8.10.26

Ηλικιακός ρατσισμός και έρωτας

Πολύ συχνά η κοινωνία αποκαλύπτει τις βαθύτερες προκαταλήψεις της όχι μέσα από μεγάλα γεγονότα αλλά μέσα από καθημερινές δυσκαμψίες. Μια τέτοια δυσκαμψία -αμηχανία, πιο σωστά- εμφανίζεται και όταν το γήρας συναντά τον έρωτα. Κι αυτό όχι σε τυχόν έντονες εκφράσεις σεξουαλικότητας, χωρίς κάτι που ίσως θα σκανδάλιζε. Αλλά σε μικρές εικόνες: δύο ηλικιωμένοι που κάθονται διασχίζουν το δρόμο πιασμένοι από το χέρι* ένα βλέμμα που αν και το θαμπώνει ο καταρράχτης, εκείνο επιμένει να θέλει να έχει μια ερωτική αναλαμπή* ένα χαμόγελο σε χείλη που αναζητούν τον παλμό ενός φιλιού. Τότε -σε κάποιες περιπτώσεις σαν κι αυτές- οι ματιές των άλλων ξαφνιάζονται, δείχνουν απαξίωση, κάποιοι μειδιούν συγκαταβατικά, άλλοι σχολιάζουν χαμηλόφωνα. Είναι που ένας άγραφος κανόνας παραβιάστηκε. Ας το παραδεχτούμε -ως κοινωνία δεν έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε τον έρωτα να ανθίζει σε πρόσωπα ρυτιδιασμένα, σε σώματα κυρτά. Όπως και άλλες προηγούμενες εποχές, έτσι και η δική μας -και σε μεγαλύτερο, μάλιστα, βαθμό- λατρεύει οτιδήποτε σφριγηλό, συνδέει τον έρωτα με τη νεότητα και μόνο. Το σώμα που γερνά θεωρείται ότι αποσύρεται από τη σφαίρα της επιθυμίας, όπως αποσύρεται από την αγορά εργασίας ή από την ένταση της δημόσιας ζωής. Σαν να υπάρχει μια ηλικία πέρα από την οποία τα προστάγματα του έρωτα οφείλουν να σιωπούν. Κι όμως, η σάρκα δεν είναι υποχρεωμένη να γνωρίζει ημερολόγια. Ο ηλικιακός ρατσισμός εκδηλώνεται με ιδιαίτερη ένταση στο σημείο όπου η τρίτη ηλικία συναντά τον έρωτα. Είναι ένας ρατσισμός που σπάνια διακηρύσσεται· λειτουργεί υπόγεια, μέσα από υπαινιγμούς, χιούμορ… Συχνά και μέσα από τη χλεύη Τις περισσότερες φορές δεν εκφράζεται φανερά. Κανείς δεν θα πει στον ηλικιωμένο τη φράση: «δεν επιτρέπεται να αγαπάς». Υπάρχουν άλλοι τρόποι η άποψη αυτή να εκφρασθεί: «Μα σε αυτή την ηλικία;», «Δεν θα είναι γελοίο;», «Σκέψου τα παιδιά σου», «Μην εκτίθεσαι στους άλλους». Η κοινωνία ανέχεται τον ηλικιωμένο ως σοφό, ως παππού ή γιαγιά, ως θεματοφύλακα μνήμης, ακόμη και ως ασθενή που χρήζει φροντίδας. Δυσκολεύεται όμως να τον αποδεχτεί ως ερωτικό υποκείμενο. Ο έρωτας, μέσα στο συλλογικό φαντασιακό, παραμένει προνόμιο των νέων. Η στάση αυτή δεν είναι τυχαία. Ο πολιτισμός μας έχει οικοδομηθεί πάνω σε αντιθετικά σύμβολα: νεότητα και ομορφιά από τη μία, γήρας και φθορά από την άλλη. Η νεότητα προβάλλεται ως υπόσχεση και μέλλον, το γήρας ως απολογισμός και αποχώρηση. Κι έτσι η σεξουαλικότητα συνδέεται με την γονιμότητα, δεν γίνεται να ενδιαφέρει όσους έχουν πλέον περάσει στο στάδιο της επερχόμενης φθοράς. Κάτι τέτοιο διαταράσσει τον όποιας μορφής καταμερισμό. Γι’ αυτό και προκαλεί -το λιγότερο- αμηχανία. Στην ουσία ενοχλεί γιατί αμφισβητεί μια τάξη πραγμάτων. Αυτή η ενόχληση εκδηλώνεται κοινωνικά με διάφορους τρόπους άλλοτε ευγενικούς κι άλλοτε χλευαστικούς ή και βάναυσους. Μπορεί να είναι ένα πείραγμα που κρύβει ειρωνεία· μπορεί να είναι η συγκαλυμμένη ανησυχία των παιδιών μπροστά σε μια νέα σχέση του χηρεύσαντος γονιού· μπορεί να είναι η σιωπηρή αποδοκιμασία των γειτόνων. Συχνά, πίσω από την επίφαση της «προστασίας» κρύβεται η επιθυμία να παραμείνουν οι ρόλοι αμετάβλητοι: ο πατέρας ως πατέρας, η μητέρα ως μητέρα, ποτέ ξανά ως εραστής ή ερωμένη. Αλλά η σεξουαλικότητα συχνά δρα και ως ανατροπή. Μια σχέση σεξουαλικότητας σε άτομα μιας προχωρημένης ηλικία μπορεί να εκληφθεί ως συναισθηματική ή ακόμη και οικονομική απειλή. Το ζήτημα της κληρονομιάς, της διαχείρισης της περιουσίας, εισβάλλουν εκεί όπου θα έπρεπε να υπάρχει απλώς κατανόηση της ανάγκης για συντροφικότητα. Γιατί βέβαια κανείς δεν θέλει να δει κάτω από ένα άλλο πρίσμα την σεξουαλικότητα της τρίτης ηλικίας. Μα υπάρχει και μια άλλου είδους προσέγγιση του ηλικιακού ρατσισμού. Είναι η περίπτωση που αυτός θα ταυτιστεί με τον σεξισμό. Και θα δημιουργήσει μια διπλή κλίμακα μέτρων. Ένας ηλικιωμένος άνδρας που συνδέεται με νεότερη γυναίκα μπορεί να προκαλέσει ειρωνεία, αλλά συχνά αντιμετωπίζεται και με συγκαλυμμένο θαυμασμό. Αντίθετα, μια ηλικιωμένη γυναίκα που εκφράζει ερωτική επιθυμία κινδυνεύει να στιγματιστεί ως «ανάρμοστη», «γελοία» ή «ανεπίτρεπτη». Η κοινωνία δείχνει μεγαλύτερη ανοχή στην ανδρική επιθυμία και μεγαλύτερη αυστηρότητα στη γυναικεία, ιδίως όταν το σώμα έχει απομακρυνθεί από τα πρότυπα νεανικής ομορφιάς. Όμως ο πιο βαθύς μηχανισμός αποκλεισμού του ηλικιωμένου από την σεξουαλικότητά του δεν είναι εξωτερικός· είναι εσωτερικός. Κατά τη διάρκεια της ζωής του, ένας άνθρωπος ακούει τόσες φορές για «τα σαλιαρίσματα των γέρων!» ώσπου στο τέλος θα το πιστέψει και ο ίδιος όταν πλέον θα έχει γεράσει. Ο έρωτας μετατρέπεται σε κάτι που πρέπει να κρυφτεί. Η επιθυμία σε κάτι που πρέπει να σιωπήσει. Η πάθος σε μια ιδιωτική ντροπή. Έτσι γεννιέται η πιο σκληρή μορφή ηλικιακού ρατσισμού: εκείνη που οδηγεί τον με σεξουαλικές παρορμήσεις ηλικιωμένο να θεωρεί τον εαυτό του εκτός κανονικότητας. Όχι ως άνθρωπο που συνεχίζει να επιθυμεί, αλλά ως κάποιον που παρεκκλίνει από το «φυσιολογικό». Η κοινωνία δεν χρειάζεται πλέον να απαγορεύσει τίποτε. Η απαγόρευση έχει εσωτερικευθεί. Κι όμως, τίποτε δεν είναι πιο φυσικό από τη συνέχεια της επιθυμίας. Η ανάγκη για άγγιγμα, για εγγύτητα, για σωματική και συναισθηματική επαφή και εκτόνωση δεν εξαφανίζεται με τα χρόνια. Μεταμορφώνεται. Κι έτσι μπορεί να απαλλαγεί από την αγωνία της επίδειξης, από τον θόρυβο της επιβεβαίωσης. Πιο ουσιαστική, πιο εσωτερική. Πλέον λυτρωτική. Ο έρωτας στην τρίτη ηλικία συχνά είναι παρηγορητικός. Εκφράζει την ανάγκη επαφής και με το σώμα του άλλου, μα και με το δικό σου. Όταν έχεις αναγνωρίσει την απώλεια που πλησιάζει μπορείς περισσότερο ουσιαστικά να εκτιμήσεις την παρουσία. Κι όμως, ακόμη και αυτή η παρουσία αποσιωπάται. Στα μέσα ενημέρωσης οι ηλικιωμένοι εμφανίζονται ως φορείς μνήμης, ως ασθενείς ή ως παππούδες/ γιαγιάδες που φροντίζουν εγγόνια. Σπανίως εμφανίζονται ως εραστές. Αυτή η μη ορατότητα λειτουργεί σαν σιωπηρή επιβεβαίωση ότι η επιθυμία τους δεν θεωρείται άξια απεικόνισης. Σε ορισμένες δομές φροντίδας ηλικιωμένων, η σεξουαλικότητα αντιμετωπίζεται ως πρόβλημα προς διαχείριση. Η ιδιωτικότητα περιορίζεται, οι σχέσεις αποθαρρύνονται, η τρυφερότητα θεωρείται ενοχλητική. Σαν να πρόκειται για μια ανάγκη που πρέπει να τεθεί σε καραντίνα. Και όμως, μέσα σε αυτό το κλίμα, κάθε εκδήλωση έρωτα στην τρίτη ηλικία αποκτά μια απροσδόκητη διάσταση: γίνεται πράξη αντίστασης. Είναι αντίσταση στη μοναξιά, αλλά και αντίσταση στον κοινωνικό ρόλο της σιωπηλής αποχώρησης. Είναι αντίσταση στην ιδέα ότι η ζωή έχει ήδη ολοκληρωθεί. Είναι μια μικρή, καθημερινή επανάσταση απέναντι στην πολιτισμική λατρεία της νεότητας. Κάθε ηλικιωμένο σώμα που υποστηρίζει τη σεξουαλικότητά του αντιστέκεται στην περιθωριοποίηση του. Κάθε ηλικιωμένο χέρι που αναζητά ένα άλλο χέρι αντιστέκεται στη σιωπή. Κάθε ηλικιωμένο βλέμμα που φωτίζεται από επιθυμία αντιστέκεται στην ιδέα ότι η ζωή έχει ήδη παραδώσει τα όπλα. Ο έρωτας στην τρίτη ηλικία δεν είναι απλώς μια προσωπική εμπειρία· είναι μια μορφή ελευθερίας. Μια άρνηση να περιοριστεί η ύπαρξη σε ρόλους παθητικότητας. Μια διεκδίκηση του δικαιώματος στη χαρά της ζωής, ακόμη και — ή ιδίως — όταν το σώμα φέρει τα σημάδια του χρόνου. Ίσως αυτό είναι που μας ταράζει περισσότερο: ότι η επιθυμία δεν υπακούει στο ημερολόγιο. Και σε μια εποχή, μάλιστα, όπως η δική μας, όπου παρατείνεται η νεότητα αλλά συχνά απαξιώνεται η εμπειρία, ο έρωτας των ηλικιωμένων μοιάζει να θέτει ένα αθόρυβο ερώτημα: αρκεί να ζούμε περισσότερο ή μήπως αξίζει να συνεχίζουμε να αισθανόμαστε; Και αν ο έρωτας, ακόμη και στο λυκόφως της ζωής, εξακολουθεί να ανάβει μια μικρή φλόγα, τότε κάτι τέτοιο δεν είναι πρόβλημα. Προβληματική είναι η αμηχανία απέναντι στη διάρκεια της επιθυμίας. Ίσως, τελικά, εκείνο που δύσκολα γίνεται αποδεχτό δεν είναι ο έρωτας των ηλικιωμένων, αλλά η αδιάψευστη μαρτυρία του ότι η ζωή — όσο παραμένει ζωή — συνεχίζει να διεκδικεί χαρά. Και ότι η χαρά αυτή, όταν περνά μέσα από το σώμα, την επιθυμία και τη σεξουαλικότητα, δεν είναι παρεκτροπή. Είναι δικαίωμα. Athens Voice 8-14 Οκτ. 2026 (1210 λέξεις)

No comments: