15.5.10

Όταν τελειώνουν οι καιροί


Το πιο κάτω κείμενο γράφτηκε από τον γιατρό Νώντα Τσίγκα και εκφωνήθηκε -μεταξύ άλλων- κατά την παρουσίαση του συγγραφέα Δημήτρη Παπαδούλη και του τελευταίου μυθιστορήματός του «Όταν τελειώνουν οι καιροί» στο βιβλιοπωλείο «Βιβλιορυθμός- Σαββάλα» στη Θεσσαλονίκη την 14η Μαϊου 2010.
Θέλησα να το δημοσιεύσω και στο δικό μου blog, εκφράζοντας ίσως με αυτόν τον τρόπο τη θέση μου -θέση ενός ανθρώπου που ασχολείται με τη λογοτεχνία- μπροστά στα μεγάλα προβλήματα που όλοι μας αυτόν τον καιρό αντιμετωπίζουμε.
*******************************************
Η… μουσική δεν τελειώνει
(μικρή αναφορά στον συγγραφέα Δημήτρη Παπαδούλη)


Ας δώσω από την αρχή μερικές εξηγήσεις: Στην πρόσκληση που λάβατε έχετε διαβάσει πως πρόκειται απόψε να μιλήσουν για τον συγγραφέα Δημήτρη Παπαδούλη οι φίλοι του. Προτού αρχίσουν τίποτε περίεργοι συνειρμοί «από πού ξεφύτρωσε αυτός;» θα σας αποκαλύψω
εν συντόμω:
Τον Δημήτρη τον γνώρισα κάποτε σαν ασθενή. Θα πρέπει να ’ταν το 1992. Αντιμετώπισα τότε λοιπόν έναν συμπαθή, νεότατο άνθρωπο προικισμένο, ευφυή, ίσιο πολύ, ευθύ στους τρόπους και τις κοινωνικές του σχέσεις, που με υπομονή -και κάποτε όπως είναι φυσικό με θυμό- αντιμετώπιζε το πρόβλημα της υγείας του-. Ωριμο από τότε βέβαια συγγραφέα. Δεν τον ξαναείδα από τότε. Μάθαινα όμως για κείνον και παρακολουθούσα τη συγγραφική του αδιάκοπη μέχρι σήμερα πορεία.
Τρία μυθιστορήματα κατάφερε και εξέδωσε από τότε. Η ζωή εχει το δικό της τρόπο να παίζει βέβαια παράξενα παιχνίδια έτσι έμελλε πολλά χρόνια μετά να γνωρίσω τους φίλους του Δημήτρη όλους όσους σήμερα στέκονται ομοτράπεζοι εδώ. Ο κύκλος λοιπόν αυτός κλείνει σήμερα. Νιώθω λοιπόν κι εγώ -δικαίως μάλλον- πως ανήκω στους φίλους τους Δημήτρη. Κι αυτό μονάχα σαν μεγάλη τιμή προς το πρόσωπό μου σας το αναφέρω.
Γράφοντας αυτές τις αράδες όλο ερχόταν στο νου μου μια μουσική με τσέλο: Η μεγάλη Ζακλίν Ντυπρέ η ιρλανδέζα με το… γαλλοπρεπές ονοματεπώνυμο -εικοσάχρονη ίσως εκείνη την ώρα της ηχογράφησης- παίζει στο τσέλο της με συνοδεία στο πιάνο του Αργεντινοεβραίου συζύγου της - επίσης πολύ νεαρού τότε και διάσημου μαέστρου τώρα- Ντάνιελ Μπάρενμπόϊμ από τη Σονάτα αριθ. 2 του Μπετόβεν το Adagio sostenouto ed espressivo…

Λίγον καιρό αργότερα εκείνα τα λεπτά δάκτυλα από αλάβαστρο θα χάσουν την αξιοπιστία τους και την ακρίβειά τους στο χάϊδεμα των χορδών. Το δοξάρι θα πέφτει πια άτακτο και βαρύ αδυνατώντας να εκφράσει μουσική. Το λόγο θα είχε τώρα μια ανίκητη αρρώστια: Η Σκλήρυνση κατά Πλάκας. Η Ζακλίν Ντυπρέ θα αποσυρθεί και θα πεθάνει αρκετά χρόνια αργότερα σε ηλικία μόλις 37 χρόνων.

Η ίδια μουσική με το τσέλο της Ζακλίν Ντυπρέ αντηχούσε στ’ αυτιά μου πάλι καθώς διάβαζα το βιβλίο του Δημήτρη Παπαδούλη: « Όταν τελειώνουν οι καιροί». Που ζει για χρόνια στην εξορία της ίδιας αρρώστιας.


Ξέρετε, οι γιατροί σαν δεν μπορούν να προσφέρουν κάτι, χαρίζουν εντυπωσιακές και εξωτικές κάποτε στην εκφορά τους διαγνώσεις. Σαν να απευθύνουν στον άρρωστο έναν αλλόκοτο τόπο προορισμού με εισιτήριο χωρίς επιστροφή. Κι αυτό δεν οφείλεται σε αδυναμία της ιατρικής μονάχα (άλλωστε ποια επιστήμη είναι παντοδύναμη;) αλλά στη ίδια την … αχάριστη και αδυσώπητη κάποτε φύση της αρρώστιας.

Όταν πριν από αρκετούς μήνες έγραφα στον Πρόεδρο της Ελληνικής Νευρολογικής Εταιρείας, και του ζητούσα να συμπεριλάβει στο πολιτιστικό μέρος του Συνεδρίου των Ελλήνων Νευρολόγων του 2010 μια εκδήλωση για τον γιατρό και συγγραφέα Δημήτρη Παπαδούλη, έλεγα σε κάποιο σημείο:

(Ο Δημήτρης Παπαδούλης) υψώνει ύμνο στη θέληση και την ανθρώπινη δύναμη που δεν ηττάται από την αρρώστια. Καθώς καταφέρνει κιόλας να παράγει σημαντικό έργο μέσα από την αναμέτρηση μαζί της. Αποτελεί αναμφίβολα ελπίδα και πρόταση ζωής για ασθενείς και θεραπευτές.

Η πρόταση αυτή μετά από τον αρχικό ενθουσιασμό βρέθηκε να… βαριανασαίνει στα ρηχά. Η Εταιρεία των Νευρολόγων αθέτησε την δια στόματος του Προέδρου της υπόσχεση (όπως και την αρχική απόφαση του Δ.Σ.) υιοθετώντας μια βροντόφωνη σιωπή που δεν λύθηκε μέχρι τώρα. Αποτέλεσμα λοιπόν της άρνησης όλων μας -να υποστούμε τις πολύ ανθυγιεινές συνέπειες αυτής της σιωπής- αποτελεί θαρρώ η οργάνωση της αποψινής βραδιάς προς τιμήν του Δημήτρη Παπαδούλη και του βιβλίου του…

O Ζαν -Ντομινίκ Μπόμπι ήταν επιτυχημένος διευθυντής του ELLE, ο οποίος ύστερα από κάποιο σοβαρό καρδιαγγειακό σύμβαμα βρέθηκε να ζει «έγκλειστος» μέσα στο ίδιο του το σώμα χτυπημένος από το νευρολογικό Σύνδρομο Locked- in. Που σημαίνει πρακτικά την εξασφάλιση πλήρους συνειδητότητας όμως απουσία οποιασδήποτε κίνησης. Ο λόγος παράγεται όμως δεν μπορεί να εκφέρεται. Σαν μοναδική λοιπόν δυνατότητα επικοινωνίας απομένει η κίνηση μιας συγκεκριμένης –συζυγούς- οφθαλμικής κίνησης. Η κίνηση του βλέμματος προς το ένα μονάχα πλάγιο.

Με πεταρίσματα, ανοιγοκλείσματα βλεφάρων και λοξές ματιές γράφτηκε το συγκλονιστικό μικρό βιβλίο με τον εξίσου συγκλονιστικό τίτλο: «Το σκάφανδρο και η πεταλούδα» που αργότερα έγινε και κινηματογραφική ταινία:

Για να καλοπιάσω το πεπρωμένο μου, δουλεύω τώρα στο μυαλό μου ένα μυθιστόρημα-ποταμό, όπου ο βασικός μάρτυρας θα είναι ένας δρομέας κι όχι ένας παραλυτικός. Ποτέ δεν ξέρεις: μπορεί και να πιάσει.

Μόλις το βιβλίο κυκλοφόρησε -μέσα στην πρώτη κιόλας εβδομάδα- πούλησε 150.000 αντίτυπα. Τρεις μέρες αργότερα ο Ζαν-Ντομινίκ μας αποχαιρέτησε.

Μην νομίζετε πως και το βιβλίο που παρουσιάζεται σήμερα γράφτηκε εύκολα. Αντίθετα, γράφτηκε κάτω από πολύ δύσκολες και σχεδόν ανίκητες για τους περισσότερους από μας περιστάσεις. Αποτελεί το δίχως άλλο έναν άθλο. Για το μέγεθός του, την ποιότητά του και την κειμενική σημαντικότητά του. Αλλά και για τις πολύ αντικειμενικές-πρακτικές δυσκολίες που συνάντησε στην ολοκλήρωσή του. Για προσπαθήσετε να σκεφτείτε: Τι γίνεται αλήθεια σαν δεν μπορείς πια να κατευθύνεις το μολύβι πάνω στο χαρτί ή να πληκτρολογήσεις με ακρίβεια στον υπολογιστή τις σκέψεις σου ή να τις υπαγορεύσεις με ευχέρεια σε γραμματέα; Αν όχι γράμμα προς γράμμα, σίγουρα με μεγάλη δυσκολία λέξη-τη λέξη, σελίδα προς σελίδα οικοδομήθηκε αυτό το ογκώδες μυθιστόρημα άξιο να σταθεί και να συγκριθεί ανάμεσα σε κλασσικά του είδους.
Ο Δημήτρης Παπαδούλης σαν τον διάσημο τετραπληγικό -εξαιτίας μιας κάκωσης του αυχένα ύστερα από μια ανέμελη και απερίσκεπτη βουτιά στη θάλασσα- Ραμόν Σανπέδρο, που μας συγκλόνισε αργότερα και με την απόφασή του να διεκδικήσει -και να πετύχει- για τον εαυτό του το δικαίωμα της ευθανασίας, μοιάζει να επαναλαμβάνει τους στίχους του Ισπανού:

Πιστεύω σ’ έναν Θεό άνθρωπο παντοδύναμο
…………………………………………………….
Πιστεύω σ’ αυτόν τον Θεό, γιατί αυτός ο άνθρωπος
επειδή είναι άνθρωπος θα γίνει ένας θνητός Θεός
Και θα είναι τιμώντας το όνομα του ανθρώπου
πάνω από τον φόβο, τον θάνατο και την αρρώστια.

Kι ο Παπαδούλης αφήνει τον ήρωά του να μονολογεί:

Είναι ολοφάνερο, καθετί έχει έναν προορισμό. Όταν συμφιλιωθεί μαζί του, δεν πρόκειται να συναντήσει πρόβλημα. Ο δικός μου προορισμός είναι ξεκάθαρος, δεμένος με αίμα και κουβέντες σημαδιακές. Τον κουβαλάω συνέχεια μέσα μου.

Και λίγο μετά:

Πάντως, καταραμένο κι αφορισμένο με τα χειρότερα λόγια, εγώ θα συνεχίσω τη δουλειά μου. Αφού φοβούνται να δώσουν σημασία στην ύπαρξή μου, είναι πιο εύκολο.

Η σκλήρυνση κατά πλάκας λοιπόν δεν είναι μια ανίκητη αρρώστια. Ο συγγραφέας Δημήτρης Παπαδούλης μας έδειξε το δρόμο της εξόδου μέσα από αυτήν την αθέλητη ξενιτειά του. Ας δούμε τις γραμμένες σελίδες, ας μαγευτούμε με τον κόσμο που ανασταίνεται εδώ. Ας νιώσουμε το κλείσιμο του ματιού αυτού του ανθρώπου. Κι ας αισθανθούμε πως όλα μπορεί να τα κάνει η αρρώστια, όλα μπορεί να τα προσβάλλει. Ν’ αλλάξει το σώμα, να μην σεβαστεί το πρόσωπο, να περιορίσει την κίνηση, κάποτε τη σκέψη. Να κάνει το βίο αβίωτο. Στο τέλος να νικήσει κι όλας.
Όμως: τη Φιλία, την Τέχνη, τη Δημιουργία μοιάζει να μην τολμάει να τ’ αγγίξει.
Εστω και σαν γλυκιά αυταπάτη αυτό το τελευταίο μου αρέσει…

Το βιολοντσέλο της Ζακλίν Ντυπρέ τ’ ακούω να ηχεί και πάλι!

8.5.10

Αναγνωστική πληρότητα...






Γιάννης Μακριδάκης





"Η δεξιά τσέπη του ράσου"





Νουβέλα





Βιβλιοπωλείο της Εστίας





Αθήνα, 2009




Μου το είχαν στείλει το βιβλίο από τότε που είχε πρωτοκυκλοφορήσει.


Κάτι ο τίτλος του, κάτι το κείμενο του οπισθόφυλλου, ομολογώ πως με είχε απωθήσει. Το άφησα σε κάποιο ράφι της βιβλιοθήκης μου, ανάμεσα σε άλλα βιβλία που κάποτε ίσως θα διαβάσω.


Μετά φτάσανε στα αυτιά μου οι καλές γνώμες των αναγνωστών -αυτές, άκουσα, πως ήταν εκείνες που κάνανε το όνομα του συγγραφέα να γίνεται ολοένα και πιο γνωστό.


Και πάλι το κατέβασα από το ράφι του, πάλι όμως το οπισθόφυλλο με έκανε να μη θέλω να ξεκινήσω την ανάγνωσή του.


Και πριν από λίγες μέρες, όταν ήμουνα στη Θεσσαλονίκη για την Διεθνή Έκθεση του Βιβλίου, γνώρισα τον συγγραφέα, τον Γιάννη Μακριδάκη.


Μας σύστησε ο καλός μου φίλος, ο Θανάσης Τριαρίδης και ήταν αυτός που είχε μια γλύκα στα λόγια του καθώς μου παρουσιάζε τον νέο συγγραφέα.


Όποιον εκτιμά και αγαπά ο Θανάσης, ξέρω πως πρέπει να τον προσέξω κι εγώ.


Ο Τριαρίδης έχει ένστιχτο και αρχές.


Ο Μακριδάκης μας έδειξε το νέο του μυθιστόρημα -νομίζω πως στον Θανάση το είχε κάνει δώρο μαζί με το "ράσο".


Κι εγώ έπιασα τον εαυτό μου να μετανοιώνει που το είχα τοποθετήσει στο ράφι με τα ... προς πιθανή ανάγνωση.


Ήταν το χαμόγελο του συγγραφέα, το προσωπό του ήταν που με έκανε να πιστέψω πως είχα απέναντί μου ένα άνθρωπο που ήξερε να επικοινωνεί με τους άλλους.

Μόλις επέστρεψα στην Αθήνα, ξεκίνησα να διαβάζω το βιβλίο που είχα αδικήσει.
Και ομολογώ πως με κατέκτησε απόλυτα.
Ό,τι πιο όμορφο έχω εδώ και καιρό διαβάσει. Ό, τι περισσότερο λογοτεχνικό.
Απλό, τρυφερό, λεπτοδουλεμένο, ασυνήθιστο, με άποψη, με θέση.
Α, δεν έχω σκοπό να αναφερθώ κι εγώ στην υπόθεση του μυθιστορήματος (ή της νουβέλας, σύμφωνα με τον εκδότη). Οι περισσότεροι πλέον θα την ξέρουν και έτσι κι αλλιώς μπορούν έυκολα να τη βρούνε μέσα στο διαδίκτυο.
Ούτε μια αναλυτική κριτική έχω σκοπό να κάνω. Τα απλά και μεγάλα δεν προσπαθείς να τα αναλύσεις -απλώς σημειώνεις τη χαρά σου που τα γεύτηκες.
Έχω τώρα στα χέρια μου, το πρώτο βιβλίο του Μακριδάκη -"Ανάμισης Ντενεκές", λέγεται. Θα ξεκινήσω την ανάγνωσή του... Δεν φοβάμαι πως θα μειωθεί η εκτίμηση μου για το ταλέντο του νέου συγγραφέα.
Αλλά, άραγε, θα το αγαπήσω όσο το δεύτερο -αυτό το βιβλίο με την πλούσια γλώσσα και την απροσδόκητη ανατρεπτικότητά του. Ναι, ανατρεπτικότητα είναι να βιώνεις τον θάνατο και τη νέα ζωή, να επιλέγεις τρόπο σκέψης και ζωής καθώς αντιπαραθέτεις έναν αρχιεπίσκοπο σε ένα σκυλάκι και να επιλέγεις να χώσεις μέσα στην τσέπη σου το δεύτερο.
Ανατροπή, σχεδόν επανάσταση.
Μακάρι τέτοιες επαναστάσεις να καθόριζαν τη ζωή μας.
Μακάρι τέτοια κείμενα να διαμορφώνανε τις απόψεις μας.
Ήρθαν έτσι τα πράγματα και διάβαζα το κείμενο αυτό μέσα στην καρδιά της οικονομικής κρίσης, μέσα στην καρδιά της κοινωνικής εξέγερσης, κι έτσι μπόρεσα να δω ξεκάθαρα πως ο Μακριδάκης έγραψε εν τέλει ένα πολιτικό βιβλίο -γιατί πολιτικό είναι το μυθιστόρημα που μιλά για τη μοναξιά του άνθρώπου και την επιλογή του ανάμεσα στην εξουσία και την επαφή.

30.4.10

Γυναικών...



Μιχάλης Γκανάς


Γυναικών μικρές και πολύ μικρές ιστορίες

Εκδόσεις Μελάνι




Ποιητής με το δικό του στίγμα.
Στιχουργός με το δικό του ύφος.

Πεζογράφος των σύντομων αφηγήσεων (Μητριά Πατρίδα)
Και να που -πάλι- μας προσφέρει μικρά πεζά που διαθέτουν μια ποιητική ματιά και μια στιχουργική διάθεση.
Να εξηγηθώ -
Ο ποιητής ανακαλύπτει τη λεπτομέρεια -τα μικρά αυτά κείμενα πάνω σε λεπτομέρειες το καθένα τους στηρίζεται.
Ο στιχουργός με λιτά μέσα προκαλεί τη συγκίνηση -να τι ακριβώς συμβαίνει και στη συλλογή αυτή.
Ο Μιχάλης Γκανάς αποφασίζει να μιλήσει εκ μέρους πολλών ανδρών και να πει το τι για κάποιους αρσενικούς σημαίνουν οι γυναίκες.
Γυναίκες που γερνούν, γυναίκες που μαγεύουν, γυναίκες που σπαταλιούνται και γυναίκες που θεοποιούνται, γυναίκες αόρατες και θηλυκά που επιβάλονται.
Ο κόσμος των ανδρών προσδιορίζεται από τις γυναίκες που πέρασαν από δίπλα τους.
Ο Μιχάλης Γκανάς ανασκαλεύει τη μνήμη του και φωτίζει κάποιες θηλυκές παρουσίες που σημαδέψανε την ταυτότητά του.
Μπορεί όχι όλες...
Σίγουρα όχι όλες, μιας και ο ίδιος δανείζεται τους στίχους του Μάρκου Μέσκου και με αυτούς κλείνει τη συλλογή του:
Μικρή μου Βαρβάρα, μικρή μου Ιουλία
μικρή μου Ιωάννα, πω πω σας ξέχασα...

Το βιβλίο μου το χάρισε ο ίδιος ο συγγραφέας, πριν από λίγες μέρες, όταν συναντηθήκαμε στη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου της Θεσσαλονίκης. Το καλύτερο ενθύμιο από μια διοργάνωση που βασικά προωθεί την εμπορικότητα της λογοτεχνίας, είναι κάτι που την αμφισβητεί.

27.4.10

Ο Ανδρέας από... τότε



Μόλις χτες το έμαθα...Ο Ανδρέας δεν είναι πια εδώ...
Μα, από τότε...
...Τότε που πηγαίναμε στην Τετάρτη Δημοτικού, εκεί στη Σχολή Γκιζελή, στο Καπιτόλ της Αγίου Μελετίου, μέχρι που τελείωσαμε το Γυμνάσιο , πάντα στο ίδιο το θρανίο και μιλούσαμε για λογοτεχνία και κινηματογράφο και διάβαζε ο ένας στον άλλον τα πρώτα μας κείμενα. Μαζί και στις σχολικές εκδρομές... Από τότε υπάρχουν φωτογραφίες στο άλμπουμ μου, φωτογραφίες και ένα ποίημα δικό του στο λεύκωμά μου.
...Τότε που μπήκαμε κι οι δυο σε σχολές που δεν τις θέλαμε, μόνο που εγώ την τέλειωσα και έμεινα για πάντα εδώ , ενώ ο Ανδρέας έφυγε και έτσι μόνο σποραδικά πια κάτι μάθαινα γι αυτόν, μέχρις ότου εκείνος άρχισε να μου τηλεφωνεί αναζητώντας κάπου να πατήσει την επιστροφή του.
...Τότε που ο καθένας μας άλλον δρόμο στη λογοτεχνία είχε πια χαράξει και σπάνια συναντιόμαστε, αλλά πάντα ο ένας θυμότανε τον άλλον.
...Τότε, πριν από μερικούς μήνες, στη Δράμα που ο Ανδρέας παρουσιάζε το τελευταίο μου μυθιστόρημα κι έπειτα, την άλλη μέρα, καθώς αποχαιρετιόμαστε, γύρισε και μου είπε "Να βρεθούμε" και είχε μια νοσταλγία ο τόνος που είπε τη φράση...
Δεν ήξερα, δεν ήξερε -τότε- πως λέγαμε 'αντίο'.

24.4.10

Ο Ανίσχυρος άγγελος στη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου


Χτες το βράδυ η Μένη Κανατσούλη , καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και ο Θανάσης Τριαρίδης, συγγραφέας παρουσίασαν τον 'Ανίσχυρο άγγελο'.
Και σήμερα το πρωί, στο Στέκι των Εφήβων, μαθητές Λυκείου μου μίλησαν γι αυτόν.
Ζεστές και όμορφες και ουσιαστικές συναντήσεις -θέλησα έτσι άμεσα να μοιραστώ μαζί σας τη χαρά μου

20.4.10

Ο Ανίσχυρος άγγελος σε μέρα με πολλές συγκινήσεις ή περί βραβείων... και πάλι


Χτες, λοιπόν, Δευτέρα μεσημεράκι, έπιασα στα χέρια μου το νέο μου μυθιστόρημα.
Δε θέλω να μετρήσω πόσα έχουν προηγηθεί, δεν θέλω να σκεφτώ πόσα θα ακολουθήσουν
Το πρώτο αριθμό εύκολο να τον υπολογίσω. Τον δεύτερο δύσκολα θα τον αποδεχόμουνα -αν τον μάθαινα.
Μένω στο γεγονός της ύπαρξης , πλέον, του βιβλίου.
"Μεγάλη στιγμή" -όπως θα έλεγε κι ο φίλος μου ο Θανάσης.



Την ίδια πάνω κάτω ώρα, στον Ιανό, το ΔΙΑΒΑΖΩ παρουσίαζε τις μικρές λίστες των φετεινών βραβείων του.
Περίμενα πως τα "Πολύτιμα Δώρα" θα ήταν ανάμεσά τους. Πιστεύω σε αυτό το βιβλίο με το οποίο γιόρτασα τα 30 χρόνια συγγραφικής παρουσίας μου.

Μα αυτό που δεν περίμενα ήταν πως στην κατηγορία του μυθιστορήματος για παιδιά θα ήταν υποψήφιος ο "Χαρταετός της Σμύρνης"
Είχα πάντα την αίσθηση πως το βιβλίο αυτό πέρασε κάπως αθόρυβα την έκδοσή του.
Ευχάριστη έκπληξη

Η απουσία όμως της 'Ελίτσας ή Παπαρούνας;" ήταν -κι όχι μόνο για μένα- μια έκπληξη, μα αυτή τη φορά δυσάρεστη. Μιας και αυτή η ιστορία ανήκει στα έργα μου που πιστεύω πως χαρακτηρίζουν καίρια την όλη συγγραφική μου πορεία.
Κάποια από τα μέλη της επιτροπής μάλλον θα έμειναν στην επιφάνεια της αφήγησης (τη ζωοφιλία) και δεν είδαν πως στην ουσία μίλησα για το πως ο θάνατος μετατρέπεται σε έργο τέχνης.
Και βέβαια, στην κατηγορία του μυθιστορήματος το "Λεβάντα της Άτκινσον" δεν περίμενα πως θα ήταν ανάμεσα στα επιλεγέντα. Ανήκω στους συγγραφείς εκείνους που κάποιοι έχουν αποφασίσει πως τα έργα τους για ενήλικες δεν ... υπάρχουν. Ναι, ακριβώς αυτό.
Αλλά τα γεγονότα δεν μπορούν να εξαφανιστούνε... Το κάθε βιβλίο υπάρχει και ...
Μα, ναι το ξέρω και το πιστέυω. Σημασία δεν έχει η όποια βράβευση. Σημασία έχει η γραφή.
Ο συγγραφέας από τη μια πλευρά και ο αναγνώστης από την άλλη.
Ευχαριστώ όλους όσους διάβασαν τα βιβλία μου αυτά.
Μακάρι τα τελικά αποτελέσματα να είναι δίκαια -όχι για το καλό των συγγραφέων ή των βιβλίων τους. Μα για τον ίδιο τον θεσμό.
Γιατί -κατά την άποψή μου, πάντα- τα βραβεία έχει λόγο να θεσπίζονται και να λειτουργούν, όχι τόσο για να ικανοποιήσουν τις όποιες φιλοδοξίες των υποψήφιων (βραβευμένων ή μη), ούτε βέβαια για να καλύπτουν τις όποιες τάσεις εξουσίας που μπορεί να έχουν μέλη των επιτροπών βράβευσης, μα για να ενδυναμώνουν το ενδιαφέρον του κοινού για τα είδη των έργων που κρίνουν, όπως και για να προωθούν την ποιοτική συνεχή ανανέωση της Τέχνης που έχουν επιλέξει να υπηρετούν κι αυτά με τον τρόπο τους.
Και -εν τέλει- το κύρος ενός βραβείου καθορίζεται από τις επιλογές των επιτροπών του.
Τα βραβευμένα έργα είναι που δίνουν κύρος στο βραβείο που τους απομενήθηκε και όχι το αντίθετο -όσο κι αν αυτό έχουμε συνηθίσει να πιστεύουμε.












16.4.10

Ανίσχυρος άγγελος - ανίσχυρος συγγραφέας


Γενάρη του 2009 το ξεκίνησα και με αργούς ρυθμούς (για τον δικό μου τρόπο εργασίας) το προχωρούσα. Τόσο αργούς, που δεν ήμουνα (για πρώτη μου φορά στη συγγραφική καριέρα) σίγουρος αν θα το τελειώνα. Ιδίως τους πρώτους μήνες -τον υπόλοιπο Χειμώνα και την Άνοιξη του '09... Κι ενώ δεν συνηθίζω να μιλώ και να αναφέρομαι σε αυτό που γράφω, έπιασα τον εαυτό μου, στις διάφορες συγκεντρώσεις και συναντήσεις με αναγνώστες μου να τους ενημερώνω για το θέμα του νέου μου βιβλίου, μέχρι και τον τίτλο να τους φανερώνω. Λες και ζητούσα να αυτοδεσμευθώ.
Τελικά, από το Καλοκαίρι και μετά, μπόρεσα να βρω ένα πιο σφιχτό ρυθμό συγγραφής και έτσι τον Δεκέμβριο της προηγούμενης χρονιάς, μέσα στην κατάσταση πανικού της χώρας που είχε αρίσει να επικρατεί, εγώ έφτασα να γράψω τη λέξη "Τέλος".
Χτες με ειδοποίησαν από το Γραφείο Τύπου των Εκδ. Πατάκη πως ο "Άνίσχυος άγγελος" μου μόλις είχε δει το φως της δημοσιότητας.
Δε θέλησα να ζητήσω να μου στείλουν ένα αντίτυπο έστω, έτσι για να το πιάσω στα χέρια μου.
Το αφήνω για τη Δευτέρα και μετά έρχεται η Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης, όπου την Παρασκευή το απόγευμα τον παρουσιάζουν η Μένη Κανατσούλη και ο Θανάσης Τριαρίδης.
Ανίσχυρος ή όχι, ο άγγελός μου θα πάρει τη δική του στράτα.
Κι εγώ αναρωτιέμαι -για μια ακόμα φορά- γιατί τόσο ευπαθή, τόσο ανίσχυρο συγγραφέα με καθιστά αυτό το μυθιστόρημα.
Ζήτησα να γραφτεί στο οπισθόφυλλο :
Σάββατο βράδυ, λίγο πριν τα Χριστούγεννα. Στο κέντρο της πόλης. Ένας αστυνομικός πυροβολεί ένα μαθητή του Λυκείου.
Αυτό συνέβηκε –κάποτε.
Και με αυτό το γεγονός ξεκινά τούτη η ιστορία.
Η ιστορία της Αγγέλας, που ο πατέρας της ήταν…

Ο «Ανίσχυρος άγγελος» είναι ένα μυθιστόρημα. Πράγμα που σημαίνει πως από τη μια εστιάζεται κυρίως σε ατομικές αντιδράσεις και από την άλλη πως δεν ακολουθεί τα όσα συνέβησαν, αντίθετα συχνά τα αναστρέφει ή και τα παραποιεί προσπαθώντας να κατανοήσει την αλήθεια των ηρώων του. Αυτών και μόνο.


Το διαβάζω και βλέπω την προσπάθεια μου να περιφρουρίσω την προσωπική ματιά μου.
Αλλά μήπως το κάθε έργο τέχνης μια προσωπική ματιά δεν θα πρέπει να εκφράζει; Διαφορετικά δε θα μιλάμε για λογοτεχνία, αλλά για δημοσιογραφία (κι αυτό στην καλύτερη των περιπτώσεων).
Ναι, προσωπική ματιά εκφράζω και πάλι όμως σπεύδω μέσω του Δελτίου Τύπου, να ξεκαθαρίσω όσο μπορώ τις προθέσεις μου και να βοηθήσω τον αναγνώστη μου να τις κατανοήσει.

Τα γεγονότα του Δεκέμβρη του 2008, σταθήκανε η αφορμή για να γραφτεί αυτό το μυθιστόρημα.
Ο Μάνος Κοντολέων θέλησε να δει το κεντρικό τραγικό συμβάν εκείνου του μήνα, μέσα από τα μάτια ενός προσώπου, που αν και στην πραγματικότητα δεν υπήρξε, εντούτοις η μυθιστορηματική παρέμβασή του, φωτίζει με έναν άλλο τρόπο όλα όσα απασχόλησαν την κοινωνία μας και σε ένα βαθμό και με κάποιο τρόπο συνεχίζουν να την απασχολούν.
Ο ‘Ανίσχυρος άγγελος’ είναι ένα μυθιστόρημα που μιλά για την ευθύνη. Τη συλλογική, μα και τη ατομική. Μα ακόμα μιλά και για τις ενοχές –αυτές που μας δημιουργούν οι δικές μας πράξεις, αλλά και όσες τυχόν φτάνουν σε μας μέσα από τις πράξεις των άλλων* δικών ή τρίτων.
Γραμμένο με τρόπο ρεαλιστικό, με δομή που θυμίζει κινηματογραφική ταινία, με χρήση εξωκειμενικών αναφορών, ο ‘Ανίσχυρος άγγελος’ κεντρίζει το συναίσθημα του αναγνώστη, μα κυρίως τον μυεί σε έναν άλλο τρόπο ανάγνωσης της καθημερινότητας.
Ο Μάνος Κοντολέων θέλησε να εντάξει το τελευταίο του αυτό μυθιστόρημα σε μια σειρά λογοτεχνίας για νέους, όχι γιατί θεωρεί πως ο ‘Ανίσχυρος άγγελος’ δεν θα ενδιαφέρει και τους ενήλικες αναγνώστες, αλλά γιατί πιστεύει πως το θέμα της κοινωνικής και ατομικής ευθύνης είναι ένα ζήτημα που ιδιαίτερα αξίζει να το γνωρίσουν οι νέοι .


Όπως και νάναι, όλα πια αυτά έχουν να κάνουν με την ιστορία της συγγραφής ενός μυθιστορήματος. Κι αν εδώ τώρα, με τόσο προσωπικό τρόπο τα καταγράφω είναι γιατί φωτίζουν , ίσως, τη σχέση που μπορεί να συνδέει το πραγματικό γεγονός με το συγγραφικό όραμα.
Δεν ξέρω... Το 20ο μυθιστόρημά μου είναι ο "Ανίσχυρος άγγελος" -αν μετρώ καλά- αλλά η ανασφάλεια δεν λέει να με εγκαταλείψει... Ισως γιατί κάθε φορά, το κάθε μυθιστόρημα το αντιμετωπίζω σαν το πρώτο μου.