12.6.26

Διαβάζοντας το «Τρίποντο και πιρουέτα» του Μάνου Κοντολέων Της Ελίτας Φώκιαλη

Το δικαίωμα να είσαι ο εαυτός σου. Διαβάζοντας το «Τρίποντο και πιρουέτα» του Μάνου Κοντολέων Της Ελίτας Φώκιαλη https://www.patakis.gr/news/to-dikaioma-na-eisai-o-eaftos-sou-diavazontas-to-triponto-kai-piroueta-tou-manou-kontoleon/ Η εφηβεία είναι μια ηλικία γεμάτη ερωτήματα. Κάποια αφορούν τους άλλους. Τα πιο σημαντικά, όμως, αφορούν τον ίδιο μας τον εαυτό. Το «Τρίποντο και πιρουέτα» του Μάνου Κοντολέων προσεγγίζει αυτά τα ερωτήματα με ειλικρίνεια και ευαισθησία. Ρεαλιστικό, σύγχρονο και βαθιά ανθρώπινο, το μυθιστόρημα σκιαγραφεί μια εφηβεία γεμάτη αμφιβολίες, φόβους, προσδοκίες και εσωτερικές συγκρούσεις. Έχει πολλά να πει για την αναζήτηση, την απόκρυψη και κάποτε την άρνηση της ταυτότητας, έτσι όπως διαθλάται μέσα από τα βλέμματα των άλλων. Για το πώς προσπαθεί κανείς να χωρέσει, να κρυφτεί, να ομολογήσει ή να μάθει ποιος είναι, απέναντι σε έναν κόσμο-καθρέφτη που άλλοτε αποκαλύπτει ανασφάλειες και εσωτερικές ταλαντεύσεις κι άλλοτε απλώς πληγώνει. Έναν κόσμο όπου η επιθυμία να ανήκεις διαπλέκεται συνεχώς με την ανάγκη να είσαι ο εαυτός σου. Τι σημαίνει να είσαι ο εαυτός σου στα δεκαπέντε; Οι ήρωες του βιβλίου δε δηλώνουν τι είναι. Το ανακαλύπτουν. Η ταυτότητά τους χτίζεται σιγά σιγά, σε διαδοχικά επίπεδα: το πολιτισμικό, το προσωπικό, το ερωτικό. Και αυτή η αργή, διστακτική διαδικασία αυτογνωσίας είναι ένας μόνο από τους πολλούς λόγους που κάνουν την ιστορία τους να μοιάζει τόσο αληθινή. Ο Άλεκ, ο αθλητής, ο μπερδεμένος έφηβος, έχει μάθει να φοβάται την ευαισθησία (προπαντός τη δική του). Συνεχώς παλεύει ανάμεσα στο ποιος είναι (Άλεκ ή Αλέξανδρος;), στο πώς τον βλέπουν οι άλλοι και στο πώς θα ήθελε να τον βλέπουν. Η σχέση με τον Κλείτο εντάσσεται οργανικά σε αυτή την αναζήτηση. Δε λειτουργεί ως μια πτυχή της πλοκής που περιμένει το «πότε θα φιληθούν», αλλά ως μέρος της διαδικασίας διαμόρφωσης της ταυτότητάς του. Ο Κλείτος, ο καλλιτέχνης, ο «διαφορετικός», το παιδί που βρίσκεται συχνά στο στόχαστρο του μπούλινγκ, στέκεται εξαρχής εκεί που ο Άλεκ φοβάται να πάει. Νιώθει άνετα με την τρυφερότητα, αλλά έχει κι εκείνη τη στωικότητα που τον κρατά όρθιο. Η διχρωμία των ματιών του, ένα χαρακτηριστικό που συχνά προκαλεί την περιέργεια ή ακόμη και την αποστροφή των συμμαθητών του, λειτουργεί σχεδόν συμβολικά για τη θέση που κατέχει μέσα στον κόσμο του βιβλίου. Φανατικός αναγνώστης και αφοσιωμένος στον χορό, θα βρει συμμάχους εκεί όπου ο Άλεκ βρίσκει αντιστάσεις. Η Ντοφασόλ θα αναγνωρίσει το ταλέντο του και θα τον φέρει ένα βήμα πιο κοντά στο όνειρό του. Η αντίθεση ανάμεσα στους δύο πρωταγωνιστές τροφοδοτεί την ένταση της αφήγησης. Παρά τις διαφορές τους, από την πρώτη τους συνάντηση, ένα απόγευμα στα τέλη Αυγούστου, σε μια παραλία στην άκρη ενός προσφυγικού συνοικισμού, χτίζουν μια βαθιά σχέση εμπιστοσύνης που θα τους οδηγήσει να αναμετρηθούν με όσα φοβούνται περισσότερο. Στην πορεία, ο Κλείτος θα παρακολουθήσει τον δικό του Αλέξανδρο να δίνει τη θέση του στον Άλεκ των άλλων. Και ο Άλεκ θα αποφεύγει τον Κλείτο, αν και κάθε μέρα που περνά θα συνειδητοποιεί όλο και περισσότερο ότι του είναι απαραίτητος. Το βλέμμα του ενός θα δείχνει ότι φοβάται να φανερωθεί στο βλέμμα του άλλου. Στο επίκεντρο αυτής της διαδρομής βρίσκονται τα στερεότυπα που επιμένουν, οι ανισότητες που αναπαράγονται, αλλά και οι αόρατοι σεξισμοί που διαπερνούν την καθημερινότητα. Οι οικογένειες των δύο παιδιών, με τις διαφορές τους στο κοινωνικό υπόβαθρο, την κουλτούρα και τους συναισθηματικούς τους κώδικες, διαμορφώνουν σε μεγάλο βαθμό την ατμόσφαιρα του βιβλίου. Η σύγκριση ανάμεσά τους αποτελεί ένα εύστοχο σχόλιο πάνω στο πώς μεγαλώνουν τα αγόρια και πόσο διαφορετικές διαδρομές μπορούν να χαράξουν ανάλογα με το περιβάλλον τους. Τόσο στην οικογένεια όσο και στο σχολείο και την ομάδα, αναδύονται κοινωνικές συγκρούσεις και ψυχολογικές εντάσεις. Όλα αυτά, όμως, αποτελούν κυρίως το φόντο πάνω στο οποίο εκτυλίσσεται η βαθύτερη σύγκρουση του έργου: η σύγκρουση με τον εαυτό. Το βιβλίο δεν αντιμετωπίζει τη σεξουαλικότητα σαν ετικέτα της προσωπικότητας, αλλά σαν εξελικτική διαδικασία: ένα μείγμα φόβων, επιθυμιών, σιωπών και στιγμών που σταδιακά διαμορφώνουν την προσωπική γλώσσα της έλξης και της σύνδεσης με τους άλλους. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η παρουσία του κοριτσιού που θέτει σε δοκιμασία την ταυτότητα του Άλεκ, τη στιγμή που το ίδιο το σεξ παραμένει κάτι άγνωστο, μπερδεμένο και αμήχανο. Όλα αυτά αποδίδονται μέσα από μια γραφή που, όπως και σε όλα τα βιβλία του συγγραφέα, παραμένει ξεχωριστή: ιδιότυπα ποιητική, ελλειπτική και πυκνή ταυτόχρονα. Η αφήγηση εξελίσσεται χωρίς περιττούς διαλόγους και περιγραφές, αξιοποιώντας τεχνικές εσωτερικού μονολόγου που σε οδηγούν κατευθείαν στον πυρήνα των σκέψεων των ηρώων. Επιλέγοντας την τριτοπρόσωπη αφήγηση, ο συγγραφέας αποφεύγει τις γενικεύσεις γύρω από την εφηβεία και φωτίζει συγκεκριμένα πρόσωπα που τη βιώνουν, το καθένα με τον δικό του μοναδικό τρόπο. Τα σχόλια του αφηγητή λειτουργούν ως μικρά παράθυρα που ανοίγουν για λίγο και «αλλάζουν τον αέρα» στην ιστορία. Οι παρεμβολές του δημιουργούν την αίσθηση πως αποκτά υπόσταση ως χαρακτήρας και σου εκμυστηρεύεται όσα σκέφτεται. Μέσα από αυτές τις αφηγηματικές επιλογές οι ήρωες αποκτούν βάθος και αμεσότητα. Δεν αντιμετωπίζονται ως φορείς ιδεών ή μηνυμάτων, αλλά ως έφηβοι που αμφιβάλλουν, φοβούνται, κάνουν λάθη και προσπαθούν να καταλάβουν ποιοι είναι. Γι’ αυτό μοιάζουν τόσο οικείοι και είναι εύκολο να αναγνωρίσει κανείς κομμάτια του εαυτού του μέσα τους. Ένα βιβλίο που προσεγγίζει το θέμα της εξερεύνησης της σεξουαλικότητας με ευαισθησία, σεβασμό και ειλικρίνεια και μπορεί να αποδειχθεί πολύτιμο για τον έφηβο αναγνώστη. Μπορεί να του δείξει πως δεν είναι ο μόνος που έχει φόβους και απορίες, πως δεν είναι υποχρεωτικό να γνωρίζει τα πάντα για τον εαυτό του στα δεκαπέντε του, πως όλες οι μορφές αγάπης πρέπει να είναι ανοιχτές, ελεύθερες και να βιώνονται χωρίς ντροπή. Και, ακόμη, μπορεί να προσφέρει υγιή πρότυπα συναίνεσης, επικοινωνίας και αυτοσεβασμού. Με άλλα λόγια, όλα όσα χρειάζονται για να χτιστεί μια σχέση αυτογνωσίας και ασφάλειας με τον εαυτό. Συνομιλία με τη λογοτεχνία των ενηλίκων Παρακολουθώντας την πορεία δύο νέων ανθρώπων προς τον κόσμο των ενηλίκων, μέσα από τη διαδικασία της εξερεύνησης της σεξουαλικής τους ταυτότητας, το «Τρίποντο και πιρουέτα» συνομιλεί με βασικά χαρακτηριστικά του εφηβικού Bildungsroman χωρίς να ταυτίζεται απόλυτα με αυτό. Το κείμενο αγγίζει δύσκολα θέματα, τα οποία διαχειρίζεται με λεπτότητα και σεβασμό απέναντι στο συναίσθημα του νεαρού αναγνώστη. Η σεξουαλική αφύπνιση παρουσιάζεται με ευαισθησία και ειλικρίνεια, παραμένοντας μέσα στα όρια της εφηβικής λογοτεχνίας. Η εξερεύνηση της ταυτότητας αποδίδεται με ρεαλισμό και τρυφερότητα, χωρίς περιγραφές και λεπτομέρειες «δύσκολες» για μικρότερες ηλικίες αναγνωστών. Το ίδιο ισχύει και για τη θεματική του μπούλινγκ, η οποία, με τον τρόπο που αποδίδεται, συνδέεται άμεσα με ένα ευαίσθητο κομμάτι της εφηβικής εμπειρίας. Το μυθιστόρημα προσεγγίζει επίσης την απώλεια, την ενηλικίωση μέσα σε δύσκολα οικογενειακά περιβάλλοντα, τη μονογονεϊκότητα, την παρουσία της τρίτης ηλικίας στην ελληνική κοινωνία, τη φιλία, αλλά και την επιτυχία και την αποτυχία ως επισφαλή μέτρα μιας ζωής που δε χωρά πάντα σε κουτάκια. Το σχολικό και το οικογενειακό περιβάλλον, όπως παρουσιάζονται στην αφήγηση, αποτελούν το φυσικό πλαίσιο μέσα στο οποίο ξεδιπλώνονται αυτά τα ζητήματα. Εκεί αναδεικνύονται σημαντικές κοινωνικές και ψυχολογικές διαστάσεις της εφηβείας, με ρεαλισμό αλλά χωρίς ωμότητα ή υπερβολές. Η ένταση της αφήγησης δεν προκύπτει από σκληρές περιγραφές, αλλά από συναισθήματα, παρεξηγήσεις, βλέμματα, αβεβαιότητες και εσωτερικές συγκρούσεις. Αντίθετα με τη λογοτεχνία ενηλίκων, όπου ο συγγραφέας απλώς εκθέτει, χωρίς καμία υποχρέωση προστασίας, εδώ λειτουργεί ως ένας αόρατος ενήλικας που κρατά το πλαίσιο ασφαλές. Ωστόσο, η αξία του έργου δεν περιορίζεται μόνο στην επιτυχημένη αξιοποίηση αυτών των ειδολογικών χαρακτηριστικών. Η ειλικρίνεια και ο τρόπος με τον οποίο φωτίζει εμπειρίες που, παρότι εφηβικές, παραμένουν βαθιά ανθρώπινες, προσδίδουν στο μυθιστόρημα μια ποιότητα που συναντάται σε ορισμένα από τα σημαντικότερα έργα της εφηβικής λογοτεχνίας: την ικανότητα να συνομιλεί με αναγνώστες διαφορετικών ηλικιών. Η crossover αναγνωσιμότητα αφορά ακριβώς αυτή την εγγενή ικανότητα ορισμένων ιστοριών να απευθύνονται ουσιαστικά σε περισσότερες από μία ηλικιακές ομάδες. Αν και το πιο πιθανό είναι πως ο συγγραφέας είχε κατά νου το εφηβικό κοινό, το «Τρίποντο και πιρουέτα» διαθέτει στοιχεία που το κάνουν να αφορά και ενήλικες αναγνώστες. Ανάμεσα σε αυτά είναι η πολυσημαντικότητα της αφήγησης, η διακειμενικότητα, ο πάντα απολαυστικός διάλογος του συγγραφέα με τραγούδια, μιούζικαλ, μπαλέτο και άλλους πολιτισμικούς κώδικες. Για να είναι πραγματικά ενδιαφέρουσα για ενήλικες η ιστορία δύο αγοριών που εξερευνούν τη σεξουαλική τους ταυτότητα, δε χρειάζεται να γίνει πιο τολμηρή· χρειάζεται πολυπλοκότητα και θεματικό βάθος. Χρειάζεται να μιλήσει για τον τρόπο με τον οποίο μια παιδική ανασφάλεια γίνεται φόβος, μια οικογενειακή προσδοκία μετατρέπεται σε βάρος ή μια κοινωνική προκατάληψη διαμορφώνει τις επιλογές ενός ανθρώπου. Το «Τρίποντο και πιρουέτα» διαθέτει αυτές τις ποιότητες. Μιλά για την εφηβεία, αλλά δε μένει εκεί. Μιλά για την αναζήτηση του εαυτού, για την ανάγκη να ανήκεις και για το θάρρος να είσαι αυτό που είσαι. Γι’ αυτό αγγίζει τους νέους. Γι’ αυτό αγγίζει και τους ενήλικες. Και γι’ αυτό είναι καλή λογοτεχνία για νέους – από εκείνη που οι ενήλικες δε θέλουν να χάσουν. Η Ελίτα Φώκιαλη είναι Δρ. ΕΚΠΑ, με ειδίκευση στη Διαμεσική Αφήγηση

'Τρίποντο και πιρουέτα" - η Νάντια Τράτα στα Νέα

Πριν αποκτήσει όνομα, το παιδί αποκτά βλέμμα. Πριν μάθει να συλλαβίζει τον εαυτό του, έχει ήδη αρχίσει να διαβάζει τα πρόσωπα των άλλων. Τι εγκρίνουν. Τι αποδοκιμάζουν. Τι φοβούνται. Τι επιτρέπουν. Πολύ πριν συγκροτηθεί ως προσωπικότητα, έχει ήδη μυηθεί στην πρώτη και αρχαιότερη ανθρώπινη γνώση: ότι η αγάπη συχνά συνοδεύεται από όρους. Αυτή είναι ίσως η πρώτη τραγωδία της κοινωνικής ζωής. Ότι ο άνθρωπος έρχεται στον κόσμο με την ανάγκη να αγαπηθεί και μαθαίνει σταδιακά πως η αποδοχή δεν είναι πάντοτε άνευ όρων. Πως υπάρχουν χειρονομίες που επιβραβεύονται και άλλες που προκαλούν αμηχανία. Υπάρχουν επιθυμίες που χωρούν στον κοινό λόγο και άλλες που υποχρεώνονται να ζουν στις παρυφές του. Υπάρχουν τρόποι να είσαι παιδί, αγόρι, κορίτσι, άντρας, γυναίκα. Και υπάρχουν τρόποι που δεν έχουν ακόμη αποκτήσει δικαίωμα ύπαρξης. Κάθε πολιτισμός οικοδομείται πάνω σε αφηγήσεις. Και κάθε αφήγηση γεννά ταυτόχρονα μια σκιά. Ό,τι μένει απ’ έξω. Ό,τι περισσεύει. Ό,τι δεν χωρά. Η μεγάλη λογοτεχνία γεννιέται ακριβώς εκεί. Όχι στο κέντρο. Στο περιθώριο. Όχι μέσα στις βεβαιότητες. Μέσα στις ρωγμές της. ∞∞∞ Γι’ αυτό και το Τρίποντο και Πιρουέτα του Μάνου Κοντολέων είναι πολύ σημαντικότερο βιβλίο από όσο φαίνεται με την πρώτη ματιά. Εκ πρώτης όψεως πρόκειται για μια ιστορία ενηλικίωσης. Μια σχολική χρονιά σε μια πόλη της ελληνικής επαρχίας. Ο Κλείτος, παιδί μιας οικογένειας όπου η μουσική λειτουργεί σχεδόν ως δεύτερη γλώσσα, μεγαλώνει με την απουσία ενός πατέρα που χάθηκε νωρίς. Ο Αλεκ —που σταδιακά θα γίνει Αλέξανδρος— κουβαλά μια διαφορετική απώλεια: όχι τον θάνατο αλλά την εγκατάλειψη. Ανάμεσά τους αναπτύσσεται μια σχέση που αρχικά μοιάζει να κινείται στον χώρο της συντροφικότητας, της φιλίας, της αμοιβαίας περιέργειας, της αναγνώρισης. Καθώς όμως η χρονιά προχωρά, κάτι βαθύτερο αρχίζει να διαμορφώνεται κάτω από την επιφάνεια των γεγονότων. Αυτή είναι η ιστορία. Αλλά το βιβλίο δεν βρίσκεται εκεί. Το βιβλίο βρίσκεται κάτω από αυτήν. Το βιβλίο βρίσκεται στο αόρατο. Όπως το υπόγειο ρεύμα βρίσκεται κάτω από το ποτάμι. Όπως το ασυνείδητο βρίσκεται κάτω από τον λόγο. Όπως ο φόβος βρίσκεται κάτω από την επιθυμία. Η μεγάλη λογοτεχνία δεν ενδιαφέρεται για τα γεγονότα. Τα γεγονότα είναι απλώς η επιφάνεια. Αυτό που την ενδιαφέρει είναι οι αόρατες δυνάμεις που κινούν τα γεγονότα. Και ο Κοντολέων, ύστερα από δεκαετίες παρουσίας στα ελληνικά γράμματα, εξακολουθεί να αποδεικνύει ότι γνωρίζει καλά αυτή τη διάκριση. Το Τρίποντο και Πιρουέτα δεν είναι στην ουσία του ένα μυθιστόρημα για τη σεξουαλική ταυτότητα. Ούτε για τον σχολικό εκφοβισμό. Ούτε για την ομοφοβία, όσο κι αν όλα αυτά υπάρχουν στον ορίζοντά του. Είναι ένα μυθιστόρημα για τη γέννηση της συνείδησης. ∞∞∞ Βρίσκεται σε εκείνη τη σχεδόν ανεπαίσθητη διαδικασία κατά την οποία δύο νέοι άνθρωποι προσπαθούν να καταλάβουν τι ακριβώς τους συμβαίνει προτού βρουν τις λέξεις για να το ονομάσουν. Και αυτό είναι το μεγαλύτερο, διαχρονικά, λογοτεχνικό επίτευγμα του Μάνου Κοντολέων. Κατανοεί ότι η ανθρώπινη ζωή δεν εξελίσσεται σύμφωνα με τις έννοιες. Οι έννοιες έρχονται αργότερα. Πρώτα έρχεται η αίσθηση. Το σκίρτημα. Η αμηχανία. Η έλξη. Η ανεξήγητη προσκόλληση. Η σιωπή. Η απώλεια. Η ντροπή. Η ανάγκη. Ο άνθρωπος αισθάνεται πολύ πριν καταλάβει. Και υποφέρει πολύ πριν μπορέσει να εξηγήσει γιατί. Εδώ βρίσκεται και η ψυχαναλυτική καρδιά του βιβλίου. Γιατί το πραγματικό δράμα δεν αφορά την επιθυμία. Αφορά την αναγνώρισή της. Δεν είναι η αγάπη που φοβίζει τους ήρωες. Είναι η γνώση της. Είναι η στιγμή κατά την οποία μια εσωτερική αλήθεια ζητά να γίνει συνείδηση. Η ψυχανάλυση μάς δίδαξε ότι το ανθρώπινο υποκείμενο συγκροτείται μέσα από το βλέμμα του Άλλου. Μαθαίνουμε ποιοι είμαστε επειδή κάποιος μας κοιτάζει. Επειδή κάποιος μας ονομάζει. Επειδή κάποιος μάς εντάσσει σε μια αφήγηση. Αλλά υπάρχει μια στιγμή —σπάνια, οδυνηρή, αποφασιστική— κατά την οποία ο άνθρωπος ανακαλύπτει ότι η αφήγηση που έχει γραφτεί γι’ αυτόν δεν συμπίπτει πλήρως με αυτό που είναι. Και τότε αρχίζει η πραγματική ζωή. ∞∞∞ Η ενηλικίωση δεν είναι βιολογικό γεγονός. Δεν έχει σχέση με την ηλικία. Είναι η στιγμή που κάποιος στρέφεται προς τον εαυτό του και τολμά να ρωτήσει: Κι αν δεν είμαι αυτό που περίμεναν; Πρόκειται για ένα ερώτημα που δεν αφορά μόνο τη σεξουαλική ταυτότητα. Αφορά κάθε μορφή ανθρώπινης ύπαρξης. Τον καλλιτέχνη μέσα σε μια οικογένεια λογιστών. Τη γυναίκα που αρνείται τον ρόλο που της ανατέθηκε. Το παιδί που νιώθει ξένο μέσα στην ίδια του την κοινότητα. Τον άνθρωπο που επιλέγει να ζήσει διαφορετικά από ό,τι ορίζει η παράδοση. Η ιστορία αλλάζει μορφές. Το ερώτημα παραμένει το ίδιο. Πόσο κοστίζει να είσαι ο εαυτός σου; Η ελληνική επαρχία του βιβλίου δεν είναι τόπος. Είναι ψυχισμός. Είναι ένας τρόπος θέασης του κόσμου. Εκεί όπου όλοι γνωρίζουν όλους. Εκεί όπου η κοινωνική ταυτότητα προηγείται του προσώπου. Εκεί όπου η φήμη λειτουργεί ως παράλληλο σύστημα εξουσίας. Εκεί όπου η διαφορετικότητα δεν αντιμετωπίζεται πάντα με μίσος — κάτι τέτοιο θα ήταν απλούστερο — αλλά με μία αμηχανία που προξενεί μία δυσφορία ασφυκτική. Και η αμηχανία είναι ίσως η πιο ύπουλη μορφή αποκλεισμού. Γιατί δεν χρειάζεται να φωνάξει. Δεν χρειάζεται να χτυπήσει. Αρκεί να κοιτάξει αλλού. Ο Μάνος Κοντολέων γνωρίζει ότι οι κοινωνίες δεν τραυματίζουν μόνο με όσα λένε. Τραυματίζουν και με όσα αρνούνται να δουν. Γι’ αυτό και το σημαντικότερο αφηγηματικό εύρημα του βιβλίου είναι, κατά τη γνώμη μου, η πλάγια φωνή που διατρέχει το κείμενο. Αυτές οι παρεμβολές δεν λειτουργούν ως σχόλιο. Λειτουργούν ως αποκάλυψη. Είναι η φωνή του συλλογικού ασυνείδητου. Η φωνή των βεβαιοτήτων που έχουν εγκατασταθεί τόσο βαθιά μέσα στην κοινωνία ώστε κανείς δεν τις αμφισβητεί πια. Ο αναγνώστης έχει την αίσθηση ότι ακούει όχι έναν αφηγητή αλλά τον ίδιο τον πολιτισμό να σκέφτεται. Και ξαφνικά το βιβλίο διευρύνεται. Παύει να αφορά δύο εφήβους. Αφορά όλους μας. Γιατί όλοι έχουμε υπάρξει κάποτε αιχμάλωτοι μιας αφήγησης. Όλοι έχουμε επιχειρήσει να χωρέσουμε σε μια εικόνα που δεν μας ταίριαζε. Όλοι έχουμε φοβηθεί μήπως η αλήθεια μας αποδειχθεί λιγότερο αγαπητή από τη μάσκα μας. Αυτός είναι ο λόγος που το Τρίποντο και Πιρουέτα δεν διαβάζεται τελικά ως βιβλίο για την εφηβεία. Διαβάζεται ως βιβλίο για την ανθρώπινη συνθήκη. Για εκείνη τη βαθιά υπαρξιακή μοναξιά που προηγείται κάθε αυτογνωσίας. Για εκείνη τη σκοτεινή περιοχή όπου ο άνθρωπος δεν γνωρίζει ακόμη ποιος είναι, αλλά γνωρίζει ήδη ότι δεν μπορεί να συνεχίσει να είναι αυτό που υπήρξε. Εδώ συναντά κανείς και τη μοναδικότητα του Μάνου Κοντολέων. Για περισσότερο από τέσσερις δεκαετίες υπηρετεί ένα λογοτεχνικό έργο που αρνήθηκε πεισματικά τις ευκολίες. Σε μια χώρα όπου η λογοτεχνία για νέους συχνά αντιμετωπίστηκε είτε ως διδακτικό εργαλείο είτε ως δευτερεύουσα τέχνη, εκείνος επιμένει να γράφει για τις πιο σύνθετες και πιο εύθραυστες περιοχές της ανθρώπινης εμπειρίας. Υπήρξε πρωτοπόρος όχι επειδή αναζήτησε την πρόκληση. Αλλά επειδή αναζήτησε την αλήθεια. Και η αλήθεια συχνά προηγείται της εποχής της. Οι σημαντικοί συγγραφείς δεν είναι εκείνοι που ακολουθούν τις κοινωνικές μεταβολές. Είναι εκείνοι που τις διαισθάνονται πριν ακόμη αποκτήσουν όνομα. Που στρέφουν το βλέμμα τους προς ανθρώπους που παραμένουν αόρατοι. Που αναγνωρίζουν την ανθρώπινη πολυπλοκότητα σε εποχές που προτιμούν τις απλουστεύσεις. Αυτό ακριβώς έκανε ο Μάνος Κοντολέων. Και αυτό ακριβώς συνεχίζει να κάνει. Γι’ αυτό το Τρίποντο και Πιρουέτα δεν αποτελεί απλώς ένα ακόμη cross over μυθιστόρημα στην πλούσια διαδρομή του. Αποτελεί μια βαθιά λογοτεχνική υπενθύμιση. Ότι η λογοτεχνία δεν υπάρχει για να επιβεβαιώνει τις βεβαιότητές μας. Υπάρχει για να διευρύνει τα όρια της ανθρώπινης αναγνώρισης. Να προσθέτει πρόσωπα εκεί όπου υπήρχαν μόνο κατηγορίες. Να αποκαθιστά την πολυπλοκότητα εκεί όπου κυριαρχούν τα στερεότυπα. Να χαρίζει φωνή όχι στους αθώους ή στους ενόχους, αλλά στους ανθρώπους. Και ίσως αυτό να είναι τελικά το μεγάλο, σχεδόν ηθικό, χρέος της λογοτεχνίας. Να υπενθυμίζει ξανά και ξανά ότι κανένας άνθρωπος δεν εξαντλείται σε μία λέξη. Σε μία ταυτότητα. Σε μία επιθυμία. Σε μία κοινωνική θέση. Ότι μέσα σε κάθε ανθρώπινο πλάσμα υπάρχει ένας κόσμος μεγαλύτερος από τα ονόματα που του αποδόθηκαν. Κλείνοντας το βιβλίο, δεν μένει στη μνήμη μια σκηνή. Μένει κάτι πολύ πιο σπάνιο. Μένει η αίσθηση ότι παρακολουθήσαμε τη γέννηση μιας συνείδησης. Όχι τη στιγμή που ένας άνθρωπος ανακαλύπτει ποιον αγαπά. Αλλά τη στιγμή που αρχίζει να καταλαβαίνει ότι αξίζει να αγαπηθεί χωρίς να απαρνηθεί τον εαυτό του. Και τότε το μυθιστόρημα υπερβαίνει οριστικά τα όριά του. Γίνεται κάτι περισσότερο από λογοτεχνία για νέους. Κάτι περισσότερο από μια ιστορία ενηλικίωσης. Κάτι περισσότερο ακόμη και από μια ιστορία αγάπης. Γίνεται μια υπενθύμιση ότι η ανθρώπινη ελευθερία αρχίζει πάντοτε από μια μικρή, σχεδόν αόρατη πράξη αντίστασης. Τη στιγμή που κάποιος παύει να ζητά άδεια για να υπάρξει. Και αν υπάρχει ένας λόγος που τα βιβλία του Μάνου Κοντολέων θα συνεχίσουν να διαβάζονται όταν οι θόρυβοι της εποχής μας θα έχουν προ πολλού σβήσει, είναι ακριβώς αυτός: Επειδή δεν μίλησαν για τις μόδες της ανθρώπινης εμπειρίας. Μίλησαν για τον πυρήνα της. Επειδή ακούει προσεκτικά τον ήχο που κάνει μια ψυχή τη στιγμή που παύει να κρύβεται. Για εκείνη τη σιωπηλή, εύθραυστη και ταυτόχρονα ηρωική προσπάθεια κάθε ανθρώπου να εμφανιστεί ενώπιον του κόσμου χωρίς μεταμφίεση και να πει, έστω μόνο στον εαυτό του: «Αυτός είμαι. Και δεν θα φύγω.» Και λίγοι ήχοι στη λογοτεχνία είναι πιο σπαρακτικοί από αυτόν. ∞∞∞ Νάντια Τράτα Ιούνιος 2026 https://www.tanea.gr/2026/06/12/lifearts/i-logotexnia-ton-rogmon-kai-tou-perithoriou/

2.6.26

Κώστας Παρορίτης: Κοινωνική κριτική χωρίς αφήγημα λύτρωσης

Ο πεζογράφος (στενός συνεργάτης του περιοδικού Νουμάς) και μεταφραστής πολλών αποσπασμάτων έργων των Ζολά, Γκόρκι και Γκαίτε) Κώστας Παρορίτης (1878-1931), με την πρώτη κιόλας συλλογή διηγημάτων ―Οι νεκροί περιμένουν (1907)― προκαλεί το κατεστημένο καθώς οι ήρωές του προέρχονται από τις κατώτερες κοινωνικές τάξεις, αλλά η γραφή του τους παρουσιάζει στην «εύπλαστον ελληνικήν κοινωνίαν με τρόπον λίαν επικίνδυνον, διότι δημιουργεί αυταπάτας και θίγει τας πατροπαραδότους ελληνικάς συνθήκας και η ελληνική κοινωνία ενδέχεται να παρασυρθεί εις αγώνας οίτινες θα καταλήξωσιν εις συμφοράς» (απόσπασμα από την αιτιολόγηση του Ανώτατου Εκπαιδευτικού Συμβουλίου για την ενός μηνός παύσης του από τα καθήκοντά εκπαιδευτικού). Στις μέρες μας ο συγκεκριμένος συγγραφέας ―που στην εποχή του υπήρξε ένας από τους πλέον δραστήριους ανθρώπους των Γραμμάτων― είναι σχεδόν ολότελα ξεχασμένος. Αλλά εάν διαβάσει κανείς σήμερα τη συλλογή Οι νεκροί της ζωής, νομίζω πως θα καταλήξει στο συμπέρασμα πως Κ. Π. ανήκει σε εκείνη τη σπάνια κατηγορία συγγραφέων που δεν ξεχάστηκαν επειδή ξεπεράστηκαν, αλλά επειδή δεν υπάκουσαν στις αφηγήσεις που, σε διαφορετικές ιστορικές στιγμές, ζητήθηκαν από τη λογοτεχνία. Οι Νεκροί της ζωής, ίσως η πιο πυκνή και αποκαλυπτική συλλογή διηγημάτων του, παραμένει έως σήμερα ένα σώμα κειμένων που αντιστέκεται τόσο στην αισιοδοξία της προόδου όσο και στη βεβαιότητα της ιδεολογικής λύτρωσης. Την εποχή της πρώτης τους κυκλοφορίας, τα διηγήματα του Παρορίτη γνώρισαν απήχηση και προκάλεσαν ενόχληση. Η κοινωνική κριτική τους ήταν σαφής, άμεση, σχεδόν αμείλικτη. Δεν στόχευε σε μεμονωμένες αδικίες ή «κακούς χαρακτήρες», αλλά αποκάλυπτε έναν μηχανισμό κοινωνικού αποκλεισμού που λειτουργούσε αθόρυβα και αποτελεσματικά. Οι ήρωές του δεν είναι τραγικοί με την κλασική έννοια, δεν αγωνίζονται για ανατροπή, ούτε διεκδικούν δικαίωση. Είναι άνθρωποι που έχουν ήδη αποκοπεί από την ίδια τη δυνατότητα μιας πλήρους ζωής, που υπάρχουν στο περιθώριο όχι ως εξαίρεση αλλά ως κανονικότητα. Αυτή ακριβώς η στάση εξηγεί γιατί ο Παρορίτης δεν ενσωματώθηκε ποτέ πλήρως ούτε στον μεταγενέστερο λογοτεχνικό κανόνα ούτε, κυρίως, στο οργανωμένο αριστερό κίνημα της εποχής του. Παρότι η θεματολογία του είναι αναμφίβολα κοινωνική και βαθιά κριτική απέναντι στις ανισότητες, η γραφή του δεν προσφέρει εκείνο που η Αριστερά – ιδίως στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα – θεωρούσε αναγκαίο: προοπτική, συλλογικότητα, ιστορικό ορίζοντα αλλαγής. Το οργανωμένο αριστερό κίνημα αναζητούσε στη λογοτεχνία συμμάχους. Έργα που θα προβάλανε την ταξική σύγκρουση, που θα έδιναν φωνή στο υποκείμενο της αλλαγής, που – έστω έμμεσα – θα υποσχόταν μια έξοδο από την αδικία. Ο Παρορίτης δεν προσφέρει τίποτε από αυτά. Οι «νεκροί» του δεν εξεγείρονται, δεν οργανώνονται, δεν μετατρέπονται σε φορείς ιστορικής αναγκαιότητας. Δεν είναι προλετάριοι με την ιδεολογική έννοια· είναι άνθρωποι εξαντλημένοι πριν καν φτάσουν στη δυνατότητα της σύγκρουσης. Αυτή η απουσία προοπτικής τον καθιστά δύσκολο και για την Αριστερά και για τον μεταγενέστερο νεοελληνικό λογοτεχνικό κανόνα. Η κοινωνική του κριτική είναι βαθιά, αλλά αρνείται να μετατραπεί σε πολιτικό μήνυμα. Δεν υπάρχει στον Παρορίτη ούτε καταγγελτικός τόνος ούτε ρητορική ελπίδας. Η αδικία παρουσιάζεται ως συνθήκη ζωής, όχι ως ιστορικό στάδιο που οδεύει προς υπέρβαση. Και αυτό, για ένα κίνημα που πίστευε ―και έπρεπε να πιστεύει― στην αναγκαιότητα της αλλαγής, ήταν σχεδόν αβάσταχτο. Αν μεταφερθούμε στο σήμερα, αυτή ακριβώς η «έλλειψη» γίνεται το πιο ριζοσπαστικό στοιχείο του έργου του. Σε μια εποχή όπου η κοινωνική λογοτεχνία συχνά επιδιώκει την ορατότητα, τη φωνή, την αφήγηση του τραύματος ως πράξη χειραφέτησης, ο Παρορίτης επιμένει στη σιωπή. Οι ήρωές του δεν αφηγούνται τον εαυτό τους. Δεν ζητούν αναγνώριση. Υπάρχουν ως απόδειξη ενός κόσμου που λειτουργεί χωρίς να τους χρειάζεται. Γι’ αυτό και ο Παρορίτης δεν μπορεί εύκολα να ενταχθεί στον κανόνα. Ο κανόνας ―ακόμη και όταν αυτοχαρακτηρίζεται κριτικός ή προοδευτικός― χρειάζεται συγγραφείς που επιβεβαιώνουν ότι η λογοτεχνία μπορεί να συμβάλει στη βελτίωση του κόσμου. Ο Παρορίτης δεν το επιβεβαιώνει. Μας υποχρεώνει, αντίθετα, να αναρωτηθούμε αν η βελτίωση αυτή υπήρξε ποτέ για όλους.Και όμως, ακριβώς γι’ αυτό θα μπορούσε σήμερα να διαβαστεί ξανά. Όχι ως πρόδρομος, ούτε ως παραγνωρισμένος κοινωνικός συγγραφέας, αλλά ως συγγραφέας της ματαίωσης κάθε ελπίδας. Η ανάγνωσή του δεν μας καλεί σε δράση ούτε σε συμπόνια. Μας καλεί σε επίγνωση. Να αναγνωρίσουμε ότι, παρά τις αλλαγές στο λεξιλόγιο και στις ιδεολογίες, οι «νεκροί της ζωής» εξακολουθούν να υπάρχουν. Ίσως ο Παρορίτης να μην ανήκει τελικά σε κανένα στρατόπεδο. Και ίσως αυτή να είναι η πιο τίμια θέση για έναν συγγραφέα που αρνήθηκε να παρηγορήσει τόσο την εξουσία όσο και τους αντιπάλους της. Η λογοτεχνία του δεν υπόσχεται λύση. Υπόσχεται μόνο ότι δεν θα μας αφήσει να ξεχάσουμε. Περιοδικό Χάρτης – Ιούνιος 2026 (716 λέξεις)

19.5.26

Η λεσβιακή επιθυμία στη νεοελληνική πεζογραφία: μια δισταχτική παρουσία

Η λεσβιακή επιθυμία στη νεοελληνική πεζογραφία: μια δισταχτική παρουσία Το 1928 εκδίδεται στην Αγγλία το μυθιστόρημα της Radclyffe Hall «The Well of Loneliness» που θέτει με τρόπο ξεκάθαρο τα συναισθηματικά και κοινωνικά τραύματα μιας γυναίκας που αποδέχεται την λεσβιακή της ταυτότητα. Μετά από ένα ακριβώς χρόνο, το 1929, έχουμε και στην Ελλάδα το πρώτο μυθιστόρημα που στηρίζεται στο ίδιο θέμα. Πρόκειται για το μυθιστόρημα «Η ερωμένης της» της Ντόρα Ρωζέττη (ψευδώνυμο που ποτέ δεν έγινε γνωστό ποιο πρόσωπο πίσω από αυτό κρυβότανε). Αλλά η σχεδόν ταυτόχρονη κυκλοφορία -και μάλιστα στην καρδιά του Μεσοπόλεμου- δυο μυθιστορημάτων με θέμα τον λεσβιακό έρωτα τόσο στην Αγγλία όσο και στην Ελλάδα, ασφαλώς και προκαλεί μια έκπληξη. Βέβαια το έργο της αγγλίδας συγγραφέα γίνεται σχεδόν αμέσως βιβλίο αναφοράς σε αυτήν την θεματική κατηγορία, μιας διεκδικεί την αναγνώριση της λεσβιακής ταυτότητας και γι αυτό δημιουργεί ένα -και όχι μόνο λογοτεχνικό- σκάνδαλο. Αντίθετα το έργο της Ρωζέττη στέκεται περισσότερο στην επιθυμία κι έτσι η συντηρητική ελληνική κοινωνία της εποχής καταφέρνει να το αγνοήσει. Από εκεί και πέρα και σε ότι αφορά την ελληνική λογοτεχνική παραγωγή, θα πρέπει να έρθει ο 21ος αιώνας για να δούνε το φως της δημοσιότητας τέσσερα λογοτεχνικά έργα με λεσβιακό θέμα. Με την σειρά έκδοσής τους, πρόκειται για τα: «Μέσα σ’ ένα κορίτσι σαν κι εσένα» (Εκδόσεις Εστία, 2009) της Άντζελας Δημητρακάκη, το «Δάχτυλα πάνω στο σώμα της» (Πατάκης, 2015) —που το υπογράφω εγώ, το «Λεσβία» (Κέδρος, 2016) του Βαγγέλη Ραπτόπουλου και τέλος το «Σωματογραφία» (Αρμός, 2024) της Εύας Στάμου. (Ίσως να έχει υπάρξει και κάποιο ακόμα, κάποιες παλαιότερες έρευνές μου, κάτι είχαν εντοπίσει, αλλά σήμερα δεν μπόρεσα να τις επιβεβαιώσω). Σε κάθε περίπτωση από το 1929 έως το 2009 το διάστημα είναι τόσο μεγάλο, αλλά και τα έργα που ασχολήθηκαν με αυτό το θέμα τόσο λίγα, ώστε μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι η λεσβιακή ταυτότητα ως βασικός άξονας μυθιστορηματικής στήριξης στη νεοελληνική πεζογραφία, μπορεί να μην είναι απούσα, μα σίγουρα παρουσιάζει μια ιδιαιτέρως δισταχτική παρουσία. Θα έλεγε κανείς πως δεν έχει συγκροτήσει ένα αναγνωρίσιμο ρεύμα, ενώ και τα ίδια τα έργα που εντάσσονται σε αυτήν την κατηγορία λες και κάνουν κυκλικές κινήσεις -δεν προχωρούν προς τα εμπρός, αλλά επανέρχονται στους ίδιους λίγο πολύ προβληματισμούς. Παράλληλα, στις προηγμένες λογοτεχνικά και κοινωνικά χώρες του εξωτερικού μπορεί κανείς να επισημάνει κάπως παρόμοιες τάσεις, αλλά και από την άλλη να διαπιστώσει και την ύπαρξη πολλών λαϊκών μυθιστορημάτων με κέντρο τη λεσβιακή επιθυμία. Με τον ένα ή τον άλλον τρόπο η παρουσία της θηλυκής έλξης από το γυναικείο σώμα δίνει το παρόν της. Αλλά αν ελάχιστα υπήρξαν τα λαϊκά μυθιστορήματα που μεταφράστηκαν στα ελληνικά ,αντίθετα αρκετά είναι εκείνα που με λογοτεχνική αρτιότητα και γραμμένα από συγγραφείς που στις χώρες τους έχουν αναγνωριστεί ως εκπρόσωποι της (ή και της) λεσβιακής λογοτεχνίας, έχουν βρει θέση στα ράφια των βιβλιοπωλείων μας. Αναφέρω μερικά ονόματα συγγραφέων: Sarah Waters, Patricia Highsmith, Jeanette Winterson, Pauline Delabroy-Allard, Nina Bouraoui, κ.α. Η απουσία, πάντως σημαντικής ποσοτικά εκπροσώπησης εκ μέρους ανδρών ξένων συγγραφέων είναι άξια προσοχής και την στιγμή μάλιστα που στη δική μας γλώσσα από τα τέσσερα μυθιστορήματα που έχουν γραφτεί, τα δυο τα υπογράφουν άνδρες. Αλλά ας πλησιάσουμε αυτά τα ελληνικά έργα και ας δούμε τις όποιες διαφορές, αλλά ομοιότητές τους. Στο έργο της Δημητρακάκη, η λεσβιακή επιθυμία εντάσσεται σε ένα σαφές πολιτικό και κοινωνικό πλαίσιο. Η αφήγηση συνδέει το προσωπικό με το συλλογικό, αντιμετωπίζοντας την ταυτότητα ως θέση μέσα σε ένα δίκτυο σχέσεων, ιδεολογιών και ιστορικών συμφραζομένων. Το σώμα δεν είναι μόνο φορέας εμπειρίας, αλλά και φορέας λόγου. Στο «Δάχτυλα πάνω στο σώμα της», η δική μου προσέγγιση κινήθηκε προς μια διαφορετική κατεύθυνση. Με ενδιέφερε να παραμείνω στο ίδιο το βίωμα, στη σωματικότητα της εμπειρίας πριν από τη διατύπωσή της. Η επιθυμία δεν δηλώνεται, αλλά αναδύεται μέσα από τις κινήσεις, τις αποστάσεις, τις σιωπές. Η ταυτότητα δεν προϋπάρχει ως έννοια· διαμορφώνεται μέσα από την αφή. Στο «Λεσβία» του Ραπτόπουλου, η επιθυμία τίθεται εξαρχής στο κέντρο της αφήγησης, ήδη από τον τίτλο. Η προσέγγιση μετακινείται προς τη δημόσια σφαίρα, εξετάζοντας όχι μόνο τη σχέση, αλλά και το περιβάλλον μέσα στο οποίο αυτή εκδηλώνεται. Οι κοινωνικές αντιλήψεις, οι ρόλοι και οι παρερμηνείες λειτουργούν ως ενεργοί παράγοντες της αφήγησης. Στο «Σωματογραφία» της Στάμου, η αφήγηση αποκτά εξομολογητικό χαρακτήρα. Το σώμα επανέρχεται ως κεντρικός άξονας, αλλά όχι ως σταθερό σημείο. Η επιθυμία εντάσσεται σε μια διαδικασία αυτογνωσίας που παραμένει ανοιχτή και συχνά αντιφατική. Η ταυτότητα δεν παγιώνεται· μετατοπίζεται. Αν διαβαστούν αυτά τα έργα μαζί, προκύπτει ένα πεδίο διαφοροποιήσεων χωρίς εμφανή συνέχεια. Η λεσβιακή εμπειρία άλλοτε πολιτικοποιείται, άλλοτε εσωτερικεύεται, άλλοτε εντάσσεται σε κοινωνικά συμφραζόμενα, άλλοτε λειτουργεί ως διεργασία αυτογνωσίας. Η ποικιλία αυτή είναι ουσιαστική, αλλά ταυτόχρονα αναδεικνύει την απουσία ενός διαλόγου που θα επέτρεπε τη συστηματική της ανάπτυξη και εμβάθυνση. Οι λόγοι αυτής της ασυνέχειας είναι πολλαπλοί. Η κοινωνική αμηχανία απέναντι στη γυναικεία επιθυμία —και ιδιαίτερα όταν αυτή δεν κατευθύνεται προς τον άνδρα— εξακολουθεί να λειτουργεί, συχνά υπόγεια. Παράλληλα, η περιορισμένη παρουσία των συγγραφικών φωνών που θα μπορούσαν να επεξεργαστούν το θέμα δεν επιτρέπει τη δημιουργία μιας ευρύτερης παράδοσης. Ας προσέξουμε και το φεμινιστικό κίνημα στη χώρα μας, όπου για τους δικούς του λόγους και σε μια προσπάθεια αποδοχής του από την ακόμα φαλλοκρατούμενη κοινωνία μας, δεν δείχνει μια μαχητική -έστω- διάθεση φωτισμού της λεσβιακής ταυτότητας. Υπάρχει, τέλος, και μια δυσκολία που αφορά την ίδια τη γραφή. Η απόδοση του σώματος και της επιθυμίας χωρίς την προσφυγή σε στερεότυπα ή προκατασκευασμένα σχήματα απαιτεί συνεχή αναζήτηση νέων εκφραστικών τρόπων. Τα έργα που αναφέρθηκαν επιχειρούν, το καθένα με τον τρόπο του, να απαντήσουν σε αυτή τη δυσκολία, αλλά δεν συγκρότησαν έναν αφηγηματικό κανόνα. Βέβαια το ουσιαστικό ζητούμενο δεν είναι η αύξηση των σχετικών έργων, αλλά η δημιουργία των συνθηκών που θα επιτρέψουν σε αυτή την εμπειρία να εκφραστεί με φυσικότητα. Η ύπαρξη του μυθιστορήματος της Ρωζέττη ήδη από το 1929 υπενθυμίζει ότι η αρχή έχει γίνει εδώ και σχεδόν έναν αιώνα. Το γεγονός πως από τα τέσσερα ελληνικά μυθιστορήματα τα δύο έχουν γραφτεί από άντρες συγγραφείς (αναλογία που δεν νομίζω πως θα τη συναντήσουμε στα σοβαρά λεσβιακά μυθιστορήματα άλλων χωρών) δείχνει πως υπάρχει στη χώρα μας μια συγγραφική ανησυχία που ξεπερνά φυλετικούς διαχωρισμούς στον τομέα της σεξουαλικής συμπεριφοράς. Όμως το ερώτημα παραμένει: γιατί αυτή η αρχή δεν απέκτησε ακόμη συνέχεια; Μέσα στα πλαίσια των κοινωνικών αντιδράσεων των τελευταίων ετών που με ένταση καταγγέλλουν τη βία απέναντι των γυναικών, αλλά και της αύξησης των γυναικοκτονιών, η μειωμένη συγγραφική παραγωγή λογοτεχνικών έργων με θέμα τις λεσβιακές σχέσεις ίσως μπορεί να φωτίσει τις υποφωτισμένες, μα πάντα ενεργές δυσκαμψίες της ελληνικής κοινωνίας ως προς την αποδοχή της διαφορετικότητας στην σεξουαλική επιθυμία. Σημείωση Το κείμενο αυτό γράφτηκε με αφορμή μια πρόσκληση που έλαβα, δεκαέξι χρόνια μετά την πρώτη κυκλοφορία του «Δάχτυλα πάνω στο σώμα της», να διαβάσω απόσπασμα του μυθιστορήματος στο πρώτο Φεστιβάλ Τέχνης και Μνήμης «Δύναμή μας η κοινότητα», στον Ελεύθερο Κοινωνικό Χώρο «Αλτάι», στις 25 Απριλίου του 2026. www.oanagnostis.gr 19/5/2026 (1129 λέξεις)

16.5.26

Annie Ernaux «Κοίτα τα φώτα, αγάπη μου»

Annie Ernaux «Κοίτα τα φώτα, αγάπη μου» Μετάφραση: Ρίτα Κολαϊτη Εκδόσεις Μεταίχμιο = Η Annie Ernaux (Βραβείο Νόμπελ 2022 ) έχει γίνει γνωστή και έχει εκτιμηθεί για τη γραφή της μέσω της οποίας καταφέρνει να μετατρέψει το ‘εγώ’ σε αφετηρία καταγραφής μιας συλλογικής εμπειρίας. Άλλοτε μετατρέπει την προσωπική μνήμη σε μνήμη και γνώση μιας ολόκληρης γενιάς και άλλοτε επιχειρεί στο ιδιωτικό περιστατικό (όπως για παράδειγμα μια άμβλωση) να τπροσδώσει πολιτικές και κοινωνικές διαστάσεις. Κάτω από αυτή τη συγγραφική τεχνική θα έλεγε κανείς και πως το «Κοίτα τα φώτα, αγάπη μου» κατορθώνει να απλώσει το προσωπικό κοίταγμα προς τον δημόσιο χώρο. Ως δημόσιο χώρο η Annie Ernaux έχει επιλέξει το σούπερ μάρκετ και το αντιμετωπίζει ως τον τόπο όπου καταγράφονται οι κοινωνικές δομές. Κι αυτή τη φορά δεν ανατρέχει στις αναμνήσεις, αλλά χρησιμοποιεί τις παρατηρήσεις. Τις χρησιμοποιεί, όμως και τις καταγράφει με ακρίβεια, με μια κάποια απόσταση και σίγουρα χωρίς τη διάθεση να τις μετατρέψει σε μυθοπλασία. Δεν θα βρούμε αναζήτηση του χρόνου, αλλά λεπτομερή ανίχνευση του χώρου. Και όπως σε άλλα της έργα επιχειρεί να σκιαγραφήσει και πάλι τις καθημερινές συνήθειες των ανθρώπων. Αυτές που θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε πως είναι συνήθειες χωρίς κάποια ιδιαίτερη αξία. Αλλά υλοποιούνται μέσα σε ένα συγκεκριμένο χώρο -και μάλιστα χώρο σύμβολο της εποχής μας, όπως είναι ο χώρος μιας υπεραγοράς που εκφράζει και αντιστοιχείται με την υπερκατανάλωση. Άρα το συγγραφικό εύρημα είναι αυτό που εντάσσει το άτομο μέσα σε συγκεκριμένο χώρο και αναζητά τους τρόπους όπου αυτός ο χώρος διαμορφώνει τις ατομικές συμπεριφορές. Με άλλα λόγια είναι η αυτή η ίδια η παρατήρηση -πράξεων, κινήσεων, βλεμμάτων που συνήθως κανείς δεν τους δίνει ιδιαίτερη σημασία- που διεκδικεί την λογοτεχνική της ενσάρκωση. Αλλά σε αυτή την πορεία από την παρατήρηση στην καταγραφή, η ίδια η συγγραφέας μάλλον αποσύρει τη δική της φωνή. Δεν αναφέρεται σε εσωτερικές αντιδράσεις της, μα και δεν αποσιωπά την εμπειρία της από την ένταξή της στο πλήθος που παρατηρεί. Θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί πως έχει την πρόθεση να γίνει η συνείδηση των άλλων, του πλήθους, ένα μέρος του. Και ως τέτοιο να επιστρέψει στην ατομική της μοναχικότητα. Η συγγραφική μαεστρία της Ernaux καταφέρνει να αποδείξει πως η σπηλιά από την οποία ένας λογοτέχνης αντλεί τις εμπνεύσεις του έχει βάθος απύθμενο. Αξίζει δε κάποιος να σταθεί και στην επιλογή του τίτλου -κατά λέξη μεταφρασμένος ο γαλλικός τίτλος στα ελληνικά: Regarde les lumieres mon amour. Τα ‘φώτα’ -ο άπλετος φωτισμός του σούπερ μάρκετ- λειτουργούν ως μεταφορά: είναι τα φώτα της κατανάλωσης, της αφθονίας, αλλά και της ψευδαίσθησης. Κάτω από αυτά, τα προϊόντα αποκτούν μια σχεδόν τεχνητή λάμψη, όπως ακριβώς και οι επιθυμίες που τα συνοδεύουν. Αλλά το βλέμμα της συγγραφέως, ωστόσο, δεν μαγεύεται· παραμένει σταθερά κριτικό, χωρίς ποτέ να γίνεται καταγγελτικό. Μάλλον επεξηγεί… Προστατεύει… Προειδοποιεί, πιο σωστά. «Πυρκαγιά κατέστρεψε ολοσχερώς μια κλωστοϋφαντουργία στο Μπαγκλαντές, 112 νεκροί, κυρίως γυναίκες, οι οποίες δούλευαν για 29,50 ευρώ τον μήνα. Το κτίριο είχε εννιά ορόφους, δεν θα έπρεπε να είχε πάνω από τρεις. Οι εργάτες παγιδεύτηκαν στο εσωτερικό, χωρίς καμμιά έξοδο διαφυγής. Το εργοστάσιο, Tazreen λεγόταν, έφτιαχνε μπλουζάκια πόλο, τισέρτ, κ.α, για τις αλυσίδες Auchan, Carrefour, Pimkie, Go Sport, Cora, C&A, H&M. Ασφαλώς, πέρα από τα κροκοδείλια δάκρυα, εμείς που, ελαφρά τη καρδία, δρέπουμε τα οφέλη αυτής της εξοντωτικής, κακοπληρωμένης εργασίας, δεν θα συμβάλλουμε στην παραμικρή αλλαγή. Η εξέγερση θα έρθει μόνο από τα ίδια τα θύματα της εκμετάλλευσης, από την άλλη άκρη του κόσμου. Ακόμα και οι Γαλλοι άνεργοι, θύματα των μετεγκαταστάσεων επιχειρήσεων, είναι ευτυχείς που μπορούν ν’ αγοράσουν ένα τισέρτ για 7 ευρώ» (σελ. 42) (Σημ. Το βιβλίο κυκλοφόρησε στη Γαλλία του 2014) Συνετή, ελεγχόμενη και ακριβής η μετάφραση της Ρίτας Κολαϊτη. Βιβλιοδρόμιο, 16/5/2026 (660 λέξεις)

7.5.26

Ελένη Γκίκα «Sans Voir»

Ελένη Γκίκα «Sans Voir» Μυθιστόρημα Εκδόσεις Αρμός Το νέο μυθιστόρημα της Ελένης Γκίκα «Sans voir» είναι ένα έργο ερωτικό, μα βαθιά εσωτερικό, που ισορροπεί ανάμεσα στην αυτοβιογραφική εξομολόγηση και τη μυθοπλαστική επεξεργασία της εμπειρίας. Χωρίς να ενδιαφέρεται να ορίσει με σαφήνεια τα όρια ανάμεσα στο πραγματικό και το επινοημένο, δημιουργεί ένα αφήγημα όπου η αλήθεια δεν βρίσκεται στα γεγονότα, αλλά στον τρόπο που αυτά βιώνονται και επανερμηνεύονται. Αυτόν το σκοπό εξυπηρετεί και η δομή του μυθιστορήματος η οποία απομακρύνεται από τη γραμμική αφήγηση. Η ιστορία της σχέσης των δυο εραστών ξετυλίγεται μέσα από επαναλήψεις, επιστροφές και μετατοπίσεις, σαν η μνήμη να λειτουργεί κυκλικά και όχι ευθύγραμμα. Σκηνές καθοριστικές επανέρχονται, κάθε φορά όμως με διαφορετικό συναισθηματικό βάρος ή φωτισμό, αποκαλύπτοντας νέες πτυχές. Η πρώτη συνάντηση, η ένταση της έλξης, οι στιγμές ρήξης, αλλά και η απώλεια, δεν παρουσιάζονται ως σταθερά σημεία, αλλά ως ζωντανά στοιχεία που μεταβάλλονται μέσα στον χρόνο της συνείδησης. Στον πυρήνα της αφήγησης βρίσκεται μια ερωτική σχέση που ξεπερνά τα όρια της ισορροπίας. Η ηρωίδα και ο σύντροφός της συνδέονται με έναν δεσμό σχεδόν μοιραίο, όπου η επιθυμία συνυπάρχει με την καταστροφή. Η αδυναμία τους να απομακρυνθούν ο ένας από τον άλλο, αλλά και να συνυπάρξουν χωρίς εντάσεις, δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο επαναλαμβανόμενων συγκρούσεων. Ο έρωτας παρουσιάζεται ως δύναμη που αποκαλύπτει, αλλά ταυτόχρονα φθείρει, ως ανάγκη που δύσκολα διαχωρίζεται από τον εθισμό. Ο εθισμός, άλλωστε, διατρέχει υπόγεια ολόκληρο το έργο — είτε αφορά το αλκοόλ είτε την ίδια τη σχέση. Δεν λειτουργεί απλώς ως χαρακτηριστικό ενός προσώπου, αλλά ως μηχανισμός που καθορίζει τη δυναμική των δύο ηρώων. Η εξάρτηση από τον άλλον αποκτά σχεδόν υπαρξιακές διαστάσεις, μετατρέποντας τον έρωτα σε πεδίο δοκιμασίας και οριακής εμπειρίας. Καθοριστικός είναι και ο ρόλος της μνήμης. Η αφήγηση δεν επιχειρεί να αναπαραστήσει το παρελθόν με ακρίβεια, αλλά να το επεξεργαστεί. Τα γεγονότα μετασχηματίζονται μέσα από την αναδρομή, αποκτώντας νόημα εκ των υστέρων. Έτσι, η κατανόηση εμφανίζεται ως μια καθυστερημένη διαδικασία, που ακολουθεί το βίωμα. Οπότε η μνήμη γίνεται δημιουργική δύναμη, ένα εργαλείο που δεν ανακαλεί απλώς, αλλά ανασυνθέτει. Η απώλεια του αγαπημένου προσώπου λειτουργεί ως καταλύτης σε αυτήν τη διαδικασία. Η φυσική απουσία δεν συνεπάγεται εξαφάνιση -αντίθετα, ο απόν άλλος συνεχίζει να υπάρχει μέσα από τις αναμνήσεις, τις σκέψεις, ακόμη και μέσα από τη γραφή. Η ηρωίδα μοιάζει να συνομιλεί μαζί του σε έναν εσωτερικό χώρο όπου ο χρόνος έχει πάψει να είναι απόλυτος. Έτσι, ο έρωτας μετασχηματίζεται, αλλά δεν σβήνει. Η Ελένη Γκίκα μας έχει συνηθίσει σε ένα λόγο λιτό, μα και έντονα φορτισμένο. Αυτήν την τεχνική εξιστόρησης έχει και πάλι επιλέξει. Ο λυρισμός συνυπάρχει με μια σχεδόν στοχαστική αποστασιοποίηση, δημιουργώντας μια ιδιαίτερη ατμόσφαιρα εξομολόγησης. Οι φράσεις, αν και συχνά απλές, φέρουν βάθος και πυκνότητα, ενώ η αφήγηση αφήνει σκόπιμα κενά, καλώντας τον αναγνώστη να συμμετάσχει ενεργά. Η έμφαση δεν δίνεται στην πλοκή, αλλά στην ατμόσφαιρα και στην εσωτερική κίνηση των προσώπων. Το «Sans voir» μπορεί να διαβαστεί και ως μια προσπάθεια κατανόησης της ίδιας της ανθρώπινης επιλογής: γιατί αγαπάμε αυτούς που αγαπάμε, γιατί επιστρέφουμε σε ό,τι μας πληγώνει, και αν τελικά ο έρωτας είναι επιλογή ή πεπρωμένο. Τα ερωτήματα αυτά δεν απαντώνται ρητά, μα παραμένουν ανοιχτά, εντείνοντας τη στοχαστική διάσταση του έργου. Συνολικά, πρόκειται για ένα μυθιστόρημα που δεν στηρίζεται στη δράση, αλλά στην ένταση της εμπειρίας και στη δύναμη της ανασύνθεσης. Η γραφή λειτουργεί ως τρόπος διάσωσης του παρελθόντος, μετατρέποντας την προσωπική ιστορία σε κάτι ευρύτερα αναγνωρίσιμο. Ένα έργο που δεν επιδιώκει να καθησυχάσει, αλλά να ταράξει διακριτικά, αφήνοντας τον αναγνώστη με την αίσθηση ότι η κατανόηση της ζωής έρχεται πάντα λίγο αργά — αλλά ίσως ακριβώς γι’ αυτό έχει αξία. (594 λέξεις) Literature.gr 8/5/2026

21.4.26

Ελένη Πριοβόλου «Η βίβλος της Ιωβ»

Ελένη Πριοβόλου «Η βίβλος της Ιωβ» Μυθιστόρημα Εκδόσεις Καστανιώτη Η Ελένη Πριοβόλου είναι μια από τις πλέον αναγνωρίσιμες, όσο και ανήσυχες συγγραφικές παρουσίες της εποχής μας. Γράφει μυθιστορήματα για ενήλικες (κάποια από αυτά ιστορικά, κάποια με σύγχρονη θεματική που φωτίζεται με έντονο κοινωνικό και πολιτικό προβληματισμό), μυθιστορήματα για εφήβους και νέους, βιβλία για παιδιά. Παράλληλα έχει μια έντονη δράση γύρω από το φεμινιστικό κίνημα και συμμετέχει ενεργά και καθοριστικά σε σχετικές ομάδες. Οπότε θα έλεγε κανείς πως είναι δύσκολο να καταταγεί σε ένα είδος συγγραφικού προφίλ, αν και τελικά τόσο με την ‘Τριλογία των Αθηνών’ όσο και με δυο ή τρία ακόμα μυθιστορήματά της (ενδεικτικά και μόνο αναφέρω τον αμέσως προηγούμενο μυθιστόρημά της «Βαθύ σκοτάδι πριν την αυγή») θα τολμήσω να τη θεωρήσω ως έναν από τους πλέον συνεπείς σύγχρονους δημιουργούς ιστορικού μυθιστορήματος. Τα έργα της που ανήκουν σε αυτήν την κατηγορία έχουν στηριχθεί σε μια βαθιά και υπεύθυνη έρευνα γεγονότων, συνθηκών, τόπων και ηθών και έχουν υλοποιηθεί με μια δομή που προέρχεται από τους παλιούς μάστορες του ευρωπαϊκού μυθιστορήματος. Η γλώσσα στα έργα αυτά ‘φλερτάρει’ (ας μου επιτραπεί η έκφραση) με τον τρόπο ομιλίας και σκέψης της εποχής που περιγράφεται και έτσι ο σημερινός αναγνώστης σχεδόν αβίαστα από τη μια πληροφορείται για τα συμβάντα του παρελθόντος και από την άλλη εισέρχεται στο κλίμα της εποχής που οι ήρωες αυτών των έργων έζησαν και έπραξαν. Με την ευκαιρία αυτού του σημειώματος ίσως θα έπρεπε να επισημάνω τη συγγραφική σχέση που διακρίνω ανάμεσα στα ιστορικά μυθιστορήματα της Πριοβόλου και στα αντίστοιχα του Ισίδωρου Ζουργού. Υπενθυμίζω την διακριτή παρουσία και των δυο τους στον τομέα του ιστορικού μυθιστορήματος. Και αν υπάρχει -που σίγουρα υπάρχει- μια διαφορά στον τρόπο γραφής αυτών των δυο πεζογράφων, αυτή έχει να κάνει κυρίως με το φύλο τους και τις ευκαιρίες προσαρμογής ως προς τη γραφή τους που η φυλετική τους ταυτότητα προσφέρει. Ο Ζουργός σαφέστατα διαθέτει την αταλάντευτη θέση του αρσενικού, ενώ η Πριοβόλου δείχνει πως η δική θηλυκή οντότητα της χαρίζει μια ευελιξία. Έχοντας διαβάσει σχεδόν όλα τα έργα της Πριοβόλου, είχα αναρωτηθεί πως η γενικότερη φεμινιστική της δράση δεν είχε οδηγήσει τη συγγραφική της έμπνευση προς ένα θέμα στο οποίο η γυναικεία χειραφέτηση θα ήταν η βάση του. Με το πλέον πρόσφατο μυθιστόρημά της «Η βίβλος της Ιωβ», η Ελένη Πριοβόλου μου απαντά κατά κάποιον τρόπο. Κεντρικό πρόσωπο το ιστορικού αυτού έργου η Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου. Αλλά ποια ήταν η γυναίκα αυτή που το όνομά της και το πεζογραφικό της έργο μόνο σε ορισμένους βιβλιοφιλικούς κύκλους ήταν μέχρι σήμερα γνωστό; Αντιγραφώ από την https://el.wikipedia.org/: ‘Η Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου, (Κωνσταντινούπολη, Ιανουάριος 1867 - 8 Μαρτίου 1906) ήταν Ελληνίδα διηγηματογράφος, αρθρογράφος, δασκάλα και δημοτικίστρια. Το έργο της, κυρίως αποτελούμενο από μικρά διηγήματα, κατατάσσεται -σύμφωνα με τη διαπίστωση του Τέλλου Άγρα- στη γυναικεία αστική ηθογραφία του καιρού της και, μολονότι άνισο ποιοτικά, διακρίνεται για τη ζωντάνια των διαλόγων και τη χρήση του δημώδους ιδιώματος, που η συγγραφέας ήταν «μεταξύ των πρώτων» που το καλλιέργησαν στην οθωμανική πρωτεύουσα. Αναγνωρίζεται ως η πρώτη Ελληνίδα πεζογράφος, ενώ είχε συλλάβει και ορισμένες φεμινιστικές ιδέες. Υπήρξε, επίσης, πρωτοπόρος Ελληνίδα εκδότρια λογοτεχνικών εντύπων, ως γυναίκα σε έναν επαγγελματικό χώρα ανδροκρατούμενο’. Η Ελένη Πριοβόλου, λοιπόν, έρχεται με αυτό το πρόσφατο μυθιστόρημά της να συνδυάσει από τη μια τη διάθεσή της να φωτίζει σημαντικά, μα άγνωστα εν πολλοίς στις μέρες μας, πρόσωπα του ελληνικού πολιτιστικού, κοινωνικού και πολιτικού παρελθόντος, και από την άλλη την πρόθεσή της να προωθήσει ουσιαστικά το φεμινιστικό κίνημα στις ελληνίδες και τους έλληνες του σήμερα. Θα μπορούσε βέβαια να είχε επιλέξει την Καλλιρόη Παρρέν ή την Σαπφώ Λεοντιάς ή την Θεανώ Καλλιγά, μα και την Θάλεια Φλωρά-Καραβία. Προτίμησε την Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου και πιστεύω όχι τυχαία μιας και έχει κατοχυρωθεί ως η πρώτη ελληνικά πεζογράφος. Φόρος τιμής, σίγουρα, μα και από την άλλη η Παπαδοπούλου προσφέρει στη σύγχρονη βιογράφο της ένα πλούσια σε γεγονότα και συναισθήματα βίο, όπως και πολλές ευκαιρίες να σκιαγραφηθεί η πολιτική, εκπαιδευτική και πολιτιστική κατάσταση των τελευταίων χρόνων του 19ου αιώνα και των πρώτων του 20ου στη χώρα μας. Έτσι , λοιπόν, με μια εμπεριστατωμένη έρευνα τόσο σε αρχεία όσο και σε λογοτεχνικά κείμενα της εποχής εκείνης, η Ελένη Πριοβόλου, έρχεται να μας γνωρίσει μια γυναίκα που αγωνίστηκε για να μείνει σταθερή στις απόψεις της και να κρατήσει τη αξιοπρέπειά της ως πνευματικό άτομα και ως γυναίκεια οντότητα. Αφήνει την ίδια την Παπαδοπούλου να μας συστηθεί, λίγο πριν το τέλος του βίου της και μέσα από το εύρημα η Ελληνίδα συγγραφέας να απευθύνεται νοερά σε μια άλλη πρωτοπόρο και ευρωπαϊκής εμβέλειας συγγραφέα της εποχή εκείνης, τη Γεωργία Σάνδη. Η γραφή της Πριοβόλου έχει έντονα στοιχεία του τρόπου γραφής της ίδιας της Παπαδοπούλου, συνδυάζει την προφορικότητα της αφήγησης με την γραπτή εξιστόρηση που απαιτεί η μυθιστορηματική σύνθεση, δείχνει πως ακολουθεί τις προσωπικές απόψεις και εκτιμήσεις της πρωταγωνίστριάς της και μέσα από τις αφηγήσεις της από την μια -και για μια ακόμα φορά-μας μυεί στην καθημερινότητα τόπων του χτες και από την άλλη μας γνωρίζει πρόσωπα που κάποτε συνέβαλαν στο να υπάρχει αυτό που σήμερα θεωρούμε ως δεδομένο -την ταυτότητα της ελληνικής λογοτεχνίας. (835 λέξεις) (www.diastixo.gr -21/4/2026)