
11.12.10
Βραβείο αναγνωστών -σκέψεις και συναισθήματα

10.12.10
"'Ωρα καλή στην πρύμνη σου κι αέρας στα πανιά σου..."
Βασίλης Κρεμμυδάς
"'Ωρα καλή στην πρύμνη σου κι αέρας στα πανιά σου...",
Τυπωθήτω, 2010
Ο Βασίλης Κρεμμυδάς είναι γνωστός ως ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους ιστορικούς με ενδιαφέροντα προσανατολισμένα στις οικονομικές και κοινωνικές πραγματικότητες του τέλους της Τουρκοκρατίας και του ελληνικού 19ου αιώνα και σε ζητήματα της Επανάστασης του 1821 και των πρώτων δεκαετιών του βίου του ελληνικού κράτους.
Τα επιστημονικά έργα που έχει γράψει είναι και πολλά και ιδιαιτέρως τεκμηριωμένα.
Τα τελευταία δε χρόνια, μέρος αυτής της πλούσιας γνώσης του, θέλησε να την μοιραστεί και με αναγνώστες μικρών ηλικιών.
Έτσι το 2006 από τις εκδόσεις Καλειδοσκόπιο κυκλοφόρησε το βιβλίο του «Καθημερινές ιστορίες για τα καράβια» και μάλιστα απέσπασε και το Κρατικό Βραβείο για παιδικά βιβλία γνώσεων.
Μέσα στο 2010 ο Βασίλης Κρεμμυδάς προσφέρει στα παιδιά ένα ακόμα ανάγνωσμα που αναφέρεται στα καράβια. Αυτή τη φορά από τις Εκδόσεις Τυπωθείτο κυκλοφορεί το βιβλίο με τίτλο «Ώρα καλή στην πρύμνη σου κι αέρας στα πανιά σου».
Στην ουσία και στα δυο βιβλία εκείνο που αποτελεί τον κεντρικό στόχο του συγγραφέα είναι το να δείξει στο παιδί – αναγνώστη το πώς κάποτε κατασκευάζονταν ένα καράβι, το πως εξοπλίζονταν για ένα ταξίδι, τους κινδύνους που τυχόν θα αντιμετώπιζε στα ταξίδια του, αλλά και τις χαρές και τα πλούτη που θα προσέφερε στο πλήρωμά και στον ιδιοκτήτη του.
Αλλά αν στο πρώτο βιβλίο όλα αυτά δινόντουσαν με την ουδετερότητα της πληροφορίας τόσο των λέξεων όσο και των εικόνων, στο δεύτερο βιβλίο οι εικόνες απουσιάζουν και οι όποιες πληροφορίες που παρέχονται περνάνε μέσα από το φίλτρο της σχέσης ενός παππού και του εγγονού του.
Έτσι το συγκεκριμένο κείμενο μπορεί να διαβαστεί και ως βιβλίο γνώσεων, αλλά και ως το χρονικό μιας σχέσης ανάμεσα σε δυο γενιές που επικοινωνούν μεταξύ τους μέσα από μια καθημερινότητα που την εμπλουτίζει μεταξύ των άλλων και η προσφορά γνώσης του μεγάλου προς τον μικρό.
Είναι ένα κείμενο που διαβάζεται με μεγάλο ενδιαφέρον και από ένα ενήλικο –θα έλεγα μάλιστα πως για τον ενήλικο εκείνον που αγνοεί κάθε τι σχετικό με την παλιά ναυσιπλοία, ο Βασίλης Κρεμμυδάς γίνεται ένας απολαυστικός συνομιλητής.
Πέρα όμως από τα διάφορα στάδια κατασκευής των καραβιών και των παραμέτρων που καθόριζαν τα ταξίδια τους, το συγκεκριμένο έργο, έτσι όπως στηρίζεται στη σχέση παππού και εγγονού, γίνεται και το μέσο να καταθέσει ο συγγραφέας του τις απόψεις του για τους τρόπους με τους οποίους ένας ενήλικος μπορεί και πρέπει να μεταδίδει τις γνώσεις του σε ένα παιδί.
Ο Βασίλης Κρεμμυδάς διαθέτει μεγάλη πείρα δασκάλου. Δείχνει να γνωρίζει τις ικανότητες πρόσληψης της γνώσης από ένα παιδί και πώς αυτές διαφοροποιούνται καθώς το παιδί μεγαλώνει.
Με έναν άνετο συγγραφικό τρόπο περνάει αυτήν τη γνώση του και στον ενήλικο αναγνώστη του βιβλίου του.
Οι απόψεις του τεκμηριωμένες και γι αυτό σεβαστές, ακόμα κι αν κάποιος θα μπορούσε να τις χαρακτηρίσει ως ακαδημαϊκές.
Θα ήθελα ακόμα να σημειώσω το διάχυτο στοιχείο μιας συγκρατημένης τρυφερότητας που διαπερνά τις σελίδες.
Τελικά πέρα από τις γνώσεις γύρω από τα καράβια, πέρα από τις απόψεις τι σχετικές με τον τρόπο μεταβίβασης της γνώσης σε ένα παιδί, εκείνο που κάνει αυτό το βιβλίο αξιαγάπητο είναι η σχέση παππού και εγγονού.
Ιδιαιτέρως προσεγμένη η όλη έκδοση και απόλυτα ταιριαστή με το ήθος του κειμένου.
11.11.10
"Ανίσχυρος άγγελος" -υποψήφιο για το Βραβείο Αναγνωστών 2010
Αγαπητοί φίλοι και συνεργάτες,
Για έκτη χρονιά οι αναγνώστες παίρνουν το λόγο και ψηφίζουν το αγαπημένο τους μυθιστόρημα μέσα από το Διαγωνισμό που οργανώνει το ΕΚΕΒΙ για την ανάδειξη του αγαπημένου ελληνικού μυθιστορήματος της χρονιάς.
Είμαστε στην ευχάριστη θέση να σας ανακοινώσουμε ότι στη «βραχεία λίστα» των 15 βιβλίων που κατήρτισαν με την ψήφο τους μέλη Λεσχών Ανάγνωσης από τις 280 που λειτουργούν στην Ελλάδα και την Κύπρο συμπεριλαμβάνεται το βιβλίο Ανίσχυρος άγγελος (Εκδ. Πατάκη) του καταξιωμένου συγγραφέα Μάνου Κοντολέων.
Ο Ανίσχυρος άγγελος είναι ένα μυθιστόρημα που μιλά για την ευθύνη. Τη συλλογική, μα και την ατομική. Μα ακόμα μιλά και για τις ενοχές – αυτές που μας δημιουργούν οι δικές μας πράξεις, αλλά και όσες τυχόν φτάνουν σ’ εμάς μέσα από τις πράξεις των άλλων, δικών μας ή τρίτων. Γραμμένο με τρόπο ρεαλιστικό, με δομή που θυμίζει κινηματογραφική ταινία, με χρήση εξωκειμενικών αναφορών, ο Ανίσχυρος άγγελος κεντρίζει το συναίσθημα του αναγνώστη, μα κυρίως τον μυεί σε έναν άλλο τρόπο ανάγνωσης της καθημερινότητας.
(SMS : ΒΑ 5 στο 54160)
Λίγα λόγια για το συγγραφέα και το έργο του:Ο Μάνος Κοντολέων γεννήθηκε στην Αθήνα και σπούδασε Φυσική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Γράφει μυθιστορήματα, διηγήματα, θέατρο, μικρές ιστορίες και παραμύθια. Παράλληλα ασχολείται με την κριτική της λογοτεχνίας. Συνεργάτης περιοδικών, εφημερίδων καθώς και του ραδιοφώνου και της τηλεόρασης. Κάποια έργα του έχουν διασκευαστεί και παρουσιαστεί στο θέατρο και στην τηλεόραση, ενώ κάποια άλλα έχουν μεταφραστεί και κυκλοφορούν στη Γαλλία, στη Γερμανία και στην Ταϋλάνδη.
Βιβλία του έχουν κερδίσει πολλές διακρίσεις από τον Κύκλο του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου, την Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών, την Διεθνή Οργάνωση Βιβλίων για τη Νεότητα (ΙΒΒΥ), ενώ ακόμα έχει τιμηθεί με το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας για το μυθιστόρημά του «Μάσκα στο φεγγάρι». Υπήρξε υποψήφιος για τα Διεθνή Βραβεία Άντερσεν και Άστριντ Λίντγκρεν.
Είναι αντιπρόεδρος του ελληνικού τμήματος της Unicef, μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων, ενώ κατά διαστήματα υπήρξε Πρόεδρος της Επιτροπής Κρατικών Βραβείων Κύπρου και μέλος των επιτροπών Ελληνικών Κρατικών Βραβείων και του Περιοδικού Διαβάζω.
http://www.kontoleon.gr/
manoskontoleon2.blogspot.com
manoskontoleon.blogspot.com
manoskontoleonbibliography.blogspot.com
9.11.10
Περί... "Ταπείνωσης"

http://www.tanea.gr/default.asp?pid=30&ct=19&artid=4602919&enthDate=06112010
20.10.10
Για τον "Ανίσχυρο άγγελο" στο www.newstrap.gr

Σάββατο βράδυ, λίγο πριν τα Χριστούγεννα.Στο κέντρο της πόλης.Ένας αστυνομικός πυροβολεί ένα μαθητή Λυκείου.
Ο συγγραφέας ξεδιπλώνει την ιστορία προσπαθώντας να κατανοήσει την αλήθεια των ηρώων του.
Ο ''Ανίσχυρος Άγγελος'', διαδραματίζεται το Δεκέμβριο του 2008 στην Αθήνα με τις μεγάλες κοινωνικές συγκρούσεις .
Γιατί επιλέγετε να εστιάζετε στις ατομικές αντιδράσεις;
-Συγγραφέας είμαι. Με άλλα λόγια με ενδιαφέρουν τα άτομα κυρίως και το πως αυτά αντιδρούν σε κοινωνικά γεγονότα. 'Ένα μυθιστόρημα έχει κεντρικά πρόσωπα, που μέσα από τις δικές τους πράξεις και αντιδράσεις φωτίζεται, με τρόπο κάπως πλέον ευαίσθητο από εκείνον της δημοσιογραφικής περιγραφής, το συμβάν και γίνεται προσπάθεια ερμηνείας των κοινωνικών καταστάσεων.
Το βιβλίο σας δεν ακολουθεί όσα συνέβηκαν μετά τη δολοφονία του 17χρονου αγοριού. Συχνά τα αναστρέφει ή και τα παραποιεί, (όπως επισημαίνετε στον πρόλογο). Πώς ισορροπήσατε πάνω σε ένα τέτοιο 'επικίνδυνο' θέμα;
-Αναστρέφω με την έννοια πως περιγράφω από μια οπτική γωνία που κανείς δεν σκέφτηκε να χρησιμοποιήσει και παραποιώ με την έννοια πως δεν καταγράφω αντιδράσεις πραγματικών προσώπων, αλλά μυθιστορηματικών χαρακτήρων. Το επικίνδυνο ήταν στο να θελήσω να εκμεταλλευτώ το πραγματικό γεγονός. Το απέφυγα με τον πιο απλό τρόπο –με τον σεβασμό.
Στέκεστε ιδιαίτερα στο θέμα της ατομικής ευθύνης.
-Ασφαλώς. Γιατί πιστεύω πως είναι βασικό ζήτημα της σημερινής κοινωνίας μας. Μιας κοινωνίας που μας έχει μάθει στην κατανάλωση όχι μόνο αντικειμένων μα και συναισθημάτων. Όσο όμως περισσότερο καταναλωτής γίνεσαι, τόσο και πιο πολύ χάνεις την προσωπική σου ταυτότητα και γίνεσαι ένα μέρος μιας μάζας . Και αποκτά συνείδηση μάζας. Αλλά εγώ πιστεύω σε μια κοινωνία που θα την απαρτίζουν άτομα με συνείδηση από τη μιας της ατομικότητάς τους και από την άλλη του μέλους μιας ομάδας. Η ατομική ευθύνη είναι το έλλειμμα πιστεύω της εποχής μας.
Ας μιλήσουμε για τη σύγκρουση των ηρώων που είναι έντονη στο μυθιστόρημα σας. Πώς λύνεται η σύγκρουση των δύο κόσμων;
-Δε λύνεται. Απλώς μέσα από τη σύγκρουση δύο κόσμων απελευθερώνεται μια μορφή δημιουργικής ενέργειας.
Η Αγγέλα, η κεντρική ηρωίδα του μυθιστορήματος, καθώς βρίσκεται ανάμεσα σε δυο κόσμους –και οι δυο δικοί της- αποφασίζει κάποια στιγμή όχι να τους συνδυάσει, αλλά να ακολουθήσει στις αρχές του ενός και να καταλογίσει ευθύνες στον άλλον. Δύσκολη απόφαση. Αλλά σωστή. Νομίζω πως όλο το εργο την πορεία της Αγγέλας προς αυτή την απόφαση περιγράφει.
''Έχει μια λέξη που έχασε το νόημα της-πατέρας.'' Πότε οι λέξεις χάνουν το νόημα τους;
-Όταν αυτό που περιγράφουν παύει να υφίσταται.
Δύσκολα τα πρέπει των αγγέλων;
- Σε ποιους αγγέλους αναφέρεστε; Αν στον δικό μου, ναι δύσκολα τα πρέπει του, γιατί έχουν να κάνουν με τη παρηγοριά των ανθρώπων.
''οι άνθρωποι που προχωρούν προς το απρόσμενο επέκεινα τους βγάζουν μια μυρωδιά γλυκιά.... κάτι σαν ζαχαρωμένο ιδρώτα..''
Φοβάστε το θάνατο;
-Τον τρέμω... Τόσο πολύ ώστε δε θέλω ούτε να τον σκέφτομαι. Το ξέρω πως είμαι εγωιστής...
Η εκπαίδευση σκοτώνει τη φαντασία;
-Ανάλογα με το πώς εφαρμόζεται.
Σε ποιον ανήκει ένα βιβλίο στον συγγραφέα ή στον αναγνώστη, κύριε Κοντολέων;
- Νομίζω και στον συγγραφέα και στον κάθε αναγνώστη του... Άλλα ξέρετε ο καθένας από όλους αυτούς –συγγραφέας και αναγνώστες- δεν μοιράζονται το ίδιο βιβλίο. Για τον καθένα άλλο βιβλίο είναι κι ας έχει τον ίδιο τίτλο και τους ίδιους ήρωες.
ευχαριστώ θερμά
-Κι εγώ σας ευχαριστώ
Σχόλια
0 Κωστής Μακρής 20-10-2010 11:12
Το ζητούμενο της ισορροπίας ανάμεσα στην ατομική ευθύνη και την υπευθυνότητα απέναντι στην ομάδα υπηρετείται με θάρρος και τόλμη στον "Ανίσχυρο άγγελο". Συγχαρητήρια στον κύριο Μάνο Κοντολέων που είχε το θάρρος να κολυμπήσει σε τόσο ταραγμένα νερά.
8.10.10
Φθινοπωρινό φύλλο

Την Πρώτη την Εποχή, τότε -που όλα γύρω μα και μέσα μου- είχαν αρχίσει να γεννιούνται, την είχα πει Άνοιξη… Πώς αλλιώς, άλλωστε, να πει κανείς την Εποχή που όλα –δέντρα και λουλούδια- ανοίγουν;
Την επόμενη Εποχή –αυτή με τον ήλιο τον καυτό και τις νύχτες που η θάλασσα γίνεται καθρέφτης για το φεγγάρι- την καλή την εποχή, ε, Καλοκαίρι την είχα πει.
Μα το ήξερα πως κι αυτή η Εποχή πια τέλειωνε…
Το έβλεπα να συμβαίνει…
Να, το φύλλο έπεσε μπροστά μου.
Ήταν εκείνος ο ξαφνικός άνεμος που σηκώθηκε –ναι, αυτός ο άνεμος ήταν που το τράβηξε από το κλαρί του δέντρου και το πέταξε μπροστά μου.
Ένα κίτρινο φύλλο.
Το κοίταξα –κοίταξα τις ζαρωμένες άκρες του και το κοτσάνι του το μισοσπασμένο και το λυπήθηκα.
«Α!» σκέφτηκα, «Πώς κατάντησε έτσι! Κάποτε θυμάμαι πως ήταν…»
«Ναι, κάποτε ήμουνα…» το φύλλο λες και διάβασε τη σκέψη μου και τη συνέχισε με μια τρεμουλιαστή, μα και συνάμα ήρεμη φωνή, λίγο βραχνή, αφάνταστα ζεστή, «… Κάποτε ήμουνα… Εσύ με είχες φτιάξει να είμαι ένα καταπράσινο φύλλο, με τρυφερό κοτσάνι και χυμούς να κυκλοφορούν μέσα στις νευρώσεις μου… Και πιο πριν ακόμα, εσύ πάντα με είχες φτιάξει να είμαι ένα μικρό φυλλαράκι, πράσινο πάντα, που μόλις κι είχε σκάσει στην άκρη του κλαριού»
«Όμορφα ήταν τότε!» θυμήθηκα εγώ τα παιχνίδια της Άνοιξης.
«Πάντα θα είναι όμορφα!» μου απάντησε εκείνο και με τόση σιγουριά μίλησε που ακόμα κι εγώ ξαφνιάστηκα
«Πάντα;… Ακόμα και τώρα που…» δεν τόλμησα να πω περισσότερα από όσα ήξερα πως θα του συμβούνε.
«Ναι! Ακόμα και τώρα που είμαι κίτρινο, μισοξεραμένο, πεταμένο μπροστά σου»
«Γιατί το λες αυτό;» θέλησα να μάθω.
«Γιατί όλα έχουν την αξία τους» το μισοξεραμένο φύλλο –και πάντα με ήρεμη φωνή, ζεστή, λίγο βραχνή- είπε και συνέχισε «Όταν ήμουνα ένα μικρό πράσινο φυλλαράκι ήταν όμορφα γιατί όλα γύρω μου ήταν καινούργια για μένα. Έβλεπα, άκουγα, μύριζα! Μάθαινα. Και ρούφαγα τους χυμούς και μεγάλωνα. Είναι όμορφο να μεγαλώνεις!..» αναστέναξε το φύλλο κι εγώ χάρηκα που τα πλάσματα στα οποία είχα δώσει ζωή, ξέρανε τόσο πολύ να τη χαίρονται.
Μα εκείνο είχε κι άλλα να πει.
Κι έτσι δεν το διέκοψα, μα άφησα να συνεχίζει…
«Κι όταν έφτασα πια να είμαι ένα μεγάλο φύλλο, ήταν και πάλι όμορφα, γιατί είχα τα ζουζούνια να περπατάνε πάνω μου και τις δροσοσταλίδες να με στολίζουν και τον ήλιο να με χαϊδεύει, το φεγγαράκι να ρίχνει πάνω μου τις σκιές του και τον αέρα να με λικνίζει…»
Μιλούσε το φύλλο και μέσα από τα λόγια του εγώ ξαναζούσα το Καλοκαίρι που πια τέλειωνε…
«Κι όταν πια κιτρίνισα, πάλι όμορφα ήταν!» το φύλλο δεν είχε σταματήσει να μονολογεί και να θυμάται τις χαρές της ζωούλας του, «Ίσως γιατί αγάπησα το νέο μου χρώμα. Ίσως γιατί χαιρόμουνα που είχε χάσει το κορμί μου τη γυαλάδα και τη στιλπνάδα του και πάνω του μπορούσαν να κάνουν μια στάση και να ξεκουραστούν τα μερμηγκάκια… Μα ίσως να ήταν και τα σύννεφα που όλο και πιο συχνά μαζεύονταν στον ουρανό και τις μέρες παίζανε με τον ήλιο και τις νύχτες παίζανε με το φεγγάρι και –αχ, τι όμορφα σχήματα και χρώματα
έβλεπα στον ουρανό!... Ώρες περνούσα να τα χαζεύω!»
«Όμως, τώρα…» θέλησα να το διακόψω.
«Τώρα είναι και πάλι όμορφα, ίσως γιατί είμαι ελεύθερο. Γιατί τίποτε δεν με κρατά πάνω στο κλαρί. Γιατί περιμένω τον άνεμο να με σύρει σε άλλα μέρη και τη βροχή να με στείλει σε βιαστικά ρυάκια, που κι αυτά θα με οδηγήσουμε σε κάποια ποτάμια, ίσως στη θάλασσα… Ίσως σε μια λίμνη… Μπορεί και σε ένα βάλτο!»
Το άκουγα το μισοξεραμένο φυλλαράκι και αισθανόμουνα θλίψη… Τύψεις… Μπορεί να μην τα είχα όλα φτιάξει με τρόπο σωστό… Μπορεί να είχα κάνει κι εγώ κάποιο λάθος.
Με είδε εκείνο που είχα σκυθρωπιάσει.
«Α, μα και τότε θα είναι όμορφα!» είπε, «Κάθε τι το καινούργιο είναι όμορφο. Και δεν το φοβάμαι. Γιατί το ξέρω –το ξέρεις κι εσύ- πως δεν πρόκειται να χαθώ. Τίποτε που εσύ έχεις φτιάξει δε χάνεται! Όλα αυτά θα τα ξαναζήσω… Θα είμαι και πάλι φύλλο… Κάποτε… Μα μπορεί να γίνω μια μικρή μέλισσα… Μπορεί μια παπαρούνα… Ίσως, κάποτε κι ένα τριζόνι… Ποιος ξέρει, ποιος μπορεί να το πει;… Ακόμα κι εσύ κάτι τέτοιο δεν το ξέρεις. Κι ανυπομονώ να έρθει η νέα Άνοιξη … Με φαντάζεσαι να τριγυρνώ σα μια χρυσόμυγα ή να μοσχομυρίζω σαν ένα χαμομήλι;… Άσε που μπορεί να έχω χωθεί μέσα σε καμιά πολύχρωμη πεταλούδα ή σε μια πανύψηλη φασολιά… Μπορεί… Όλα αυτά μπορεί να συμβούνε…»
Χαμογέλασα
«Κι άνθρωπος ακόμα μπορεί κάποτε να γίνεις…» είπα και το εννοούσα.
Το ξερό, κίτρινο φύλλο αφέθηκε στο ξαφνικό φύσημα του αγέρα και πήρε να σέρνεται πάνω στις πέτρες του μονοπατιού κι έπειτα οι πρώτες στάλες της βροχής το μουσκέψανε κι έπειτα παντού απλωθήκανε τα νερά κι έπειτα… το έχασα.
Εξαφανίστηκε πίσω από τον κορμό ενός δέντρου.
Η βροχή πήρε να δυναμώνει.
Το χώμα είχε βραχεί και μύρισε.
Κι εγώ ανάσανα βαθιά
«Φθινόπωρο!» ψιθύρισα, «Φθινόπωρο!» -το όνομα αυτής της εποχής των ξερών φύλλων.
13.9.10
Πολύτιμα Δώρα X 2


Το βιβλίο γράφτηκε με αφορμή τη συμπλήρωση 30 χρόνων προσφοράς του συγγραφέα στην παιδική, νεανική αλλά και ενήλικη λογοτεχνία. Οι τρεις ιστορίες που περιλαμβάνονται στη συλλογή με τίτλο «Διαμάντια», «Μαργαριτάρια» και «Σμαράγδια» αντιστοιχούν σε τρεις άξονες της ζωής του συγγραφέα. Όπως γράφει και ο ίδιος στο τέλος:
«Οι γονείς μου φέρανε ΔΙΑΜΑΝΤΙΑ από τη Σμύρνη και μου τα χάρισαν. Εγώ μεγάλωσα στην Αθήνα μαζεύοντας στις ξεχασμένες γειτονιές της ΜΑΡΓΑΡΙΤΑΡΙΑ. Κι έπειτα γνώρισα αυτούς που θ’ αγαπούσα για όλη μου τη ζωή – και τους χαρίζω με τη σειρά μου ΣΜΑΡΑΓΔΙΑ.»
Δεν πρόκειται όμως για αυτοβιογραφικά σημειώματα. Τρεις «μύθοι» για τον τρόπο που σχηματίστηκαν οι πολύτιμοι λίθοι συνιστούν το κέλυφος για να εξερευνήσει ο συγγραφέας την ουσία της συναισθηματικής τοπιογραφίας της ζωής του αλλά και της ζωής κάθε ανθρώπου. Τα δάκρυα της μάνας που βγαίνουν από τον καημό για το παιδί της πέτρωσαν σε διαμάντια. Τα δάκρυα του ευαίσθητου ανθρώπου που έχει το δώρο να βλέπει και να ακούει αυτά που οι άλλοι προσπερνούν, τα δάκρυα της μοναξιάς που συνοδεύει τη δημιουργία, μεταμορφώθηκαν σε μαργαριτάρια. Και τα πολύτιμα δώρα που ο ερωτευμένος φέρνει στο αγαπημένο πρόσωπο θυσιάζοντας τον ίδιο του τον εαυτό έγιναν τα πράσινα σμαράγδια. Είναι τα πολύτιμα δώρα που προσφέρουμε και μας προσφέρουν. Είναι το βασικό υλικό, η μαγιά της ζωής. Είναι δώρα φτιαγμένα από πόνο και αγάπη. Αυτό τα κάνει πολύτιμα.
Η ατμοσφαιρική αφήγηση, η προσεκτική επιλογή της κάθε λέξης, και κυρίως ο ρυθμός κάνουν τα κείμενα αυτά να μοιάζουν με πεζά ποιήματα. Σαν καλοδουλεμένα γλυπτά είναι σμιλεμένες οι ιστορίες. Κάθε λέξη βρίσκει το στόχο της. Θυμηθήκαμε με τον καλύτερο τρόπο ότι τα πολύτιμα δώρα που ανταλλάσσουμε στη ζωή μας είναι αυτά που δεν πλήττονται από καμία οικονομική κρίση.
Εξαιρετικές οι ζωγραφιές της Ρίτας Τσιμόχοβα δένουν με την ευαισθησία και την ατμόσφαιρα του κειμένου. Η φύση, η υφή των πραγμάτων, οι αρχετυπικές φιγούρες που κινούνται ανάμεσα στο όνειρο και την πραγματικότητα και τα απαλά χρώματα και περιγράμματα βρίσκονται σε άμεση αντιστοιχία με το ύφος και την ατμόσφαιρα του κειμένου.
Ο Μάνος Κοντολέων σπούδασε Φυσική στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Ασχολείται με τη λογοτεχνία από τα παιδικά του χρόνια. Γράφει μυθιστορήματα, διηγήματα, παραμύθια και κριτικά σημειώματα. Συνεργάτης πολλών εφημερίδων, περιοδικών, τηλεοπτικών και ραδιοφωνικών σταθμών. Αντιπρόεδρος του ελληνικού τμήματος της Unicef. Είναι μέλος του Δ,Σ. της Εταιρείας Συγγραφέων. Είναι βραβευμένος με Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας το 1998. Μυθιστόρημά του έχει αναγραφεί στον Διεθνή Τιμητικό Πίνακα της ΙΒΒΥ, ενώ ήταν υποψήφιος για το Διεθνές Βραβείο Άντερσεν για το 2002. Μυθιστορήματά του έχουν μεταφραστεί και κυκλοφορούν στη Γαλλία και στις ΗΠΑ. Μέχρι σήμερα έχουν κυκλοφορήσει πάνω από 40 βιβλία του

Στην πρώτη ιστορία ο πατέρας, διορατικός πάντα, κατάλαβε τον πόλεμο να πλησιάζει. Δεν μας διευκρινίζεται το «πότε και το πού», αλλά μήπως και στα λαϊκά παραμύθια το ίδιο δεν συμβαίνει; Ισως γιατί πρέπει εμείς να σκεφτούμε πως «παντού και πάντα» όλα αυτά θα συντελούνται. Ο πατέρας, λοιπόν, σαν είδε τον πόλεμο να προβάλει απειλητικός, «ζήτησε από τη μητέρα να προσέχει τους γιους και το σπίτι κι έφυγε μαζί με άλλους άντρες προς τα εκεί που άρχιζαν τα βουνά». Επειτα έφυγε και ο ένας από τους δύο γιους, ο μεγάλος. «Πήραν τον αδελφό σου!», τρόμαξε η μάνα. Και πόνεσε. Και ο πατέρας αγωνιούσε κι όλο ρωτούσε. Ωσπου, «Με τον καημό του χαμένου μας παιδιού πέθανε ο πατέρας σου», απευθύνθηκε η μάνα στον μικρότερο. Κι εκείνος, χαϊδεύοντάς τη, «Θα τον βρούμε», «Θα τον βρω εγώ! Περίμενε μόνο να μεγαλώσω λίγο ακόμα!» Και όταν μεγάλωσε έφυγε. Τον αναζητούσε, και πού δεν τον γύρεψε τον αδελφό του. Μέρες, μήνες, χρόνους. Τα βρέφη στο σπίτι απέναντι από το πατρικό του μεγάλωσαν, το αγοράκι πήγε σχολείο· η μάνα περίμενε τους γιους της τις νύχτες στο ύψωμα, κοιτώντας διαρκώς στη δημοσιά για δυο ίσκιους. Τους ίσκιους των παιδιών της. Εντέλει είδε έναν μόνον. «Δεν τον βρήκα», της είπε ο μιρκότερος γιος, άντρας πια, κουρασμένος και λυπημένος. Τα δάκρυά της -τα τελευταία- πέτρωσαν κι έγιναν διαμάντια· όλο φως και ιριδίσματα.
Στη δεύτερη ιστορία, «Μαργαριτάρια», ένας νέος λαμβάνει -εκ γενετής- το θείο χάρισμα της ακρόασης και του παραμικρού ήχου, του πιο ανεπαίσθητου, του πιο σιγανού. Ακουγε τις φωνές του χώματος, τους ψιθύρους της πέτρας, την ανάσα των λουλουδιών· αργότερα όλα αυτά τα έκανε τραγούδια και οι πάντες γύρω του ευφραίνονταν· μα και παραξενεύονταν. Οταν δακρυσμένος έφυγε από κοντά τους -ακολουθώντας τη γυναίκα που ονομαζόταν Σελήνη- τα δάκρυά του έσταξαν σε λευκές, θαμπές, στρογγυλές πέτρες· τα μαργαριτάρια.
Στα «Σμαράγδια» ο ερωτευμένος νέος ψάχνει στον κόσμο να βρει κάτι, οτιδήποτε, που να πλησιάζει στο χρώμα των ματιών τής αγαπημένης του. Για να της το προσφέρει. «Πήγαινε στο μέρος της θάλασσας που τα κύματα δεν υπάρχουν», τον συμβούλεψε ένας γέρος ναυτικός. Δηλαδή στο απλησίαστο, στο πιο βαθύ σημείο του ωκεανού. Και πήγε. Κι εκεί βρήκε το χρώμα των ματιών της· σμαραγδί...
Ωραίες εικόνες, σεβασμός στην ιερότητα των αισθημάτων. Ιστορίες για μικρούς, μα και για μεγαλύτερους.
Επίσης, ιδιαίτερα όμορφες οι ζωγραφιές της Ρίτας Τσιμόχοβα, από τη Λευκορωσία (1962), με πολλά βραβεία στο ενεργητικό της.