Μάνος Κοντολέων
Ημερολόγιο συγγραφικών περιπλανήσεων
25.10.26
Αργύρης Κόσκορος «Παρερμηνείες»
Αργύρης Κόσκορος
«Παρερμηνείες»
Μικροδιηγήματα
Εκδόσεις Θράκα
Πιστεύω πως οι μύθοι εξακολουθούν να ζουν όσο οι συγγραφείς ανακαλύπτουν μέσα τους καινούργια ερωτήματα. Οι ήρωες και τα γεγονότα τους έχουν διασχίσει τους αιώνες επειδή κάθε εποχή αναγνώρισε σε αυτά κάτι από τις δικές της αγωνίες. Έχοντας και ο ίδιος κατά καιρούς επιστρέψει σε μυθολογικά πρόσωπα, αντιμετωπίζω με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τις σύγχρονες επανατοποθετήσεις τους. Με ενδιαφέρει κυρίως αν η διαφορετική ματιά κατορθώνει να φωτίσει μια ανθρώπινη συνθήκη που η εξοικείωσή μας με τον μύθο μάς είχε εμποδίσει να προσέξουμε.
Αυτό το ενδιαφέρον μού προκάλεσαν οι ‘Παρερμηνείες’ του Αργύρη Κόσκορου, από τις Εκδόσεις Θράκα. Μικρά πεζά, κάποτε ελάχιστων γραμμών, τα οποία συνομιλούν με την αρχαία μυθολογία και την Ιστορία, αναζητώντας πίσω από τα παραδεδομένα γεγονότα τις επιθυμίες, τους φόβους και τις σχέσεις εξουσίας που μπορεί να τα διαμόρφωσαν. Ο τίτλος διαθέτει μια εύστοχη ειρωνεία: εκείνο που χαρακτηρίζεται παρερμηνεία ίσως είναι μια δυνατότητα κατανόησης την οποία η επικρατέστερη αφήγηση άφησε στο σκοτάδι.
Στη «Φυγή», για παράδειγμα, η Ευρώπη πλησιάζει τον ταύρο επιθυμώντας να γνωρίσει από κοντά τη θεϊκή ομορφιά. Η εξέλιξη είναι γνωστή, αλλά ο συγγραφέας στέκεται στην απόσταση ανάμεσα στη δική της πρόθεση και σε όσα ακολούθησαν. Το πρόσωπο που έχουμε συνηθίσει να αναγνωρίζουμε μέσα από την αρπαγή του αποκτά μια προηγούμενη, προσωπική επιθυμία. Και αυτή η επιθυμία μάς καλεί να αναλογιστούμε πόσο συχνά η ζωή κάποιου περιγράφεται αποκλειστικά μέσα από τις πράξεις εκείνου που τον εξουσίασε.
Στο ακόμη συντομότερο «Ακταίων και Άρτεμις», η θεά αποδίδει τη δική της δικαιοσύνη. Η λακωνικότητα οξύνει το ερώτημα για το ποιος ορίζει την παράβαση και ποιος διαθέτει τη δύναμη να επιβάλει την τιμωρία – Όταν έστειλε τα λαγωνικά της να τον κατασπαράξουν, δεν του κρατούσε καμιά κακία. Το έκανε γι’ αντιστάθμισμα. Πριν από λίγο είχε την ευτυχία να τη δει γυμνή. Το λες αλλιώς δικαιοσύνη.
Ενώ στο «Περί σωτηρίας», η συνάντηση της εμπειρίας του Οδυσσέα με εκείνη του Ορφέα αποκαλύπτει την τραγική απόσταση ανάμεσα στη γνώση ενός κινδύνου και στη δυνατότητα να προφυλαχθεί κανείς από αυτόν. Η ομορφιά που απειλεί να αφανίσει τον άνθρωπο μπορεί συγχρόνως να είναι εκείνη που δίνει νόημα στη ζωή του.
Ανάλογη οξυδέρκεια χαρακτηρίζει τη «Νήσο μακάρων». Οι θεοί εγκαταλείπουν την ευτυχισμένη πολιτεία των θνητών, επειδή αδυνατούν να ανεχθούν την ανθρώπινη ευδαιμονία. Και στον νέο τους τόπο, η μεταθανάτια τάξη αναπαράγει τις γνωστές ιεραρχίες: οι κατακτητές αναλαμβάνουν και πάλι να κρίνουν τα όπλα. Η ειρωνεία αποκτά σαφές πολιτικό βάρος. Ακόμη και η υπόσχεση ενός άλλου κόσμου μπορεί να οργανωθεί από εκείνους που κυριάρχησαν στον προηγούμενο.
Η «Αρχαιολογία», πάλι, με συγκίνησε για τη διακριτική της τρυφερότητα. Μπροστά στην εξαφάνιση ενός ολόκληρου κόσμου, η Δήμητρα ανακαλύπτει σε έναν σύντομο επιτύμβιο αποχαιρετισμό όσα κινδυνεύουν να χαθούν. Η ανθρώπινη αγάπη γίνεται το μικρό θραύσμα που μπορεί να συγκρατήσει τη μνήμη μιας ζωής. – Αφού κατάφερε ένας ολάκερος κόσμος να χωρέσει σε δυο λέξεις πριν να χωθεί στο χώμα, ίσως κάποτε κι απ’ τις λέξεις αυτές να ξαναβλαστήσει.
Η ποιητικότητα γεννιέται από την ίδια την επιλογή της εικόνας και από το βάρος που αποκτούν οι λιγοστές λέξεις.
Αυτή θεωρώ και ουσιαστική αρετή της γραφής του Κόσκορου: ξέρει να επιλέγει τη στιγμή στην οποία θα σταθεί. Η έκταση των κειμένων επιτρέπει στη λεπτομέρεια να αναλάβει μεγάλο αφηγηματικό φορτίο, ενώ η ειρωνεία συνυπάρχει με τη μελαγχολία και την ευαισθησία. Ο αναγνώστης καλείται να συνεχίσει μέσα του τη σκέψη που το κείμενο έχει θέσει σε κίνηση.
Έναν μόνο ενδοιασμό θα κατέθετα, σχετικό με την εκδοτική φροντίδα. Ορισμένα πρόσωπα και περιστατικά ενδέχεται να μην είναι γνωστά στον μέσο αναγνώστη. Σύντομες σημειώσεις στο τέλος του βιβλίου θα του επέτρεπαν να αναγνωρίσει πληρέστερα την αφετηρία και, επομένως, τη σημασία της συγγραφικής μετατόπισης. Θα υποστήριζαν έτσι τη συνάντησή του με κείμενα που μας προσκαλούν να ξανακοιτάξουμε τους μύθους — και, μέσα από αυτούς, τις δικές μας βεβαιότητες.
Περί Ου 25/10/2026
(622 λέξεις)
22.10.26
'Το 33' - 37 χρόνια μετά...
Το μυθιστόρημά μου για μεγάλα παιδιά και νέους «Το 33» κυκλοφόρησε το 1989. Στην ουσία ήταν η πρώτη μου συνεργασία με τις Εκδόσεις Πατάκη (είχε προηγηθεί η συλλογή θεωρητικών κειμένων μου «Απόψεις για την Παιδική Λογοτεχνία»).
«Το 33» αναπτύσσει μια ιστορία που αφορά ένα διαζύγιο. Μιλάνε σε πρώτο πρόσωπο και τα δυο μέλη του ζευγαριού, αλλά και τα δυο παιδιά τους. Ο καθένας καταθέτει τις δικές του απόψεις για το πως δημιουργήθηκε το πρόβλημα, αλλά και για το ποια λύση προτιμά ο καθένας τους να εφαρμοστεί.
Παράλληλα, ο συγγραφέας του έργου -εγώ δηλαδή- μπαίνει μέσα στην όλη εξέλιξη της υπόθεσης, ακριβώς όπως ένας συγγραφέας ελέγχει το υλικό του για το που θέλει να το οδηγήσει.
Στην ουσία γράφοντας αυτό το έργο θέλησα να φωτίσω το θέμα της ελεύθερης -από ένα σημείο και μετά- βούλησης των ηρώων ενός μυθιστορήματος, αλλά και την ανάγκη του ίδιου του δημιουργού του να κρατά εκείνος τον πλήρη έλεγχο.
Όμως κάθε βιβλίο όταν διαβάζεται ‘επανεγγράφεται’ από τον αναγνώστη του. Και αυτός τελικά -ίσως- να δίνει και το οριστικό τέλος της αφηγούμενης υπόθεσης.
Έτσι, λοιπόν, εγώ ο συγγραφέας του έργου, δεν αποφάσισα ποιο θα είναι το τέλος -αν , δηλαδή, θα υπάρξει ή όχι διαζύγιο- κράτησα μόνο την επιλογή του τίτλου, άλλα άφησα κενές τις δυο τελευταίες σελίδες του βιβλίου για να τις συμπληρώσει ο κάθε αναγνώστης.
Στην ουσία το μυθιστόρημα αναζήτησε ένα τρόπο μυθιστορηματικής ενσάρκωσης λογοτεχνικών θεωριών. Και αυτό το 1989! Μια εποχή όπου η ανανέωση της ελληνικής παιδικής και εφηβικής λογοτεχνίας έφτανε στο ζενίθ της.
Δύσκολο εγχείρημα, το μυθιστόρημα ξάφνιασε, προβλημάτισε, άλλους τους ενθουσίασε, άλλους τους κράτησε απ΄ έξω.
Προσωπικά το θεωρώ από τα πλέον σημαντικά μου έργα -είμαι από τους συγγραφείς εκείνους που αναζητούν συνεχώς νέες αφηγηματικές τεχνικές.
Μέχρι σήμερα έχουν πουληθεί γύρω στα 22.000 αντίτυπα. Τα τελευταία χρόνια ελάχιστοι το ανακαλύπτουν.
Οπότε με ξάφνιασε ιδιαίτερα και πολύ χαρά μου χάρισε το μήνυμα μιας αναγνώστριας.
Διαβάστε το -έτσι για να γίνει κατανοητό το πως μπορεί να επικοινωνεί ένα ‘παιδικό’ λογοτεχνικό κείμενο με έναν ενήλικο και να καταφέρνει να του επαναφέρει σκέψεις και συναισθήματα που ως παιδί βίωνε και ίσως ήθελε με κάποιο τρόπο να τα κατανοήσει.
Τελικά -και για μια ακόμα φορά- επιβεβαιώνεται πως η γνήσια λογοτεχνική προσέγγιση ενός θέματος δεν έχει ηλικιακούς περιορισμούς ως προς τον αποδέχτη της.
ΥΓ1: Υπόχρεος στην αναγνώστρια (κρατώ την ανωνυμία της) για την χαρά που μου πρόσφερε.
ΥΓ2: Το εξώφυλλο το είχε κι αυτό εγώ δημιουργήσει.
Αγαπητέ κ.Κοντολέων,
Αποφάσισα πριν λίγες μέρες να ξεκινησω να διαβάζω βιβλία που πάνε χρόνια από ράφι σε ράφι χωρίς να διαβαστούν αφού οι γονείς μου, άσχημα χωρισμένοι από το 2004, είχαν μια πλούσια βιβλιοθήκη που είχε ξεμείνει σε κάποιο σπίτι της οικογένειας. Τα μάζεψα λοιπόν και ξεκίνησα με το δικό σας , το 33.
Με κάνατε να γυρίσω πίσω 20 χρόνια. Πολλές φορές βρέθηκα σε θέση να μην μπορώ να εξηγήσω πως ήταν εκείνη η περίοδος του διαζυγίου , πως αισθανόμασταν εγώ και η αδερφή μου, πως βιώναμε αυτή την τεράστια αλλαγή . Αν ήξερα πως υπήρχε το βιβλίο σας σπίτι μου θα το κουβαλούσα μαζί μου να τους το δίνω κάθε φορά που δεν έβγαιναν τα δικά μου λόγια .
Τέλος πάντων, απλά ήθελα να σας πω πως κάτι που γράψατε πολλά χρόνια πριν, με έκανε να κλαίω σήμερα. Όχι απαραίτητα από λύπη , από νοσταλγία, από αναμνήσεις όπως θέλετε πείτε το.
Ελπίζω να είστε υγιής και ευτυχισμένος
Σας ευχαριστώ
😁
Ετικέτες
Για μένα και τα βιβλία μου,
Συναντήσεις
17.10.26
Vanessa Springora “Συναίνεση”
Vanessa Springora
“Συναίνεση”
Μετάφραση: Γιώργος Κωνσταντίνος Μιχαηλίδης
Εκδόσεις Μετρονόμος
Το κίνημα το me too έχει καταγραφεί πλέον και στην λογοτεχνική παραγωγή δίνοντας μια άλλη διάσταση -να την χαρακτηρίσω περισσότερο πολιτική;- στην εξιστόρηση των παιδικών και εφηβικών αναμνήσεων.
Η λογοτεχνία, βέβαια, ανέκαθεν επέστρεφε στην παιδική και την εφηβική ηλικία, αναζητώντας εκεί τις πρώτες επιθυμίες, τις διαψεύσεις και τα τραύματα που θα συνόδευαν στη συνέχεια τον ενήλικο άνθρωπο. Όταν όμως εκείνος που γράφει υπήρξε ο ίδιος το παιδί του οποίου την εμπειρία κάποιος άλλος είχε ήδη αφηγηθεί, τότε η επιστροφή αποκτά μια ιδιαίτερη σημασία — γίνεται διεκδίκηση του δικαιώματος να ορίσει ο ίδιος τα όσα έζησε, να τα ονομάσει με τις δικές του λέξεις.
Αυτό το δικαίωμα διεκδικεί η Βανεσά Σπρινγκορά με τη ‘Συναίνεση’, γράφοντας το αυτοβιογραφικό αφήγημα που κυκλοφόρησε στη Γαλλία το 2020 και μεταφράστηκε μετά από 5 χρόνια στα ελληνικά από τον Γιώργο Κωνσταντίνο Μιχαηλίδη για τις εκδόσεις Μετρονόμος.
Η συγγραφέας καταγράφει τη σχέση της, όταν ήταν δεκατεσσάρων ετών, με τον σαρανταεννιάχρονο τότε Γκαμπριέλ Ματζνέφ, έναν συγγραφέα που το λογοτεχνικό του κύρος και η αποδοχή του από μέρος της γαλλικής διανόησης του επέτρεπαν να παρουσιάζει την εκμετάλλευση ανηλίκων ως έκφραση μιας ασυμβίβαστης ερωτικής ελευθερίας.
Ο τίτλος του βιβλίου μάς οδηγεί στην πιο παραπλανητική πλευρά αυτής της εμπειρίας. Το κορίτσι αισθανόταν ερωτευμένο, πίστευε πως είχε επιλεγεί, πως ένας σημαντικός άνθρωπος αναγνώριζε τη μοναδικότητά του. Και ακριβώς αυτή η πίστη μπορούσε να το κρατά αιχμάλωτο, καθώς η ανάγκη για στοργή και επιβεβαίωση συναντούσε έναν ενήλικο που ήξερε να την αξιοποιεί.
Η Σπρινγκορά, λοιπόν, εξετάζει -βασισμένη στην προσωπική της ιστορία- τη χειραγώγηση μέσα από τη δύσκολη θέση ενός παιδιού που θεωρούσε πως συναινούσε.
Η αναγνώριση της εφηβικής επιθυμίας απαιτεί σεβασμό προς τον νέο άνθρωπο, προς τις αναζητήσεις και τα συναισθήματά του. Απαιτεί όμως και επίγνωση της ευθύνης εκείνου που, λόγω ηλικίας, εμπειρίας ή κοινωνικής θέσης, διαθέτει τη δύναμη να κατευθύνει αυτές τις αναζητήσεις. Το ότι ένας έφηβος αγαπά δεν απαλλάσσει τον ενήλικο από την ευθύνη για όσα κάνει με αυτή την αγάπη. Και η ελευθερία, όταν προβάλλεται χωρίς να εξετάζονται οι πραγματικές δυνατότητες των δύο προσώπων να επιλέξουν, κινδυνεύει να υπηρετήσει εκείνον που ήδη εξουσιάζει.
Η αφήγηση ανοίγεται έτσι προς μια ευρύτερη κοινωνική κριτική. Γύρω από το κορίτσι υπήρχαν ενήλικοι, υπήρχε ένα πνευματικό περιβάλλον που γνώριζε ή μπορούσε να γνωρίζει, υπήρχε η αίγλη ενός δημιουργού που λειτουργούσε ως προστασία. Η ανοχή προς τον Ματζνέφ αποκαλύπτει πόσο εύκολα η υπεράσπιση της καλλιτεχνικής ελευθερίας μπορεί να συνυπάρξει με την αδιαφορία για έναν ευάλωτο άνθρωπο. Η ευθύνη βαραίνει και όσους πρόσφεραν, με την αποδοχή ή τη σιωπή τους, το έδαφος πάνω στο οποίο η κακοποίηση μπορούσε να συνεχίζεται.
Η λογοτεχνική δύναμη του βιβλίου συνδέεται με μια νηφάλια γραφή. Ο συγγραφικός λόγος μας επιτρέπει να παρακολουθήσουμε τη σύγχυση, την εξάρτηση, τη δυσκολία αναγνώρισης της βίας μέσα σε όσα είχαν βιωθεί ως έρωτας.
Η ενήλικη γυναίκα που συγγράφει σκύβει πάνω στην έφηβη που υπήρξε και προσπαθεί να καταλάβει πώς εκείνη έβλεπε τον κόσμο. Αυτή η απόσταση ανάμεσα στο βίωμα και στην κατοπινή κατανόησή του ,δίνει στην αφήγηση ένα αξιοσημείωτο βάθος της.
Υπάρχει, άλλωστε, και η παρουσία της ίδιας της λογοτεχνίας μέσα στην κακοποίηση. Ο Ματζνέφ μετέφερε τη σχέση στα γραπτά του, παρατείνοντας την εξουσία του πάνω στην ιστορία της κοπέλας ακόμη και μετά τον χωρισμό τους. Η Σπρινγκορά, γράφοντας τη δική της εκδοχή, παρεμβαίνει σε αυτή τη διάρκεια της αιχμαλωσίας. Διεκδικεί την κατοχή του λόγου που για χρόνια κατείχε εκείνος.
Δεν θεωρώ πως η λογοτεχνική αξία αποτελεί πιστοποιητικό ηθικής αθωότητας, ούτε πως η κρίση ενός έργου εξαντλείται στη βιογραφία του δημιουργού του. Όταν όμως η ζωή ενός παιδιού γίνεται υλικό για την αυτοδικαίωση ενός ενηλίκου, οφείλουμε να ακούσουμε και τη φωνή που είχε παραμεριστεί. Η ‘Συναίνεση’ δίνει χώρο σε αυτή τη φωνή και μας καλεί να αναλογιστούμε πόσες φορές ο θαυμασμός προς έναν δημιουργό μάς εμποδίζει να δούμε τον άνθρωπο που υποφέρει δίπλα του.
Ως σημείωση και για μια πληρέστερη ενημέρωση του έλληνα αναγνώστη θα ήθελα να προσθέσω και τα παρακάτω στοιχεία:
Η έκδοση της ‘Συναίνεσης’ στη Γαλλία άλλαξε δραστικά και τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπιζόταν ο Ματζνέφ: ο συγγραφέας που επί δεκαετίες απολάμβανε αναγνώριση και βραβεύσεις, ενώ δημοσιοποιούσε τις σχέσεις του με ανηλίκους, βρέθηκε στο επίκεντρο δημόσιας κατακραυγής και ποινικής έρευνας, ενώ εκδοτικοί οίκοι διέκοψαν την εμπορική διάθεση έργων του.
Η μεταβολή αυτή μας υποχρεώνει να αναρωτηθούμε τι ήταν εκείνο που ως τότε επέτρεπε σε τόσους να γνωρίζουν και συγχρόνως να προσπερνούν όσα γνώριζαν, αλλά και πόσο διαφορετικά ακούγεται μια ιστορία όταν την αφηγείται ο άνθρωπος που υπέστη τις συνέπειές της.
Η απόφαση μιας γυναίκας να μιλήσει ύστερα από περισσότερα από τριάντα χρόνια χρειάζεται, πιστεύω, να αντιμετωπίζεται με σεβασμό προς τη δική της διαδρομή. Μπορεί να απαιτήθηκαν αυτά τα χρόνια για να αναγνωρίσει την κακοποίηση μέσα σε όσα κάποτε θεωρούσε αγάπη, να αποδεσμευτεί από την ενοχή, να αποκτήσει τις λέξεις και τη δύναμη να εκτεθεί δημόσια. Η χρονική απόσταση δεν αρκεί για να ακυρώσει μια μαρτυρία, όπως και η δημόσια συγκίνηση δεν υποκαθιστά τη διερεύνηση των γεγονότων. Το ερώτημα «γιατί τώρα;», όταν διατυπώνεται ως μομφή, μεταφέρει στη γυναίκα την υποχρέωση να απολογηθεί για τη σιωπή της, αφήνοντας στο περιθώριο εκείνους που τη διαμόρφωσαν. Και, τελικά, κανείς άλλος δεν δικαιούται να ορίσει πότε ένας άνθρωπος είναι έτοιμος να μιλήσει για το τραύμα του.
(865 λέξεις)
Βιβλιοδρόμιο, 17/10/2026
15.10.26
Συνέντευξη με την Τέσυ Μπάιλα για το librotime.com
O Μάνος Κοντολέων συγκαταλέγεται στους συγγραφείς των οποίων η λογοτεχνική σταδιοδρομία έχει συνδεθεί στενά με την ανάπτυξη της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας, ιδιαίτερα με την ανανέωση της παιδικής και εφηβικής λογοτεχνίας και την επέκταση των ορίων της προς το ενήλικο αναγνωστικό κοινό. Από την πρώτη του επίσημη εμφάνιση στην ελληνική λογοτεχνική σκηνή το 1969 και την έκδοση των πρώτων βιβλίων του το 1979 μέχρι σήμερα, έχει αναπτύξει ένα αξιοσημείωτα ποικίλο έργο που περιλαμβάνει περισσότερους από εβδομήντα τίτλους, όπως μυθιστορήματα, διηγήματα, παραμύθια, θεατρικά έργα και δοκίμια. Παράλληλα με τη δημιουργική του γραφή, η ενασχόλησή του με την λογοτεχνική κριτική, τη μετάφραση, τις εκδόσεις και τους μεγάλους πολιτιστικούς οργανισμούς αντανακλά μια μακροχρόνια και ουσιαστική δέσμευση στη λογοτεχνία. Σε όλη τη μυθοπλασία του, η αναζήτηση της ταυτότητας, η επιθυμία, η ελευθερία της προσωπικής επιλογής και η σχέση του ατόμου με την κοινωνία διαμορφώνουν ένα λογοτεχνικό σύμπαν στο οποίο οι χαρακτήρες καλούνται να αντιμετωπίσουν τόσο τις δυνάμεις που διαμορφώνουν τη ζωή τους όσο και την επιθυμία τους να τις ξεπεράσουν.
Η μακροχρόνια προσφορά του στη λογοτεχνία έχει αναγνωριστεί μέσω πολυάριθμων έγκριτων λογοτεχνικών βραβείων και διακρίσεων, τόσο στην Ελλάδα όσο και διεθνώς. Έχει λάβει τρία Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας, για το μυθιστόρημά του για νέους Μάσκα στο Φεγγάρι (1997), Πολύτιμα Δώρα (2009) και Η Μάσκα του Καπετάνιου (Η Μάσκα του Καπετάνιου), το οποίο έλαβε το Κρατικό Βραβείο Νεανικής Λογοτεχνίας το 2022. Οι διακρίσεις του περιλαμβάνουν επίσης βραβεία από το Ελληνικό Τμήμα της IBBY (Διεθνής Επιτροπή Βιβλίων για Νέους), ενώ το έργο του έχει κερδίσει αναγνώριση από διεθνείς οργανισμούς αφιερωμένους στην παιδική λογοτεχνία. Το 2024, έλαβε το Βραβείο Λογοτεχνικού Βιβλίου για Νέους Αναγνώστες από το περιοδικό Ο Αναγνώστης για το Ποτέ Πριν… (Ποτέ Πριν…). Ένα ιδιαίτερα σημαντικό ορόσημο στην λογοτεχνική του καριέρα ήταν η υποψηφιότητά του για το Βραβείο Χανς Κρίστιαν Άντερσεν του 2026, μια από τις πιο αναγνωρισμένες διεθνείς διακρίσεις στην παιδική και νεανική λογοτεχνία, η οποία έφερε για άλλη μια φορά το έργο του στην προσοχή της διεθνούς λογοτεχνικής κοινότητας.
Πέρα από αυτές τις θεσμικές διακρίσεις, αυτό που καθορίζει τη λογοτεχνική ταυτότητα του Κοντολέοντα είναι η διαρκής δέσμευσή του στην εξερεύνηση της ανθρώπινης φύσης μέσα από τις αντιφάσεις και τους εσωτερικούς της αγώνες. Στα βιβλία του, η παιδική ηλικία και η εφηβεία παραμένουν σε συνεχή διάλογο με την ενηλικίωση, ενώ η μυθολογία, η ιστορική εμπειρία και η σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα παρέχουν διαφορετικά σημεία εκκίνησης για την εξερεύνηση της ανθρώπινης κατάστασης. Από την Ιστορία ενός Ευνούχου και την Ερωτική Αγωγή μέχρι την Κασσάνδρα στη Μαύρη Άμμο και το πρόσφατο μυθιστόρημά του Τρίποντο και Πιρουέτα, το λογοτεχνικό του βλέμμα στρέφεται σε άτομα που διεκδικούν το δικαίωμα να ορίζουν τη ζωή τους, συχνά αψηφώντας τις κοινωνικές συμβάσεις και τους προκαθορισμένους ρόλους. Στις απαντήσεις του στη συνέντευξη που ακολουθεί, τονίζει ότι η κατανόηση ενός χαρακτήρα απαιτεί την αναγνώριση των κινήτρων και των αντιφάσεων του, ακόμη και όταν οι επιλογές του συγκρούονται με τις πεποιθήσεις του συγγραφέα. Αυτή η προσέγγιση στη μυθοπλασία αγκαλιάζει την πολυπλοκότητα της ανθρώπινης εμπειρίας και υποστηρίζει την ελευθερία της λογοτεχνικής έκφρασης.
Στη συζήτησή του με το LibroTimes, ο Μάνος Κοντολέων αναλογίζεται το λογοτεχνικό του ταξίδι και συζητά τη σχέση μεταξύ μνήμης και δημιουργικότητας, επιθυμίας και προσωπικής ελευθερίας, τη θέση της νεανικής λογοτεχνίας και τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει η σύγχρονη εκδοτική δραστηριότητα. Επίσης, εξετάζει τη σημασία της προστασίας του χρόνου που χρειάζεται ένα βιβλίο για να βρει τους αναγνώστες του και τη σημασία της ενίσχυσης της διεθνούς παρουσίας της ελληνικής λογοτεχνίας. Οι απαντήσεις του αποκαλύπτουν έναν συγγραφέα που συνεχίζει να αντιμετωπίζει κάθε νέο έργο ως μια απαιτητική συνάντηση με τη γλώσσα, τον χαρακτήρα και τα ερωτήματα που τον συνοδεύουν από την αρχή της δημιουργικής του ζωής. Για τον Κοντολέοντα, η γραφή παραμένει μια διαρκής εξερεύνηση της ανθρώπινης εμπειρίας, διαμορφωμένη από τα ερωτήματα που τον συνόδευσαν σε όλη τη λογοτεχνική του καριέρα και ανανεώνεται με κάθε ιστορία που επιλέγει να διηγηθεί.
Τέσι Μπάιλα
Η λογοτεχνική σας καριέρα εκτείνεται σε περισσότερες από πέντε δεκαετίες και περιλαμβάνει έργα που απευθύνονται σε διαφορετικές γενιές αναγνωστών. Αν ξαναεπισκεπτόσασταν τα πρώτα σας γραπτά σήμερα, θα αναγνωρίζατε σε αυτά τον συγγραφέα που έχετε γίνει ή θα συναντούσατε κάποιον που τώρα θα χρειαζόταν να γνωρίσετε ξανά από την αρχή; Τι πιστεύετε ότι έχει παραμείνει αμετάβλητο στην καρδιά της γραφής σας;
-Θα αναγνώριζα τον εαυτό μου, ακόμα κι αν υπάρχουν σελίδες που θα ήθελα να αναθεωρήσω σήμερα. Η χρονική απόσταση σε βοηθά να διακρίνεις τις αδυναμίες σου, αλλά και να δεις πόσο νωρίς εμφανίστηκαν οι ανησυχίες που εξακολουθούν να σε απασχολούν. Η αναζήτηση της ταυτότητας, της αγάπης, της συνάντησης με τον άλλον ήταν παρούσες στο γράψιμό μου από την αρχή. Δίπλα τους είναι η ανάγκη να βρω τη μορφή που θα επιτρέψει σε μια συγκεκριμένη ιστορία να αναπνεύσει με τον δικό της τρόπο. Έχω αλλάξει, φυσικά. Θα ανησυχούσα αν δεν το είχα κάνει. Αλλά εξακολουθώ να νιώθω μέσα μου το άτομο που έγραψε εκείνα τα πρώτα κείμενα. Άλλοτε τον διορθώνω, και άλλοτε μου θυμίζει μια τόλμη που κινδυνεύω να ξεχάσω.
-Έχετε γράψει ότι όταν νιώθετε αισιόδοξοι, γράφετε για παιδιά. όταν ονειρεύεστε μια επανάσταση, γράφετε για εφήβους. και όταν φοβάστε, γράφετε για ενήλικες. Αυτή είναι μια ιδιαίτερα αποκαλυπτική οπτική για την ταυτότητά σας ως συγγραφέα. Σε ποιο βαθμό η συναισθηματική σας κατάσταση καθορίζει τον λογοτεχνικό κόσμο στον οποίο επιλέγετε να εισέλθετε κάθε φορά που γράφετε;
Υπάρχει κάτι σε αυτή τη δήλωση που συχνά παραλείπεται: όταν είμαι «ή θέλω να είμαι» αισιόδοξος. Το γράψιμο μπορεί να αναζητήσει ένα συναίσθημα που μου λείπει. Το παιδί με φέρνει πιο κοντά στη δυνατότητα να εμπιστευτώ τη ζωή, ο έφηβος στην ανάγκη να αμφισβητήσει τον κόσμο που του παραδίδεται, ο ενήλικας στην επίγνωση της απώλειας και των προσωπικών περιορισμών. Αυτές οι καταστάσεις συνυπάρχουν μέσα μου. Κάθε ιστορία, ωστόσο, έρχεται να ρίξει περισσότερο φως σε μία από αυτές. Και όταν μιλάω για επανάσταση, εννοώ επίσης αυτή τη βαθιά προσωπική εξέγερση ενός εφήβου που αποφασίζει ότι έχει το δικαίωμα να καθορίζει τη ζωή του.
-Στα βιβλία σας, η παιδική ηλικία και η εφηβεία αναδύονται επανειλημμένα ως περίοδοι κατά τις οποίες διαμορφώνονται οι βαθύτερες σχέσεις μας με τον εαυτό μας και τους άλλους. Πιστεύετε ότι η ενηλικίωση είναι μια συνεχής προσπάθεια να κατανοήσουμε τι μας συνέβη κατά τα πρώτα χρόνια της ζωής μας; Και πόσο συχνά η λογοτεχνία επιστρέφει σε εκείνα τα μέρη όπου η μνήμη έχει αφήσει κάτι ανεξήγητο;
Δεν θα υποβάθμιζα ολόκληρη την ενήλικη ζωή σε μια ερμηνεία της παιδικής μας ηλικίας. Μας συμβαίνουν και αργότερα πράγματα που αλλάζουν βαθιά τον τρόπο που υπάρχουμε. Ωστόσο, στα πρώτα μας χρόνια μαθαίνουμε τι σημαίνει να μας αγαπούν, να μας απορρίπτουν, να μας ζητούν να γίνουμε κάτι που μπορεί να μην είμαστε. Αυτά τα μαθήματα συχνά επιμένουν, ακόμα και όταν έχουμε ξεχάσει τι τα ώθησε. Η λογοτεχνία επιστρέφει σε αυτά τα μέρη επειδή μπορεί να δώσει μορφή σε ένα συναίσθημα που είχε παραμείνει άφωνο. Ενδιαφέρομαι ιδιαίτερα για το πώς ένας ενήλικας θυμάται το παιδί που κάποτε ήταν και πόσο διαφορετικά μπορεί να κατανοήσει την ίδια παλιά σκηνή σήμερα.
-Στο πρόσφατο μυθιστόρημά σας «Τρίποντο και Πιρουέτα», δύο έφηβοι με διαφορετικά ενδιαφέροντα συναντιούνται σε μια περίοδο που αναζητούν την ταυτότητά τους. Η ιστορία διερευνά το δικαίωμα του ατόμου να αναγνωρίζει και να εκφράζει ποιος πραγματικά είναι. Πώς προσεγγίζετε, μέσω της λογοτεχνίας, εκείνη την ευάλωτη στιγμή που ένας νέος αρχίζει να συνειδητοποιεί ότι η προσωπική του αλήθεια μπορεί να έρθει σε σύγκρουση με τις προσδοκίες των γύρω του;
Προσπαθώ να προσεγγίσω αυτή τη στιγμή μέσα από αυτά που νιώθουν ο Άλεκ και ο Κλείτος: τις σιωπές τους, την έλξη τους, τον φόβο τους μήπως χάσουν την αγάπη ή την αποδοχή των άλλων. Το μπάσκετ και ο χορός είναι δύο τρόποι με τους οποίους κατοικούν στο σώμα τους, ενώ όσοι τους περιβάλλουν έχουν ήδη τις δικές τους ιδέες για το πώς πρέπει να είναι ένα αγόρι. Η αγάπη τους τους καλεί να αναγνωρίσουν κάτι που δεν μπορούν πλέον να προσπεράσουν. Εκεί αναζητώ την ένταση του μυθιστορήματος. Με ενδιαφέρει η διαρκής φύση των εφηβικών συναισθημάτων και αντιδράσεων. Οι εκφράσεις που χρησιμοποιεί ένας νέος σήμερα αλλάζουν γρήγορα, αλλά η λαχτάρα να αγαπηθεί για αυτό που είναι παραμένει.
-Η νεανική λογοτεχνία καλείται συχνά να αντιμετωπίσει ζητήματα ταυτότητας, σεξουαλικότητας, αποκλεισμού και κοινωνικών προκαταλήψεων. Πώς μπορεί ένας συγγραφέας να προσεγγίσει τέτοια θέματα χωρίς να περιοριστεί από μια διδακτική πρόθεση που περιορίζει την ελευθερία της μυθοπλασίας; Πού, για εσάς, βρίσκεται η ισορροπία μεταξύ κοινωνικής ευαισθησίας και λογοτεχνικής αυτονομίας;
Ξεκινάω με τους χαρακτήρες και την ιστορία τους. Αν ξεκινήσω με ένα συμπέρασμα που θέλω να διδάξω, διακινδυνεύω να αναγκάσω τους χαρακτήρες μου να το αποδείξουν. Και τότε θα έχω χάσει τη λογοτεχνία. Φυσικά και έχω κοινωνικές και πολιτικές απόψεις, και αυτές επηρεάζουν τον τρόπο που βλέπω τον κόσμο. Αλλά οι χαρακτήρες μου χρειάζονται χώρο για να διστάσουν, να κάνουν λάθη, ακόμη και να με αμφισβητήσουν. Ο έφηβος αναγνώστης δικαιούται αυτή την πολυπλοκότητα. Η κοινωνική ευαισθησία αποκαλύπτεται στο πόσο προσεκτικά ακούς κάποιον που συνήθως δεν ακούγεται και στο πόσο ειλικρινά μεταφέρεις την εμπειρία του. Ο αναγνώστης θα αποφασίσει τι σημαίνει αυτή η εμπειρία για αυτόν.
-Από την Ιστορία Ευνούχου και την Ερωτική Αγωγή μέχρι την Κασσάνδρα στη Μαύρη Άμμο (Η Κασσάνδρα στη Μαύρη Άμμο), η επιθυμία, το σώμα, η ερωτική εμπειρία και οι περιορισμοί που επιβάλλονται στην ανθρώπινη ύπαρξη μας προσκαλούν να εξετάσουμε αυτά τα έργα μέσα από μια κοινή θεματική προοπτική. Τι σας ενδιαφέρει περισσότερο στη σχέση μεταξύ επιθυμίας και προσωπικής ελευθερίας; Μπορούν οι άνθρωποι να γνωρίσουν πραγματικά τον εαυτό τους χωρίς να αντιμετωπίσουν τις δικές τους επιθυμίες;
Με απασχολεί τι συμβαίνει όταν ένα άτομο αισθάνεται ότι το σώμα του βρίσκεται υπό την εξουσία κάποιου άλλου: της οικογένειας, μιας κοινωνικής σύμβασης, μιας πολιτικής ή θρησκευτικής επιβολής. Η επιθυμία μπορεί στη συνέχεια να γίνει μια αρχική αναγνώριση του εαυτού, αλλά μπορεί επίσης να αποκαλύψει πράγματα που δυσκολευόμαστε να αποδεχτούμε. Δεν πιστεύω ότι οτιδήποτε επιθυμούμε είναι αυτόματα δίκαιο ή ότι έχουμε το δικαίωμα να το απαιτήσουμε από ένα άλλο άτομο. Το άλλο άτομο έχει τη δική του ελευθερία και το δικό του σώμα. Η αντιμετώπιση της επιθυμίας μας περιλαμβάνει αυτή την επίγνωση. Στα βιβλία που αναφέρετε, με ενδιαφέρει ακριβώς η ένταση μεταξύ αυτού που λαχταρά ένα άτομο και αυτού που επιτρέπεται ή επιτρέπει στον εαυτό του να βιώσει.
-Στο έργο σας (Κασσάνδρα στη Μαύρη Άμμο), στρέφεστε σε μια μορφή από την αρχαία μυθολογία που συνδέεται με τη γνώση, την προφητεία και την αδυναμία να κάνει τον εαυτό της να πιστέψει. Τι σας οδήγησε να επιλέξετε την Κασσάνδρα και ποιες δυνατότητες σας προσέφερε η μυθολογία για την εξερεύνηση της ανθρώπινης κατάστασης σε σχέση με τη δύναμη, τη μοίρα και την αλήθεια;
Η Κασσάνδρα απασχολούσε τις σκέψεις μου από την εφηβεία μου. Με συγκινούσε η μοναξιά κάποιου που βλέπει την καταστροφή να πλησιάζει και δεν μπορεί να κάνει τους άλλους να ακούσουν. Καθώς έγραφα, ήθελα να έρθω πιο κοντά στη γυναίκα πίσω από την προφήτισσα, να της δώσω επιθυμίες και μια εσωτερική ζωή που να εκτείνεται πέρα από τον οικείο ρόλο της. Κατά την ερμηνεία μου, είναι ιδιαίτερα σημαντικό το γεγονός ότι μπορεί να αντιληφθεί μέσω της λογικής αυτό που οι άλλοι αρνούνται να αναγνωρίσουν. Η μυθολογία προσφέρει χαρακτήρες ικανούς να υποστηρίξουν διαφορετικές ερμηνείες. Μέσω της Κασσάνδρας, θα μπορούσα να εξερευνήσω πώς η εξουσία υπαγορεύει επίσης τον τρόπο με τον οποίο θα ακουστεί η αλήθεια, ποιος έχει το δικαίωμα να μιλήσει και ποιος είναι καταδικασμένος να μην γίνει ποτέ πιστευτός.
-Στα μυθιστορήματά σας, συχνά συναντάμε χαρακτήρες που έρχονται αντιμέτωποι με προσωπικά διλήμματα, κοινωνικές συμβάσεις και πτυχές του εαυτού τους που δυσκολεύονται να αποδεχτούν. Πόσο σημαντικό είναι για εσάς να κατανοήσετε τις επιλογές των χαρακτήρων σας, ακόμη και όταν αυτές οι επιλογές συγκρούονται με τις δικές σας πεποιθήσεις; Υπάρχει κάποιο σημείο στη διαδικασία της γραφής όπου ένας συγγραφέας πρέπει να δώσει στους χαρακτήρες του την ελευθερία να ακολουθήσουν τα δικά τους μονοπάτια;
Πρέπει να κατανοήσω έναν χαρακτήρα για να τον γράψω, ακόμα και όταν οι πράξεις του είναι εντελώς ξένες προς εμένα ή αντίκεινται στις πεποιθήσεις μου. Η κατανόηση δεν τους απαλλάσσει από την ευθύνη. Μου επιτρέπει, ωστόσο, να δω την πορεία που τους έφερε εκεί και να αποφύγω την εύκολη επιλογή μιας έτοιμης ετικέτας. Οι χαρακτήρες αποκτούν την ελευθερία τους καθώς αποκτούν μια συνεκτική εσωτερική ζωή. Μπορεί να έχω σχεδιάσει μια εξέλιξη και στη συνέχεια να συνειδητοποιήσω ότι αυτό το συγκεκριμένο άτομο δεν θα μπορούσε να την ακολουθήσει. Σε αυτό το σημείο, πρέπει να επανεξετάσω το σχέδιό μου. Φυσικά, παραμένω υπεύθυνος για τη σύνθεση του έργου. Η ελευθερία ενός χαρακτήρα απαιτεί μεγαλύτερη προσοχή από εμένα, ώστε οι επιλογές του να είναι πειστικές και να έχουν συνέπειες.
-Παράλληλα με τη δημιουργική σας γραφή, έχετε ασχοληθεί εκτενώς και με την λογοτεχνική κριτική. Πώς συνυπάρχουν μέσα σας ο δημιουργικός συγγραφέας και ο κριτικός αναγνώστης; Υπάρχουν στιγμές που η κριτική σας επίγνωση δυσχεραίνει τη δημιουργική διαδικασία ή μήπως σας επιτρέπει να αναγνωρίζετε με μεγαλύτερη ακρίβεια τις δυνατότητες και τους περιορισμούς ενός κειμένου;
Θα έλεγα ότι γράφω για βιβλία άλλων ανθρώπων κυρίως ως συγγραφέας και ως αναγνώστης με πολυετή αναγνωστική εμπειρία. Ο όρος «κριτικός» προϋποθέτει μια ολοκληρωμένη εικόνα που δεν ισχυρίζομαι ότι κατέχω. Όταν διαβάζω, με απασχολεί ιδιαίτερα το πώς διαμορφώνεται μια ιστορία: η γλώσσα της, η δομή της, η οπτική γωνία μέσα από την οποία μας επιτρέπεται να δούμε τους χαρακτήρες της. Αυτό σίγουρα ανατροφοδοτεί το δικό μου έργο. Κατά τη διάρκεια του πρώτου προσχεδίου, πρέπει να παρακολουθώ την ιστορία. Αργότερα, πρέπει να εξετάσω αν αυτό που νόμιζα ότι έγραφα υπάρχει στην πραγματικότητα στη σελίδα. Και όταν συζητώ για το έργο ενός άλλου συγγραφέα, επιδιώκω μια συζήτηση που θα βοηθήσει έναν άλλο αναγνώστη να το προσεγγίσει.
-Είστε ανάμεσα στους συγγραφείς που συνέβαλαν στην καθιέρωση της διασταυρούμενης λογοτεχνίας στην Ελλάδα, μιας μορφής λογοτεχνίας ικανής να προσελκύσει αναγνώστες διαφορετικών ηλικιών. Πιστεύετε ότι η κατηγοριοποίηση βιβλίων ανάλογα με την ηλικία υπηρετεί πραγματικά τη λογοτεχνία ή δημιουργεί τεχνητά όρια στην αναγνωστική εμπειρία; Τι επιτρέπει σε ένα λογοτεχνικό έργο να συγκινήσει εξίσου έναν έφηβο και έναν ενήλικα;
Οι συστάσεις ηλικίας μπορούν να βοηθήσουν κάποιον να επιλέξει ένα βιβλίο, αρκεί να λαμβάνουν υπόψη και την αναγνωστική εμπειρία. Γίνονται προβληματικές όταν λειτουργούν ως απαγόρευση ή υπαγορεύουν πόση πολυπλοκότητα επιτρέπεται να περιέχει το έργο ενός συγγραφέα. Οι έφηβοι ήδη βιώνουν δύσκολα και σύνθετα συναισθήματα. Και οι ενήλικες κουβαλούν μέσα τους την εφηβεία τους, συχνά με ερωτήματα που παραμένουν αναπάντητα. Ένα μυθιστόρημα crossover μπορεί να φτάσει και τους δύο, χωρίς να τους υποχρεώσει να το διαβάσουν με τον ίδιο τρόπο. Ο ένας μπορεί να αναγνωρίσει κάτι που βιώνει τώρα, ο άλλος κάτι που μόλις τώρα είναι σε θέση να καταλάβει. Αυτή η διαφορετική συμμετοχή στην ίδια ιστορία με ενδιαφέρει πολύ.
-Η σχέση μεταξύ λογοτεχνίας και κοινωνικής πραγματικότητας αποτελεί ένα επαναλαμβανόμενο μέλημα σε όλο το έργο σας. Σε μια εποχή που ο δημόσιος λόγος χαρακτηρίζεται συχνά από ταχύτητα, πόλωση και υπεραπλουστευμένες ερμηνείες, τι μπορεί να συμβάλει η λογοτεχνική αφήγηση στην κατανόησή μας για τους άλλους; Μπορεί η μυθοπλασία να καλλιεργήσει μια βαθύτερη ηθική επίγνωση χωρίς να αναλάβει τον ρόλο της ηθικής διδασκαλίας;
Η αφήγηση μας ζητά να παραμείνουμε κοντά σε ένα άλλο άτομο για λίγο. Να το δούμε μέσα στο διάστημα της ζωής του, των σχέσεών του, των αντιφάσεων του. Ο δημόσιος λόγος συχνά αρκείται σε μια ετικέτα και θεωρεί το ζήτημα λήξαν. Η λογοτεχνία μπορεί να κάνει αυτή την εύκολη κρίση πιο δύσκολη. Ένα άτομο που βιώνει τον αποκλεισμό αποκτά ένα όνομα, μια φωνή, μια καθημερινή ζωή. Δεν παραμένει πλέον μια αφηρημένη κατηγορία που μπορεί να απορριφθεί χωρίς προσπάθεια. Αυτό έχει και πολιτική σημασία, επειδή η προκατάληψη συχνά βασίζεται στην άρνηση να γνωρίσουμε το άτομο που κρίνουμε. Δεν πιστεύω, φυσικά, ότι το διάβασμα μας κάνει απαραίτητα καλύτερους ανθρώπους. Αλλά μπορεί να κλονίσει μια από τις βεβαιότητές μας, και αυτή είναι μια ουσιαστική αρχή.
-Έχετε υπηρετήσει τη λογοτεχνία με ποικίλες ιδιότητες, ως συγγραφέας, κριτικός, μεταφραστής, σύμβουλος εκδόσεων και μέλος λογοτεχνικών οργανισμών. Πώς έχει αλλάξει η σχέση μεταξύ συγγραφέων, εκδοτών και αναγνωστών κατά τη διάρκεια αυτών των δεκαετιών; Πιστεύετε ότι το σημερινό εκδοτικό τοπίο αφήνει επαρκή περιθώρια για έργα που απαιτούν χρόνο, συγκέντρωση και ένα πιο απαιτητικό επίπεδο εμπλοκής από τους αναγνώστες;
Κατά τη διάρκεια αυτών των δεκαετιών, αισθάνομαι ότι η ζήτηση για γρήγορα αποτελέσματα έχει ενταθεί. Ένα βιβλίο αναμένεται να τραβήξει την προσοχή αμέσως, ενώ ο συγγραφέας συχνά αναμένεται να είναι συνεχώς παρών πέρα από τις σελίδες του. Η άμεση επικοινωνία με τους αναγνώστες είναι ενδιαφέρουσα, αλλά η συνεχής δημοσιότητα μπορεί να απορροφήσει τον χρόνο και την ενέργεια που χρειάζεται η συγγραφή. Απαιτητικά έργα συνεχίζουν να εκδίδονται και υπάρχουν εκδότες που τα υποστηρίζουν. Το ερώτημα είναι αν τους δίνεται και χρόνος να βρουν τους αναγνώστες τους. Ένα βιβλίο μπορεί να αποκτήσει τη σημασία του πολύ μετά την αρχική του δημοσίευση. Πρέπει να προστατεύσουμε αυτή τη αργά αναπτυσσόμενη σχέση αν θέλουμε η έκδοση να διατηρήσει το εύρος και τη διαρκή ζωτικότητά της.
-Έχετε γίνει μάρτυρας αλλαγών στις αναγνωστικές συνήθειες από πρώτο χέρι, από μια εποχή που τα βιβλία ήταν ένα από τα κύρια μέσα διαμόρφωσης της φαντασίας μέχρι τη σημερινή κυριαρχία της ψηφιακής εικόνας. Πώς βλέπετε τη σχέση μεταξύ των νεότερων γενεών και της ανάγνωσης; Τι πρέπει να αλλάξει στον τρόπο με τον οποίο οι οικογένειες, τα σχολεία και τα πολιτιστικά ιδρύματα εισάγουν τη λογοτεχνία στους νέους, ώστε η ανάγνωση να παραμείνει μια προσωπική επιλογή και όχι μια ακόμη υποχρέωση;
Αποφεύγω να αντιμετωπίζω τους νέους ως μια γενιά που έχει χάσει κάτι που όλοι κάποτε κατείχαμε. Παλαιότερα, οι τακτικοί αναγνώστες δεν αποτελούσαν ολόκληρη την κοινωνία. Οι εικόνες προσφέρουν τώρα άλλους τρόπους αφήγησης ιστοριών, τους οποίους πρέπει να κατανοήσουμε. Ταυτόχρονα, η ανάγνωση έχει τη δική της ξεχωριστή ποιότητα: αφήνει σε κάθε άτομο το περιθώριο να φανταστεί τι υποδηλώνουν οι λέξεις. Για να αγαπήσει ένα παιδί αυτή την εμπειρία, βοηθάει να βλέπει ενήλικες που διαβάζουν από προσωπική ανάγκη, να έχει πρόσβαση σε βιβλία και να μπορεί να επιλέγει. Τα σχολεία πρέπει να δημιουργούν χώρο για συζήτηση, ακόμη και για διαφωνία με ένα έργο. Μια ζωντανή βιβλιοθήκη και ένας δάσκαλος που μοιράζεται τη χαρά της ανάγνωσης μπορούν να προσφέρουν πολλά.
-Μετά από τόσα χρόνια δημιουργικής εργασίας, με δεκάδες βιβλία, διαφορετικούς αφηγηματικούς κόσμους και διαδοχικές γενιές αναγνωστών, ποια είναι η σχέση σας σήμερα με την αβεβαιότητα που συνοδεύει κάθε νέο έργο; Η συγγραφή εξακολουθεί να σας οδηγεί σε ανεξερεύνητες περιοχές του εαυτού σας ή νιώθετε ότι επιστρέφετε, με διαφορετικούς τρόπους, στα ίδια θεμελιώδη
Η αβεβαιότητα παραμένει. Η εμπειρία με βοηθά να αναγνωρίσω ορισμένες δυσκολίες, αλλά δεν μπορεί να γράψει το επόμενο βιβλίο για μένα. Κάθε έργο μου ζητά να βρω ξανά τον ρυθμό του, την απόστασή μου από τους χαρακτήρες του, τις λέξεις που του ταιριάζουν. Φυσικά, επιστρέφω σε ερωτήματα που με συνοδεύουν εδώ και χρόνια. Αλλάζω όμως κι εγώ, και έτσι το ίδιο ερώτημα μπορεί να αποκτήσει διαφορετικό βάρος. Ένας χαρακτήρας που κάποτε μπορεί να έκρινα αυστηρά μπορεί τώρα να είναι κάποιος που θέλω να κατανοήσω πιο βαθιά. Αυτή η μετατόπιση με ενδιαφέρει. Όσο μια ιστορία μπορεί να με οδηγήσει κάπου που δεν περίμενα, νιώθω ότι έχω έναν λόγο να συνεχίσω. Το άγχος δεν έχει εξαφανιστεί. Έχω μάθει να εργάζομαι παράλληλα με αυτό.
-Η υποψηφιότητά σας για το Βραβείο Χανς Κρίστιαν Άντερσεν του 2026 αντιπροσώπευε σημαντική διεθνή αναγνώριση της μακροχρόνιας συμβολής σας στην παιδική και νεανική λογοτεχνία. Τι σήμαινε για εσάς αυτή η υποψηφιότητα μετά από τόσες δεκαετίες λογοτεχνικής δημιουργίας και πώς βλέπετε τη θέση της ελληνικής παιδικής και νεανικής λογοτεχνίας στον διεθνή λογοτεχνικό κόσμο σήμερα;
Η υποψηφιότητα μου έφερε μεγάλη χαρά και με συγκίνησε βαθιά καθώς αναπολούσα το ταξίδι που προηγήθηκε. Νιώθω ευγνώμων σε όσους επέλεξαν να υποστηρίξουν το έργο μου και να το παρουσιάσουν πέρα από τα όρια της γλώσσας μας. Τέτοιες ευκαιρίες έχουν σημασία και για την ελληνική λογοτεχνία για παιδιά και νέους, όπου υπάρχουν καταξιωμένες και πολύ διαφορετικές φωνές τόσο μεταξύ συγγραφέων όσο και μεταξύ εικονογράφων. Η διεθνής παρουσία τους απαιτεί μεταφράσεις, διαρκείς συνεργασίες και ανθρώπους που γνωρίζουν τα έργα και μπορούν να τα συστήσουν με προσοχή. Τα ελληνικά βιβλία έχουν να προσφέρουν περισσότερα από μια εικόνα της χώρας μας. Μπορούν να συμμετάσχουν στη συζήτηση για το πώς μεγαλώνει ένας άνθρωπος, πώς αγαπά και πώς διεκδικεί τη θέση του στον κόσμο.
8.10.26
Ηλικιακός ρατσισμός και έρωτας
Πολύ συχνά η κοινωνία αποκαλύπτει τις βαθύτερες προκαταλήψεις της όχι μέσα από μεγάλα γεγονότα αλλά μέσα από καθημερινές δυσκαμψίες. Μια τέτοια δυσκαμψία -αμηχανία, πιο σωστά- εμφανίζεται και όταν το γήρας συναντά τον έρωτα.
Κι αυτό όχι σε τυχόν έντονες εκφράσεις σεξουαλικότητας, χωρίς κάτι που ίσως θα σκανδάλιζε. Αλλά σε μικρές εικόνες: δύο ηλικιωμένοι που κάθονται διασχίζουν το δρόμο πιασμένοι από το χέρι* ένα βλέμμα που αν και το θαμπώνει ο καταρράχτης, εκείνο επιμένει να θέλει να έχει μια ερωτική αναλαμπή* ένα χαμόγελο σε χείλη που αναζητούν τον παλμό ενός φιλιού.
Τότε -σε κάποιες περιπτώσεις σαν κι αυτές- οι ματιές των άλλων ξαφνιάζονται, δείχνουν απαξίωση, κάποιοι μειδιούν συγκαταβατικά, άλλοι σχολιάζουν χαμηλόφωνα.
Είναι που ένας άγραφος κανόνας παραβιάστηκε.
Ας το παραδεχτούμε -ως κοινωνία δεν έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε τον έρωτα να ανθίζει σε πρόσωπα ρυτιδιασμένα, σε σώματα κυρτά.
Όπως και άλλες προηγούμενες εποχές, έτσι και η δική μας -και σε μεγαλύτερο, μάλιστα, βαθμό- λατρεύει οτιδήποτε σφριγηλό, συνδέει τον έρωτα με τη νεότητα και μόνο. Το σώμα που γερνά θεωρείται ότι αποσύρεται από τη σφαίρα της επιθυμίας, όπως αποσύρεται από την αγορά εργασίας ή από την ένταση της δημόσιας ζωής. Σαν να υπάρχει μια ηλικία πέρα από την οποία τα προστάγματα του έρωτα οφείλουν να σιωπούν.
Κι όμως, η σάρκα δεν είναι υποχρεωμένη να γνωρίζει ημερολόγια.
Ο ηλικιακός ρατσισμός εκδηλώνεται με ιδιαίτερη ένταση στο σημείο όπου η τρίτη ηλικία συναντά τον έρωτα. Είναι ένας ρατσισμός που σπάνια διακηρύσσεται· λειτουργεί υπόγεια, μέσα από υπαινιγμούς, χιούμορ… Συχνά και μέσα από τη χλεύη
Τις περισσότερες φορές δεν εκφράζεται φανερά. Κανείς δεν θα πει στον ηλικιωμένο τη φράση: «δεν επιτρέπεται να αγαπάς». Υπάρχουν άλλοι τρόποι η άποψη αυτή να εκφρασθεί: «Μα σε αυτή την ηλικία;», «Δεν θα είναι γελοίο;», «Σκέψου τα παιδιά σου», «Μην εκτίθεσαι στους άλλους».
Η κοινωνία ανέχεται τον ηλικιωμένο ως σοφό, ως παππού ή γιαγιά, ως θεματοφύλακα μνήμης, ακόμη και ως ασθενή που χρήζει φροντίδας. Δυσκολεύεται όμως να τον αποδεχτεί ως ερωτικό υποκείμενο. Ο έρωτας, μέσα στο συλλογικό φαντασιακό, παραμένει προνόμιο των νέων.
Η στάση αυτή δεν είναι τυχαία. Ο πολιτισμός μας έχει οικοδομηθεί πάνω σε αντιθετικά σύμβολα: νεότητα και ομορφιά από τη μία, γήρας και φθορά από την άλλη. Η νεότητα προβάλλεται ως υπόσχεση και μέλλον, το γήρας ως απολογισμός και αποχώρηση.
Κι έτσι η σεξουαλικότητα συνδέεται με την γονιμότητα, δεν γίνεται να ενδιαφέρει όσους έχουν πλέον περάσει στο στάδιο της επερχόμενης φθοράς. Κάτι τέτοιο διαταράσσει τον όποιας μορφής καταμερισμό.
Γι’ αυτό και προκαλεί -το λιγότερο- αμηχανία. Στην ουσία ενοχλεί γιατί αμφισβητεί μια τάξη πραγμάτων.
Αυτή η ενόχληση εκδηλώνεται κοινωνικά με διάφορους τρόπους άλλοτε ευγενικούς κι άλλοτε χλευαστικούς ή και βάναυσους. Μπορεί να είναι ένα πείραγμα που κρύβει ειρωνεία· μπορεί να είναι η συγκαλυμμένη ανησυχία των παιδιών μπροστά σε μια νέα σχέση του χηρεύσαντος γονιού· μπορεί να είναι η σιωπηρή αποδοκιμασία των γειτόνων. Συχνά, πίσω από την επίφαση της «προστασίας» κρύβεται η επιθυμία να παραμείνουν οι ρόλοι αμετάβλητοι: ο πατέρας ως πατέρας, η μητέρα ως μητέρα, ποτέ ξανά ως εραστής ή ερωμένη.
Αλλά η σεξουαλικότητα συχνά δρα και ως ανατροπή. Μια σχέση σεξουαλικότητας σε άτομα μιας προχωρημένης ηλικία μπορεί να εκληφθεί ως συναισθηματική ή ακόμη και οικονομική απειλή. Το ζήτημα της κληρονομιάς, της διαχείρισης της περιουσίας, εισβάλλουν εκεί όπου θα έπρεπε να υπάρχει απλώς κατανόηση της ανάγκης για συντροφικότητα. Γιατί βέβαια κανείς δεν θέλει να δει κάτω από ένα άλλο πρίσμα την σεξουαλικότητα της τρίτης ηλικίας.
Μα υπάρχει και μια άλλου είδους προσέγγιση του ηλικιακού ρατσισμού.
Είναι η περίπτωση που αυτός θα ταυτιστεί με τον σεξισμό. Και θα δημιουργήσει μια διπλή κλίμακα μέτρων.
Ένας ηλικιωμένος άνδρας που συνδέεται με νεότερη γυναίκα μπορεί να προκαλέσει ειρωνεία, αλλά συχνά αντιμετωπίζεται και με συγκαλυμμένο θαυμασμό. Αντίθετα, μια ηλικιωμένη γυναίκα που εκφράζει ερωτική επιθυμία κινδυνεύει να στιγματιστεί ως «ανάρμοστη», «γελοία» ή «ανεπίτρεπτη». Η κοινωνία δείχνει μεγαλύτερη ανοχή στην ανδρική επιθυμία και μεγαλύτερη αυστηρότητα στη γυναικεία, ιδίως όταν το σώμα έχει απομακρυνθεί από τα πρότυπα νεανικής ομορφιάς.
Όμως ο πιο βαθύς μηχανισμός αποκλεισμού του ηλικιωμένου από την σεξουαλικότητά του δεν είναι εξωτερικός· είναι εσωτερικός. Κατά τη διάρκεια της ζωής του, ένας άνθρωπος ακούει τόσες φορές για «τα σαλιαρίσματα των γέρων!» ώσπου στο τέλος θα το πιστέψει και ο ίδιος όταν πλέον θα έχει γεράσει. Ο έρωτας μετατρέπεται σε κάτι που πρέπει να κρυφτεί. Η επιθυμία σε κάτι που πρέπει να σιωπήσει. Η πάθος σε μια ιδιωτική ντροπή.
Έτσι γεννιέται η πιο σκληρή μορφή ηλικιακού ρατσισμού: εκείνη που οδηγεί τον με σεξουαλικές παρορμήσεις ηλικιωμένο να θεωρεί τον εαυτό του εκτός κανονικότητας. Όχι ως άνθρωπο που συνεχίζει να επιθυμεί, αλλά ως κάποιον που παρεκκλίνει από το «φυσιολογικό».
Η κοινωνία δεν χρειάζεται πλέον να απαγορεύσει τίποτε. Η απαγόρευση έχει εσωτερικευθεί.
Κι όμως, τίποτε δεν είναι πιο φυσικό από τη συνέχεια της επιθυμίας. Η ανάγκη για άγγιγμα, για εγγύτητα, για σωματική και συναισθηματική επαφή και εκτόνωση δεν εξαφανίζεται με τα χρόνια. Μεταμορφώνεται. Κι έτσι μπορεί να απαλλαγεί από την αγωνία της επίδειξης, από τον θόρυβο της επιβεβαίωσης. Πιο ουσιαστική, πιο εσωτερική. Πλέον λυτρωτική.
Ο έρωτας στην τρίτη ηλικία συχνά είναι παρηγορητικός. Εκφράζει την ανάγκη επαφής και με το σώμα του άλλου, μα και με το δικό σου. Όταν έχεις αναγνωρίσει την απώλεια που πλησιάζει μπορείς περισσότερο ουσιαστικά να εκτιμήσεις την παρουσία.
Κι όμως, ακόμη και αυτή η παρουσία αποσιωπάται. Στα μέσα ενημέρωσης οι ηλικιωμένοι εμφανίζονται ως φορείς μνήμης, ως ασθενείς ή ως παππούδες/ γιαγιάδες που φροντίζουν εγγόνια. Σπανίως εμφανίζονται ως εραστές. Αυτή η μη ορατότητα λειτουργεί σαν σιωπηρή επιβεβαίωση ότι η επιθυμία τους δεν θεωρείται άξια απεικόνισης.
Σε ορισμένες δομές φροντίδας ηλικιωμένων, η σεξουαλικότητα αντιμετωπίζεται ως πρόβλημα προς διαχείριση. Η ιδιωτικότητα περιορίζεται, οι σχέσεις αποθαρρύνονται, η τρυφερότητα θεωρείται ενοχλητική. Σαν να πρόκειται για μια ανάγκη που πρέπει να τεθεί σε καραντίνα.
Και όμως, μέσα σε αυτό το κλίμα, κάθε εκδήλωση έρωτα στην τρίτη ηλικία αποκτά μια απροσδόκητη διάσταση: γίνεται πράξη αντίστασης.
Είναι αντίσταση στη μοναξιά, αλλά και αντίσταση στον κοινωνικό ρόλο της σιωπηλής αποχώρησης. Είναι αντίσταση στην ιδέα ότι η ζωή έχει ήδη ολοκληρωθεί. Είναι μια μικρή, καθημερινή επανάσταση απέναντι στην πολιτισμική λατρεία της νεότητας.
Κάθε ηλικιωμένο σώμα που υποστηρίζει τη σεξουαλικότητά του αντιστέκεται στην περιθωριοποίηση του. Κάθε ηλικιωμένο χέρι που αναζητά ένα άλλο χέρι αντιστέκεται στη σιωπή. Κάθε ηλικιωμένο βλέμμα που φωτίζεται από επιθυμία αντιστέκεται στην ιδέα ότι η ζωή έχει ήδη παραδώσει τα όπλα.
Ο έρωτας στην τρίτη ηλικία δεν είναι απλώς μια προσωπική εμπειρία· είναι μια μορφή ελευθερίας. Μια άρνηση να περιοριστεί η ύπαρξη σε ρόλους παθητικότητας. Μια διεκδίκηση του δικαιώματος στη χαρά της ζωής, ακόμη και — ή ιδίως — όταν το σώμα φέρει τα σημάδια του χρόνου.
Ίσως αυτό είναι που μας ταράζει περισσότερο: ότι η επιθυμία δεν υπακούει στο ημερολόγιο.
Και σε μια εποχή, μάλιστα, όπως η δική μας, όπου παρατείνεται η νεότητα αλλά συχνά απαξιώνεται η εμπειρία, ο έρωτας των ηλικιωμένων μοιάζει να θέτει ένα αθόρυβο ερώτημα: αρκεί να ζούμε περισσότερο ή μήπως αξίζει να συνεχίζουμε να αισθανόμαστε;
Και αν ο έρωτας, ακόμη και στο λυκόφως της ζωής, εξακολουθεί να ανάβει μια μικρή φλόγα, τότε κάτι τέτοιο δεν είναι πρόβλημα. Προβληματική είναι η αμηχανία απέναντι στη διάρκεια της επιθυμίας.
Ίσως, τελικά, εκείνο που δύσκολα γίνεται αποδεχτό δεν είναι ο έρωτας των ηλικιωμένων, αλλά η αδιάψευστη μαρτυρία του ότι η ζωή — όσο παραμένει ζωή — συνεχίζει να διεκδικεί χαρά. Και ότι η χαρά αυτή, όταν περνά μέσα από το σώμα, την επιθυμία και τη σεξουαλικότητα, δεν είναι παρεκτροπή. Είναι δικαίωμα.
Athens Voice
8-14 Οκτ. 2026
(1210 λέξεις)
7.10.26
Καταναλωτική μανία και Παιδική Λογοτεχνία
Νομίζω πως έχω το δικαίωμα να χρησιμοποιήσω μια προσωπική μου περίπτωση για να εντοπίσω ένα θέμα γενικότερο που έχει να κάνει με τον πως στους τωρινούς καιρούς αντιμετωπίζεται από τους περισσότερους ενήλικες η λογοτεχνία που απευθύνεται σε ανήλικους αναγνώστες.
Πέρασα το πιο μεγάλο μέρος της ζωής μου μέσα στις σελίδες των βιβλίων. Μεγάλωσα με βιβλία γραμμένα από κλασικούς συγγραφείς (τα πιο πολλά από αυτά σε πολύ υπεύθυνες διασκευές) και αφού πλέον ως ενήλικος άρχισα να γράφω τα δικά μου έργα, γνώρισα και μελέτησα τους συγχρόνους μου έλληνες και ξένους συγγραφείς. της Π.Λ.
Έτσι δίπλα στον Βέρν και στον Τουέιν, τον Ντίκενς και τον Κάρολ, υπήρχαν (και θα υπάρχουν για πάντα) η Δέλτα, ο Λάπας, η Τσιμικάλη, η Βαλαβάνη, η Σουρέλη κ.α.
Μέσα σε αυτό το αναγνωστικό, μα και συγγραφικό κλίμα, πολύ συχνά αναζήτησα τρόπους να διασκευάσω ή να μεταφράσω έργα παλαιοτέρων ξένων συγγραφέων, έτσι ώστε οι νέοι αναγνώστες να έχουν τη ευκαιρία να συνομιλήσουν με διαχρονικούς ήρωες. Κάπως έτσι πήρα την απόφαση να γράψω τα δικά μου μυθιστορήματα βασισμένα πάνω στα έργα και τις μέρες του Δον Κιχώτη, του Γαργαντούα, του Τριστάνου και της Ιζόλδης. Αλλά και μετέφρασα τα εννέα παραμύθια του Όσκαρ Ουάιλντ, προσπαθώντας να μεταφέρω το ιδιαίτερο στυλ του μέγιστου Ιρλανδού στη γλώσσα μας, έτσι ώστε να μπορεί να επικοινωνήσει με τις -διαχρονικών τεχνικών σύνθεσης- ιστορίες του και ο σημερινός έλληνας (μικρός ή μεγάλος) αναγνώστης.
Μια έκδοση πολύ προσεγμένη αισθητικά, σεμνή, χωρίς καμιά εικονογράφηση -μερικές φορές οφείλουμε να αφήνουμε τις λέξεις από μόνες τους να μας μαγεύουν.
Και εδώ εντοπίζεται το γενικότερο κλίμα που στην αρχή αυτού του σημειώματος κατέγραψα. Ελάχιστοι ασχολήθηκαν μαζί της. Τα "Εννέα παραμύθια" του Ουάιλντ, σε μια νέα μετάφραση από ένα συγγραφέα που έχει σε μεγάλο βαθμό καθορίσει την ελληνική παιδική και εφηβική λογοτεχνία του τέλους του 20ου και των αρχών του 21ου (νομίζω πως μου επιτρέπεται να γράψω κάτι τέτοιο χωρίς να θεωρηθώ αυτοαναφορικός) δεν σχολιάστηκαν από τις περισσότερες ιστοσελίδες και έντυπα που προβάλουν τις εκδόσεις αυτού του χώρου, δεν μπήκαν στις Μικρές Λίστες των σχετικών βραβείων. Με δυο λόγια και μόνο: αγνοήθηκαν. Κάποιοι μου το δικαιολόγησαν πως έγινε επειδή δεν υπήρχε εικονογράφηση και επειδή διατηρήθηκε το αρχικό κείμενο και όχι μια απλουστευμένη διασκευή του.
Δεν συμμερίζομαι αυτήν την άποψη. Αλλά μπορεί ισχύει -οπότε ακόμα πιο προβληματική είναι η δημιουργημένη κατάσταση: το παλιό δεν ενδιαφέρει πλέον. Όλα τα φώτα της δημοσιότητας πάνω στο νέο. Αλλά χωρίς γνώση του παρελθόντος δεν δημιουργείται μήτε αναγνωστική κουλτούρα, μήτε και συγγραφική δυναμική.
Θα μου πείτε πως γράφονται και κυκλοφορούν τόσα νέα βιβλία που κανείς αναγνώστης δεν θα μπορεί τα περισσότερα από αυτά να διαβάσει. Θα το δεχτώ όσον αφορά τον ανήλικο αναγνώστη. Αλλά όχι και για τον ενήλικο και μάλιστα εκείνον που επαγγελματικά ασχολείται με τη Λογοτεχνία για παιδιά και νέους. Με ιδιαίτερο προβληματισμό έχω καταλήξει στην άποψη πως η καταναλωτική μανία της εποχής μας πλήττει και την λογοτεχνική ενημέρωσή μας. Αλλά ας μην ξεχνάμε πως αυτή η καταναλωτική διάθεση καταστρέφει πολλά. Και σίγουρα πλέον σημαντικά από την αναγνωστική επάρκεια. Αλλά επειδή συμβαίνουν τα μέγιστα, αυτό δε σημαίνει πως πρέπει να αγνοούμε και τα ελάχιστα... Ελάχιστα πάντως για τους πολλούς. Για κάποιους άλλους -π.χ. για εμένα- ιδιαιτέρως αξιοπρόσεχτα και ικανά να ερμηνεύουν τις τάσεις και τις στάσεις των άλλων.
1.10.26
Μια ενδιαφέρουσα συζήτησή μου
https://open.spotify.com/episode/70Gk748BB3LGap4RrtKxkL?go=1&sp_cid=c93dc9d28fb8ee7741b5eb48d924ce08&intent=1&utm_source=embed_player_p&utm_medium=desktop&si=41d92772c05a4450&nd=1&dlsi=69f873d3073a4c67
Subscribe to:
Posts (Atom)






