14.3.10

Το λουλούδι της ερήμου


















Μια πραγματική ιστορία - ένα βιβλίο - μια ταινία

Δεν έχω διαβάσει το βιβλίο -κάτι σαν μαρτυρία άκουσα πως είναι , αλλά γραμμένο με τέτοιο τρόπο ώστε δίπλα στο συναίσθημα να κινητοποιεί και τον θυμό.
Είδα την ταινία και κατάλαβα πως μπορεί να επιτευχθεί κάτι τέτοιο.
Μια ταινία που ΄σε κάνει να αισθάνεσαι παρόμοια με ότι είχες αισθανθεί βλέποντας το Pretty Woman, ενώ παράλληλα κάποιες σκηνές της -ιδίως μια από τις τελευταίες, εκείνη που δείχνει τον ακρωτηριαμό πάνω σε βράχο της ερήμου- σε εξοργίζει.
Ταινία απλώς συμπαθητική (ίσως αυτό που θα με κάνει ως ταινία να τη θυμάμαι, να είναι η υπέροχη ερμηνεία της Sally Hawkins στο ρόλο της φιλενάδας της πρωταγωνίστριας).
Αλλά να πως -σκέφτομαι- μπορεί στις μέρες μας να ταράξει τα νερά κάτι που έχει δημιουργηθεί ως μυθιστόρημα ή κινηματογραφικό έργο.
Με μια γραφή λαϊκή να αφηγηθείς ένα συγκλονιστικό συμβάν.
Κι έτσι να αγγίξεις τους πολλούς.
Αλλά -από την άλλη σκέφτομαι- οι πολλοί είναι το ζητούμενο ή οι λίγοι; Οι πολλοί που αφού συγκινηθούν και θυμώσουν, στη συνέχεια συνεχίζουν τη ζωή τους όπως και πρώτα ή οι λίγοι που εξανίστανται και αποφασίζουν να δραστηριοποιηθούν, έστω και το τρόπο σκέψης τους κάπως να μεταβάλουν;
Κάποτε μπορεί οι δυο κατηγορίες να συνυπήρχαν -έτσι πρέπει να διαβάστηκαν τόσο οι 'Αθλιοι , όσο και ο Όλιβερ Τουίστ.
Σήμερα κάτι τέτοιο δε συμβαίνει.
Και μένει στον δημιουργό -συγγραφέα ή κινηματογραφιστή- να αποφασίσει ποιο δρόμο θα πάρει.
Και μένει στον αποδέχτη του έργου -αναγνώστη ή θεατή- να σκεφτεί με ποιο είδος Τέχνης θέλει να κοσμεί την καθημερινότητά του.











11.3.10

Ρωγμές Ονείρων

Άλκιστις Μαυροκεφάλου

"Ρωγμές Ονείρων"

Ποιήματα

Εκδόσεις Αιώρα

Όταν γύρω στο 1992 είχα ξεκινήσει την ευρύτερη συνεργασία μου με τις Εκδόσεις Πατάκη, είχα προτείνει τη δημιουργία μιας σειράς που θα περιελάμβανε κείμενα (πεζά ή ποιήματα) γραμμένα από νέους - άτομα από 15 έως 21 χρονών.
Έτσι, λοιπόν, κυκλοφόρησαν τρεις μικροί τόμοι, τρία κομψά βιβλιαράκια με ποιήματα γραμμένα όλα από νέους, πολύ νέους ανθρώπους -δυο αγόρια, ένα κορίτσι.
Θα ήθελα , με την ευκαιρία αυτή, να θυμηθώ τα ονόματά τους :
-Τάσος Βλάχος "Κι έπειτα λάθος μουσική..."
-Κίκα Κραμβουσάνου "Αποθήκη μ΄ανοιχτό παράθυρο"
-Σάββας Γερμάνης "Αγόρι"
Η σειρά Νέοι Λογοτέχνες δεν είχε επιτυχία. Το πλατύ κοινό την αγνόησε, το ίδιο και η επίσημη κριτική, με την εξαίρεση μόνο ενός δημοσιεύματος που έγραφε πως δεν είναι σωστό να δίνεται τόσο εύκολα η ευκαρία σε ένα νέο να βλέπει δημοσιευμένο ένα του έργο.
Αντίθετα, στα οπισθόφυλλα των βιβλίων αυτών, ο Στέφανος Πατάκης ως εκδότης κι εγώ ο δντης της σειράς, σημειώναμε : ...ζητούν να βρουν ένα χώρο για να εκφράσουν δημόσια τις δικές τους λογοτεχνικές ανησυχίες. Αποφασίσαμε να τους τον προσφέρουμε.
Αλλά η σιωπή που αντιμετωπίσαμε, τελικά, μας ανάγκασε να διακόψουμε την όποια συνέχεια.
Πάντα, όμως, με πολύ χαρά και αγάπη πλησιάζω κείμενα νέων, πολύ νέων -σχεδόν παιδιών, όπως θα έλεγε κι ο ποιητής.
Την Άλκιστη Μαυροκεφάλου την γνωρίζω από τότε που ήταν ένα μικρό, πολύ μικρό κορίτσι. Φίλοι αγαπητοί και ιδιαιτέρως αξιόλογοι συγγραφείς οι δυο γονείς της -η Πόλυ Βασιλάκη και Σέργιος Μαυροκέφαλος.
Ήξερα, λοιπόν, μέσα σε ποιο κλίμα παιδείας μεγάλωνε η Άλκιστις.
Μα αυτό δεν στάθηκε ικανό να μη ξαφνιαστώ -ευχάριστα!- όταν στα χέρια μου έφτασε το πρώτο της βιβλίο -μια συλλογή ποιημάτων.
Δεν είμαι ο κριτικός που ασχολείται με την ποίηση. Με τα ποιήματα έχω μια εντελώς προσωπική σχέση. Μα μπορώ να καταλαβαίνω αν είναι καλά και πόσο.
Το καταλαβαίνω, χωρίς να ξέρω να το αιτιολογήσω.
Γι αυτό τίποτε άλλο δεν έχω να πω για να περιγράψω τα συναισθήματά μου από το διάβασμα των ποιημάτων της συλλογής "Ρωγμές Ονείρων"
Απλώς προτιμώ να παραθέσω ένα ποίημα -ίσως είναι (αν και επιγράφεται Θάνατος) μια ρωγμή στο πέπλο το σκοτεινό των ημερών μας.
Ακίνητα τα χέρια, στο πάτωμα
εσύ τι κάτασπρο άγαλμα
δεν είσαι.
Κλεινεις πόρτες πίσω σου.
Άψυχο άγαλμα,
μάτια καρφωμένα στο κενό.
Δεν είσαι
ούτε στον ουρανό.
Κάποτε θα σε ξαναδώ
στον αιώνιο χορό
στην άβυσσο.
(Η Άλκιστις Μαυροκεφάλου γεννήθηκε το 1993 στην Αθήνα. Τα ποιήματα της συλλογής γράφτηκαν κατά την περίοσο 2005-2008)

9.3.10

Η μικρά νήσος









Μάρω Κερασιώτη

Η μικρά νήσος
μυθιστόρημα
Εκδόσεις Ψυχογιός

Την Μάρω Καρασιώτη την ήξερα ως μια από τις σημαντικότερες κεραμίστριές μας. Και μάλιστα κάποια από τα έργα της πολύ συχνά τα έβλεπα -είναι οι συνθέσεις της που διακοσμούνε τον σταθμό ΗΣΑΠ στο Μαρούσι.
Τη γνώρισα προσωπικά ότα πριν από κάποιο καιρό έγινα μέλος μιας ομάδας ανάγνωσης
που κι εκείνη ανήκε.
Έτσι γνώρισα πέρα από την εικαστικό και τον άνθρωπο.
Η Μάρω Κερασιώτη εκπέμπει μια ζεστασιά και μια ανεξαρτησία. Όχι μόνο αυτά -μα λες και σε κάνει να περιμένεις κάτι ακόμα από αυτή.
Και πράγματι πρέπει κανείς να ξέρει πως κάτι πάντα νέο θα του φέρνει η Μάρω.
Στην περίπτωση που μας ενδιαφέρει -τη συγγραφική της οντότητα.
Όχι, δεν είναι πρωτόβγαλτη στο λογοτεχνικό συνάφι.
Τρεις ποιητικές συλλογές και ένα μυθιστόρημα είχε κυκλοφορήσει μέσα στα χρόνια του '80. Και μετά... Σιώπησε συγγραφικά.
Για να επανέλθει πριν από δυο χρόνια με ένα νέο μυθιστόρημα και τώρα με ένα ακόμα.
Ασυνήθιστη πορεία -πρέπει να το ομολογήσουμε.
Αλλά έτσι είναι η Μάρω Κερασιώτη -ασυνήθιστος άνθρωπος.
Πάντα έχει ενδιαφέρον να γνωρίζεις το συγγραφέα του βιβλίου που διάβασες.
Οι αναγνώστες το επιζητούν κάτι τέτοιο. Για μας τους συγγραφείς που λίγο πολλοί όλοι γνωρίζουμε όλους, είναι ίσως μια συνήθεια. Αλλά μερικές φορές η ρουτίνα σπάει...
Όπως στην περίπτωση Κερασιώτη.
Η κυρία με το πονηρό χαμόγελο και τα κάπως ατίθασα μαλλιά δεν μπορείς να φανταστείς ότι διαθέτει μια τόσο έντονη τάση εξιστόρησης των παθών της σάρκας, ούτε πως θα έχει τόσο μα τόσο πολύ διεισδύσει σε ότι μπορεί να σημαίνει η καταπίεση του να είσαι γυναίκα -η καταπίεση , αλλά και η ελευθερία.
Η πρώτη, κοινωνικής προέλευσης. Υπαρξιακής υφής, η δεύτερη.
Όχι, δεν είναι ερωτικό βιβλίο η Μικρά Νήσος. Κι όμως ο έρωτας πρωταγωνιστεί είτε με την παρουσία του, είτε με την απουσία του.
Όχι, δεν είναι βιβλίο που στηρίζει την ύπαρξή του σε ένα τόπο -κι όμως το φανταστικό νησί συνέχεια κραυγάζει την ιδιαιτερότητά του.
Μήπως είναι μυθιστόρημα που φωτίζει τις κρυφές πτυχές των ψυχών; Ναι, αλλά όχι μόνο.
Αναφέρεται στους δεσμούς που συνδέουν τα μέλη οικογενειών , μα και σε ότι τα χωρίζουν; Ναι, αλλά δεν θα το χαρακτήριζα και οικoγενειακή saga.
Τί είναι, λοιπόν, η Μικρά Νήσος;
Είναι ένας τρόπος να δει κανείς πως το εικαστικό στοιχείο μπορεί να πάρει πάνω του τη δημιουργία ενός λογοτεχνικού έργου.
Η Μάρω Κερασιώτη γνωρίζει τις ομιλίες των σχημάτων και των χρωμάτων.
Και με την πείρα και τη σοφία του δόκιμου μάστορα, αποφάσισε να καταθέσει αυτές τις ομιλίες, με αυτές τις λεκτικές ενσαρκώσεις σχημάτων και χρωμάτων να προτείνει μια μυθιστορηματική σύνθεση.
Καθόλου αφηρημένο βιβλίο -υπόθεση σφιχτή, χαρακτήρες έντονοι, ακόμα πιο έντονα πάθη.
Αλλά τελικά και καθώς έφτανα στην τελευταία του σελίδα αισθάνθηκα πως μόλις είχα περάσει από εκείνο εκεί το σταθμό του ΗΣΑΠ, στο Μαρούσι.
Αντί να με έχει μαγέψει ότι είχε ψηθεί πάνω στον πηλό, με μάγεψε τώρα ότι είχε τυπωθεί πάνω στο χαρτί.



















6.3.10

Συνάντηση 4η


Gustav Klimt "The kiss"

Eνα πλατύ, δροσερό χαμόγελο έτρεχε πάνω στο γυμνό κορμί σου,
σαν ένα κλωνάρι πασχαλιάς, πρωί, την άνοιξη,
έσταζες όλη από ηδονή, οι ερωτικές κραυγές μας
τινάζονταν μέσα στον ουρανό σα μεγάλα γιοφύρια
απ' όπου θα περνούσαν οι αιώνες - α, για να γεννηθείς εσύ,
κι εγώ για να σε συναντήσω
γι' αυτό έγινε ο κόσμος.


Τάσος Λειβαδίτης "Γυναίκα"

1.3.10

Η εβραία νύφη




Νίκος Δαββέτας
«Η εβραία νύφη»
μυθιστόρημα
Εκδόσεις Κέδρος

Αρχές της δεκαετίας του ’80 γνώρισα τον Νίκο Δαββέτα.
Μόλις είχε εκδώσει την πρώτη του ποιητική συλλογή σε εκδοτικό οίκο που κι εγώ κάτι δικό μου είχα εμπιστευθεί, ενώ παράλληλα μας έφερε πιο κοντά τον έναν στον άλλο, ο κοινός θεσσαλονικιός φίλος, ο πεζογράφος Περικλής Σφυρίδης.
Εκείνα τα χρόνια είχα στενές σχέσεις με αρκετούς ποιητές της γενιάς του κι έτσι μαζί με τα ποιήματα των άλλων, διάβαζα ως επαρκής αναγνώστης της ποίησης και τις επόμενες δικές του ποιητικές συλλογές.
Ο νέος και πολλά υποσχόμενος ποιητής των «Εραστών της Όστριας» επιβεβαίωνε το ταλέντο του με «Τη μυστική ταφή της Ελεονώρας Τίλσεν»
Αλλά στη συνέχεια οι δρόμοι μας πήραν κάπως πιο απομακρυσμένους προσανατολισμούς κι έτσι ομολογώ πως ξαφνιάστηκα όταν διαπίστωσα πως ο Νίκος Δαββέτας άφησε την ποίηση για να εισέλθει στους χώρους της πεζογραφίας.
Ως ευαίσθητος άνθρωπος πάντα θυμάται τους παλιούς του φίλους και έτσι πάντα φρόντιζε να μου στέλνει τα νέα του βιβλία.
Δεν κουράστηκα, λοιπόν, να διαπιστώσω πως ενώ πλέον είχα να κάνω με μια καθαρή πεζογραφική δύναμη, από την άλλη άκουγα πάντα (οι σελίδες με κάνανε να ακούω) όχι τόσο τους ήχους μιας ποιητικής γλώσσας, όσο τη στέρεα δομή μιας ποιητικής φόρμας.
Τα πεζά του Δαββέτα κρατάνε την αρχιτεκτονική ενός ποιήματος.
Νομίζω πως εδώ, στο τελευταίο του μυθιστόρημα, το «Η εβραία νύφη», το φαινόμενο αυτό είναι πανίσχυρο και επιβάλλει με μαεστρία την παρουσία του.
Γιατί ενώ το έργο μοιάζει να αφηγείται την ερωτική ιστορία ανάμεσα σε μια νεαρά ανορεξική με πατέρα φιλοναζιστή και σε ένα νέο άντρα με προβλήματα αποδοχής του δικού του οικογενειακού παρελθόντος, στην ουσία περιγράφει βασικές παραμέτρους εθνικών τύψεων –οι εβραίοι της Θεσσαλονίκης και το πώς όσοι από αυτούς κατάφεραν να επιστρέψουν από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης βρήκαν τις περιουσίες τους να τις νέμονται άλλοι. Κι αυτή την κατάβαση στο έρεβος της εθνικής τύψης, το κείμενο την επιτυγχάνει με μια δομή που χαρακτηρίζεται από την ελευθερία σύνθεσης ενός ποιήματος. Ο Δαββέτας αδιαφορεί (ως ένα σημείο) για την πεζογραφική συνέχιση των όσων μας πληροφορεί. Προτιμά να τονίσει τις επισημάνσεις του με άλματα χρονικά, με το να φωνάζει στο προσκήνιο πρόσωπα που πιο πριν δεν έχει φροντίσει να μας τα γνωρίσει.
Θα μπορούσε κανείς να χαρακτηρίζει το κείμενο μια πειραματική συνύπαρξη πεζογραφικής γλώσσας και ποιητικής φόρμας.
Αλλά κάθε τι που χαρακτηρίζεται ως πειραματικό θεωρείται και ως ημιτελές.
Η «Εβραία Νύφη» όμως είναι άρτιο κείμενο. Και ως μυθιστόρημα κυρίως- αλλά και ως μαρτυρία ή πιο σωστά υπενθύμιση συμβάντων ελαφρώς λησμονημένων, της πρόσφατης ιστορίας.
ΥΓ Μια ένσταση για το εξώφυλλο. Καθόλου, μα καθόλου δεν υπηρετεί ούτε το περιεχόμενο, ούτε το ύφος του μυθιστορήματος.

21.2.10

Πρώτα ως Alef και μετά ως Ελένη Γκίκα... για τη Λεβάντα της Άτκινσον

“Δεν εννοώ αυτό ακριβώς, μα το ότι το δεξί μου χέρι παίζει άλλη μουσική κι άλλη το αριστερό μου”
“Όλα γίνονται, όλα μπορούν να συμβούν... Σημασία έχει τι εσύ επιτρέπεις, σε ποιες σκέψεις αφήνεσαι, σε ποιες ορμές υποκύπτεις, ποια όνειρα παρηγορείς και... Σκηνοθεσία όλα. Όλα ζωή”.
“ΛΕΒΑΝΤΑ ΤΗΣ ΑΤΚΙΝΣΟΝ” του Μάνου Κοντολέων. Εκδ. “Πατάκη”, σελ. 296, € 15.50



“... Και καθώς είναι έτοιμος να συγκρίνει το φιλί αυτό με το πρώτο, το αλλοτινό πρώτο φιλί τους, ξαφνικά συνειδητοποιεί πως έχει επέμβει στη μνήμη και πως ό,τι τόσα χρόνια είχε κρατήσει ως- αδέξιο έστω- φιλί πάθους, δεν ήταν παρά ένα φιλί άμυνας... Ω, μα είναι σίγουρος πως και τότε έτσι είχε συμβεί- τα χείλη της κλειστά. Τη φίλησε, μα εκείνη... Σίγουρος! Σίγουρος; Όταν για χρόνια έχεις αποδεχθεί κάτι, πώς ξαφνικά να έχεις το σθένος να ομολογήσεις πως ήταν πλάνη... ΄Η μήπως δεν ήταν;”
“Το άτιμο το παρελθόν! Τόσο ιδιοτελώς διαμορφωμένο. Κι αυτός έχει αποφασίσει να του εμπιστευθεί το μέλλον!”
Το καινούργιο μυθιστόρημα του Μάνου Κοντολέων “Λεβάντα της Άτκινσον”, μια ιστορία σχέσεων που βαδίζει... ανάποδα!
Αντί να εξελίσσεται γραμμικά προς το μέλλον, γυρίζει αναπλάθοντας το παρελθόν, αφαιρεί παρανοήσεις, άλλοθι, και ξαναπιάνει το νήμα. Το παρελθόν, εξάλλου, χρόνος που αλλάζει ανάλογα με το παρόν, τη ματιά και τη στάση μας. Το παρελθόν, σε απόλυτη συνάρτηση με το εκάστοτε παρόν μας.
Κι αντί να προκύπτει από διήγημα ή από νουβέλα, ένα θεατρικό, όπως είθισται (τουλάχιστον το συνήθιζε ο Τέννεσι Ουίλλιαμς), ο συγγραφέας εδώ τολμά το ακριβώς αντίθετο! Από το θεατρικό του “Η τέταρτη εποχή” να ανασυνθέσει ένα μυθιστόρημα σχέσεων με αλήθειες και ψέματα, σιωπές κι εντάσεις.
“Εκείνος ήθελε το έργο- παιχνίδι πιο σωστά- στο οποίο το είναι και το φαίνεσθαι να το χαρακτηρίζει ένα άρωμα βιομηχανοποιημένου αποστάγματος λεβάντας, η λεβάντα της Άτκινσον.
Η Κλέα προτιμούσε να μην υπάρχουν μυρωδιές – πάντα δεσμεύει αυτή η μανία της όσφρησης να ενεργοποιεί μνήμες και συναισθήματα”.
Κεντρικά πρόσωπα, ο Μενέλαος και η Κλέα, τριάντα τόσα χρόνια παντρεμένοι. Κι ανάμεσά τους, δυο παιδιά, η Αντιγόνη και ο Δήμος, το αδιέξοδο παρόν, το χθες που αλλάζει όψη έχοντας όμως πάντοτε την ίδια μυρωδιά: Λεβάντα της Άτκινσον.
Να υπερβαίνει την φθορά ακόμα και τον Χρόνο.
Αν και όλα φαίνονται κατ' αρχάς, δυσοίωνα. Η απόφαση σχεδόν ειλημμένη. Το μόνο που μένει είναι η ανακοίνωση. Αυτό που δεν είχαν υπολογίσει, είναι η αναδρομή. Ο,τι αξίζει που έχει ρίζες βαθιές, κουβαλά σταθερές κι αφήνει σημάδια.
Ο συγγραφέας το αντιμετωπίζει ψυχαναλυτικά με ικανότητα... χειρούργου! Οι φόβοι του, οι φόβοι της. Οι ελπίδες του, οι ελπίδες της. Οι παρανοήσεις του και οι δικές της. Οι επιδιώξεις και των δύο. Ο τρίτος που είναι και δεν είναι, η αγάπη που είναι πράξη και το παιχνίδι που αποδεικνύεται σοβαρό και λυτρωτικό εντέλει. Το παρελθόν που σώζει. Όλα τα αναπλάθει, και το χαμένο στήθος εκείνου του κοριτσιού με την Λεβάντα της Άτκινσον που σήμερα πια κανείς δεν την αναζητά αλλά και δεν την πουλάει!
“Πού πας;” με ένταση ρωτάει και το δεξί του χέρι αγκιστρώνει το αριστερό δικό της. Δέκα δάχτυλα μπλεγμένα στον ιστό μιας ζωής,- έτσι αυτός τα βλέπει κι ακόμα ξεχωρίζει τις πρώτες καφετιές κηλίδες που σκιάζουν τις έξω πλευρές τους”.
Εκείνος κι εκείνη, ζευγάρι πια, δυο αλλιώτικοι αλλά κι ένα αδιαίρετο που ακρωτηριάζεται αν ξαναγίνουν δυο!
Ζωντανός οργανισμός, εξάλλου, ακόμα και το κοινό σπίτι: “Μόνο όταν αδειάσει ένα σπίτι δείχνει τα πάθη που πρώτα το φτιάξανε και μετά το στόλισαν. Όσον καιρό τα έπιπλα είναι στη θέση τους, τα φώτα κρεμασμένα, οι πίνακες διακοσμούν τους τοίχους, τα χρώματα μεταλλάσσονται ανάλογα με τις οσμές των φαγητών, και σκόνες σχέσεων τρυπώνουν στις ρωγμές των πατωμάτων' όσον καιρό όλα αυτά συντελούνται, το σπίτι ζει το σήμερα και την καθημερινότητά του, δεν αναπολεί, δεν συλλογάται, δεν αυτοελέγχεται, δεν συμβιβάζεται, δεν επαναστατεί. Υπάρχει μόνο.
Η μετακόμιση είναι η ψυχανάλυση του σπιτιού”.
Ερωτηματικά όπως “τι μας συμβαίνει; είμαι και πάλι διαθέσιμη να αφεθώ σε ό,τι αγάπησα, σε ό,τι με κούρασε, στα όσα υπήρξα...” και “Ποτέ δεν είναι αργά για όσους ζήσανε και θέλουν να ξαναζήσουν. Για όσους τώρα ξεκινούν τη ζωή;” βρίσκουν όλες τις πιθανές απαντήσεις σε ένα βιβλίο- ζωής όπου ο αφηγητής – συγγραφέας σαν σκηνοθέτης ξαναβάζει παρελθόν και παρόν, τον βασιλιά και την βασίλισσα στη σκακιέρα. Μετρώντας τετραγωνάκια, σιωπές, ανατροπές και ανάσες.
Το αποτέλεσμα ένα σύνθετο μυθιστόρημα σχέσεων που επανατοποθετείται σ' αυτό καθ' εαυτό το παιχνίδι της ύπαρξης. Που αναπτύσσεται διπλά και τριπλά: σκέψεις, κινήσεις, συναισθήματα, παρελθόντος και παρόντος χρόνου. Με δυο τεράστιους βασικούς ήρωες, σχεδόν αρχετυπικούς, την Κλέα και τον Μενέλαο, δηλαδή το... ζευγάρι. Μότο που μας προετοιμάζει, αυτό του Φίλιπ Ροθ απ' τον “Καθηγητή του πάθους”: “Νομίζεις πως η Βενετία βυθίζεται στ' αλήθεια; Δεν βλέπω να 'χει αλλάξει από την τελευταία φορά που ήμουν εδώ”. Αλλά όλο το σασπένς είναι κρυμμένο στη διαδρομή, που είναι αντίστροφη, όπως το μέλλον που αποτελεί καθρέφτη παρελθόντος. Τολμηρό συγγραφικό πείραμα που γοητευτικά πέτυχε. Ο Κοντολέων εξάλλου έχει αποδειχθεί αριστοτέχνης στις ψυχολογικές, υπαρξιακές ακροβασίες (θυμηθείτε το παιχνίδι εξουσίας στην “Ιστορία Ευνούχου”, τον καταλυτικό έρωτα στην “Ερωτική αγωγή” κι εκείνην την άγρια εσωτερική αναμέτρηση στο αριστουργηματικό “Αποφάσισα να σκοτώσω τον Ερμόλαο”).


ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ-
ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ:
Ο Μάνος Κοντολέων γεννήθηκε στην Αθήνα και σπούδασε Φυσική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Γράφει μυθιστορήματα, διηγήματα, θέατρο, μικρές ιστορίες και παραμύθια.
Παράλληλα, ασχολείται με την κριτική της λογοτεχνίας. Συνεργάτης περιοδικών, εφημερίδων, καθώς και του ραδιοφώνου και της τηλεόρασης.
Έργα του έχουν μεταφραστεί και κυκλοφορούν στη Γαλλία, στη Γερμανία και στην Ταιλάνδη.
Ανάμεσα στις πολλές διακρίσεις με τις οποίες έχει τιμηθεί είναι ένα Κρατικό Βραβείο και η υποψηφιότητά του το 2002 για το Διεθνές Βραβείο Άντερσεν.
Είναι αντιπρόεδρος του ελληνικού τμήματος της Unicef, μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων, Πρόεδρος της Επιτροπής Κρατικών Βραβείων Κύπρου, ενώ κατά διαστήματα υπήρξε και μέλος των επιτροπών Ελληνικών Κρατικών Βραβείων και του περιοδικού Διαβάζω.
Ανάμεσα στα βιβλία του και τα:
Μυθιστορήματα:
“Ένα κι ένα κάνουν όσα θες” (μαζί με την Τιτίνα Δανέλλη), Εκδόσεις Καστανιώτη, 1981
“Αφήγηση”, Εκδόσεις Καστανιώτη, 1981
“Με στοιχεία προσωπικών συνεντεύξεων”, Εκδόσεις Καστανιώτη, 1984- Εκδ. Πατάκη, 1996
“Τα Φώτα! Είπε”, Εκδ. Καστανιώτη, 1986
“Αποφάσισα να σκοτώσω τον Ερμόλαο”, Εκδ. Ρόπτρον, 1989, Εκδ. Δελφίνι, 1993, Εκδ. Πατάκη, 2002
“Ιστορία Ευνούχου”, Εκδ. Πατάκη, 2000
“Ερωτική Αγωγή”, Εκδ. Πατάκη, 2003
Διηγήματα:
“Η σιδερώστρα έκοβε την τηλεόραση στα δύο”, Εκδ. Καστανιώτη, 1982
“Ερωτικές ιστορίες μιας παιδικής ηλικίας”, Εκδ. Πατάκη, 1992
“Σχεδόν έρωτας”, Εκδ. Πατάκη, 2006
Θέατρο:
“Η τέταρτη εποχή”, Εκδ. Πατάκη, 2005

ΥΓ1: “Τα σώματα ακόμα κι όταν γερνούνε, ακόμα κι όταν τα σημαδεύει το νυστέρι, ανήκουν πάντα στον ίδιο άνθρωπο. Αν κάποτε τον αγάπησες, μπορείς να πάψεις να τον αγαπάς επειδή γέρασε και σημαδεύτηκε;
Όλα γίνονται, όλα μπορούν να συμβούν... Σημασία έχει τι εσύ επιτρέπεις, σε ποιες σκέψεις αφήνεσαι, σε ποιες ορμές υποκύπτεις, ποια όνειρα παρηγορείς και... Σκηνοθεσία όλα. Όλα ζωή”.
“... Οι άνθρωποι γερνάνε και πεθαίνουν. 'Οχι τα έργα τους μήτε και η ίδια η Φύση... Κοίτα το Κάστρο...”
(αποσπάσματα από την “Λεβάντα της Άνκινσον”)

ΥΓ2: Ο τίτλος του ποστ, συγγραφική επισήμανση στο βιβλίο, από το μυθιστόρημα της Πόλυς Μηλιώρη “Συμφωνία σε απαίτηση ελάσσονα” (εκδ. Πατάκη, 1997).

http://alefmoha.blogspot.com
Αναρτήθηκε από alef στις 6:00 μ.μ. 10/02/2010

και δημοσιεύτηκε από την Ελένη Γκίκα στο Εθνος της Κυριακής, 21/2/2010

“Η λογοτεχνία δεν δίνει πληροφορίες αλλά προσφέρει αναλύσεις”

Συνέντευξη στην εφημερίδα "Πατρίς" του Ηρακλείου Κρήτης
19/2/2010


Ο γνωστός συγγραφέας Μάνος Κοντολέων μιλά για τα 30 χρόνια παρουσίας του στα ελληνικά γράμματαΤο πολυσχιδές λογοτεχνικό έργο του έχει πολλάκις αποσπάσει διακρίσεις και επιδοκιμαστικά σχόλια τόσο από την κριτική, όσο και από το αναγνωστικό κοινό. Ο λόγος για τον πολυγραφότατο συγγραφέα Μάνο Κοντολέων, ο οποίος τη φετινή χρονιά συμπληρώνει 30 χρόνια πολύτιμης προσφοράς στην ελληνική λογοτεχνία. Με αφορμή την παρουσίαση του μυθιστορήματός του «Λεβάντα της Άτκινσον» απόψε στις 7 μ.μ. στο βιβλιοπωλείο «Αναλόγιο», μας παραχώρησε συνέντευξη στην οποία καταθέτει, μεταξύ άλλων, τις σκέψεις του για την πολυετή λογοτεχνική του διαδρομή και την ιδιαίτερη επικοινωνία που αναπτύσσει με το αναγνωστικό του κοινό όλων των ηλικιών. Ο συγγραφέας μάς αποκαλύπτει τους λόγους για τους οποίους γράφει, σχολιάζει την κοινωνική διάσταση και τη χρησιμότητα της λογοτεχνίας στη σύγχρονη εποχή, και βεβαίως, αναφέρεται στο τελευταίο μυθιστόρημά του, καθώς και στη σχέση του με το νησί μας.

Τη φετινή χρονιά συμπληρώνετε τριάντα χρόνια συνεισφοράς στα ελληνικά γράμματα. Πώς αισθάνεστε έχοντας διανύσει μια λογοτεχνικά παραγωγική ομολογουμένως διαδρομή, η οποία περιλαμβάνει περισσότερα από σαράντα έργα;

Τριάντα χρόνια -και μάλιστα όταν αυτά καλύπτουν μια περίοδο που ξεκίνησε όταν ήμουνα τριάντα χρονών και κλείνει τώρα που έχω πατήσει τα εξήντα- είναι στην ουσία μια ζωή. Και μέσα σε μια ζωή έχεις δώσει πολλά και έχεις πολλά πάρει, έχεις τελικά σχηματίσει μια ολοκληρωμένη ταυτότητα. Αυτό με χαροποιεί, με κάνει να αισθάνομαι υπερήφανος, αλλά και με τρομάζει. Γιατί θέλω να πιστεύω –μάλλον είμαι σίγουρος πως έχω πολλά ακόμα να προσφέρω και πως η ταυτότητά μου δεν μπορεί να θεωρηθεί ακόμα ολοκληρωμένη.

Εκτός από το ότι είστε από τους πλέον πολυγραφότατους Έλληνες λογοτέχνες, εκείνο που αξίζει να σημειώσουμε είναι ότι τα έργα σας απευθύνονται σε όλες τις ηλικιακές ομάδες αναγνωστών: σε παιδιά, σε νέους και σε ενήλικες. Πώς καταφέρνετε κάθε φορά να προσαρμόζετε τη γραφή σας, έτσι ώστε ο λόγος σας να φθάνει με την ίδια ευκολία στα χέρια ενός τόσο διαφοροποιημένου ηλικιακά αναγνωστικού κοινού;

Πολύ απλό εμένα μου φαίνεται και κάθε φορά που κάποιος με ρωτά, ξαφνιάζομαι. Η επικοινωνία με ένα παιδί σε τίποτε δεν μοιάζει με την προσπάθεια να φορέσεις ένα παπούτσι σε νούμερο που φορά ένας δεκάχρονος. Κρατάς την δική σου γνώση και αφού θέλεις να επικοινωνήσεις με ένα παιδί και να μοιραστείς μαζί του τόσο τη δική σου εμπειρία όσο και τη δική του, δεν έχεις παρά να σκύψεις, να φτάσεις στο ύψος του και να το ακούσεις την ίδια ώρα που κι αυτό θα ακούει εσένα. Γράφω για παιδιά ή για εφήβους, γιατί εξακολουθώ να ακούω το παιδί και τον έφηβο που κάποτε υπήρξα εγώ…

Έχετε απαντήσει στο ερώτημα για ποιον ή για ποιους λόγους γράφετε; Η συγγραφή για εσάς αποτελεί συνειδητή επιλογή ή έσωθεν επιβεβλημένη ανάγκη;

Αυτό θα έπρεπε να το απαντούσα όταν ξεκινούσα. Τώρα πια είναι αργά και δεν έχει νόημα να το ψάξω. Με αυτό έμαθα να ζω και δεν υπάρχει χρόνος να μάθω άλλον τρόπο. Αλλά φαντάζομαι πως όλα ξεκίνησαν από μια δική μου εσωτερική ανάγκη που με τα χρόνια άρχισε να αποκτά και συνειδητές ηθικές και καλλιτεχνικές συνιστώσες.

Πιστεύετε στην κοινωνική διάσταση της τέχνης; Είναι εφικτό, κατά την προσωπική σας εκτίμηση, ένας λογοτέχνης να συγγράφει ερήμην της κοινωνίας, μέσα στην οποία ζει;

Εφικτό; Αν σε κάποιους κάτι τέτοιο συμβαίνει, τότε γι’ αυτούς είναι εφικτό. Αλλά σε εμένα προσωπικά δεν νομίζω πως ισχύσει κάτι τέτοιο. Ζω μέσα σε μια κοινωνία και σε μια εποχή και αυτήν την κοινωνία και αυτήν την εποχή περιγράφω, εξυμνώ, καταγγέλλω, ανατρέπω ή υποστηρίζω με τα γραπτά μου.Βέβαια κάθε λογοτέχνης είναι μια ξεχωριστή προσωπικότητα, πράγμα που σημαίνει πως με διαφορετικό τρόπο αντιδρά στα κοινωνικά ερεθίσματα. Γι αυτό έχουμε και τόσο διαφορετικά βιβλία. Με ποιους τρόπους πιστεύετε ότι η λογοτεχνία μπορεί να απελευθερώσει τον άνθρωπο από τις παγιωμένες πεποιθήσεις του για τη ζωή και τα στερεότυπα που δεσμεύουν τη σκέψη του, προτείνοντάς του διαφορετικούς τρόπους θέασης της πραγματικότητας;Δεν είμαι και τόσο σίγουρος πως στην εποχή μας η λογοτεχνία έχει μια τέτοια δύναμη. Σήμερα ο μέσος άνθρωπος από άλλες πηγές αντλεί τα στοιχεία εκείνα που διαμορφώνουν τις πεποιθήσεις του. Ζούμε σε μια εποχή κατανάλωσης, πράγμα που σημαίνει πως ο μέσος άνθρωπος (δηλαδή ο μέσος αναγνώστης που συνάμα είναι και μέσος θεατής και τηλεθεατής και ακροατής) υποκύπτει σε τρόπους σκέψης απόλυτα συγκεκριμένους και σε συναισθήματα σε μεγάλο βαθμό προβλέψιμα. Ο σημερινός άνθρωπος είναι ο άνθρωπος της πληροφορίας. Η λογοτεχνία δεν δίνει πληροφορίες, αλλά προσφέρει αναλύσεις.

Διατηρείτε προσωπικό ιστολόγιο στο Διαδίκτυο, μέσα από το οποίο ο αναγνώστης μπορεί να αντλήσει πληροφορίες για τη ζωή και το έργο σας, ενώ παράλληλα έχει τη δυνατότητα να διατυπώσει γραπτά τα όποια σχόλια ή τις σκέψεις του. Μιλήστε μας για τη διαδικτυακή σχέση που οικοδομείται μεταξύ του σύγχρονου συγγραφέα και του αναγνωστικού του κοινού.

Ναι, έχω ένα ιστολόγιο, έχω και σελίδα στο Facebook… Δεν ξέρω όμως αν αυτά όλα υποκαθιστούν την επαφή που έχω με τους αναγνώστες μου μέσω των βιβλίων μου. Ο συγγραφέας έχει μια ιδιαίτερη σχέση με τον αναγνώστη. Μια σχέση περίεργη που τις περισσότερες φορές δεν θα γίνει ποτέ γνωστή στον ίδιο τον συγγραφέα. Αλλά που εκείνος το ξέρει πως υπάρχει… Ή τουλάχιστον ζει –θέλει να ζει – με αυτήν την βεβαιότητα.

Τις λιγοστές ημέρες διαμονής σας στο Ηράκλειο, σάς δόθηκε η ευκαιρία να επισκεφθείτε σχολεία και να συνομιλήσετε με μαθητές όλων των ηλικιών. Πόσο εύκολο είναι, κατά την άποψή σας, να ασχοληθεί ένα παιδί σήμερα με την ανάγνωση λογοτεχνικών έργων, δεδομένης της αποπροσανατολιστικής δύναμης που ασκεί επάνω του η καταιγιστική προβολή πάσης φύσεως εικόνων από τα σύγχρονα μέσα;

Ναι, είναι γεγονός πως το σημερινό παιδί υφίσταται μια έντονη πίεση από πληροφορίες που φτάνουν σε αυτό μέσω εικόνων –την τηλεόραση, τα εικονογραφημένα έντυπα, το Ίντερνετ… Αλλά, από την άλλη, η ανάγκη που κάθε άνθρωπος έχει για μια εσωτερική ενδοσκόπηση πάντα υπάρχει και πάντα η λογοτεχνία θα προσφέρεται για μια επαρκή κάλυψή της.Δεν ξέρω, όλα αυτά έχουν κυρίως να κάνουν με την παιδαγωγική και την ψυχολογία. Εγώ, ως συγγραφέας, το μόνο που έχω να κάνω είναι να προσπαθώ να γράφω όσο πιο καλά έργα μπορώ…

Ποια είναι η σχέση σας με την Κρήτη; Μιλήστε μας για εκείνα που σας κάνουν εντύπωση στο νησί μας.

Στην Κρήτη έχω έρθει πολλές φορές. Και για παρόμοιες επισκέψεις σε βιβλιοπωλεία και σχολεία, αλλά και για διακοπές. Στην Κρήτη έχω κάνει και ένα μέρος της στρατιωτικής μου θητείας. Είναι ένα νησί με πολλά πρόσωπα και πολλές ομορφιές. Με ιστορία και παρόν. Και πάνω απ΄ όλα, με πολύ, μα πολύ φιλόξενους κατοίκους. Όλα αυτά με κάνουν να την αγαπώ…

Απόψε στις 7 μ.μ. παρουσιάζετε στο βιβλιοπωλείο «Αναλόγιο» το τελευταίο μυθιστόρημά σας με τον τίτλο «Λεβάντα της Άτκινσον» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη. Στο εν λόγω έργο σας πραγματεύεστε το θέμα του «ώριμου» έρωτα, καθώς και τα αδιέξοδα ενός φαινομενικά επιτυχημένου γάμου. Πιστεύετε ότι υπάρχει τρόπος να αντισταθούμε στη φθορά που προκαλεί ο χρόνος στα σώματα και τις ψυχές μας;

Στο μυθιστόρημα αυτό είναι αλήθεια πως με απασχολεί η σχέση ενός ζευγαριού μετά από μια μακρόχρονη κοινή ζωή. Ναι, είναι μια μορφή ώριμου έρωτα, όπως το χαρακτηρίζετε, αλλά ο γάμος τους πιστεύω πως δεν ήταν φαινομενικά επιτυχημένος, αλλά αληθινά. Γι’ αυτό και αντιμετωπίζει μια κρίση. Κρίση έχουμε μόνο σε υγιείς οργανισμούς. Σε μη υγιείς έχουμε αδιαφορία και μόνο.Με απασχολεί, λοιπόν, το θέμα της φθοράς και αναζητώ τρόπους αντιμετώπισής της. Στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα νομίζω πως προτείνω κάποιους –από τη μια να αναγνωρίσουμε πως φθορά υπάρχει και από την άλλη, αυτή τη νέα φθαρμένη μορφή του άλλου να ερωτευθούμε και πάλι. Άλλωστε το ίδιο ζητάμε να κάνει κι ο σύντροφός μας για μας. Κάποιοι ίσως το πούνε κάτι τέτοιο συμβιβασμό. Αλλά κάθε ανθρώπινη σχέση έχει μέσα της στοιχεία συμβιβασμού… Και ψευδαίσθησης, αν θέλετε. Ο έρωτας μια ψευδαίσθηση δεν είναι, τάχα; Κι όμως με αυτόν δημιουργούμε, ζούμε… Κάθε ηλικία έχει δικαίωμα στον έρωτα. Κι όσο οι άνθρωποι μεγαλώνουν και πλησιάζουν προς τον θάνατο, τόσο και πιο πολύ έχουν ανάγκη τις ψευδαισθήσεις. Η ζωή είναι μια συνεχής ψευδαίσθηση. Η μόνη πραγματικότητα, ο θάνατος. Μια μοναδική πραγματικότητα που ο μόνος που μπορεί να της αντισταθεί είναι ο έρωτας. Γι’ αυτό οφείλουμε στους εαυτούς μας να διατηρούμε την ερωτική μας ζωή ενεργή. Έστω και με ψευδαισθήσεις.