27.10.26

"Ο μυστηριώδης ένοικος και άλλες ιστορίες"

Η γοτθική λογοτεχνία είναι ένα είδος αφήγησης που δημιουργεί αγωνία και φόβο, φέρνοντας τους ήρωες των έργων που την υπηρετούν αντιμέτωπους με το μυστήριο, το υπερφυσικό ή με σκοτεινές όψεις της ανθρώπινης ψυχής. Συχνά χρησιμοποιεί παλιά κτίρια και κρυμμένα μυστικά, όμως το ουσιαστικό της γνώρισμα είναι πως μετατρέπει το γνώριμο σε απειλητικό. Η γοτθική παράδοση Η γοτθική λογοτεχνία δεν υπήρξε ποτέ μόνο μια σειρά από φαντάσματα και ερειπωμένα κτίρια. Πίσω από τις αυτές τις λίγο πολύ γνώριμες εικόνες, βρισκόταν η υποψία πως ο κόσμος δεν είναι τόσο σταθερός όσο θέλουμε να πιστεύουμε· πως ένα κλειστό δωμάτιο, μια κληρονομιά, ακόμη και μια σχέση αγάπης μπορεί να κρύβουν κάτι απειλητικό. Γι’ αυτό και συνεχίζει να γράφεται. Οι πύργοι μπορεί να έγιναν διαμερίσματα, οι παλιοί οικογενειακοί όρκοι να έδωσαν τη θέση τους σε σημερινές μορφές ενοχής και καταπίεσης, ο φόβος όμως εξακολουθεί να γεννιέται τη στιγμή που το οικείο παύει να μας καθησυχάζει. Ο Λε Φανού ξέρει πως ένας θόρυβος από το διπλανό δωμάτιο μπορεί να ταράξει περισσότερο από την καθαρή θέα ενός φαντάσματος. Μέσα σε αυτή την παράδοση, ο Σέρινταν Λε Φανού κατέχει μια ιδιαίτερη, θεμελιώδη θέση: συνέβαλε αποφασιστικά στη διαμόρφωση της νεότερης ιστορίας φαντασμάτων. Βέβαια, και πριν από τον από αυτόν υπήρχε ήδη μια πλούσια γοτθική λογοτεχνία. Στα τέλη του 18ου αιώνα, Το κάστρο του Οτράντο του Χόρας Ουόλπολ άνοιξε τον δρόμο σε ιστορίες με παλιούς πύργους, οικογενειακά μυστικά και γεγονότα που ανέτρεπαν την τάξη του φυσικού κόσμου. Ακολούθησαν τα μυθιστορήματα της Αν Ράντκλιφ, όπως Τα μυστήρια του Ουντόλφο, όπου ο τρόμος συνυπήρχε με την αγωνία και το μυστήριο· Ο καλόγερος του Μάθιου Λούις έδωσε στο είδος μια βιαιότερη όψη, ενώ ο Φρανκενστάιν της Μέρι Σέλεϊ το οδήγησε και προς ένα άλλο ερώτημα: τι συμβαίνει όταν ο ίδιος ο άνθρωπος δημιουργεί εκείνο που κατόπιν φοβάται; Η περίπτωση του Σέρινταν Λε Φανού Όπως συνειδητοποιούμε διαβάζοντας τη συλλογή Ο μυστηριώδης ένοικος και άλλες ιστορίες, ο Σέρινταν Λε Φανού δεν εγκατέλειψε τα υλικά των προκατόχων του. Τα έφερε, όμως, πιο κοντά στον άνθρωπο και στην καθημερινή του ζωή. Το υπερφυσικό δεν εισβάλλει πάντοτε με εντυπωσιακό τρόπο στις αφηγήσεις του. Συχνότερα εμφανίζεται σαν μια μικρή μετατόπιση των πραγμάτων, που πρώτα μας κάνει να αμφιβάλλουμε για όσα είδαμε και ύστερα για όσα γνωρίζαμε – ένα σπίτι δεν είναι πια ασφαλές, ένα πρόσωπο που εμπιστευτήκαμε αποκτά μια άγνωστη όψη, ένα γεγονός του παρελθόντος επιμένει να ζητά τη θέση του ανάμεσα στους ζωντανούς. «Το φως έπεσε πάνω του. Φορούσε ένα μακρύ, κακοραμμένο πανωφόρι, κουμπωμένο από πάνω μέχρι κάτω, που ζάρωνε και τύλιγε την αδύνατη σιλουέτα του*το καπέλο του δεν ήταν και της καλύτερης ποιότητας, με το γείσο του μάλλον φαρδύ* κάτι σαν λευκό μάλλινο κασκόλ τύλιγε το κάτω μέρος του προσώπου του κι ένα ζευγάρι πράσινα γυαλιά, που προεξείχαν σαν μάσκα προστασίας, δεμένα με δέρμα, έκρυβαν εντελώς τα μάτια του* τίποτε από τον ίδιο τον άνθρωπο δεν φαινόταν» (σελ. 75). Τα οχτώ διηγήματα της συλλογής (η ανθολόγηση και η μετάφρασή τους, καθώς και ο κατατοπιστικότατος πρόλογος υπογράφονται από τον Γιώργο Θάνο) φανερώνουν τις διαφορετικές δυνατότητες αυτής της ιδιάζουσας λογοτεχνικής εξιστόρησης. Στον «Ζωγράφο Σάλκεν», για παράδειγμα, η σκοτεινή εξέλιξη μιας ερωτικής ιστορίας αρχίζει όταν μια νεαρή γυναίκα αντιμετωπίζεται σαν περιουσιακό στοιχείο. Στις «Παράξενες διαταραχές στην οδό Όνγκερ», το σπίτι, ο κατεξοχήν χώρος προστασίας, γίνεται πηγή ανησυχίας. Ενώ στο «Παιδί που έφυγε με τις νεράιδες», η γοητεία του παραμυθιού αφήνει να φανεί η οδύνη της απώλειας. Όπως βέβαια και τα διηγήματα «Το φάντασμα της Μαντάμ Κρόουλ», «Ο μυστηριώδης ένοικος» και «Το όνειρο του μεθυσμένου» μάς οδηγούν και αυτά σε κόσμους όπου όσα είχαν αποσιωπηθεί επιστρέφουν με μια μορφή απρόσμενη. Αντίθετα, στα διηγήματα «Σπαλάτρο» και «Ο αστρολόγος Μπορρομέο», οι παλαιότερες γοτθικές συμβάσεις προβάλλουν πιο έντονα. Η συλλογή επιτρέπει έτσι να δούμε τον Λε Φανού όχι σαν έναν συγγραφέα με μία μόνο μέθοδο, αλλά σαν κάποιον που δοκιμάζει διαφορετικούς δρόμους πορείας προς το σκοτάδι. Ο Λε Φανού έχει και στο παρελθόν μεταφραστεί στα ελληνικά, αν και όχι με όλα τα πλέον χαρακτηριστικά έργα του. Αλλά η νέα αυτή εμφάνισης ενός θεμελιωτή της λογοτεχνίας του φανταστικού και του τρόμου, θέτει και το ερώτημα του κατά πόσο μπορεί να συνομιλήσει σήμερα σε έναν φανατικό αναγνώστη του είδους. Είναι γεγονός πως ορισμένα διηγήματα απαιτούν υπομονετική ανάγνωση, μιας και ο ρυθμός τους είναι βραδύτερος από εκείνον στον οποίο μας έχουν συνηθίσει πολλές σύγχρονες ιστορίες τρόμου, ενώ κάποιες προτάσεις τους φανερώνουν τα ήθη παλαιοτέρων εποχών. Όμως, μια ιδιότυπη δυναμική υπάρχει και βρίσκεται ακριβώς στον χρόνο που αφήνει στην ανησυχία να μεγαλώσει. Ο Λε Φανού ξέρει πως ένας θόρυβος από το διπλανό δωμάτιο μπορεί να ταράξει περισσότερο από την καθαρή θέα ενός φαντάσματος. Ίσως εδώ βρίσκεται και ένας λόγος που η γοτθική λογοτεχνία εξακολουθεί να έχει τόσο αφοσιωμένους αναγνώστες. Μας επιτρέπει να πλησιάσουμε μέσα από μια ιστορία τον θάνατο, την ενοχή, την απώλεια, χωρίς να μας προσφέρει την ψευδαίσθηση πως μπορούμε να τα εξηγήσουμε όλα. Ο κόσμος γύρω από τον Λε Φανού άλλαξε, όπως άλλαξαν και οι τρόποι με τους οποίους αφηγούμαστε τον φόβο. Εκείνη όμως η μισάνοιχτη πόρτα, που δεν θυμόμαστε να αφήσαμε ανοιχτή, παραμένει στη θέση της. Bookpress 1/10/2026 670 λέξεις

No comments: