10.6.14

"Δυο φορές Άνοιξη" -Η ελεγεία του έρωτα

Της Τέσυς Μπάιλα

«Δυο φορές Άνοιξη»

Το νέο βιβλίο του Μάνου Κοντολέων που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη και για μένα πράγματι η άνοιξη αυτού του βιβλίου με συνάντησε δυο φορές. Την πρώτη φορά βρισκόμασταν όλοι μαζί στην αυλή του Μάνου και της Κώστιας στο Πήλιο. Εκεί, ένα καλοκαιρινό βράδυ, ένα βράδυ από αυτά που χαράζονται στη μνήμη με τη δύναμη ενός λιγνού γιασεμιού, καθισμένοι όλοι μαζί στην πέτρινη αυλή τη γεμάτη λουλούδια, ο Μάνος μας ρώτησε αν θα θέλαμε να ακούσουμε αποσπάσματα από το νέο βιβλίο που έγραφε. Κι άξαφνα η βραδιά πήρε μια νέα τροπή, ο υπολογιστής επανέφερε το κείμενο κι αυλή γέμισε από τη σιγαλή φωνή του Μάνου που μας ξεναγούσε στον κόσμο της Ανθής, του Δημήτρη, του Μανουήλ, της Αλίκης, της Χριστίνας Γκλαβανη, της Μάρθας Χρυσογόνου.

Το ένα απόσπασμα έφερε το άλλο και το πρώτο βράδυ ένα επόμενο κι η ιστορία της Ανθής και του Δημήτρη που αγαπήθηκαν από τα φοιτητικά τους χρόνια και παντρεύτηκαν σε πολύ νεαρή ηλικία, σχεδόν πριν κλείσουν τα είκοσι έγινε η αφορμή για να γνωρίσουμε τους ήρωες ενός βιβλίου που έμοιαζε να αφορμάται από την αγάπη και τον έρωτα δυο παιδιών και την ύπαρξη μιας εγκυμοσύνης, για να μιλήσει για τα διλήμματα που φέρνει στη ζωή ο έρωτας, για το πάθος που δυναμώνει όταν μπλέκονται οι ζωές των ανθρώπων, για τα λάθη και τις επιλογές μας που μπορεί να φέρουν την άνοιξη αλλά ταυτόχρονα και τον πόνο στη ζωή μας με την ίδια ευκολία που καθορίζουν την τύχη μας.

Ο Ελύτης είχε πει πως «την Άνοιξη αν δεν τη βρεις τη φτιάχνεις». Ο Μάνος Κοντολέων κάνει κάτι ακόμα. Φέρνει την Άνοιξη δυο φορές. Και οι τρείς αυτές λέξεις κατορθώνουν να συνοψίσουν το σύνολο αυτού του λογοτεχνικού έργου στα πολλαπλά του επίπεδα, τα οποία καλούμαστε να αποκωδικοποιήσουμε εμβαθύνοντάς σε ένα μυθιστόρημα ερωτικό που μιλά για τις ενδόμυχες επιθυμίες και τα όνειρα των ανθρώπων για ελεύθερη αυτοδιάθεση, για ζωή, για ελευθερία.

Η Ανθή και ο Δημήτρης θα παντρευτούν και το πρώτο τους παιδί θα οδηγήσει τη ζωή τους, της Ανθής κυρίως, προς ένα νέο προσανατολισμό. Σύντομα θα γεννηθεί και το δεύτερο παιδί. Κι ενώ όλα δείχνουν ότι η νέα αυτή οικογένεια έχει όλη την απαιτούμενη δυναμική για να πραγματοποιήσει τα κοινωνικά και οικογενειακά της όνειρα, η νέα γυναίκα σύντομα αρχίζει να νιώθει εγκλωβισμένη σε μια σχέση που την καταδικάζει σταδιακά σε μια ασφυκτική αίσθηση ρουτίνας.

Ο Δημήτρης ανθίζει επαγγελματικά αλλά η Ανθή μαραίνεται, νιώθοντας την πλήξη της καθημερινής ομοιομορφίας να περιορίζει το οξυγόνο που χρειάζεται για να ζήσει. Ο γάμος τους γίνεται η εστία της δυαδικής μοναξιάς τους και η Ανθή νιώθει καταδικασμένη σε ένα οικογενειακό πρότυπο ζωής που την πνίγει.

Οι ισορροπίες θα διαταραχθούν όταν στη ζωή της Ανθής εισβάλλει κυριολεκτικά ο Μανουήλ, ένας νέος φωτογράφος που καλεί την Ανθή να συμμετάσχει σε ένα παιχνίδι ερωτικό, να βυθιστεί σε ένα πάθος, σε μια σχέση φωτιά που πυροδοτεί τη δική της δημιουργικότητα και την κάνει να νιώθει και πάλι ζωντανή φέρνοντας της μια νέα άνοιξη. Η ζωή της παίρνει ξαφνικά κάτι απ΄ τον αγέρα της μέθης και η Ανθή θα ερωτευτεί τον Μανουήλ και στο πρόσωπό του θα ερωτευτεί με πάθος τον εαυτό της ξανά, θα αγαπήσει αυτό που μπορεί να είναι η ίδια, περισσότερο κι από το ίδιο το αντικείμενο του έρωτά της και θα δεθεί μαζί του σε μια μοιραία σχέση.

Ο Μανουήλ όμως είναι ο έρωτας και ο έρωτας είναι πάντα απαιτητικός. Αρέσκεται να βάζει διλήμματα στους ερωτευμένους. Έτσι όταν η Ανθή κληθεί να αποφασίσει αν θα ακολουθήσει τον Μανουήλ και θα φύγει μαζί του, εκείνη δε θα μπορέσει να αφήσει πίσω της την οικογένειά της και θα προτιμήσει να αργοσβήσει τις προσωπικές της επιθυμίες.

Ή τουλάχιστον έτσι νομίζει ότι θα συμβεί. Γιατί η ζωή γράφει μόνη της το πεπρωμένο των ανθρώπων και η ανατροπή που θα φέρει στη ζωή όλων τους ένα νέο παιδί θα πυροδοτήσει μια σειρά εξελίξεων και αποκαλύψεων από όλες τις πλευρές που θα σημαδέψουν τη ζωή όλων και θα αφήσουν ανεξίτηλα σημάδια στην ψυχή τους.

Η Ανθή μετατρέπεται σταδιακά σε μια τραγική ηρωίδα. Ο παράνομος έρωτάς της για τον Μανουήλ είναι η προσωπική της ύβρη κι ο αναγνώστης γνωρίζει ότι την ύβρη διαδέχεται η κάθαρση που αναπόφευκτα θα έρθει όταν η Νέμεση την καλέσει να πληρώσει το αντίτιμο της επιλογής της και ο συγγραφέας βρίσκει την ευκαιρία να σχολιάσει με το δικό του τρόπο τη σεξουαλικότητα των ανθρώπων της εποχής, τα πρέπει και τις δεσμεύσεις που αρνούνται ή καλούνται να ακολουθήσουν.

Κάπως έτσι γνώρισα τους ήρωες αυτού του βιβλίου όμως ο Μάνος εκείνο το καλοκαίρι δεν είχε ολοκληρώσει ακόμη το βιβλίο του και φεύγοντας από το Πήλιο η αίσθηση της φωνής του να διαβάζει με ακολουθούσε μαζί με την περιέργεια για τη συνέχεια αυτού του βιβλίου. Πώς το κουβάρι που είχε πλέξει η μοίρα στη ζωή αυτών των ανθρώπων θα ξεδιαλυνόταν.

Λίγο καιρό αργότερα η άνοιξη του Μάνου ήρθε για δεύτερη φορά να με βρει, όταν εκείνος ολοκλήρωσε το βιβλίο και μου το εμπιστεύτηκε. Και είναι περίεργο αλλά ανοίγοντας το αρχείο για να διαβάσω τη συνέχεια, σε κάθε νέα φράση που διάβαζα, συνειρμικά άκουγα και πάλι τη φωνή του να δίνει το χρώμα της αφήγησης και οι μυρωδιές από την καλοκαιρινή αυλή του Πηλίου επανέρχονταν στο νου. Ίσως επειδή τελικά η δύναμη της Άνοιξης είναι ακριβώς αυτή, να επιτίθεται στις αισθήσεις και να τις προσδιορίζει μετά από κάθε συνάντησή τους μαζί της και το βιβλίο αυτό έφερνε μαζί του την Άνοιξη και μάλιστα δυο φορές.

Το βιβλίο αποτελεί μια ελεγεία για τον έρωτα και είναι η γοητεία της συγγραφής του Μάνου Κοντολέων, γνωστή από το σύνολο του λογοτεχνικού του έργου, που απελευθερώνει το λόγο σ΄ αυτό το τρυφερό μανιφέστο για την αγάπη, την τέχνη και τον έρωτα σε όλες τους τις μορφές.

www.thinkfree.gr

2.6.14

Μια πλούσια και με σαφή περιγράμματα τοιχογραφία

"Δυο φορές Άνοιξη"
Μυθιστόρημα
Εκδόσεις Πατάκη, 2014

Κάποιες μέρες ξυπνάω νωρίς. Όπως και σήμερα.
Μου αρέσει να βλέπω τον ουρανό να φωτίζεται σιγά σιγά.
Άρχισα το διάβασμα με τεχνητό φως και στις τελευταίες σελίδες είχε φέξει πια.
Αλλά δεν σηκώθηκα να σβήσω το φως. Το έσβησα μετά.
Και συνειδητοποίησα ότι είχα κάνει λάθος.
Αναφέρομαι στις εκπλήξεις που, όπως νόμιζα, δεν θα μου επεφύλασσε το μυθιστόρημα «Δυο φορές άνοιξη», του Μάνου Κοντολέων, όταν είχα ήδη ξεπεράσει ―από την προηγούμενη μέρα― τις 340 από τις 391 σελίδες του.
Έκπληξη πρώτη: έκλαψα. 
Έκπληξη δεύτερη: ξαναέκλαψα.
Πού; Δεν έχει και τόση σημασία...  Ο αναγνώστης μάλλον θα το καταλάβει.
Και σ’ ένα σημείωμα για ένα βιβλίο που μου άρεσε δεν έχω λόγο να υποκαταστήσω την ανάγνωσή του.
Πρέπει βέβαια να πιστώσω τον Μάνο Κοντολέων με περισσότερες από τρεις σελίδες που είναι από τις καλύτερές που έχει γράψει μέχρι σήμερα.
Λοιπόν… Στο βιβλίο πάλι.
Και συγκινήθηκα αλλά και χαμογέλασα... Με κάποια πράγματα που γίνονται απλά όταν μπορείς να διακρίνεις την ικανότητα του συγγραφέα να τρυπώνει σε μικρά καθημερινά και να βγαίνει μετά με ένα χαμόγελο που σου δείχνει πώς να διαχειρίζεσαι ή και να νικάς τα μικρά της καθημερινότητας χωρίς καθόλου να τα θεωρείς ασήμαντα. Αυτό εγώ το λέω χαρά της ανάγνωσης.
Όπως χαμογελούσα με την ευκολία που έφτιαχνε τρισδιάστατα αστέρια από χρωματιστό χαρτόνι ο πατέρας μου όταν ήμουν μικρός.
Πάντα χαμογελάω με τη μαγεία. Και μ’ αρέσει να μπαινοβγαίνω απ’ τη ζωή στο μαγικό που δεν είναι τίποτ’ άλλο, αυτό το μαγικό, από την ίδια τη ζωή με λιγότερους πρακτικούς ορισμούς και περισσότερη τέχνη με πρακτικές εφαρμογές και διαισθητικές λύσεις.
Κι αυτό, η σύζευξη της καθημερινότητας των ηρώων του Μάνου Κοντολέων με τα μεγάλα ερωτήματα της ζωής και το ξεπέρασμα των αναπάντητων ερωτημάτων, σαν εκείνα που γέννησαν και γεννούν μαγεία και θρησκείες, και η απάντηση των ερωτημάτων με τη μόνη δυνατή ―και σαν δυνατότητα και σαν ισχύ― λέξη, που είναι η αγάπη και η συντρόφισσά της η Άνοιξη, είναι που δίνουν στο τελευταίο του μυθιστόρημα τον χαρακτήρα ενός ιδιότυπου ελληνικού «αστικού» μυθιστορήματος.
Ιδιότυπο, γιατί ξέρει ο συγγραφέας ότι η ελληνική παράδοση της λογοτεχνίας μας έχει τόση μαγεία μέσα της που να τη θεωρούμε μέρος του ορθολογισμού μας. Κι αυτό το ξεδιπλώνει μέσα σε πολλές σελίδες που θα μπορούσαν να θεωρηθούν παραμυθένιες.
Ελληνικό, γιατί δεν είναι ούτε μοιάζει δανεισμένο από κάτι ξένο για να αρέσει.
Και «αστικό». Βάζω σε εισαγωγικά τη λέξη «αστικό» όχι για να της αφαιρέσω βάρος αλλά για να επισημάνω το φορτίο της που έχει να κάνει περισσότερο με το «άστυ» και λιγότερο με την αστική τάξη.
Παρόλο που γύρω από τη μεσοαστική αλλά και τη μεγαλοαστική τάξη πλέκεται το μυθιστόρημα.
Και ως αναφερόμενο σε αυτήν αλλά και παρουσιάζοντας μία τουλάχιστον εκπρόσωπό της μεγαλοαστή να θέλει να μπει κι αυτή στο παιχνίδι της αγάπης με έναν τρόπο που την καθιστά ανήθικα ελκυστική, σαν «λάιφ στάιλ», για τους πέριξ αυτής μεσοαστούς, μικροαστούς και νεόπτωχους.
Το «Δυο φορές άνοιξη», με τη μυθιστορηματική (και όχι ιστορική) καταγραφή καταστάσεων και γεγονότων της Ελλάδας, από τη δεκαετία του '80 μέχρι και σήμερα σχεδόν, νομίζω ότι θα αποτιμηθεί αργότερα (ζωή να 'χουμε...).
Και είναι σημαντικό το ότι δεν ενδίδει στον πειρασμό της περιγραφής των κοινωνικών σχέσεων σαν μιας καρικατούρας αλλά στην εμβάθυνση σ’ αυτές με κριτική όσο και συμμετοχική στοργή.
Το ερωτικό-οικογενειακό στόρυ, με μια γυναίκα, δύο άντρες ―κομπολόι με πολύ βαριές χάντρες, για να παραφράσω το παλιό λαϊκό άσμα― και τρία παιδιά, παρόλο που φαντάζει σαν το κυρίως πλαίσιο ή και άξονας του μυθιστορήματος ―και που ίσως αποτελέσει (όπως το εύχομαι και στον συγγραφέα και στον εκδότη) τον κύριο λόγο της επιτυχίας του―, είναι τελικά η αφορμή για μια διεισδυτική ανάλυση της παράξενης ωρίμανσης της ελληνικής κοινωνίας μέσα από μύθους, κρίσεις και διαδρομές που κάποιες στιγμές φάνταζαν αδιέξοδες.
Και λέω «φάνταζαν» γιατί νομίζω ―και ελπίζω― πως βρισκόμαστε στην «αποδρομή» ―με ιατρικούς όρους― της αρρώστειας μας.
Όχι ότι δε φοβάμαι τα «τέρατα» και το ξανα-ξεσάλωμά τους, έτσι και ξεφοβηθούν...
Ήδη έχουμε τα πρώτα φαινόμενα.
Πάντως αυτό που είδα μέσα στο βιβλίο τού Μάνου Κοντολέων, είναι μια πλούσια και με σαφή περιγράμματα τοιχογραφία που, με όρους Μπαλζάκ και της «Ανθρώπινης Κωμωδίας» του (και αναφέρω το όνομα του Μπαλζάκ όχι για σύγκριση αλλά σαν λογοτεχνικό προηγούμενο), καταφέρνει να αναμιγνύει, σαν καλός μπάρμαν, ποτά με διαφορετικές γεύσεις, χρώματα και αλκοολικούς βαθμούς σ’ ένα πολύ πετυχημένο κοκτέιλ. Που κάποια από τα συστατικά του, σε μεγαλύτερες δόσεις, θα μπορούσαν να σε κάνουνε ντίρλα, να σε πικράνουν μέχρις αποστροφής ή να σου φέρουν αναγούλα από τη γλυκεράδα.
Με την αίσθηση του μέτρου όμως και την ταλαντούχα πείρα που έχει ο Μάνος Κοντολέων, το χαρμάνι της Διπλής Άνοιξης (Double Spring: καλό όνομα για κοκτέιλ, αν δεν υπάρχει ήδη), σου φτιάχνουν κεφάλι χωρίς να χάνεις την αίσθηση και της ερωτικής διάστασης και του ιστορικού χρόνου και της καλής λογοτεχνίας.
Πολλοί ίσως αγοράσουν το «Δυο φορές άνοιξη» του Μάνου Κοντολέων, για να διαβάσουν την ερωτική ιστορία του. Και καλά θα κάνουν. Άλλωστε, είναι κι αυτός ένας από τους τρόπους του καλού συγγραφέα να παίρνει τους αναγνώστες του μαζί του στα βαθιά.

Κωστής Α. Μακρής
28 Μαΐου 2014
(Νέα Σελήνη!)


1.6.14

Επειδή στη θέση τής απόλαυσης τοποθετήσαμε την κατανάλωση.


Τι σχέση έχει ένας συγγραφέας με την οργάνωση της UNICEF; Η φυσική με την λογοτεχνία; Η κριτική τής λογοτεχνίας με έναν σύμβουλο εκδόσεων; Όλα δένουν αρμονικά στο έργο του, καθότι, ενώ σπούδασε φυσικός, σήμερα είναι ένας επιτυχημένος συγγραφέας. Ακόμη κι αν δεχτούμε ότι η μεγαλύτερη διάκριση είναι η διάρκεια, στο πρόσωπό του η λογοτεχνία κέρδισε ακόμη έναν πόντο. Ο βραβευμένος συγγραφέας Μάνος Κοντολέων μιλά στα «Πρόσωπα» για τη σχέση του με τη λογοτεχνία, την Τέχνη και τον Πολιτισμό, καθώς και για τη σημασία τού να είσαι Έλληνας.


Η ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Όταν αρχίσατε να γράφετε, ποιος ήταν ο σκοπός σας;
Συχνά σε αυτήν την ερώτηση απαντώ πως ήταν μια αυθόρμητη ανάγκη επικοινωνίας που με έσπρωξε στο γράψιμο. Αλλά αν το ψάξω κάπως πιο βαθιά... Ομολογώ πως δεν μπορώ να είμαι σίγουρος τι είναι αυτό που κάνει έναν άνθρωπο να θέλει να εκφρασθεί μέσω της γραφής... Η επικοινωνία; Η αυτοέκθεση; Η εξομολόγηση; Η διάθεση επιβολής των απόψεών σου;... Μερικά πράγματα διατηρούν το μυστήριό τους... Και ίσως γι' αυτό διατηρούν πάντα τη γοητεία τους. Το να γράφεις είναι κάτι το μαγικό.

Πόσα πονήματά σας έχουν εκδοθεί μέχρι σήμερα;
Νομίζω πως φτάνουν τα 65... Άλλα είναι για παιδιά, άλλα για νέους και άλλα για ενήλικους αναγνώστες.

Ναι, γράφετε στην ουσία για τρεις γενιές: για παιδιά, αλλά και για εφήβους, όπως και για τους γονείς όλων αυτών. Είστε από τους συγγραφείς που έχετε την ικανότητα να απευθύνεστε σε αναγνώστες διαφορετικών ηλικιών. Όλο αυτό είναι συγκινητικό;
Συγκινητικό γιατί; Με τα γραπτά μου θέλω να επικοινωνώ με τους συνανθρώπους μου. Όπως και με τα λόγια μου και τις πράξεις μου. Ζω ανάμεσα σε ανθρώπους που άλλοι είναι πιο μεγάλοι από εμένα, άλλοι πιο μικροί, άλλοι έχουν τα δικά μου χρόνια. Με όλους προσπαθώ να βρω ένα τρόπο επικοινωνίας. Άλλοτε προφορικό κι άλλοτε γραπτό. Κι άλλωστε ποτέ δεν ξεχνώ το πώς αισθανόμουνα ως παιδί και ως έφηβος. Ως νέος άντρας. Θυμάμαι όχι τόσο γεγονότα, όσο συγκινήσεις και αντιδράσεις. Και πάνω σε αυτή τη γνώση γράφω.

Ως συγγραφέας πολλών παραμυθιών αλλά και παιδικών βιβλίων, γνωρίζετε καλά την παιδική ψυχολογία. Πώς θα μας συμβουλεύατε να φερόμαστε στα παιδιά;
Με ευθύνη από τη μια, με κατανόηση από την άλλη... Α, και με τη διάθεση να παίρνουμε κάπου κάπου από αυτά μερικά μαθήματα, που ίσως –καθώς έχουμε μεγαλώσει– να τα έχουμε ξεχάσει.

Οι ήρωες των βιβλίων σας έχουν σχέση με πρόσωπα που γνωρίζετε; Η φράση τής γνωστής αμερικανίδας συγγραφέα Τζόαν Ντίντιον, «όταν γράφεις πάντα ξεπουλάς κάποιον», πόσο σας βρίσκει σύμφωνο;
Όχι πάντα. Θα έλεγα σπάνια. Αλλά και όταν δικά μου άτομα γίνονται η βάση που πάνω τους θα στήσω κάποιους ήρωές μου, ποτέ, μα ποτέ δεν τα ξεπουλώ. Προσπαθώ να τα καταλάβω. Να τα αγαπήσω περισσότερο.

Η σύζυγός σας, Κωστία Κοντολέων, επίσης συγγραφέας, πόσο σας επηρεάζει στο έργο σας και πόσο βοηθούν τα κοινά ενδιαφέροντά σας;
Η Κώστια γράφει και μεταφράζει. Η Άννα η κόρη μας έχει κι αυτή ξεκινήσει κάτι παρόμοιο να κάνει. Τα κοινά ενδιαφέροντα μας φέρνουν άλλοτε πιο κοντά κι άλλοτε πάλι μας κάνουν να διαφωνούμε. Με άλλα λόγια, δεν πλήττουμε.

Η Τέχνη και ο Πολιτισμός τι ρόλο παίζουν στη ζωή σας;
Πρώτιστο και ιδιαιτέρως σημαντικό. Η Τέχνη είναι ένας τρόπος να ζεις. Και ο Πολιτισμός είναι ένας τρόπος να συνυπάρχεις με τους άλλους.

Έχετε σπουδάσει Φυσικός. Οι σπουδές σας είναι άσχετες με το γράψιμο ή σας βοήθησαν;
Η Φυσική, ως μια βασική επιστήμη που αναλύει τους νόμους της Φύσης, με βοήθησε να κατανοήσω και να εφαρμόσω στη συνέχεια τους νόμους τής Τέχνης. Διότι –παραποιώντας μα όχι και τόσο αυθαίρετα τη ρήση του Αριστοτέλη– η Τέχνη είναι μίμηση της Ζωής.

Θα ήθελα να μας μιλήσετε και από τη θέση του αντιπροέδρου του ελληνικού τμήματος της UNICEF, τις δραστηριότητες της UNICEF αυτή την περίοδο και την ανταπόκριση των Ελλήνων στο κάλεσμά σας;
Το να σκέφτεσαι και να προσφέρεις την όποια βοήθεια μπορείς στα παιδιά όλου του κόσμου και κυρίως σε εκείνα που ζούνε σε περιοχές της Γης μας όπου η στέρηση βασικών αγαθών είναι έντονη, είναι στάση ζωής, είναι υποχρέωση και έκφραση ανθρωπιάς.
Δεν είμαι από τους ανθρώπους εκείνους που νοιάζονται μόνο για αυτά που συμβαίνουν στη δικιά τους την αυλή. Δεν μπορώ να αισθάνομαι ευτυχισμένος αν εγώ έχω έστω και τα βασικά αγαθά, ενώ λίγο πιο πέρα κάποια παιδιά πεθαίνουν από έλλειψη εμβολίων ή καθαρού νερού.

Πώς αισθάνεστε όταν ακούτε στην τηλεόραση για την κρίση χρέους της Ελλάδας;
Η κρίση χρέους... Δεν ξέρω... Θέλω να πω δεν είμαι οικονομολόγος για να αναλύσω τους λόγους που έφεραν ως εδώ τα πράγματα. Εκείνο που μπορώ να ξέρω και εκείνο που θέλω να ξέρω, είναι πως δεν γίνεται όλα κανείς να τα μετρά με το χρήμα. Ούτε αυτό που ξοδεύει, ούτε αυτό που χρωστά. Ο πολιτισμός μας και κυρίως ο πολιτισμός τής Δύσης στηρίχτηκε πάνω σε άλλες προτεραιότητες. Τις έχουμε αγνοήσει και έτσι έχουμε οδηγηθεί στο σημείο αυτό.

Η ανάμειξη των πολιτισμών τι μπορεί να σημαίνει για τη χώρα μας και πόσο επηρεάζει, κατά τη γνώμη σας, την εξέλιξή της;
Μου αρέσει οι πολιτισμοί να έρχονται σε επαφή. Αλλά κρατώντας ο καθένας τα δικά του χαρακτηριστικά.

Γιατί φτάσαμε ως εδώ;
Επειδή στη θέση τής απόλαυσης τοποθετήσαμε την κατανάλωση.

Τι θα λέγατε σήμερα στους Έλληνες;
Ως Έλληνας κι εγώ, το ίδιο υπεύθυνος με τους άλλους για το κάθε καλό μα και για το κάθε κακό, λέω στον εαυτό μου: Σκέψου πρώτα και μετά πράξε!

Υπάρχουν στις μέρες μας εκπτώσεις αξιών;
Αν υπάρχουν λέει!

Λέτε «όχι» και σε ποια πράγματα;
Τα «όχι» του καθενός, μαζί με τα «ναι» του, είναι μια πολύ προσωπική υπόθεση. Οι άλλοι μπορούν να μιλήσουν γι αυτά.

Σας φοβίζει το μέλλον;
Οι γονείς μου ήταν σμυρνιοί. Παιδιά ήταν το 1922. Μεγάλωσα ακούγοντας για τα πάθη των προσφύγων, μα και για την προκοπή τους. Το μέλλον λοιπόν ίσως να με φοβίζει. Αλλά δεν με τρομάζει.

Ποιος είναι ο ρόλος ενός πνευματικού ανθρώπου στην κοινωνία;
Αν εννοείται ποιος πρέπει να ήταν, θα σας έλεγα... να είναι η συνείδηση της εποχής του.

Θέλετε να μοιραστείτε μαζί μας μία επαναστατική σας πρόταση;
Αμφισβητείτε!

http://tameteora.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=4894:---l------r&catid=176:2013-10-11-13-03-49&Itemid=301

22.5.14

Γιατί, έρχεται κάποτε η ώρα που ο συγγραφέας γράφει ένα βιβλίο εξομολογητικό, ένα βιβλίο ψαγμένο

γράφει η Αναστασία Ευσταθίου

Μ΄ αρέσουν τα βιβλία που ο συγγραφέας μιλά για τη διαδικασία της συγγραφής. Μα πιο πολύ μου αρέσουν γιατί ο δημιουργός τους μοιράζεται τα μυστικά, τις σκοτεινές διαδρομές μέσα του και τις διαδρομές του κόσμου, τα φωτεινά μονοπάτια της έμπνευσης όλα εκείνα που συνθέτουν τη γοητευτική διαδικασία της δημιουργίας ιστοριών στο χαρτί.

Ένα τέτοιο ξεκίνημα θα μπορούσε να ήταν η αρχή μιας εφηβικής έκθεσης ιδεών. Έτσι ένιωσα, όμως, σαν έκλεισα το βιβλίο και τι παράξενο, η μαγική ατμόσφαιρα της ακροποταμιάς και του αγροκτήματος με τις 36 αμυγδαλιές, τόποι που ξετυλίγεται ο μύθος με ακολουθούσε μέρες. Ο συγγραφέας Μανόλο, ο μικρός του φίλος Μανολίτο και η σκυλίτσα με το παράξενο όνομα Νύκτα ήρθαν να με συναντήσουν για να με ξεναγήσουν στα κατατόπια του δικού τους συμβολικού κόσμου, εκεί, που ο μύθος δένεται χάντρα χάντρα σε ένα κομπολόι ευρηματικής πρωτοπρόσωπης αφήγησης.

Ο συγγραφέας –Μάνος το μικρό του όνομα- παίζει με τις λέξεις Μανόλο- Μανολίτο, αποκαλύπτοντας τις πρώτες ύλες που χρησιμοποιεί ο δημιουργός για να ζυμώσει τις ιστορίες του. Αποκαλύπτει τα φανερά υλικά, όσα πιάνουν οι αισθήσεις από την πραγματικότητα που μας περιβάλλει, αλλά κι εκείνα που είναι κρυμμένα στο μυαλό και στην καρδιά του.

Σε όλο το βιβλίο σέρνεται κάτι μαγικό και συνάμα ένας ρεαλισμός εκπλήσσει με την καθαρότητά του. Ο Μανολίτο είναι περίεργος όπως όλα τα παιδάκια της ηλικίας του και γοητεύεται από έναν άνθρωπο του πνεύματος, καθώς μαζί του ανακαλύπτει τι βρίσκεται πίσω από τις εικόνες, τις ιστορίες, τις αφηγήσεις φανταστικών ή όχι προσώπων και τα βιβλία που εξερευνούν. Ο πατέρας του παιδιού δίνει ζωή σε ξύλινες κατασκευές παιχνίδια ενώ η μητέρα του καταφέρνει να ζωγραφίσει εκτός από παιδικά βιβλία και τα όνειρά της. Η Ψυχούλα, μια γκρίζα ξεχασμένη γάτα ρίχνει το δικό της φως στο μυστήριο του εγκαταλειμμένου σπιτιού.

Ύφος μυστηριώδες κρατά σε ενδιαφέρον τον αναγνώστη. Ακόμα και η σύνταξη υπηρετεί την όλη ατμόσφαιρα του βιβλίου. Ίσως, γιατί ο συγγραφέας θέλει να δώσει έμφαση στο «τι» και όχι στην ενέργεια. Στο «πως» παρατηρεί τον κόσμο, πως τον καταγράφει και τι διαλέγει να πει στον αναγνώστη «Ναι, συγγραφέας καθημερινής περιπέτειας- έτσι λέω πως είμαι».

Στο α΄ μέρος του βιβλίου ο ηλικιωμένος συγγραφέας παρέα με τον μικρό φίλο του και το σκύλο γεύονται ιστορίες για τις τέσσερις εποχές του χρόνου από την Κυρα- Φύση και τις μοιράζονται με τον αναγνώστη μέσα σε ονειρικά τοπία, όπως τα αποτύπωσε με το μελάνι της η Ίρις Σαμαρτζή. Παρόλο, που το βιβλίο απευθύνεται σε αναγνώστες άνω των 11 ετών η εικονογράφηση είναι καλοδεχούμενη και εμπλουτίζει ακόμα πιο πολύ το ήδη υπέροχο κείμενο.

Στο β΄ μέρος ο άντρας με τη μορφή του «γερασμένου αγγέλου», τη βραχνή φωνή, την απροσδιόριστη ηλικία, γιατί «Υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που δεν ξέρεις να πεις πόσων χρονών είναι», μιλά για το δασάκι με τις αμυγδαλιές που δεν άνθισαν ποτέ, για την αγάπη για τον ανεκπλήρωτο έρωτα, για την ελπίδα «…ένας ταξιδιώτης διαλέγει για πατρίδα του το μέρος που θα κάνει την καρδιά του να χτυπήσει με δύναμη». Ένα μπλε τετράδιο κρυμμένο σε μια δερμάτινη σάκα που καταχωνιάστηκε σαν τις μνήμες και τα φαντάσματα στην παλιά σοφίτα αποκαλύπτει άλλη μια ιστορία του παρελθόντος για να μη χαθεί όταν οι πρωταγωνιστές της θα έχουν φύγει απ’ τη ζωή.

Βουτώντας στην ανάγνωση αυτού του βιβλίου ήταν φορές που νόμιζα ότι ο μικρός Μανολίτο δεν ήταν άλλος από τον Μανόλο που ενηλικιώθηκε στο διάβα του χρόνου.  Γράφοντας ο μοναχικός συγγραφέας περπατά όχι στην ακροποταμιά του τόπου του αλλά στα δρομάκια της παιδικής του ηλικίας. Εκεί συναντά τον μικρό Μανολίτο, εκεί και η αγνή αθώα ψυχή του παιδιού που ζητά επίμονα απαντήσεις. Ένα τέτοιο βιβλίο εκμυστήρευσης είναι ο «Μανόλο & Μανολίτο» από τις εκδόσεις Πατάκη. Γιατί, έρχεται κάποτε η ώρα που ο συγγραφέας γράφει ένα βιβλίο εξομολογητικό, ένα βιβλίο ψαγμένο «Όσο κι αν είναι μακρύς ο δρόμος της ζωής ενός ανθρώπου, κάποτε φτάνει σε ένα τέλος…».

Δημοσιεύτηκε στο: 
www.kosvoice.gr



13.5.14

Συνάντηση ενός συγγραφέα με τον αναγνώστη του

Επιθυμίες που αργοσβήνουνε 
κι άλλες που ζητάνε να ανθοφορήσουν...

Οι Εκδόσεις Πατάκη σας καλούν να παρακολουθήσετε αλλά και να συμμετάσχετε στις συναντήσεις ...

Ενός συγγραφέα με έναν αναγνώστη του 



Τετάρτη 14 Μαΐου 2014 
στις 19:00 στο Βιβλιοπωλείο Πατάκη 
(Ακαδημίας 65, Αθήνα)


Τετάρτη 4 Ιουνίου 
στις 19:30 στο Βιβλιοπωλείο ΠΑΙΔΕΙΑ ΚΑΙ ΓΝΩΣΗ 
(Αθηνάς Παλλάδος 17 & Βυζαντίου, Παλλήνη) 


Τετάρτη 11 Ιουνίου 2014 
στις 19:00 στο Βιβλιοπωλείο-καφέ BOOKTALKS 
(Αρτέμιδος 47 & Αγ. Αλεξάνδρου 58, Π. Φάληρο)


Τετάρτη 18 Ιουνίου 
στις 20:00 στο Βιβλιοπωλείο ΤΟ ΘΕΜΑ 
(Φιλολάου 62 και Εκφαντίδου, Παγκράτι)


Περισσότερα:

http://newsletters1.patakis.gr/nuevo/subscriber/newsletter.php?sid=&c=&h=1704



9.5.14

Ο απογαλακτισμός του συγγραφέα απ΄το το βιβλίο του - Το "Δυο φορές Άνοιξη" στην 11η Διεθνή Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης


Πολλοί φίλοι αναγνώστες με ρωτάνε γιατί εφέτος δεν είμαι κι εγώ παρών στους χώρους της 11ης Έκθεσης Βιβλίου Θεσσαλονίκης.
Τους απαντώ πως αισθάνομαι πολύ κουρασμένος για να αντιμετώπιζα εκείνο τον έντονο ρυθμό που μια Διεθνής Έκθεση Βιβλίου απαιτεί.
Είναι πολύ πρόσφατη η κυκλοφορία του "Δυο φορές Άνοιξη".
Καλά, καλά ακόμα δεν έχει φτάσει σε όλα τα βιβλιοπωλεία της χώρας.
Κι έτσι εγώ είμαι ακόμα μέσα στο περίεργο εκείνο κλίμα που με διακατέχει μόλις έχει κυκλοφορήσει κάποιο νέο μου βιβλίο.
Κλίμα απόσυρσης.
Εγώ προτιμώ τις ελεγχόμενες συντροφιές, την ίδια ώρα που το νεοφερμένο έργο μου αντιμετωπίζει τον μεγάλο, άγνωστο κόσμο των μελλοντικών αναγνωστών του.
Δυο παρουσιάσεις του μυθιστορήματος στην Αθήνα, με κάνουν να αισθάνομαι πως δεν έχω εγκαταλείψει το νέο μου έργο. Αλλά είναι παρουσιάσεις σε χώρους οικείους και με ανθρώπους που με συνδέουν στενοί δεσμοί.
Απογαλακτισμός του συγγραφέα από το έργο του; Ναι! Τον έχω ανάγκη.
Από απόσταση βλέπω τις αφίσες και τα πανό στους χώρους της Έκθεσης.
Από απόσταση μαθαίνω τις πρώτες εντυπώσεις των επισκεπτών.
Και εγώ, με την ασφάλεια του οικείου περιβάλλοντος, προετοιμάζομαι για να ξεκινήσω μετά από λίγες μέρες τις βόλτες μου σε βιβλιοπωλεία στο κέντρο της Αθήνας, στο Παγκράτι, στο Παλιό Φάληρο,  στην Παλλήνη...  Στο ενδιάμεσο, μια ανάσα ηρεμίας στην Κάλυμνο.
Οικείο περιβάλλον... Μαζί με ένα αναγνώστη μου θα συζητώ και κάπου εκεί γύρω μας θα μας παρακολουθούν η Ανθή, ο Δημήτρης, ο Μανουήλ, η Αλίκη... Οι ήρωες του έργου μου που έτσι όπως θα έχουν επιστρέψει από την Θεσσαλονίκη θα διαθέτουν μαζί με το σφρίγος της νεότητάς τους και την εμπειρία μιας Διεθνούς Έκθεσης
Παλιές καραβάνες πια κι αυτοί κι εγώ, θα ξεκινήσουμε ταξίδια σε νησιά και πόλεις άλλες.
Ποιος είπε πως και οι χάρτινες οικογένειες δεν κάνουν κι αυτές τους προγραμματισμούς για τα μελλοντικά τους σχέδια;

5.5.14

Ισίδωρος και Ματίας

Ισίδωρος και Ματίας
– μια ‘ συνομιλία’  με τον συγγραφέα και τον ήρωά του
  
Ισίδωρος Ζουργός
«Σκηνές από τον βίο του Ματίας Αλμοσίνο»
Μυθιστόρημα  
Πατάκης, 2014



Ποια είναι η σχέση ανάμεσα στις δυο οντότητες που συνυπάρχουν κάτω από το όνομα του ‘συγγραφέα’; Ο συγκεκριμένος συγγραφέας. Με το δύο , εννοώ αφ΄ ενός το πρόσωπο που υπάρχει πέρα από τη διαδικασία της συγγραφής –αυτόν που βγάζει βόλτα τον σκύλο του, τρώει δημητριακά ολικής άλεσης για να έχει τακτικές αφοδεύσεις, πηγαίνει το αυτοκίνητό του για πλύσιμο και ούτω καθεξής -  και αφ΄ ετέρου τον άλλο, τον μυστηριώδη, τον διφορούμενο που μοιράζεται το ίδιο σώμα, και ο οποίος, απαρατήρητος, το καταλαμβάνει και το χρησιμοποιεί για να γράφει. (Μάργκαρετ Άτγουντ , «Συνομιλώντας με τους νεκρούς», μετάφρ. Δημήτρης Στεφανάκης, Ωκεανίδα 2005)
Αυτά έχει σημειώσει η γνωστή συγγραφέας σε ένα ενδιαφέρον δοκίμιό της με τον τίτλο Η απατηλή αμφισημία. Είναι ένα ενδιαφέρον κείμενο που έχει να κάνει με το  διπλό πρόσωπο του κάθε συγγραφέα.
Και στο ίδιο αυτό κείμενο, κάπου λίγο πιο κάτω, σημειώνει με αφοπλιστική ειλικρίνεια: Οποία αποκάλυψη για μένα όταν διαπίστωσα πως δεν ήμουν αυτή που ήμουν! Ότι διέθετα μια άλλη ταυτότητα που παραμόνευε απαρατήρητη, σαν άδεια βαλίτσα ξεχασμένη σε μια ντουλάπα, περιμένοντας κάποιον να τη γεμίσει.
Και συνεχίζει αποδεικνύοντας τον ισχυρισμό της για μια διπλή ταυτότητα του συγγραφέα, χρησιμοποιώντας απόψεις και κείμενα γνωστών λογοτεχνών, όπως για παράδειγμα το διήγημα του Μπόρχες «Ο Μπόρχες κι εγώ», όπου η καταληκτική φράση είναι: Δεν ξέρω ποιος από τους δυο μας έχει γράψει αυτό το διήγημα.
Έτυχε να διατρέχω το συγκεκριμένο βιβλίο της Άτγουντ, τις ίδιες μέρες που διάβαζα τις φωτοτυπημένες σελίδες του νέου μυθιστορήματος του Ισίδωρου Ζουργού.
Αρχές Μαρτίου του 2014 ήταν και το «Σκηνές από τον βίο του Ματίας Αλμοσίνο» επρόκειτο να κυκλοφορήσει μετά από ένα μήνα περίπου.
Είχα ζητήσει από την εκδότρια κα Άννα Πατάκη να μου στείλει το συντομότερο δυνατό όλο το σώμα του μυθιστορήματος (780 σελίδες) γιατί ήθελα να προλάβω να γράψω τις απόψεις μου γι αυτό εγκαίρως ώστε το σημείωμά μου να δημοσιευθεί στο τελευταίο τεύχος της Κλεψύδρας .
Κάποιες σελίδες της αρχής του, ο Ζουργός μου είχε, πριν από ένα περίπου χρόνο, δώσει να διαβάσω και το όλο εγχείρημα το είχα δει ως  μια ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσα σύνθεση. Ανυπομονούσα να βυθιστώ στην πλήρη του ανάπτυξη.
Ο Ισίδωρος Ζουργός –για να επιστρέψω στην Άτγουντ- μου είναι πολύ γνωστός και πολύ αγαπητός και με τα δύο του πρόσωπα. Και αυτό το καθημερινό και με το άλλο, το συγγραφικό.
Τον είχα γνωρίσει το 2000, όταν μόλις είχε τελειώσει το δεύτερο (μέχρι τότε) μυθιστόρημά του και από τότε συνδέθηκα μαζί του με μια ουσιαστική φιλική σχέση από τη μια, ενώ από την άλλη ιδιαίτερα εκτίμησα το συγγραφικό του όραμα.  
Ως άνθρωπος ο Ισίδωρος κυκλοφορεί στους δρόμους της Θεσσαλονίκης με τις απλές, μα τόσο καθοριστικές ιδιότητες του δάσκαλου και του οικογενειάρχη.
Αλλά δεν έχει κανείς παρά να μιλήσει έστω και για λίγο μαζί του, δεν έχει παρά  να περάσει για λίγο από το σπίτι του για να καταλάβει πως αυτό που καθορίζει το άλλο του πρόσωπο, το συγγραφικό, είναι η στενή σχέση με τα μεγάλα πνεύματος της Δύσης. Προπάτορες του και συνοδοιπόροι του οι συγγραφείς που θεμελίωσαν το μυθιστόρημα.
Κι έτσι –μα το έβλεπα καθαρά πως ο Ζουργός από βιβλίο σε βιβλίο, ολοένα και περισσότερο πλησίαζε τους μέγιστους Διδασκάλους του.
Γεννώντας τον Ματία Αλμοσίνο, πήρε πλέον να βηματίζει δίπλα τους. Πιο σωστά συνεχίζει στις μέρες μας τους δρόμους που από εκείνους έχουν χαραχτεί.
Ας δηλώσω, λοιπόν, από την αρχή την άποψή μου– το μυθιστόρημα «Σκηνές από τον βίο του Ματίας Αλμοσίνο» δεν έχει προηγούμενο στην σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία.
Κι όμως πατά γερά πάνω στους μεγάλους μυθιστοριογράφους μας (μέσα στο πολυσέλιδο αυτό έργο, υπάρχουν στιγμές που οι ήρωες του Ζουργού συνδιαλέγονται με πρόσωπα φερμένα από το έργο του Διονυσίου Ρώμα)
Πολλές από τις περιγραφές του φανερώνουν τη σχέση του πενηντάχρονου συγγραφέα με τη ματιά ενός Παπαδιαμάντη, με το ύφος του Βιζυηνού. Τα πάθη των ηρώων του είναι στιγμές που σε κάνουν να θυμηθείς τον αρσενικό Καζαντζάκη, μα υπάρχουν και σπασίματα της ψυχής που έχουν τη γλύκα της Αιολικής Γης του Βενέζη.
Μα επίσης υπάρχει καταγωγή και από τη στιβαρή ματιά του Τόμας Μαν, τον ουμανισμό του Τσβάιχ, τη νωχέλεια του Προυστ, τις αστικές περιπλανήσεις του Ντίκενς.
Ναι, το μυθιστόρημα αυτό δεν μπορεί τόσο εύκολα να περιοριστεί σε μια εθνική και μόνο ταυτότητα. Είναι μυθιστόρημα για την πορεία του ευρωπαϊκού πολιτισμού.
Μαζί με τον ήρωά του κι ο αναγνώστης του ταξιδεύει στην Ευρώπη στα χρόνια του 17ου αιώνα. Τότε που η επιστήμη θεμελιωνότανε και ο θρησκευτικός φανατισμός σπαρταρούσε.
Ένα τέτοιο πρόσωπο και ο Ματίας Αλμοσίνο.   Αναζητά να διαβάζει με ορθολογισμό τον κόσμο του, αλλά παράλληλα στρέφει και τη ματιά του προς την έννοια της μεταφυσικής του υπόστασης. Όλη του η ζωή –πολυτάραχη και πολυταξιδεμένη- κυλά δίχως επαναστατικές, ακραίες εξάρσεις. Προτιμά τις σπουδές και αυτό που θα προσφέρει στους συγχρόνους του θα είναι οι ιατρικές γνώσεις του. Στον ίδιο του τον εαυτό θα δίνει το δικαίωμα και τον χρόνο να στοχάζεται.
Μυθιστόρημα, λοιπόν, ιδεών και στοχασμών το «Σκηνές από τον βίο του  Ματίας Αλμοσίνο».  Οι ιδέες και οι στοχασμοί κινούν τα νήματα της πλοκής και διαμορφώνουν τους χαρακτήρες (οι οποίοι δεν είναι και λίγοι) που κυκλοφορούνε στις σελίδες του. Και βέβαια όλα αυτά υλοποιημένα με μια γλώσσα πλούσια, εύπλαστη, με δάνεια από το παρελθόν, με συνετή απόσταση από το γλωσσικό τώρα.
Το πάθος του λογοτέχνη, η έρευνα του στοχαστή –να οι κινητήριες δυνάμεις συγγραφής του έργου τούτου.
Με κάποιο τρόπο –υπόγειο όσο και δυναμικό – ο συγγραφέας των δυο προσώπων (κατά Άτγουντ), βρίσκει το προσωπείο που θα χαρακτηρίζει τις δίδυμες μορφές του.
Ισίδωρος και Ματίας.

Έτσι διάβασα εγώ αυτό το μυθιστόρημα.
Ο Ματίας Αλμοσίνο, γεννημένος κρυπτοεβραίος στη Βασιλεία,  τριγυρνά την Ευρώπη. Ελβετία, Άλπεις, Βενετία, Κέρκυρα,Τζάντε και Θεσσαλονίκη, Κωνσταντινούπολη, Λονδίνο, Άμστερνταμ, γερμανικά πριγκιπάτα, Τρανσυλβανία, Μολδαβία, Κίεβο, Μόσχα, Μαύρη Θάλασσα, Μπουργκάς.  Άγιο Όρος –εκεί καταλήγει. Μια ζωή σχεδόν συνώνυμη της περιπλάνησης, του φιλοσοφικού στοχασμού, της αναζήτησης του Θεού και των συστατικών μορίων της ανθρώπινης ψυχής – μου εξομολογήθηκε μια μέρα ο ίδιος ο Ισίδωρος.
Την ίδια περίοδο, την περίοδο της συγγραφής του έργου, ο  Ζουργός ξεκινούσε κάθε πρωί για να πάει στους μαθητές του –είναι ένα υπέροχος δάσκαλος. Και τα βράδια συντρόφευε τα όνειρα των προσώπων της οικογένειάς του, μα παράλληλα και βυθιζότανε σε παλιά συγγράμματα και ιστορικές μελέτες, ταξίδευε πάνω σε χάρτες και μύριζε λουλούδια εποχών που έχουν καλυφθεί από τη σκόνη αιώνων.
Και κατάφερε να βρει το νήμα που συνδέει εποχές, πολιτισμούς, ιδέες και ανθρώπους.
Δίχως εντυπωσιακές κραυγές. Μοναχά με την αγάπη και το σεβασμό σε αυτό που είναι έργο των ανθρώπων. Τότε και τώρα… Για τον Ισίδωρο Ζουργό και για πάντα.
Δυο ζωές, λοιπόν. Οι περισσότεροι συγγραφείς δυο ζωές ζούμε, ισχυρίζεται –σας θυμίζω- η Άτγουντ.
Αλλά πόσοι από εμάς καταφέρνουμε αυτές τις δυο ζωές μας με τόσο απόλυτα ουσιαστικό τρόπο να τις υλοποιούμε; Και εν τέλει να τις ταυτίζουμε;
Ο Ισίδωρος Ζουργός, πιστός στο δικό του όραμα, μέσα από μια πορεία είκοσι περίπου χρόνων και επτά μυθιστορημάτων, κατάφερε να ανατρέψει αυτό που ένας ήρωας του Όσκαρ Ουάιλντ ισχυριζότανε : Οι κατώτεροι ποιητές είναι απόλυτα γοητευτικοί… Το γεγονός και μόνο ότι έχουν εκδώσει μια δευτεροκλασάτη συλλογή από σονέτα κάνει ένα άνθρωπο αληθινά ακαταμάχητο. Ζει την ποίηση που δεν μπορεί να γράψει. Οι άλλοι γράφουν την ποίηση που δεν τολμούν να πραγματοποιήσουν.
Ο ίδιος έχει πλέον εγγραφεί ως μια από τις σημαντικότερες συγγραφικές παρουσίες της σύγχρονης λογοτεχνίας μας. Μαζί με τους προηγούμενους ήρωές του, αλλά κυρίως με αυτόν τον τελευταίο –τον  Ματίας  Αλμοσίνο-  εγκαταστάθηκαν  σε εξέχον διαμέρισμα του οικοδομήματος των ευρωπαϊκών γραμμάτων.

 (Πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό 'Κλεψύδρα', τεύχος 6, Άνοιξη 2014)