20.6.21

Ολυμπιακοί Αγώνες Τόκιο 1964 – Ψυχές δυνατές, ψυχές αθάνατες

 

 






Τόκιο, 1964. Ο Κοκίτσι Τσουμπουράγια ήταν ο τρίτος νικητής στο Μαραθώνιο. Μετά από τρία χρόνια τραυματίζεται και εγκαταλείπει τους αγώνες. Μετά από ένα χρόνο αυτοκτονεί. Η Ντον Φρέιζερ κατακτά για τρίτη φορά το χρυσό μετάλλιο στα 100μ ελεύθερο. Πριν από επτά μήνες είχε ένα σοβαρό αυτοκινητιστικό ατύχημα. Ο χρυσός Ολυμπιονίκης στο ύψος Βαλερί Μπρούμελ είχε, λίγο μετά τη νίκη του, ένα σοβαρό τραυματισμό. Μετά από τέσσερα χρόνια ξαναγυρνά στο στίβο και πηδά 2,11 μέτρα. Ψυχές δυνατές, ψυχές αδύνατες.

 

 

Το να είσαι αθλητής επιπέδου Ολυμπιακών Αγώνων απαιτεί πέρα από τη σωματική προσπάθεια και ιδιαίτερο ψυχικό σθένος. A, σίγουρα, έτσι είναι! Αλλά, αυτό το ψυχικό σθένος –αναρωτιέμαι– το έχουν όλοι οι αθλητές; Θα ‘λεγε κανείς πως έτσι είναι.. πως έτσι δείχνουν τα πράγματα ότι είναι. Μα ό,τι φαίνεται, υπάρχει κιόλας;

 

Έρχονται στιγμές που πιστεύω πως το γνήσιο ψυχικό σθένος δεν εκφράζεται όταν οι προσπάθειες, άσχετα με την επιτυχία τους, συντελούνται, αλλά όταν κάτι συμβαίνει και ξαφνικά η καριέρα ενός αθλητή αναγκάζεται να σταματήσει την ανοδική της πορεία ή και να τερματιστεί οριστικά. Τότε είναι που ο σωματικός κάματος υποχωρεί, εξαφανίζεται και στη θέση του μπαίνει ο φόρτος της ψυχής.

 

Σκέφτομαι όλα αυτά καθώς έχω στο νου τρεις αθλητές που διακρίθηκαν στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Τόκιο. Κάποια γεγονότα που είχαν προηγηθεί, κάποια άλλα που αργότερα από εκείνη τη χρονιά συνέβησαν, με κάνουν και προβληματίζομαι πάνω στα όρια δυνατοτήτων, μα και αδυναμιών του ψυχικού σθένους.

 

«Δεν μπορώ πια να τρέξω…»

Στο Μαραθώνιο Δρόμο, τότε το 1964, στο Τόκιο, ο Ιάπωνας Κοκίτσι Τσουμπουράγια κερδίζει το χάλκινο μετάλλιο. Ήταν ένας αθλητής με μέλλον. Και στα σχέδιά του μέσα –δεν το έκρυβε– ήταν να κερδίσει στους επόμενους Ολυμπιακούς Αγώνες που θα γινόντουσαν στο Μεξικό, το χρυσό μετάλλιο. Δεν αναπαύτηκε, λοιπόν, στις δόξες της νίκης, αλλά πολύ σύντομα ξαναγύρισε στις σκληρές προπονήσεις. Είναι τόσο ευχάριστο να συνεχίζεις κάτι που το έφτασες σε υψηλό, υψηλότατο επίπεδο.

 

 

Αλλά μετά από τρία περίπου χρόνια, ένας σοβαρός τραυματισμός του συμβαίνει κατά τη διάρκεια μιας προπόνησης. Αναγκάζεται να μείνει τρεις μήνες στο νοσοκομείο. Και μετά ξαναγυρνά στο στίβο. Θέλει να κερδίσει το χαμένο χρόνο. Την άτυχη στιγμή την έχει ξεχάσει. Και οραματίζεται το μέλλον.

 

Μα το όραμα δείχνει να μην είναι πρόθυμο να πάρει σάρκα και οστά. Τα πόδια του Κοκίτσι δεν υπακούνε στις προσταγές των ασκήσεων. Παραμένουν αδύναμα. Καθόλου διατεθειμένα να του προσφέρουν μια νέα νίκη. Και ο Κοκίτσι σφίγγει τα δόντια. Ζητά τη βοήθεια ειδικών. Υπόσχεται στον εαυτό του πως θα ξεπεράσει το πρόβλημα. Η ψυχή του μπαίνει στον αγώνα .

 

Μα το σώμα του συνεχίζει να τον προδίνει. Και οι μέρες που τον χωρίζουν από τους νέους Ολυμπιακούς συνέχεια λιγοστεύουν. Μαζί με τις ελπίδες του για διάκριση. Η ψυχή υποχωρεί. Το νεαρό αγόρι δεν έχει που να κρατηθεί. Τα όνειρα γκρεμίζονται. Πρέπει να αντιμετωπίσει την οριστική αποτυχία. Πρέπει…; Πού να στηριχτεί αυτό το πρέπει; Ο νεαρός δρομέας προτιμά την απόλυτη εγκατάλειψη. Σ΄ ένα χαρτί γράφει «Δεν μπορώ πια να τρέξω!» και μ΄ ένα ξυράφι κόβει το λαιμό του. Το σώμα του πεθαίνει. Η ψυχή του το είχε πιο πριν εγκαταλείψει.

 

 

Η πίκρα της απώλειας

Επτά μήνες, πάνω-κάτω, πριν από την έναρξη των Ολυμπιακών Αγώνων. Η Αυστραλή Ντον Φρέιζερ προπονείται με κέφι και απόλυτο έλεγχο του σώματός της. Θέλει –και είναι σίγουρη πως μπορεί να το πετύχει– να πάρει για τρίτη συνεχή φορά το χρυσό μετάλλιο στα 100 μέτρα ελεύθερης κολύμβησης. Έχει ξεκινήσει το πιο συνετό πρόγραμμα προπονήσεων και προσέχει με σχολαστική λεπτομέρεια τις δυνάμεις του οργανισμού της.

 

Μια ζωή μετρημένη δίπλα στην οικογένειά της. Σπίτι, κολυμβητήριο και ελάχιστες διασκεδάσεις. Μόνο κάποιοι περίπατοι. Μαζί με τη μητέρα και την αδελφή της. Με το αυτοκίνητο να φτάνουν σε γραφικές εξοχές. Κι εκεί απλές βόλτες, απλές κουβεντούλες της προσφέρουν τη χαλάρωση. Και τότε συνέβη το απρόσμενο. Μια σύγκρουση. Μια απρόσεχτη στιγμή. Μια κακιά στιγμή.

 

Μέσα από το στραπατσαρισμένο αυτοκίνητο ανασύρουν νεκρή τη μητέρα, βαριά τραυματισμένη την αδελφή, βαριά –στο λαιμό– τραυματισμένη και την ίδια. Οι μέρες που ακολούθησαν ήταν βουτηγμένες στην πιο πηχτή πίκρα. Να κλάψει ποιον και τί! Ποιον να σκεφτεί πρώτον και ποιον δεύτερο; Τη μητέρα, τα όνειρα, την αδελφή… Τον ίδιο της τον εαυτό; Άραγε θα μπορούσε κάποια στιγμή στο μέλλον, όχι να κολυμπήσει και πάλι, αλλά έστω και απλά και μόνο να περπατήσει;

 

Όνειρα στα νοσοκομεία

Μα ακόμα και στα κρεβάτια των νοσοκομείων μπορούν να εισβάλουν τα όνειρα. Και να πάρουν τη μορφή μιας μητέρας που χαμογελά και δίνει κουράγιο. Μιας μητέρας… Μια νεκρής μητέρας. Η Ντον Φρέιζερ ξυπνά ένα πρωί και έχει σφιχτά τα δόντια. Ο μόνος δρόμος που της μένει είναι ένας και μόνο, ο δρόμος της νίκης. «Θα νικήσω, μανούλα», ίσως και να ψιθύρισε εκείνο το πρωινό, επτά πάνω-κάτω μήνες πριν από την έναρξη των Ολυμπιακών Αγώνων. Θα νικήσω μανούλα!

 

 

Νίκησε. Το τρίτο της χρυσό μετάλλιο κρεμάστηκε στο λαιμό της. Σ΄ ένα λαιμό που

δεν είχε αποδεχτεί το σπάσιμό του. Στο Τόκιο πάντα, στο Τόκιο το 1964, και ο Βαλερί Μπρούμελ κερδίζει το χρυσό μετάλλιο στο ύψος. Αθλητής με δυνατότητες και μέλλον. Αθλητής που δε σταματά στο ένα θρίαμβο. Συνεχίζει. Συνεχίζει…

 

Μετά από ένα χρόνο, σε μια μέρα ξεγνοιασιάς… Ίσως και έρωτα. Με μια συναθλήτριά του.

Δυο νέοι άνθρωποι τρέχουν πάνω σε ένα μότο κρος. Γελάνε. Χαίρονται τον άνεμο που τους χτυπά τα πρόσωπα, τον άνεμο που ενώνει τις ανάσες τους. Κι έπειτα μια αδέξια κίνηση, ένας λάθος χειρισμός και ένας τοίχος διακόπτει την κεφάτη πορεία. Διακόπτει μια καριέρα.

 

Το πόδι του Βαλερί σχεδόν αποκόπτεται από το υπόλοιπο σώμα του. Οι μέρες που ακολουθούν θα είναι μέρες πόνου. Οι μέρες που ακολούθησαν τις πρώτες μέρες θα είναι μέρες μοναξιάς. Όταν πάψεις να είσαι αστέρι, κανείς δε σε θυμάται. Μένεις μόνος. Για να θυμάσαι το γέλιο μέσα στον άνεμο και το λάθος μιας απρόσεχτης στιγμής. Ο Βαλερί πιστεύει πως όλα πια έχουν τελειώσει. Πως –γιατί όχι;– το μόνο που του μένει είναι να αφεθεί στο απόλυτο βύθισμα.

 

Ένα γράμμα που τα άλλαξε όλα

Στην παράδοση και στην αποδοχή της οριστικής ήττας. Και τότε έρχεται ένα γράμμα. Σταλμένο από τον άνθρωπο που πριν από ένα χρόνο είχε νικήσει, που εκείνος τον είχε αφήσει στο πιο κάτω βάθρο. Τζον Τόμας, το όνομά του. Ας το θυμόμαστε. Το γράμμα μιλούσε για το κουράγιο που πρέπει να έχει ένας που αξιώθηκε μια χρυσή νίκη. Για την πίστη στις δυνάμεις του. Για τη βεβαιότητα πως το μέλλον αυτός, ο ίδιος πάντα το σχεδιάζει… Για τέτοια μιλούσε το γράμμα.

 

Κι ο Βαλερί δάκρυσε. Πρώτα δάκρυσε και μετά σκούπισε τα μάτια του. Το κρεβάτι του φάνηκε πολύ στενό, πολύ κοντό. Αυτός είχε μάθει να φτάνει σε πιο υψηλά σημεία. Είχε μάθει και δεν το είχε ξεχάσει. Δεν έπρεπε να το ξεχνούσε. Δεν το ξέχασε. Μετά από τέσσερα χρόνια βρέθηκε και πάλι στους στίβους. Για μια και μόνη φορά. Και πήδησε. 2,11 μέτρα.

 

Πότε και κανένα κρεβάτι δεν είναι τόσο υψηλό. Κάποιοι είπανε πως μέσα στη φανέλα που φορούσε είχε διπλωμένο ένα χαρτί. Ένα γράμμα που μιλούσε για την ελπίδα, την πίστη. Τη δύναμη. Την ανθρώπινη συμπαράσταση που ξυπνά τη δύναμη της ψυχής. Στο Τόκιο, τότε. Στα 1964. Οι άνθρωποι που στήνουν καριέρες. Οι νικητές και οι νικημένοι. Αθλητές της ζωής. Στο Τόκιο, τότε. Σε όλον τον κόσμο, για πάντα.

 

www.slpress.gr 20/06/2021

19.6.21

Ο γορίλλας του δολοφόνου

 


Μια τάση "επιστροφής" στην παλιά, καλή, κλασική αφήγηση διαισθάνομαι να διαπερνά σε παγκόσμιο επίπεδο τα βιβλία εφηβικής λογοτεχνίας που γράφονται.

Πολυσέλιδα μυθιστορήματα, με έντονο το στοιχείο της περιπέτειας, με χώρο δράσης παλαιοτέρων όσο και ασαφών χρονολογικών περιόδων. Κυρίως όμως με φαντασία. Αλλά και με ευρήματα στην πλοκή που είναι και αυτά τα οποία τους προσδίδουν αυτό το νέο σε σχέση με τα παλιά και κλασικά.

Δεν υπάρχει μήτε το μαγικό στοιχείο, μήτε η όποιας μορφής αχαλίνωτη φαντασία. Αντίθετα ο ρεαλισμός κυριαρχεί την ίδια ώρα όμως όπου συνεργάζεται αρμονικά με το απρόοπτο και το εξωπραγματικό.

Γράφω τις παραπάνω σκέψεις μου έχοντας μόλις ολοκληρώσει  την ανάγνωση του μυθιστορήματος "Ο γορίλλας του δολοφόνου" που το υπογράφει ο Σουηδός Γιάκομπ Βεγκέλιους και που πρόσφατα κυκλοφόρησε και στη χώρα μας από τις Εκδόσεις Πατάκη.

Μια αφάνταστα πλούσια περιπέτεια που σε ταξιδεύει άλλοτε σε σκοτεινά σοκάκια, άλλοτε σε πλατιά ποτάμια, άλλοτε σε εξωτικά βασίλεια. Που διαθέτει έντονες περιγραφές όχι μόνο τόπων και καταστάσεων, αλλά και ανθρώπων.

Μα εκείνο που κάνει τη διαφορά είναι ο αφηγητής της ιστορίας και παράλληλα και ο πρωταγωνιστής της. Ή πιο σωστά η πρωταγωνίστρια. Γιατί θηλυκού γένους αφηγητή έχουμε, μα όχι από τους ανθρώπους προερχόμενο, αλλά από το ζωικό βασίλειο. Πρόκειται για ένα θηλυκό γορίλλα.

Ασφαλώς και δεν είναι το μόνο βιβλίο που στηρίζεται στις σκέψεις και στις πράξεις ενός ζώου. Όμως εδώ, η Σάλλυ Τζόουνς (το όνομα της γορίλλα) δε ζει απλώς δίπλα σε ανθρώπους, αλλά εργάζεται μαζί τους, τους συντροφεύει, καταδιώκει τους κακούς, δημιουργεί σχέσεις με καλούς, είναι πολύ καλή στα μηχανολογικά, ξέρει να γράφει και να διαβάζει. Μόνο να μιλά δεν έχει μάθει.

Ο περίγυρος της αποδέχεται όλες αυτές τις ικανότητές της, αλλά θα είναι μόνο όσοι από τους ανθρώπους είναι ενταγμένοι στην υποστήριξη του καλού που θα θεωρούν τη Σάλλυ Τζόουνς πλάσμα άξιο σεβασμού, ενώ αντίθετα όσοι ρέπουν προς το κακό και το ύπουλο δε θα δίσταζαν να την κλείσουν σε ένα ζωολογικό πάρκο.

Με κεντρικό πρόσωπο λοιπόν αυτό το ιδιότυπα εξανθρωπισμένο ζώο, ο Βαγκέλιους στήνει το μυθιστόρημά του, το στολίζει και με σκίτσα (φτιαγμένα από τον ίδιο)  όλων των κεντρικών χαρακτήρων και αφήνεται στη ασθμαίνουσα ροή αφήγησης περιπετειών που άλλοτε λες και έχει προγόνους κλασικούς του 18ου αιώνα κι άλλοτε λες και με το δικό της τρόπο φλερτάρει με μια ταινία ατμοσφαιρικού μυστηρίου σταλμένη από τα μέσα του 20ου αιώνα.

Μα ως τελικό αποτέλεσμα έχουμε ένα μυθιστόρημα μυστηρίου, φαντασίας και συναισθημάτων με ξεκάθαρη ταυτότητα γέννησης μέσα στο 21ο αιώνα.

Απολύτως δικαιολογημένα το έργο έχει τιμηθεί με σημαντικές διακρίσεις, έχει γίνει μια παγκόσμια επιτυχία και τολμώ να εκφράσω την άποψη πως σύντομα θα μεταφερθεί και στη μεγάλη οθόνη (ή μάλλον στην πλατφόρμα του Neftlix)

18.6.21

Η Μάσκα του Καπιτάνο, στο Βιβλιοδρόμιο


 Γράφει η Γεωργία Γαλανοπούλου

Ένα από τα βασικά μοτίβα στα μυθιστορήματα του Μάνου Κοντολέων είναι η αναζήτηση ταυτότητας, κοινωνικής αποδοχής και αυτοπραγμάτωσης.   Στην επίπονη αυτή διαδικασία, η ιδιότητα του προσωπείου – νοητού ή πραγματικού—παίζει καταλυτικό ρόλο στην εξέλιξη του εκάστοτε χαρακτήρα.   Και εάν, για παράδειγμα, στη βραβευμένη με Κρατικό βραβείο Μάσκα στο φεγγάρι (Πατάκης 1997) οι κεντρικοί ήρωες ερευνούν την διχασμένη ως προς το φύλο ταυτότητα του μυθιστορηματικού ηθοποιού Λουκά Αλεξίου, στη  Μάσκα του Καπιτάνο το προσωπείο λειτουργεί ως μέσο κατάκτησης του ανδρισμού.

Εδώ ο δεκατετράχρονος Φιλ, μεγαλωμένος σ’ ένα περιβάλλον όπου οι προτεραιότητες και των δυο γονιών επικεντρώνονται στις δικές τους αναζητήσεις, διακατέχεται από μια διαταραχή στη ροή της ομιλίας του, προέκταση της ανασφάλειας και της μοναξιάς που βιώνει.  Όταν ο σκληροτράχηλος στρατιωτικός πατέρας του αναχωρεί για μια πολεμική επιχείρηση και η μητέρα του αναλαμβάνει θέση ερευνήτριας σε ένα κέντρο μελέτης του διαστήματος, στα προβλήματα του παιδιού προστίθεται η αναγκαστική μετακόμισή του στην επαρχία όπου την κηδεμονία του αναλαμβάνει ο ηγεμονικός παππούς.  Προσηλωμένος και αυτός στη δουλειά του, αδιαφορεί για τα προβλήματα του αγοριού προτρέποντάς το να συμπεριφέρεται όπως «οι άντρες». Η απαξιωτική του συμπεριφορά επιδεινώνει τον τραυλισμό του εγγονού και τον καθιστά ευάλωτο και ανίσχυρο απέναντι στον ακραίο εκφοβισμό και τη χλεύη την οποία υφίσταται από το νέο και αφιλόξενο περίγυρό του. 

Στον αντίποδα των γονιών, του παππού και του άξενου νέου τόπου βρίσκεται μια ηλικιωμένη γυναίκα με ευαισθησίες, η Λάουρα, μια εμβληματική μορφή ικανή να κερδίσει την εμπιστοσύνη του Φιλ, να τον μυήσει στον κόσμο της φύσης, της τέχνης και της ποίησης και να του δείξει το δρόμο απόδρασης από το αδιέξοδο με την προτροπή να κάνει πράξη αυτό που φοβάται.  Αναδιφώντας τεύχη παλιών κόμικς από τη συλλογή της Λάουρας, ο Φιλ ανακαλύπτει ένα ξεθωριασμένο σημείωμα με σύντομη αναφορά στη Μάσκα του Καπιτάνο, ένα παλιό περιοδικό που απουσιάζει από τη συλλογή.  Από αυτό το σημείο και μετά, ο ρεαλισμός επιδέχεται τη διείσδυση της φαντασίας, η πραγματικότητα συμβαδίζει με την ψευδαίσθηση, ενώ τη σκυτάλη της πλοκής αναλαμβάνει η μάσκα της μύησης και της μεταμόρφωσης.  

Όπως εξηγεί ο Joseph Cambell στον Ήρωα με τα χίλια πρόσωπα, η μάσκα στις αρχέγονες τελετουργίες μύησης βιωνόταν σαν τη φυσική παρουσία του μυθικού προσώπου το οποίο αντιπροσώπευε.  Εκείνος που τη φορούσε ταυτιζόταν με αυτό το πρόσωπο κι αν επρόκειτο για θεότητα ένιωθε σαν  θεός.  Έτσι κι εδώ.  Ο νεαρός Φιλ, πιστεύοντας ότι έχει οικειοποιηθεί την δύναμη του Καπιτάνο, κινείται αλώβητος ανάμεσα στους χλευαστές του, γοητεύει το κορίτσι της καρδιάς του, εκδικείται τους βασανιστές του, αποτινάσσει τον τραυλισμό του.   Ο Καπιτάνο, όμως, ως χάρτινος μασκοφόρος ήρωας, ουδεμία σχέση έχει με αγαθές θεότητες, ούτε με υπερασπιστές των αδικημένων.  Ανελεήμων και ασυμβίβαστος, άνθρωπος και όχι υπεράνθρωπος, εξουσιάζει με τη ράβδο του επιβάλλοντας και τιμωρώντας. Αυτό όμως δεν το γνωρίζει ακόμη ο Φιλ.  Συνειδητοποιώντας στην πορεία τον άτεγκτο χαρακτήρα του απεκδύεται τη μάσκα όχι όμως και την ράβδο, την ανδρική δηλαδή ταυτότητα που εντέλει αναζητούσε.  Η μύησή του είναι πια πλήρης. Η σχέση με τον παππού του αποκαθίσταται.  Οι δυο τους στο εξής θα μπορούν να μιλούν «σαν άντρες» μας λέει ο παντογνώστης αφηγητής υπονοώντας ότι η «σωστή μεταμόρφωση» του εγγονού εντέλει λυτρώνει και τον εξουσιαστή προπάτορα από την σκληρότητα της δικής του μάσκας.   

Ο συγγραφέας  επικεντρώνει την αφήγησή του στον έφηβο ήρωά του, αλλά εξίσου σημαντικό πρόσωπο είναι η Λάουρα.  Η ανάγνωσή του δικού της θαυμαστού  προσωπείου ενισχύεται από την αποκάλυψη της παλιάς σχέσης της με τον παππού του Φιλ και την ανάγκη της να εκφράζεται μέσα από στίχους ποιητών (κατά το σεφερικό «είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας).   Βέβαιον είναι ότι ο Κοντολέων, είτε γράφει για ενήλικες, είτε φιλοτεχνεί μυθιστορήματα για παιδιά και νέους, διεισδύει με ακρίβεια και ευαισθησία στον ψυχισμό των ηρώων του, σκιαγραφεί με λογοτεχνικότητα τον φυσικό και κοινωνικό τους περίγυρο και αναδεικνύει την ατμόσφαιρα του τόπου σαν να πρόκειται για έναν παράλληλο ήρωα.  Οι αναγνώστες θα απολαύσουν τη Μάσκα του Καπιτάνο και όσοι έχουν γενικότερη εποπτεία του έργου του θα βρουν σ’ αυτό απηχήσεις και από άλλους δικούς του τίτλους.   

16.6.21

Οι δράκοι του Δαρβίνου

 


Λίντσεϊ Γκάλβιν

"Οι δράκοι του Δαρβίνου"

μετάφραση: Αντώνης Καλοκύρης

Εκδόσεις Μεταίχμιο


Θυμήθηκα τα περιπετειώδη εκείνα βιβλία όπου καταβρόχθιζα ως παιδί. Εκείνα τα πολυσέλιδα και χορταστικά μυθιστορήματα όπου με ταξιδεύανε σε άλλες εποχές και σε άλλες περιοχές του πλανήτη.

Ένα τέτοιου είδους μυθιστόρημα είναι κι αυτό, μόνο που έχει γραφτεί με ένα νέο σύγχρονο τρόπο. Τέτοιον ώστε από τη μια να σε κρατά δέσμιο της πλοκής του και από τηνάλλη να σου προσφέρει την ευκαιρία να γνωρίσεις ένα πρωτοπόρο επιστήμονα, τον Δαρβίνο, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο συνέλεγε τα ευρήματά του κατά τη διάρκεια του μεγάλου ταξιδιού του σε άγνωστε θάλασσες και νησιά. Τότε στα 1835.

Η συγγραφέας με μαεστρία χρησιμοποιεί τη μυθοπλασία και την έρευνα και στήνει ένα απόλυτα σύγχρονων αντιλήψεων έργο (σύγχρονο τόσο ως προς την οικολογική του στάση, όσο και ως προς τις απαιτήσεις ενός νέου σε ηλικία αναγνώστη).

Παράλληλα ανασύρει τις ζωές ιστορικών προσώπων, τοποθετεί δίπλα τους πρόσωπα φανταστικά, αλλά και το ίδιο εκείνο το περίφημο ταξίδι του Δαρβίνου  την ώρα που απολύτως το σέβεται, την ίδια ώρα και το ανακατασκευάζει.

Κεντρικός ήρωας ο έφηβος βοηθός του Δαρβίνου ο οποίος μέσα σε μια μεγάλη τρικυμία θα βρεθεί ναυαγός σε ένα έρημο νησί του συγκροτήματος των νησιών Γκαλαπάγκος. Άνυδρο και αφιλόξενο μέρος, που όμως κρύβει μια έκπληξη -την ύπαρξη δράκων.

Στο πρώτο μέρος του βιβλίου περιγράφεται ολοζώντανα η προσπάθεια του νεαρού να επιβιώσει και η σχέση την οποία δημιουργεί με  ένα περίεργο πλάσμα του νησιού.

Στο δεύτερο μέρος παρακολουθούμε την επιστροφή του Δαρβίνου και του βοηθού του στην Αγγλία, το πως αντιμετωπίστηκε η κατάθεση της εμπειρίας τους, αλλά και ακόμα το πως επιβιώνει αυτό το πλάσμα που έρχεται από το παρελθόν μέσα σε μια πυκνοκατοικημένη πρωτεύουσα της Δύσης.

Οι περιπέτειες συνυπάρχουν με της διαπροσωπικές σχέσεις, οι περιγραφές παραμένουν συνέχεια ενδιαφέρουσες και στο τέλος ένα απρόσμενο τέλος έρχεται να αφήσει ελεύθερη τη φαντασίας μας να αυτοσχεδιάσει.

Ακολουθούν ενδιαφέρουσες σημειώσεις για το έργο του Δαρβίνου, της εποχής του και των ανθρώπων που τότε ζούσανε,

Μια αληθινά γοητευτική αναγνωστική περιπέτεια που θα την απολαύσουν τόσο τα παιδιά όσο και εκείνοι οι ενήλικες που θέλουν και γνωρίζουν να χαίρονται -κρυφά ή φανερά- ως παιδιά.

Η μετάφραση του Αντώνη Καλοκύρη χαρίζει αναγνωστική ροή στο κείμενο.


15.6.21

Ο Αιμίλιος Σολωμού στο fractal.gr

 

 


«Το Νησί με τις λέξεις που αγαπάνε» είναι ένα αλληγορικό παραμύθι που απευθύνεται τόσο σε παιδιά όσο και μεγάλους που θέλουν να επαναμαγευτούν και να ανακαλύψουν ξανά την αισιοδοξία και τη χαμένη τους παιδικότητα.  Η αίσθηση της μελαγχολικής νοσταλγίας είναι διάχυτη στο βιβλίο για μια παρελθούσα εποχή κατά την οποία οι άνθρωποι ήταν ευτυχισμένοι. Ο συγγραφέας εύστοχα και έμμεσα παραπέμπει στο λογοτεχνικό αρχέτυπο της έκπτωσης από τον παράδεισο που επιβιώνει στο συλλογικό ασυνείδητο και την επιθυμία για επιστροφή σε μια πρότερη χρυσή εποχή, κάτι που αποτελεί βαθιά ανθρώπινη υπαρξιακή ανάγκη.

 

Ο Μάνος Κοντολέων ουσιαστικά περιγράφει την εποχή μας, όταν αναφέρεται στο νησί, σε μια κοινωνία όπου οι άνθρωποι «μήτε θυμούνταν μήτε ονειρευόντουσαν», μπάζωναν τα ποτάμια, έκτιζαν πρόσθετα δωμάτια, γιατί τα παλιά σπίτια δεν τους χωρούσαν, «σκέφτονταν το τώρα και αδιαφορούσαν για το αύριο», κι επιπρόσθετα έπασχαν από «αμνησία», αφού ξέχασαν τις παλιές ιστορίες και τις λέξεις που αγαπάνε, εξοβελίζοντας τη φαντασία από τη ζωή τους. Το νησί κυβερνούν ο ηγεμόνας και η αρχόντισσα σε ένα σύστημα απόλυτης μοναρχίας. Όλα αυτά φωτογραφίζουν την εποχή μας. Όλα εκτός από την απόλυτη μοναρχία θα μπορούσε να αντιτείνει κανείς. Όμως, η πραγματικότητα είναι πως η κατ’ επίφασιν δημοκρατία στις δυτικές κοινωνίες ελέγχεται από μια δράκα ανθρώπων-οικογενειών. Πρόκειται για ολιγαρχία, πολιτική και οικονομική, δύο μορφές εξουσίας που στην ουσία συμπλέουν˙ είναι το ίδιο και το αυτό. Ο λαός βρίσκεται σε απόσταση από αυτή την ελίτ και πολύ μακριά από τα κέντρα αποφάσεων. Η θέλησή του ελάχιστα λαμβάνεται υπόψιν. Πόσο απέχει, λοιπόν, αυτή η κατ’ επίφασιν δημοκρατία, στην ουσία της ολιγαρχία, από την απόλυτη μοναρχία;

 

Ο Μάνος Κοντολέων αφήνει, ωστόσο, το παράθυρο ανοικτό για να έρθουν καλύτερες μέρες. Στο αισιόδοξο αυτό παραμύθι (ή εν προόδω μυθιστορηματική σύνθεση) η ελπίδα παραμένει ζωντανή. Οι ηγεμόνες, μέσα στην πεφωτισμένη σοφία των γηρατειών τους, θα ζητήσουν από τους υπηκόους τους να γράψουν ιστορίες με λέξεις που αγαπάνε. Αυτός που θα γράψει την καλύτερη ιστορία, θα χριστεί διάδοχός τους, μια και το βασιλικό ζευγάρι είναι άκληρο.

 

Κοντά τους φτάνουν έξι φάκελοι. Και στις έξι ιστορίες κεντρική θέση κατέχει ο έρωτας, η αγάπη. Αυτή η αγάπη θα ξεπεράσει κάθε δυσκολία. Είναι αυτή που θα φέρει κοντά τους ανθρώπους, αυτή που θα τους ωθήσει να φυτέψουν δέντρα-παιδιά και λουλούδια για να συνεχίσουν να ελπίζουν, και να νικήσουν το σκοτάδι, αυτή που θα παρακινήσει τους νέους να ερωτευτούν, έναν πατέρα να τολμήσει το ακατόρθωτο για το παιδί του, μια γυναίκα με κόκκινα μαλλιά και κόκκινο φόρεμα να νικήσει έναν τυραννικό άρχοντα. Ο ηγεμόνας θα δυσκολευτεί να διαλέξει τον διάδοχό του. Και εν τέλει, θα αποφασίσει να παραχωρήσει την εξουσία σε όλους. «Ο ηγεμόνας δε θα είμαι εγώ… Ένας μόνο-όχι πια! Όλοι εσείς!… Οι άλλοι!… Όλοι μαζί… Όλοι σας! Οι Εκλεκτοί-εκείνοι που γράφουν Ιστορίες Αγάπης! Που τις πιστεύουν και τις ζούνε», θα αναφωνήσει μέσα στη συναισθηματική ευφορία του στο τέλος του βιβλίου. Τώρα πια δεν θα είναι ένας Πεφωτισμένος Δεσπότης, καθώς θα παραδώσει τα ηνία της εξουσίας. Η επιστροφή στον χαμένο παράδεισο παίρνει σάρκα και οστά.

 

Έτσι, στο νησί θα εγκαθιδρυθεί η άμεση δημοκρατία και η λαϊκή κυριαρχία. Όμως, «Το Νησί με τις λέξεις που αγαπάνε» είναι κάτι πολύ περισσότερο από ένα πολιτικό μάθημα περί δημοκρατίας. Ο Μάνος Κοντολέων επαναφέρει στο επίκεντρο της καθημερινής ζωής τη φαντασία, τη δημιουργία, την αφήγηση, την ίδια τη λογοτεχνία ως στοιχεία απαραίτητα για την εύρυθμη λειτουργία μιας κοινωνίας. Έχει την πεποίθηση πως το σημερινό αδιέξοδο που βιώνουμε στις κοινωνίες μας θα μπορούσε να ξεπεραστεί, τουλάχιστον σε κάποιο βαθμό, αν η φαντασία, η καλλιτεχνική δημιουργία και η λογοτεχνία κατείχαν σημαντικότερη θέση στη ζωή μας. Επιπρόσθετα, δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα σ’ ένα βασικό συνεκτικό στοιχείο των ανθρώπινων σχέσεων, την αγάπη. Και αυτή η αγάπη αναβρύζει σε κάθε φράση του βιβλίου. «[…] το ξέρεις πως σε αγαπώ», θα πει η αρχόντισσα στον ηγεμόνα. «Αλλά ποτέ πια δε μου το λες», θα απαντήσει εκείνος. Όπως οι υπήκοοί τους, έτσι και οι ηγεμόνες είχαν ξεχάσει τις λέξεις που αγαπάνε. «Το Νησί με τις λέξεις που αγαπάνε» είναι ένα κατεξοχήν βιβλίο για την αγάπη, γραμμένο με ευαισθησία, τρυφερότητα και αφηγηματική μαεστρία.

 

 

Ο Μάνος Κοντολέων συνομιλεί με πολλά φιλοσοφικά και λογοτεχνικά κείμενα και παραθέτει ως προμετωπίδες στις έξι εγκιβωτισμένες ιστορίες στίχους από σπουδαίους ποιητές, Έλληνες και ξένους. Ο συγγραφέας έντεχνα παραπέμπει στον αναγεννησιακό ουμανισμό, στη Δημοκρατία των Γραμμάτων, των Εγκυκλοπαιδιστών του 18ου αιώνα, στην εποχή του Διαφωτισμού, της Πεφωτισμένης Δεσποτείας και στην Πολιτεία του Πλάτωνα.

 

«Το Νησί με τις λέξεις που αγαπάνε» είναι ένα βιβλίο επαναστατικό στις ιδέες του, πολυεπίπεδο, βαθιά ανθρώπινο και τρυφερό, σε άψογο λογοτεχνικό στιλ και υπέροχα φροντισμένη γλώσσα (κυριαρχεί ο λυρικός και ποιητικός λόγος), κάτι που η πλειοψηφία των σημερινών συγγραφέων τείνουν να παραμελούν (ίσως γιατί αδυνατούν να ανταποκριθούν). Από το 1969 που πρωτοεμφανίστηκε στα ελληνικά γράμματα, και το 1979, όταν εξέδωσε το πρώτο του βιβλίο, πάνω από μισό αιώνα πια, ο Μάνος Κοντολέων εξακολουθεί να γράφει με μια ευαισθησία σπάνια, με την αγνότητα ενός παιδιού και τον ρομαντισμό ενός εφήβου. Όπως δηλώνει ο ίδιος: «Όταν είμαι -ή θέλω να είμαι- αισιόδοξος, τότε γράφω για παιδιά. Όταν ονειρεύομαι  μια επανάσταση, τότε γράφω για τους εφήβους. Όταν φοβάμαι, τότε είναι που γράφω για τους ενήλικες».

 

Η εικονογράφηση της Κατερίνας Βερούτσου δένει αρμονικά με το κείμενο, το δε εξώφυλλο είναι εξαιρετικό και υπέροχο.

 

 https://www.fractalart.gr/to-nisi-me-tis-lexeis-poy-agapane/

 

 * Ο Αιμίλιος Σολωμού είναι Συγγραφέας

 

 

14.6.21

ΠΑΝΤΑ ΘΑ ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΝΑΣ “ΑΛΛΟΣ” ΠΟΥ ΣΤΑ ΜΑΤΙΑ ΜΑΣ ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΕΧΘΡΟΣ

 

ΠΑΝΤΑ ΘΑ ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΝΑΣ “ΑΛΛΟΣ” ΠΟΥ ΣΤΑ ΜΑΤΙΑ ΜΑΣ ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΕΧΘΡΟΣ

 


Συνέντευξη στην Πελιώ Παπαδιά/ 14 Ιουνίου, 2021

 

Ο Μάνος Κοντολέων είναι ένας από τους σπουδαιότερους σύγχρονους Έλληνες λογοτέχνες, που έχει καταπιαστεί με όλα τα είδη του πεζού λόγου: μυθιστόρημα, νουβέλα, διήγημα, παραμύθι, θέατρο και δοκίμιο. Η συμβολή του στην παιδική, εφηβική και crossover λογοτεχνία είναι σπουδαία. Και ασταμάτητη. Τον συναντήσαμε και συζητήσαμε με αφορμή το νέο του βιβλίο Η Μάσκα του Καπιτάνο, που μόλις κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Πατάκη.

 

 

Καλησπέρα κ. Κοντολέων. Καταρχάς, ένα ευχαριστώ, γιατί μεγάλωσα με πολλά από τα βιβλία σας. Η ιστορία της «Ποντικούπολης» που ίσως μου διαμόρφωσε και πολιτική συνείδηση και «Ο Χιονάνθρωπος που δεν ήθελε να λιώσει» είναι από τα πρώτα που θυμάμαι στα χέρια μου. Αργότερα ήρθε ο «Φωκίων», τότε που ακόμα ήταν ελάφι, κι έπειτα τα εφηβικά σας, που ξεκίνησα να διαβάζω στην προεφηβεία. Ας πούμε, «Το 33» και κυρίως «Το ταξίδι που σκοτώνει» έχουν χαραχτεί στην αναγνωστική μνήμη μου, εδώ και 30 χρόνια! Μετά, σας ακολούθησα σε μυθιστορήματα crossover ή ενηλίκων και την τελευταία δωδεκαετία, σας συνάντησα εκ νέου στα παιδικά και εφηβικά σας κείμενα, ως μαμά παιδιών και πλέον εφήβων. Αλήθεια, πώς τα έφερε η ζωή και γίνατε συγγραφέας; Πόσα βιβλία έχετε γράψει μέχρι σήμερα και ποιο είναι το πιο αγαπημένο σας;

Είναι ιδιαίτερα συγκινητικό το να ακούει κανείς πως με τα βιβλία του έχει συντροφεύσει ένα μεγάλο μέρος της ζωής κάποιου άλλου ανθρώπου. Τουλάχιστον για μένα αυτή η συντροφιά ήταν ένα από τα ζητούμενα όταν ξεκινούσα τη συγγραφική μου καριέρα. Ίσως γιατί κι εγώ ο ίδιος, ως αναγνώστης, μια παρόμοια συντροφιά θέλω να μου χαρίζουν οι συγγραφείς που διαβάζω.

Τώρα πώς τα έφερε η ζωή και έγινα συγγραφέας… Μπορεί να έχω πολλές φορές αφηγηθεί ότι το πρώτο μου κείμενο το έγραψα κάπου στα 14 μου, όταν έχασα το αγαπημένο μου γατάκι και πως όταν στη συνέχεια το είδα δημοσιευμένο, αισθάνθηκα αυτό που μόλις πιο πάνω είπα δηλαδή πως μοιραζόμουν σκέψεις και συναισθήματα με πολλούς άλλους. Αυτή είναι η ιστορία που στάθηκε η αφορμή να ξεκινήσω να γράφω, μα ποτέ δεν έχω ξεδιαλύνει αν πίσω της υπήρχε και κάτι άλλο… Κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί πως γνωρίζει τον τρόπο με τον οποίο απέκτησε το ταλέντο του. Μόνο να υποθέσει ποια στιγμή παρουσιάστηκε. Σε κάθε περίπτωση, όλα αυτά τα χρόνια έχω δει να εκδίδονται κοντά 90 τίτλοι με το όνομά μου, από τους οποίους σαφώς κάποιους και ξεχωρίζω, αλλά δεν θα πω ποτέ, ποτέ δε θα φανερώσω, ποιοι είναι αυτοί. Ό,τι κι αν έγραψα, το αναγνωρίζω ως τέκνο μου.

 

«Η Μάσκα του Καπιτάνο», το τελευταίο σας βιβλίο, είναι μια ιστορία μυστηρίου που απευθύνεται σε εφήβους, μα διαβάζεται ευχάριστα και από ενήλικους. Εγώ θα ρωτώ και εσείς θα αποκαλύπτετε τόσο όσο… Μη φανερώσουμε τα πάντα στους αναγνώστες. Διαβάζοντας το βιβλίο, φαντάστηκα τη δράση είτε άχωρη, σε κάποιο κοντινό και ολίγον δυστοπικό μέλλον, είτε κάπου στην αχανή επαρχιακή Αμερική, όπως την έχουμε γνωρίσει μέσα από χολιγουντιανές ταινίες. Δεν ξέρω πού και πότε τοποθετήσατε εσείς τα γεγονότα, όμως θέλω να ρωτήσω γιατί επιλέξατε ένα περιβάλλον ανοίκειο στο ελληνικό κοινό και να μην προσδιορίσετε χρονικά τη δράση.

Ο κεντρικός μου ήρωας ζει μέσα σε ένα αφιλόξενο για τον ίδιο περιβάλλον, κάπου όπου δεν αναγνωρίζει τίποτε ως δικό του, μήτε καν τον ίδιο τον εαυτό του. Και έτσι θέλησα να περιγράψω με έναν παρόμοιο τρόπο και τον μυθιστορηματικό χώρο. Όταν ο ήρωας θα καταφέρει να βρει τα δικά του πατήματα, τότε κι ο αφιλόξενος χώρος θα μετατραπεί σε κάτι οικείο. Κι αν σκέφτηκα αυτόν τον «μη τόπο» να τον περιγράψω με έντονα στοιχεία του αμερικάνικου νότου, ήταν γιατί οι νέες γενιές διαμορφώνουν μια κουλτούρα που πολλά δανείζεται και από την κυρίαρχη μορφή αφήγησης της εποχής μας που, είναι ο κινηματογράφος και μάλιστα ο αμερικάνικος κινηματογράφος.

 

Πάμε στον Φιλ, στον δεκατετράχρονο πρωταγωνιστή σας. Τι μπορείτε να μας πείτε για αυτόν και για την παράξενη οικογένειά του;

Θα χρησιμοποιήσω για να σας απαντήσω ένα απόσπασμα από την παρουσίαση του βιβλίου, της καθηγήτριας του ΑΠΘ Μένης Κανατσούλη. Πρόκειται, λοιπόν, για την ιστορία ενός εφήβου, του Φιλ, που οι αδιάφοροι γονείς του τον στέλνουν να ζήσει με τον παππού. Στο νέο περιβάλλον, ο Φιλ, που είναι ανασφαλής, χωρίς αυτοπεποίθηση και κεκεδίζει, γίνεται εύκολα θύμα μιας παρέας «σκληρών» συνομήλικων αγοριών. Ο τρόπος για να αντιδράσει απέναντι στο μπούλινγκ που υφίσταται είναι να αρχίσει να μεταβάλλεται σιγά σιγά σε Καπιτάνο, να αποκτά δηλαδή το μασκοφορεμένο πρόσωπο του σκληρού τιμωρού που αποδίδει, άτεγκτος, δικαιοσύνη. Θα του αρέσει, όμως, αυτός ο ρόλος ή, τελικά, θα τον αποποιηθεί;

 

Συνεχίζω με τη Λάουρα. Ποια είναι; Πώς καταφέρνει να συνδεθεί με τον Φιλ, παρά τη διαφορά της ηλικίας, του φύλου και των βιωμάτων τους; Κι έπειτα, γιατί μιλάει με στίχους; Ομολογώ πως τη ζήλεψα για τη μνήμη της και για την ικανότητά της να τους εντάσσει στους διαλόγους της…

Και πάλι θα καταφύγω σε μια δημοσιευμένη κριτική, της καθηγήτριας του ΕΚΠΑ Τζίνας Καλογήρου. Η Λάουρα είναι ταυτόχρονα η persona του συγγραφέα και ο φορέας του συγγραφικού λόγου. Είναι μια οδηγητική μορφή για τον νεαρό ήρωα, που θα τον στηρίξει με πολλούς τρόπους στην πορεία του προς την ενηλικίωση και την αυτοπραγμάτωση. Ο χώρος που την περιβάλλει περιγράφεται εκτενώς, λίγο πριν η ίδια η ηρωίδα κάνει την εμφάνισή της. Είναι ένας τόπος τερπνός και ειδυλλιακός, γαλήνιος και ζεν, περίκλειστος και ασφαλής, απόλυτα περιγεγραμμένος και άφθονος. Περικλείει όλα τα αρχετυπικά στοιχεία γη, αέρα, νερό, φωτιά και συνομιλεί ευεργετικά με όλες τις αισθήσεις . Ένας χώρος που φιλοξενεί την παρουσία της γυναίκας που φέρει τον λόγο της ποίησης και της ομορφιάς και που θα είναι ο χώρος μέσα στον οποίο ο φοβισμένος έφηβος θα μετατραπεί σε ενσυνείδητο άντρα.

 

Κι ο Καπιτάνο; Ποιος είναι; Ένας ήρωας ενός παλιού, ξεχασμένου, ίσως και αδιάφορου κόμικ; Ένας μασκοφόρος εκδικητής παλαιάς κοπής; Ή πολλά παραπάνω;

Ο Καπιτάνο είναι ένας άτεγκτος δικαστής που προστατεύει μεν τους αδικημένους, αλλά δρα και στο πλαίσιο της εκδίκησης. Αυτό σημειώνει στη δική του κριτική ο πανεπιστημιακός δάσκαλος Γιάννης Παπαδάτος και συνεχίζει… Ένα πρόσωπο που αφηγηματικά ζει ανάμεσα στη φαντασία και στην πραγματικότητα. Με μια βέργα στο χέρι, άλλες φορές δρα μόνος του ή κι άλλες για λογαριασμό του Φιλ, που από άπραγος και φοβισμένος γίνεται τιμωρός. Άλλες φορές συνομιλούν οι δυο τους. Κι ο Φιλ αναρωτιέται αν είναι ο ίδιος ο Καπιτάνο κι αν πρέπει να εκδικηθεί και να θητεύσει στο μίσος. Παίρνει τη μάσκα του Καπιτάνο σαν μια «μετάγγιση». Κι ανάμεσα στο όνειρο ή στην πραγματικότητα, ο Φιλ είναι σαν να κάνει ασκήσεις μιας ενήλικης ζωής, πειράματα που θα τον βοηθήσουν να επιλέξει τη δική του συμπεριφορά.

 

Εκδίκηση. Λέξη κλειδί στο βιβλίο. Είναι επιτρεπτή στη δική σας κοσμοθεωρία; Δικαιολογείται το θύμα αν «χτυπήσει» τον θύτη, γιατί έχει αδικηθεί;

Κάθε περίπτωση και μοναδική. Αιτιολόγηση της κάθε μιας πάντα υπάρχει. Σπάνια, όμως, δικαιολόγηση.

 

 

Ο Φιλ πριν και μετά τον Καπιτάνο… Ένας σχεδόν άλλος άνθρωπος. Θέλατε να περάσετε κάποιο μήνυμα στον αναγνώστη ή απλώς σας παρέσυρε η γραφή σας και οι υπερδυνάμεις ενός παραγνωρισμένου ήρωα;

Είμαι και ονειροπόλος και συγγραφέας. Και πολλές φορές ως έφηβος ονειρευόμουν πως ζούσα ως κάποια άλλη προσωπικότητα. Ως άλλος. Ενήλικος πλέον και συγγραφέας αυτό μόνιμα κάνω πρώτα ζω και μετά καταγράφω τη ζωή κάποιου άλλου. Αν δεν είσαι συγγραφέας, για να μεταφερθείς στην προσωπικότητα ενός τρίτου μεταξύ των άλλων χρειάζεσαι και μια μάσκα. Μια μάσκα σε μετατρέπει σε κάποιον άλλον. Κάποτε μου άρεσε να φοράω μάσκες… Έπαιζα με τις ψευδαισθήσεις μου και παράλληλα αισθανόμουν πως οι μάσκες με προφύλασσαν από τον ίδιο μου τον εαυτό. Μπορεί απλώς εμένα να με κάλυπταν, αλλά παράλληλα οι άλλοι διαφορετικά με αντιμετώπιζαν. Αυτά όλα κάποτε… Ως έφηβος. Έως ότου συνειδητοποίησα πως το να καλύπτεις το εγώ σου είναι κάτι παρόμοιο με το να το καταδικάζεις σε διαρκή φυλάκιση σε ανήλιο κελί. Γιατί τελικά, ενώ πιστεύεις πως θα υποδυθείς για λίγο μια άλλη προσωπικότητα, στην ουσία χάνεις τη δική σου. Αυτός ο αυτοεγκλεισμός σκέφτηκα πως ήταν μια όμορφη ιδέα που πάνω της άξιζε να στήσω ένα μυθιστόρημα.

 

Ο φόβος, για να ξεπεραστεί, χρειάζεται ήρωες με υπερδυνάμεις ή λίγη μαγεία; Επιστημονική φαντασία ή μαγικός ρεαλισμός;

Ο καθένας ξεπερνά ή πιο σωστά προσπαθεί να ξεπερνάει τους φόβους του με τον δικό του τρόπο. Προσωπικά, και χωρίς να κρίνω τις επιλογές των άλλων, δεν δέχομαι τη βοήθεια υπερδυνάμεων ή της όποιας μαγείας. Στη ζωή χρειάζεται λογική και αυτογνωσία. Αλλά στη λογοτεχνία μπορείς να χρησιμοποιήσεις υπερρεαλιστικά ή και μαγικά ή και φανταστικά στοιχεία για να τονίσεις και να τονώσεις την αυτογνωσία. Όλα τα βέλη στη φαρέτρα της συγγραφής. Και κάθε φορά επιλέγω κάποιο.

 

Στο βιβλίο θίγετε το θέμα της ανδρικής ταυτότητας, πηγής δυστυχίας για πολλά αρσενικά, η οποία τα τελευταία χρόνια παρουσιάζεται συχνά ρευστή. Τι σημαίνει για εσάς «αγόρι» και τι «άντρας»;

Ο άνδρας ως κοινωνικό φύλο διαμορφώνεται κυρίως από τις γυναίκες. Θεωρώ πως η γυναίκα ως φύλο βιολογικό (το θήλυ, δηλαδή) έχει μια αυτονομία, μια και μπορεί να τεκνοποιήσει. Σε αντίθεση με το αρσενικό που η Φύση, μετά τη γονιμοποίηση, δεν το χρειάζεται. Το γυναικείο φύλο αντιδρά στην καταπίεση της κοινωνικής του οντότητας από τους άνδρες και με έναν βαθύ, θα έλεγα υπαρξιακό, τρόπο τους διαμορφώνει. Μα δεν τους εξομαλύνει τα βίαια χαρακτηριστικά. Θα περίμενε κανείς από τις μανάδες να καλλιεργούν στα αρσενικά παιδιά τους μια ταυτότητα που θα θεωρούσε τον εαυτό της ισότιμο με την γυναικεία. Κι όμως στην πλειονότητα των περιπτώσεων αυτό δε γίνεται. Κάποιοι όλη αυτή την κατάσταση την έχουν ονομάσει «πάλη των φύλων». Ως άνδρας γιος, σύντροφος, πατέρας, φίλος, πολίτης δεν την αποδέχομαι. Θέλω τη γυναίκα να την έχω ισότιμα δίπλα μου.

 

 

Ένα σοβαρό ζήτημα που αναδεικνύετε στη Μάσκα είναι αυτό της κακοποίησης, του μπούλινγκ, ψυχικού και σωματικού. Ο δημόσιος διάλογος περί αυτού έχει ανοίξει εδώ και χρόνια. Τα βιβλία που το θίγουν, είτε άμεσα είτε έμμεσα, χιλιάδες. Στη χώρα μας, έχουν τρέξει εκατοντάδες εκπαιδευτικά προγράμματα για τον σχολικό εκφοβισμό. Όμως, η βία συνεχίζει να είναι πανταχού παρούσα. Ίσως πιο κεκαλυμμένη. Αλλά παρούσα. Γιατί; Είναι η ροπή της ανθρώπινης φύσης;

Πάντα το παιδί φοβάται το κάθε τι νέο, ακόμα κι όταν αναζητά να το κατανοήσει. Όταν ένα παιδί μεγαλώνει μέσα σε μια κοινωνία που επίσης φοβάται το κάθε τι νέο μήπως και την αμφισβητήσει, τότε είναι φυσικό το παιδί αυτό να εξασκεί μπούλινγκ. Αλλά και να υφίσταται. Θύτης και θύμα. Στη φύση του ανθρώπου; Θα έλεγα ναι αν δω τον άνθρωπο ως ένα είδος θηλαστικού και μόνο. Αλλά εδώ και αιώνες έχουμε πάψει να είμαστε μόνο θηλαστικά. Έχουμε γίνει και κοινωνικά όντα με συνείδηση. Μα είναι μια συνείδηση που δεν θέλουμε να απλώσουμε σε όλες τις περιπτώσεις. Τελικά, πάντα θα υπάρχει ένας «άλλος» που στα μάτια μας θα είναι εχθρός. Η σωστή παιδεία βοηθά. Μα δεν έχει με σωστό τρόπο προσφερθεί. Και τα περισσότερα από τα βιβλία που λέτε, έτσι επιφανειακά αντιμετωπίζουν το θέμα.

 

Είναι πολλά ακόμα που θέλω να ρωτήσω, μα δεν μας φτάνει ο χώρος… Οπότε θα κλείσω με μια απορία που συχνά μου γεννιέται διαβάζοντας και στην οποία δεν έχω βρει ακόμα απάντηση. Το ταξίδι μας προς την ενηλικίωση τελειώνει ποτέ; Ή πάντοτε το παιδί μέσα μας βρίσκει τρόπους και ξεφεύγει από το μονοπάτι που θα «έπρεπε» να ακολουθεί; Τελικά, τι απέγινε ο Φιλ όταν μεγάλωσε;

Ποτέ δεν τελειώνει το ταξίδι… Ή, πιο σωστά, ποτέ δεν πρέπει να τελειώνει το ταξίδι προς την ενηλικίωση. Γιατί κάθε μέρα που μεγαλώνουμε κάτι νέο ανακαλύπτουμε που θα πρέπει να αφήνουμε να μας διαμορφώνει. Έως τον θάνατο συνεχώς μεγαλώνουμε και όσο μεγαλώνουμε αποκτούμε περισσότερες εμπειρίες. Τώρα, για το τι έγινε ο Φιλ όταν μεγάλωσε… Θα σας παραπέμψω στην τελευταία πρόταση του μυθιστορήματος. Εκεί που πλέον ο Φιλ και ο παππούς του θα μιλήσουν γι’ αυτό. Ο ένας δίπλα στον άλλον. Σαν άντρες.

 

Το βιβλίο Η μάσκα του Καπιτάνο κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πατάκη, με εξώφυλλο του Βασίλη Κουτσογιάννη.

 

https://www.talcmag.gr/hot/manos-kontoleon-maska/?fbclid=IwAR3g-s9LE1quLM8p6Z8UJwX8WksPkKtqpOsIf30u4KSm01qO1vQQD0Fpj4Y

Ολυμπιακοί Αγώνες Ελσίνκι 1952 – Ένας ερωτικός θρίαμβος!


 

Ελσίνκι 1952, Ολυμπιακοί Αγώνες, Κυριακή 6 Ιουνίου. Ο Τσεχοσλοβάκος Εμίλ Ζάτοπεκ κερδίζει τρία χρυσά μετάλλια στους δρόμους αντοχής. Η γυναίκα του Ντάνα Ζατοπέκοβα κέρδισε το χρυσό μετάλλιο στο ακόντιο.

 

Τα δυο μετάλλια, το χρυσό και τ΄ ασημένιο, κάπου υπήρχαν μέσα στο σπιτικό τους. Κάπου, άλλοτε εδώ κι άλλοτε εκεί. Άλλοτε στο σαλόνι, να στολίζουν την κομότα, άλλοτε βρισκόντουσαν στο τραπεζάκι της κουζίνας, να φωτίζουν τη λευκή πορσελάνη που τη θάμπωνε το αχνιστό τσάι. Μα ήταν και φορές, αρκετές φορές, που τα μετάλλια βρισκόντουσαν στην κρεβατοκάμαρα.

Σ΄ εκείνη άρεσε να τα φέρνει εκεί μέσα. Κι αυτός γελούσε. Έλεγε «Μα επιτέλους, αποφάσισε που θα τα τοποθετήσουμε!». Έτσι έλεγε, δεν είχε γκρίνια ο τόνος της φωνής του, μέσα στη ματιά του σπίθιζε η ικανοποίηση από τον τρόπο που η γυναίκα του αντιμετώπιζε τις αναμνήσεις του θριάμβου του στους τελευταίους Ολυμπιακούς Αγώνες.

Κι εκείνη τον πλησίαζε, τα χέρια της κρεμιόντουσαν από τους λεπτούς, όλο κόκαλα και νεύρα –μόνο κόκαλα και νεύρα– ώμους του και έριχνε πλάγια το κεφάλι της. «Δεν είναι εύκολο να αποφασίσει κανείς που ταιριάζει περισσότερο ο θρίαμβος. Στην επισημότητα μιας σάλας, στην καθημερινότητα μιας κουζίνας ή στο προσωπικό καταφύγιο μιας κρεβατοκάμαρας;» Η δικιά της η φωνή είχε τις αποχρώσεις ενός παιχνιδίσματος, την ίδια ώρα που έκρυβε και τον προβληματισμό μιας ουσιαστικής ερώτησης.

Χρυσή αγάπη και χρυσά μετάλλια

Αυτός προσπαθούσε να σοβαρευτεί «Μήπως ξεχνάς και τον ιδιωτικό χώρο του μπάνιου;»

Τα χέρια της κατέβαιναν και ψαχούλευαν τη γραμμή της ραχοκοκαλιάς του: «Πολύ σωστή παρατήρηση!» προλάβαινε να πει προτού τα χείλια του κλείσουν ανάμεσά τους τα δικά της. Ένα παιχνίδι τοποθετήσεων. Μόνο αυτό; Όχι, δεν ήταν μόνο αυτό.

Γιατί εκείνα τα δυο μετάλλια δεν συμβολίζανε μόνο ένα διπλό θρίαμβο που πριν από λίγους μήνες έγινε. Ήταν και το σύμβολο ενός λαμπερού άντρα. Ενός άντρα που ήξερε σωστά να προσπαθεί, με πάθος να αγωνίζεται, με σχέδιο να προγραμματίζει το μέλλον. Κι αυτός ο άντρας ήταν δικός της. Εκείνη δικιά του. Μια σχέση αγάπης, πάθους ονείρων… Έπρεπε, ήθελε να είναι μια σχέση ισότιμη μέσα στις μελλοντικές προδιαγραφές της. Ισότιμη.

Το δικό του μέλλον ήταν ο αθλητισμός. Και το δικό της μέλλον ο αθλητισμός ήταν. Το κοινό τους μέλλον περνούσε, ίσως μέσα από τους στίβους, αλλά κατέληγε –άρχιζε και τέλειωνε– στο σπίτι τους. Και τα στέρεα σπιτικά, είναι σαν τα αγωνίσματα. Απαιτούν καθημερινή προπόνηση, πίστη στο στόχο, ισοβαρή κατανομή, πίστη στις δυνάμεις, ζητάνε το πάθος και θέλουνε να λιάζονται στις αχτίνες του έρωτα.

Τα δυο εκείνα μετάλλια δεν ήταν μόνο η υπενθύμιση ενός διπλού θριάμβου. Ήταν, ναι ήταν ξεκάθαρα η υπόμνηση πως όλα καλά ξεκινήσανε, αλλά ακόμα καλύτερα έπρεπε –μα και μπορούσανε, άξιζε– να πάνε. «Πάντως να μην προβληματίζεσαι!» της έλεγε εκείνος, «Θα σου φέρω κι άλλα!» Ήταν σίγουρη πως θα της έφερνε κι άλλα. Αλλά αυτό δεν ήταν η πιο σωστή, η πιο ολοκληρωμένη λύση.

Η δικιά της συνεισφορά έπρεπε κι αυτή να πάρει κάποιον παρόμοιο συμβολισμό. «Θα φέρω κι εγώ!» του δήλωνε και κλεινότανε στην αγκαλιά του, άφηνε το σώμα της να συντονιστεί με τις κινήσεις του δικού του, κινήσεις που οδηγούσαν στην πλήρη εκτόνωση της ένωσης. Μια ανταλλαγή πάθους, μια ανταλλαγή δυνάμεων. Εκείνη δανειζότανε την τεχνική του πείσματός του, την επεξεργαζότανε, την έκανε συστατικό του δικού της σώματος, του την επέστρεφε φορτωμένη με τη γυναικεία ευαισθησία της. «Θα φέρω κι εγώ!»

 

Η μυρωδιά του κόσμου

Πίσω από τις κουρτίνες φαινότανε η σκιά μιας πανέμορφης και ερωτικής πολιτείας. Πίσω από τα τζάμια η μυρωδιά του κόσμου. Μέσα στο σπίτι τους οι ανάσες τους. Τα σώματά τους, τα όνειρα, οι ελπίδες τους. Το δικό τους κοινό μέλλον. «Θα φέρεις!… Αν και ό,τι έκανα, ό,τι κάνω σου ανήκει… Τα οφείλω σ΄ εσένα… Στον έρωτά μας… Στην αγάπη μας!». Πόσο υπέροχα ήταν να αφήνουν τα μέλη τους να αναπαύονται, γυμνά και σοφά απροστάτευτα, πάνω στα λευκά σεντόνια που γευόντουσαν τον ιδρώτα τους, ενώ πίσω από τα τζάμια χτυπούσε η καρδιά ενός κόσμου που γινότανε δικός τους!

Αλλά ο κόσμος αποτελείται από ανθρώπους. Πλάσματα πάει να πει που έχουν όλες τις μικρότητες των ερπετών, την ίδια ώρα που διαθέτουν όλη τη μεγαλοπρέπεια αγγελικών στοχασμών. Αυτά τα πλάσματα ήταν που ερχόντουσαν μέσα στο σπίτι κι άλλα δηλώνανε την απροκάλυπτη ζήλια τους: «Θα μείνεις μόνη!», «Οι νικητές ποτέ δεν μένουν με την ίδια γυναίκα!», «Αλλά καταστρέφεις τη δικιά σου καριέρα, για να του συμπαραστέκεσαι!» Κι άλλα στεκόντουσαν και τους καμάρωναν: «Το πιο χρυσό μετάλλιο ανήκει στην αγάπη σας!»

Μα αυτοί οι δυο είχανε πάψει να ακούνε τις φωνές των ερπετών, μα και των αγγέλων. Κοιτούσε ο ένας τον άλλο μέσα στα μάτια και οι ώρες των προπονήσεων γινόντουσαν διπλές. Δεν ήταν το σώμα του καθενός που ριχνότανε στον δικό του αγώνα, ήταν κι η σκέψη του ενός που παρακολουθούσε την προσπάθεια του άλλου. Διπλοί χτύποι καρδιάς, διπλές ανάσες του στήθους, διπλά ρυάκια ιδρώτα να κυλάνε στις λακουβίτσες του λαιμού.

«Θα σου φέρω κι άλλα! Για το κάθε δωμάτιο του σπιτιού μας!». «Θα φέρω κι εγώ! Χρυσό θάναι, το ίδιο με το χρώμα του έρωτά μας!» Της κρατούσε το χέρι. Της το άγγιζε. Της το χάιδευε, το φιλούσε, μάλαζε απαλά κάθε της δάχτυλο, πασπάτευε τους μυς του μπράτσου. «Το χέρι σου!» το προσκυνούσε και του μετάγγιζε το πάθος της πίστης του. Άπλωνε όλο της το κορμί πάνω στα πόδια του. Οι ρόγες του στήθους της πιέζανε τα εξογκώματα των γονάτων του. Η υγρή ανάσα της κρατούσε δυνατά τα δάχτυλα του και τα μαλλιά της γινόντουσαν πετσέτα να κρατά ζεστούς τους μηρούς και τα πέλματα. Οι μέρες προσφέρανε τη δύναμη στα σώματα. Οι νύχτες είχαν αναλάβει να κρατούν άσβεστη τη φλόγα των ψυχών.

Μετά από λίγα χρόνια, τους περίμενε η προσδοκούμενη συνάντηση στην σοβαρή πολιτεία του Βορρά. Μια συνάντηση όχι με τη μοίρα, αλλά με το προδιαγεγραμμένο μέλλον τους. Η πόλη δεν είχε το πάθος της δικιάς τους πολιτείας. Ανέλαβαν αυτοί να την μετατρέψουν σε πόλη του ερωτικού θριάμβου. Και να την κάνουν την πόλη όπου η αγάπη συναντά το αθλητικό πνεύμα.

Τα δικά του τα χρυσά ήταν τρία. Το δικό της ένα.

«Νομίζω πως πρέπει να βρούμε ένα σπίτι με περισσότερα δωμάτια!» της είπε κι ακούμπησε την άκρη της γλώσσας του, στον τρυφερό λοβό του αυτιού της. Εκείνη ανατρίχιασε. «Εγώ λέω να τα φυλάξουμε όλα κάτω από τα μαξιλάρια μας… Χρυσάφι εκεί που αναπαύεται ό,τι πιο χρυσό έχουμε…». Έτσι είπε εκείνη και κόλλησε πάνω του. Οι ανάσες τους γίνανε μικρά σταγονίδια και πότισαν τα παρτέρια της σοβαρής πολιτείας. Και τη μετάλλαξαν σε κοιτίδα της αγάπης δυο ανθρώπων. Της κοινής τους δύναμης.

https://slpress.gr/politismos/olympiakoi-agones-elsinki-1952-enas-erotikos-thriamvos/

13/6/2021