4.4.21

Η σπαρακτική ομορφιά της νοσταλγίας - Η Τζίνα Καλογήρου για το "Η μάσκα του Καπιτάνο"

 

Η σπαρακτική ομορφιά της νοσταλγίας

Η μάσκα του Καπιτάνο: το νέο μυθιστόρημα για νέους του Μάνου Κοντολέων. Η ανάγνωση μιας ενήλικης

Τζίνα Καλογήρου

 

Ο Μάνος Κοντολέων ως συγγραφέας βρίσκεται στον αντίποδα του αυτονόητου. Τα έργα του συγκροτούν διαρκώς λόγους  που σημαίνουν αέναα: ανεξάντλητα, έτοιμα να ξεδιπλώσουν μια πλειάδα σημασιών, δοκιμάζουν και ενεργοποιούν διαρκώς τις όποιες ερμηνευτικές κατασκευές των αναγνωστών τους, νεαρών ή ενηλίκων. Στυλίστας της γραφής, δεξιοτέχνης ύφους που επενδύεται σε θαυμαστούς τροπισμούς της γλώσσας, και  εμβολιάζοντας παράλληλα τον λόγο του με λυρισμό και ποιητική υπαινικτικότητα, ο Κοντολέων είναι την ίδια στιγμή συγγραφέας που στηρίζεται στην εύρωστη και εύπλαστη μυθοπλαστική φαντασία και στη διάθεσή του να καλλιεργήσει λόγους κοινωνικής κριτικής και εξερεύνησης της σύγχρονης παθογένειας. Η αποτύπωση της ευμετάβλητης, ρευστής και πολλαπλώς αφυπνιζόμενης ψυχοσύνθεσης του ανθρώπου (ιδιαίτερα του εφήβου) αποτελεί επίσης μία ακόμη δεσπόζουσα της μυθιστοριογραφίας του, όπως και η διερεύνηση συλλήβδην της ζωής, με όλες τις απρόβλεπτες και διφορούμενες όψεις της . Όμως, ενώ από τη μια ο συγγραφέας κοιτάζει με τόλμη και χωρίς ωραιοποιήσεις την πραγματικότητα και τις προκλήσεις της, από την άλλη διαφεύγει προς τον μαγικό χρονότοπο του παραμυθιού, προς έναν κόσμο ,δηλαδή, εντελώς  απαλλαγμένο από τις δεσμεύσεις της λογικής ή της υλικής αναγκαιότητας,  μέσα στον οποίο αφουγκράζεται τις δονήσεις ενός υπεραισθητού μυστηρίου.

Στο τελευταίο βιβλίο του με τίτλο Η μάσκα του Καπιτάνο (2021,εκδ.Πατάκη) ευδιάκριτη είναι για άλλη μία φορά η  κριτική και τολμηρή πραγμάτευση θεμάτων και καταστάσεων  οικείων στους αποδέκτες στους οποίους πρωτίστως απευθύνεται, δηλαδή τους εφήβους. Αυτές οι καταστάσεις ανήκουν ασφαλώς στη ζώνη οικειότητας των εφήβων, νοηματοδοτούν τον κόσμο τους. Γι’ αυτό και στο κέντρο αυτής της μυθοπλαστικής πραγματικότητας που κατασκευάζει ο συγγραφέας βρίσκεται ένας έφηβος, ο Φιλ, ο οποίος αντιμετωπίζει ποικίλα ψυχολογικά και συναισθηματικά προβλήματα, που εν πολλοίς προκαλούνται από το γεγονός της αναγκαστικής μετοικεσίας του σε ένα νέο, ψυχρό και συναισθηματικά στείρο περιβάλλον, και της παράλληλης προσπάθειάς του να διαχειριστεί  τον αποχωρισμό από τους γονείς του. Όμως, το εκ πρώτης όψεως πιο σοβαρό πρόβλημα που αντιμετωπίζει είναι η έντονη διαταραχή ομιλίας (τραυλισμός), το οποίο, όπως είναι αναμενόμενο, οδηγεί σε άλλα προβλήματα που σχετίζονται με την προσαρμογή του σε ένα νέο, εκφοβιστικό και άφιλο σχολικό περιβάλλον. Φυσικά ο Κοντολέων είναι ένας συγγραφέας που έχει την ικανότητα να προβάλλει και να φωτίζει πολύπλευρα την ψυχοσύνθεση του χαρακτήρα, τοποθετώντας τον παράλληλα σε ένα γλαφυρά σκιαγραφημένο χωροχρονικό σκηνικό και θέτοντας τη δράση του σε μια πλοκή οργανικά και σοφά συνθεμένη, με στοιχεία μυστηρίου και εναγώνιας αναμονής. Η πλοκή συνθέτει ένα ψηφιδωτό με ψηφίδες-πληροφορίες που αποκαλύπτονται σταδιακά. Νευραλγικό ρόλο στην εκτύλιξη και τη δυναμική της αφήγησης διαδραματίζουν τα παλιά κόμικς, θησαυροί του συλλέκτη, και οι ήρωές τους, υπερήρωες , τολμηροί μασκοφόροι εκδικητές και προστάτες των αδυνάτων: «ο μαύρος Ζορό, ο μπλε Σούπερμαν, ο κόκκινος Σπάιντερμαν». Ανάμεσα στους μασκοφόρους κόμικ ήρωες ξεχωρίζει ένας λιγότερο γνωστός (σε σχέση, ας πούμε, με τον Ζορό ή τον Lone Ranger), ο Καπιτάνο:

«Φιγούρα εικονογραφημένης ιστορίας μυστηρίου, σκοτεινής εκδίκησης, εκρηκτικού θυμού. Αρρενωπής γοητείας. Σχέδιο μαυρόασπρου κόμικ τριών διαστάσεων».

Ασφαλώς, ο Καπιτάνο είναι ένα σύμβολο, μια μορφή διφυής, μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας στο βιβλίο. Η αφήγηση στηρίζεται έτσι στο διακείμενο των κόμικς και ταυτόχρονα ριζώνει στο φαντασιακό του αφηγήματος της παρενδυσίας, της κάλυψης πίσω από μία μάσκα, κάλυψης απαραίτητης ωστόσο για να μπορέσει το άτομο να εκφράσει δίχως φόβο ή περιορισμό τον αληθινό εαυτό του. Άλλωστε η πλειοψηφία των ηρώων στις αφηγήσεις των κόμικς βασίζεται στην παρενδυσία και τη μεταμφίεση προκειμένου να υπερβεί τους φυσικούς ,κοινωνικούς ή ψυχολογικούς περιορισμούς και τις όποιες προσωπικές αναστολές και να ενδυθεί με επιτυχία τον άλλο του εαυτό. Αξιοποιώντας το εύρημα της μάσκας  και γενικότερα  ενσωματώνοντας στο σημειοδοτικό πλέγμα της αφήγησης ένα πλήθος άλλων σημείων και κωδίκων, ο Κοντολέων δίνει πλούσια τροφή στη σκέψη του αναγνώστη του, μιλώντας για τη συμβολική παρενδυσία των φόβων μας, την αναζήτηση ή την απώλεια του αυθεντικού, την ομορφιά του διαφορετικού, τη δύναμη της αγάπης και της συγχώρεσης .

  «…όποιος δε συγχωρεί δεν αγαπά. Κι όποιος δεν αγαπά δεν πληγώνεται… Όποιος δεν αγαπά μόνο πληγώνει».

Όμως, ο συγγραφέας αποδεικνύεται αρκούντως επιδέξιος επίσης στο στήσιμο παγίδων ,δολωμάτων για να ‘τσιμπήσει’ ο αναγνώστης. Αυτό που προξενεί ευθύς εξαρχής εντύπωση είναι το γεγονός ότι ο συγγραφέας επιλέγει να τοποθετήσει την αφήγηση σε ένα εμφανώς ξένο (πιθανότατα made in USA) πλαίσιο: τα ονόματα, οι αναφορές σε σκηνικά και πολιτισμικά στοιχεία(όπως η μεξικανική γιορτή της Ημέρας των  Νεκρών ή τα χαρακτηριστικά καπέλα με το πλατύ γείσο), χλωρίδα και πανίδα (γκουάβα, κογιότ, χωράφια με καλαμπόκια), αντικείμενα, το κλίμα, η όλη ατμόσφαιρα, και ιδίως τα επαγγέλματα  των γονέων (η μητέρα εργάζεται στην Ακαδημία Πολιτικής του Διαστήματος , ο πατέρας στρατιωτικός) παραπέμπουν εμφανώς σε σκηνές ή καταστάσεις αμερικανικής κοπής. Μα είναι δυνατόν ο συγγραφέας μας να καταφεύγει σε «αμερικανιές»; θα αναρωτηθεί ενδεχομένως ο πιστός αναγνώστης και λάτρης των βιβλίων του(όπως εγώ). Όχι βέβαια, ο Κοντολέων είναι εξόχως ευφυής για να προβεί συνειδητά ή μη σε μια τέτοια συγγραφική ‘συνταγή’. Ο στόχος του είναι να υπονομεύσει κάθε αναγνωστική ευκολία ή βεβαιότητα και στην πραγματικότητα να ανοικειώσει τις όποιες προφανείς αναγνωστικές προσδοκίες προκαλεί η τοποθέτηση του βιβλίου σε μια αμερικανική επαρχία. Η ειρωνεία, λεπτή και διακριτική, με την αμφισημία της, διαβρώνει την αφήγηση, μετατρέποντάς την, όπως θα δούμε στη συνέχεια, σε ένα γοητευτικά ολισθηρό ,πλήρες νοημάτων πεδίο.

Αυτό όμως  που εντυπωσιάζει τον αναγνώστη από την πρώτη στιγμή είναι η δημιουργία ενός γυναικείου χαρακτήρα, μιας μεσόκοπης γυναίκας με το όνομα Λάουρα, η οποία μιλά με τα λόγια, αυτούσιους στίχους για την ακρίβεια, των παλιών ποιητών. Η φράση « που λέει κι ο παλιός ο ποιητής» αποτελεί μόνιμη επωδό των λόγων της: «Πού πας, μικρέ τραυματία;… Οι μώλωπες της γης προσμένουν την βροχή – που λέει κι ο παλιός ο ποιητής…». Αυτό έχει βεβαίως σαν αποτέλεσμα το βιβλίο να είναι διάστικτο από μια εκπληκτική γκάμα στίχων(ελληνικής και ξένης ποίησης, διαφόρων περιόδων) αλλά και στίχων από τραγούδια (μήπως και τα τραγούδια ποίηση δεν είναι;), οι αναλυτικές πηγές των οποίων παρατίθενται στο τέλος του βιβλίου. Η  στερεότυπη επωδός λειτουργεί ως προειδοποίηση για τον νεαρό αναγνώστη έτσι ώστε να αναγνωρίσει το κειμενικό θραύσμα, να το αποκωδικοποιήσει ως κειμενικό δείκτη-ως ‘ξένο σώμα’ που έρχεται από μια άλλη εποχή- και τέλος, να αναζητήσει την προέλευσή του[1].

Τι εξυπηρετεί όμως αυτή η ενορχήστρωση μέσω της οποίας ενσωματώνονται στην αφήγηση με τόσο εμφανή όσο και αρμονικό τρόπο τα ποιητικά διακείμενα;  Ας μου επιτραπεί στο σημείο αυτό μία σύντομη παρέκβαση , καθώς η Λάουρα θυμίζει -τηρουμένων των αναλογιών- τον περιώνυμο ήρωα του  Edmond Rostand, τον Cyrano de Bergerac, γνωστό για την εκπληκτική ευφράδειά του και για την ικανότητά του να κατέχει το χάρισμα της ποιητικής λαλιάς. Ο μεταμυθοπλαστικός τρόπος ωστόσο με τον οποίο χρησιμοποιεί τους στίχους ο Κοντολέων θυμίζει ειδικότερα τη μεταμοντέρνα διασκευή του έργου του Rostand από τον Martin Crimp για το Playhouse Theatre του Λονδίνου (2019) με τον James McAvoy στον ομώνυμο ρόλο, απαλλαγμένο από τη νατουραλιστική μύτη, εφοδιασμένο όμως με το χάρισμα να μιλά με στίχους, να ανταλλάσσει  ποιητικούς διαξιφισμούς και να εξακοντίζει μοναδικής ομορφιάς και ρυθμικότητας στιχουργήματα, μέσω των οποίων κυοφορείται ο έρωτας.  Οι ποιητικές φράσεις της ηρωίδας του Κοντολέων από την άλλη, εγκιβωτίζουν την κατάφαση στην ποίηση ως ύψιστη αξία, αλλά και την αγωνία η ποίηση να διασωθεί στο σήμερα και να πληρωθεί το κενό της άφευκτης απώλειάς της για τους νεαρούς ιδίως αναγνώστες.

Η Λάουρα είναι ταυτόχρονα η persona του συγγραφέα και ο φορέας του συγγραφικού λόγου. Είναι μια οδηγητική μορφή για τον νεαρό ήρωα, που θα τον στηρίξει με πολλούς τρόπους στην πορεία του προς την ενηλικίωση και την αυτοπραγμάτωση. Ο χώρος που την περιβάλλει περιγράφεται εκτενώς ,λίγο πριν  η ίδια η ηρωίδα κάνει την εμφάνισή της, ως locus amœnus.Είναι ένας τόπος τερπνός και ειδυλλιακός, γαλήνιος και ζεν, περίκλειστος και ασφαλής, απόλυτα περιγεγραμμένος και άφθονος. Περικλείει όλα τα αρχετυπικά στοιχεία-γη, αέρα, νερό, φωτιά (κόκκινο)- και συνομιλεί ευεργετικά με όλες τις αισθήσεις[2]. Είναι έτοιμος να υποδεχτεί την παρουσία της γυναίκας που φέρει τον λόγο της ποίησης και της ομορφιάς: 

 «Η αυλή στρωμένη με γκρίζες πλάκες, σε μια γωνιά και ανάμεσα σε κλώνους γκουάβα πρόβαλλε μια πέτρινη γούρνα, ολόγυρα πήλινες γλάστρες και παρτέρια με πολύχρωμα λουλούδια και, αμέσως μετά, τρία σκαλιά οδηγούσαν σε μια απλόχωρη βεράντα. Από τις δυο πλευρές της εξώπορτας, καρφωμένα στον τοίχο δυο κλουβιά. Στο ένα μέσα κάποιο πουλί με κατακόκκινα φτερά∙ στο άλλο ένα με πιτσιλωτό φτέρωμα. Τιτιβίζανε. Και από τη γούρνα έσταζε ήρεμα, ρυθμικά το νερό. Δροσιά».

Η Λάουρα είναι κλειδούχος του παραδείσου, πομπός του λόγου των παλιών ποιητών  και φρουρός ακοίμητος όλων των παλαιών πραγμάτων που φέρουν την πατίνα του χρόνου, την αύρα του παρελθόντος ,ενός παρελθόντος που ανακαλείται στο παρόν εξευγενισμένο, ίσως και εξιδανικευμένο. «Απ’ όλα τα έργα των ανθρώπων, πιο πολύ αγαπώ τα μεταχειρισμένα – όπως λέει κι ο παλιός ο ποιητής», θα πει ,δανειζόμενη τους στίχους του  Bertolt Brecht. Η Λάουρα αντιπροσωπεύει την ποίηση, τη μουσική, τη φύση και εν γένει πράγματα που η σημερινή εποχή τείνει  να λησμονεί ή ακόμη και να θεωρεί ξεπερασμένα:    

    «Βλέπεις, εγώ είχα μάθει να αντιμετωπίζω τη ζωή μέσα από την ομορφιά των λέξεων, των χρωμάτων, των ήχων. Μέσα από τη σχέση μου με τα άνθη και τα χειροτεχνήματα… Ξεπερασμένα όλα αυτά… Οι νέοι του σήμερα…».

Όπως είπαμε στην αρχή, στο έργο του Κοντολέων ο ρεαλισμός και η απογειωμένη φαντασία, η πραγματικότητα και το παραμύθι, διαγράφουν τροχιές διασταυρούμενες και μέσω της υπόρρητης συνομιλίας τους διαμορφώνουν πεδία σημασιών που ολοένα διευρύνονται. Από τη Λάουρα ξεκινά ο μίτος του παραμυθιού, του φαντασιακού, που διατρέχει διακριτικά ολόκληρο το βιβλίο. Όμως, η Λάουρα, ο κύριος φορέας του συγγραφικού λόγου, μην το ξεχνάμε, εμφορείται από νοσταλγία. Η νοσταλγία είναι η λέξη-κλειδί επάνω στην οποία μπορεί να στηριχθεί συνολικά η ανάγνωση του μυθιστορήματος. Μέσα στη φαντασιακή αχλή της νοσταλγίας το έργο πλάθεται και αποκτά μορφή.

Ασφαλώς η νοσταλγία είναι μια πολυσήμαντη έννοια, ανοιχτή, στο πλαίσιο της ύστερης νεωτερικότητας,  σε φιλοσοφικές, κοινωνιολογικές και ψυχαναλυτικές ή διεπιστημονικές πραγματεύσεις. Εκδηλώνεται με πολλούς τρόπους ή μέσω ποικίλων πρακτικών στις κοινωνίες και αποτελεί κυρίαρχη μορφή βίωσης του χρόνου από τον άνθρωπο. Πρωτίστως νοείται ως έντονη επιθυμία για την πατρίδα (Boym,2001), ως  ψυχική κατάσταση που επηρεάζει κάθε άνθρωπο που βρίσκεται μακριά από την πατρογονική  του γη ή το σπίτι του. Με αυτόν τον τρόπο αποτυπώθηκε άλλωστε και στην ομώνυμη ταινία του Tarkovsky, αισθητοποιημένη σε εικόνες -σύμβολα και καλύπτοντας τη φιλμική πραγματικότητα με ένα   μεταφυσικό μαγνάδι ονείρου. Η  κοντολεωνική νοσταλγία είναι αυτοφυής και προσωπική. Δεν σχετίζεται με την καθολική αναβίωση μιας χαμένης χρυσής εποχής (Πολίτη,2013) και δεν νοείται ως συλλογική τάση επιστροφής σε ένα σταθερό και αναπαλλοτρίωτο παρελθόν που αντιτίθεται στην χαοτική και κίβδηλη πραγματικότητα. Πολύ πιο κοντά στον τρόπο που την προσδιορίζει η  Stewart(2003), η νοσταλγία που κατακλύζει το βιβλίο σχετίζεται με την αναμνηστική λειτουργία των αντικειμένων και την ηδονική συνήθεια να κάνουμε συλλογές -παλαιών τευχών κόμικς και δίσκων βινυλίου εν προκειμένω- ή να διατηρούμε τα παλιά και μεταχειρισμένα αντικείμενα– το παλιό σαραβαλάκι της Λάουρας, το παλιό ποδήλατο του Φιλ:  «Ναι, όλα εκεί μέσα… Ναι, όλα έχουν πάνω τους κάτι παλιό… Σαν να έχουν διασχίσει τον χρόνο». Ακόμη και οι «παλιοί» στίχοι που συσσωρεύονται με απόλαυση στο τέλος του βιβλίου λειτουργούν ως συλλογή εξαίσιων ποιημάτων που πρέπει να διασωθούν στο παρόν και να κοινωνηθούν στους νεαρούς αναγνώστες. Το βιβλίο επομένως είναι μία κιβωτός μέσα στην οποία ο συγγραφέας διασώζει με νοσταλγία ό,τι καθόρισε  την «πρώτη ποίησι της ζωής» του : τη μουσική, τα συλλεκτικά πλέον δισκάκια 33 στροφών, τις μουσικές, τα τραγούδια, τα μουσικά είδωλα, τα κόμικς σε στοίβες, τα παλιά παιχνίδια σε κούτες, και τα βιβλία, φυσικά. Με αυτόν τον τρόπο όμως δημιουργεί μία άμεση συναισθηματική σύνδεση με τον ενήλικο αναγνώστη, αφού χτυπά και τη δική του ευαίσθητη χορδή της νοσταλγίας, παρασύροντάς τον να επιστρέψει  προσωρινά σε μια ιδανική κατάσταση που βίωσε στο παρελθόν, όταν και ο ίδιος βρισκόταν στην «πρώτη ποίησι της ζωής» του. Όμως, αυτή ακριβώς η προσωρινή διαφυγή στο παρελθόν είναι η νοσταλγία. Η Stewart(2003) στο βιβλίο της την ορίζει ως «θλίψη χωρίς  αντικείμενο» και ως «επιθυμία για την επιθυμία», ως  δαψίλεια επιθυμίας δηλαδή,  για επιστροφή σε μια εποχή όπου δεν υπήρχε ακόμα η απομάγευση του κόσμου και η οδυνηρή γνώση. H νοσταλγία δημιουργεί ένα ακαθόριστο αίσθημα μελαγχολίας που αναδύεται μέσα στο παρόν ,αφήνοντας μια γλυκόπικρη επίγευση.  Είναι η αίσθηση που μας κατακλύζει ότι έχουμε για λίγο ξανακερδίσει μια εσαεί απολεσθείσα σαγήνη. Είναι η προσωρινή διαφυγή στο ιδανικό ,η αναζήτηση μιας εσαεί απουσίας, μια επαναληπτική διαδικασία  εύθραυστης αναζήτησης του αυθεντικού και ταυτόχρονα επίγνωσης της  μη αυθεντικότητάς του.

 Η νοσταλγία αποζητεί συνήθως χαμένους συνδέσμους με το παρελθόν. Στο βιβλίο πολύ έξυπνα προβάλλεται εξαρχής ο δεσμός της νοσταλγίας ως δεσμός ταυτόχρονα με το μητρικό υποκείμενο , αφού η μητέρα, απούσα στην αφήγηση ως πρόσωπο, «άπλωνε μπροστά του[στον Φιλ ως παιδί] παιχνίδια και βιβλία που εκείνη είχε όταν ήταν στη δική του ηλικία». Επομένως ο Φιλ πρέπει κατά κάποιον τρόπο να αποκαταστήσει τον δεσμό του με τη σημειωτική επικράτεια της μητέρας  και ταυτόχρονα  να επιστρέψει στη φαντασιακή πηγή  της νοσταλγίας έτσι ώστε να μπορέσει να συναντήσει τη Λάουρα ,το πρόσωπο το οποίο φρουρεί ,όπως είπαμε, τη φευγαλέα και εύθραυστη νοσταλγική επικράτεια, την εξαφανισμένη σαγήνη του παρελθόντος. Έτσι, λίγο πριν πραγματοποιηθεί η γνωριμία του  μαζί της, ο Φιλ πέφτει πάνω σε μια απρόσμενη ανακάλυψη: ένα παλιό ποδήλατο, απομεινάρι μιας άλλης εποχής. Αυτό το ποδήλατο είναι κατά κάποιον τρόπο το «μαγικό μέσο» με το οποίο θα μπορέσει ο ήρωας να προσεγγίσει αυτήν την άλλη , αυθεντικά ποιητική και εξαίσια χώρα:    

«Ακουμπισμένο ένα ποδήλατο. Ρόδες, πετάλια, τιμόνι, φρένο μόνο για την πίσω ρόδα… Παλιό δείχνει. Μιας άλλης εποχής»

Η νοσταλγία αναπτύσσει λόγους για τον χαμένο κόσμο με κύριο μέσον τα αντικείμενα, υλικά ίχνη του παρελθόντος, που λειτουργούν ως σύνδεσμοι με την «πρώτη ποίησιν» της ζωής μας. Όπως είδαμε το βιβλίο κατακλύζεται από  έναν αμητό παλαιών αντικειμένων, τα οποία αντιμετωπίζονται με σεβασμό. Μοναδική εξαίρεση δύο αντικείμενα που στέλνονται ως δώρα στον Φιλ από τους γονείς του, τη μητέρα του, η οποία εργάζεται στην Ακαδημία Πολιτικής του Διαστήματος, και τον πατέρα του, που είναι στρατιωτικός: τα δύο αυτά δώρα είναι  ένα πέτρωμα από μετεωρίτη και μία σφαίρα όπλου(βλήμα) αντίστοιχα. Τα αντικείμενα αυτά έρχονται κυριολεκτικά και μεταφορικά ‘από άλλο πλανήτη’- σίγουρα πάντως όχι από τον θαυμαστό χωροχρόνο της Λάουρας.  Επομένως, είναι τώρα καιρός να επιστρέψουμε στην περίφημη παγίδα της «αμερικανιάς» που στήνει ο εξόχως πολυμήχανος συγγραφέας. Το νήμα του παραμυθένιου κόσμου της νοσταλγίας συνυφαίνεται άμεσα με το νήμα της μυθοπλαστικής αναπαράστασης της κοινωνίας, δηλαδή με την ευρύτερη κοινωνική πραγματικότητα της αφήγησης. Πολύ γρήγορα διαπιστώνουμε ότι  η κοινωνία που σκιαγραφεί ο συγγραφέας κυριαρχείται μάλλον από χρώματα μελανά. Είναι μια κοινωνία εχθρική ,ρατσιστική, που εμφορείται από τη ρητορική του πολέμου και τη λατρεία των όπλων, την ελεύθερη οπλοκατοχή και οπλοχρησία, τη βία και τη βαρβαρότητα κάποιων θεαμάτων όπως οι παράνομες (προφανώς) κυνομαχίες. Η μιλιταριστική νοοτροπία του πατέρα και η καπιταλιστική εμμονή με την εξερεύνηση και εποίκηση  του Διαστήματος εξεικονίζονται αντίστοιχα στα αντικείμενα της σφαίρας και του μετεωρίτη. Ο Κοντολέων ασκεί την κριτική του λεπτά και υπαινικτικά, αφήνοντας τα πράγματα να μιλήσουν από μόνα τους, επιζητώντας πάντοτε την απόκριση του αναγνώστη για να μετουσιωθούν σε νόημα. Αντιλαμβανόμαστε επομένως, διαβάζοντας το βιβλίο, ότι η παγίδα έχει στηθεί δεξιοτεχνικά και ότι οι λέξεις προτάσσουν μια φαινομενική και έντονη «αμερικανιά» την οποία στην πραγματικότητα επιδιώκουν να υπονομεύσουν. Ο συγγραφέας πλάθει ηθελημένα μοτίβα/εικόνες άμεσα αναγνωρίσιμες από τον πεπειραμένο(διαβρωμένο-όπως εγώ) στην παρακολούθηση αμερικανικών σειρών αναγνώστη: όπλα, καουμπόικα καπέλα, σφαίρες, διάστημα,  μπαρ, λαμπιόνια και σκονισμένα αγροτικά αυτοκίνητα. Οι νεαροί αναγνώστες είναι ενδεχομένως ακόμη πιο εξοικειωμένοι με την αντίστοιχη αισθητική και τα μοτίβα της. Γι’ αυτό τον λόγο το συγγραφικό τέχνασμα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία, μεταμορφώνοντας την αφήγηση  σε κειμενικό πεδίο  μιας υπόρρητης ειρωνείας, με τον συγγραφέα  να πετά σε πρώτο πλάνο το δόλωμα μιας πραγμοποιημένης αισθητικής που είναι ωστόσο γνώριμη στους εφήβους για να προβάλλει και να καταξιώσει τελικά στη συνείδησή τους αυτό το «άλλο», το ποιητικό, το αβρό, παλιό και λησμονημένο, αυτό που αντιπροσωπεύει η Λάουρα, η συγγραφική persona.       

 Η μάσκα του Καπιτάνο είναι ένα εγγενώς δι-ηλικιακό βιβλίο. Για τους νεαρούς αναγνώστες είναι μια τερπνή πρόσκληση να ανακαλύψουν τη μαγεία της ποίησης, της μουσικής, και όλων των παλιών πραγμάτων που έχουν μεταμορφωθεί  μέσα από την αχλή του χρόνου και της    νοσταλγικής αναπόλησης. Πρόκειται βεβαίως για αντικείμενα εμβληματικά, που έχουν νοηματοδοτήσει τον κόσμο και τις πραγματικότητες γενεών. Επομένως αξίζει να τα γνωρίσουν οι νεότεροι. Παράλληλα είναι ένα συναρπαστικό εφηβικό μυθιστόρημα που θίγει σύγχρονα και επίκαιρα προβλήματα.   Για τους ενήλικες αναγνώστες όμως, το βιβλίο είναι μια πρόσκληση από πλευράς του συγγραφέα να μοιραστούν μαζί του την υποδόρια χαρμολύπη της νοσταλγίας. Να πυκνώσουν στη φαντασία τους τη νοσταλγία μέσα σε μια άλω συνειρμών και δυνητικών στίχων, εικόνων και τραγουδιών. Θα πρόσθετα ,στον αμητό των συλλεκτικών αντικειμένων που μας προτείνει ο συγγραφέας, τη μορφή της Amélie ως μασκοφόρου εκδικητή (https://i.pinimg.com/originals/04/10/80/0410802c9d35b165f5daafa560f2053c.jpg), μαζί με το θαυμαστό της Album (2001) και την παιγνιώδη αναζήτηση του κυρίου Bretodeau, ιδιοκτήτη του κουτιού με τους  θησαυρούς της παιδικής ηλικίας (βασικό επεισόδιο τόσο στην ταινία όσο και στο συνοδευτικό της ταινίας άλμπουμ) . Θα πρόσθετα τη φωνή της Cesária Evora και το «Saudade» να ακούγεται μαγνητικά. Όσο για τη λογοτεχνία, θα ξαναγύριζα στην πρώτη πηγή, τον Βιργίλιο και τα «δάκρυα των πραγμάτων» της Αινειάδας (άρρηκτα συνυφασμένα με την τέχνη, αφού προκαλούνται από την εμπειρία της[3]). Μαζί θα πρόσθετα την ομορφιά της νοσταλγίας που μένει «στους τοίχους, στον καθρέφτη, στα εικονίσματα…»[4], όπως θα έλεγε και ο παλιός ο ποιητής.

 

    Βιβλιογραφικές αναφορές

   Svetlana Boym, The Future of Nostalgia. New York: Basic Books 2001.

Martin Crimp, Cyrano de Bergerac, freely adapted from the play by Edmond Rostand. London: Faber and Faber.

Umberto Eco, Η Μυστηριώδης Φλόγα της Βασίλισσας Λοάνα, μετάφραση Έ. Καλλιφατίδη, Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα 2005.

Jean-Pierre Jeunet& Guillaume Laurant avec Phil Casoar,  Le fabuleux album d'Amélie Poulain, Paris: Les Arènes 2001.

Τζίνα Πολίτη, «Η έκφραση της νοσταλγίας και το πρόσωπο του ποιητή», Οι Αιώνιες Φωλέες της Επιστροφής στην Ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη. Αθήνα: Άγρα 2013,75-81.

Susan Stewart ,On Longing: Narratives of the Miniature, the Gigantic, the Souvenir, the Collection.  Durham and  London: Duke University Press 2003.

Πηγές (ταινίες, τραγούδια, μουσική)

Andrei Tarkovsky, Νοσταλγία (1983).

Jean-Pierre Jeunet, Le Fabuleux Destin d'Amélie Poulain (2001).

Cesária Evora , Saudade (1992).

Yann Tiersen, Amélie, soundtrack album (2001).



[1] Η έντονη διακειμενικότητα του βιβλίου ,η πυκνή χρήση παραθεμάτων και η αξιοποίηση των παλιών κόμικς θυμίζουν το μυθιστόρημα του Umberto Eco Η μυστηριώδης φλόγα της βασίλισσας Λοάνα (2005),στο οποίο ο συγγραφέας επιστρέφει στα αγαπημένα του διαβάσματα σε μια απόπειρα να ξανακερδίσει ίσως τον χαμένο χρόνο.

[2] Ο χώρος της Λάουρας έρχεται σε απόλυτη αντίθεση με τον χώρο του παππού, η περιγραφή του οποίου έχει μόλις προηγηθεί: ο χώρος του παππού είναι, όπως και ο ίδιος, ένας τόπος φρυγμένος, ένας ερημότοπος. Ο Κοντολέων είναι γενικότερα άριστος τεχνίτης στο να  πλαστουργεί αντιθέσεις. Η αντίθεση διαρθρώνει συχνά μορφικά τα κείμενά του και ταυτόχρονα στηρίζει τη σημασιολογική δομή τους. Το θέμα θα άξιζε να τύχει συστηματικότερης διερεύνησης.

[3] Τα δάκρυα του Αινεία στον περίφημο στίχο 462 του πρώτου βιβλίου της Αινειάδας, θυμίζουμε για όσους τυχόν δεν το θυμούνται, προκαλούνται όταν ο ήρωας βλέπει μια σειρά τοιχογραφιών στην Καρχηδόνα  που παριστάνουν σκηνές από τον πόλεμο της Τροίας.

[4] Λάμπρος Πορφύρας, “Lacrimae rerum”.


(culturebook.gr - 2/4/2021)


Το Νησί με τις Λέξεις που Αγαπάνε - Βραβείο Ελληνικού Τμήματος ΙΒΒΥ

 Η βράβευση ενός βιβλίου είναι τιμή και προσφέρει στον δημιουργό χαρά.

Μα πέρα από αυτά και όταν το βιβλίο που διακρίθηκε έχει να κάνει με μια πρόταση -υπενθύμιση της λειτουργίας του δημοκρατικού πολιτεύματος από τη μια και από την άλλη με μια νέα πρόταση δομής και ενσάρκωσης της αφήγησης που απευθύνεται σε παιδιά και εφήβους, τότε η βράβευση ξεφεύγει από τα περιορισμένα όρια ενός ανθρώπου - συγγραφέα και συμβολίζει την αναγνώριση της ουσίας του Διαφωτισμού έτσι όπως εκφράστηκε μέσα στον Δυτικό Πολιτισμού μας. Υπηρέτη και υπερασπιστή αυτού του διαχρονικού Διαφωτισμού θεωρώ και τον εαυτό μου και θερμά ευχαριστώ τα μέλη της Επιτροπής που με την επιλογή τους υποστήριξαν αυτή τη θέση μου.
Μπορεί να είναι εικόνα κείμενο
Anna Kondoleon, Dominikos Kontoleon και 445 ακόμη
175 σχόλια
6 κοινοποιήσεις
Μου αρέσει!
Σχόλιο
Κοινοποίηση

Συνέντευξη στη Θεσσαλία (2/4/2021)

 

Μάνος Κοντολέων: Χάνεται το παιδί ως αναγνώστης – Ο σπουδαίος λογοτέχνης έχει «ριζώσει» για τα καλά στο Πήλιο

 

Μάνος Κοντολέων: Χάνεται το παιδί ως αναγνώστης – Ο σπουδαίος λογοτέχνης έχει «ριζώσει» για τα καλά στο Πήλιο

Ο Μάνος Κοντολέων, ένας σπουδαίος λογοτέχνης, ο οποίος έχει «ριζώσει» για τα καλά στο Πήλιο, διατηρώντας σπίτι στον Άγιο Λαυρέντιο πολλά χρόνια τώρα – αν και το παράπονό του είναι πως έχει να έρθει από τον περασμένο Οκτώβριο λόγω της καραντίνας – άνοιξε την καρδιά του με αφορμή τη σημερινή Παγκόσμια Ημέρα Παιδικού Βιβλίου και ανέλυσε τους λόγους που ένα παιδί αξίζει να αγαπάει τη λογοτεχνία.

O πολυβραβευμένος συγγραφέας, τον οποίο λατρεύουν μικροί και μεγάλοι για την αξιοπρόσεχτη παρουσία του στα ελληνικά γράμματα, αναφέρθηκε στα χαρακτηριστικά που πρέπει να έχει ένα καλό παιδικό βιβλίο. «Πρώτα απ’ όλα, δεν πρέπει να υπάρχουν στεγανά στην Τέχνη. Είναι σαν να λέμε ότι δεν κάνει να βάλουμε ποτέ στο δωμάτιο ενός παιδιού κάποιον πίνακα του Πικάσο ή του Ντα Βίντσι; Ή δεν μπορεί ένα παιδί να χαρεί ένα κομμάτι του Σοπέν, την ίδια στιγμή που μπορεί να ακούσει τη Λιλιπούπολη. Ο αναγνώστης θα κινήσει να βρει το καλό λογοτεχνικό βιβλίο. Όταν συμβαίνει το αντίθετο, παύει να είναι έργο τέχνης, αλλά γίνεται καταναλωτικό προϊόν, δεν είναι λογοτεχνία», επισήμανε στην αρχή της συζήτησης ο κ. Κοντολέων, ενώ στη συνέχεια στάθηκε στο σκηνικό που βλέπει να επικρατεί σήμερα: «Από τη Μεταπολίτευση και μετά έγινε η μεγάλη έκρηξη, όσον αφορά στον εκσυγχρονισμό της ελληνικής παιδικής λογοτεχνίας. Από τότε, κάποιοι άρχισαν να μην αντιμετωπίζουν ταμπού στα έργα τους. Από τα ναρκωτικά μέχρι το διαζύγιο, την ομοφυλοφιλία, μέχρι τον έρωτα και τις σεξουαλικές σχέσεις. Αυτός ο κύκλος ολοκληρώθηκε στα τέλη της δεκαετίας του ‘90. Από το 2000 και μετά, σιγά-σιγά στην αρχή, πολύ έντονα πλέον, γυρίζουμε σε έναν νέο-συντηρητισμό. Διακρίνω μια ποικιλία θεμάτων, αλλά δεν γίνεται βαθιά τομή σ’ αυτά. Το θέμα δεν είναι να παρουσιάζεις κάτι, αλλά πώς θα μιλήσεις γι’ αυτό. Αυτή τη στιγμή έχουμε μία κυρίαρχη τάση: Τα βιβλία για παιδιά να έχουν έναν νέο-διδακτισμό. Για παράδειγμα, λέμε: «Δεν πρέπει να είσαι κακό παιδί» Η λογοτεχνία τι κάνει; Μέσα από την ιστορία που θα αφηγηθείς, πρέπει να λες, γιατί δεν αξίζει να είσαι κακό παιδί και ότι ευτυχισμένο παιδί είναι εκείνο που δεν αφήνει την κακία να μπει μέσα του. Αυτό δεν είναι διδακτισμός, αλλά ανάλυση. Όπως επίσης, ολοένα και περισσότερο μειώνονται οι μεγάλες μυθιστορηματικές αφηγήσεις. Τα βιβλία είναι πιο τυποποιημένα, σε βάρος της συνειδητοποιημένης γνώσης και της εμπειρίας που σου προσφέρει η λογοτεχνία, αν και η τυποποίηση αυξάνει την κατανάλωση βέβαια».

Στο ερώτημα για το εάν η πανδημία του κορωνοϊού και η πολύμηνη καραντίνα, στάθηκαν αφορμή για να μπούνε περισσότερα βιβλία στη ζωή των παιδιών, ο Μάνος Κοντολέων τόνισε: «Μάλλον όχι… Βέβαια, θέλω να πω το εξής: Η πανδημία κάποια στιγμή θα τελειώσει. Δεν έχουμε, όμως, ένα εκπαιδευτικό σύστημα στα σχολεία, που να βοηθάει τη διάδοση της λογοτεχνίας μέσα στο παιδικό και νεανικό κοινό. Έτσι χάνεται το παιδί ως αναγνώστης. Όλα είναι θέμα παιδείας. Πώς θα κάνεις τον άλλον να αγαπήσει τη λογοτεχνία, τη μουσική, τη ζωγραφική; Η καλλιτεχνική παιδεία στους νέους Έλληνες είναι ανύπαρκτη. Δεν υπάρχει στα σχολεία. Σήμερα κουβέντιαζα με την κόρη μου, η οποία είναι θεατρολόγος. Με ποια λογική «κόπηκε» από το Γυμνάσιο το μάθημα της θεατρικής αγωγής και διδάσκεται μέχρι τη Δ’ τάξη του Δημοτικού; Έπειτα θυμόμαστε να λέμε ότι είμαστε οι κληρονόμου του Αριστοφάνη, του Ευριπίδη, του Αισχύλου και του Σοφοκλή. Μπούρδες, τρίχες. Δεν είμαστε».

30.3.21

 


Ποιος είναι ο Καπιτάνο;

Ήρωας ένα παλιού, ξεχασμένου κόμικ -ένας σκληρός, άκαρδος δικαστής που ανελέητα τιμωρεί κάθε ένα που τολμά να τον αμφισβητήσει.

Ποιος είναι ο Φιλ;

Ένα νεαρό αγόρι που οι γονείς του τον αφήσανε να ζει μαζί με τον απόμακρο και αδιάφορο παππού του* που οι φοβίες του τον κάνουν  να μη μιλάει καθαρά και έτσι οι συμμαθητές του να τον περιγελούνε.

Ποια είναι η Λάουρα;

Η αλλόκοτη ιδιοκτήτρια μιας περίεργης ιστοσελίδας και η οποία συνηθίζει τα λόγια της να  τα στολίζει με στίχους παλιών ποιητών.

Και ποια η σχέση που θα συνδέσει αυτούς τους τρεις;

 

Μια απρόβλεπτη ιστορία μυστηρίου όπου οι καθημερινοί άνθρωποι έρχονται αντιμέτωποι  με τους υπόγειους φόβους τους και τις κρυμμένες ενοχές τους.


29.3.21

Η δια βίου εκμάθηση του Έρωτα

 

Η δια βίου εκμάθηση του Έρωτα

 


Με τον Μ. είμαστε σχεδόν όλη μας τη ζωή στενοί φίλοι. Γνωριστήκαμε από τα γυμνασιακά μας χρόνια, βρεθήκαμε να φοιτούμε μαζί στην ίδια πανεπιστημιακή σχολή της ίδιας πόλης. Μοιραζόμαστε το ίδιο δωμάτιο. Στενοί φίλοι, με τις ίδιες ιδέες. Φλερτάραμε κι οι δυο με συμφοιτήτριες μας που τις διακρίνανε οι πρώιμες –για εκείνη την εποχή– φεμινιστικές ιδέες.

Μα είχαμε και τις διαφορές μας – κυρίως ως προς τις ποικίλες μορφές των Τεχνών που ανοιγόντουσαν μπροστά μας.

Φανατικός αυτός του Θεάτρου Τέχνης* εγώ δεν είχα χάσει καμιά παράσταση του Εθνικού. Εκείνος είχε στολίσει τον τοίχο πάνω από το κρεβάτι του με αφίσα της Γκουέρνικα του Πικάσο* εγώ τον δικό μου με τα Ηλιοτρόπια του Βαν Γκονγκ. Προσπαθούσα να τον πείσω πως ο μεγαλύτερος σκηνοθέτης της εποχής μας ήταν ο Μπέργκμαν, αλλά ο Μ. προτιμούσε να θαυμάζει τον Αντονιόνι.

Εγώ άκουγα με μανία τα τραγούδια των Μπητλς, ενώ εκείνος έκλεινε τα μάτια και απομονωνότανε καθώς έβαζε τους δίσκους της Τζόαν Μπαέζ και των Πλάτερς. Στα φοιτητικά στέκια εγώ διέπρεπα στο σκάκι* εκείνος στο τάβλι. Άσσος εγώ στο πινκ πονκ* πρώτη στέκα στο μπιλιάρδο εκείνος.

Κοινά τα γούστα μας ως προς τους μυθιστοριογράφους. Κι οι δυο λατρεύαμε τον Καραγάτση και τον Σόμερσετ Μωμ. Μα οι προτιμήσεις μας διαχωρίζονταν στα ποιήματα. Εγώ ονειρευόμουνα τον Έρωτα μέσα από τους στίχους του Ρίτσου – η “Εαρινή Συμφωνία” του ήταν το ευαγγέλιο μου:

 

Αγαπημένη

δεν έχω παρά μόνο μιας στιγμής

τη ζωή και το φτερούγισμα.

Πόσο είμαι νέος.

Πόσο είμαι νέος

κάτω απ’ τα βλέφαρά σου.

Αγαπημένη

τι προετοιμάζεται για μας

μέσα στο βλέμμα των θεών

πίσω απ’ αυτή τη φωταψία;

 

Και ο Μ. με άκουγε και χαμογελούσε – ένα χαμόγελο που κάτι λες και γνώριζε, μα που δεν ήθελε να μου το φανερώσει. Και στη συνέχεια μου διάβαζε τους δικούς αγαπημένους στοίχους -ήταν από την “Αγάπη” του Μαλακάση:

 

Ας μη γυρίζει ο λογισμός στα χρόνια εκείνα πίσω.

Κάλλιο μια τέτοια θύμηση για πάντα να χαθή,

Ποιος ξέρει, τώρα θάτανε γραφτό να σ’ αγαπήσω,

Και τόσο που καμμιά ποτέ δεν έχει αγαπηθή.

Κι αν έφυγεν η νιότη σου, που θλίβεσαι για δαύτη,

Ως για πουλί που πέταξε μάλλα μαζί πουλιά,

Περσότερο από μια άνοιξη τον έρωτά μου ανάφτει

Του χινοπώρου τάγγιγμα στα ωραία σου τα μαλλιά.

Κι ακόμα φτάνω ν’ αγαπώ σ’ εσέ μιαν άλλη εικόνα,

– Τ’ ορκίζομαι στα μάτια σου που τόσο λαχταρώ, –

Τον ήμερο κι ανέφελο και το γλυκό χειμώνα,

Που στο χλωμό σου πρόσωπο μια μέρα θα θωρώ.

Και μάθε το, τις μελιχρές λαμπράδες του Δεκέμβρη,

Και τις φεγγαροσκέπαστες του Γενναριού ομορφιές,

Μήτε στις τρέλλες τ’ Απριλιού κανένας θα τις εύρη,

Μήτε και στις μονότονες του Μάη καλοκαιριές.

 

Αγνοούσα το χαμόγελό του και τον πείραζα. «Μα τι κάθεσαι και λες; Νέοι είμαστε κι εσύ μιλάς για χινοπώρου άγγιγμα;» Ομολογώ πως δεν τον καταλάβαινα. Είχαμε, πια, κι οι δυο ζευγαρώσει και τα ταίρια μας ήταν ολόδροσα όπως μπουμπούκια ανοιξιάτικα.

Δεν μου απαντούσε. Κρατούσε μυστικό την αιτία του χαμογέλιου του.

 

Αυτά τότε… Μετά περάσανε τα χρόνια, πάντα στενοί φίλοι μέναμε, σχεδόν παρόμοιες και οι επαγγελματικές μας δραστηριότητες… Με εκείνες τις πρώτες κοπέλες μας φτιάξαμε τις οικογένειές μας. Παιδιά πρώτα. Πλέον και εγγόνια – από δυο ο καθένας μας.

Κι όπως είχαμε εισέλθει στην ηλικία της πλήρους ωριμότητας, μπορούσαμε να συμφωνούμε πως ο Πικάσο είναι το ίδιο μέγας όσο και ο Βικέντιος, πως οι ταινίες του Μπέργκαν αφήσανε βαρύ αποτύπωμα στην Έβδομη Τέχνη, το ίδιο βαρύ με αυτό του Αντονιόνι… Ανακαλύπταμε τους ίδιους πάντα μεγάλους πεζογράφους – Ροθ και Παλόμας…

 

Σε κάτι όμως διαφέρουμε… Και μάλιστα ουσιαστικά. Στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουμε τον Έρωτα. Για μένα η ολόδροση κοπέλα των φοιτητικών μου χρόνων έχει γίνει μια πολύτιμη σύντροφος και καλή φίλη. Αλλά παρατηρώ πως για τον Μ. η δική του ολόδροση κοπέλα εκείνης της εποχής, παραμένει πάντα ερωτική σύντροφος. Αλλά και αυτός για εκείνη. Το βλέπεις αυτό και στην όλη τους εμφάνιση. Συνομήλικοι και οι τέσσερεις είμαστε, αλλά οι περισσότεροι γνωστοί τον Μ. και τη γυναίκα του τους θεωρούν νεότερους από εμένα και τη δική μου γυναίκα.

 

Ώσπου –πριν από κανένα χρόνο πρέπει να ήταν– βρεθήκαμε να περνάμε οι δυο μας το απόγευμά σε μπαράκι κάπου στο κέντρο και η συζήτηση έφερε στη μνήμη τα φοιτητικά μας χρόνια και δεν άντεξα και τον ρώτησα με όλο το μέγιστο θάρρος της πολύχρονης στενής φιλίας μας. «Πώς τα καταφέρνεις, ρε συ, και τόσα χρόνια είσαι με το ίδιο πάθος ερωτευμένος με την ίδια γυναίκα;»

Κι ο Μ. χαμογέλασε – να το πάλι το παλιό εκείνο χαμόγελο. «Θυμάσαι το ποίημα του Μαλακάση που εγώ αγαπούσα κι εσύ με κορόιδευες;»

«Ναι… Και θυμάμαι πως εσύ χαμογελούσες κάπως περίεργα…Όπως χαμογελάς και τώρα…»

«Είναι γιατί εγώ από την ποίηση διδασκόμουνα και πάντα διδάσκομαι… Τη χρησιμοποιούσα και τη χρησιμοποιώ ως μια διαδικασία δια βίου εκμάθησης του Έρωτα. Ναι, αυτό αποφάσισα και έτσι είδα την ανάγνωση ποιημάτων – μια μαθητεία στον Έρωτα. Κι έτσι κάποια στιγμή έπεσα σε άλλον δάσκαλο -ποιητή που τον ‘άκουσα’ να λέει:

 

Προτιμώ τις ρυτίδες σου, Φίλιννα

απ΄ τους χυμούς των εφήβων.

Ποθώ με τις φούχτες ν΄ αδράξω

τα βαριά, γερτά μήλα του στήθους σου,

παρά τ΄ όρθιο βυζί μιας παρθένας.

Το φθινόπωρό σου καλύτερο

απ΄ την άνοιξη άλλης

κι η χειμωνιά σου πιο θερμή

από άλλης καλοκαίρι. (1)

 

Και πριν από λίγα χρόνια, όχι και τόσα πολλά, κι άλλος δάσκαλος-ποιητής με συμβούλεψε να δω με άλλο μάτι το αντικείμενο το Έρωτά μου… Άκου τι διάβασα:

 

Είτε μαύρα, καταμέλανα μαλλιά ριχτά

είτε ξανθές ολόχρυσες πλεξούδες έχεις,

τη στιλπνή τη χάρη σου εγώ το ίδιο τήνε βλέπω.

Μαύρα… ξανθά – πώς λάμπεις, φως μου!

Αλλά και άσπρη σαν θα ‘χεις κεφαλή,

πάλι στων μαλλιών σου θα ΄ρθει τη φωλιά

να κατοικήσει ο ωραίος Έρως. (2)

Κατάλαβες, τώρα;» πάντα με το ίδιο χαμόγελο ο Μ. τσούγκρισε το ποτήρι του με το δικό μου.

Ανασήκωσα τα φρύδια μου. Είχα καταλάβει. Και αποφάσισα πως ποτέ δεν είναι αργά να ξεκινήσει κανείς της δια βίου εκμάθηση του Έρωτα. Το αποφάσισα. Το ξεκίνησα… Έκανα προόδους… Χτες τηλεφώνησα στον Μ. και του διάβασα…

 

«…Από τα γηρατειά το κορμί μου όλο

…και πάλευκα από μαύρα τα μαλλιά

…και γόνατα που δεν στηρίζουν

…μα εγώ το αγαπώ

αυτό το πλάσμα το θεϊκό…

που μου χάρισε

το φωτεινό πάθος του ήλιου

και την ομορφιά». (3)

 

Από το τηλέφωνο τα λέγαμε. Δεν τον έβλεπα* δε με έβλεπε κι εκείνος. Άρα δεν με είδε να χαμογελώ με τον ίδιο χαμόγελο, το δικό του.

 

(1) Παύλος Σιλεντάριος (Παλατινή Ανθολογία, μτφρ. Ανδρέας Λεντάκης)

 

(2) Ανωνύμου, Παλατινή Ανθολογία, μτφρ. Γιώργος Κεντρωτής

 

(3) Πάπυρος Οξυρύγχου

 

https://slpress.gr/politismos/i-dia-vioy-ekmathisi-toy-erota/?fbclid=IwAR1CMAoOUq7ZPSL-Pvwny_5hGSuk69C0GPMfF7ciYsdMmmwUA4BKhV_eaqQ