11.4.26

Julian Barnes ««Αναχωρήσεις»»

Julian Barnes ««Αναχωρήσεις»» Μετάφραση: Κατερίνα Σχινά Εκδόσεις Μεταίχμιο
Ο Julian Barnes είναι ένας από τους πλέον σημαντικούς και γνωστούς συγγραφείς σε διεθνές επίπεδο. Η θέση του στη σύγχρονη αγγλική λογοτεχνία δεν χτίστηκε πάνω σε αφηγηματικούς αιφνιδιασμούς, αλλά στη συνέπεια μιας σκέψης που επανέρχεται στα ίδια ερωτήματα με όλο και μεγαλύτερη λιτότητα. Κεντρικά ζητήματα που τον έχουν απασχολήσει είναι η δυσπιστία απέναντι στη μνήμη και η επιμονή ότι η αφήγηση του παρελθόντος δεν λύνει αλλά περιπλέκει το παρόν. Τα βιβλία του κινούνται συχνά στο όριο μεταξύ μυθοπλασίας και στοχασμού, οι προσωπικές νύξεις δεν γίνονται εξομολογήσεις και τα συναισθήματα απλώς καταγράφονται. Το μυθιστόρημα «Αναχωρήσεις» από τον ίδιο δηλώνεται ως το τελευταίο βιβλίο της πεζογραφικής του διαδρομής. Δεν μοιάζει όμως με απολογισμό, ούτε έχει στοιχεία μια τελετουργίας αποχώρησης. Είναι ένα υβριδικό μυθιστόρημα αποδοχής του βιολογικού τέλους. Ο Barnes δεν επιχειρεί να συνοψίσει όσα έκανε, αλλά να σταθεί σε όσα επιμένουν όταν η αφήγηση παύει να έχει τη φιλοδοξία μετατροπής της σε μυθιστορία. Η παρουσία του γήρατος και της ασθένειας διατρέχει το βιβλίο με υπόγεια διαδρομή. Ο καρκίνος αν και κατονομάζεται, στην ουσία αντιμετωπίζεται ως συνθήκη τρόπου ζωής. Όχι με δραματικούς όρους, αλλά ως μετατόπιση της όποιας χρονικής διάρκειας σε μια ασαφή εξέλιξη της καθημερινότητας . Το μέλλον μικραίνει, το παρελθόν επιστρέφει αποσπασματικά και το παρόν μοιάζει περισσότερο χώρος παρατήρησης παρά δράσης. Το «Αναχωρήσεις» δεν μιλά για το σώμα που υποφέρει, αλλά για τη συνείδηση που μαθαίνει να ζει με το τέλος ως δεδομένο. Χαρακτήρισα το μυθιστόρημα αυτό ως υβριδικό. Κι αυτό γιατί δεν έχει έναν σταθερό άξονα μυθιστορηματικής πλοκής. Πέρα από τον ίδιο τον Barnes που θυμάται και σχολιάζει, μόνο δυο ακόμα πρόσωπα παρουσιάζονται κάπου στις πρώτες σελίδες και κάπου λίγο πριν από τις τελευταίες. Δυο παλιοί του συμφοιτητές -ο Στήβεν και η Τζιν- που η ερωτική τους σχέση θα έλεγα πως είναι και η προσχηματική μυθιστορηματική νότα του έργου. Δεν πρόκειται για μια κλασικών προδιαγραφών ερωτική αφήγηση . Είναι μια σχέση που εμφανίζεται, αποσύρεται και επιστρέφει αλλοιωμένη, χωρίς να ζητά λύση. Ο Στήβεν, μπορεί να ισχυριστεί κανείς πως λειτουργεί ως μετατοπισμένος εαυτός του συγγραφέα, όχι για να τον κρύψει αλλά για να του επιτρέψει να μιλήσει προσωπικά χωρίς να εγκλωβιστεί στην αυτοβιογραφία. Η Τζιν, αντίστοιχα, παραμένει μορφή μνήμης: κάτι που υπήρξε και δεν ολοκληρώθηκε. Η επιλογή αυτής της ‘ερωτικής’ ιστορίας δεν εξυπηρετεί την πλοκή. Εξυπηρετεί τη σκέψη. Ο Barnes δεν ενδιαφέρεται να μιλήσει για τον έρωτα, αλλά για τον τρόπο που οι ανολοκλήρωτες σχέσεις επιμένουν μέσα στον χρόνο. Δεν είναι οι μεγάλες απώλειες που μας συνοδεύουν ως το τέλος, αλλά εκείνες οι αποφάσεις μας που δεν βρήκαν ποτέ τον δρόμο πραγμάτωσης τους. Ο Στήβεν και η Τζιν υπάρχουν στο βιβλίο για να δώσουν μορφή σε αυτή την επιμονή. Και να αποδείξουν το αδιέξοδό της. Τα θέματα της μνήμης, της απώλειας και του χρόνου δεν είναι καινούργια στο έργο του Barnes. Έχουν ήδη αναπτυχθεί σε βιβλία όπως το «Ένα κάποιο τέλος», το σχεδόν δοκιμιακό «Χωρίς να φοβάμαι τίποτα πια» και «Τα τρία επίπεδα της ζωής» (όλα τα έργα του συγγραφέα κυκλοφορούν από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο). Στο «Αναχωρήσεις» όμως, επιστρέφουν πιο γυμνά: με λιγότερη αφήγηση και περισσότερη καθαρή σκέψη. Είναι σαν ο συγγραφέας να έχει αφαιρέσει ό,τι λειτουργούσε ως μυθιστορηματικό στήριγμα. Μα αυτό ακριβώς εγείρει και τις επιφυλάξεις που γεννά το βιβλίο. Το «Αναχωρήσεις» αρνείται να λειτουργήσει ως μυθιστόρημα με την κλασική έννοια. Η πλοκή είναι χαλαρή, οι χαρακτήρες περισσότερο φορείς στοχασμού παρά δρώντα πρόσωπα, και η αφήγηση συχνά διακόπτεται. Για ορισμένους αναγνώστες, το κείμενο θα μοιάζει περισσότερο με προσωπικό σημειωματάριο παρά με οργανωμένη μυθοπλασία. Υπάρχει επίσης το θέμα της επανάληψης. Ο Barnes δεν ρισκάρει μορφικά ούτε αφηγηματικά. Τα θέματα είναι γνώριμα και εδώ δεν ανανεώνονται -ίσως όμως να ολοκληρώνονται; Το βιβλίο δεν αιφνιδιάζει· μοιάζει περισσότερο με ήρεμο κλείσιμο κύκλου παρά με νέα αρχή. Συγγραφική συνέπεια ή έλλειψη τόλμης; Η γλώσσα παραμένει λιτή και αποστασιοποιημένη. Με αγγλικό αυτοσαρκασμό και ίχνη ανδρικής κυριαρχίας (ο Barnes έχει γεννηθεί το1946). Υπάρχει ακόμα μια άμεση συνομιλία με τον αναγνώστη στις περισσότερες σελίδες, αλλά και συχνοί διάλογοι με τα ισχνά μυθιστορηματική πρόσωπα. Αυτό χαρίζει αξιοπρέπεια προθέσεων, αλλά κρατά τον αναγνώστη σε απόσταση. Το «Αναχωρήσεις» δεν επιδιώκει τη συγκίνηση· επιδιώκει τη διαύγεια. Και αυτή η επιλογή καθορίζει τα όριά του. Δεν διεκδικεί να μείνει ως μεγάλο μυθιστόρημα. Είναι ένα βιβλίο αποχώρησης, όχι αποχαιρετισμού. Ο Barnes δεν κλείνει με μια δήλωση, αλλά με μια σιωπή. Και ίσως αυτή η σιωπή να είναι η πιο συνεπής τελευταία πράξη ενός συγγραφέα που δεν εμπιστεύτηκε ποτέ τις εύκολες ιστορίες. Νομίζω πως είναι περιττό να τονίσω πως για μια ακόμα φορά η μεταφραστική ικανότητα της Κατερίνας Σχινά υποστηρίζει με πληρότητα το ύφος του συγγραφέα. Βιβλιοδρόμιο (9/4/2026) (765 λέξεις)

4.4.26

‘Παραμύθια που δεν παρηγορούν, αλλά αποκαλύπτουν’

‘Παραμύθια που δεν παρηγορούν, αλλά αποκαλύπτουν’ Το 1888 ο Όσκαρ Ουάιλντ κυκλοφορεί τη συλλογή παραμυθιών «Ο Ευτυχισμένος Πρίγκιπας και άλλες ιστορίες». Είναι το πρώτο του πεζογραφικό έργο — είχε προηγηθεί το 1881 μια ποιητική συλλογή. Λίγα χρόνια αργότερα, και συγκεκριμένα το 1891, δίνει στη δημοσιότητα τη δεύτερη συλλογή παραμυθιών του με τίτλο «Το Σπίτι με τις Ροδιές», καθώς και το μυθιστόρημά του «Το Πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέυ». Τα χρόνια που θα ακολουθήσουν θα σφραγιστούν από τις μεγάλες του θεατρικές επιτυχίες, και θα είναι εκείνα τα έργα που θα του χαρίσουν τη φήμη που μέχρι τις μέρες μας τον συνοδεύει. Σε μια πρώτη ματιά, λοιπόν, τα εννιά παραμύθια των δύο συλλογών του —πέντε στην πρώτη και τέσσερα στη δεύτερη— μοιάζουν να αποτελούν μια ιδιότυπη παρέκκλιση μέσα στο έργο ενός συγγραφέα που καθιερώθηκε ως ο κατεξοχήν αντισυμβατικός, ίσως και προκλητικός, εστέτ. Κι όμως, συμβαίνει μάλλον το αντίθετο. Τα παραμύθια αυτά αποτελούν ίσως το βασικότερο θεμέλιο της αισθητικής και της ηθικής σκέψης του Όσκαρ Ουάιλντ. Η ιδιότυπη σάτιρα και ο ευφάνταστος σαρκασμός απέναντι σε κάθε μορφή κατεστημένου, από τη μια, και από την άλλη το έντονο συναίσθημα, καθώς και η λατρεία της ακραίας ομορφιάς, κυριαρχούν και στα εννιά αυτά παραμύθια όπως και στα επόμενα έργα του. Και ίσως έτσι μπορεί να ερμηνευθεί και το γεγονός ότι τα εννιά αυτά παραμύθια, μέσα στα χρόνια που ακολούθησαν, δεν ενσωματώθηκαν στον παιδικό κανόνα με τον τρόπο που συνέβη με πολλά από τα παραμύθια του Άντερσεν, των αδελφών Γκριμμ ή του Περό. Με εξαίρεση ίσως τον «Ευτυχισμένο Πρίγκιπα», δεν υπέστησαν τις αλλεπάλληλες διασκευές και μεταλλάξεις που γνώρισαν άλλα κλασικά παραμύθια — μεταλλάξεις που τα κράτησαν μεν σε επικαιρότητα μέχρι τις μέρες μας, αλλά συχνά τους στέρησαν ένα μεγάλο μέρος της αρχικής τους ανατρεπτικής δυναμικής. Τη δική τους, λοιπόν, αυτόνομη πορεία μέσα στον χρόνο έχουν ακολουθήσει τα παραμύθια του Ουάιλντ. Και όχι τόσο χάρη στη φήμη που συνοδεύει μέχρι σήμερα τον δημιουργό τους, αλλά κυρίως χάρη στην ίδια την υπόστασή τους — στον τρόπο με τον οποίο αποδεικνύουν ότι η παραμυθιακή αφήγηση μπορεί να λειτουργήσει ως μια πλήρως αυτόνομη λογοτεχνική μορφή κοινωνικής κριτικής και ταυτόχρονα ως πεδίο ανάπτυξης συχνά αντιφατικών συναισθημάτων και φιλοσοφικών ή υπαρξιακών αναζητήσεων. Στα παραμύθια των Άντερσεν, των Γκριμμ και του Περό οι ήρωες είναι πρόσωπα —φανταστικά ή συμβολικά— των οποίων οι περιπέτειες περιγράφονται ως δοκιμασίες μέσα από αρνητικές καταστάσεις. Οι εξελίξεις του μύθου όμως τελικά τους δικαιώνουν. Δεν υπερισχύει μόνο το καλό ως γενική αξία, αλλά και η δική τους νίκη ως ανταπόδοση είτε για την ηθική τους συνέπεια είτε για την αδικία που είχαν υποστεί. Ως παραδείγματα μπορούν να αναφερθούν από τα έργα του Άντερσεν —μια μόλις γενιά παλαιότερου του Ουάιλντ— «Η Βασίλισσα του Χιονιού» και «Το Κοριτσάκι με τα Σπίρτα», αλλά και η «Σταχτοπούτα» του Περό ή το «Χάνσελ και Γκρέτελ» των αδελφών Γκριμμ. Αντίθετα, στα παραμύθια του Ουάιλντ οι πρωταγωνιστές σπάνια είναι αθώα θύματα που οδηγούνται σε μια τελική δικαίωση. Συχνότερα είναι πρόσωπα αντιφατικά, που είτε οδεύουν προς μια οδυνηρή αυτογνωσία των πράξεών τους, είτε γίνονται σύμβολα μιας τραγικής θυσίας. Η όποια κάθαρση προκύπτει όχι τόσο από την τιμωρία του θύτη όσο από τη συνειδητοποίηση των λαθών του ή από την ηθική ακτινοβολία της θυσίας. Έτσι, στον «Νεαρό Βασιλιά» η αυτογνωσία οδηγεί στην ανατροπή της ίδιας της εξουσίας, ενώ στον «Πιστό Φίλο» η ηθική δικαίωση του θύματος λειτουργεί ως μια οξύτατη σάτιρα της κοινωνικής υποκρισίας. Κάτι ακόμη που διαφοροποιεί τα εννιά παραμύθια του Ουάιλντ από τα άλλα κλασικά είναι η περιγραφή του περιβάλλοντος χώρου. Ακόμη και όταν η φαντασία καθοδηγεί τη δράση, το ρεαλιστικό —συχνά και πολιτικό— στοιχείο κοινωνικής κριτικής είναι έντονα παρόν. Αυτό γίνεται εμφανές σε παραμύθια όπως «Το Αστερόπαιδο» ή «Τα Γενέθλια της Ινφάντα». Κάτι παρόμοιο ισχύει και όσον αφορά το θρησκευτικό στοιχείο. Ορισμένα παραμύθια φαίνεται να διαπνέονται από έντονη θρησκευτικότητα —όπως «Ο Ψαράς και η Ψυχή του». Ωστόσο, μέσα από μια προσεκτικότερη ανάγνωση, που θα ακολουθεί την καλυμμένα αντισυμβατική ματιά του Ουάιλντ, γίνεται φανερό ότι συχνά υποβόσκει μια διακριτική αλλά σαφής κριτική προς την Εκκλησία και κυρίως προς τους εκπροσώπους της. Αντίθετα υπονοεί πως η θυσία και η οδύνη του Ιησού αποκτούν μια ανθρώπινη ηθική λάμψη («Ο εγωιστής γίγαντας»). Άλλωστε ο ίδιος ο Ουάιλντ θα σημειώσει χρόνια αργότερα : The Christ who is to be found in art is the Christ who understands sorrow («De Profundis»). Το στοιχείο της κοινωνικής κριτικής γίνεται θεμελιακός άξονας της δράσης στο πλέον γνωστό από τα εννιά παραμύθια, τον «Ευτυχισμένο Πρίγκιπα». Στο παραμύθι αυτό είναι το άγαλμα του πρίγκιπα που συμπονάει και στην ουσία επιζητεί να εξιλεωθεί για όσα, όσο ζούσε ως άρχοντας, δεν πρόσφερε στους υπηκόους του. Το χελιδόνι συμβολίζει τον ταπεινό άνθρωπο που ανιδιοτελώς προσφέρει ακόμη και την ίδια τη ζωή του για την καλυτέρευση της ζωής του άλλου. Αλλά και τον έρωτα διαφορετικά προσεγγίζει ο Ουάιλντ. Στη θέση του πρίγκιπα που με ένα φιλί θα ξυπνήσει την κοιμισμένη βασιλοπούλα, σκιαγραφείται ο εγωκεντρικός φοιτητής που θα αδιαφορήσει για την αηδόνα που πρόσφερε τη ζωή της για να αποκτήσει εκείνος το δώρο που λαχταρά η επίσης εγωκεντρική αγαπημένη του (Η Αηδόνα και το Ρόδο). Σκληρή και ευρηματική σάτιρα της ματαιοδοξίας συναντά ο αναγνώστης στο «Η Διαπρεπής Ρουκέτα», ενώ στον «Εγωιστή Γίγαντα» η αναγνώριση της λανθασμένης συμπεριφοράς συμπίπτει με την έλευση του θανάτου. Όλα αυτά μοιάζουν να ολοκληρώνονται στο ίσως πιο φιλοσοφικό από τα παραμύθια, στον «Ψαρά και την Ψυχή του», όπου το πάθος της σάρκας και το όραμα του πνεύματος μπορούν τελικά να συνυπάρξουν μόνο μέσα από μια υπέρβαση του κόσμου των ζωντανών. Ίσως μάλιστα δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι πολλά από τα παραμύθια του Ουάιλντ διαθέτουν τη δομή μιας μικρής τραγωδίας. Η θυσία, η αυτογνωσία και η οδυνηρή κατάληξη των ηρώων τους θυμίζουν περισσότερο τραγική αφήγηση παρά το παραδοσιακό παρηγορητικό τέλος του παραμυθιού. Αξίζει μάλιστα να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με τον Αντρέ Ζιντ στο βιβλίο του «Ο Όσκαρ Ουάιλντ κι εγώ», ο Ουάιλντ μετά την αποφυλάκισή του, σε μια περίοδο όπου προσπαθούσε να ανακάμψει και να επανέλθει στη λογοτεχνική δημιουργία, είχε εκφράσει την πρόθεση να γράψει ένα ακόμη παραμύθι — αυτή τη φορά με κεντρικό πρόσωπο τον Ιούδα. Η σκέψη αυτή δείχνει ότι ακόμη και στα τελευταία χρόνια της ζωής του ο Ουάιλντ συνέχιζε να βλέπει το παραμύθι ως έναν χώρο όπου μπορούσε να εξερευνήσει τα πιο σκοτεινά και αντιφατικά ζητήματα της ανθρώπινης ηθικής. Όλα αυτά —που, έτσι κι αλλιώς, θα τα συναντήσουμε και σχεδόν σε κάθε άλλο έργο του Όσκαρ Ουάιλντ και σίγουρα στο κορυφαίο «Σαλώμη» — ενσαρκώνονται στα εννιά αυτά παραμύθια, αποδεικνύοντας ότι ο τρόπος αφήγησης του παραμυθιού μπορεί να είναι απολύτως αυτάρκης και ολοκληρωμένος και να χρησιμοποιηθεί για να ερμηνεύσει τα μυστήρια, τα πάθη και τις αντιφάσεις της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Ωστόσο, από τα τέλη του 19ου αιώνα και μέχρι τις μέρες μας, όλο και εντονότερα διαμορφώθηκε η αντίληψη ότι τα κλασικά παραμύθια οφείλουν να απευθύνονται κυρίως —και τελικά σχεδόν αποκλειστικά— στα παιδιά. Και, ως εκ τούτου, να υφίστανται μια ολοένα και αυστηρότερη λείανση. Με έναν εντελώς υποκριτικό τρόπο η κοινωνία των ενηλίκων, καθώς προχωρεί όλο και βαθύτερα σε μια ηθική αποστέγνωση, επιχειρεί να καλύψει τη δυσάρεστη οσμή των πράξεών της από τους ανήλικους που διαπαιδαγωγεί. Ίσως λοιπόν το ερώτημα να μην είναι γιατί τα παραμύθια του Ουάιλντ δεν ενσωματώθηκαν πλήρως στον κανόνα της παιδικής λογοτεχνίας, αλλά αν θα μπορούσαν ποτέ να ενσωματωθούν χωρίς να χάσουν την ουσία τους. Γιατί τα παραμύθια αυτά δεν είναι απλώς προστατευτικές αφηγήσεις· είναι μικρές αλληγορίες μιας κοινωνίας όπου η αδικία, η ματαιοδοξία και η υποκρισία παραμένουν κυρίαρχες. Και μια τέτοια ματιά δύσκολα μπορεί να λειανθεί χωρίς να αλλοιωθεί. Και περισσότερο από έναν αιώνα μετά τον θάνατό του, αυτός ο επίμονος αντιρρησίας της υποκρισίας και της συμβατικής ηθικής εξακολουθεί —τολμώ να πω ίσως κυρίως μέσα από τα παραμύθια του— να δηλώνει την παρουσία του. Ίσως γιατί εκεί όπου άλλα παραμύθια παρηγορούν, τα δικά του εξακολουθούν να αποκαλύπτουν. (1290 λέξεις) Βιβλιοδρόμιο, 4/4/2026

1.4.26

Colm Tóibín «Ο Μάγος», μτφρ, Αθηνά Δημητριάδου, Ίκαρος 2023

Colm Tóibín «Ο Μάγος», μτφρ, Αθηνά Δημητριάδου, Ίκαρος 2023 Το πεζογραφικό έργο του Colm Tóibín έχει διαμορφώσει, εδώ και δεκαετίες, ένα διακριτό αφηγηματικό ύφος: χαμηλόφωνη ένταση, προσεκτική παρατήρηση, ενδιαφέρον για τις ζωές που καθορίζονται όχι τόσο από τις πράξεις όσο από τις αποσιωπήσεις τους. Από τα ιρλανδικά μυθιστορήματα της ενδοχώρας μέχρι το ‘Brooklyn’ και το ‘The Master’ (μια μυθιστοριογραφία για τον Χένρι Τζέιμς), ο Τόιμπιν επιστρέφει διαρκώς σε μορφές ανθρώπων που μαθαίνουν να ζουν μέσα σε ρήγματα — ανάμεσα στην επιθυμία και στο καθήκον, στην ταυτότητα και στη δημόσια εικόνα. Αυτή τη μακρά συγγραφική διαδρομή, ‘Ο Μάγος’ μοιάζει να έρχεται να την ολοκληρώσει. Το μυθιστόρημα αποτελεί μια μυθιστορηματική βιογραφία του Τόμας Μαν, χωρίς όμως να επιδιώκει ούτε την εξαντλητική βιογραφική πληρότητα ούτε την ψυχολογική απογύμνωση. Ο Τόιμπιν δεν γράφει για να αποκαλύψει «το μυστικό» του Μαν, αλλά για να δείξει πώς μια ζωή οργανώνεται γύρω από τη σιωπή - πώς η απόκρυψη γίνεται τρόπος ύπαρξης, η πειθαρχία αισθητική στάση, η επιθυμία πρώτη ύλη λογοτεχνικής μορφής. Ο Μαν του ‘Μάγου’ δεν εμφανίζεται ως αδιαμφισβήτητο μνημείο της ευρωπαϊκής γραμματείας, αλλά ως άνθρωπος σε διαρκή διχασμό. Δημόσια αυστηρός, ιδιωτικά εύθραυστος, υπερασπιστής της ηθικής τάξης, αλλά και φορέας μιας επιθυμίας που δεν μπορεί να κατονομαστεί. Ο Τόιμπιν αποφεύγει να μετατρέψει αυτή τη διπλότητα σε ψυχολογικό σχήμα. Αντίθετα, την αφήνει να διαχυθεί στη δομή του μυθιστορήματος, στον ρυθμό, στις παύσεις, στον τρόπο που ο ήρωας κινείται ανάμεσα στους άλλους. Ιδιαίτερη προσοχή δίνεται από τον Τόιμπιν στον χειρισμό της σεξουαλικότητας του Μαν. Ο Τόιμπιν δεν την προβάλλει ως σκάνδαλο, ούτε τη χρησιμοποιεί ως ερμηνευτικό κλειδί για το έργο του γερμανού συγγραφέα. Τη μετατρέπει σε μια υπόγεια και μόνιμη ένταση, σε κάτι που δεν εκφράζεται αλλά διαμορφώνει βλέμματα, αποστάσεις, σιωπές. Η επιθυμία δεν γίνεται αφήγηση επεισοδίων, αλλά στάση σώματος και ύφους. Έτσι, ο Μαν εμφανίζεται ως συγγραφέας που έμαθε να μεταπλάθει το ανείπωτο σε μορφή και πειθαρχία. Ανάλογα μετρημένος είναι και ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζεται η οικογενειακή ζωή. Η Κάτια Μαν, τα παιδιά τους, ο αδελφός του και κάποιοι φίλοι του δεν λειτουργούν ως διακοσμητικά στοιχεία, αλλά ως πεδία όπου δοκιμάζεται καθημερινά η ηθική αυτοεικόνα του ήρωα. Ο Μαν είναι στοργικός αλλά απόμακρος, γενναιόδωρος αλλά αυστηρός όσο και συχνά ιδιοτελής — ένας πατέρας που αγαπά βαθιά, χωρίς πάντοτε να μπορεί να ακούσει* ένα αδελφός που αφήνεται σε μικρές αντιπαλότητες* ένας άνθρωπος των ιδεών που συχνά θα αποφασίσει να τις αφήνει στο περιθώριο. Ο Τόιμπιν δεν αποδίδει ετυμηγορίες, μα εγκαθιστά μια διακριτική δραματική ειρωνεία ανάμεσα στις προθέσεις και στις συναισθηματικές τους συνέπειες. Ως προς το συγγραφικό ύφος, ‘Ο Μάγος’ είναι υπόδειγμα αφηγηματικής εγκράτειας. Ο Τόιμπιν αποφεύγει κάθε μίμηση τρόπου έκφρασης του Μαν και επιλέγει μια καθαρή, λιτή, σχεδόν διάφανη γλώσσα. Είναι ένα ύφος που εμπιστεύεται την παύση περισσότερο από τη ρητορική, την υπαινικτικότητα περισσότερο από τη δήλωση. Η ένταση γεννιέται όχι από τις κορυφώσεις, αλλά από όσα παραμένουν μισοειπωμένα. Τα ιστορικά γεγονότα —η άνοδος του ναζισμού, η εξορία, η πολιτική στάση του Μαν— δεν στολίζονται με μελοδραματικό φόντο. Ενσωματώνονται οργανικά στη ζωή του ήρωα ως ηθικές δοκιμασίες. Η πολιτική ωρίμανση δεν παρουσιάζεται ως στιγμιαία αποκάλυψη, αλλά ως αργή, συχνά διστακτική διαδικασία. Θα έλεγα πως ο τίτλος ‘Ο Μάγος’ αν και ξεκινά από ένα οικογενειακό παιχνίδι της οικογένειας του Μαν, αποδεικνύεται τελικά ειρωνικός μα και ακριβής. Ο Τόμας Μαν είναι μάγος όχι επειδή εξαπατά, αλλά επειδή μεταμορφώνει την επιθυμία σε λόγο, την αμηχανία σε κύρος, τη σιωπή σε λογοτεχνική μορφή. Ο Τόιμπιν, με τη σειρά του, επιτελεί μια δεύτερη μαγεία- μετατρέπει μια ζωή γεμάτη αντιφάσεις σε μυθιστόρημα υψηλής ηθικής και αισθητικής συνοχής. Το μυθιστόρημα δεν υπόσχεται αποκαλύψεις. Προσφέρει, όμως, την κατανόηση χωρίς εξωραϊσμό της πραγματικότητας. Και ο αναγνώστης ίσως να μην συμπαθεί τον άνθρωπο Μαν, αλλά μπορεί να κατανοήσει το πως και το γιατί έστησε τις άμυνές του. Νομίζω πως και γι’ αυτό συγκαταλέγεται στα πιο ώριμα μυθιστορήματα-βιογραφίες της σύγχρονης πεζογραφίας, φωτίζοντας όχι μόνο τον Τόμας Μαν, αλλά και τη διαχρονική ένταση ανάμεσα στη ζωή, τη σιωπή και τη λογοτεχνία. (650 λέξεις) https://www.hartismag.gr/hartis-88/biblia/o-maghos

Εννιά παραμύθια, Όσκαρ Ουάιλντ, Μετάφραση: Μάνος Κοντολέων, εκδόσεις Ευρασία-Στιγμός

Εννιά παραμύθια, Όσκαρ Ουάιλντ, Μετάφραση: Μάνος Κοντολέων, εκδόσεις Ευρασία-Στιγμός Μια ανάγνωση στον παραμυθιακό (όχι παραμυθητικό) κόσμο του Ουάιλντ Γράφει η Διώνη Δημητριάδου Μιλώντας για τα παραμύθια του Όσκαρ Ουάιλντ, δεν μπορώ να μη σκεφθώ αν πρόκειται για μια «παιδική» ματιά στον κόσμο, βοηθούσης φυσικά της συγγραφικής τέχνης, άρα με τη συνακόλουθη κατάργηση της αμεσότητας και της παιδικής αθωότητας, η οποία θα καταγραφόταν μόνον αν το ίδιο το παιδί έγραφε ό,τι έβλεπε και ένιωθε από τον κόσμο γύρω του. Δύσκολα κάποιος θα κατέτασσε τα εννιά αυτά παραμύθια στην αμιγώς παιδική λογοτεχνία, καθώς η θεματική τους αλλά και ο ιδιαίτερος τρόπος που ο μοναδικός αυτός συγγραφέας ξετυλίγει την πλοκή τους, επιμένοντας στην αισθητική του λόγου, προτάσσοντας άρα τη μορφή σε σχέση με το περιεχόμενο (βασική αρχή την οποία κάποτε θα πρέπει να εμπιστευθούμε), μοιάζει περισσότερο να απευθύνεται στον ενήλικα αναγνώστη. Μια τέτοια, φυσικά, θέση προϋποθέτει την αρχική συγγραφική πρόθεση, όχι πάντα ξεκάθαρη και ίσως όχι και αναγκαία στην ερμηνεία της. Αν, παράλληλα, λάβουμε υπόψη μας τον αισθητισμό του Ουάιλντ, κρατώντας ικανή απόσταση από τον όποιο διδακτισμό ή ηθικό ωφελιμισμό, φαίνεται πως ένας ενήλικας αναγνώστης αναγνωρίζει μέσα στις ιστορίες αυτές κάποια εκδοχή του εαυτού του ή των γύρω του, βλέπει μια κοινωνία όπου δεσπόζει η αδικία, ο εγωισμός, η αλαζονεία, η επιδίωξη του κέρδους, η σκληρότητα, η ανισότητα, μια εικόνα που του είναι τόσο πολύ γνωστή. Ένα παιδί, όμως, ειδικά αν έχει μάθει τη ζωή όπως του την προσφέρουν τα συμβατικά παραμύθια ως τρόπο εισχώρησής του στον κόσμο των ενηλίκων ως πιστό τους αντίγραφο, παραμύθια όπου πάντα υπάρχει ένα καλό τέλος, όπου οι ανισότητες λειαίνονται με μαγικό τρόπο, ή ακόμα και η σκληρότητα εξαλείφεται και ο κακός μεταποιείται σε αγαθό ον, θα ξαφνιαστεί από την ιδιοτυπία αυτών των παραμυθιών. Το ξάφνιασμα, όμως, είναι ένα βήμα προς τη βαθύτερη κατανόηση των ρυθμών της κοινωνίας. Έχει, νομίζω, εδώ σημασία να επισημανθεί η λειτουργία του αισθητισμού, που μπορεί, μέσω της υπηρέτησης του ωραίου και χωρίς μια προφανή διάθεση κοινωνικής κριτικής, να προσελκύσει το ενδιαφέρον, ιδίως στα παιδιά, για τα κοινωνικά προβλήματα. Ή, να το πούμε αλλιώς, η απόλυτη θέση «Η Τέχνη για την Τέχνη», αν είναι όντως τέχνη άξια, χάνει τον απόλυτο χαρακτήρα της θέλοντας και μη. Άλλωστε, η αισθητική είναι ένας τρόπος να φανεί μέσα της το προσωπικό ήθος του δημιουργού, όπως και ο ιδεολογικός του κόσμος. Αυτά τα δύο χαρακτηριστικά πόρρω απέχουν από τον ηθικό διδακτισμό που, σε καμία περίπτωση, δεν επεδίωκε ο Ουάιλντ. Παραμυθιακός ο κόσμος αυτών των ιστοριών, με τα μαγικά στοιχεία να αντιμάχονται την πραγματικότητα, άλλοτε να εμφανίζονται ως καθημερινότητα, αγγίζοντας τον μαγικό ρεαλισμό, άλλοτε να εξαφανίζουν τον πραγματικό κόσμο, να επιβάλλονται, να κυριαρχούν. Παραμυθιακός κόσμος αλλά όχι παραμυθητικός, καθώς δεν στοχεύουν την παραμυθία, δηλαδή την παρηγοριά· εδώ ο κόσμος παραμένει άδικος, η ανισότητα κερδίζει στα σημεία, το τέλος προκαλεί θλίψη, ακόμα κι όταν αποκαθίσταται μια αδικία. Ο αντισυμβατικός συγγραφέας, που ήξερε να φθάνει ώς τα άκρα την άρνησή του για τις στερεότυπες αντιλήψεις, μοιάζει σ’ αυτές τις ιστορίες να απευθύνεται στα παιδιά περισσότερο και όχι στους ενήλικες – άσχετα αν απολαμβάνουμε κι εμείς την τέχνη τους, με επίγνωση της ευστοχίας τους. Η «Διαπρεπής ρουκέτα» είναι μια τόσο αυθεντική εικόνα (προφητική ως προς την εξέλιξη των μεγεθών) του σημερινού μας κόσμου. Το «Αστερόπαιδο» καταδεικνύει τη διάρκεια και τη ισχύ των μηχανισμών της εξουσίας, ακόμα κι όταν κάποια φωτεινά διαλείμματα δικαιοσύνης αναφαίνονται. Ευχής έργο που έχουμε στα χέρια μας μια φρέσκια μετάφραση των παραμυθιών από τον Μάνο Κοντολέων, που ένα μεγάλο μέρος της γραφής του αφορά τα παιδιά, και έχει ασκηθεί εύστοχα στο είδος της παιδικής λογοτεχνίας, με μια θεματική ουσίας, που την αναβαθμίζει. Μετάφραση με αβίαστη ροή λόγου, γεγονός που αποδεικνύει την πιστότητα όχι μόνον του πρωτοτύπου αλλά και του σύγχρονου λόγου. Το ίδιο συμβαίνει και με την ένατη ιστορία, «Ο ψαράς και η ψυχή του», την οποία μεταφράζει η επίσης έμπειρη, και με λογοτεχνική ευαισθησία, Κώστια Κοντολέων. Καμία ευφάνταστη περιγραφή δεν χάνει την αξία της, η κάθε λέξη εμπλουτίζει τη σύνθεση του όλου. Ο Μάνος Κοντολέων μάς χαρίζει και μια σύντομη μεν, όμως ουσιαστική, εισαγωγή στον παραμυθιακό κόσμο του Ουάιλντ, συνδέοντας τη θεματική και τον τρόπο των ιστοριών αυτών με το υπόλοιπο έργο του, αποδεικνύοντας έτσι πως η γραφή μία είναι, ασχέτως της μορφής που κάθε τόσο παίρνει, απηχώντας δημιουργικά τη συγγραφική ταυτότητα. Απόσπασμα […] Και τότε κατάλαβε. Και έβγαλε κραυγή απόγνωσης και σωριάστηκε στο πάτωμα κλαίγοντας γοερά. Αυτό το σιχαμερό τέρας, αυτός ο αηδιαστικός καμπούρης, ήταν αυτός ίδιος! Και με αυτό το τέρας γελούσαν τα παιδιά και η μικρή Πριγκίπισσα. Κι εκείνος τόλμησε να πιστέψει πως τον είχε αγαπήσει. Ενώ κι εκείνη, μαζί με τους άλλους, κορόιδευε την ασχήμια του και ξεκαρδιζότανε με τα στραβά του πόδια. Γιατί δεν είχαν αφήσει στο δάσος, εκ/ει όπου δεν υπήρχαν καθρέφτες να του δείχνουν την ασχήμια του; Γιατί δεν τον είχε σκοτώσει ο πατέρας του, παρά τον είχε αφήσει να ζήσει αυτή την ντροπή; Καυτά δάκρυα κύλησαν στα μαγουλά του και με λύσσα μάδησε το τριαντάφυλλο. Μαζί του, το ίδιο έκανε και το τέρας. Τα πέταλα του λουλουδιού σκορπιζόντουσαν ολόγυρα. Το τέρας, όπως και ο ίδιος, κυλιόταν στο πάτωμα και ο ένας κοιτούσε το παραμορφωμένο από τον πόνο πρόσωπο του άλλου. («Τα γενέθλια της Ινφάντα», σ. 136). https://www.fractalart.gr/ennia-paramythia/

20.3.26

Όσκαρ Ουάιλντ "Εννιά Παραμύθια" σε μετάφραση Μάνου Κοντολέων (η εκδήλωση παρουσίασης στο youtube)

https://stage7.gr/video/%ce%b5%ce%bd%ce%bd%ce%b9%ce%ac-%cf%80%ce%b1%cf%81%ce%b1%ce%bc%cf%8d%ce%b8%ce%b9%ce%b1-%cf%80%ce%b1%cf%81%ce%bf%cf%85%cf%83%ce%af%ce%b1%cf%83%ce%b7-%ce%b2%ce%b9%ce%b2%ce%bb%ce%af%ce%bf%cf%85/ https://www.youtube.com/watch?v=JthUhXYCRm4&list=TLGG0llc-j2STQEyMDAzMjAyNg Τη Δευτέρα 16 Μαρτίου, στις 19:30, ο Πολιτιστικός χώρος Stage7 και οι εκδόσεις ΕΥΡΑΣΙΑ - SΤΙΓΜΟΣ παρουσίασαν το βιβλίο του Όσκαρ Ουάιλντ με τίτλο: «Εννιά Παραμύθια», σε μετάφραση του Μάνου Κοντολέων . Στο πάνελ εκτός από τον μεταφραστή ήταν και οι συγγραφείς Θανάσης Τριαρίδης και Βασιλική Πέτσα. Πρώτος τον λόγο πήρε ο μεταφραστής Μάνος Κοντολέων χαρακτηρίζοντας τα παραμύθια αυτά σαν μια ιδιότυπη παρέκκλιση μέσα στο έργο του συγγραφέα που καθιερώθηκε στην παγκόσμια λογοτεχνία ως ένας αντισυμβατικός και προκλητικός εστέτ. Εδώ όμως συνέβη το αντίθετο, τα παραμύθια αυτά είναι το θεμέλιο της σκέψης του Όσκαρ Ουάιλντ. Ο Ιρλανδός συγγραφέας έγραψε συνολικά εννιά παραμύθια, που κυκλοφόρησαν σε δύο τόμους – The Happy Prince and Other Tales (Ο Ευτυχισμένος Πρίγκιπας και άλλα παραμύθια) το 1888 και A House of Pomegranates (Το σπίτι με τις ροδιές) το 1891. Τα εννιά παραμύθια της συλλογής, αν και δεν κέρδισαν την προσοχή του κοινού με τον τρόπο που το πέτυχε Το πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέυ ή τα θεατρικά έργα που ακολούθησαν, ήταν και παραμένουν μικρά λογοτεχνικά αριστουργήματα. Με τον τρόπο τους αποδεικνύουν πόσο κοντά είναι ο λόγος του παραμυθιού με αυτόν του μαγικού ρεαλισμού, όπως βέβαια και πώς, μέσα από την εξιστόρηση μιας ιστορίας που κρατά όλα τα στοιχεία της παραμυθιακής αφήγησης, μπορεί κανείς να ασκήσει κοινωνική κριτική, να καταθέσει ιδεολογικές απόψεις και να περιγράψει ανθρώπινους τύπους. Ο Μάνος Κοντολέων υπογράμμισε επίσης το γεγονός της διαφοροποίησης των κειμένων του Όσκαρ Ουάιλντ από αυτά των άλλων παραμυθάδων. Στη συνέχεια το λόγο πήρε η συγγραφέας Βασιλική Πέτσα και είπε ότι ο συγγραφέας είναι βαθιά επηρεασμένος από τη μητέρα του και την ιρλανδική παράδοση. Τα παραμύθια αυτά ανήκουν στην κατηγορία του λογοτεχνικού παραμυθιού. Επίσης στη σύντομη ομιλία της υπογράμμισε ότι το βιβλίο αυτό δεν απευθύνεται μόνο σε παιδιά, αλλά και στο «παιδί που κρύβει ο καθένας μέσα του». Αμέσως μετά ο συγγραφέας Θανάσης Τριαρίδης είπε ξεκινώντας την τοποθέτησή του ότι ο Ουάιλντ είναι σαν την ηρωίνη που που προκαλεί εθισμό. Αναφέρθηκε στο σπουδαίο έργο του συγγραφέα με τον εξαιρετικά γλαφυρό τρόπο του και κλείνοντας χαρακτήρισε τις μεταφράσεις αυτών των 9 παραμυθιών ως θεσπέσιες, που δεν υποτιμούν τους αναγνώστες τους. Τέλος τον λόγο πήρε και η σύζυγος του μεταφραστή , Κώστια Κοντολέων η οποία έχει μεταφράσει ένα από τα 9 αυτά παραμύθια και στη σύντομη παρέμβασή της μίλησε για τον τρόπο που εργάζεται όταν η ίδια μεταφράζει. Τον τελευταίο λόγο είχε ο Μάνος Κοντολέων για τις ευχαριστίες.

Όσκαρ Ουάιλντ (Oscar Wilde) «Εννιά παραμύθια» (μτφρ. Μάνος Κοντολέων, εκδ. Στιγμός)

Για τη συλλογή παραμυθιών του Όσκαρ Ουάιλντ (Oscar Wilde) «Εννιά παραμύθια» (μτφρ. Μάνος Κοντολέων, εκδ. Στιγμός). © Wikimedia Commons
Γράφει η Άντα Κατσίκη-Γκίβαλου Ο Όσκαρ Ουάιλντ, Ιρλανδός συγγραφέας γνωστός για το χιούμορ και τη σαρκαστική-κριτική ματιά του στην κοινωνία, ευφυής και αντισυμβατικός, έχει συμβάλει με το ιδιότυπο ύφος και τη γραφή του στην υφολογική ανανέωση της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας, τόσο στο μυθιστορηματικό είδος, με την ενδοσκόπηση και την εξομολογητική διάθεση, όσο και στο θέατρο, αναδεικνύοντας την εστετίστικη θέαση της ζωής. Το μυθιστόρημά του Το προρτρέτο του Ντόριαν Γκρέι (1891), ο σπαρακτικός αυτοβιογραφικός επιστολικός μονόλογος De profundis (1905), που γράφτηκε στη φυλακή, καθώς και τα θεατρικά του έργα χαρακτηρίζονται από το λεπτό και ευθύβολο πνεύμα του. Παράλληλα, είχε ασχοληθεί με το παραμύθι. Tα παραμύθια του έχουν γίνει διάσημα, έχουν μεταφραστεί, έχουν διασκευασθεί και κυκλοφορούν σε πολλές γλώσσες. Το παιδικό αναγνωστικό κοινό παγκοσμίως τα έχει αγαπήσει και έχει ανατραφεί με αυτά. Η παρούσα έκδοση, Εννιά παραμύθια, μας προσφέρει και τα εννιά παραμύθια στην πλήρη τους μορφή, όπως μας έχει παραδοθεί σε δύο τόμους, The happy prince and other tales και A house of pomegranates, που εκδόθηκαν το 1888 και το 1891 αντίστοιχα. Παρά το γεγονός ότι έχουν γραφτεί τον 19ο αι., με τα διαχρονικά τους νοήματα, το κριτικό πνεύμα τους, την πνευματική σπιρτάδα που αποπνέουν και την αμεσότητα των συναισθημάτων προκαλούν το ενδιαφέρον μικρών και μεγάλων αναγνωστών. Η κυρίαρχη αντίληψη για την τέχνη ως προϊόντος κυρίως της δημιουργικής φαντασίας του καλλιτέχνη, η σημασία του φανταστικού, το στοιχείο της μαγείας, καθώς και εμπνεύσεις από την προσωπική ή οικογενειακή ζωή του Ουάιλντ, πολύ πιθανόν να αποτελούν λόγους συγγραφής αυτών των παραμυθιών. Και στα παραμύθια του κυριαρχεί ο αισθητισμός, ενώ έννοιες όπως η αγάπη, η ανιδιοτέλεια, η φιλία, η εμπιστοσύνη, η αφοσίωση, η γενναιοδωρία εναλλάσσονται με έννοιες όπως η αλαζονεία, η εκμετάλλευση, ο εγωισμός, η υποκρισία, η διαφθορά. Επιπρόσθετα, με την ανατροπή συμβόλων, συναισθημάτων και αξιών, ο Ουάιλντ προβάλλει άλλοτε τη μεγαλειότητα και σπουδαιότητα των μυθοπλαστικών ηρώων του και άλλοτε τον ξεπεσμό και την περιθωριοποίησή τους, γεγονός που οφείλεται στις ανατροπές της τύχης. Σε κάθε περίπτωση, ο κοινωνικός χαρακτήρας, με έμφαση στην κοινωνική ανισότητα και τη διαφορετικότητα, είναι εμφανής μέσα σ’ αυτές τις αλληγορικές ιστορίες. Στο βιβλίο αυτό σημαντικό ρόλο παίζει η εισαγωγή του Μάνου Κοντολέων, ο οποίος, σε αντιδιαστολή με άλλους κριτικούς των παραμυθιών που θεωρούν ότι τα μηνύματά τους είναι εντελώς απομακρυσμένα από αυτά των άλλων κειμένων του Ουάιλντ, έχει βρει και συσχετίσει τις αξίες, καταστάσεις, χαρακτηριστικά των ηρώων και ηρωίδων των παραμυθικών κειμένων με αυτές που κυριαρχούν στο υπόλοιπο έργο του. Ενδεικτικά, αναφέρω τη σκληρότητα και εγωπάθεια του Ντόριαν Γκρέι που αναγνωρίζει στο «Νεαρό βασιλιά», τον αυταρχισμό της άρχουσας τάξης στα «Γενέθλια της Ινφάντα», την αδιαφορία του Κράτους προς όσους υποφέρουν στον «Ευτυχισμένο Πρίγκιπα» κ.ά. Είναι γεγονός ότι με απλό και άμεσο λόγο, ο Ουάιλντ σχολιάζει επικριτικά, κατακεραυνώνει, θα έλεγα, και στα παραμύθια την εξουσία της Βικτωριανής Αγγλίας. Μια μικρογραφία μελέτης Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν οι σχολιασμοί του Κοντολέων για τις απόψεις του Ουάιλντ περί τέχνης, Εκκλησίας ή φιλοσοφίας, που κατατίθενται στον παραμυθικό του λόγο. Οι διαπιστώσεις αυτές προσδίδουν άλλη διάσταση στην ανάγνωση των παραμυθιών από τον ενήλικα αναγνώστη, καθώς αποτελούν οργανικό μέρος του λοιπού λογοτεχνικού και θεατρικού του έργου. Αν λάβει δε κανείς υπόψη του τις υφολογικές παρατηρήσεις του Κοντολέων για τη θεατρικότητα της πεζογραφικής γραφής του Ουάιλντ, όπως είναι ο παραλληλισμός των περιγραφών με τα σκηνικά, η θεατρική δομή των παραμυθιών, η ανάδειξη των χαρακτήρων μέσα από τους διαλόγους, η κριτική αυτή εισαγωγή αποτελεί μια μικρογραφία μελέτης που ολοκληρώνεται με τον ρόλο του αναγνώστη. Με αναφορές σε μαρτυρίες για τις προσωπικές απόψεις του Ουάιλντ, καταδεικνύεται ότι ο ίδιος δεν είχε αποκλείσει καμιά ηλικιακή ομάδα. Το εισαγωγικό σημείωμα δεν παραλείπει να προβάλει την παιδική ματιά στη θέαση του κόσμου από έναν «ταλαντούχο» συγγραφέα ήδη τον 19ο αι. Η έκδοση αυτή προσφέρει μια νέα ματιά ανάγνωσης των γνωστών σε όλους μας παραμυθικών ιστοριών και αυτό συμβάλλει στην ανανέωση της σχέσης μας με τον Ιρλανδό συγγραφέα. Ολοκληρώνοντας τη σύντομη παρουσίαση του βιβλίου, δεν μπορεί να μην αναφερθούμε στην ιδιαίτερα εκφραστική μετάφραση του Κοντολέων, η οποία σέβεται το πρωτότυπο, αποτελώντας συγχρόνως ένα λογοτεχνικό προσωπικό έργο. Το ίδιο ισχύει και για τη μετάφραση του τελευταίου και ιδιαίτερου παραμυθιού «Ο ψαράς και η ψυχή του», που έγινε απ’ τη πολύπειρη και διακεκριμένη μεταφράστρια Κώστια Κοντολέων, σύντροφο ζωής του Μάνου Κοντολέων, σηματοδοτώντας τη γοητεία που έχει ασκήσει και στους δυο ο Ιρλανδός συγγραφέας. Η έκδοση αυτή προσφέρει μια νέα ματιά ανάγνωσης των γνωστών σε όλους μας παραμυθικών ιστοριών και αυτό συμβάλλει στην ανανέωση της σχέσης μας με τον Ιρλανδό συγγραφέα. Η ιδιαίτερα τυποτεχνικά φροντισμένη έκδοση από τις εκδόσεις Ευρασία-Στιγμός συμβάλλει καθοριστικά στην αισθητική του βιβλίου. *Η ΑΝΤΑ ΚΑΤΣΙΚΗ-ΓΚΙΒΑΛΟΥ είναι Ομότιμη Καθηγήτρια Ελληνικής Φιλολογίας ΕΚΠΑ. https://018.bookpress.gr/kritikes/vivlia-gia-paidia/17168-ennia-paramythia-tou-oskar-ouailnt-kritiki-mia-nea-matia-stis-gnostes-kai-agapites-istories-tou-megalou-estet-gia-paidia?fbclid=IwY2xjawQqCtNleHRuA2FlbQIxMQBzcnRjBmFwcF9pZBAyMjIwMzkxNzg4MjAwODkyAAEeCfn1jQ03MSHLqxxeiGxC2IvgBF0s-7fEt9iz-LBk0eAE_9epHoFlRHPo4TE_aem_A94AloAfcw4npSID7vhzIw

14.3.26

Μάκης Τσίτα "Τσίχλες ταξιδίου"

Μάκης Τσίτας «Τσίχλες ταξιδίου» Διηγήματα Εκδόσεις Μεταίχμιο Ο Μάκης Τσίτας είναι ιδιαιτέρως γνωστός στο χώρο του βιβλίου με αρκετές ιδιότητες. Διευθύνει το ενημερωτικό βιβλιοφιλικό site diastixo.gr, γράφει βιβλία για παιδιά, στίχους τραγουδιών, θεατρικά έργα και μυθιστορήματα, νουβέλες και διηγήματα για ενήλικες. Πολλά παιδικά βιβλία του έχουν μεταφραστεί στο εξωτερικό, ενώ με το μυθιστόρημά του «Μάρτυς μου ο θεός» (μεταφρασμένο σε 12 ευρωπαϊκές γλώσσες) έλαβε το Βραβείο Λογοτεχνίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης 2014 όπως και πολλές άλλες τιμητικές διακρίσεις από Δήμους και Περιφέρειες. Θα έλεγε κανείς πως μια τόσο πολυδιάστατη συγγραφική παρουσία θα διαθέτει και μια ποικιλία εκφραστικών μέσων έκφρασης. Και ασφαλώς κάτι τέτοιο συμβαίνει -από τον χειμαρρώδη μονόλογο του ήρωα στο «Μάρτυς μου ο θεός» έως τους στίχους ενός παιδικού τραγουδιού, όποιος παρακολουθεί τις δημιουργίες του Μάκη Τσίτα θα διαπιστώσει μια απροσδόκητη περιπλάνηση σε πολλές μορφές σύνθεσης των λέξεων. Αλλά παράλληλα -όπως ο κάθε δημιουργός- ο Μάκης Τσίτας άλλοτε φανερά κι άλλοτε καλυμμένα αφήνεται στην κυριαρχία της πλέον ιδιαίτερης κλίσης του. Που -κατά τη γνώμη μου- δεν είναι άλλη από εκείνη η οποία με συντομία ξέρει κάθε φορά να περιγράφει το θέμα της και αμέσως μετά με ευστοχία να σημαδεύει το κέντρο του. Τελικά και παρά την διεθνή επιτυχία που του χάρισε ο πληθωρικός ήρωας του «Μάρτυς μου ο θεός», ο Μάκης Τσίτας είναι δεξιοτέχνης της μικρής φόρμας και μάλιστα ξέρει άλλοτε να την κατευθύνει προς τη δημιουργία σπαρταριστών παιδικών βιβλίων και άλλοτε προς τη σύνθεση καυστικών λογοτεχνικών κειμένων κοινωνικού περιεχομένου. Το πλέον πρόσφατο βιβλίο του, με τον απρόσμενο τίτλο «Τσίχλες ταξιδίου» από τέτοιες μικρές συνθέσεις αποτελείται. Ήρωες κάθε ιστορίας πρόσωπα καθημερινά που κάποια αυτά ο συγγραφέας με τρυφερότητα τα φωτίζει, ενώ πάνω σε κάποια άλλα στηρίζει μια σάτιρα κοινωνικών συμβάσεων. Οι τρόποι αφήγησης πολλοί -μονόλογοι, διάλογοι, τριτοπρόσωπες αφηγήσεις, επιστολικές συνθέσεις* ακόμα και σύντομα θεατρικά μονόπρακτα. Πολλοί οι τρόποι αφήγησης, αλλά όχι τυχαία επιλεγμένοι. Ο Μάκης Τσίτας αποδεικνύει πως γνωρίζει ότι κάθε ‘χάρτινος’ χαρακτήρας θέλει και το δικό του αφηγηματικό ένδυμα. Και άλλοτε αυτό το ένδυμα έχει θεατρική δομή, άλλοτε γίνεται μια επιστολή, άλλοτε αγγίζει τα όρια του μαγικού ρεαλισμού ή και του σαρκασμού. Μα και του καλά χωνεμένου σπαραγμού. Το τελευταίο διήγημα της συλλογής, αυτό που χαρίζει και τον τίτλο του στην έκδοση, έχει μια σχεδόν ψυχρή λιτότητα στην περιγραφή του τέλους μιας γυναίκας που είναι και η μητέρα του αφηγητή. Αλλά ακριβώς αυτή η σχεδόν δημοσιογραφική καταγραφή της πορείας προς το τέλος ενός ανθρώπου, φωτίζει την άποψη πως η ύπαρξη μιας ουσιαστικής σχέσης όπως αυτή μάνας και γιου ξεφεύγει από την ανάγκη μιας μελοδραματικής ανάπτυξής της, μιας και ποτέ δεν πρόκειται να τελειώσει -θα γίνει κείμενο ίδιο με ζωογόνα ανάσα, πορτραίτο για να κοσμεί εξώφυλλο βιβλίου, τίτλος ολόκληρης της συλλογής. Άξιο παρατήρησης είναι και το γεγονός πως αν και τα μικρά αυτά διηγήματα έχουν γραφτεί κατά τη διάρκεια αρκετών ετών και τα περισσότερα με την ευκαιρία επετειακών εκδόσεων (ημερολόγια, θεματικές συλλογές, κλπ) εντούτοις το κάθε ένα έχει μια ολοκληρωμένη μορφή. Και μπορεί βέβαια να έχουν υποστεί μικρές ή μεγάλες αλλαγές (σύμφωνα με δήλωση του ίδιου του συγγραφέα), αλλά κάτι τέτοιο δεν εμποδίζει τον αναγνώστη να σκεφτεί πως η πολυεστιακή ματιά του Μάκη Τσίτα υπήρχε από τη χρονιά συγγραφής του πρώτου κειμένου (1996) έως του τελευταίου (2025). (530 λέξεις) https://www.periou.gr/manos-kontoleon-makis-tsitas-tsichles-taxidiou-diigimata-ekdoseis-metaichmio/