Showing posts with label Κρίσεις μου. Show all posts
Showing posts with label Κρίσεις μου. Show all posts

26.8.25

Η Μαρί Κιουρί και οι κόρες της

Ίμοτζεν & Ίζαμπελ Γκρίνμπεργκ «Η Μαρί Κιουρί και οι κόρες της» Μετάφραση: Λένια Ζαφειροπούλου Εκδόσεις Πατάκη
Μια κατηγορία βιβλίων για παιδιά που παρουσιάζει μια ιδιαίτερη άνθιση και διεύρυνση των στόχων της είναι αυτή του Βιβλίου Γνώσεων. Το είδος αυτό των βιβλίων έχει και στην ελληνική λογοτεχνία για παιδιά και νέους τη δική του ιστορία -μπορούμε να θεωρήσουμε πως βιβλίο γνώσεων ήταν και «Ο Γεροστάθης» του Λέοντος Μελά, που θεωρείται πως είναι το βιβλίο που εγκαινιάζει κατά κάποιον τρόπο τη σύγχρονη ελληνική παιδική λογοτεχνία. Τα σύγχρονα βιβλία γνώσεων στόχο τους έχουν να γνωρίσουν σε ανήλικους αναγνώστες θέματα εγκυκλοπαιδικά -επιστημονικά, ιστορικά, κοινωνικά, πολιτιστικά- με έναν τρόπο απλό, αλλά όχι απλοϊκό. Στην ουσία πρόκειται για βιβλία τα οποία προσφέρουν τη γνώση που πριν από κάποια χρόνια ο αναγνώστης θα την αναζητούσε σε λήμματα μια εγκυκλοπαίδειας. Βέβαια και καθώς η ανάπτυξη του θέματος στηρίζεται σε εμπεριστατωμένη έρευνα, η ανάγνωση αυτών των βιβλίων μπορεί κάλλιστα να ενδιαφέρει και το όποιον ενήλικο που δεν διαθέτει ειδικές γνώσεις πάνω σε αυτό το θέμα. Και νομίζω πως τούτη η ηλικιακή διεύρυνση του αναγνωστικού κοινού αυτής της κατηγορίας βιβλίων έχει με τη σειρά της προσφέρει την ευκαιρία να δημιουργούνται εκδόσεις που χαρακτηρίζονται από ιδιαίτερη αισθητική. Τα σύγχρονα βιβλία γνώσεων πέρα από το κείμενο διαθέτουν και πλούσια εικονογράφηση ή επίσης πλούσια παρουσία φωτογραφικού και αρχειακού υλικού. Παράλληλα -και στα πλαίσια μιας γενικότερης τάσης να πλησιάζουμε τη γνώση με όσο περισσότερο προσωποκεντρική θεώρηση ώστε το παρουσιαζόμενο γεγονός να συνδέεται με μια ανθρώπινη διάσταση- τα βιβλία γνώσεων αποκτούν και μια μυθοπλαστική ταυτότητα. Αυτή η προσπάθεια συνύπαρξης πληροφορίας με μυθοπλασία και πάντα μέσα στην αισθητική κάλυψη της εικόνας, έχει οδηγήσει πολλά από τα σύγχρονα βιβλία γνώσεων να έχουν και τα χαρακτηριστικά ενός graphic novel. Μια τέτοια περίπτωση είναι και το βιβλίο «Η Μαρί Κιουρί και οι κόρες της» που το μεν κείμενό το υπογράφει η Ίμοτζεν Γκρίνμπεργκ, τη δε εικονογράφηση η αδελφή της Ίζαμπελ (και οι δυο γνωστές και παγκοσμίως καταξιωμένες στο χώρο του παιδικού εικονογραφημένου βιβλίου γνώσεων και όχι μόνο). Στο συγκεκριμένο βιβλίο συνεργάστηκαν και δημιούργησαν μια σύντομη -αλλά καθόλου επιφανειακή- βιογραφία της Μαρί Κιουρί και των δυο θυγατέρων της, την Ιρέν και την Εβ. Στο μεγάλου μεγέθους βιβλίο -το μέγεθος επιβεβαιώνει και την άποψη πως μπορεί κάλλιστα να χαρακτηριστεί και ως μια ιδιαίτερη υλοποίηση graphic novel- εξιστορούνται τα παιδικά χρόνια της Μαρί Κιουρί, οι σχέσεις της με την οικογένειά της, οι πολιτικές και οικονομικές συνθήκες που αντιμετώπισε μέχρις ότου να βρεθεί στο Παρίσι για να ξεκινήσει της σπουδές της. Και στη συνέχεια η γνωριμία της με τον Πιερ Κιουρί, τα δυο παιδιά που απέκτησαν, οι έρευνες τους κάτω από δύσκολες συνθήκες, η διεθνής αναγνώριση, ο αιφνίδιος θάνατος εκείνου, το πάθος με τον οποίο, μόνη της πλέον η Μαρί, συνέχισε τις έρευνές της, ενώ παράλληλα μεγάλωνε τις δυο της κόρες. Και στο σημείο αυτό, η αφήγηση απλώνεται και στις ζωές των δυο κοριτσιών, φωτίζει τις διαφορετικές ιδιοσυγκρασίες τους, παρακολουθεί τις δικές τους πορείες για να επιστρέψει και πάλι στη Μαρί Κιουρί, να περιγράψει το πως οι ίδιες οι έρευνές της της στοίχισαν και την ίδια της τη ζωή, κάτι που μετά από χρόνια θα επαναληφθεί και με την πρώτη κόρη, ενώ η μικρότερη θα μείνει μόνη και με το δικό της τρόπο θα κάνει γνωστό σε όλον τον κόσμο την ουσία και το νόημα της επιστημονικής συνεισφοράς, το τι σημαίνει να αφιερώνεται κάποιος σε ένα σκοπό που αναπτύσσει την επιστημονική γνώση αλλά και προστατεύει την ανθρώπινη υγεία. Στην ουσία έχουμε της εξιστόρηση του έργου τριών γυναικών που στάθηκαν πρωτοπόρες, ξεπέρασαν στερεοτυπικές φυλετικές διακρίσεις και έγιναν σύμβολα όχι μόνο του επιστημονικού πάθους αλλά και της οικογενειακής αλληλεγγύης. Μια πολύ ενδιαφέρουσα έκδοση. Ένας σύγχρονος τρόπος συγγραφής ατομικών οραμάτων, ενδοοικογενειακών σχέσεων, κοινωνικών συνθηκών και επιστημονικών ερευνών. Το συναίσθημα του αναγνώστη ενεργοποιείται και η προσέγγιση επιστημονικών ανακαλύψεων με επάρκεια προσφέρεται από τη συνεργασία λόγου και εικόνας. Άξιο να διαβαστεί από αναγνώστες διαφόρων ηλικιών και ποικίλων ενδιαφερόντων. (640 λέξεις) Βιβλιοδρόμιο Νέων 23/8/2025

29.7.25

Τασούλα Τσιλιμένη «Το πάρκο της μνήμης»

Τασούλα Τσιλιμένη «Το πάρκο της μνήμης» Διηγήματα Εκδόσεις Αρμός
Η Τασούλα Τσιλιμένη είναι μια εντελώς ιδιότυπη παρουσία στο χώρο της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας. Με βασικό στοιχεία της ταυτότητας της, την -σε πανεπιστημιακό επίπεδο- διδασκαλία της λογοτεχνίας για παιδιά και νέους, παράλληλα ολοκληρώνει τον κύκλο των ενδιαφερόντων της με εκδόσεις διηγημάτων, μυθιστορημάτων και ποιημάτων για ενήλικες, με παραμύθια και μικρές ιστορίες για παιδιά, με ανθολογίες, με θεωρητικά κείμενα, με διοργανώσεις συνεδρίων, με ίδρυση διαφόρων φορέων γύρω από τη λογοτεχνία για παιδιά και την αφήγηση παραμυθιών, με τη διεύθυνση ηλεκτρονικών περιοδικών. Όλο αυτό το ευρύ φάσμα του έργου της δείχνει πως η Τασούλα Τσιλιμένη δεν περιορίζει ούτε ενδιαφέροντά της, μήτε τους τρόπους έκφρασής της, αλλά αντιθέτως αναζητά ποικίλες αφορμές για να ‘δει’ το πως η -σε ευρύτερη έννοια- λογοτεχνία μπορεί να καταγράψει την καθημερινότητα και να φωτίσει τις διάφορες πτυχές της ανθρώπινης ευαισθησίας. Ένα τόσο πολυσυλλεκτικό έργο, είναι λογικό να διαθέτει και μια ποικιλία εκφραστικών μέσων. Η γραφή της Τσιλιμένη άλλοτε γίνεται δοκιμιακή, άλλοτε ποιητική, άλλοτε αναζητά τις αποχρώσεις μιας παιδικότητας, άλλοτε πάλι στρέφεται προς την όξυνση μιας γυναικείας οντότητας και μέσω αυτής καταγράφει τα μικρά -μάλλον τα δήθεν μικρά- που πολλά και πολύ ουσιαστικά μπορούνε να φωτίσουν. Αυτό το τελευταίο συμβαίνει και στα διηγήματα της πιο πρόσφατης συλλογής της «Το πάρκο της μνήμης» Όπως και ο τίτλος μας φανερώνει, τα σύντομα (ελάχιστα είναι που έχουν έκταση πάνω από πέντε με έξι σελίδες) κείμενα αναζητούν να περιγράψουν τα μονοπάτια που η μνήμη χαράσσει. Ένα καβουράκι που κινείται πάνω σε βότσαλα, ένα μήνυμα στο κινητό, ένα συνοικιακό μανάβικο, ένα ταψί με γεμιστά, το δρομολόγιο ενός λεωφορείου, ένα όνειρο, ένα βιβλίο που κάποτε διαβάστηκε -τέτοιες καθημερινές, σχεδόν ασήμαντες λεπτομέρειες ενεργοποιούν τις ηρωίδες (στα περισσότερα διηγήματα η αφήγηση γίνεται από την πλευρά μια κάποιας γυναίκας) για να κάνουν ένα νέο κοίταγμα της ζωής τους και άλλοτε να αποδεχτούν τον συμβιβασμό, άλλοτε να αναζητήσουν μια κάποια λύση, τις περισσότερες φορές απλώς αφήνουν τη μνήμη να τους υπενθυμίζει όσα έζησαν… Ίσως και να τους σχεδιάσει όσα πρόκειται στο μέλλον να μετατραπούν κι αυτά σε μια νέα -παρόμοια μάλλον- μνήμη. Όταν κανείς έχει να διαχειριστεί συγγραφικά την περιγραφή της καθημερινότητας μέσα από τις διαδικασίες επαναφοράς στιγμών που διέφυγαν την κατάταξή τους ως σημαντικά γεγονότα του παρελθόντος, διατρέχει τον κίνδυνο η γραφή του να πάρει αποχρώσεις νοσταλγικές και για αυτό χωρίς ελπίδα να προσπαθήσει να παρέμβει στο παρόν τόσο του ήρωα όσο και του αναγνώστη. Η Τασούλα Τσιλιμένη αποφεύγει πλήρως αυτόν τον σκόπελο. Χρησιμοποιεί λέξεις και φράσεις καθημερινές μεν, που όμως διαθέτουν και μια απόσταση από το συναίσθημα του αφηγούμενου προσώπου: «Τις είδε και τις έξι στο περβάζι να κάνουν μικρούς βηματισμούς και περιστροφικές κινήσεις σχεδόν γύρω από τον εαυτό τους ελλείψει χώρου. Η καφετί με τις πατουσίτσες της ‘έξυνε’ λες το τζάμι. Χωρίς δισταγμό έσυρε το παράθυρο κι αυτές η μια μετά την άλλη με ένα σάλτο πάνω από τον νεροχύτη Πέρασαν μέσα. Έφαγαν κεφτεδάκια του μεσημεριού και κανείς δεν ξέρει, αν περισσότερο ευχαριστημένη ήταν η ίδια ή οι έξι γάτες που άλλαζαν θέση στην αγκαλιά της γουργουρίζοντας’» Μια ενδιαφέρουσα συλλογή διηγημάτων που φωτίζουν με ένα εντελώς δικό τους τρόπο την καθημερινότητα, ενώ παράλληλα περιγράφουν με πρωτότυπες συγγραφικές επιλογές το προφίλ της σύγχρονης Ελληνίδας. «Και ξαφνικά δεν ξέρω πώς μου ήρθε και … ‘Απλώνεις κάθε μέρα το σεντόνι σου. Μπράβο! Εγώ…’ ‘Πώς θα στεγνώσει η μοναξιά της νύχτας αλλιώς;’. απάντησε και το χάιδεψε απαλά…» (558 λέξεις) https://diastixo.gr/kritikes/ellinikipezografia/25019-to-parko-tis-mnimis

1.7.25

Αλέξης Πανσέληνος «Ξεχασμένες λέξεις»

Αλέξης Πανσέληνος «Ξεχασμένες λέξεις» Μυθιστόρημα Εκδόσεις Μεταίχμιο Θεωρώ πως ο κριτικός λόγος είναι ένας δευτερογενής λόγος. Ή πιο σωστά ένα διαμεσολαβητικός λόγος. Ο κριτικός -κατά την άποψή μου πάντα- θα πρέπει να λειτουργεί διαμεσολαβητικά ανάμεσα στο λογοτεχνικό έργο και τον αναγνώστη. Και επειδή, βέβαια το λογοτεχνικό έργο έχει πατρότητα, ο κριτικός αξίζει να προσπαθήσει να διακρίνει τις προθέσεις του συγγραφέα στη διαδικασία δόμησης του έργου. Οπότε και η τελική κρίση του θα πρέπει να είναι ένας συνδυασμός συγγραφικών προθέσεων και αναγνωστικών εμπειριών. Κάτω από αυτό το σκεπτικό επιχειρώ να καταγράφω τις απόψεις μου και βέβαια θα πρέπει να προσθέσω πως τα λογοτεχνικά έργα για τα οποία γράφω τις σκέψεις μου, είναι έργα που θεωρώ ότι για τον ένα ή τον άλλο λόγο η έκδοση τους είχε νόημα μιας και η καλλιτεχνική τους υπόσταση είναι σημαντική. Άλλωστε γιατί κανείς να θελήσει να ασχοληθεί με ένα λογοτεχνικό κείμενο που δεν του αναγνωρίζει αισθητική επάρκεια; Θεώρησα -καιρό τώρα ήθελα να το κάνω- πως θα έπρεπε να καταθέσω τον τρόπο με τον οποίον πρώτα επιλέγω τα βιβλία για τα οποία θα γράψω ένα ‘κριτικό’ (ας αποδεχτούμε για λόγους πρακτικούς τον όρο) σημείωμα και στη συνέχεια το τι προσπαθώ γι αυτά να καταγράψω. Και η ευκαιρία μου δόθηκε μετά την ανάγνωση του τελευταίου μυθιστορήματος του Αλέξη Πανσέληνου «Ξεχασμένες λέξεις». Θέλω να είμαι ξεκάθαρος. Θεωρώ τον Πανσέληνο ως τον πλέον στιβαρό σύγχρονο πεζογράφο μας- (δίπλα του τοποθετώ και τον Θεόδωρο Γρηγοριάδη, χωρίς να αγνοώ και τα 13 χρόνια που ο πρώτος είναι μεγαλύτερος του δεύτερου). Ο Αλέξης Πανσέληνος, κυρίως με τα μυθιστορήματά του, έχει συνδέσει το ατομικό στοιχείο με το κοινωνικό, το ελληνικό με το ευρωπαϊκό. Και παράλληλα έχει καταγράψει την ικανότητά του να στήνει ζωντανούς μυθιστορηματικούς χαρακτήρες και να συνθέτει ενδιαφέρουσες πλοκές. Παρόμοια και τα όσα έχουν προικιστεί οι «Ξεχασμένες λέξεις»; Απαντώ ναι, αλλά σπεύδω και να σημειώσω πως η δική μου προσωπική ανάγνωση έχει σταθεί κυρίως σε μια άλλη θεματική εστίαση -αυτή της εμπλοκής του ήρωα ‘σε μια υπαρξιακή κρίση που αντανακλά την κλεψύδρα του χρόνου που σώνεται’, όπως εύστοχα έχει σημειώσει στο δικό του κριτικό σημείωμα ο Κώστας Κατσουλάρης ( www.bookpress, 30/4/2025). Με άλλα λόγια, ο Πανσέληνος (γεννημένος το 1943) αφήνει τον αναγνώστη να υποψιαστεί πως αν και η ζωή του κεντρικού ήρωα και αφηγητή δεν είναι και τόσο ταυτισμένη με τη δική του, εντούτοις η ταύτιση υπάρχει και μάλιστα σε ένα βαθύτερο επίπεδο, αυτό που έχει να κάνει με τον τρόπο που ένας συγγραφέας αναστοχάζεται πάνω στα όσα οι άνθρωποι της γενιάς του ζήσανε και αυτός ο αναστοχασμός διατηρεί ως κέντρο του το άτομο και βάζει στο περίγυρο τα ιστορικά και κοινωνικά γεγονότα. Οι αλλαγές που οι τόποι υφίστανται καθώς περνούνε τα χρόνια παρακολουθούνται και από τις ατομικές περιπτώσεις κάθε ανθρώπου και ενώ το μέλλον του καθενός μας μετά το στιγμιαίο πέρασμά του από το παρόν, μετατρέπεται σε αμετάκλητο παρελθόν, εκείνο που μας κινητοποιεί την ενδοσκόπηση είναι η αναζήτηση μιας ταυτότητας που καθώς ολοκληρώνεται παράλληλα και αφήνει πίσω της… ξεχασμένες λέξεις. Με συγγραφική μαεστρία, αυτήν την συνθήκη ο Πανσέληνος την μετατρέπει σε ένα μυθιστόρημα όπου ο ήρωάς του έχει ίδια σχεδόν ηλικία με τη δική του* κι εκείνος όπως και ο ίδιος ζήσανε όλα όσα συνέβησαν στην Ελλάδα και στην Ευρώπη τα τελευταία ογδόντα χρόνια -από την Γερμανική Κατοχή και τον Εμφύλιο έως την Χούντα, από την Μεταπολίτευση έως την πτώχευση και τη διάψευση μιας ελπίδας δημιουργίας ελληνικού κράτους, ισότιμου με τα άλλα ευρωπαϊκά. Και μπορεί ο κεντρικός χαρακτήρας να θεωρεί πως με τις αποφάσεις του -από νωρίς είχε βάλει ως στόχο του να σπουδάσει και να εργαστεί στο εξωτερικό- εκείνος κατάφερε να ξεφύγει από τη μιζέρια που του κληροδοτούσε η προηγούμενη γενιά, αλλά τελικά θα ανακαλύψει πως όλα όσα έχουν στη ζωή του συμβεί στηρίχτηκαν πάνω σε ένα ηθικό συμβιβασμό των γεννητόρων. Υπάρχει η πιθανότητα κάποιον παρόμοιο συμβιβασμό κι αυτός ο ίδιος να μην απέφυγε; Η ερώτηση και μαζί της η απάντηση δίνεται στις τελευταίες προτάσεις το έργου: «Αλλά για να πω την αλήθεια, η προοπτική μιας δεύτερης ζωής μετά τον θάνατο μου φαίνεται κάπως τρομαχτική. Μία αρκετή είναι. Καλά ήταν ως εδώ». Έχουμε, λοιπόν, μια ‘πλάγια’ και ‘συμβολική’ αυτοβιογραφία; Δεν θα το απέκλεια, αν και από την άλλη αναγνωρίζω πως κάτι τέτοιο δεν το επιτρέπει στον αναγνώστη του ο Πανσέληνος. Προτιμά να περιγράψει μέσω των λέξεων που δεν έχουν ξεχαστεί, το πορτραίτο ενός επιτυχημένου επαγγελματικά άνδρα, που επέλεξε να ζει χωρίς συναισθηματικές δεσμεύσεις, που αφέθηκε με εμπιστοσύνη στην εύνοια της τύχης, ενώ παράλληλα ξοδεύει -με συγγραφικό πείσμα και κλείνοντας παιχνιδιάρικα το μάτι στον ίδιο του τον εαυτό- πολλές σελίδες του μυθιστορήματος του για να αφηγηθεί σαρκικές απολαύσεις που στην ουσία είναι και οι απέλπιδες προσπάθειες του ήρωα να συναντηθεί με ότι σε όλη του τη ζωή είχε προσπαθήσει να αποφύγει -την συντροφικότητα. Αλλά -να και μια ακόμα διάσταση αναγνωστικής προσέγγισης- κάπως έτσι δεν διαμορφώθηκε η ζωή και ολόκληρης της χώρας από τον Β’ Μεγάλο Πόλεμο έως τις μέρες μας; Με λέξεις που δεν εγγράφτηκαν στη μνήμη, με υποχρεώσεις που δεν αναγνωρίστηκαν, με πάθη που δεν κατάφεραν να δημιουργήσουν απογόνους, με συλλογικές παραπλανήσεις και ατομικές αποπλανήσεις. Εν τέλει το «Ξεχασμένες λέξεις’ μπορεί πολλαπλά να διαβαστεί. Και ως η σε πρώτο πρόσωπο ιστορούμενη βιογραφία ενός έλληνα που υπηρέτησε το ευρωπαϊκό όνειρο χωρίς ποτέ να το κάνει δικό του, αλλά και ως η μόνιμα καρκινοβατούσα πορεία μιας χώρας που δεν θέλησε να σταθεί με ειλικρίνεια απέναντι σε ένα καθρέφτη και να δει λάθη, παραλείψεις, αδιέξοδες επαναστάσεις. Όλα αυτά ενσαρκωμένα με την επιλεκτική τεχνική ενός μάστορα του γραπτού λόγου, που ασφαλώς και δεν αντέχει όποιες λέξεις ξεχαστήκανε, να έχουν και οριστικά λησμονηθεί. (920 λέξεις) https://www.hartismag.gr/hartis-79/biblia/lekseis-poi-diavazontai-pollapla

23.6.25

Κωνσταντία Σωτηρίου «Η κεφαλή του Τσάτσγουερθ»

Κωνσταντία Σωτηρίου «Η κεφαλή του Τσάτσγουερθ» Μυθιστόρημα Εκδόσεις Πατάκη Κύπρια πεζογράφος της νέας γενιάς, η Κωνσταντία Σωτηρίου έχει ήδη κατακτήσει μια θέση ιδιαιτέρως αξιόλογη τόσο εντός των κύπριων πεζογράφων, όσο και των εκ του ελλαδικού χώρου προερχομένων συγγραφέων Με το πέμπτο της αυτό βιβλίο επιβεβαιώνει κατά κάποιον τρόπο τους θεματικούς της άξονες, όπως και τη δόμηση των λογοτεχνικών της έργων. Η Κύπρος του σχετικά πρόσφατου χθες είναι το πεδίο όπου η Σωτηρίου αναζητά τα θέματά της. Και μέσα από μια χαλαρή μυθιστορηματική εξιστόρηση επιχειρεί να φωτίσει την μετεξέλιξη της ταυτότητας ενός τόπου -από παλιούς μύθους και πολύπλοκες ιστορικές εξαρτήσεις, σε κοινωνικές αναταραχές, εθνικές διεκδικήσεις και οικονομικές ανατροπές. Το νέο της αυτό μυθιστόρημα έχει ως ‘εναρκτήριο λάκτισμα’ τις πριν από μερικά χρόνια δολοφονίες αλλοδαπών γυναικών που είχαν πάει στην Κύπρο για να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους ως οικιακοί βοηθοί. Δολοφονίες που συντάραξαν την κοινή γνώμη και που έφεραν κατά κάποιο τρόπο στην επιφάνεια την κάπως ‘αγνοημένη’ άποψη πως το νησί είναι πλέον με πολλαπλούς τρόπους μέρος μιας παγκοσμιοποιημένης κοινωνίας. Οι ντόπιοι κάτοικοι από αγρότες και εργάτες -και μάλιστα κάτω από ένα αποικιοκρατικό ζυγό- έχουν μετατραπεί σε αστούς -πολίτες μιας ανεξάρτητης δημοκρατίας- και είναι αυτοί που τώρα πλέον μισθώνουν ξένο εργατικό δυναμικό για να φροντίσει τα ανήμπορα γονικά τους. Μια υπέργηρη γυναίκα είναι η βασική αφηγήτρια αυτού του μυθιστορήματος. Ζει σε ένα χωριό μόνη. Η ανημποριά της λόγω γήρατος έχει αναγκάσει τα παιδιά της (που μένουν στην πόλη) να προσλάβουν μια Φιλιππινέζα να την προσέχει και να την συντροφεύει. Αλλά οι δυο γυναίκες δεν θα καταφέρουν να έχουν μια ουσιαστική επικοινωνία. Η ξένη με το βλέμμα στραμμένο στους δικούς της, η ντόπια με τη δική της παλιά καθημερινότητα - τη σκληρή ζωή που έζησε ως γυναίκα ανθρακωρύχου- να κλωθογυρίζει στις αναμνήσεις της. Κι όμως κάτι τις ενώνει -είναι ο τόπος του παλιού ανθρακωρυχείου. Το μέρος που διέλυσε τα πνευμόνια των εργατών, μα και ο χώρος όπου θα έχουν βρεθεί τελικά τα πτώματα των εξαφανισμένων γυναικών. Ένας κοινός τόπος μαρτυρίου του κάθε εργαζόμενου, που τελικά παίρνει τη θέση του μέσα στην ιστορία και τους μύθους του τόπου. Και εδώ ακριβώς η Κωνσταντία Σωτηρίου επιβεβαιώνει την άποψη πως συγγραφικά την ενδιαφέρει να συνθέτει ιστορίες που με άνεση θα κυκλοφορούν ανάμεσα στα χρόνια. Στην ουσία μεταφέρει την Ιστορία προς τη μεριά των απλών ανθρώπων και έτσι φωτίζει το παρελθόν μέσα από τις αφηγήσεις μικρών ιστοριών. Γιατί βέβαια αυτό που ήταν και είναι ένας τόπος μόνο όσοι τον ζήσανε μπορούν να τον περιγράψουν. Κάτι τέτοιο είχε επιτυχώς επιχειρήσει και με τα προηγούμενα έργα της, κάτι παρόμοιο συνθέτει και τώρα. Αλλά οι ιστορίες υλοποιούνται με λέξεις. Με λέξεις και φράσεις ένας συγγραφέας σχηματίζει το απολύτως προσωπικό του αποτύπωμα. Στην περίπτωση της Κωνσταντίας Σωτηρίου έχουμε να κάνουμε με μια γλώσσα που ξέρει να συνδυάζει παλιές δομές και ξεχασμένες λέξεις με την εξιστόρηση μιας σημερινής ιστορίας. Η Κωνσταντία Σωτηρίου είναι ολοφάνερο πως δίπλα -αν όχι και παραπάνω- στην αναφορά του παρελθόντος της πατρίδας της, τοποθετεί το πάθος της για την γλωσσική υπόσταση των γραπτών της. Συνδέει τις φράσεις μεταξύ τους με τέτοιον τρόπο που ο αναγνώστης μπορεί να διακρίνει την μουσικότητα που διακρίνει και την προφορική κυπριακή εκφορά του λόγου: «…και μερικές φορές σκέφτομαι πως είμαι πολύ παλιά ακόμα και για να πεθάνω, ότι με ξέχασε εμένα ο χάρος σε τούτο το χωριό, ήρθε τόσες φορές ο χάρος σε τούτο το χωριό, που βαρέθηκε να έρθει ξανά και με έχει ξεχάσει, οι ζωντανοί με τους ζωντανούς και οι πεθαμένοι με τους πεθαμένους, έλεγε η μάνα μου, κι έκανε στον αέρα τον αόρατο σταυρό, οι ζωντανοί με τους ζωντανούς και οι πεθαμένοι με τους πεθαμένους. Χαζομάρες και βλακείες, οι πεθαμένοι μένουν πάντα με τους ζωντανούς και τους στοιχειώνουν μέχρι να τους πάρουν κι αυτούς κοντά τους, αν έμαθα κάτι από τη ζωή μου, είναι αυτό» (σελ. 21) «Η κεφαλή του Τσάτσγουερθ» είναι ένα λογοτεχνικό κείμενο που αποφεύγει μια κλασική μυθιστορηματική αφήγηση, χρησιμοποιεί στοιχεία ιστορικής και λαογραφικής έρευνας, φέρνει κοντά ανθρώπους με διαφορετικές καταβολές, τελικά πείθει πως ότι υπήρξε συνεχίζει να υπάρχει, φτάνει μοναχά κάποιος να τολμά όχι μόνο να μην το λησμονεί, αλλά και να το ανασκαλεύει. (680 λέξεις) https://bookpress.gr/kritikes/elliniki-pezografia/23259-i-kefali-tou-tsatsgouerth-tis-konstantias-sotiriou-kritiki-mythistorima-me-stoixeia-istorikis-kai-laografikis-erevnas

1.6.25

Μαρία Σκαμάγκα «Ο πολύγραφος ή το καλοκαίρι των ηρώων»

Μαρία Σκαμάγκα «Ο πολύγραφος ή το καλοκαίρι των ηρώων» Εκδόσεις Μεταίχμιο Η λογοτεχνία για παιδιά έχει μια δομική ιδιομορφία. Αν και γράφεται με στόχο να διαβαστεί από αναγνώστες που είναι κάπου ανάμεσα στα οχτώ με δώδεκα χρόνια τους, εντούτοις γράφεται από άτομα που έχουν περάσει τουλάχιστον στην τρίτη δεκαετία της ζωής τους -τις περισσότερες φορές δε είναι αρκετά πάνω από τα τριάντα τόσα τους χρόνια. Στην ιδιομορφία αυτή ελλοχεύει ένας κίνδυνος. Ο ενήλικος συγγραφέας για να γράψει μια ιστορία που πέρα από την αναγκαίες γνώσεις για το πως θεμελιώνεται και ολοκληρώνεται στη συνέχεια μια αφήγηση και πως ξεδιπλώνονται οι εσωτερικές διακυμάνσεις των ηρώων (γνώσεις και τεχνικές που αναγκαστικά είναι στοιχεία ενήλικης εμπειρίας), θα πρέπει και να ‘διαφεύγει’ από την ενήλικη σκέψη του και να αναζητά την επανασύνδεση του με τον τρόπο που ο ίδιος βίωνε τις εμπειρίες του τα χρόνια που ήταν παιδί. Αν αποδεχτούμε αυτήν την συγγραφική ιδιομορφία της ‘ενήλικης παιδικότητας’ τότε θα μπορούμε να έχουμε σχηματίσει το κεντρικό συγγραφικό προσόν που πρέπει να διαθέτει αυτός που αποφασίζει να γράψει ένα λογοτεχνικό αφήγημα προορισμένο -εκδοτικά τουλάχιστον- να διαβαστεί από παιδιά. Αλλά αυτόματα τίθεται ένας άλλος προβληματισμός. Μπορεί ο ενήλικος δημιουργός επιστρατεύοντας την δική του παιδικότητα να περιγράψει την αντίστοιχη ενός ατόμου που ζει σε μιαν άλλη εποχή -τουλάχιστον μετά από είκοσι αν όχι και περισσότερα χρόνια; Τα μυθιστορήματα που κυκλοφορούν και στα οποία οι προέφηβοι ή και έφηβοι ήρωες ζούνε στο σήμερα και σε σημερινά προβλήματα και ερεθίσματα αντιδρούν, είναι πολλά (αν και κάποτε ήταν περισσότερα) και από αυτά δεν είναι δύσκολα κανείς να αποφασίσει πως ανάμεσά τους υπάρχουν και κάποια πολύ καλά. Παρόλα αυτά ο κίνδυνος ο συγγραφέας να περιγράφει την σημερινή εποχή με συνθήκες που επικρατούσαν στη δική του, πάντα υπάρχει και πολύ συχνά επεμβαίνει σε βάρος της σχέσης κειμένου με αναγνώστη. Άλλοτε πάλι, η προσπάθεια του συγγραφέα να συντονίσει τη γραφή του με τον τρόπο ζωής και αντίδρασης ενός σημερινού προεφήβου, τον οδηγεί σε άκαιρες και ακραίες χρήσεις της γλώσσας ή και αντικειμένων που ο ίδιος ως παιδί δεν γνώριζε, ενώ οι σημερινοί αναγνώστες του είναι ιδιαιτέρως με αυτά εξοικειωμένοι. Θα έλεγα πως ο ασφαλέστερος και σίγουρα ο πλέον αποτελεσματικός τρόπος να περιγράψει ένας ενήλικος τον τρόπο αντίδρασης ενός παιδιού είναι να αφήσει την δική του παιδικότητα με εμπιστοσύνη να συνομιλήσει με την παιδικότητα ενός σημερινού παιδιού. Τα ενδύματα, τα αντικείμενα, οι εξωτερικές συνθήκες σίγουρα διαφοροποιούνται, αλλά ο τρόπος όλα αυτά να ξαφνιάζουν τη ματιά ενός παιδιού παραμένει πάντα ο ίδιος. Θέλω, στη σημείο αυτό, να διευκρινίσω πως όλες οι παραπάνω σκέψεις μου έχουν να κάνουν με πλατιές λογοτεχνικές αφηγήσεις ή με άλλα λόγια με αφηγήσεις όπου σχεδόν το μόνο στοιχείο που τις υλοποιεί είναι ο λόγος. Αν στραφούμε προς μια διαφορετική κατηγορία παιδικών αναγνωσμάτων -αναφέρομαι στα εικονογραφημένα βιβλία ή και στα εικονοβιβλία- τότε άλλοι είναι οι τρόποι με τους οποίους επιτυγχάνεται η συμπόρευση ενήλικης και ανήλικης ματιάς, με άλλους τρόπους υλοποιείται η ενήλική παιδικότητα. Αλλά δεν είναι αυτό ένα θέμα που αφορά το σημείωμα αυτό, μιας και όλα τα παραπάνω τα κατέγραψα μετά την ανάγνωση του μυθιστορήματος της Μαρίας Σκαμάγκα «Ο πολύγραφος ή το καλοκαίρι των ηρώων» που κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο. Η Μαρία Σκαμάγκα ασχολείται με την μετάφραση, έχει δημοσιεύσει κάποια διηγήματα για ενήλικες και ‘Ο πολύγραφος’ είναι το δεύτερο βιβλίο για παιδιά που η ίδια έχει γράψει. Στο βιογραφικό σημείωμα που υπάρχει στην έκδοση, διαβάζουμε πως έχει γεννηθεί στην Αθήνα το 1970. Τα δυο αγόρια -κεντρικά πρόσωπα της ιστορίας- πρέπει την ίδια περίοδο να είχαν γεννηθεί μια και οι γονείς τους ήταν τέκνα ανθρώπων που έζησαν και πολέμησαν τα χρόνια του Εμφύλιου. Χώρος όπου τα γεγονότα διαδραματίζονται ένα νησί (που δεν κατονομάζεται) και ο μυθιστορηματικός χρόνος ένα καλοκαίρι όλο κι όλο. Ποια χρονιά; Μάλλον τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’80 -η Μαρία Σκαμάγκα δεν ορίζει χρονολογίες, αφήνει να τις υποψιαστούμε από τις αντιδράσεις των ηρώων της. Ένα καλοκαίρι διακοπών σε χωριό όπου μόνο δυο αγόρια ζούνε -το ένα έχει έρθει για μόνιμη εγκατάσταση, το άλλο για να περάσει τις διακοπές του στο σπίτι της χήρας γιαγιάς του. Καθημερινές στιγμές καλοκαιρινής αγορίστικης συντροφιάς -παιχνίδια, εξερευνήσεις, αναγνώσματα… Και η προσπάθεια να κατασκευαστεί μια ατμόσφαιρα μυστηρίου που θα μετατρέψει τη καθημερινή ρουτίνα σε κάτι το πλέον ενδιαφέρον. Μα στο νησί και στους ανθρώπους του -μια μικρή κοινωνία που δεν έχει ολότελα συντονιστεί με τις εξελίξεις της υπόλοιπης χώρας- τα γεγονότα του εμφύλιου σπαραγμού παραμένουν κατά κάποιο τρόπο ζωντανά και έτσι η περιπέτεια που τα δυο παιδιά επιζητούν να κατασκευάσουν πολύ εύκολα γίνεται μια πραγματικότητα που θα έρθει να φωτίσει το παρελθόν που οι ενήλικες τους αποσιωπούν και που παράλληλα θα τους προσφέρει την ώθηση να περάσουν από την παιδική ηλικία στην εφηβεία. Ειλικρινής αφήγηση -ένα από τα δυο παιδιά αφηγείται την ιστορία. Αλλά σε χρόνο παρελθόντα. Χωρίς να δηλώνεται, μπορούμε να είμαστε βέβαιοι πως ο αφηγητής είναι πλέον ενήλικος. Αλλά είναι ένας αφηγητής που διατηρεί την ενήλικη παιδικότητά του. Κι έτσι από τη μια περιγράφει τις αποφάσεις των παιδιών: «Μια τέτοια μέρα ξεκινήσαμε με τον Λεωνίδα να βρούμε τη σπηλιά του θείου Σαράντου. Με κάτι κιάλα του μπαμπά του Λεωνίδα πιο μεγάλα απ΄ το κεφάλι μας, που μας βάραιναν και τα περνούσαμε εκ περιτροπής στον λαιμό μας, σακίδια στην πλάτη όπου κουβαλούσαμε τις προμήθειές μας: τετράδια και μολύβια για σχεδιασμό χάρτη και καταγραφή των ευρημάτων μας…» Και από την άλλη περιγράφει το τοπίο: «Το μονοπάτι το ανιχνεύαμε βήμα το βήμα, κλεισμένο μέσα σε δάσος από βελανιδιές, ψηλούς άργιους, που πρόσφεραν τους κορμούς τους παρηγοριά στην τυφλή πορεία μας». Ομολογώ πως δεν έχω διαβάσει άλλο κείμενο της Μαρίας Σκαμάγκα. Αυτό ήταν το πρώτο και θεωρώ πως έχει μια ολοκληρωμένη λογοτεχνική υπόσταση καθώς μπορεί να κερδίσει το αναγνωστικό ενδιαφέρον ενός ενήλικα (κάτι που συνέβη σε μένα), αλλά παράλληλα έχει και όλα τα εφόδια να προκαλέσει μια θετική αναγνωστική εμπειρία σε ένα μεγάλο παιδί ή και έφηβο που του αρέσει να μυείται στα μυστικά της ποιοτικής γραφής. https://www.hartismag.gr/hartis-78/hartaki/to-kalokairi-ton-irwon (970 λέξεις)

9.5.25

Jonathan Coe «Η απόδειξη της αθωότητάς μου»

Jonathan Coe «Η απόδειξη της αθωότητάς μου» Μετάφραση: Άλκιστις Τριμπέρη Εκδόσεις Πόλις
Αυτό που πιστεύω πως χαρακτηρίζει τον Άγγλο συγγραφέα Jonathan Coe είναι μια εντελώς ιδιότυπη μείξη λογοτεχνικής γραφής και πολιτικού σχολιασμού. Μια μείξη που την έχουμε συναντήσει και σε προηγούμενα μυθιστορήματά του -ο Coe είναι ιδιαίτερα αναγνωρίσιμος από το ελληνικό αναγνωστικό κοινό. Η συγγραφική του ταυτότητα έχει σαφέστατα πάνω της το αποτύπωμα ενός άγγλου συγγραφέα -εννοώ πως ο Coe καταπιάνεται με εντελώς αγγλικά ζητήματα του χθες και του σήμερα και τα διαχειρίζεται με εντελώς αγγλικό φλέγμα. Και όμως καταφέρνει να επιτυγχάνει μια πλήρη επικοινωνία και με αναγνώστες άλλων χωρών και άλλων τρόπων ανάγνωσης της καθημερινότητας τους. Δεν έχω καταφέρει να αποκωδικοποιήσω την τεχνική με την οποία επιτυγχάνεται αυτή η αναγνωστική επαφή και σε τελευταία ανάλυση η μεγαλύτερη απόλαυση ενός αναγνώστη είναι να αφήνεται χωρίς αντιστάσεις στη δυναμική αφήγηση ενός συγγραφέα. Στο πλέον πρόσφατο βιβλίο του, το ‘Η απόδειξη της αθωότητάς μου’, ο Coe σπάει κάθε κανόνα αφηγηματικής δόμησης και χρησιμοποιεί μια εντελώς δική του κατασκευή για να ολοκληρώσει ένα έργο που αν και έχει σαφέστατο και συγκεκριμένο πολιτικό σχολιασμό, παράλληλα δανείζεται όρους αφήγησης αστικού αγγλικού αστυνομικού μυθιστορήματος, χρησιμοποιεί τεχνικές ενός campus novel και δεν αποφεύγει τον πειρασμό να αγγίξει το κοσμοπολίτικο commercial fiction. Πολύ δύσκολο και ίσως εν τέλει ανεφάρμοστο το να περιγράψει κανείς με λίγα λόγια την υπόθεση του έργου. Ο μυθιστορηματικός χρόνος είναι οι μέρες -επτά εβδομάδες όλες κι όλες- όπου την πρωθυπουργία της Αγγλίας είχε αναλάβει η Λιζ Τρας και γίνεται η κηδεία της βασίλισσας Ελισάβετ. Δυο σημαντικές στιγμές της σύγχρονης αγγλικής ιστορίας καθώς η κάθε μια έχει τη δική της σηματοδότηση και που τελικά εκφράζουν τις νέες συνθήκες που θα επικρατήσουν εντός της αγγλικής κοινωνίας. Αυτές τις συνθήκες με το σαφέστατο συντηρητικό πρόσημο, ο Coe θα τις σχολιάζει περιγράφοντας τη διάλυση του Εθνικού Συστήματος Υγείας και παράλληλα θα τις ερμηνεύει τοποθετώντας την αρχή της μυθιστορηματικής δράσης στη δεκαετία του ’80, τότε που οι πολιτικές Θάτσερ και Ρέιγκαν ξεκινούσαν να υλοποιούν τον άκρατο νεοφιλελευθερισμό. Αρκετά τα κεντρικά πρόσωπα του έργου. Άλλα από αυτά ζούνε στην επαρχία έχοντας στην ουσία αφήσει πίσω τους τα όνειρα που είχαν όταν φοιτούσαν σε κολλέγιο του Κέιμπριτζ* ένα άλλο παραμένει ενεργό ΄-και γι αυτό για κάποιους επικίνδυνο- ως προς τον προοδευτικό πολιτικό σχολιασμό του* κάποια άλλα έχουν καταφέρει να πάρουν σημαντικές θέσεις μέσα στο Συντηρητικό Κόμμα, ένα άλλο απολαμβάνει -αλλά ‘μετά θάνατον’- τη συγγραφική του αναγνώριση, δυο νέες κοπέλες που αναζητούν να σχεδιάσουν ένα δικό τους μέλλον μέσα σε ισοπεδωτικές ως προς την αναγνώριση της ατομικότητας συνθήκες. Όλα αυτοί οι χαρακτήρες κινούνται μέσα στις σελίδες του βιβλίου, μετακινούνται χρονικά, παίρνουν κάποιες στιγμές στα χέρια τους τη συνέχεια της αφήγησης και… Ναι, ο αναγνώστης τελικά υποκύπτει στα αφηγηματικά τεχνάσματα του Coe, δεν αναζητά να ξεκαθαρίσει που τελειώνει η μυθοπλασία και που αρχίζουν τα ντοκουμέντα, αποδέχεται άλλοτε να διαβάζει ευφάνταστους διαλόγους, άλλοτε να επισκέπτεται κοσμοπολίτικα μέρη, άλλοτε να προβληματίζεται πάνω στο πως κάποιοι από τα πριν έχουν σχεδιάσει τις πολιτικές επεμβάσεις τους και άλλοτε να παθιάζεται με καθαρόαιμα και κλασικά μυθιστορηματικά πάθη. Στην ουσία έχουμε ένα μυθιστόρημα που εμπεριέχει ένα άλλο και που αυτό με τη σειρά του κάποιο τρίτο. Ίσως να είναι και ένα παιχνίδι ανάμεσα στον αφηγητή και στον αποδέχτη της αφήγησής του. Κι όμως υπάρχει μια ενιαία οντότητα, ένα ολότελα όσο και απροσδόκητα πολιτικό έργο που αν και δείχνει να αφορά μια συγκεκριμένη χώρα και μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο, ο σαρκαστικός σχολιασμός του είναι στραμμένος προς μια επίκαιρη παγκοσμιότητα -την επικράτηση του νεοφιλελεύθερου ατομικισμού. Ολοκληρώνοντας αυτή την παρουσίαση του «Η απόδειξη της αθωότητάς μου» θα ήθελα να αντιγράψω κάποιες αράδες, από αυτές που δεν υπηρετούν μεν τη μυθιστορηματική πλοκή, αλλά που αν και κάπως ελαφρώς καλυμμένες από τις μυθιστορηματικές εξελίξεις, τελικά επιβεβαιώνουν το πολιτικό στίγμα του έργου, φωτίζουν τις επισημάνσεις του Coe με ένα γνήσιο αγγλικό σαρκασμό. Πρόκειται για ένα απόσπασμα ομιλίας μιας εκπροσώπου συντηρητικών απόψεων που: «…η θεωρία της ήταν ότι οι κίνδυνοι της πανδημίας του κορωνοϊού το 2020 είχαν μεγαλοποιηθεί, ότι το λοκντάουν είχε προκαλέσει ένα απαράδεκτο πλήγμα στη βρετανική οικονομία και ότι όλο αυτό θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί αν οι άνθρωποι δεν ήταν τόσο ευαίσθητοι με τους θανάτους μερικών χιλιάδων συνταξιούχων που θα είχαν πεθάνει έτσι κι αλλιώς, μερικούς μήνες αργότερα». Και που η ίδια αυτή ομιλήτρια αμέσως μετά θα συνέχιζε δηλώνοντας πως: «Το πρόβλημα της βρετανικής κοινωνίας, αυτό που πραγματικά την παρέλυε και την κρατούσε πίσω ήταν η ‘woke’ κουλτούρα. Δεν εξήγησε τι ακριβώς ήταν η ‘wokeness’. Δεν χρειαζότανε άλλωστε, αφού το κοινό της την καταλάβαινε… Οι λέξεις έγιναν υπηρέτες της και μπορούσε να τις χρησιμοποιεί δίνοντας τους όποια σημασία ήθελε εκείνη. Έτσι τα πάντα ήταν woke. Ή τουλάχιστον, όλα όσα έλεγε και έκανε η βρετανική ελίτ ήταν woke, αν και ούτε αυτή η ελίτ μπορούσε να προσδιοριστεί με ακρίβεια». Ο Jonathan Coe αποδεικνύει πως γνωρίζει τον τρόπο να μετατρέπει το συγκεκριμένο εθνικό σε συγκεκριμένο παγκόσμιο. Ή με άλλα λόγια ξέρει να χρησιμοποιεί την παγκοσμιοποίηση στη λογοτεχνική σύνθεση. Αυτή την τεχνική του, η μετάφραση της Άλκηστις Τριμπέρη για μια ακόμα φορά την μετέφερε στη γλώσσα μας με απόλυτη επιτυχία. (838 λέξεις) (Βιβλιοδρόμιο, 10/5/2025)

4.5.25

"Τετ α τετ" της Μαρίας Δριμή

Μαρια Δριμή «Τετ α τετ» Μυθιστόρημα Εκδόσεις Εστίας Γράφει ο Μάνος Κοντολέων Η Μάρια Δριμή που εξασκεί το επάγγελμα του ιατρού ενώ παράλληλα έχει κάνει και σπουδές στη Φιλοσοφική Σχολή, είναι μια διακριτική παρουσία ανάμεσα στους νεότερους συγγραφείς μας. Έχει ασχοληθεί με τη συγγραφή θεατρικών έργων, ενώ πριν από λίγα χρόνια είχε κάνει και την πρώτη της πεζογραφική παρουσία. Για εκείνο το πρώτο της πεζογράφημα -«Ρωγμή στον τοίχο», ο τίτλος του- είχα σημειώσει πως ‘πρόκειται για ένα κείμενο που συνδυάζει τη απλότητα της γραφής με το ξάφνιασμα μιας απρόσμενης αφήγησης’. Παρόμοια σημείωση θα μπορούσα να κάνω και για το δεύτερο πεζογραφικό έργο που πριν από λίγο κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις της Εστίας, με την προσθήκη του ‘εντελώς’ πριν από το ‘απρόσμενης αφήγησης’. Η ελληνική λογοτεχνική παραγωγή, κατά τη γνώμη μου, δεν χαρακτηρίζεται ιδιαίτερα από την πρωτοτυπία των θεμάτων της. Κοινωνική κριτική, ενδοοικογενειακές και ερωτικές σχέσεις, ιστορικές ανασυνθέσεις, αναζήτηση ταυτότητας είναι, λίγο -πολύ, τα κεντρικά θέματα που οι σύγχρονοι συγγραφείς στέκονται και που τα αναπτύσσουν με πολύ καλή, μεν, χρήση τη γλώσσας, αλλά χωρίς νέους και κυρίως απρόσμενους μυθιστορηματικούς χαρακτήρες. Θα προσπαθήσω να γίνω πλέον σαφής. Είναι, για παράδειγμα, πάντα ιδιαιτέρως ενδιαφέρον να συνθέσει κανείς ένα μυθιστόρημα πάνω στο πως μια νέα γυναίκα έχει εξαναγκαστεί να ζει σε ασφυχτικό ψυχικό αδιέξοδο, αλλά είναι πολύ περισσότερο ενδιαφέρον αν αυτή τη γυναίκα ο συγγραφέας της την έχει σκεφτεί ως ένα από τα δύο άτομα σιαμαίων αδελφών. Ακριβώς αυτό είναι το θέμα του μυθιστορήματος της Μαρίας Δριμή. Η Μαρία -κεντρική αφηγήτρια- ζει ενωμένη στο σημείο του κροτάφου με τη δίδυμη αδελφή της Άννα. Δυο ανεξάρτητες προσωπικότητες που είναι καταδικασμένες να μοιράζονται κάθε στιγμή της μέρας, την κάθε πράξη τους, την ίδια στιγμή που μπορεί αυτό που η μια να θέλει να είναι αδιάφορο ή και απωθητικό για την άλλη. «Κοιμόμαστε σε διπλό κρεβάτι, ξυπνάμε την ίδια ώρα, τρώμε μαζί πρωινό, πάμε μαζί στην τουαλέτα, όμως εκεί κάθε μια κάνει μόνη της της ανάγκη της. Την ώρα που η μια κάθεται στη λεκάνη, η άλλη είναι σκυμμένη προς το μέρος της και την κρατάει από τους ώμους. Στο κατούρημα συγχρονιζόμαστε εύκολα, όμως τα κακά είναι πιο δύσκολη υπόθεση» Οι περιπτώσεις σιαμαίων διδύμων δεν είναι συχνές. Αλλά η Μαρία Δριμή σκέφτηκε να στηριχθεί πάνω σε ένα τέτοιο ζεύγος αδελφών όχι τόσο, υποθέτω, για να ευαισθητοποιήσει όλους εμάς τους άλλους πάνω στο προβλήματα ανθρώπων με τέτοια μοίρα από τη στιγμή της γέννησής τους, αλλά για να βρει την ευκαιρία να μιλήσει για την αξία της έκφρασης μιας ανεξάρτητης βούλησης και παράλληλα να δοκιμαστεί συγγραφικά και η ίδια στην κατασκευή και ανίχνευση μιας προσωπικότητας που ζει με πλήρως διαφορετικές συνθήκες από όλους τους άλλους συνανθρώπους της. Το αν προϋπήρξε της συγγραφής μια έρευνα σε επιστημονικά και δημοσιογραφικά δημοσιεύματα δεν καταγράφεται σε κάποια σελίδα του βιβλίου, μα και δεν θα ήταν αναγκαίο μιας και πρόκειται για μυθοπλασία. Άλλωστε η ίδια η ιατρική γνώση της Δριμή, μαζί με τις φιλολογικές σπουδές της, αλλά και η εξοικείωσή της με τη θεατρική γραφή, θεωρώ πως την στήριξαν ώστε να γράψει ένα μυθιστόρημα όπου οι κεντρικοί χαρακτήρες καταφέρνουν να χαράζουν τις πορείες τους σε αχαρτογράφητα νερά, την ίδια στιγμή που αντιδρούν ως άνθρωποι με κοινά ανθρώπινα πάθη και ανάγκες. «Μισώ τους καθρέφτες. Είναι τα πιο αδίστακτα, τα πιο ανελέητα κατασκευάσματα του ανθρώπου. Αντιγυρίζουν όσα δεν θέλει κανείς να δει, συχνά μεγεθυμένα και καθαρά» Στην ουσία πρόκειται -όπως και στο οπισθόφυλλο διαβάζουμε- για την οδυνηρή πραγματικότητα μιας ‘εξ αδιαιρέτου ζωής’, όπου η εκπαίδευση, η εργασία, ο έρωτας, οι μικρές καθημερινές συνήθειες και κυρίως η κοινωνική αποδοχή είναι καταστάσεις ανέφικτες για τις δυο πρωταγωνίστριες. Σε κάθε περίπτωση έχουμε ένα μυθιστόρημα όπου την πλοκή δεν την συνθέτουν τόσο ασυνήθιστες και εντυπωσιακές πράξεις, όσο οι σκέψεις και οι αντιδράσεις πάνω σε μια καθημερινότητα ανθρώπων που ζούνε με νόρμες που έχουν καθιερωθεί από όλους εμάς τους άλλους, από άτομα δηλαδή που γεννιόμαστε, ζούμε και πεθαίνουμε μέσα σε μια βιολογικά ατομική ανεξαρτησία. «Στην πανδημία, ο γιατρός μάς ανακοίνωσε ότι ανήκαμε στις ευπαθείς ομάδες. ‘Μα δεν έχουμε καμιά αρρώστια’ διαμαρτυρήθηκα τόσο έντονα που η Άννα μού έδωσε μια αγκωνιά. ‘Είναι η ίδια η κατάστασή σας’ απεφάνθη εκείνος με περισπούδαστο ύφος. Είμαστε οι ίδιες αρρώστια, ήθελε να πει». Και ακριβώς εδώ είναι το συγγραφικό επίτευγμα -οι κεντρικές ηρωίδες του ‘Τετ α τετ’ πείθουν για την αλήθεια τους. Μια αλήθεια που ασφαλώς και είναι κατασκευασμένη, αλλά όπως όλες οι κατασκευές της καλής λογοτεχνίας μπορεί και διεκδικεί τη γνησιότητά της. (645 λέξεις) https://bookpress.gr/kritikes/elliniki-pezografia/22833-tet-a-tet-tis-marias-drimi-kritiki-i-odyniri-pragmatikotita-mias-eks-adiairetou-zois?fbclid=IwY2xjawKEY9lleHRuA2FlbQIxMQBicmlkETFvYmppMlNUcllQeEY0QWdnAR41ZUbjLZCja5cWOghYv3nvoWdThlbRqI9Dxgz1hRNj8bRwhKJ1Oe0QA2zx7Q_aem_0Pse4yH2ysMIUdHBb86Sng

26.4.25

Φλάννερυ Ο’Κόννορ «Σπάνιο να σου τύχει καλός άνθρωπος»

Φλάννερυ Ο’Κόννορ «Σπάνιο να σου τύχει καλός άνθρωπος» Μετάφραση: Ρένα Χάτχουτ Εκδόσεις Αντίποδες «Καμιά φορά, η τελευταία σειρά από δέντρα φάνταζε σαν συμπαγές γκριζογάλανο τείχος, λίγο πιο σκούρο από τον ουρανό, όμως εκείνο το απόγευμα ήταν σχεδόν μαύρη και πίσω της ο ουρανός είχε ένα πελιδνό, εκτυφλωτικά άσπρο χρώμα» (σελ. 165) Οι παραπάνω προτάσεις είναι χαρακτηριστικές του τρόπου με τον οποίον η Φλάννερυ Ο’Κόννορ περιγράφει τον περιβάλλον μέσα στο οποίο ζούνε οι ήρωες των διηγημάτων της. Και λίγες σελίδες πιο πέρα, μέσα σε αυτό το περιβάλλον… «Τα τρία παιδιά έρχονταν προς το μέρος τους, αλλά σαν να ετοιμάζονταν να συνεχίσουν το δρόμο τους προς το πλάι του σπιτιού. Εκείνο που κρατούσε τη βαλίτσα προχωρούσε πρώτο τώρα… Τα τρία αγόρια έμοιαζαν κάπως μεταξύ τους, μόνο που το μεσαίο στο μπόι φορούσε γυαλιά με ασημένιο σκελετό και κουβαλούσε τη βαλίτσα. Το ένα του μάτι ήταν λίγο αλλήθωρο και το βλέμμα του έμοιαζε να έρχεται από δυο κατευθύνσεις ταυτόχρονα σαν να τους περικύκλωνε… Τα μαλλιά του ήταν κολλημένα στο μέτωπο του από τον ιδρώτα. Έδειχνε γύρω στα δεκατρία. Και τα τρία παιδιά είχαν κενά, διαπεραστικά βλέμματα» (σελ. 172) Μια ατμόσφαιρα νεφελώδους δυστοπίας, ένας απροσδιόριστος κίνδυνος -αυτά είναι τα κεντρικά στοιχεία τα οποία, θεωρώ, πως ενεργοποιούν το ενδιαφέρον ενός σύγχρονου αναγνώστη διηγημάτων που γραφτήκανε γύρω στα 1955 από μια συγγραφέα που στην ουσία με μόνο δυο συλλογές διηγημάτων και δυο μυθιστορήματα κατάφερε να αφήσει ένα ιδιότυπο προσωπικό ύφος στην αμερικάνικη λογοτεχνία του 20ου αιώνα. Η Φλάννερυ Ο’Κόννορ γεννήθηκε το 1925 στην Πολιτεία Τζόρτζια των ΗΠΑ και στο ίδιο τόπο πέθανε το 1964. Μεγαλωμένη σύμφωνα με αυστηρές καθολικές αρχές, μέσα στην καρδιά του συντηρητικού Νότου, από πολλούς καταγγέλθηκε η στάση της ως προς τις φυλετικές διακρίσεις, την ίδια όμως στιγμή η Ο’ Κόννορ είχε θετικά εκφρασθεί για τον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ. Τελικά -επανέρχομαι στην εντύπωση που αποκομίζει ένας σημερινός αναγνώστης των γραπτών της- αυτό που η Ο΄Κόννορ έχει επιτύχει με τη γραφή της είναι να σκιαγραφεί μια εικόνα ταυτίσεων όσο και αντιθέσεων ανάμεσα στον τόπο και στους ανθρώπους που τον κατοικούν. Οι χαρακτήρες των διηγημάτων δείχνουν άλλοτε να επηρεάζονται από το μέρος που έχουν μεγαλώσει και κατοικούν κι άλλοτε να θέλουν να το αποφύγουν. Το έχουν ενστερνισθεί, αλλά και δεν έχουν απόλυτα προσαρμοσθεί σε αυτό. Ο φόβος προς το όποιο νέο ή διαφορετικό τους εξουθενώνει, αν και δεν παύουν να αναζητούν μια ζωογόνο αλλαγή. Από αυτήν τη αναγνωστική σκοπιά αν διαβάσει κανείς τα τόσο περίτεχνα γραμμένα διηγήματα της συλλογής, θα αισθανθεί πως οι περιγραφές δεν αφορούν κάποια συντηρητική περιοχή των ΗΠΑ στα μέσα του 20ου αιώνα, αλλά μπορούν κάλλιστα να θεωρηθούν πως καταγράφουν ένα διαχρονικά-ή και επίκαιρα- ανοίκειο τοπίο μέσα στο οποίο το άτομο έχει εγκλωβιστεί και δεν καταφέρνει να βρει μια διέξοδο διαφυγής του. «Τα μεγάλα άσπρά σπίτι έμοιαζαν από μακριά σαν μισοβουλιαγμένα παγόβουνα . Δεν υπήρχαν πεζοδρόμια, μόνο ιδιωτικοί δρόμοι για τα αυτοκίνητα που γύριζαν γύρω γύρω σε ατέλειωτους γελοίους κύκλους… Ο γέρος ένιωθε ότι αν έβλεπε μπροστά του υπόνομο, θα έπεφτε μέσα και θα άφηνε το ρεύμα να τον πάρει… Ένα δυνατό γάβγισμά τον έκανε να πεταχτεί και, σηκώνοντας τα μάτια, είδε να πλησιάζει ένας χοντρός με δυο μπουλντόγκ. Ανέμισε τα δυο του χέρια σαν ναυαγός σε έρημο νησί. ‘Έχω χαθεί!΄φώναξε . ‘Έχω χαθεί και δεν μπορώ να βρω το δρόμο μου!... Ω, Θεέ μου, έχω χαθεί! Για το θεό, λυπήσου με γιατί χάθηκα!» (σελ. 158) Σε κάθε περίπτωση μια συλλογή διηγημάτων γραμμένων το 1952 καταφέρνει να διατηρεί μια επικαιρότητα καθώς ρίχνει μια δέσμη ερμηνείας σε σύγχρονες πολιτικές εκφράσεις του Νότου, κυρίως, των ΗΠΑ. Ίσως γιατί πάντα -αν όχι και πλέον έντονα- ο άνθρωπος παραμένει μεν δεμένος με τον γενέθλιο τόπο, αλλά και συνεχώς -απρογραμμάτιστα πάντως και ανεξέλεγκτα- προσπαθεί να ξεφύγει από απόψεις και συνήθειες που ο ίδιος δεν μπορεί να τις αλλάξει. Η παράνοια του νεοσυντηριστισμού, με άλλα λόγια. Θα έλεγα πως αυτή η συνθήκη είναι ο ορισμός του εφιάλτη. Και η γραφή της Ο’ Κόννορ έχει πολλά στοιχεία που σχηματοποιούν μια εφιαλτική κατάσταση. Η μετάφραση της πεπειραμένης Ρένας Χάτχουτ έχει καταφέρει να μεταφέρει αυτό το κλίμα από τη μια γλώσσα στην άλλη – «Η φωνή του έμοιαζε έτοιμη να ραγίσει και το μυαλό της γιαγιάς καθάρισε για μια στιγμή. Είδε το πρόσωπο του άντρα κοντά στο δικό της, συσπασμένο σαν να ετοιμαζόταν να βάλει τα κλάματα, και μούγκρισε: ’Μα είσαι κι εσύ ένα από τα παιδιά μου. Είσαι κι εσύ ένα από τα παιδιά μου!’ Άπλωσε το χέρι και τον άγγιξε στον ώμο. Ο Ανισόρροπος τινάχτηκε πίσω σαν να τον είχε δαγκώσει φίδι και την πυροβόλησε τρεις φορές στο στήθος. Έπειτα άφησε το όπλο του στο χώμα, έβγαλε τα γυαλιά του κι άρχισε να τα καθαρίζει» (σελ. 31-32) Και μόνο αυτές οι προτάσεις το αποδεικνύουν. (780 λέξεις) Βιβλιοδρόμιο, 26/4/2025

25.4.25

Μαρία Γεωργαλά 'Παρανυχίδα'

Μαρία Γεωργαλά «παρανυχίδα» Ποιήματα Εκδόσεις Μετρονόμος Παρανυχίδα είναι δερματικό εξόγκωμα που δημιουργείται στο πλάι, και συνήθως κοντά στη βάση, του νυχιού -αυτό μας εξηγεί η Wikipedia. Κι εγώ θυμάμαι τα χρόνια που ήμουνα παιδί πόσο συχνά στις άκριες των δαχτύλων μου εμφανιζόντουσαν παρανυχίδες. Πρέπει να ήταν γιατί τα χέρια ενός παιδιού ολοένα και ψαχουλεύουνε το κάθε άγνωστο που κρύβεται μέσα σε περιοχές όπου κυκλοφορούν ποικίλες εστίες οργανισμών που αν δεν καταφύγεις στην προστασία της απολύμανσης μπορεί να σου δημιουργήσουν μικρές πληγές, μικρές περιστασιακές ενοχλήσεις. Ναι αυτό είναι η παρανυχίδα που ξεκινούσε συνήθως από μια μικρή αμυχή, κάποιο ελάχιστο μέρος του δέρματος που ζητούσε να αποχωριστεί από το μέρος όπου ήταν προορισμένο να υπάρχει. Αυτό λοιπόν είναι η παρανυχίδα -κάτι που ζητά την απελευθέρωσή του χωρίς προηγουμένως να φροντίσει να προστατέψει αυτήν την τάση του. Οπότε -σκέφτηκα- να γιατί η Μαρία Γεωργαλά έδωσε αυτόν τον τίτλο στην ποιητική της συλλογή. Κι έτσι αναζήτησα τις μικρές, περιστασιακές ενοχλήσεις που δημιούργησαν τα ποιήματα της συλλογής. Αλλά από τις πρώτες σελίδες του βιβλίου, η προμετωπίδα φάνηκε να διαφωνεί μαζί μου: Το τέλος δεν το φέρνει ο θάνατος Ο φόβος τον φέρνει Μικρή, περιστασιακή ενόχληση δεν είναι το ‘τέλος’ -σκέφτηκα. Αλλά αμέσως μετά πρόσεξα περισσότερο το βάρος των λέξεων : ‘θάνατος’ και ‘φόβος’… Και διαπίστωσα πως το βάρος δεν πέφτει στον θάνατο, αλλά στον φόβο. Κι αυτός ο τελευταίος είναι περιστασιακός -έρχεται και φύγει, παρουσιάζεται , αναστατώνει και μετά εξαφανίζεται. Μια παρανυχίδα, λοιπόν, ο φόβος. Κι έτσι, με μια κάποια σιγουριά, ξεκίνησα να διαβάζω και να ξεφυλλίζω… Και στο πρώτο ποίημα ανακαλύπτω την πρώτα παρανυχίδα -τον συμβιβασμό Κοιτάζω πέρα. Κανείς. Μα κανείς; Αναλογίζομαι. Γιατί; …………………. Χάρμα οφθαλμών η νεότητα. Όσο. Κάθε απόγευμα νοιάζομαι για την αρχή. Μετά ξεχνιέμαι κι εγώ. Μαζεύομαι μόλις δροσίσει. Ποιήτρια που συλλέγει το πλέον ακραίο νόημα των λέξεων, η Μαρία Γεωργαλά. Εδώ, στο ποίημα αυτό, λέξη κλειδί αυτό το ασήμαντο ΄όσο’ αφήνει να φανούν τα ίχνη του συμβιβασμού. Και προχωρώ την ανάγνωση: Οι δαίμονές μου μ΄ επισκέπτονται Τη νύχτα. Πίνουν ρακί και σημαδεύουν τα χαρτιά. Ψάχνουν αιτίες και κι αφορμές Να τις καταβροχθίσουν. ………………………….. Ξανά και ξανά. …………………………. Εγώ μαζί τους ξενυχτώ Ποίημα που συνομιλεί με τους εφιάλτες. Και αποδέχεται πως : θα έρχονται ‘Ξανά και ξανά’. Πάλι μια λέξη κλειδί για το αδιέξοδο. Και στην επόμενη σελίδα, το επόμενο ποίημα, εικονοποιεί την ενοχή της μη αντίδρασης: Τα δυο παιδιά ξεκίνησαν να παίξουνε στον δρόμο. Κανένας μας δεν πρόσεξε τις φλόγες στα μαλλιά τους, ούτε τα φύκια που έκρυψαν το φως από τα μάτια. ………………………….. Τα δυο παιδιά δεν πρόλαβαν να παίξουν μες στον δρόμο. Ούτε τα χνάρια φαίνονταν, ούτε η σκανταλιά τους. Διακόπτω την ανάγνωση. Συναίσθημα ασφυξίας και αναρωτιέμαι αν τελικά η ανάγνωσή μου θα συναντήσει κάτι που ίσως θα συλλαβίσει μια λέξη θετική. Και να που στο επόμενο ποίημα η λέξη προβάλει: Ερωτικό. Αλλά έχω βιαστεί, γιατί το ποίημα δυο φορές υπενθυμίζει: Σαν να είχα ανάγκη τη λύπη σου Ενώ λίγο μετά και λίγο πιο πριν, ξεκάθαρα δηλώνει πρώτα: Τίποτα απ΄ όσα ήσουν δεν είχα ανάγκη και λίγο αργότερα: Σαν να μην περίσσευε η δική μου. Λέξη κλειδί, λοιπόν, όχι ο έρωτας, αλλά η αποξένωση. Αποξένωση -τελικά ίσως η εναλλακτική πρόταση τίτλου της συλλογής. Αυτό σκέφτομαι καθώς διαβάζω το ποίημα με τον τίτλο ‘Παρανυχίδα’ Κοιτάζω ψηλά. Αποφεύγω να καταμετρήσω απώλειες, καθημερινές, την ευθεία του βλέμματός μου. Απώλειες ανθρώπων για πάντα ή «όταν βρω καιρό θα τα πούμε». Μια τόσο εύστοχη, όσο και ευαίσθητη επισήμανση μικρών ενοχλήσεων από την αποξένωση. Α, αυτός ο ‘άλλος’. Πάντα αναγκαίος και πάντα απορριπτέος. Πού τελικά η παρουσία του θα μας οδηγεί -μέγα λάθος!- στην καταφυγή της απομόνωσης. Από ποιους είσαι εσύ; Από τους κΗ παραναλούς ή τους κακούς; Τί θέλεις κι έρχεσαι ακάλεστος τέτοια μέρα; Φοράς κουκούλα στο κεφάλι ή έχεις μάτια κρίνους; Σε αυτό το παλιοπαντέλονο, φθαρμένο στους αιώνες, τί άραγε κρύβεις; Και προτού συνεχίσω την ανάγνωση, δεν μπορώ παρά να σταθώ και να θαυμάσω την ευρηματικότητα της ποιήτριας με εκείνη την έκφραση: παλιοπαντέλονο, φθαρμένο στους αιώνες. Κι αμέσως μετά… Α, αμέσως μετά, κάθε αρνητική σκέψη, κάθε παράπονο ή φόβος αποσύρονται… Το σπίτι μου δεν έχει πόρτες, μόνο παράθυρα. Αν θέλετε να έρθετε στο σπίτι μου, αφήστε τον εαυτό σας, με όλο του το βάρος, απ΄ έξω. Αλλιώς μην έρθετε. Αλλιώς καλώς να ορίσετε. Εδώ η λέξη κλειδί είναι η επικοινωνία. Η παρανυχίδα εξουδετερώνεται. Κι άλλωστε: Να αλλάζεις το εντός για να αλλάξει το εκτός -η συμβουλή σε επόμενο ποίημα. Και κάπως έτσι συνεχίζω να διαβάζω και να αναζητώ τις λέξεις σύμβολα στο κάθε ποίημα. Κάποια από αυτά προσωποποιούν συνθήκες : μητέρα = προστασία… Πανί βρεγμένο σε μέτωπο που καίει. Τζάκι φλογάτο να τρώει αγωνίες Κάποια από αυτά καταφέρνουν να περιγράψουν το πλέον φευγαλέο: το παρόν. Η στιγμή είναι πάγωμα του χρόνου. Η στιγμή είναι άγγιγμα του χρόνου. Η στιγμή είσαι εσύ, μέρος του χρόνου. Η στιγμή σου χαρίζει τον χρόνο. Και κάποια άλλα να ζωγραφίσουν την φθορά: Τώρα τελευταία το λακκάκι Στο χαμόγελό σου Έχει γεμίσει λασπόνερα Θα μου επιτρέψετε κάπου εδώ να σταματήσω να καταγράφω τις εντυπώσεις μου από τις αναγνώσεις των ποιημάτων της Μαρία Γεωργαλά. Να ανακαλύψω λέξεις κλειδιά – διαχρονικές παρανυχίδες της καθημερινότητας… Την ευάλωτη νεότητα: Τα μαλλιά μου, δίχτυα γεμάτα ιππόκαμπους* αλλά και τη νεότητα τη συνώνυμη με το ταξίδι: Ήταν εποχές που είχα συνεχώς μια βαλίτσα κάτω απ΄ το κρεβάτι* όμως και την κατάσταση, τη συναίσθηση του γήρατος: Ήρθε η ώρα να φανεί, πόσο κοντά ήταν το μακριά. Κι όσα πρεσβεύαμε για σίγουρα, να γίνονται άμμος σε τρύπια κλεψύδρα. Εκείνο που προσπάθησα είναι να μεταδώσω της αίσθηση μιας καταβύθισης στα συναισθήματα που όλοι μας βιώνουμε, αλλά που κάποιοι μόνο ποιητές καταφέρνουν με σύντομες φράσεις, κάποτε και μόνο με δυο ή τρεις λέξεις να τα περιγράφουν Πώς το καταφέρνουν; Μα το ταλέντο θα μου πείτε. Ασφαλώς το ταλέντο, αλλά το ταλέντο κάθε φορά και με τον εντελώς προσωπικό τρόπο του κάθε δημιουργού εκφράζεται. Και αποκτά τη δική του αυτόνομη οντότητα -τελικά υπάρχει δημιουργός πίσω από ένα έργο; Ή αυτό από τη στιγμή που δημιουργήθηκε, γίνεται οντότητα ελεύθερη και ανεξάρτητη; Είμαι κάτι στοιχειώδες. Αλλοπρόσαλλο. Ακατέργαστο. Αδιόρατο. Απείθαρχο με πειθήνια πορεία. Κι όμως έτσι είμαι. Είμαι κάτι. Η συλλογή ‘Παρανυχίδα» είναι η πρώτη ολοκληρωμένη εκδοτική εμφάνιση της Μαρίας Γεωργαλά στην ποίηση. Εγώ ο ίδιος δεν είμαι ποιητής. Αλλά ως αναγνώστης ποίησης θα ήθελα να της ευχαριστήσω που μοιράστηκε μαζί μου τόσα πολλά. Κι άλλωστε -όπως και η ίδια έχει σημειώσει: Μόνο η μοιρασιά κάνει τον άνθρωπο να μην φοβάται. (1060 λέξεις) https://www.fractalart.gr/paranychida/

30.3.25

Σοναλάχ Ιμπραήμ "Η Επιτροπή"

Sonallah Ibrahim «Η Επιτροπή» Μετάφραση: Πέρσα Κουμούτση Εισαγωγή: Διώνη Δημητριάδη Εκδόσεις ΑΩ Ο Αιγύπτιος Sonallah Ibrahim (Κάιρο 1937) είναι ένας από τους πλέον ιδιότυπους της ‘Γενιάς του 60’ πεζογράφους της σύγχρονης αιγυπτιακής λογοτεχνίας -μιας σχεδόν άγνωστης λογοτεχνίας στο ελληνικό κοινό. Τα έργα του -μα και η ίδια του η ζωή- χαρακτηρίζονται από αριστερές ιδέες και προσπαθούν να διαμορφώσουν μια προοδευτική συνείδηση σε ένα πλατύτερο κοινό. Ο ίδιος άλλωστε φυλακίστηκε κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’60, όπως και αρνήθηκε το 2003 να παραλάβει το βραβείο του Υπουργείου Πολιτισμού της χώρας του. Όλη του τη ζωή υπήρξε ένας συνειδητός αμφισβητίας όλων των αιγυπτιακών καθεστώτων, όπως βέβαια και θερμός υποστηρικτής μιας μαρξιστικής σκέψης μέσω της οποίας κρίνει τις παγκόσμιες πολιτικές πρακτικές Δύσης και Ανατολής. Στο έργο του αυτό -μα και σε άλλα, όπως μας πληροφορούν διεθνή δημοσιεύματα- προτιμά να χρησιμοποιεί την πρωτοπρόσωπη αφήγηση και πολλά στοιχεία μιας καθημερινότητας έτσι όπως αυτή εκφράζεται στην κοινωνία της χώρας του. Καταγγέλλει την ανάμειξη της Δύσης στα πολιτικά ζητήματα της Αιγύπτου και γενικότερα στον Τρίτο Κόσμο. Μα διατηρεί πάντα μια αμεσότητα στις περιγραφές του καθώς δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει -και μάλιστα με λεπτομερή τρόπο- συνήθειες των ατόμων της μεσαίας τάξης. Στα ελληνικά έχει μεταφραστεί μόνο ένα του έργο –«Η Επιτροπή» (1981)- που εδώ κυκλοφόρησε μόλις το 2019, σε μετάφραση της δόκιμης μεταφράστριας αραβικής λογοτεχνίας, Πέρσας Κουμούτση. Η κριτική έχει επισημάνει κάποιες αντιστοιχίσεις του συγκεκριμένου έργου με τη ‘Δίκη» του Κάφκα. Αλλά όσο κι αν σε μια πρώτη ανάγνωση μπορεί κανείς να διακρίνει μια καφκική ατμόσφαιρα στο έργο του Αιγύπτιου συγγραφέα, πολύ γρήγορα γίνεται σαφής η διαφορά στον τρόπο που ‘ορά’ τον κόσμο ένας κεντροευρωπαίος στοχαστής του ανθρώπινου αδιεξόδου, από έναν Άραβα αριστερών παρεμβάσεων. Το συγκεκριμένο έργο δεν έχει μια ιδιαιτέρως έντονη πλοκή. Περισσότερο στηρίζεται -ομολογουμένως ΄καφκικό’ το εύρημα- στην αυτόβουλη παρουσίαση ενός νεαρού άνδρα μπροστά σε μια άτυπη όσο και πανίσχυρη Επιτροπή, για να απολογηθεί στην αρχή για κάποια πράξη του που δεν γνωρίζει και στη συνέχεια για να αναπτύξει ιδέες που αν και δικές του, πιστεύει πως πρέπει να τις προδώσει. Ο Sonallah Ibrahim δε θα δώσει όνομα στον ήρωά του. Και όσα μέλη της Επιτροπής θα πλησιάσει περισσότερο θα τα ονομάζει με τις ιδιότητες τους -ο Πρόεδρος, ο Στρατιωτικός κλπ- ή με τα χαρακτηριστικά τους -ο Κοντός, ο Ξανθός κλπ. Το απρόσωπο βοηθά στην αποτελεσματικότερη καταγραφή της σχέσης πολίτη και Κράτους. Η εξέταση του κεντρικού προσώπου εκ μέρους της Επιτροπής δεν έχει περιορισμένη χρονική διάρκεια. Μπορεί να κρατήσει όσο διάστημα ο εξεταζόμενος θα έχει ανάγκη. Και αυτό θα γίνει. Αλλά ο ανώνυμος απλός αυτός άνθρωπος ενώ θα αναζητά τρόπους καταγραφής σκέψεων και έρευνας που πιστεύει πως θα καλύψουν τις -άγνωστες σε αυτόν- προθέσεις της Επιτροπής, ολοένα και θα εμβαθύνει στα πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα που απασχολούν την εποχή του -μέσα και προς τα τέλη του 20ου αιώνα. Και ο Sonallah Ibrahim θα βρει ευκαιρία να καταγράψει τους νεοφανείς τρόπους με τους οποίους οι κατέχοντες την εξουσία ελέγχουν τους πολίτες: «Κάποτε τα καθεστώτα αυτά απευθύνονταν στους πολίτες με τον τρόπο της πειθούς, με τις φυλακές και τα βασανιστήρια, αλλά η διαφοροποίηση πρόσθεσε νέους και διαφορετικούς τρόπους επιβολής: από τις σαρκικές απολαύσεις που προσφέρονται παντού, ακόμα και στην τηλεόραση έως τις εισαγγελικές επιτροπές και όχι μόνο. Κάποτε τα κόμματα ύψωναν τα ίδια συνθήματα, τον τελευταίο καιρό κατάλαβαν τη σημασία της διαφοροποίησης στην πολιτική τους γλώσσα, έτσι τα συνθήματα αλλάζουν τώρα ριζικά. Όπως επίσης κατάλαβαν τη σημασία της διαφοροποίησης στις συμμαχίες, στους συνασπισμούς κατά των αντιπάλων ή και των εχθρών τους» Οπότε, σιγά – σιγά, ο αυτοβούλως όσο και αναίτια προσερχόμενος σε μια Επιτροπή για να του αναγνωριστεί μια ασαφής ιδιότητα συνετού και υπάκουου πολίτη, θα αποκτά αυτογνωσία και τρόπους ανάγνωσης των γεγονότων. Θα αποκτά τη δική του βούληση, αλλά και το θάρρος να μπορεί μόνος του να ορίζει τις σκέψεις και τις πράξεις του. Η καταπίεση μπορεί να οδηγήσει στην αυτογνωσία -μάλλον αυτό πρεσβεύει ο Sonallah Ibrahim. Κι έτσι η τελική πρόταση του έργου- «Τότε ακριβώς, ύψωσα το πονεμένο χέρι μου στο στόμα κι άρχισα να τρώω τον εαυτό μου»- περιγράφει το πως το σαρκίο που κάποιοι μπορούσαν να το έχουν δεμένο, αυτοαναιρείται και μετατρέπεται το ίδιο σε κάτι το άυλο, το ελεύθερο. Η σάρκα γίνεται πνεύμα* η αδυναμία του σώματος μετατρέπεται σε ελεύθερη σκέψη. Από τα πλέον ιδιότυπα πεζογραφήματα που μας κάνει να αναρωτιόμαστε το γιατί δεν έχουν και άλλα έργα του Sonallah Ibrahim μεταφραστεί τα ελληνικά. Η φιλοσοφική διάθεση συμπορεύεται με τον σαρκασμό, το αστυνομικό στοιχείο συνυπάρχει με την πολιτική στάση, η συχνά εγκεφαλική ανάλυση χαριεντίζεται με την αμεσότητα της παιδικής αφέλειας. Αυτό το ιδιαίτερο συγγραφικό ύφος η Πέρσα Κουμούτση άψογα το έχει μεταφέρει στη δική μας γλώσσα. Η έκδοση συνοδεύεται από μια εμπεριστατωμένη εισαγωγή της Διώνης Δημητριάδη. (760 λέξεις) Βιβλιοδρόμιο Νέων 30/3/2025

7.3.25

Μαριάνθη Νταφούλη «Δεν είναι έτσι τα χαμόγελα» Διηγήματα Εκδόσεις Ο μωβ σκίουρος Η Μαριάνθη Νταφούλη έχει γεννηθεί στη Λάρισα, αλλά ζει και εργάζεται ως δικηγόρος στην Αθήνα. Το 2020 -η ίδια έχει γεννηθεί το 1979- κάνει την πρώτη της λογοτεχνική εμφάνιση με το μυθιστόρημα «Ίκλη αβρίκ» και μετά από τέσσερα χρόνια επανέρχεται με τη συλλογή διηγημάτων «Δεν είναι έτσι τα χαμόγελα». Νέα, λοιπόν, φωνή στο χώρο της πεζογραφίας μας, που όμως η γλώσσα κυρίως που χρησιμοποιεί, αλλά και ο εστιασμός της συγγραφικής ματιάς προς μια σαφέστατα έντονα και άγρια ρεαλιστική περιγραφή, φανερώνουν δομημένη γνώση αφηγηματικών τεχνικών. «Στρίβει στη γωνία και μπαίνει απ΄ την κεντρική είσοδο κι είναι σαν να την παρασέρνει στο μεθυστικό από αίμα και κρεατίλα ρυθμό του αυτό το ποτάμι των ανθρώπων που κοχλάζει εκεί μέσα στις στοές, πλάι στα σφαγμένα πασχαλιάτικα αρνιά, τις κατακόκκινες συκωταριές και τ΄ άντερα για το κοκορέτσι και τη μαγειρίτσα». (σελ. 43) Αυτό που αξίζει όμως περισσότερο να σχολιαστεί -και μάλιστα θετικά- είναι πως αυτές οι ρεαλιστικές και σκληρές περιγραφές δεν μένουν μόνο σε μια διάθεση χρήσης των λέξεων για απεικονίσεις εξωτερικών χώρων και καταστάσεων, αλλά με αφηγηματική ταχύτητα εισχωρούν στα συναισθήματα και στις αντιδράσεις των χαρακτήρων του κάθε διηγήματος. «Κι εκείνη ακόμα δεν ξέρει τι να πει, μόνο πισωπατάει να μην αγγίξει τον ώμο του, πέφτοντας πάνω στον πάγκο του χασάπη απ΄ την Άμφισσα και σπρώχνοντας με τον αγκώνα της τον μπαλτά σε μια πορεία προς τη γη, μια πορεία που την διακόπτει μόνο αυτή η σακούλα η ξέχειλη από αίμα. Και τότε της έρχονται οι λέξεις που μπορεί να ταιριάζουν στην περίσταση. ‘Αμαρτία να σφάζεις θηλυκό’». (σελ. 46) Και τα δυο αποσπάσματα από το ίδιο διήγημα της συλλογής -το πρώτο είναι η αρχή του, με το δεύτερο τελειώνει- νομίζω πως επιβεβαιώνουν την άποψή μου πως η γραφή της Νταφούλη γραπώνεται από στοιχεία του περιβάλλοντος χώρου για να βρει το σταθερό σημείο που πάνω του θα στηρίξει την θέση και άποψη του λόγου για τον οποίο και γίνεται η αφήγηση. Το κάθε άτομο λειτουργεί ως μέλος μιας ευρύτερης ομάδας, την ίδια στιγμή που και βιώνει την απόλυτη μοναδικότητά του -μοναδικότητα στα όρια της απομόνωσης-«…άδικα κι αυτή η προσμονή να πει δυο κουβέντες μαζί του και να πάρει το φιλί του στο μάγουλο λίγο πριν φύγει». (σελ. 55) Ο αναγνώστης των διηγημάτων θα ακολουθήσει τον ταχύ ρυθμό της αφήγησης και θα ανατριχιάσει κάποιες στιγμές από την αγριότητα που έχουν οι πράξεις κάποιων προσώπων, θα εξεγερθεί με τον αναίσχυντο φαλλοκράτη, θα ταυτιστεί με την εκδικητικότητα του καταπιεσμένου θηλυκού, θα αναγκαστεί να αναρωτηθεί αν ποτέ μπορεί κανείς να απαλλαγεί από την καταπίεση ‘ιερών’ σχέσεων. Κάτι που επίσης θα πρέπει να σημειωθεί σε αυτό το σημείωμα είναι η ικανότητα της Νταφούλη να μετακινείται με άνεση από τις θηλυκές ψυχοσυνθέσεις στις αρσενικές. Άλλοτε με πρωτοπρόσωπες κι άλλοτε με τριτοπρόσωπες αφηγήσεις οι χαρακτήρες φωτίζονται ανάλογα με το φύλλο τους και παράλληλα ξεσκεπάζουν τις συνδέσεις τους με κοινωνικές ομάδες. Γιατί αυτό θεωρώ πως είναι το κεντρικό και ουσιαστικό νήμα που συνδέει όλα -και τα δεκαπέντε- διηγήματα της συλλογής: η κοινωνική κριτική μαζί με τον φωτισμό της ιδιαιτερότητας κάθε περίπτωσης. https://bookpress.gr/kritikes/elliniki-pezografia/22340-den-einai-etsi-ta-xamogela-tis-marianthis-dafoyli-kritiki-realistiki-apeikonisi-ton-sxeseon-kai-koinoniki-kritiki-2 (514 λέξεις)

22.2.25

Αλεχάντρο Παλόμας «Ένας τόπος με το όνομά σου»

Αλεχάντρο Παλόμας «Ένας τόπος με το όνομά σου» Μετάφραση : Αλεξάνδρα Γκολφινοπούλου Εκδόσεις Opera Ο Αλεχάντρο Παλόμας (Βαρκελώνη 1967)vσπούδασε Αγγλική Φιλολογία και ολοκλήρωσε τις σπουδές του μ’ ένα Master in Poetics στο New College του Σαν Φρανσίσκο. Εργάστηκε ως δημοσιογράφος και μετέφρασε έργα σημαντικών συγγραφέων όπως, μεταξύ πολλών άλλων, η Κάθριν Μάνσφιλντ, ο Όσκαρ Ουάιλντ, η Γερτρούδη Στάιν και ο Τζακ Λόντον. Βιβλία του έχουν μεταφραστεί σε περισσότερες από δέκα γλώσσες. Από τις εκδόσεις Οpera κυκλοφορούν στα ελληνικά τα βιβλία του: Ένας γιος (Εθνικό Βραβείο Παιδικής και Εφηβικής Λογοτεχνίας της Ισπανίας), Ένα μυστικό, Ένας σκύλος, Μια μητέρα (Βραβείο Nadal) και τώρα το «Ένας τόπος με τ΄όνομά σου» Ομολογώ πως έχοντας διαβάσει όλα αυτά τα βιβλία, θεωρώ τον Παλόμας ως ένα από τους πλέον ικανούς συγγραφείς της εποχής μας στο να καταγράφει τις διαπροσωπικές σχέσεις. Και κυρίως αυτές που συνδέουν τα μέλη μιας οικογένειας. Στο τελευταίο του αυτό μυθιστόρημα, η ικανότητά του αυτή ξεδιπλώνεται και περιλαμβάνει πολλά ζεύγη σχέσεων, τα οποία και παράλληλα συνδέει μεταξύ τους. Μια εβδομηνταπεντάχρονη γυναίκα που η σύντροφός της αν και νεκρή πλέον, παραμένει δίπλα της και συνομιλεί μαζί της* μια σαραντάχρονη κόρη που έχει επιλέξει να εργάζεται σε διαφορετικά γεωγραφικά μήκη και πλάτη μιας και δεν τολμά να ξεκαθαρίσει τις σχέσεις της με τη μητέρα της* ένας κτηνίατρος υπεύθυνος για τους ελέφαντες ενός ζωολογικού πάρκου που δεν τολμάει να αποδεχτεί τον θάνατο της αδελφής του* ένα μικρό κορίτσι που προσπαθεί να κατανοήσει τις αντιδράσεις μιας κακοποιημένης ελεφάντινας -αυτοί είναι τα κεντρικά πρόσωπα του μυθιστορήματος. Πρόσωπα που το καθένα από αυτά κινείται σε μοναχικούς ατραπούς, μα την ίδια στιγμή και καταφέρνουν να μεταφέρουν τα συναισθήματα του ενός προς τους άλλους. Με μια κάπως γεωμετρική προσέγγιση θα έλεγα πως τα δυο σημεία που ορίζουν μια ευθεία, εμπλουτίζονται με ένα τρίτο και δημιουργούν ένα τρίγωνο, που όμως κι αυτό με τη σειρά του προσκαλεί ένα τέταρτο σημείο και δημιουργείται ένα τετράπλευρο. Κι όλοι αυτοί οι σχηματισμοί πάνω σε ένα επίπεδο -άλλωστε μιλάμε για γεωμετρία και όχι στερεομετρία. Κι αυτό ίσως γιατί ο Παλόμας έχει επιλέξει όλα να εξελίσσονται σε καθορισμένο τόπο, που αν και ξεχασμένος για χρόνια από την εξέλιξη ξαφνικά θα υποστεί τις συνέπειες της οικονομικής εκμετάλλευσή του. Οπότε όλα ανατρέπονται -άνθρωποι και ζώα επιλέγουν ή εξαναγκάζονται σε μετοικίσεις και έτσι όμως κατακερματίζεται η όποια συνήθεια έχει επιβληθεί, ο καθένας από αυτούς θα πρέπει να επιλέξει μια νέα ζωή που υποστηρίζεται από το πλέον βαθιά κρυμμένο όνειρό του. ‘Ένα τόπος με το όνομά σου’ -ο τίτλος του μυθιστορήματος υποδηλώνει πως είναι ο άνθρωπος που δίνει ταυτότητα σε ένα τόπο, μια ταυτότητα που αν δεν της δοθεί η ευκαιρία να καταγραφεί και αναγνωριστεί θα παραμένει πάντα μετέωρη, ευάλωτη και ημιθανής. Οπότε με το τελευταίο του αυτό έργο, ο Παλόμας τις διαπροσωπικές σχέσεις τις προεκτείνει σε ένα φυσικό περιβάλλον, στην ουσία συνδέει το άτομο με την ίδια τη Φύση. Και όπως το κάθε άτομο είναι μοναδικό, εντελώς διαφορετικό από το κάθε άλλο, έτσι και οι φυσικοί τόποι αποκτούν μια αυτοτέλεια σε κατευθείαν όμως συσχέτιση με τη ματιά και το περιεχόμενο που ο καθένας μας τους δίνει. «Είμαστε ένας μικρός πλανήτης* ένας πλανήτης-τραπέζι με τα φωτεινά του σημεία, τα πιάτα του που πρέπει να μαζευτούν, τα μισογεμάτα ποτήρια της σαμπάνιας και δυο γατιά ξαπλωμένα σε μιαν άκρη, κοιμισμένα πάνω στο τραπεζομάντιλο.» Μυθιστόρημα που δεν στηρίζεται στη δράση, αλλά στα συναισθήματα και στις αναπολήσεις όσων έχουν επιτελεστεί. Οι χαρακτήρες του λες και ξεφεύγουν από το πλήθος και αποφασίζουν να υποστηρίξουν την ιδιαιτερότητά τους. «Κινούνταν ανάμεσα στα ερείπια σαν να ήταν τα δωμάτια ενός μεγάλου αρχοντικού που κατοικούσαν όντα με τα οποία μοιραζόταν τον χώρο και την εγκατάλειψη: Νυχτερίδες, σπουργίτια, φωλιές ασβών, χορτάρια παντός είδους… Η Έντιθ ήταν εμποτισμένη με αυτό που της ανήκε, και καθώς το μοιραζόταν μαζί μου, μου έλεγε πράγματα για την ίδια, για τη ζωή της εκεί με την Αντρέα, για τις αρχές και τα φινάλε που ακόμα δεν είχαν έρθει» Ένας στοχαστικός συγγραφέας του καιρού μας και παράλληλα ένας διαχρονικός στοχαστής -αυτός είναι ο Αλεχάντρο Παλόμας που ξέρει να φιλοσοφεί με απλότητα, να προσεγγίζει τον άλλον με τολμηρή κατανόηση και κυρίως να επιμένει πως ουσία έχει ο απόλυτος αυτοσχεδιασμός της ζωής, την ίδια όμως στιγμή kai πως δε θα πρέπει να λησμονούμε πως –‘πρέπει να γυρίζουμε πίσω* στο σπίτι.» Δύσκολα μπορώ να θυμηθώ άλλον σύγχρονο συγγραφέα που έχει ασχοληθεί τόσο βαθιά -με ρεαλισμό όσο και με μαγεία- με τις διαπροσωπικές και κατ΄ επέκταση και με τις ενδοοικογενειακές σχέσεις και το πως εντέλει ο άνθρωπος ήταν, είναι και πρέπει να παραμείνει μέρος της ιδίας της Φύσης. Θα ήθελα να ολοκληρώσω αυτό το σημείωμα πάνω σε ένα τόσο απλό όσο και βαθιά στοχαστικό έργο, με ένα ακόμα απόσπασμα, που νομίζω πως δίνει και το στίγμα όλου μυθιστορήματος: « Με αυτόν τον τρόπο, δείχνοντας μπροστά μου το συναίσθημά του, μου το δώριζε όπως μόνο ένα μικρό παιδί δωρίζει κάτι στη φίλη του. Είσαι φίλη μου και είμαστε δικοί σου, η λύπη μου κι εγώ. Αυτό ήταν το μήνυμα. Ο Ίων μου έδειχνε τη λύπη του, την πιο βαθιά, που ράγιζε καθώς μιλούσε. Και μου την έδειχνε όπως αφήνουμε να φανεί αυτό το μικρό και σκληρό κοκαλάκι που κρατάμε κρυμμένο πίσω από την πιο εύθραυστη ιστορία μας». Πολυσέλιδο και προσφερόμενο σε πολλαπλές αναγνώσεις μυθιστόρημα που η Αλεξάνδρα Γκολφινοπούλου το μετέφερε με επιτυχία στη γλώσσα μας. (870 λέξεις) (Βιβλιοδρόμιο, 22/2/2025)

11.2.25

Claire Keegan «Ανταρκτική»

Claire Keegan «Ανταρκτική» Διηγήματα Μετάφραση: Μαρτίνα Ασκητοπούλου Εκδόσεις Μεταίχμιο Γεννημένη στον Ιρλανδία το 1968, η Claire Keegan είναι σήμερα μια από τις πλέον αναγνωρίσιμες παρουσίες στο χώρο των αγγλόφωνης λογοτεχνίας. Και η αναγνώριση αυτή έχει έρθει από την πρώτη κιόλας συλλογή της που κυκλοφόρησε το 1999 και που στη χώρα μας μόλις πρόσφατα μεταφράστηκε, μετά από την μεγάλη επιτυχία που το ελληνικό αναγνωστικό κοινό επεφύλαξε στα άλλα της βιβλία -«Μικρά πράγματα σαν κι αυτά», «Τα τρία φώτα» και «Πολύ αργά πια». Τα βιβλία της Claire Keegan έχουν μεταφραστεί σε είκοσι γλώσσες, έχουν τιμηθεί με σημαντικά βραβεία, οι ιστορίες της έχουν μεταφερθεί στον κινηματογράφο. Σαφέστατα μπορεί κανείς να ισχυριστεί πως είναι και η ίδια μια σημαντική εκπρόσωπος της ιρλανδικής λογοτεχνίας -θυμίζω κάποιους μόνο από τους συγγραφείς της- Τζαίημς Τζόις, Όσκαρ Ουάιλντ, Σάμιουελ Μπέκετ, Σεμπάστιαν Μπάρρυ κ.α. Η Claire Keegan είναι συγγραφέας της σύντομης φόρμας -εννοώ πως είτε γράφει μυθιστόρημα / νουβέλα, είτε διηγήματα, επιλέγει ένα τρόπο αφήγησης όπου η πλοκή απλώνεται σε λίγες σελίδες. Περισσότερο την ενδιαφέρει να υπονοήσει συναισθήματα βαθιά κρυμμένα, παρά να καταγράψει γεγονότα και αντιδράσεις Κι αυτή η τεχνική της είναι σαφής από το πρώτο της κιόλας βιβλίο -τη μοναδική έως τώρα συλλογή διηγημάτων της «Ανταρκτική». Οι χώροι όπου θα ξεναγήσει τον αναγνώστη της είναι ή οι επαρχίες της Ιρλανδίας, ή κάποιες απομονωμένες περιοχές της Βόρειας Αμερικής. Στην ουσία είναι συγγραφέας της υπαίθρου και των απόμακρων κωμοπόλεων καθώς αναζητά αποτυπώματα της Φύσης για να πλησιάσει τον ψυχισμό των ανθρώπων. «Το αγόρι σωπαίνει. Πίσω από την ασφάλεια των ώμων της, αντιλαμβάνεται τον κίνδυνο, Πέρα από κείνη, τίποτα. Μόνο βαθιά, μαύρα νερά και από κάτω ένας κόσμος απαλής, βελούδινης λάσπης. Ατέλειωτη λάσπη, βαθιά όσο δύο άντρες ο ένας πάνω στον άλλο» Στο συγκεκριμένο βιβλίο κυριαρχούν οι αναζητήσεις γυναικείων αδιεξόδων, που παρουσιάζονται άλλοτε από τις ίδιες τις πρωταγωνίστριες, μα άλλοτε και από παιδιά που με κάποιον τρόπο συνδέονται με μια γυναικεία παρουσία. Υπάρχει μια συνεχής περιπλάνηση στον ψυχισμό των απλών αυτών γυναικών, στα όνειρα τους, στην τραυματισμένη παιδικότητά τους, στους έρωτές τους -εξεγερμένους ή καταπιεσμένους. Με προσεκτικά επιλεγμένες λέξεις, με φράσεις ιδιαίτερα δουλεμένες, η Keegan μεταφέρει την ποιητική ενόραση μέσα στην πεζογραφία και συνθέτει μια καθαρή γυναικεία οπτική: «Το βράδυ βάζουμε τα καλά μας. Η μαμά φοράει ένα σκούρο κόκκινο φόρεμα, στο χρώμα της βραχυκέρατης αγελάδας. Το δέρμα της είναι γεμάτο φακίδες λες και κάποιος βούτηξε μια οδοντόβουρτσα σε μπογιά και την πιστίλισε. Μου ζητάει να της κουμπώσω το μαργαριταρένιο κολιέ. Παλιά στεκόμουν όρθια πάνω στο κρεβάτι για να το κάνω αυτό, τώρα όμως είμαι ψηλή, το πιο ψηλό κορίτσι στην τάξη μου* μας μέτρησε ο διευθυντής. Η μαμά είναι ψηλή και λεπτή, όμως το δέρμα στα χέρια της είναι σκληρό. Αναρωτιέμαι αν κάποτε θα μοιάζει στην Μπρίντι Νοξ, μισή άντρας, μισή γυναίκα». Η καθημερινότητα, λοιπόν, αποκαλύπτει τα δικά της μυστικά, ενώ στο κάθε διήγημα έχει εισχωρήσει μια υποδόρια απειλή -το παραπάνω απόσπασμα το ακολουθεί αυτό εδώ: «Ο μπαμπάς δεν φτιάχνεται. Δεν τον έχω δει ποτέ να κάνει μπάνιο ή να πλένει τα μαλλιά του* απλώς αλλάζει καπέλο και παπούτσια. Τώρα χώνει το κεφάλι του μέσα στο καλό του καπέλο και φοράει τα παπούτσια του. Είναι μεγάλα, μαύρα παπούτσια που τα αγόρασε όταν πούλησε το κριάρι». Με κάποιες τέτοιες τεχνικές αφήγησης η Keegan με την πρώτη της κιόλας εμφάνιση -υπενθυμίζω πως η συγκεκριμένη συλλογή πρωτοκυκλοφόρησε το 1999- έδωσε το ιδιαίτερο παρόν της στη λογοτεχνία μιας χώρας που έτσι κι αλλιώς έχει σφραγίσει και συνεχίζει να καθορίζει την αγγλόφωνη λογοτεχνία. Η συνέχεια επιβεβαίωσε την άποψη κοινού και κριτικής πως η συλλογή «Ανταρκτική» σίγουρα ήταν έργο ενός ταλέντου που θα μπορεί να προξενεί ανατριχίλες όπως ακριβώς… «Ένα κρύο αεράκι γλιστράει κάτω από τη σχισμή της πόρτας». Η μετάφραση της Μαρτίνας Ασκητοπούλου έχει απόλυτα εξοικειωθεί με το συγγραφικό ύφος της Claire Keegan και με άνεση το μεταφέρει στη γλώσσα μας. https://diastixo.gr/kritikes/xenipezografia/24003-claire-keegan-adartiki (620 λέξεις)

7.2.25

Αντώνιος Ρουσοχατζάκης «Ιστορίες από την Αθήνα που φεύγει» ΑΩ Εκδόσεις Γράφει ο Μάνος Κοντολέων Ο Αντώνιος Ρουσοχατζάκης είναι ποιητής, πεζογράφος και εικαστικός καλλιτέχνης και ζει ανάμεσα στην Αθήνα και το Παρίσι τα τελευταία 25 χρόνια. Έργα του κυκλοφορούν σε ανθολογίες διηγημάτων και ποίησης στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Έχει εκδώσει δύο μυθιστορήματα, δύο συλλογές διηγημάτων και τρεις συλλογές ποίησης. Ομολογώ πως τίποτε δικό του δεν είχε τύχει να έχω διαβάσει, οπότε η ανάγνωση των σύντομων ιστοριών που περιλαμβάνονται σε αυτό το βιβλίο υπήρξε μια ιδιαιτέρως ευχάριστη έκπληξη. «Τους χώριζε μια κουρτίνα από γάζα που κρεμόταν ανάμεσα στο σαλόνι και τη βεράντα, αφήνοντας το δυνατό φως του ήλιου να πλημμυρίζει το σπίτι» -από την πρώτη κιόλας φράση της πρώτης ιστορίας σε εντυπωσιάζει ο τονισμός τη σημαντικής λεπτομέρειας –‘κουρτίνα από γάζα’. Ο διαχωρισμός είναι σαφής στην δισυπόστατη μορφή του -κάτι διαχωρίζει, κάτι αφήνει να ιδωθεί… Ακριβώς όπως η αναπόληση στιγμών του χθες που έχουν εγγραφεί στη μνήμη. Πάνω σε αυτή τη δυναμική της μνήμης, ο Α.Ρ. διαμορφώνει τις ιστορίες του. Και με συνέπεια ποιητικής υπόμνησης κάτω από τον τίτλο της κάθε ιστορίας, σημειώνει το πότε και το που είχε συμβεί. Με οχτώ, μόλις, σύντομες ιστορίες διατρέχει πενήντα περίπου χρόνια τους δρόμους της Αθήνας. Ξεκινά από το 2023 και καταβυθίζεται στο 1974. Μια πορεία προς τα πίσω, ακριβώς όπως προς το παρελθόν και η ίδια η μνήμη συνηθίζει να ταξιδεύει. Διαφορετικές εποχές, διαφορετικά και πρόσωπα που ενθυμούνται… Ή μήπως-και με πιο ακριβή διατύπωση- διαφορετικά είναι τα γεγονότα που ο ίδιος ο αφηγητής με διακριτικότητα ανασύρει από τις προσωπικές του αναμνήσεις και τις μοιράζεται μαζί μας; Ξεκινώντας από ένα σημερινό ζευγάρι μιας κάποιας ηλικίας που διάνυσε τον κοινό του βίο πάντα διαχωρισμένο, μα και πάντα ενωμένο με μια λευκή κουρτίνα από γάζα, περνά στην εμπειρία ενός άνδρα που μπορεί πλέον ελεύθερα να χαρεί την εφαρμογή της επιλογής από τον ίδιο του φύλου που θα θέλει ανήκει, προχωρά στην αδιέξοδη συνύπαρξη της ηθικής ευθύνης με την συναισθηματική απελευθέρωση μιας γυναίκας που βλέπει τον γονιό της να πεθαίνει, τριγυρνά στη συνέχεια σε κεντρική πλατεία της πόλης για να περιγράψει τη σύγκρουση γενεών, κρυφοκοιτάζει τη φωτογραφία ενός ζευγαριού που κατάφερε να αρπάξει την έκρηξη ενός έρωτα ικανού να διεκδικήσει τη μονιμότητα, κοντοστέκεται σε στέκια των δρόμων που τους έχουν στερήσει το αποτύπωμα προηγούμενων εποχών, επαναστατεί ως πάλαι ποτέ νεαρός αμφισβητίας αντιδημοκρατικών πρακτικών και φτάνει στο τέλος να αναζητήσει το κέντρο ίσως της μνήμης του που δεν είναι άλλο παρά η σχέση με τη γυναίκα που τον έχει γεννήσει και που πλέον τον συντροφεύει ως φωτογραφία σε κομοδίνο. Από την παραπάνω εξιστόρηση των κεντρικών ζητημάτων κάθε αφηγήματος, είναι νομίζω σαφές πως προσωπικά εγώ διάβασα τη συλλογή ως μια ιδιότυπα σπονδυλωτή νουβέλα και ομολογώ πως το αρχικό ξάφνιασμα της ανάγνωσης μετατράπηκε σε μια χαμηλόφωνη συζήτηση με τις προσωπικές μου αναμνήσεις. Τελικά το παρελθόν του καθενός, πάντα θα έχει την ευκαιρία να διατηρεί την παρουσία του στο παρόν και πέρα από αυτό να μπορεί και να διεκδικεί τον ρόλο του αφηγητή κάθε μιας μικρής ατομικής ιστορίας που βέβαια αποτελεί μέρος και συστατικό της γενικότερης Ιστορίας. Η πόλη είναι μία, αλλά οι γειτονιές και οι γωνιές της πολλές. Κλείνοντας ας υπογραμμίσω και την ευαισθησία της γραφής -η πεζογραφία δανείζεται τις καμπυλότητες της ποίησης: « Μάνα μου. Μάνα μου. Μάνα μου. Κάποτε η φωτογραφία μου κι εγώ θα ενωθούμε στο ίδιο σύννεφο. Εκεί δεν έχει ρυτίδες. Δεν έχει βάσανα, δεν έχει θλίψη. Μπορεί να είσαι εκεί. Μπορεί και όχι. Το ξέρω πως θα με αγαπάς για πάντα. Σαν κουτάβι θες; Σαν κουτάβι. Άμα αυτό σε κάνει χαρούμενη, ποιος είμαι εγώ για να σου χαλάσω το χατίρι;» ΥΓ. Ιδιαίτερη μνεία και στο σχεδιασμό του εξωφύλλου -μια μαύρη γάτα που φεύγει λες από το περιθώριο του σχήματος του βιβλίου και χάνεται μέσα στις σελίδες που πρόκειται να διαβαστούν. Λέω πως συμβολίζει το αινιγματικό τώρα που θέλει να κουρνιάσει στη θαλπωρή μιας περασμένης βεβαιότητας. (640 λέξεις) https://www.periou.gr/manos-kontoleon-antonios-rousochatzakis-istories-apo-tin-athina-pou-fevgei-ao-ekdoseis/

Αντώνιος Ρουσοχατζάκης «Ιστορίες από την Αθήνα που φεύγει» ΑΩ Εκδόσεις
Ο Αντώνιος Ρουσοχατζάκης είναι ποιητής, πεζογράφος και εικαστικός καλλιτέχνης και ζει ανάμεσα στην Αθήνα και το Παρίσι τα τελευταία 25 χρόνια. Έργα του κυκλοφορούν σε ανθολογίες διηγημάτων και ποίησης στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Έχει εκδώσει δύο μυθιστορήματα, δύο συλλογές διηγημάτων και τρεις συλλογές ποίησης. Ομολογώ πως τίποτε δικό του δεν είχε τύχει να έχω διαβάσει, οπότε η ανάγνωση των σύντομων ιστοριών που περιλαμβάνονται σε αυτό το βιβλίο υπήρξε μια ιδιαιτέρως ευχάριστη έκπληξη. «Τους χώριζε μια κουρτίνα από γάζα που κρεμόταν ανάμεσα στο σαλόνι και τη βεράντα, αφήνοντας το δυνατό φως του ήλιου να πλημμυρίζει το σπίτι» -από την πρώτη κιόλας φράση της πρώτης ιστορίας σε εντυπωσιάζει ο τονισμός τη σημαντικής λεπτομέρειας –‘κουρτίνα από γάζα’. Ο διαχωρισμός είναι σαφής στην δισυπόστατη μορφή του -κάτι διαχωρίζει, κάτι αφήνει να ιδωθεί… Ακριβώς όπως η αναπόληση στιγμών του χθες που έχουν εγγραφεί στη μνήμη. Πάνω σε αυτή τη δυναμική της μνήμης, ο Α.Ρ. διαμορφώνει τις ιστορίες του. Και με συνέπεια ποιητικής υπόμνησης κάτω από τον τίτλο της κάθε ιστορίας, σημειώνει το πότε και το που είχε συμβεί. Με οχτώ, μόλις, σύντομες ιστορίες διατρέχει πενήντα περίπου χρόνια τους δρόμους της Αθήνας. Ξεκινά από το 2023 και καταβυθίζεται στο 1974. Μια πορεία προς τα πίσω, ακριβώς όπως προς το παρελθόν και η ίδια η μνήμη συνηθίζει να ταξιδεύει. Διαφορετικές εποχές, διαφορετικά και πρόσωπα που ενθυμούνται… Ή μήπως-και με πιο ακριβή διατύπωση- διαφορετικά είναι τα γεγονότα που ο ίδιος ο αφηγητής με διακριτικότητα ανασύρει από τις προσωπικές του αναμνήσεις και τις μοιράζεται μαζί μας; Ξεκινώντας από ένα σημερινό ζευγάρι μιας κάποιας ηλικίας που διάνυσε τον κοινό του βίο πάντα διαχωρισμένο, μα και πάντα ενωμένο με μια λευκή κουρτίνα από γάζα, περνά στην εμπειρία ενός άνδρα που μπορεί πλέον ελεύθερα να χαρεί την εφαρμογή της επιλογής από τον ίδιο του φύλου που θα θέλει ανήκει, προχωρά στην αδιέξοδη συνύπαρξη της ηθικής ευθύνης με την συναισθηματική απελευθέρωση μιας γυναίκας που βλέπει τον γονιό της να πεθαίνει, τριγυρνά στη συνέχεια σε κεντρική πλατεία της πόλης για να περιγράψει τη σύγκρουση γενεών, κρυφοκοιτάζει τη φωτογραφία ενός ζευγαριού που κατάφερε να αρπάξει την έκρηξη ενός έρωτα ικανού να διεκδικήσει τη μονιμότητα, κοντοστέκεται σε στέκια των δρόμων που τους έχουν στερήσει το αποτύπωμα προηγούμενων εποχών, επαναστατεί ως πάλαι ποτέ νεαρός αμφισβητίας αντιδημοκρατικών πρακτικών και φτάνει στο τέλος να αναζητήσει το κέντρο ίσως της μνήμης του που δεν είναι άλλο παρά η σχέση με τη γυναίκα που τον έχει γεννήσει και που πλέον τον συντροφεύει ως φωτογραφία σε κομοδίνο. Από την παραπάνω εξιστόρηση των κεντρικών ζητημάτων κάθε αφηγήματος, είναι νομίζω σαφές πως προσωπικά εγώ διάβασα τη συλλογή ως μια ιδιότυπα σπονδυλωτή νουβέλα και ομολογώ πως το αρχικό ξάφνιασμα της ανάγνωσης μετατράπηκε σε μια χαμηλόφωνη συζήτηση με τις προσωπικές μου αναμνήσεις. Τελικά το παρελθόν του καθενός, πάντα θα έχει την ευκαιρία να διατηρεί την παρουσία του στο παρόν και πέρα από αυτό να μπορεί και να διεκδικεί τον ρόλο του αφηγητή κάθε μιας μικρής ατομικής ιστορίας που βέβαια αποτελεί μέρος και συστατικό της γενικότερης Ιστορίας. Η πόλη είναι μία, αλλά οι γειτονιές και οι γωνιές της πολλές. Κλείνοντας ας υπογραμμίσω και την ευαισθησία της γραφής -η πεζογραφία δανείζεται τις καμπυλότητες της ποίησης: « Μάνα μου. Μάνα μου. Μάνα μου. Κάποτε η φωτογραφία μου κι εγώ θα ενωθούμε στο ίδιο σύννεφο. Εκεί δεν έχει ρυτίδες. Δεν έχει βάσανα, δεν έχει θλίψη. Μπορεί να είσαι εκεί. Μπορεί και όχι. Το ξέρω πως θα με αγαπάς για πάντα. Σαν κουτάβι θες; Σαν κουτάβι. Άμα αυτό σε κάνει χαρούμενη, ποιος είμαι εγώ για να σου χαλάσω το χατίρι;» ΥΓ. Ιδιαίτερη μνεία και στο σχεδιασμό του εξωφύλλου -μια μαύρη γάτα που φεύγει λες από το περιθώριο του σχήματος του βιβλίου και χάνεται μέσα στις σελίδες που πρόκειται να διαβαστούν. Λέω πως συμβολίζει το αινιγματικό τώρα που θέλει να κουρνιάσει στη θαλπωρή μιας περασμένης βεβαιότητας. (640 λέξεις) https://www.periou.gr/manos-kontoleon-antonios-rousochatzakis-istories-apo-tin-athina-pou-fevgei-ao-ekdoseis/

Βάσια Τζανακάρη "Γεννιέται ο κόσμος"

Βάσια Τζανακάρη «Γεννιέται ο κόσμος» Αφήγημα Εκδόσεις Καστανιώτη Γράφει ο Μάνος Κοντολέων Το αφήγημα «Γεννιέται ο κόσμος» είναι το πρώτο έργο της Βάσιας Τζανακάρη που διαβάζω. Από το βιογραφικό της σημείωμα ενημερώνεται κανείς πως η ίδια έχει γράψει ακόμα δυο μυθιστορήματα, δυο συλλογές διηγημάτων και ένα βιβλίο για παιδιά, ενώ έχει συμμετάσχει σε συλλογικά έργα, μα και ακόμα έχει μεταφράσει πολλά βιβλία, ενώ τα έργα της υπήρξαν υποψήφια για διάφορα βραβεία. Η δική μου αυτή πρώτη επαφή με τη γραφή της υπήρξε ιδιαίτερα θετική, καθώς η πεζογραφική οντότητα του κειμένου έρχεται και ‘ακουμπά’ πάνω σε μια ποιητική περιγραφή συναισθημάτων. «Δεν είχα δει ποτέ αστέρια και φεγγάρι απ΄το μπαλκόνι μου. Τα πορτοκαλί φώτα θαμπώνουν το βλέμμα, τα κτίρια γύρω είναι ψηλά, με φωτισμένα ρετιρέ, ρετιρέ πρώτο, δεύτερο, τελευταίο (καμιά φορά και δώμα), μπήγονται στην κοιλιά του ουρανού σαν χοάνες, καταπίνουν αστέρια, φεγγάρια, σύννεφα, χαμένα μπαλόνια, που φτάνουν στους υπονόμους και γίνονται βαρκούλες -λεία για αλιγάτορες αστικών μύθων» (σελ. 22) Θέμα του αφηγήματος -που είναι δομημένο πάνω σε μικρά κεφάλαια και χωρισμένο βασικά σε τέσσερα μέρη, που το καθένα έχει το όνομα και μιας από της τέσσερεις εποχές του χρόνου- είναι η περιγραφή των ερωτικών συναισθημάτων που μια γυναίκα αισθάνεται για έναν άνδρα. Συναισθημάτων που γεννήθηκαν κάποια μέρα χειμώνα και με το τέλος του φθινοπώρου ολοκληρώνονται, μα και ετοιμάζονται να συνεχιστούν με μια νέα μορφή : «Θα έλεγε κανείς ότι ταξιδέψαμε παντού μαζί. Εγώ, που χάνω εύκολα την πίστη μου, σου λέω ότι φοβάμαι μήπως δεν έχει άλλο κόσμο να δούμε, κι εσύ, που είσαι ποτήρι μισογεμάτο, μου λες πως ο κόσμος δεν τελειώνει. Φυλάμε τα βήματά μας στο ντουλαπάκι του αυτοκινήτου και συνεχίζουμε» Η αφήγηση γίνεται από την πλευρά της γυναίκας και διαθέτει ένα συνεχόμενο τρόπο όρασης της καθημερινότητας όπου το απλό, συχνά και το τετριμμένο, αποκτά μια άλλη διάσταση -γίνεται σύμβολο επανεκκίνησης της εμπειρίας ζωής. Γιατί αυτό που η Τζανακάκη προτείνει είναι η χρησιμοποίηση του ερωτικού πάθους ως μέθοδο επικοινωνίας με τον πολύτιμο άλλον, μα και μέσω αυτού με όλη τη Φύση. Σε αυτή την ερωτική συνύπαρξη, ο άντρας είναι το πλάσμα εκείνο όπου άλλοτε θα υμνείται –«Είσαι κολόνα που γεμίζει το κενό», άλλοτε θαυμάζεται – «Ο μηρός σου ακουμπούσε στον γοφό μου κι εξαφάνιζε τα ρούχα μας», άλλοτε θα γίνεται ένα πολυσήμαντο παιχνιδάκι –«Έχεις ένα ζωάκι κάτω από το δέρμα σου, όλο τρέχει πέρα δώθε, εισαι η πελώρια ρόδα του σε σχήμα ψηλού άντρα» Η Τζανακάκη με τη γραφή της μεταφέρει το ερωτικό συναίσθημα έτσι όπως μια γυναίκα το βιώνει, στο χώρο ενός ιδιότυπου ποιητικού συμβολισμού. Στην ουσία η γυναικεία φύση είναι αυτή που σχηματοποιεί την ανδρική ταυτότητα και της προσφέρει τη δυνατότητα να κυκλοφορεί μέσα σε καθημερινές συνθήκες χωρίς να χάνει -αντίθετα να εμπλουτίζει- τις ιδιότητές της. Ο άνδρας ως προστάτης, ως σύντροφος, ως συμπαραστάτης, ως μέντορας, ως δύναμη μα και ως αδυναμία. Η ερωτική συνύπαρξη έχει στο συγκεκριμένο κείμενο τις αποχρώσεις ενός ουρανού που ενώ οι εποχές καθώς διαβαίνουν δείχνουν να επεμβαίνουν στην εικόνα του, στην ουσία εκείνος παραμένει κυρίαρχος και επόπτης των πάντων. «Κρύφτηκα πίσω από τον φακό της μηχανής μου, ‘Έλα να σε βγάλω μια φωτογραφία, στάσου εκεί, στην άκρη’, και σκέφτηκα ότι στο σημείο που στάθηκες θα έπρεπε να μπει μια σημαία, αν όχι σημαία χώρας, έστω μια γαλάζια σημαία έγκρισης, καθαρότητας, ασφάλειας, μια σημαία ‘βουτήξτε άφοβα’, και τότε, μπροστά στα μάτια μου, ξεδιπλώθηκες ως τον ουρανό κι ανέμισες, κι εγώ, γεμάτη χαρά και περηφάνια, στάθηκε προσοχή και απαθανάτισα τη γαλανόλευκη έπαρσή σου». Ιδιαίτερο κείμενο. Ιδιαιτέρως ευαίσθητο όσο και απρόσμενα ρεαλιστικό. Πλούσιο σε ποικιλία λέξεων και ευέλικτο στον σχηματισμό εικόνων. (590 λέξεις) https://www.literature.gr/gennietai-o-kosmos-vasia-tzanakari-ekdoseis-kastanioti/

31.1.25

Θωμάς Κοροβίνης «Σταυροί στο ακροθαλάσσι

Θωμάς Κοροβίνης «Σταυροί στο ακροθαλάσσι Αφήγημα Εκδόσεις Άγρα Μπορεί ένας πεζογράφος να χαρακτηρισθεί πορτρετίστας; Λοιπόν, αν αυτός ο πεζογράφος είναι ο Θωμάς Κοροβίνης, τότε ναι -μπορεί άνετα να διεκδικήσει αυτόν τον χαρακτηρισμό. Ο Κοροβίνης για χρόνια πολλά υπήρξε εκπαιδευτικός στη Μέση Εκπαίδευση με την ειδικότητα του φιλολόγου. Ένα σημαντικά μεγάλο χρονικό διάστημα υπηρέτησε σε ελληνικό σχολείο της Κωνσταντινούπολης. Και ίσως αυτή η περίοδος να τον καθόρισε και από πλευράς συγγραφικών αναζητήσεων, καθώς τα πρώτα του έργα ήταν μελέτες πάνω στις σχέσεις της ελληνικής και της οθωμανικής κουλτούρας. Άλλωστε και σε αρκετά από τα μετέπειτα αμιγώς πεζογραφικά του έργα, η πολιτιστική κληρονομιά των δύο λαών τα χαρακτηρίζει. Παράλληλα με τις πεζογραφικές του καταθέσεις, κρατά βαθιά και ουσιαστική σχέση με τη μελέτη και τη διάδοση του ρεμπέτικου, γράφει και τραγουδά ο ίδιος αυτού του είδους τα άσματα. Γενικά ο Κοροβίνης -γέννημα θρέμμα της Θεσσαλονίκης- είναι μια από τις πλέον εκρηκτικές παρουσίες στο χώρο όχι μόνο της πεζογραφίας, αλλά και της μουσικής, ενίοτε δε και του θεάτρου. Αν και τα έργα του έχουν μια πλούσια θεματική ποικιλία, εκείνο που εν τέλει χαρακτηρίζει το έργο του είναι η ικανότητά του να μετατρέπει -κατά κάποιον τρόπο- τη γραφή του σε προφορικό λόγο που όμως κάθε φορά υπηρετεί με απόλυτη πιστότητα τον χαρακτήρα του κεντρικού προσώπου που το ίδιο αφηγείται τη ζωή του. Από αυτή τη σκοπιά διαβάζοντας Κοροβίνη, τον χαρακτηρίζω ως πορτρετίστα της πεζογραφίας. Σύντομα θυμίζω κάποια έργα του, μέσα από τα οποία ο αναγνώστης τους ‘συνομιλεί’ άλλοτε με τον Καβάφη, άλλοτε με τον Παπαδιαμάντη ή τον Βιζυηνό, άλλοτε πάλι με τον Ανδρούτσο ή μια μεσήλικη Πολίτισσα, μα και με διάφορους ακόμα τύπους από αυτούς που μπορεί κανείς να συναντήσει στις συνοικίες της Θεσσαλονίκης. Με μια θαυμαστή ικανότητα που δεν στηρίζεται μόνο στο ταλέντο, αλλά και στην τεκμηριωμένη και βαθιά γνώση και αίσθηση της γλώσσας, ο Κοροβίνης μπορεί και να αφηγείται τις δικές του απόψεις για τον χαρακτήρα γνωστών ή όχι και τόσο ανθρώπων. Αυτή την τεχνική συναντάμε και στο τελευταίο του βιβλίο. Μόνο που εγώ το όλο έργο είναι καθαρώς ένα προϊόν καταγραφής διαλόγων. Ο ίδιος ο Κοροβίνης, επιστρέφει την εποχή που ήταν περίπου 22 χρονών, θυμάται τις συζητήσεις που είχε με τη γιαγιά του και αυτές τις κουβέντες τους τις καταγράφει και τις μετατρέπει σε ένα ιδιότυπο αφήγημα όπου από τη μια προβάλει την προσωπικότητα μας λαϊκής γυναίκας και από την άλλη βρίσκει την ευκαιρία να περιγράψει συνθήκες (ιστορικά και κοινωνικά γεγονότα) που επικρατούσαν κατά τη διάρκεια των πρώτων δεκαετιών του 20ου αιώνα και κυρίως γύρω από τα χρόνια της Κατοχής. Άλλωστε βασικό στοιχείο της επιτυχημένης σκιαγράφησης της κεντρικής ηρωίδας και του σπαρταριστού λόγου που αρθρώνει καθώς συνομιλεί με τον εγγονό της, είναι το τραγικό γεγονός του θανάτου ενός γιου της από μια νάρκη που τον διέλυσε. Μέσα, λοιπόν, από αυτούς τους διαλόγους, φωτίζεται η λαϊκή σοφία, μαζί με τα πάθη και τις έγνοιες, όσο και μαζί με τις ελπίδες και τα όνειρα των απλών ανθρώπων, αυτών που τελικά και που βίωσαν την Ιστορία καθώς αυτή διαμόρφωνε τη δική τους ιστορία. Κυρίως όμως -εδώ και η για μένα κεντρική αξία του βιβλίου αυτού- είναι η προβολή ενός ήθους μιας άλλης εποχής, που όχι απλώς χάνεται, αλλά έχει ήδη χαθεί. Και που ο Κοροβίνης -κάθε φορά και με κάθε του βιβλίο- την υπενθυμίζει καθώς λες και ανασταίνει εκείνους που με αυτό το ήθος, το απλό, πορευτήκανε. «Μπορεί με τη νύφη μ΄ τη μικρή να έχουμε τον καβγά ψωμοτύρ’, αλλά, αυτό να το ξέρ’ς, άμα μαλών’ τ΄ αντρό΄υνο, την υποστηρίζω, δεν κάνω κόμμα με το γιο μ΄, γιατί ειν΄ την ξενόφερτη, από άλλον τόπο, κι ειν΄ αμαρτία να πολεμάνε οι δυο μαζί τον ένα, τον αδύναμο, χωρίς σόι να τον σταθεί και χωρίς δικηγόρο να τον στηρίξ’!» (616 λέξεις) https://diastixo.gr/.../23932-korovinis-stauroi-akrothalassi

30.1.25

Γιάννης Πάσχος "Παραδείσια πουλιά"

Γιάννης Πάσχος «Παραδείσια πουλιά Εκδόσεις Περισπωμένη Γράφει ο Μάνος Κοντολέων Από τις πλέον ιδιαίτερες -ίσως και ιδιόμορφες- παρουσίες της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας ο Γιάννης Πάσχος. Γεννημένος στα Γιάννενα το 1954, σπούδασε Βιολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και ειδικεύτηκε στη Μοριακή Βιολογία και τη Γενετική των υδρόβιων οργανισμών στην Ουγγαρία και τη Νορβηγία. Είναι καθηγητής Ιχθυολογίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Και παράλληλα -πιο σωστά με μια κάποια καθυστέρηση- από το 2005, δηλαδή σε ηλικία 59 χρονών, αρχίζει να παρουσιάζει τα συγγραφικό του έργο, που είναι κι αυτό ποικίλο: ποιήματα, νουβέλες, μυθιστορήματα, διηγήματα, δοκίμια. Κατά δήλωσή του τα όσα έγραφε για χρόνια τα κρατούσε στο συρτάρι του και τα πρώτο δικά του βιβλία που θέλησε ένα ευρύτερο κοινό να γνωρίσει ήταν συλλογές ποιημάτων πρώτα και αμέσως μετά διηγημάτων. Το 2022 κυκλοφορεί το αυτοβιογραφικό «Το χρονικό ενός δυσλεκτικού» και η αμεσότητα της γραφής του, μαζί με μια ξεκάθαρη τάση κριτικής αμφισβήτησης του κοινωνικού κατεστημένου που διαπερνά όλο το σπαρταριστό κείμενο, του φέρνει δυο βραβεύσεις και την αναγνώριση από ένα πλατύτερο κοινό. Ο Γιάννης Πάσχος είναι πλέον μια εντελώς πρωτότυπη persona της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας και αυτήν την ιδιότυπη συγγραφική πρωτοτυπία του την επιβεβαιώνει και με το τελευταίο του έργο, το μυθιστόρημα «Παραδείσια πουλιά». Θέλω από την αρχή να το δηλώσω πως το συγκεκριμένο έργο μου θύμισε πάρα πολύ το μυθιστόρημα «Ο οργισμένος βαλκάνιος», έργο του 1977 , του σκηνοθέτη και συγγραφέα Νίκου Νικολαϊδη (1939-2007) Το έργο εκείνο ήταν μια τολμηρά αντισυμβατική καταγραφή των αδιεξόδων μιας νεότητας που έβλεπε πως τα όνειρά της κάποιοι άλλοι τα ποδοπατούσαν και να αλλοτρίωναν. Προφητικό με ένα τρόπο, μιας και αληθινά τα όσα ακολούθησαν από τη χρονιά κυκλοφορίας του, απέδειξαν πως το ότι προσπαθεί μια ‘οργισμένη΄ νεότητα να αμφισβητήσει, το σύστημα καταφέρνει να τα παραμερίσει ή και να τα ευνουχίσει. Ο Γιάννης Πάσχος με το δικό του μυθιστόρημα, 47 χρόνια μετά, αναζητά να καταγράψει το πως αυτή η νεανική οργή εξακολουθεί να υφίσταται την πολλαπλή και πολυδαίδαλη ενσωμάτωσή της μέσα στο κοινωνικό status, ίσως και με επιπλέον κάποιες διαφοροποιήσεις -αυτό που τότε έδειχνε πως μπορούσε να καταφέρει μια έστω και μικρή αλλαγή της μικροαστικής νοοτροπίας, τώρα έχει εγκλωβιστεί με μια σχεδόν ατομικών διαστάσεων εκτόνωση. «Στα όνειρά μας, όμως, μας κυνηγούσαν οι εφιάλτες για κάμποσο καιρό, για την ακρίβεια, για πολύ καιρό. Μείναν τα σημάδια ανεξίτηλα στις καρδίες μας, όσο και να προσπαθήσαμε, ο έρωτας που είχαμε κούρνιασε και δεν είχε τη δύναμη να τα σβήσει» (σελ. 204) Η πλοκή απλώνεται σε 273 σελίδες μεγάλου μεγέθους και αρκούντως πυκνοτυπωμένες. Και είναι καταιγιστική. Κεντρικά πρόσωπα δυο νεαροί άντρες -με διαφορετικές οικογενειακές καταβολές. Ο ένας από μια μεγαλοαστική οικογένεια, ο άλλος -που είναι και ο αφηγητής- από μικροαστική. Θα δεθούν με μια δυνατή και στενή ανδρική φιλία -αυτό που θα τους κρατήσει τόσο κοντά τον ένα στον άλλον είναι η κοινή τους στάση ως προς το κοινωνικό φαίνεσθαι και στην επικρατούσε σε όλα τα επίπεδα υποκρισία. Η αντίδρασή τους απέναντι στο μέλλον που οι άλλοι έχουν ήδη γι αυτούς σχεδιάσει, θα τους φέρει να ζούνε με τρόπο σχεδόν περιθωριακό, την ίδια στιγμή που οι σπουδές και τα ταλέντα τους (ο ένας είναι και συγγραφέας) τους εγκλωβίζουν και σε ένα καθημερινό επιούσιο. Ο κόσμος των γυναικών του πληρωμένου έρωτα, θα είναι το καταφύγιό τους, κάπου στα ‘σπίτια’ της οδού Φυλής, θα είναι όπου θα αισθάνονται πως κάποιοι -κάποιες πιο σωστά- τους καταλαβαίνουν, κάποιες τους συμπαραστέκονται, αλλά και κάποιες έχουν ανάγκη τη δική τους συναισθηματική παρουσία και προστασία. Ο κόσμος του πληρωμένου έρωτα -λες και μας υπογραμμίζει ο Πάχος- μπορεί να είναι ένας κόσμος που εκφράζει το πλέον υγιές στοιχείο του σήμερα, καθώς δεν καταναλώνει αλλά καταναλώνεται. Η γραφή του Πάσχου είναι άλλοτε ρεαλιστική, άλλοτε μελοδραματική, άλλοτε δοκιμιακή, συχνά ποιητική. Και πάντα δεν λησμονεί να σαρκάσει, πάντα δεν ξεχνά να συμπάσχει. Και βέβαια όλο το έργο στέκεται απέναντι σε απόψεις που προσπαθούν α κυριαρχήσουν στην παγκοσμιοποιημένη κοινωνία μας. Οι χαρακτήρες είναι ή αρσενικοί ή θηλυκοί. Κάθε κατηγορίες αρσενικά κυκλοφορούν στις αράδες κάθε σελίδας -από άντρες που εκφράζονται με μια διαχρονική αρρενωπότητα, έως αρσενικά αποβράσματα. Μα τα θηλυκά πρόσωπα -από την συντηρητική αλλά καλόκαρδη γιαγιά έως την θεία που είναι έρμαιο της σεξουαλικότητάς της, από το αθώο θύμα ενός βιασμού έως τις διαχειρίστριες των σύγχρονων μπουρδέλων -διαθέτουν τίμια και απόλυτα συνειδητοποιημένα χαρακτηριστικά. Ο κόσμος στα ‘Παραδείσια πουλιά’ είναι ένας κόσμος ρεαλιστικός όσο και σουρεαλιστικός. Για κάποιους ίσως απρεπής ή και ακόμα βλάσφημος. Μπορεί και ονειροπόλος ή μπορεί και υπέρ το δέον συναισθηματικός. Πάντα σαρκαστικός όσο και τραχύς. Σίγουρα ένας κόσμος -επίκαιρα ή διαχρονικά; -αρσενικός. Που πάντως με το υγειές του πρόσωπο κάτι σαν να αναζητά: «Ήταν σαν να θέλαμε να εντυπωσιάσουμε τον ίδιο μας τον εαυτό. Στην πραγματικότητα, όμως, μια γέφυρα ψάχναμε, μια εξήγηση σε κακοδιατυπωμένα, ασαφή ερωτήματα.» (σελ. 61) Μυθιστόρημα προορισμένο να κρατήσει το ενδιαφέρον. Να αγαπηθεί ή και να αμφισβητηθεί. Και βέβαια, με τον δικό του τρόπο, να προβληματίσει. https://bookpress.gr/kritikes/elliniki-pezografia/22037-paradeisia-poulia-tou-gianni-pasxou-kritiki-mia-orgismeni-genia-anazita-katafygio (780 λέξεις)

24.1.25

Gabo

Το λογοτεχνικό ρεύμα του μαγικού ρεαλισμού, που άνθησε στη Λατινική Αμερική μέσα στις δεκαετίες του ’60 και του ’70, πολύ σύντομα εξαπλώθηκε και στην Ευρώπη και έγινε ιδιαίτερα αγαπητός ο τρόπος με τον οποίο δομούσε τις αφηγήσεις του. Αυτή η μείξη αλήθειας και φαντασίας, πιο σωστά η αρμονική συνύπαρξη ρεαλισμού και μαγείας, φάνηκε πως είχε τη δυναμική εκείνη που ήταν ικανή να απελευθερώσει τα βαθιά κρυμμένα –ίσως και καταχωνιασμένα– συναισθήματα των Ευρωπαίων αναγνωστών, που είχαν μεγαλώσει με διάφορα άλλα μυθιστορηματικά κινήματα – ρεαλισμού, νατουραλισμού, ρομαντισμού, συμβολισμού κ.ά. Βέβαια, αν κανείς ανατρέξει στα λαϊκά παραμύθια των λαών της Ευρώπης –π.χ. στη συλλογή των αδελφών Γκριμ–, θα βρει πολλές αντιστοιχίες ανάμεσα στους τρόπους με τους οποίους ο παλιός λαϊκός Ευρωπαίος παραμυθάς αφηγούνταν τις ιστορίες του με τις τεχνικές των Λατινοαμερικάνων συγγραφέων του 20ού αιώνα. Η ανάγκη του ανθρώπου να φέρει μέσα στην καθημερινότητά του, όχι μόνο τη φαντασία, αλλά κάτι ακόμα πιο απτό, ένα στοιχείο ρεαλισμού που όμως θα είχε την ικανότητα να κλείνει το μάτι στο μαγικό και στη συνέχεια να συνοδοιπορεί μαζί του, ήταν νομίζω το έναυσμα να αγαπηθεί αυτού του είδους η αφήγηση από αναγνώστες οι οποίοι είχαν ακόμα στη μνήμη τους τα τραύματα από δυο Παγκόσμιους Πολέμους. Ίσως είναι κάπως αυθαίρετη και σίγουρα εντελώς προσωπική αυτή η προσέγγιση, με την οποία επιχείρησα να ερμηνεύσω τη διάδοση στην Ευρώπη των έργων του μαγικού ρεαλισμού και την αγάπη που έδειξε το αναγνωστικό κοινό σε συγγραφείς όπως ο Μπόρχες, ο Ρούλφο, ο Καρπεντιέ, ο Νερούδα και, βέβαια, ο Μάρκες. Σε κάθε πάντως περίπτωση, τόσο η συγγραφή όσο και η ανάγνωση έργων του μαγικού ρεαλισμού προκαλεί ένα συναίσθημα αμφισβήτησης μιας στείρας και συχνά καταπιεστικής λογικής, μιας νοοτροπίας που τελικά δεν κατάφερε να αλλάξει το πρόσωπο του 20ού αιώνα προς κάτι το πλέον ασυμβίβαστο με την εξουσία των υλικών αγαθών ή των έωλων ενδοσκοπήσεων. Αν ισχύουν αυτές οι σκέψεις, νομίζω πως μπορεί κανείς και να ερμηνεύσει το γιατί στην Ελλάδα, ενώ οι Έλληνες αναγνώστες λάτρεψαν τον Μπόρχες, τον Ρούλφο και τον Μάρκες, ενώ τραγούδησαν τα ποιήματα του Νερούδα, οι Έλληνες συγγραφείς από τη μεριά τους ελάχιστα αναζήτησαν την έμπνευση σε αυτού του είδους την τεχνική. Είναι διαφορετικό να αναζητάς κάτι από το –και– να το δημιουργείς. Η χώρα μας, πιεσμένη από τον καιρό που έστησε την αυτόνομη παρουσία της ανάμεσα σε πολιτικές αντιπαραθέσεις και κάτω από την ανάγκη να στρέφει το βλέμμα της προς τα πολιτιστικά προϊόντα της Δύσης, έχασε την ευκαιρία να ανανεώσει τα μαθήματα αφήγησης που είχαν σε προηγούμενες εποχές δώσει τα λαϊκά παραμύθια και τα δημοτικά τραγούδια. Έτσι, λοιπόν, λίγοι είναι οι Έλληνες συγγραφείς που έγραψαν κάτω από τους κανόνες του μαγικού ρεαλισμού. Είμαι ένας από αυτούς τους σύγχρονους Έλληνες συγγραφείς που συνέθεσαν κάποια στιγμή μερικά αφηγήματα στηριγμένα στους κανόνες μιας συνύπαρξης ρεαλισμού και μαγείας. Οι δυο συλλογές διηγημάτων μου και η μια με παραμύθια που φλερτάρανε περισσότερο με το μαγικό στοιχείο απ’ ό,τι με το φανταστικό δεν έτυχαν ιδιαίτερης προσοχής από το κοινό. Και μάλλον δε θα κάνω λάθος αν ισχυριστώ πως ελάχιστα είναι και τα έργα άλλων Ελλήνων συγγραφέων που θα μπορούσαν να ενταχθούν σε αυτού του είδους την αφήγηση – στο σημείο αυτό, πάντως, να σημειώσω πως αυτά τα ελάχιστα στα οποία αναφέρομαι είναι πάρα πολύ καλά λογοτεχνικά κείμενα. Οπότε και η απόφαση του PEN Greece να ζητήσει να δημιουργήσουμε εμείς οι Έλληνες λογοτέχνες (πεζογράφοι και ποιητές) μια συλλογή μικρών διηγημάτων και ποιημάτων αφιερωμένων στον πατριάρχη του είδους, Gabriel García Márquez, είχε ένα ρίσκο. Τελικά το αποτέλεσμα δικαίωσε την τολμηρή ιδέα. Ένας τόμος με 74 κείμενα που πατούν στα χνάρια των μεγάλων μαστόρων του είδους και είναι αφιερωμένα στον αγαπημένο Gabo έχει βρει τη θέση του στα ράφια των βιβλιοπωλείων, ενώ σχεδόν αμέσως όλη η συλλογή μεταφράστηκε και κυκλοφορεί στην Κολομβία. Τα κείμενα όλα είναι ιδιαιτέρως καλογραμμένα. Το καθένα με το δικό του ύφος. Πράγμα που σημαίνει πως οι λογοτέχνες που συμμετείχαμε είχαμε κρυμμένη μια ματιά που θέλει να δει τον κόσμο ως ένα σύμπαν όπου το καθημερινό δέχεται να το αμφισβητήσει η μαγεία. Το χάρηκα το συγκεκριμένο βιβλίο. Και εύχομαι πολύ σύντομα αρκετοί από τους συμμετέχοντες να εκδώσουν και προσωπικές συλλογές –γιατί όχι και μυθιστορηματικές συνθέσεις– στηριγμένες στις τεχνικές αφήγησης του μαγικού ρεαλισμού. Σημειωτέον ότι σημαντικός αρωγός στο συγκεκριμένο εγχείρημα υπήρξε το Ελληνικό Υπουργείο Πολιτισμού, χωρίς την επιχορήγηση του οποίου δεν θα ήταν εφικτό να υλοποιηθεί η παρούσα έκδοση, ούτε να υπάρξει προοπτική για τη μετάφρασή της. Οι συγγραφείς της συλλογής με αλφαβητική σειρά: Δημήτρης Αλεξίου, Μαριγώ Αλεξοπούλου, Χρύσα Αλεξοπούλου, Πόπη Αρωνιάδα, Καλλιρρόη Ασκαρίδου, Δημήτρης Βαρβαρήγος, Ευριπίδης Γαραντούδης, Σωτηρία Γεωργαντή, Κωνσταντίνος Γιαννάκος, Τζούλια Γκανάσου, Στάθης Γουργουρής, Ανθούλα Δανιήλ, Αγγελική Δαρλάση, Λουκία Δέρβη, Μαρία Διαμαντοπούλου, Σοφία Διονυσοπούλου, Νίκος Ερηνάκης, Σόνια Ζαχαράτου, Κατερίνα Ζαχαριάδου, Απόστολος Θεοδωρόπουλος, Σάρα Θηλυκού, Χάρης Καλαϊτζίδης, Αθανασία Καραγιάννη, Κατερίνα Καριζώνη, Γιάννης Καρκανέβατος, Νίκος Κατσαλίδας, Πάνος Κεραμεύς, Ζέφη Κόλια, Κώστια Κοντολέων, Μάνος Κοντολέων, Σπύρος Κρόκος, Νίκος Κωσταγιόλας, Κατερίνα Λιάτζουρα, Ηλίας Μαγκλίνης, Μαντώ Μάκκα, Γεωργία Μακρογιώργου, Κατερίνα Μαλακατέ, Εριφύλη Μαρωνίτη, Φανή Ματσινοπούλου, Μιχάλης Μοδινός, Τέσυ Μπάιλα, Δημήτρης Μπαλτάς, Αγλαΐα Μπλιούμη, Κωνσταντίνος Μπούρας, Γιάννης Ξέστερνος, Παναγιώτης Παγιάτης, Πόπη Παντελάκη, Μάγδα Παπαδημητρίου Σαμοθράκη, Γεωργία Παπαμιχαήλ, Ελένη Παπατζίκη, Ελένη Παρασχίδου, Σοφία Περδίκη, Βάλτερ Πούχνερ, Γιώργος Ρούσκας, Νίκος Σαλτερής, Μαρία Σκιαδαρέση, Αντώνης Δ. Σκιαθάς, Αιμίλιος Σολωμού, Νίκος Σουβατζής, Αλέξης Σταμάτης, Δημήτρης Στεφανάκης, Κλαίτη Σωτηριάδου, Γιάννης Τόμπρος, Φωτεινή Τσαλίκογλου, Μάκης Τσίτας, Δημήτρης Φιλελές, Σοφία Χανιωτάκη, Βαγγέλης Χατζηγιαννίδης, Γιώργος Χουλιάρας, Παναγιώτης Χριστοδούλου, Δημήτρης Χριστόπουλος, Χριστίνα Χριστοφή, Αγγέλα Χρονοπούλου, Μαργιάννα Χύμου. (883 λέξεις) https://diastixo.gr/kritikes/ellinikipezografia/23859-syllogiko-ergo-pen-gabo