4.9.11

Από την πολυθρόνα του αναγνώστη, στο εργαστήρι του συγγραφέα


το εργαστήρι του βιβλίου
ΚΥΚΛΟΙ ΣΕΜΙΝΑΡΙΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗ ΤΗΣ ΓΡΑΦΗΣ
ΕΘΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΒΙΒΛΙΟΥ (ΕΚΕΒΙ)


ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΗΣ

Από την πολυθρόνα του αναγνώστη, στο εργαστήρι του συγγραφέα: ο αναγνώστης ως δημιουργός

Διδάσκει ο Μάνος Κοντολέων (συγγραφέας, κριτικός)

(Μυστικά και τεχνικές μιας δημιουργικής – απολαυστικής ανάγνωσης)
Κάθε Τρίτη 17:30 – 20:३०

ΕΓΓΡΑΦΕΣ
Οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να υποβάλλουν αίτηση συμμετοχής* από τη Τετάρτη 24/8/11 έως την Κυριακή 25/9/11:
ηλεκτρονικά (στη διεύθυνση seminaria@ekebi.gr)
ταχυδρομικά (Εθνικό Κέντρο Βιβλίου, Εργαστήρι Βιβλίου, Αθ. Διάκου 4, 117 42 Αθήνα)
παράδοση στα γραφεία του ΕΚΕΒΙ (Αθ। Διάκου 4, Αθήνα, στάση μετρό «Ακρόπολη»).



Μπορεί η συγγραφή να είναι μια μοναχική ενασχόληση, αλλά το ίδιο μοναχική είναι και η πράξη της ανάγνωσης ενός λογοτεχνικού έργου।
Μπορεί ο συγγραφέας ενός έργου είναι ένας και μοναδικός, μα και οι αναγνώστες του ίδιου έργου αν και πολλοί, εντούτοις ο καθένας τους διατηρεί τη μοναδικότητά του.
Κι όμως το ίδιο το κείμενο γίνεται το μέσο επικοινωνίας συγγραφέα και αναγνωστών.
Επικοινωνία σημαίνει κατανόηση των προθέσεων του άλλου.
Η επικοινωνία για να επιτευχθεί απαιτεί εκ μέρους όλων των πλευρών να εκφρασθεί κάτι που να διαθέτει αισθαντικότητα, συναίσθημα και γνώση.
Διαισθάνομαι αυτό που ο άλλος –ο συγγραφέας– θέλει να μου μεταδώσει.
Συναισθάνομαι αυτό που κυριαρχεί στον εσωτερικό κόσμο του συν-αναγνώστη μου.
Γνωρίζω, εν τέλει, τους τρόπους για να κατανοήσω αυτό που εγώ αναζητώ από το κείμενο και το αν τελικά αυτό μου τους προσφέρει ή όχι.
Η συγγραφή ενός έργου έχει τις δικές της προθέσεις και τις τεχνικές με τις οποίες τις υλοποιεί.
Η αναγνωστική απόλαυση του έργου αυτού αξίζει να αναζητά πέρα από τη συναισθηματική φόρτιση και το αν οι προθέσεις εξυπηρετήθηκαν από τις τεχνικές.
Η ανάγνωση της λογοτεχνίας είναι μια θητεία στη σπουδή της κατανόησης του άλλου.
Η κάθε ανάγνωση ενός πεζογραφικού έργου στην ουσία είναι και μια νέα συγγραφή του.
Στο σεμινάριο αυτό, μέσα από αναγνώσεις, συζητήσεις και προσκλήσεις συγγραφέων θα γίνει προσπάθεια να φωτισθούν θέματα όπως αυτά της οπτικής γωνίας του συγγραφέα, της δομής του κειμένου, των αφηγηματικών τεχνικών, των λογοτεχνικών συμβολισμών, της ψυχολογικής ανάπτυξης των χαρακτήρων, του χρόνου συγγραφής του έργου, όπως και ποικίλα άλλα ζητήματα που μπορούν να κάνουν τον μέσο αναγνώστη από τη θέση «Μου άρεσε – Δε μου άρεσε» το τάδε έργο, να μεταπηδήσει σε εκείνη του «Συνομίλησα – Δε συνομίλησα» με τον συγγραφέα, αλλά και με τον όποιον άλλον αναγνώστη του ίδιου αυτού έργου.
Παραδείγματα βιβλίων –θεμάτων προς συζήτηση:
«Φόνισσα» του Α. Παπαδιαμάντη και «Κυρία Κούλα» του Μ. Κουμανταρέα – Αρχετυπικοί και επικαιρικοί ήρωες
«Η αβάσταχτη ελαφρότητα του Είναι» του Μ. Κούντερα – Δοκιμιακή και μυθιστορηματική γραφή
«Σμιθ» της Β. Ηλιοπούλου -η αμεσότητα της λεπτομέρειας
«Ο μικρός πρίγκιπας» του Α. Σαιντ Εξυπερύ - Η παιδική ματιά ερμηνεύει τον κόσμο των ενηλίκων
«Η κερένια κούκλα» του Κ. Χριστομάνου – οι συγγραφείς δεν γερνούνε, ίσως, ολότελα
«Ανεμώλεια» του Ι. Ζουργού – ηρωική γλώσσα και αντιήρωες
«Κείμενα Μαγικού Ρεαλισμού – Μαρκές / Τριαρίδης» -η εντοπιότητα του μαγικού στοιχείου
κ.ά.

3.9.11

Τέσσερα ηλεκτρονικά μήνυματα












Το α'




Όταν ήμασταν μικρές, ο πατέρας μου μας πήγαινε μερικά απογεύματα στη δημοτική βιβλιοθήκη।


Μας άφηνε στην είσοδο και μας έλεγε να κατεβούμε σε μία ώρα. Ανεβαίναμε τρέχοντας στο δεύτερο όροφο, λέγαμε στην κοπέλα να μας πει όταν περάσει μία ώρα (αυτή η βιβλιοθήκη έχει τα χάλια της, αλλά θυμάμαι ότι είχε πάντα τους ευγενέστερους υπαλλήλους) και χανόμασταν. Μου αρέσουν ακόμα πολύ οι δημοτικές βιβλιοθήκες. Η ησυχία, η μυρωδιά από τα παλιά βιβλία, οι άνθρωποι που ψιθυρίζουν, τα χαμηλά φώτα.


Η βιβλιοθήκη αυτή προσκαλούσε που και που συγγραφείς. Η αδερφή μου κι εγώ παίρναμε από ένα βιβλίο τους και στο τέλος της ομιλίας και της συζήτησης που συνήθως ακολουθούσε, πηγαίναμε να το υπογράψουν. Κάποτε είχε έρθει ο Καμπανέλης. Μέσα στην έξαψη που θα τον συναντούσε, η αδερφή μου μπερδεύτηκε και πήρε μαζί της ένα βιβλίο που δεν ήταν δικό του. Αφού έγραψε μία αφιέρωση στο δικό μου βιβλίο, του ‘δωσε και η αδερφή μου το δικό της χωρίς ακόμα να έχει καταλάβει ότι δεν ήταν δικό του βιβλίο, κι αυτός χωρίς να πει τίποτα το ‘σπρωξε κι έπεσε στο πάτωμα και είπε, ο επόμενος. Φύγαμε χωρίς να καταλάβουμε τι είχε γίνει, το καταλάβαμε στο σπίτι. Το βιβλίο που είχε υπογράψει για μένα χάθηκε, δεν ξέρω που είναι. Σε κανένα πατάρι, φαντάζομαι.


Είστε αυτός που θυμάμαι με τη μεγαλύτερη τρυφερότητα. Είχαμε αργήσει λίγο να πάμε και μία κοπέλα με άρπαξε και μ’ έβαλε να κάτσω στην πρώτη σειρά। Μου χαμογελούσατε συχνά κι εγώ σας άκουγα μαγεμένη. Στο τέλος, όταν ήρθα να μου υπογράψετε το βιβλίο μού είπατε, σ’ ευχαριστώ πολύ που ήρθες. Το θυμήθηκα γιατί ο αδερφός μου μου είπε το πρωί στο τηλέφωνο ότι σε μία κούτα με βιβλία βρήκε ένα βιβλίο σας αφιερωμένο στη μικρή, αγαπημένη Ευαγγελίτσα. Μεγάλωσα. Σταμάτησα να διαβάζω παιδικά βιβλία. Αυτό το ξεχασμένο μέσα στα χρόνια βιβλίο με κατασυγκίνησε. Βρήκα στο ίντερνετ την ιστοσελίδα σας και σας γράφω. Χωρίς κανέναν ειρμό, το ξέρω, συγχωρέστε με, είναι από τη συγκίνηση. Δε χρειάζεται βέβαια να μου απαντήσετε, ήθελα να μόνο να σας ευχαριστήσω για την αφιέρωση




Το β'



Υπάρχουν μερικές φορές που λες πως αν κάτι άξιζε από μια ζωή αφιερωμένη στο βιβλίο, είναι το ότι μπόρεσες -ίσως- να επικοινωνήσεις ουσιαστικά με κάποιους αναγνώστες σου. Αλλά αυτό είναι κάτι που σπάνια ο συγγραφέας το μαθαίνει. Μόνο αν τύχει... Αν τύχει και ένα αναγνώστης του σκεφτεί να του γράψει.
Πριν από μερικά χρόνια έπαιρνα συχνά γράμματα (τότε ακόμα δεν χρησιμοποιούσαμε ίντερνετ) από νεαρές αναγνώστριες μου που μου ζητούσαν κάποιες συμβουλές.
Τώρα δεν παίρνω τέτοια γράμματα. Και στη θέση τους ολοένα και περισσότερα έρχονται ηλεκτρονικά μηνύματα σαν το δικό σου, που εκφράζουν μια σχέση που κάποτε πριν από χρόνια δημιουργήθηκε και ακόμα κάτι από αυτήν απομένει. Άρα ζουν οι εποχές και μαζί τους οι άνθρωποι. Να σκεφτώ πως ανήκεις σε εκείνη την τελευταία γενιά που διέθετε την ικανότητα επικοινωνίας; Που ήξερε να χρησιμοποιεί τη λογοτεχνία ως μέσο επαφής και ενδοσκόπησης και όχι ως στοιχείο κατανάλωσης;
Ότι κι αν συμβαίνει, αυτά που μου έγραψες μου χάρισαν μεγάλη μα πολύ μεγάλη χαρά. Είναι ωραίο να σε θυμούνται για τα βιβλία σου, αλλά και για την όμορφη, ζεστή εικόνα που έστειλες.
Να σε ευχαριστήσω -θα ήταν ελάχιστο.
Ελπίζω να είσαι καλά και να είσαι για πάντα καλά. Τα όνειρά σου να τα βλέπεις πάντα να είναι μαζί σου και νέα να γεννάνε.
Και πάλι σε ευχαριστώ
Με την αγάπη μου όλη
Μάνος Κοντολέων
ΥΓ Θα μου έδινες την άδεια να δημοσιεύσω το μήνυμά σου στο blog μου (χωρίς το όνομά σου,αν δεν το θες) ; Μέσα από αυτό το blog προσπαθώ να μοιράζομαι σκέψεις και συναισθήματα με την 'άγνωστη' παρέα μου





Το γ'




Ευχαριστώ πολύ για την ευγενική απάντηση (σας σκέφτομαι να μου χαμογελάτε πάλι με κείνο το όμορφο χαμόγελο καθώς μου γράφετε)।


Να δημοσιεύσετε το μήνυμά μου έτσι αυτούσιο; Δε είναι άσχημο αυτό που έγραψα για τον Καμπανέλη; Πάλι σκέφτομαι ότι το άσχημο είναι που συνέβη, όχι που το έγραψα। Αποφασίστε εσείς. Όσο για το όνομά μου, βρείτε μου ένα ωραίο ψευδώνυμο.





Το δ'



Απλά λες τα πράγματα με το όνομά τους. Ο καθένας είναι υπεύθυνος για το τι κάνει και σε ποιον το κάνει.
Δεν ξέρω για ψευδώνυμο. Θα έλεγα απλά Ε.Χ.
Σε ευχαριστώ και πάλι.
Σε λίγο θα αναρτήσω το σχετικό Post -manoskontoleon2.blogspot.com
MK

30.7.11

Ανα Νον




Αγκουστίν Γκομέζ – Άρκος
«Άνα Νον»
μετάφραση: Ντίνα Σιδέρη
Εκδόσεις Δωρικός

Άνθρωπος του 20ου αιώνα ο Ισπανός Γκομέζ – Άρκος. Βίωσε και πίστεψε τα κινήματα μιας εποχής που εκείνος πρόλαβε (με τον θάνατό του) να μη τη δει να ξεθωριάζει.
Συγγραφέας, ηθοποιός, αντιστασιακός, ομοφυλόφιλος, εξόριστος –οι μη συμβάσεις καθόρισαν τη ζωή και το έργο του.
Το μυθιστόρημα του «Άνα Νον», γραμμένο το 1977 μοιάζει να μη θέλει να δει πως η ιδεολογία που πίστεψε ο συγγραφέας του, προδίδεται από όσους είχαν αναλάβει την εφαρμογή της
Μπορεί , όμως, το «Άνα Νον» να διαβαστεί ακριβώς με την αντίθετη ματιά –η ζωή μιας γυναίκας του λαού που η Ιστορία την ξεγελά.


Κεντρικά σημεία της αφήγησης : Η Ισπανία τα χρόνια του Φράνκο.


Όπως και να είναι, όπως κι αν ο αναγνώστης του 2011 αποφασίσει να σταθεί απέναντι σ΄ ένα κείμενο σπαραγμού και πάθους, πορείας προς το θάνατο, μα και πορείας προς την απόλυτη διαμαρτυρία, εκείνο που μένει και συναρπάζει είναι το πόσο γρήγορα ξεχάσαμε αυτά για τα οποία είχαμε ορκιστεί να αγωνιστούμε।


Παράλληλα, να σημειωθεί πως το έργο αυτό μπορεί να το διαβάσει κανείς ή σαν ένα συμβολικό κείμενο όπου η κεντρική ηρωίδα και ο τόπος του δράματός της προσφέρονται για την απόδειξη της μη διάψευσης των οραμάτων, είτε όμως και ως ένα μυθιστόρημα όπου το κεντρικό πρόσωπο δεν αναπνέει αυτόνομα, αλλά υπάρχει για να εξυπηρετεί τις ιδέες του δημιουργού του.
Σπαρακτικό –νομίζω πως ήδη έτσι το χαρακτήρισα- κείμενο, με κάποιες σελίδες του να μπορούν ξεσχίζουν, να εξοργίζουν. Η γνήσια λογοτεχνία στέλνει το άρωμά της. Και σε αυτό συμβάλει, βέβαια, η μετάφραση της Ντίνας Σιδέρη.

18.7.11

Μάτση Χατζηλαζάρου















Χρήστος Δανιήλ
«…Ιούς, Μανιούς, ίσως και Aqua Μarina»

Μάτση Χατζηλαζάρου

Η πρώτη Ελληνίδα υπερρεαλίστρια

Εκδόσεις Τόπος

Αύριο θα σμίξω τα δυο σου σκέλη, μήπως γεννηθεί ένα μικρό
Λυπητερό παιδάκι, θα το λένε Ιούς, Μανιούς, ίσως και
Aqua Marina.
Φέρτε μου να γεννήσω όλα τα μωρά της πλάσης, δώστε να
Πεθάνω όλους τους θανάτους…

Νομίζω πως θα πρέπει κανείς να συγχαρεί τις Εκδόσεις Τόπος που τόλμησαν σε μια τέτοια μίζερη εποχή να κυκλοφορήσουν αυτό το λεύκωμα –βιογραφία της Μάτσης Χατζηλαζάρου και ανθολόγιο των ποιημάτων της.
Σήμερα, σε αυτή τη μίζερη κατάσταση είναι που περισσότερο από ποτέ έχουμε ανάγκη να διαβάζουμε υπερρεαλιστικούς στίχους και να ονειρευόμαστε ένα μικρό παιδάκι που θα το λένε Ιούς, Μανιούς, ίσως και Aqua Marina.
Σημαντική ποιήτρια η Μάτση Ανδρέου – Χατζηλαζάρου και παράλληλα μια γυναίκα που διέσχισε τον 20ο αιώνα αναζητώντας μια προσωπική ταυτότητα, αδιαφορώντας για συμβάσεις, αναζητώντας την επαφή με τους μεγάλους καλλιτέχνες της εποχής της, συμπλέοντας με ομάδες, ακολουθώντας μοναχικές πορείες και εν τέλει καταφέρνοντας να γεννήσει όλα τα μωρά της πλάσης, να πεθάνει όλους τους θανάτους…
Τα κείμενα της έκδοσης έχουν μια ‘ζωντανή’ δομή. Ακολουθούν τα βήματα της βιογραφούμενης με συντομία και επιλέγοντας καίριους σταθμούς της ζωής της.
Παράλληλα μεγάλο μέρος του έργου της εντάσσεται μέσα στη ροή της αφήγησης, όπως βέβαια και ένα πλούσιο φωτογραφικό υλικό.
Ένα βιβλίο που φέρνει στο προσκήνιο μια εποχή όπου οι δημιουργοί δημιουργούσαν και οι άνθρωποι ονειρευόντουσαν.
Όχι και τόσο μακρινή, αλλά που κάποιοι τολμούσαν να γράψουν:
τα ποιήματα που αγαπώ, θέλω να τα ζήσω μαζί σου.








6.7.11

Μίκα Βαλτάρι - Ιωάννης Άγγελος



Μίκα Βαλτάρι
«Ιωάννης Άγγελος»
μετάφραση: Μαρία Μουρτζούκου
Εκδόσεις Καλέντης

Ο φιλανδός συγγραφέας Μίκα Βαλτάρι (1908 - 1979) μπορεί πλέον να θεωρηθεί ως κλασικός ιστορικός συγγραφέας. Ιδιαίτερα αγαπητός και στην Ελλάδα, έχει καταφέρει με τα ιστορικά μυθιστορήματά του όχι μόνο να ζωντανεύει περιόδους του παρελθόντος, αλλά να φέρνει και κοντά στο σύγχρονο αναγνώστη τα πρόσωπα που έζησαν εκείνες τις περιόδους.
Το έργο του «Ιωάννης Άγγελος» παρουσιάζει για τον έλληνα αναγνώστη ένα πρόσθετο ενδιαφέρον καθώς αναφέρεται στους τελευταίους μήνες της Κωνσταντινούπολης. Λίγους μήνες πριν από την πτώση της πρωτεύουσας του Βυζαντίου, ένας μυστηριώδης άνδρας κινείται στα τείχη, στις εκκλησίες, στα παλάτια και στους δρόμους της και μέσα από ημερολογιακές καταγραφές περιγράφει από τη μια την ατμόσφαιρα που πλακώνει τη μελλοθάνατη πόλη και από την άλλη τα συναισθήματα εκείνων που έχουν αποφασίσει να την υπερασπιστούν.
Με ευαισθησία, αντικειμενικότητα, ιστορική επάρκεια και έντονο συναίσθημα ο Βαλτάρι οδηγεί τον αναγνώστη του σε μια εποχή που όσο και να είναι φορτισμένη, παραμένει και συγχρόνως άγνωστη σε ουσιαστικές λεπτομέρειές της.
Ναι, η πτώση της Πόλης σηματοδοτεί πολλά – ο Βαλτάρι είναι ξεκάθαρος καθώς προαναγγέλλει τους αιώνες σκότους που θα ακολουθήσουν, είναι καίριος όταν τονίζει πως ένας νέος τύπος ανθρώπου έρχεται να πρωταγωνιστήσει στην ιστορία της Ευρώπης.
Και έχει, στ΄ αλήθεια ενδιαφέρον να δει κανείς το πώς ο Βαλτάρι προχωρά πίσω από τα ιστορικά γεγονότα και καταγράφει την αλλαγή των εποχών μέσα από τη σύγκρουση (μα και τη συνύπαρξη) από τη μια του Μωάμεθ του Πολιορκητή και από την άλλη του Ιωάννη Άγγελου, του τελευταίου Βυζαντινού.
Αξίζει να τονισθεί η μετάφραση από τα φιλανδικά της Μαρίας Μαρτζούκου. Πρόκειται περί μεταφραστικού άθλου.

1.7.11

Σμιθ


Βασιλική Ηλιοπούλου
«Σμιθ»
Εκδ. Πόλις


Μετά από την βράβευσή του με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος, αποφάσισα να διαβάσω το «Σμιθ», της Βασιλικής Ηλιοπούλου.
Είχα ακούσει κάτι λίγα σχετικά με το μύθο και την περίοδο που όσα περιγράφει διαδραματίζονται και ομολογώ πως το ενδιαφέρον μου δεν είχε και τόσο ενεργοποιηθεί.
Κουράστηκα πια να διαβάζω λίγο – πολύ τα ίδια και τα ίδια για εκείνα τα μετεμφυλιακά χρόνια. Ζούμε το σήμερα και το σήμερα έχει τις δικές απαιτήσεις ανάγνωσης, κατανόησης και εν τέλει αντίστασης.
Αλλά μιας και η επιτροπή ήταν η ίδια που την προηγούμενη χρονιά είχε δώσει το αντίστοιχο βραβείο σε κείμενο που δεν ήταν μυθιστόρημα, αλλά μαρτυρία για εκείνη, την ίδια πάνω – κάτω περίοδο, αποφάσισα να δω αν τελικά και εφέτος έγινε το ίδιο ατόπημα και στη θέση κριτηρίων λογοτεχνικών είχαν επικρατήσει ξανά κριτήρια … χρονολογικής συμπάθειας.
Ευτυχώς –από την αρχή το δηλώνω- το «Σμιθ» και πλήρες μυθιστόρημα είναι και άξιο να βραβευτεί.
Και σε μένα προσωπικά χάρισε την ευκαιρία να διαβάσω κάτι φρέσκο, μια εξιστόρηση όλο τρυφερή κατανόηση από τη μια, μα και καυστική σάτιρα από την άλλη μιας περιόδου καμπής –εν τέλει- της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Μιας περιόδου ήττας και νέου ξεκινήματος. Μιας περιόδου συμβιβασμών και νέων ονειροπολήσεων.
Το «Σμιθ» της Ηλιοπούλου με έκανε να δω το δικό μας ιστορικό σήμερα ως μια μακρινή επανάληψη του μακρινού χτες. Κυρίως σε ότι αφορά τους ανθρώπους που τότε ζήσανε και αυτούς που τώρα ζούνε. Τους ανθρώπους τους απλούς που αν και ζούνε το σημαντικό, το βιώνουν με ασήμαντο τρόπο. Ναι, τους πάντα ξεγελασμένους ή συμβιβασμένους –όπως θες μπορείς να τους χαρακτηρίσεις. Όπως θέλω μπορώ να χαρακτηρίσω την κάθε γενιά που ανταλλάσσει ένα ένδοξο περίστροφο με ένα τενεκέ βούτυρο.
Πέρα από όλα αυτά, χάρηκα την κινηματογραφική ματιά που ενσαρκώθηκε σε λογοτεχνικές παραγράφους, τις λεπτομέρειες που με τη δικιά τους ευαισθησία περιγράφανε καταστάσεις, τις σιωπές των προσώπων –βλέμματα και κινήσεις- που εμβαθύνανε στις διαπροσωπικές σχέσεις.
Χαμηλόφωνο μυθιστόρημα. Καθόλου κραυγαλέο. Απόλυτα ουσιαστικό. Μια αναγνωστική απόλαυση.



30.6.11

Μουρακάμι



Χαρούκι Μουρακάμι
«Νότια των συνόρων, δυτικά του ήλιου»
μετάφραση: Βασίλης Κιμούλης
Εκδόσεις Ωκεανίδα


Από τους σημαντικότερους συγγραφείς όχι μόνο της Ιαπωνίας, αλλά και όλου του κόσμου είναι ο Χαρούκι Μουρακάμι. Βαθιές και ουσιαστικές οι προσεγγίσεις του πάνω σε ζητήματα ανθρώπινων σχέσεων και κοινωνικών ζητημάτων. Και αυτό το ουσιαστικό το υπηρετεί με μια γραφή απλή, μα και ιδιαιτέρως καίρια.
Το τελευταίο του μυθιστόρημα «Νότια των συνόρων, δυτικά του ήλιου» (με άψογη τεχνική το έχει μεταφράσει ο Βασίλης Κιμούλης) έχει τα ίδια χαρακτηριστικά απλότητας, αλλά καταφέρνει να φέρει σε δύσκολη θέση την τελική κρίση του αναγνώστη του. Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα λεπτής ανατομίας της ερωτικής συμπεριφοράς ενός άντρα ή μήπως μια έκφραση άψογης ‘γαλάζιας’ λογοτεχνίας;
‘Γαλάζιας’ σε αντιπαράθεση με ό,τι θεωρούμε ως ‘ροζ’.
Η ιστορία ενός κοντά σαραντάχρονου γιαπωνέζου, εκπρόσωπου της σημερινής μεγαλοαστικής τάξης, δίνεται μέσα από την καταγραφή των σχέσεών του με τις τρεις γυναίκες – ερωτικές συντρόφους του.
Το εύρημα είναι ενδιαφέρον, αλλά από την άλλη σου προκαλεί και μια αμηχανία. Η σημερινή Ιαπωνία απουσιάζει –ίσως θύμα κι αυτή μιας παγκοσμιοποίησης. Ο μέσος αρσενικός ιάπωνας, το ίδιο είναι κι αυτός απών. Ο ήρωάς μας κινείται ανάμεσα στα γυμναστήρια και στα τζαζ μπαρ που διευθύνει. Το ίδιο και οι γυναίκες του μυθιστορήματος –κι αυτές δεν έχουν μια εθνική ταυτότητα. Αν δεν είναι οι χαϊδεμένες μεν, αλλά συνετές κόρες πλούσιων μπαμπάδων, θα διαθέτουν μια μυστηριώδη γοητεία και θα αφήνονται –όταν αυτές το αποφασίσουν- στους παραδοσιακούς ρόλους θηλυκών εκφράσεων ερωτικής προσφοράς.
Ναι, αυτό ίσως είναι που με ενόχλησε στο μυθιστόρημα –είναι γραμμένο με ύπουλο αρσενική τρόπο.
Αλλά αυτό είναι και που με έκανε να μη θέλω να το αφήσω από τα χέρια μου –μου έδειχνε τις απόκρυφες ρομαντικές σκέψεις ενός άντρα.
Λοιπόν, καμιά φορά και όταν ο συγγραφέας διαθέτει μεγάλο ταλέντο, κάθε χαρακτηρισμός του έργου του ξαφνικά καταρρέει. Ή και αλλάζει έννοια.
Ροζ ή γαλάζια λογοτεχνία –δεν ξέρω. Αυτό που γνωρίζω είναι πως προτείνω ένα μυθιστόρημα που καθηλώνει τον αναγνώστη του.