21.3.10

30 χρόνια βιβλία



Λοιπόν,
Οι γονείς μου φέρανε ΔΙΑΜΑΝΤΙΑ από τη Σμύρνη
Και μου τα χάρισαν.
Εγώ μεγάλωσα στην Αθήνα μαζεύοντας στις ξεχασμένες γειτονιές της ΜΑΡΓΑΡΙΤΑΡΙΑ.
Κι έπειτα γνώρισα αυτούς που θ΄ αγαπούσα
Για όλη μου τη ζωή –και τους χαρίζω
Με τη σειρά μου ΣΜΑΡΑΓΔΙΑ

Με αυτά τα λόγια τελειώνουν τα Πολύτιμα Δώρα, πράγμα που σημαίνει πως μπορούν να διαβαστούν και ως μια ιδιότυπη αυτοβιογραφία μου.

Πρώτα απ΄ όλα θέλω να ευχαριστήσω όλους τους ανθρώπους της Βιβλιοθήκης του Ιδρύματος Αικατερίνη Λασκαρίδη για τη σημερινή διοργάνωση. Με περιβάλλουν στα πλαίσια της ευρύτερης συνεργασίας μας με αγάπη και ζεστασιά.
Με αγάπη και ζεστασιά πάντα δίπλα μου και ο εγκέφαλος της Βιβλιοθήκης, η φίλη από τα παλιά Καλή Κυπαρίσση και με την ίδια αγάπη και την ίδια ζεστασιά και με εκτίμηση που με τιμά με έχει υποδεχτεί μέσα στη δομή του Ιδρύματος που έχει στήσει, η ψυχή και η καρδιά του, η Μαριαλένα Λασκαρίδου. Τους ευχαριστώ από καρδιάς.
Να ευχαριστήσω και να συγχαρώ τον Κώστα Χριστοδούλου για τη μουσική που έγραψε ειδικά για τα Σμαράγδια μου και βέβαια τα έξι κορίτσια που τόσο αισθαντικά τα διάβασαν και τον Πάνο Κυπαρίσση που τους τα δίδαξε.
Να ευχαριστήσω ακόμα το τμήμα εκδηλώσεων των Εκδόσεων Πατάκη- ο Δικαίος Χατζηπλής πάντα πρόθυμος. Και την Έλενα Πατάκη που ονειρεύτηκε τα Πολύτιμα Παραμύθια μου να έχουν μια πολύτιμη ποιοτικά μορφή και το όνειρό της το έκανε πραγματικότητα.
Να εκφράσω τη χαρά και τη συγκίνησή μου για τα όσα κατέθεσαν οι δυο ομιλητές.
Την Αγγελική Γιαννικοπούλου που μου έχει δοθεί και στο παρελθόν η ευκαιρία να καμαρώσω και να θαυμάσω την στέρεη και ανεπηρέαστη άποψή της για θέματα της λογοτεχνίας.
Τον Γιάννη Παπαδάτο, δάσκαλο με Δ κεφαλαίο και ακούραστο μελετητή της παιδικής λογοτεχνίας και με τον οποίο μας συνδέει μια τριαντάχρονη σχεδόν φιλία και μια κοινή πορεία πάνω σε όνειρα που τα κάναμε πραγματικότητα
Και βεβαία να ευχαριστήσω όλους εσάς –πολλοί από εσάς είστε αγαπημένοι και παλιοί φίλοι, πάντα δίπλα μου σας έχω συνηθίσει.

http://www.youtube.com/watch?v=tsxKFPeFIzY

Μέσα στο 2009 συμπληρώθηκαν 30 χρόνια από τη χρονιά –το 1979 ήταν- που κυκλοφόρησαν τα 3 πρώτα μου βιβλία.
Ένα από την Εστία –«6 Παραμύθια»- και δύο από τον Καστανιώτη –«Κάποτε στην Ποντικούπολη» και «Ο Φωκίων ήταν ελάφι».
30 χρόνια είναι μια επέτειος.
Θα μπορούσα να γιόρταζα εφέτος τα 40 χρόνια συγγραφικής μου παρουσίας, αν μετρούσα από το 1969 που έκανα την πρώτη μου επίσημη –κατά κάποιον τρόπο- εμφάνιση με ένα διήγημά μου στη συλλογή νέων πεζογράφων των Εκδόσεων Κάλβος «Διήγημα 69». Αλλά και τα 50 αν μετρούσα από τότε που στο περιοδικό «Διάπλαση των Παίδων» είδα το πρώτο μου κείμενο να δημοσιεύεται.
Προτίμησα τελικά να κρατήσω σε ποιο ιδιωτικό επίπεδο αυτές τις δυο επετείους και να μείνω στα 30 χρόνια. Άλλωστε δεν είναι και λίγα κι άλλωστε αυτά στην ουσία σηματοδοτούν την παρουσία μου στο χώρο της ελληνικής λογοτεχνίας.
30 χρόνια γεμάτα από βιβλία, μα και ανθρώπους.
Γιατί, πιστέψτε με, πίσω από κάθε βιβλίο κρύβονται κάποιοι άνθρωποι και μέσα σε κάθε βιβλίο κάποιοι άλλοι γεννιούνται.
Όμως δεν ήρθε ακόμα η ώρα να μιλήσω για όλους όσους με συντροφεύανε σε Γραφές και Αναγνώσεις. Ούτε για τις μεγάλες διαφοροποιήσεις του ήθους στο χώρο του βιβλίου.
Σήμερα απλώς θέλω να μοιραστώ μαζί σας κάποιες ας πούμε σημειώσεις μιας τριακονταετίας. Ονόματα ανθρώπων που πολλά τους οφείλω και που δίχως αυτούς –ο καθένας ξεχωριστά και όλοι τους μαζί- ακόμα και κι αν είχα εδώ φτάσει δεν είχα φτάσει ούτε με τον ίδιο τρόπο ούτε από τον ίδιο δρόμο.
Ίσως σας κουράσω, αλλά πρέπει και το θέλω… Ξέρω πως εν τέλει το εγκρίνετε.
Ξεκινώ με εκείνους που έχουν φύγει.
Τη Διδώ Σωτηρίου που στην παραλία των Βασιλικών στην Εύβοια, μου έδινε πολύτιμες συμβουλές για το πώς κανείς χειρίζεται δομή και γλώσσα.
Τον Αντώνη Καλαμάρα που μαζί μου ξεκίνησε την καριέρα του ως εικονογράφος, που μαζί χαρήκαμε την πρώτη μας επιτυχία της Ποντικούπολης και που σχεδιάζαμε να φτιάξουμε ένα δίδυμο συγγραφέα – εικονογράφου…
Τη Μάρω Λοίζου –ήταν η πρώτη φτασμένη συγγραφέας που βρέθηκε δίπλα μου και με αντιμετώπισε ως συγγραφέα, εμένα που το πρώτο μου βιβλίο δεν είχε ακόμα φύγει από τον βιβλιοδέτη του.
Τον Ι. Δ. Ιωαννίδη που μου θύμιζε καθημερινά ένα άλλο συγγραφικό ήθος και μου χάρισε ένα τόπο αναφοράς –τον Άγιο Λαυρέντιο στο Πήλιο.
Το 1979, λοιπόν, ξεκίνησαν όλα.
Αλλά πιο πριν και μέχρι τώρα, πάντα σημαντική παρουσία στη ζωή μου, η πρώτη συγγραφέας που γνώρισα και έγινε φίλη μου –η Γαλάτεια Γρηγοριάδου – Σουρέλη. Στο μυθικό διαμέρισμα της οδού Γρηγοροβίου στον Άγιο Λουκά Πατησίων συνάντησα –εγώ ένας βουβός έφηβος- ποιητές, πεζογράφους και το ρυθμό ζωής κάποιου που γράφει, γράφει, γράφει και διαβάζει, διαβάζει, διαβάζει και ζει, ζει, ζει.
Αλλά πρέπει να βρεθώ στο 1979 και από εκεί να ξεκινήσω.
Να μιλήσω πρώτα απ΄ όλους για τους δυο πρώτους μου εκδότες –σημαντικό ένας νέος συγγραφέας να βλέπει την αποδοχή του στις πράξεις ενός εκδότη.
Η κυρία Μάνια Καραϊτίδη της Εστίας μέσα στο μικρό γραφειάκι της οδού Σόλωνος –όμορφα πρωινά να θυμίζουν ευρωπαϊκό κλίμα.
Στο δικό του μικρό γραφειάκι στο βάθος του στενού μαγαζιού της Ζωοδόχου Πηγής με υποδέχτηκε ο Θανάσης Καστανιώτης.
Και από εκεί ξεκίνησε μια σχέση επαγγελματική και φιλική που σφράγισε όλη των πρώτη συγγραφική μου δεκαετία.
Τεράστια η οφειλή μου στον Θανάση, μεγάλη η τύχη μου και πρέπει να το πω από τώρα πως ακόμα πιο μεγάλη τη λογαριάζω γιατί την ίδια ποιότητα εκδότη την συνάντησα και για δεύτερη φορά… Αλλά θα φτάσουμε κι εκεί.
Αρχές του 80 και δεν ξεχνώ την ατμόσφαιρα δυο περιοδικών –Το Ρόδι με την Δροσούλα του και το Γεια Χαρά που μου χάρισε ένα πολυαγαπημένο ήρωα, τον Εέ και μια πολυαγαπημένη φιλενάδα, την Πόλυ.
Και μ’ άλλους εκδότες καλούς είχα την τύχη να συνεργαστώ μέσα στη δεκαετία του 80 – τον Θανάση Καρακατσάνη της ΑΣΕ, την Αναστασία Παπαδημητρίου της Άγκυρας (που ακόμα διατηρώ εκδοτική συνεργασία), τον Ηλία Καφάογλου και την Πένη Δαλακούρτη που χάρισαν με το Ρόπτρον τους ποιοτική έκδοση σε ένα από τα πιο προχωρημένα κείμενά μου.
Παράλληλα υπήρχε και το Διαβάζω με τον Γιώργο Γαλάντη που εμπιστευότανε τις κριτικές μου απόψεις.
Η δεκαετία του 90 όπως ήταν φυσικό μου πρόσφερε ώριμα έργα και στους τρεις τομείς που έχω ασχοληθεί -για παιδιά, για εφήβους, για ενήλικες.
Και αυτή η ανθοφορία βρήκε τον χώρο της και την προστασία της και την φροντίδα της στις Εκδόσεις Πατάκη.
Ο Στέφανος Πατάκης είναι ο άλλος εκδότης που είχα την τύχη να συνεργαστώ –και συνεργάζομαι πάντα- μαζί του και που είχα την άνεση και τη χαρά να τον βλέπω και ως συνεργάτη και ως φίλο. Ήταν αυτός που όχι μόνο με εμπιστεύθηκε και με τίμησε ως συγγραφέα αλλά και ως σύμβουλό του.
Δίπλα του στάθηκα για να μετατραπούν σιγά -σιγά οι Εκδόσεις Πατάκη σε αυτό που όλοι σήμερα γνωρίζουμε. Μικρό, ίσως, το μερίδιο που μου αναλογεί, αλλά σημαντικό για μένα κυρίως γιατί μου δόθηκε η ευκαιρία να φέρω στην Ελλάδα ένα είδος λογοτεχνίας που στην ουσία δεν υπήρχε –τη λογοτεχνία για νεαρούς ενήλικες αναγνώστες. Και χαίρομαι, ειλικρινά, καθώς βλέπω τη σειρά της νεοελληνικής λογοτεχνίας που εγώ της έβαλα τις πρώτες βάσεις, στα χέρια της Άννας Πατάκη να ολοκληρώνεται και έχει πάρει την μορφή που όλοι μας ξέρουμε και εκτιμούμε.
Μέσα σε αυτήν την δεκαετία είδα βιβλία μου να μεταφράζονται, να βραβεύονται, να τιμούμε με Κρατικό Βραβείο, να είμαι υποψήφιος του Βραβείου Άντερσεν. Να συμμετέχω σε Δ. Σ. Οργανισμών, να εκπροσωπώ τη χώρα μου σε Διεθνείς Εκθέσεις, να συνεργάζομαι με πολλές εφημερίδες και περιοδικά, με τηλεοπτικούς και ραδιοφωνικούς σταθμούς…
Η τρίτη δεκαετία –αυτή που μόλις έκλεισε- υπήρξε μια δεκαετία συγγραφικού κατασταλάγματος.
Αισθάνομαι πια ώριμος και χορτάτος. Ώριμος για να αντιμετωπίζω δύσκολα θέματα με απλούς τρόπους, χορτάτος από χαρές αναγνώρισης ώστε να μη παθιάζομαι από το κυνήγι τους.
Στον σύντομο αυτόν απολογισμό πολλούς δεν έχω αναφέρει. Δεν τους έχω ξεχάσει. Όχι, δεν ξεχνώ –δεν το επιτρέπω στον εαυτό μου. Οι αρχές μου δεν μου το επιτρέπουν.
Τελειώνω. Τελειώνω;
Όχι ακόμα. Πρέπει να μιλήσω –δυο κουβέντες να πω για τους πιο πολύτιμους από τους ανθρώπους που μου στάθηκαν, μου στέκονται, πάντα δίπλα μου.
Από φίλους –πάντα αξιώθηκα να έχω καλούς φίλους, αλλά από τους καλούς οι κάλλιστοι είναι η Πόλυ και ο Άγγελος Μηλιώρης, ο Θανάσης Τριαρίδης.
Ξέρετε πολλές φορές τα μυθιστορήματα σχεδιάζονται μέσα από κουβέντες του συγγραφέα με τους φίλους του. Η Πολύ, ο Άγγελος, ο Θανάσης το γνωρίζουν.
Το γνωρίζει και η Κώστια –πόσες φορές έχω γι αυτήν γράψει! Κρυμμένη θα την βρείτε μέσα σε πολλές ηρωίδες μου, υπαίτια υπήρξε για πολλά από όσα ζήσανε πολλοί από τους ήρωές μου.
Στη δική μου ζωή δεν μπορεί παρά να κυκλοφορεί με ένα και μόνο πρόσωπο –αυτό της Κώστιας μου.
Με ένα και μόνο πρόσωπο υπάρχουν στη ζωή μου η Άννα και ο Δομήνικος. Τους κατάκλεψα τις ζωές και πάνω τους γραπώθηκα για να γράψω έργα παιδικά και εφηβικά και ενήλικα.
Το ξέρω πως είναι αφόρητα βαρύ να έχεις σύζυγο και πατέρα ένα συγγραφέα σαν κι εμένα.
Αλλά –άραγε το κατάλαβαν;- από πολύ νωρίς δεν ήταν μόνο τα τρία μέλη της οικογένειάς μου, μα -και κυρίως- οι αισθήσεις μου με τις οποίες κατάφερνα να κατανοώ πολύπλευρα τον κόσμο.
Ομολογώ πως ανάπνευσα, έζησα μέσα από αυτούς τους τρεις ανθρώπους. Συγγραφικά εννοώ, μιας κι αυτή η διάσταση σήμερα μας ενδιαφέρει.
Αν και οι τρεις τους δεν είχαν υπάρξει στη ζωή μου, συγγραφέας και πάλι θα είχα γίνει. Αλλά άλλα θα ήταν τα βιβλία που θα είχα γράψει.
Αυτό λέγεται –νομίζω- ταυτότητα.
Η Κώστια, η Άννα, ο Δομήνικος –είναι η δική μου ταυτότητα.
Άφησα για το τέλος δυο ανθρώπους που δεν υπάρχουν πια.
Τον πατέρα μου που καθώς άρχιζε αυτή η τριακονταετία εκείνος έφευγε. Αλλά είχε προλάβει να μου εκφράσει την εμπιστοσύνη μου στα συγγραφικά μου σκιρτήματα –στο γραφείο του έπαιρνε τα πρώτα μου κειμενάκια και τα έδινε να τα δαχτυλογραφούνε, φρόντιζε να ανανεώνει τη συνδρομή μου στη Διάπλαση.
Και την μητέρα μου βέβαια. Υπαίτια για το ότι έγινα συγγραφέας –το έχω κι άλλοτε πει πως ο μαγικός ρεαλισμός που χαρακτηρίζει ένα μεγάλο μέρος του έργου μου, δικιά της κληρονομιά είναι.
Εκείνη πρόλαβε να χαρεί την πρώτη δεκαετία, να τη χαρεί και να τρομάξει από αυτή.
Η μοίρα όσων στηρίζουν και εμπνέουν ένα συγγραφέα είναι να γίνονται μοντέλα του… Πειραματόζωά του.
Λυπάμαι μαμά… Λυπάμαι Κώστια. Λυπάμαι Άννα. Λυπάμαι Δομήνικε.
Αλλά αυτός που σήμερα γιορτάζει τα τριάντα χρόνια συγγραφικής του ζωής χαίρεται που υπήρξατε στη συγγραφική ζωή του, γι αυτό και δε ζητά συγνώμη.
Και οι τελευταίες πλέον φράσεις. Αφιερωμένες σε εκείνους που χωρίς τη δικιά τους έκφραση αποδοχής αυτά τα τριάντα χρόνια δεν θα τα γιόρταζα σήμερα. Κάποιες εκατοντάδες χιλιάδες είναι. Οι αναγνώστες μου. Το δικό τους αίμα είναι που κυκλοφορεί στις φλέβες του κάθε συγγραφέα.
Τους ευχαριστώ.
Σας ευχαριστώ.


18.3.10

Ας το σκεφτούμε...

Οι Λέσχες Ανάγνωσης είναι ένας θεσμός που ιδιαίτερα ανθεί στις μέρες μας και ειλικρινά αυτό ιδιαίτερα με χαροποιεί.
Είναι σημαντικό οι άνθρωποι να συναντιούνται και να κουβεντιάζουν για βιβλία.
Συχνά Λέσχες Ανάγνωσης με την ευκαιρία ενός βιβλίου μου με έχουν φωνάξει για να συμμετάσχω στις κουβέντες τους.

Αλλά πέρα από αυτήν την εμπειρία, έχω και δυο ακόμα, περισσότερο δε σημαντικές.
Είμαι μέλος σε μια Λέσχη εδώ και τρία χρόνια, ενώ εδώ και ένα χρόνο είμαι υπεύθυνος για δυο άλλες .
Η πρώτη αποτελείται από άτομα που τα περισσότερα έχουν κάποια σχέση επαγγελματική με το βιβλίο, με τις Τέχνες γενικότερα και σε κάθε περίπτωση είναι ιδιαιτέρως πεπειραμένοι (και γι αυτό εκλεπτυσμένοι) αναγνώστες. Μετά από τόσα χρόνια που συναντιόμαστε δυο φορές το μήνα, οι σχέσεις μεταξύ μας έχουν πάρει πια τη μορφή φιλικών σχέσεων και οι συναντήσεις μας πέρα από τα βιβλία αγγίζουν και θέματα γενικότερα, μα και πιο προσωπικά.

Στις άλλες δυο, οι συναντήσεις γίνονται μια φορά το μήνα και όσοι αποτελούν τις δυο ομάδες είναι άτομα που δεν γνωριζόντουσαν από πριν μεταξύ τους ούτε κάποια σχέση ιδιαιτέρως ειδική είχαν με τη λογοτεχνία. Ήταν και είναι άνθρωποι που θα λέγαμε πως αποτελούν τον μέσο έλληνα αναγνώστη, αυτόν που αναζητά από το λογοτεχνικό έργο που θα κρατήσει στο χέρι του μια συντροφιά από τη μια και από την άλλη μια πιο ευαίσθητη ματιά για ότι μπορεί και ο ίδιος να διαισθάνεται ή και να υποψιάζεται.
Ενδιαφέρουσες και πάντα πολύ ζεστές οι συναντήσεις και στις τρεις Λέσχες.
Και σε πολλά συμπεράσματα μπορεί να φτάσει κανείς όταν ανελλιπώς παρακολουθεί τα όσα συζητιόνται.Ένα από αυτά είναι και το ότι τελικά θα διαπιστώσει μια αναντιστοιχία ανάμεσα στις απόψεις των μελών των Λεσχών για έλληνες συγγραφείς του τώρα και στις προτιμήσεις των δημοσιογραφικών – κριτικών κύκλων για τους ίδιους συγγραφείς.
Οι γνωστοί και προβεβλημένοι συγγραφείς (πιο σωστά τα έργα τους) δεν χαίρουν και τόσο της εκτίμησης των μελών. Καταλογίζουν στους δημιουργούς τους εσωστρέφεια, αδιαφορία για το τι ο μέσος σύγχρονος άνθρωπος μπορεί να βιώνει, αφηγηματική ρηχότητα.


Βέβαια αυτοί οι μέσοι αναγνώστες δεν γνωρίζουν και πολλούς άλλους συγγραφείς, πέραν των όσων προβάλλονται από τα ΜΜΕ. Μα αν τους δοθεί η ευκαιρία να γνωρίσουν το έργο κάποιου από αυτούς, συχνά δηλώνουν την έκπληξή τους γιατί τα έντυπα από τα οποία ζητούν ενημέρωση δεν τους είχαν κάνει γνωστή την παρουσία και αυτών των λογοτεχνών.
Με τη στάση αυτή τα ΜΜΕ, πιστεύω πως αποδυναμώνουν τις προσπάθειες να εδραιωθεί και στον τόπο μας μια σωστή και πλατιά αναγνωστική συμπεριφορά.
Από τη μια υπάρχουν έντυπα που προβάλλουν συγγραφείς της λεγόμενης (καλώς ή κακώς) ροζ λογοτεχνίας και από την άλλη άλλα έντυπα που ασχολούνται με εκείνους που κάποιοι έχουν προαποφασίσει πως αποτελούν το μόνο αξιόλογο δυναμικό της ποιητικής πεζογραφίας μας
Και μέσα σε αυτά τα δυο ρεύματα, ο μέσος, ο υγιής αναγνώστης χάνει προσανατολισμούς και αισθάνεται χαμένος.
Στο σημείο αυτό μπορεί να έχουν ουσιαστικό ρόλο να παίξουν τα διάφορα βιβλιοφιλικά blogs;
Ας το σκεφτούμε.

14.3.10

Το λουλούδι της ερήμου


















Μια πραγματική ιστορία - ένα βιβλίο - μια ταινία

Δεν έχω διαβάσει το βιβλίο -κάτι σαν μαρτυρία άκουσα πως είναι , αλλά γραμμένο με τέτοιο τρόπο ώστε δίπλα στο συναίσθημα να κινητοποιεί και τον θυμό.
Είδα την ταινία και κατάλαβα πως μπορεί να επιτευχθεί κάτι τέτοιο.
Μια ταινία που ΄σε κάνει να αισθάνεσαι παρόμοια με ότι είχες αισθανθεί βλέποντας το Pretty Woman, ενώ παράλληλα κάποιες σκηνές της -ιδίως μια από τις τελευταίες, εκείνη που δείχνει τον ακρωτηριαμό πάνω σε βράχο της ερήμου- σε εξοργίζει.
Ταινία απλώς συμπαθητική (ίσως αυτό που θα με κάνει ως ταινία να τη θυμάμαι, να είναι η υπέροχη ερμηνεία της Sally Hawkins στο ρόλο της φιλενάδας της πρωταγωνίστριας).
Αλλά να πως -σκέφτομαι- μπορεί στις μέρες μας να ταράξει τα νερά κάτι που έχει δημιουργηθεί ως μυθιστόρημα ή κινηματογραφικό έργο.
Με μια γραφή λαϊκή να αφηγηθείς ένα συγκλονιστικό συμβάν.
Κι έτσι να αγγίξεις τους πολλούς.
Αλλά -από την άλλη σκέφτομαι- οι πολλοί είναι το ζητούμενο ή οι λίγοι; Οι πολλοί που αφού συγκινηθούν και θυμώσουν, στη συνέχεια συνεχίζουν τη ζωή τους όπως και πρώτα ή οι λίγοι που εξανίστανται και αποφασίζουν να δραστηριοποιηθούν, έστω και το τρόπο σκέψης τους κάπως να μεταβάλουν;
Κάποτε μπορεί οι δυο κατηγορίες να συνυπήρχαν -έτσι πρέπει να διαβάστηκαν τόσο οι 'Αθλιοι , όσο και ο Όλιβερ Τουίστ.
Σήμερα κάτι τέτοιο δε συμβαίνει.
Και μένει στον δημιουργό -συγγραφέα ή κινηματογραφιστή- να αποφασίσει ποιο δρόμο θα πάρει.
Και μένει στον αποδέχτη του έργου -αναγνώστη ή θεατή- να σκεφτεί με ποιο είδος Τέχνης θέλει να κοσμεί την καθημερινότητά του.











11.3.10

Ρωγμές Ονείρων

Άλκιστις Μαυροκεφάλου

"Ρωγμές Ονείρων"

Ποιήματα

Εκδόσεις Αιώρα

Όταν γύρω στο 1992 είχα ξεκινήσει την ευρύτερη συνεργασία μου με τις Εκδόσεις Πατάκη, είχα προτείνει τη δημιουργία μιας σειράς που θα περιελάμβανε κείμενα (πεζά ή ποιήματα) γραμμένα από νέους - άτομα από 15 έως 21 χρονών.
Έτσι, λοιπόν, κυκλοφόρησαν τρεις μικροί τόμοι, τρία κομψά βιβλιαράκια με ποιήματα γραμμένα όλα από νέους, πολύ νέους ανθρώπους -δυο αγόρια, ένα κορίτσι.
Θα ήθελα , με την ευκαιρία αυτή, να θυμηθώ τα ονόματά τους :
-Τάσος Βλάχος "Κι έπειτα λάθος μουσική..."
-Κίκα Κραμβουσάνου "Αποθήκη μ΄ανοιχτό παράθυρο"
-Σάββας Γερμάνης "Αγόρι"
Η σειρά Νέοι Λογοτέχνες δεν είχε επιτυχία. Το πλατύ κοινό την αγνόησε, το ίδιο και η επίσημη κριτική, με την εξαίρεση μόνο ενός δημοσιεύματος που έγραφε πως δεν είναι σωστό να δίνεται τόσο εύκολα η ευκαρία σε ένα νέο να βλέπει δημοσιευμένο ένα του έργο.
Αντίθετα, στα οπισθόφυλλα των βιβλίων αυτών, ο Στέφανος Πατάκης ως εκδότης κι εγώ ο δντης της σειράς, σημειώναμε : ...ζητούν να βρουν ένα χώρο για να εκφράσουν δημόσια τις δικές τους λογοτεχνικές ανησυχίες. Αποφασίσαμε να τους τον προσφέρουμε.
Αλλά η σιωπή που αντιμετωπίσαμε, τελικά, μας ανάγκασε να διακόψουμε την όποια συνέχεια.
Πάντα, όμως, με πολύ χαρά και αγάπη πλησιάζω κείμενα νέων, πολύ νέων -σχεδόν παιδιών, όπως θα έλεγε κι ο ποιητής.
Την Άλκιστη Μαυροκεφάλου την γνωρίζω από τότε που ήταν ένα μικρό, πολύ μικρό κορίτσι. Φίλοι αγαπητοί και ιδιαιτέρως αξιόλογοι συγγραφείς οι δυο γονείς της -η Πόλυ Βασιλάκη και Σέργιος Μαυροκέφαλος.
Ήξερα, λοιπόν, μέσα σε ποιο κλίμα παιδείας μεγάλωνε η Άλκιστις.
Μα αυτό δεν στάθηκε ικανό να μη ξαφνιαστώ -ευχάριστα!- όταν στα χέρια μου έφτασε το πρώτο της βιβλίο -μια συλλογή ποιημάτων.
Δεν είμαι ο κριτικός που ασχολείται με την ποίηση. Με τα ποιήματα έχω μια εντελώς προσωπική σχέση. Μα μπορώ να καταλαβαίνω αν είναι καλά και πόσο.
Το καταλαβαίνω, χωρίς να ξέρω να το αιτιολογήσω.
Γι αυτό τίποτε άλλο δεν έχω να πω για να περιγράψω τα συναισθήματά μου από το διάβασμα των ποιημάτων της συλλογής "Ρωγμές Ονείρων"
Απλώς προτιμώ να παραθέσω ένα ποίημα -ίσως είναι (αν και επιγράφεται Θάνατος) μια ρωγμή στο πέπλο το σκοτεινό των ημερών μας.
Ακίνητα τα χέρια, στο πάτωμα
εσύ τι κάτασπρο άγαλμα
δεν είσαι.
Κλεινεις πόρτες πίσω σου.
Άψυχο άγαλμα,
μάτια καρφωμένα στο κενό.
Δεν είσαι
ούτε στον ουρανό.
Κάποτε θα σε ξαναδώ
στον αιώνιο χορό
στην άβυσσο.
(Η Άλκιστις Μαυροκεφάλου γεννήθηκε το 1993 στην Αθήνα. Τα ποιήματα της συλλογής γράφτηκαν κατά την περίοσο 2005-2008)

9.3.10

Η μικρά νήσος









Μάρω Κερασιώτη

Η μικρά νήσος
μυθιστόρημα
Εκδόσεις Ψυχογιός

Την Μάρω Καρασιώτη την ήξερα ως μια από τις σημαντικότερες κεραμίστριές μας. Και μάλιστα κάποια από τα έργα της πολύ συχνά τα έβλεπα -είναι οι συνθέσεις της που διακοσμούνε τον σταθμό ΗΣΑΠ στο Μαρούσι.
Τη γνώρισα προσωπικά ότα πριν από κάποιο καιρό έγινα μέλος μιας ομάδας ανάγνωσης
που κι εκείνη ανήκε.
Έτσι γνώρισα πέρα από την εικαστικό και τον άνθρωπο.
Η Μάρω Κερασιώτη εκπέμπει μια ζεστασιά και μια ανεξαρτησία. Όχι μόνο αυτά -μα λες και σε κάνει να περιμένεις κάτι ακόμα από αυτή.
Και πράγματι πρέπει κανείς να ξέρει πως κάτι πάντα νέο θα του φέρνει η Μάρω.
Στην περίπτωση που μας ενδιαφέρει -τη συγγραφική της οντότητα.
Όχι, δεν είναι πρωτόβγαλτη στο λογοτεχνικό συνάφι.
Τρεις ποιητικές συλλογές και ένα μυθιστόρημα είχε κυκλοφορήσει μέσα στα χρόνια του '80. Και μετά... Σιώπησε συγγραφικά.
Για να επανέλθει πριν από δυο χρόνια με ένα νέο μυθιστόρημα και τώρα με ένα ακόμα.
Ασυνήθιστη πορεία -πρέπει να το ομολογήσουμε.
Αλλά έτσι είναι η Μάρω Κερασιώτη -ασυνήθιστος άνθρωπος.
Πάντα έχει ενδιαφέρον να γνωρίζεις το συγγραφέα του βιβλίου που διάβασες.
Οι αναγνώστες το επιζητούν κάτι τέτοιο. Για μας τους συγγραφείς που λίγο πολλοί όλοι γνωρίζουμε όλους, είναι ίσως μια συνήθεια. Αλλά μερικές φορές η ρουτίνα σπάει...
Όπως στην περίπτωση Κερασιώτη.
Η κυρία με το πονηρό χαμόγελο και τα κάπως ατίθασα μαλλιά δεν μπορείς να φανταστείς ότι διαθέτει μια τόσο έντονη τάση εξιστόρησης των παθών της σάρκας, ούτε πως θα έχει τόσο μα τόσο πολύ διεισδύσει σε ότι μπορεί να σημαίνει η καταπίεση του να είσαι γυναίκα -η καταπίεση , αλλά και η ελευθερία.
Η πρώτη, κοινωνικής προέλευσης. Υπαρξιακής υφής, η δεύτερη.
Όχι, δεν είναι ερωτικό βιβλίο η Μικρά Νήσος. Κι όμως ο έρωτας πρωταγωνιστεί είτε με την παρουσία του, είτε με την απουσία του.
Όχι, δεν είναι βιβλίο που στηρίζει την ύπαρξή του σε ένα τόπο -κι όμως το φανταστικό νησί συνέχεια κραυγάζει την ιδιαιτερότητά του.
Μήπως είναι μυθιστόρημα που φωτίζει τις κρυφές πτυχές των ψυχών; Ναι, αλλά όχι μόνο.
Αναφέρεται στους δεσμούς που συνδέουν τα μέλη οικογενειών , μα και σε ότι τα χωρίζουν; Ναι, αλλά δεν θα το χαρακτήριζα και οικoγενειακή saga.
Τί είναι, λοιπόν, η Μικρά Νήσος;
Είναι ένας τρόπος να δει κανείς πως το εικαστικό στοιχείο μπορεί να πάρει πάνω του τη δημιουργία ενός λογοτεχνικού έργου.
Η Μάρω Κερασιώτη γνωρίζει τις ομιλίες των σχημάτων και των χρωμάτων.
Και με την πείρα και τη σοφία του δόκιμου μάστορα, αποφάσισε να καταθέσει αυτές τις ομιλίες, με αυτές τις λεκτικές ενσαρκώσεις σχημάτων και χρωμάτων να προτείνει μια μυθιστορηματική σύνθεση.
Καθόλου αφηρημένο βιβλίο -υπόθεση σφιχτή, χαρακτήρες έντονοι, ακόμα πιο έντονα πάθη.
Αλλά τελικά και καθώς έφτανα στην τελευταία του σελίδα αισθάνθηκα πως μόλις είχα περάσει από εκείνο εκεί το σταθμό του ΗΣΑΠ, στο Μαρούσι.
Αντί να με έχει μαγέψει ότι είχε ψηθεί πάνω στον πηλό, με μάγεψε τώρα ότι είχε τυπωθεί πάνω στο χαρτί.



















6.3.10

Συνάντηση 4η


Gustav Klimt "The kiss"

Eνα πλατύ, δροσερό χαμόγελο έτρεχε πάνω στο γυμνό κορμί σου,
σαν ένα κλωνάρι πασχαλιάς, πρωί, την άνοιξη,
έσταζες όλη από ηδονή, οι ερωτικές κραυγές μας
τινάζονταν μέσα στον ουρανό σα μεγάλα γιοφύρια
απ' όπου θα περνούσαν οι αιώνες - α, για να γεννηθείς εσύ,
κι εγώ για να σε συναντήσω
γι' αυτό έγινε ο κόσμος.


Τάσος Λειβαδίτης "Γυναίκα"

1.3.10

Η εβραία νύφη




Νίκος Δαββέτας
«Η εβραία νύφη»
μυθιστόρημα
Εκδόσεις Κέδρος

Αρχές της δεκαετίας του ’80 γνώρισα τον Νίκο Δαββέτα.
Μόλις είχε εκδώσει την πρώτη του ποιητική συλλογή σε εκδοτικό οίκο που κι εγώ κάτι δικό μου είχα εμπιστευθεί, ενώ παράλληλα μας έφερε πιο κοντά τον έναν στον άλλο, ο κοινός θεσσαλονικιός φίλος, ο πεζογράφος Περικλής Σφυρίδης.
Εκείνα τα χρόνια είχα στενές σχέσεις με αρκετούς ποιητές της γενιάς του κι έτσι μαζί με τα ποιήματα των άλλων, διάβαζα ως επαρκής αναγνώστης της ποίησης και τις επόμενες δικές του ποιητικές συλλογές.
Ο νέος και πολλά υποσχόμενος ποιητής των «Εραστών της Όστριας» επιβεβαίωνε το ταλέντο του με «Τη μυστική ταφή της Ελεονώρας Τίλσεν»
Αλλά στη συνέχεια οι δρόμοι μας πήραν κάπως πιο απομακρυσμένους προσανατολισμούς κι έτσι ομολογώ πως ξαφνιάστηκα όταν διαπίστωσα πως ο Νίκος Δαββέτας άφησε την ποίηση για να εισέλθει στους χώρους της πεζογραφίας.
Ως ευαίσθητος άνθρωπος πάντα θυμάται τους παλιούς του φίλους και έτσι πάντα φρόντιζε να μου στέλνει τα νέα του βιβλία.
Δεν κουράστηκα, λοιπόν, να διαπιστώσω πως ενώ πλέον είχα να κάνω με μια καθαρή πεζογραφική δύναμη, από την άλλη άκουγα πάντα (οι σελίδες με κάνανε να ακούω) όχι τόσο τους ήχους μιας ποιητικής γλώσσας, όσο τη στέρεα δομή μιας ποιητικής φόρμας.
Τα πεζά του Δαββέτα κρατάνε την αρχιτεκτονική ενός ποιήματος.
Νομίζω πως εδώ, στο τελευταίο του μυθιστόρημα, το «Η εβραία νύφη», το φαινόμενο αυτό είναι πανίσχυρο και επιβάλλει με μαεστρία την παρουσία του.
Γιατί ενώ το έργο μοιάζει να αφηγείται την ερωτική ιστορία ανάμεσα σε μια νεαρά ανορεξική με πατέρα φιλοναζιστή και σε ένα νέο άντρα με προβλήματα αποδοχής του δικού του οικογενειακού παρελθόντος, στην ουσία περιγράφει βασικές παραμέτρους εθνικών τύψεων –οι εβραίοι της Θεσσαλονίκης και το πώς όσοι από αυτούς κατάφεραν να επιστρέψουν από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης βρήκαν τις περιουσίες τους να τις νέμονται άλλοι. Κι αυτή την κατάβαση στο έρεβος της εθνικής τύψης, το κείμενο την επιτυγχάνει με μια δομή που χαρακτηρίζεται από την ελευθερία σύνθεσης ενός ποιήματος. Ο Δαββέτας αδιαφορεί (ως ένα σημείο) για την πεζογραφική συνέχιση των όσων μας πληροφορεί. Προτιμά να τονίσει τις επισημάνσεις του με άλματα χρονικά, με το να φωνάζει στο προσκήνιο πρόσωπα που πιο πριν δεν έχει φροντίσει να μας τα γνωρίσει.
Θα μπορούσε κανείς να χαρακτηρίζει το κείμενο μια πειραματική συνύπαρξη πεζογραφικής γλώσσας και ποιητικής φόρμας.
Αλλά κάθε τι που χαρακτηρίζεται ως πειραματικό θεωρείται και ως ημιτελές.
Η «Εβραία Νύφη» όμως είναι άρτιο κείμενο. Και ως μυθιστόρημα κυρίως- αλλά και ως μαρτυρία ή πιο σωστά υπενθύμιση συμβάντων ελαφρώς λησμονημένων, της πρόσφατης ιστορίας.
ΥΓ Μια ένσταση για το εξώφυλλο. Καθόλου, μα καθόλου δεν υπηρετεί ούτε το περιεχόμενο, ούτε το ύφος του μυθιστορήματος.