η εκδίκηση του δημιουργήματος στον δημιουργό του- να με κάνει να κατανοήσω το γιατί συγγραφικά είμαι κι εγώ απομονωμένος (προσοχή: την λέξη ‘απομονωμένος’ χρησιμοποίησα, όχι κάποια άλλη, ας πούμε ‘απογοητευμένος’ ή ‘αποτυχημένος’).
«Κόντρα ρόλος», λοιπόν, ο τίτλος του τελευταίου μου μυθιστορήματος.
«Κόντρα ρόλος» θα μπορούσε να ήταν και ο τίτλος της αυτοβιογραφίας μου.
Ναι, αν ποτέ αποφασίσω να την γράψω, έτσι και με απόλυτη συνείδηση, αυτόν τον τίτλο θα της δώσω.
Καλό καλοκαίρι
Μάνος Κοντολέων
https://diastixo.gr/en/aprosopo-2/24891-manos-kontoleon-a-prosopo
1.7.25
Αλέξης Πανσέληνος «Ξεχασμένες λέξεις»
Αλέξης Πανσέληνος
«Ξεχασμένες λέξεις»
Μυθιστόρημα
Εκδόσεις Μεταίχμιο
Θεωρώ πως ο κριτικός λόγος είναι ένας δευτερογενής λόγος. Ή πιο σωστά ένα διαμεσολαβητικός λόγος.
Ο κριτικός -κατά την άποψή μου πάντα- θα πρέπει να λειτουργεί διαμεσολαβητικά ανάμεσα στο λογοτεχνικό έργο και τον αναγνώστη. Και επειδή, βέβαια το λογοτεχνικό έργο έχει πατρότητα, ο κριτικός αξίζει να προσπαθήσει να διακρίνει τις προθέσεις του συγγραφέα στη διαδικασία δόμησης του έργου. Οπότε και η τελική κρίση του θα πρέπει να είναι ένας συνδυασμός συγγραφικών προθέσεων και αναγνωστικών εμπειριών.
Κάτω από αυτό το σκεπτικό επιχειρώ να καταγράφω τις απόψεις μου και βέβαια θα πρέπει να προσθέσω πως τα λογοτεχνικά έργα για τα οποία γράφω τις σκέψεις μου, είναι έργα που θεωρώ ότι για τον ένα ή τον άλλο λόγο η έκδοση τους είχε νόημα μιας και η καλλιτεχνική τους υπόσταση είναι σημαντική. Άλλωστε γιατί κανείς να θελήσει να ασχοληθεί με ένα λογοτεχνικό κείμενο που δεν του αναγνωρίζει αισθητική επάρκεια;
Θεώρησα -καιρό τώρα ήθελα να το κάνω- πως θα έπρεπε να καταθέσω τον τρόπο με τον οποίον πρώτα επιλέγω τα βιβλία για τα οποία θα γράψω ένα ‘κριτικό’ (ας αποδεχτούμε για λόγους πρακτικούς τον όρο) σημείωμα και στη συνέχεια το τι προσπαθώ γι αυτά να καταγράψω.
Και η ευκαιρία μου δόθηκε μετά την ανάγνωση του τελευταίου μυθιστορήματος του Αλέξη Πανσέληνου «Ξεχασμένες λέξεις».
Θέλω να είμαι ξεκάθαρος. Θεωρώ τον Πανσέληνο ως τον πλέον στιβαρό σύγχρονο πεζογράφο μας- (δίπλα του τοποθετώ και τον Θεόδωρο Γρηγοριάδη, χωρίς να αγνοώ και τα 13 χρόνια που ο πρώτος είναι μεγαλύτερος του δεύτερου).
Ο Αλέξης Πανσέληνος, κυρίως με τα μυθιστορήματά του, έχει συνδέσει το ατομικό στοιχείο με το κοινωνικό, το ελληνικό με το ευρωπαϊκό. Και παράλληλα έχει καταγράψει την ικανότητά του να στήνει ζωντανούς μυθιστορηματικούς χαρακτήρες και να συνθέτει ενδιαφέρουσες πλοκές.
Παρόμοια και τα όσα έχουν προικιστεί οι «Ξεχασμένες λέξεις»;
Απαντώ ναι, αλλά σπεύδω και να σημειώσω πως η δική μου προσωπική ανάγνωση έχει σταθεί κυρίως σε μια άλλη θεματική εστίαση -αυτή της εμπλοκής του ήρωα ‘σε μια υπαρξιακή κρίση που αντανακλά την κλεψύδρα του χρόνου που σώνεται’, όπως εύστοχα έχει σημειώσει στο δικό του κριτικό σημείωμα ο Κώστας Κατσουλάρης ( www.bookpress, 30/4/2025).
Με άλλα λόγια, ο Πανσέληνος (γεννημένος το 1943) αφήνει τον αναγνώστη να υποψιαστεί πως αν και η ζωή του κεντρικού ήρωα και αφηγητή δεν είναι και τόσο ταυτισμένη με τη δική του, εντούτοις η ταύτιση υπάρχει και μάλιστα σε ένα βαθύτερο επίπεδο, αυτό που έχει να κάνει με τον τρόπο που ένας συγγραφέας αναστοχάζεται πάνω στα όσα οι άνθρωποι της γενιάς του ζήσανε και αυτός ο αναστοχασμός διατηρεί ως κέντρο του το άτομο και βάζει στο περίγυρο τα ιστορικά και κοινωνικά γεγονότα.
Οι αλλαγές που οι τόποι υφίστανται καθώς περνούνε τα χρόνια παρακολουθούνται και από τις ατομικές περιπτώσεις κάθε ανθρώπου και ενώ το μέλλον του καθενός μας μετά το στιγμιαίο πέρασμά του από το παρόν, μετατρέπεται σε αμετάκλητο παρελθόν, εκείνο που μας κινητοποιεί την ενδοσκόπηση είναι η αναζήτηση μιας ταυτότητας που καθώς ολοκληρώνεται παράλληλα και αφήνει πίσω της… ξεχασμένες λέξεις.
Με συγγραφική μαεστρία, αυτήν την συνθήκη ο Πανσέληνος την μετατρέπει σε ένα μυθιστόρημα όπου ο ήρωάς του έχει ίδια σχεδόν ηλικία με τη δική του* κι εκείνος όπως και ο ίδιος ζήσανε όλα όσα συνέβησαν στην Ελλάδα και στην Ευρώπη τα τελευταία ογδόντα χρόνια -από την Γερμανική Κατοχή και τον Εμφύλιο έως την Χούντα, από την Μεταπολίτευση έως την πτώχευση και τη διάψευση μιας ελπίδας δημιουργίας ελληνικού κράτους, ισότιμου με τα άλλα ευρωπαϊκά.
Και μπορεί ο κεντρικός χαρακτήρας να θεωρεί πως με τις αποφάσεις του -από νωρίς είχε βάλει ως στόχο του να σπουδάσει και να εργαστεί στο εξωτερικό- εκείνος κατάφερε να ξεφύγει από τη μιζέρια που του κληροδοτούσε η προηγούμενη γενιά, αλλά τελικά θα ανακαλύψει πως όλα όσα έχουν στη ζωή του συμβεί στηρίχτηκαν πάνω σε ένα ηθικό συμβιβασμό των γεννητόρων.
Υπάρχει η πιθανότητα κάποιον παρόμοιο συμβιβασμό κι αυτός ο ίδιος να μην απέφυγε;
Η ερώτηση και μαζί της η απάντηση δίνεται στις τελευταίες προτάσεις το έργου: «Αλλά για να πω την αλήθεια, η προοπτική μιας δεύτερης ζωής μετά τον θάνατο μου φαίνεται κάπως τρομαχτική. Μία αρκετή είναι. Καλά ήταν ως εδώ».
Έχουμε, λοιπόν, μια ‘πλάγια’ και ‘συμβολική’ αυτοβιογραφία;
Δεν θα το απέκλεια, αν και από την άλλη αναγνωρίζω πως κάτι τέτοιο δεν το επιτρέπει στον αναγνώστη του ο Πανσέληνος.
Προτιμά να περιγράψει μέσω των λέξεων που δεν έχουν ξεχαστεί, το πορτραίτο ενός επιτυχημένου επαγγελματικά άνδρα, που επέλεξε να ζει χωρίς συναισθηματικές δεσμεύσεις, που αφέθηκε με εμπιστοσύνη στην εύνοια της τύχης, ενώ παράλληλα ξοδεύει -με συγγραφικό πείσμα και κλείνοντας παιχνιδιάρικα το μάτι στον ίδιο του τον εαυτό- πολλές σελίδες του μυθιστορήματος του για να αφηγηθεί σαρκικές απολαύσεις που στην ουσία είναι και οι απέλπιδες προσπάθειες του ήρωα να συναντηθεί με ότι σε όλη του τη ζωή είχε προσπαθήσει να αποφύγει -την συντροφικότητα.
Αλλά -να και μια ακόμα διάσταση αναγνωστικής προσέγγισης- κάπως έτσι δεν διαμορφώθηκε η ζωή και ολόκληρης της χώρας από τον Β’ Μεγάλο Πόλεμο έως τις μέρες μας; Με λέξεις που δεν εγγράφτηκαν στη μνήμη, με υποχρεώσεις που δεν αναγνωρίστηκαν, με πάθη που δεν κατάφεραν να δημιουργήσουν απογόνους, με συλλογικές παραπλανήσεις και ατομικές αποπλανήσεις.
Εν τέλει το «Ξεχασμένες λέξεις’ μπορεί πολλαπλά να διαβαστεί. Και ως η σε πρώτο πρόσωπο ιστορούμενη βιογραφία ενός έλληνα που υπηρέτησε το ευρωπαϊκό όνειρο χωρίς ποτέ να το κάνει δικό του, αλλά και ως η μόνιμα καρκινοβατούσα πορεία μιας χώρας που δεν θέλησε να σταθεί με ειλικρίνεια απέναντι σε ένα καθρέφτη και να δει λάθη, παραλείψεις, αδιέξοδες επαναστάσεις.
Όλα αυτά ενσαρκωμένα με την επιλεκτική τεχνική ενός μάστορα του γραπτού λόγου, που ασφαλώς και δεν αντέχει όποιες λέξεις ξεχαστήκανε, να έχουν και οριστικά λησμονηθεί.
(920 λέξεις)
https://www.hartismag.gr/hartis-79/biblia/lekseis-poi-diavazontai-pollapla
23.6.25
Κωνσταντία Σωτηρίου «Η κεφαλή του Τσάτσγουερθ»
Κωνσταντία Σωτηρίου
«Η κεφαλή του Τσάτσγουερθ»
Μυθιστόρημα
Εκδόσεις Πατάκη
Κύπρια πεζογράφος της νέας γενιάς, η Κωνσταντία Σωτηρίου έχει ήδη κατακτήσει μια θέση ιδιαιτέρως αξιόλογη τόσο εντός των κύπριων πεζογράφων, όσο και των εκ του ελλαδικού χώρου προερχομένων συγγραφέων
Με το πέμπτο της αυτό βιβλίο επιβεβαιώνει κατά κάποιον τρόπο τους θεματικούς της άξονες, όπως και τη δόμηση των λογοτεχνικών της έργων.
Η Κύπρος του σχετικά πρόσφατου χθες είναι το πεδίο όπου η Σωτηρίου αναζητά τα θέματά της. Και μέσα από μια χαλαρή μυθιστορηματική εξιστόρηση επιχειρεί να φωτίσει την μετεξέλιξη της ταυτότητας ενός τόπου -από παλιούς μύθους και πολύπλοκες ιστορικές εξαρτήσεις, σε κοινωνικές αναταραχές, εθνικές διεκδικήσεις και οικονομικές ανατροπές.
Το νέο της αυτό μυθιστόρημα έχει ως ‘εναρκτήριο λάκτισμα’ τις πριν από μερικά χρόνια δολοφονίες αλλοδαπών γυναικών που είχαν πάει στην Κύπρο για να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους ως οικιακοί βοηθοί.
Δολοφονίες που συντάραξαν την κοινή γνώμη και που έφεραν κατά κάποιο τρόπο στην επιφάνεια την κάπως ‘αγνοημένη’ άποψη πως το νησί είναι πλέον με πολλαπλούς τρόπους μέρος μιας παγκοσμιοποιημένης κοινωνίας.
Οι ντόπιοι κάτοικοι από αγρότες και εργάτες -και μάλιστα κάτω από ένα αποικιοκρατικό ζυγό- έχουν μετατραπεί σε αστούς -πολίτες μιας ανεξάρτητης δημοκρατίας- και είναι αυτοί που τώρα πλέον μισθώνουν ξένο εργατικό δυναμικό για να φροντίσει τα ανήμπορα γονικά τους.
Μια υπέργηρη γυναίκα είναι η βασική αφηγήτρια αυτού του μυθιστορήματος. Ζει σε ένα χωριό μόνη. Η ανημποριά της λόγω γήρατος έχει αναγκάσει τα παιδιά της (που μένουν στην πόλη) να προσλάβουν μια Φιλιππινέζα να την προσέχει και να την συντροφεύει. Αλλά οι δυο γυναίκες δεν θα καταφέρουν να έχουν μια ουσιαστική επικοινωνία. Η ξένη με το βλέμμα στραμμένο στους δικούς της, η ντόπια με τη δική της παλιά καθημερινότητα - τη σκληρή ζωή που έζησε ως γυναίκα ανθρακωρύχου- να κλωθογυρίζει στις αναμνήσεις της.
Κι όμως κάτι τις ενώνει -είναι ο τόπος του παλιού ανθρακωρυχείου. Το μέρος που διέλυσε τα πνευμόνια των εργατών, μα και ο χώρος όπου θα έχουν βρεθεί τελικά τα πτώματα των εξαφανισμένων γυναικών.
Ένας κοινός τόπος μαρτυρίου του κάθε εργαζόμενου, που τελικά παίρνει τη θέση του μέσα στην ιστορία και τους μύθους του τόπου.
Και εδώ ακριβώς η Κωνσταντία Σωτηρίου επιβεβαιώνει την άποψη πως συγγραφικά την ενδιαφέρει να συνθέτει ιστορίες που με άνεση θα κυκλοφορούν ανάμεσα στα χρόνια. Στην ουσία μεταφέρει την Ιστορία προς τη μεριά των απλών ανθρώπων και έτσι φωτίζει το παρελθόν μέσα από τις αφηγήσεις μικρών ιστοριών. Γιατί βέβαια αυτό που ήταν και είναι ένας τόπος μόνο όσοι τον ζήσανε μπορούν να τον περιγράψουν.
Κάτι τέτοιο είχε επιτυχώς επιχειρήσει και με τα προηγούμενα έργα της, κάτι παρόμοιο συνθέτει και τώρα.
Αλλά οι ιστορίες υλοποιούνται με λέξεις. Με λέξεις και φράσεις ένας συγγραφέας σχηματίζει το απολύτως προσωπικό του αποτύπωμα.
Στην περίπτωση της Κωνσταντίας Σωτηρίου έχουμε να κάνουμε με μια γλώσσα που ξέρει να συνδυάζει παλιές δομές και ξεχασμένες λέξεις με την εξιστόρηση μιας σημερινής ιστορίας.
Η Κωνσταντία Σωτηρίου είναι ολοφάνερο πως δίπλα -αν όχι και παραπάνω- στην αναφορά του παρελθόντος της πατρίδας της, τοποθετεί το πάθος της για την γλωσσική υπόσταση των γραπτών της.
Συνδέει τις φράσεις μεταξύ τους με τέτοιον τρόπο που ο αναγνώστης μπορεί να διακρίνει την μουσικότητα που διακρίνει και την προφορική κυπριακή εκφορά του λόγου:
«…και μερικές φορές σκέφτομαι πως είμαι πολύ παλιά ακόμα και για να πεθάνω, ότι με ξέχασε εμένα ο χάρος σε τούτο το χωριό, ήρθε τόσες φορές ο χάρος σε τούτο το χωριό, που βαρέθηκε να έρθει ξανά και με έχει ξεχάσει, οι ζωντανοί με τους ζωντανούς και οι πεθαμένοι με τους πεθαμένους, έλεγε η μάνα μου, κι έκανε στον αέρα τον αόρατο σταυρό, οι ζωντανοί με τους ζωντανούς και οι πεθαμένοι με τους πεθαμένους. Χαζομάρες και βλακείες, οι πεθαμένοι μένουν πάντα με τους ζωντανούς και τους στοιχειώνουν μέχρι να τους πάρουν κι αυτούς κοντά τους, αν έμαθα κάτι από τη ζωή μου, είναι αυτό» (σελ. 21)
«Η κεφαλή του Τσάτσγουερθ» είναι ένα λογοτεχνικό κείμενο που αποφεύγει μια κλασική μυθιστορηματική αφήγηση, χρησιμοποιεί στοιχεία ιστορικής και λαογραφικής έρευνας, φέρνει κοντά ανθρώπους με διαφορετικές καταβολές, τελικά πείθει πως ότι υπήρξε συνεχίζει να υπάρχει, φτάνει μοναχά κάποιος να τολμά όχι μόνο να μην το λησμονεί, αλλά και να το ανασκαλεύει.
(680 λέξεις)
https://bookpress.gr/kritikes/elliniki-pezografia/23259-i-kefali-tou-tsatsgouerth-tis-konstantias-sotiriou-kritiki-mythistorima-me-stoixeia-istorikis-kai-laografikis-erevnas
14.6.25
Μιχάλης Μοδινός «Η υπόθεση της ερυθράς βασίλισσας»
Μιχάλης Μοδινός
«Η υπόθεση της ερυθράς βασίλισσας»
Διηγήματα
Εκδόσεις Καστανιώτη
Ο Μιχάλης Μοδινός (Αθήνα 1950) είναι χαρακτηριστική περίπτωση λογοτέχνη όπου το έργο του και η επαγγελματική του ενασχόληση παρουσιάζουν μια αλληλοεπίδραση.
Ο ίδιος είναι θεωρητικός και ακτιβιστής του οικολογικού κινήματος, ενώ και εργάστηκε ως περιβαλλοντολόγος και μηχανικός σε πολλά μέρη όχι μόνο της Ελλάδας, αλλά και άλλων Ηπείρων.
Έχει κατά καιρούς συνεργαστεί με σχετικούς διεθνείς οργανισμούς, έχει διδάξει σε ακαδημαϊκά ιδρύματα, διεύθυνε ερευνητικά σε σχέση με τα ενδιαφέροντά του Ινστιτούτα, μα και ίδρυσε περιοδικό σχετικό με την Οικολογία.
Παράλληλα δε με το συγγραφικό του έργο, γράφει εμπεριστατωμένες κριτικές για έργα ξένων συγγραφέων και καταθέτει τις πάντα ενημερωμένες απόψεις του για την σύγχρονη παγκόσμια λογοτεχνική παραγωγή.
Το βιογραφικό του περιγράφει στην ουσία μια ιδιότυπη persona ενός ανθρώπου όπου οι πνευματικές και καλλιτεχνικές του ενασχολήσεις συνοδοιπορούν με μια εντελώς σύγχρονη καριέρα συνεργασίας με Διεθνείς και Ευρωπαϊκούς Οργανισμούς.
Αυτή την συνοδοιπορία πολύ συχνά θα τη συναντήσουμε και στα βιβλία του.
Ο Μιχάλης Μοδινός ως πεζογράφος παρουσιάζεται το 2005 (έχουν προηγηθεί βιβλία του και συμμετοχές και συλλογικές εκδόσεις με θέματα γύρω από τα επιστημονικά του ενδιαφέροντα) και όλα τα πρώτα του έργα ανήκουν στο είδος του μυθιστορήματος.
Μόνο με τα δυο πλέον πρόσφατα -ανάμεσα τους και το «Η υπόθεση της ερυθράς βασίλισσας»- χρησιμοποιεί τη φόρμα του διηγήματος.
Αλλά ακόμα και μέσα στα στενά αφηγηματικά όρια ενός διηγήματος, ο Μοδινός δείχνει πως θέλει να περιγράφει ότι τον περιβάλλει (ανθρώπους και τόπους) με μια διάθεση σύνδεσης του μέρους με το όλο.
Έτσι, λοιπόν, πολύ συχνά κάποιος από τους ήρωες του αναφέρεται στο εγώ του, περιγράφοντας το περιβάλλον μέσα στο οποίο βρίσκεται.
«Κι εγώ δεν λέω καλημέρα παρά μόνο στον κύριο Ζαχαρία που ‘χει τα ψιλικά στη γωνία. Και να σου πω και κάτι άλλο; Ακόμα και οι ελάχιστες εκείνες κριτικές φωνές που υπήρχαν παλιά έχουν σιγήσει στις μέρες μας. Ο αστισμός θριάμβευσε τελεσίδικα. Στη μεταμοντέρνα εποχή μας το να τρως σκατά στον κλεινόν άστυ και να προσποιείσαι ότι δρέπεις τα αγαθά της πρωτεύουσας έγινε must» (σελ. 83)
Αλλά και ξεφεύγοντας από τη σύνδεση ατόμου με κοινωνικά φαινόμενα και αναζητώντας να διερευνήσει τις αποχρώσεις συναισθημάτων, πάλι παρόμοιες αντιστοιχίσεις επιχειρεί:
«Το βλέμμα της ήταν χαμένα στις εύπλαστες σκιές της νύχτας. Άγγιξε με το χέρι το λεκανοπέδιο περιμετρικά. ‘Αυτό το συνονθύλευμα ομορφαίνει με το σούρουπο’, είπε. ‘Την αγαπώ αυτή την πόλη ακριβώς γι αυτό τον λόγο -για την προσδοκία της νύχτας
‘Κι όμως, στις μέρες μας, η νύχτα δεν ανακουφίζει τα σώματα’, είπα εγώ» (σελ. 133)
Συνήθως πρωτοπρόσωπες οι αφηγήσεις. Και συνήθως είναι άντρες αυτοί που θα αφηγηθούν την κάθε ιστορία. Αλλά ακόμα κι όταν το νήμα της εξιστόρησης το παίρνει γυναικεία φωνή, η αντρική παρουσία ρίχνει τη σκιά της.
«Δεν ξέρω αν έχει ερευνηθεί επαρκώς η επίδραση του χώρου στον ανθρώπινο ψυχισμό. Όταν ήμουν ακόμα στο δημοτικό, ο πατέρας μου έλεγε πως ήδη από τον καιρό του Ιπποκράτη γινόταν προσπάθεια να αποδοθεί στη φυσιογνωμία του τοπίου ο χαρακτήρας των ανθρώπων. Οι Σπαρτιάτες είναι έτσι, οι Μακεδόνες αλλιώς, οι Θεσσαλοί αλλιώτικα». (σελ. 152)
Η γραφή του Μοδινού είναι συχνά εκκεντρική, συχνά κοσμοπολίτικη, πάντα με ένα ιδιαίτερο πλούτο λέξεων και εκφράσεων* κάποιες φορές μπορεί να επιζητά ακόμα και να προκαλεί με τον εστετισμό της. Η ματιά του θέλει -και ξέρει- να ξεχωρίζει το αρσενικό από το θηλυκό, οπότε και γι αυτό με ευστοχία περιγράφει τις συμπεριφορές ανάλογα με το φύλο. Μα κεντρικό του στίγμα η πολιτική διάσταση και μέσα σε αυτό το πλαίσιο και οι επισημάνσεις του.
Τα διηγήματα της συλλογής είναι 16 και σε όλα ο Μοδινός έχει αφήσει ένα η και περισσότερα από τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς και των ενδιαφερόντων του -παγκοσμίου κύρους συγγραφείς καθορίζουν τη δράση, αλλά και οι ίδιοι πρωταγωνιστούν ή και προσφέρουν τον τίτλο* εντυπωσιακές γυναίκες ξεδιπλώνουν μαζί με την θηλυκότητά τους και τις γνώσεις τους πάνω σε σύγχρονα ζητήματα* οι ερωτικές συνευρέσεις διαθέτουν έντονο πάθος, αλλά περιγράφονται με αρσενική διακριτικότητα* μια κοσμοπολίτικη διάθεση πλανιέται μόνιμα που όμως δεν εμποδίζει να δηλώνει το παρόν της και το όργιο της ορεινής Φύσης* σχολιασμοί της πολιτικής επικαιρότητας των τελευταίων δεκαετιών ευθαρσώς υποστηρίζονται. Και βέβαια η καλά χωνεμένη γνώση της ξένης λογοτεχνίας δεν έχει καμιά διάθεση να παραμείνει αφανής.
Τελικά -κεντρικό ερώτημα- ποιο είναι το θέμα που διαπερνά όλα τα διηγήματα και που τους έδωσε την ευκαιρία να συνυπάρχουν μέσα στην ίδια συλλογή;
Ο ίδιος ο συγγραφέας, στη σημείωση της τελευταία σελίδας ξεκαθαρίζει πως το καθένα γράφτηκε και σε μια άλλη χρονική στιγμή, κάποια έχουν κάπου δημοσιευθεί, κάποια είναι μέρη άλλων πλατύτερων έργων, άλλα είναι πρώτη τους φορά που φορά που βλέπουν το φως της δημοσιότητας.
Σύμφωνα με τη δική μου ανάγνωση την απάντηση τη δίνουν κάποιες φράσεις στη σελίδα 97: «Ως συναισθηματική λειτουργία η μνήμη μάλλον δεν έχει μεγάλη σχέση με την αλήθεια. Χαρίζει ωστόσο πεταρίσματα ευτυχίας με τη μορφή ελεύθερων συνειρμών -υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι θα ΄χεις πετάξει στη χωματερή της ζωής σου μύρια όσα άλλα».
Ο Μιχάλης Μοδινός -ένας ακόμα από τους έλληνες συγγραφείς της γενιάς του- προσφέρει στον αναγνώστη το καταστάλαγμα μιας πορείας εβδομήντα και βάλε χρόνων, την ίδια στιγμή που ο ίδιος επιχειρεί να γεφυρώσει τη δράση της νεότητας με τον αναστεναγμό της βιολογικής ωριμότητας.
Η λογοτεχνία βοηθά να ενορχηστρώσει κανείς τέτοια παιχνίδια… Ή και συμπτώσεις που μόνο σε μάγια μπορούν αν αποδοθούν.
(*60 λέξεις)
Βιβλιοδρόμιο, 14.6.2025
Subscribe to:
Posts (Atom)