27.5.13

Η ανθολόγηση της συντριβής μας


Διαβάζοντας το καινούργιο μυθιστόρημα του Μάνου Κοντολέων

Του Στέφανου Δάνδολου





Ο Μάνος Κοντολέων ανήκει στην κατηγορία των μυθιστοριογράφων που βυθίζουν το μαχαίρι βαθιά στη σάρκα, φτάνουν μέχρι το κόκκαλο. Είναι ένας διχοτομημένος δημιουργός, που χρησιμοποιεί τη παιδική λογοτεχνία για να εκβάλλει την αθωότητά του, και την ίδια ώρα, με όχημα το κοινό των ενηλίκων, παίρνει αυτή την αθωότητα και την αποδομεί για να μας φέρει αντιμέτωπους με την αμφιλεγόμενη, συχνά τερατώδη διάσταση που παίρνουν τα παιδιά όταν γίνονται ενήλικες. Η μάχη ανάμεσα στο καλό και στο κακό, η καταπίεση των ενστίκτων, η διαδρομή μεταξύ επιθυμίας και απόλαυσης, η αρχέγονη υπαρξιακή ερώτηση για το Τι Είναι εν τέλει ο Άνθρωπος στη μεσοαστική κοινωνία, αποτελούν τους πυλώνες μέσα από τους οποίους έχει χτίσει τα θεμέλια του έργου του. Και το βασικό του θέμα, το αγαπημένο του θέμα –εκείνο που χαράζει το πιο έντονο στίγμα στο κομμάτι των μυθιστορημάτων του- είναι ο έρωτας. Μα όχι ο Έρωτας στην επιδερμική του μορφή, μα ως απάντηση στην ψυχική ανατομία του Ανθρώπου. Ο Έρωτας ως Κουλτούρα. Ως δείγμα πολιτισμού, ταυτότητας, Ιστορίας.
Στο καινούργιο του μυθιστόρημα, «Μέλι κόλλησε στα χείλη» (εκδόσεις Πατάκη), το κλειδί είναι αυτή η λέξη στον τίτλο, το «Μέλι». Η μαγική γεύση της Ζωής. Αυτή που αποπλανεί και παρασύρει. Η Μέλω –το κορίτσι του μελιού– μια ακόμα θολή φιγούρα, μα πολύ όμορφη, σε ένα πανέμορφο χωριό του Πηλίου, ψάχνει την ελευθερία, τον έρωτα, τη φυγή. Ο μικρός τόπος την πνίγει, τα χείλη της ψάχνουν τον καρπό του πάθους, μια αίσθηση λύτρωσης από τη κλειστή κοινωνία. Η πρώτη διάψευση θα έρθει από το νεαρό που εκείνη θα πιστέψει πως μπορεί να κάνει τα χείλια της να κολλάνε.  Μα εκείνος δεν είναι ικανός να ξεφύγει από τις δικές του δεσμεύσεις. Κι έτσι, ξεμυαλισμένη από τις ανάγκες της, θα πέσει στην αγκαλιά του Σήφη, για να βυθιστεί σε ένα ταξίδι σκοτεινό, όπου το Μέλι θα σημάνει την ίδια την υποταγή της και θα της κοστίσει ακριβά στη ψυχή.
Το πρώτο στοιχείο που με εντυπωσίασε ήταν η ανατομία των ηρώων, επειδή η τριτοπρόσωπη αφήγηση αγκαλιάζει στοργικά όλες τις αδυναμίες των τραγικών προσώπων, τις εκθέτει χωρίς να τις κατακρίνει, και αυτό για μένα αποτελεί την πεμπτουσία του σύγχρονου μυθιστορήματος,  το να παρουσιάζει χαρακτήρες διχοτομημένους, με ισχυρές εσωτερικές συγκρούσεις, όπου η θετική παρόρμηση και τα λανθάνοντα ένστικτα δεν διαχωρίζονται αλλά μπολιάζονται σε ένα σύνολο. Το δεύτερο στοιχείο ήταν η ίδια η πλοκή. Δομικά είναι ένα έργο χτισμένο από την στόφα μιας μεγάλης συγγραφικής εμπειρίας, και το βλέπεις στις λεπτομέρειες, εκεί όπου η αφήγηση διατρέχει όλους τους ήρωες και τα γεγονότα, χωρίς να μεροληπτεί, χωρίς να πλατιάζει, χωρίς να αφήνει ερωτηματικά γύρω από τα ενδόμυχα κίνητρα του κάθε πρωταγωνιστή.  Ωστόσο το τρίτο στοιχείο που με κατέπληξε είναι το πιο σημαντικό για μένα, και έρχεται να συνδεθεί με όσα είπα πρωτύτερα για την θεματική του Έρωτα, που αποτελεί την λογοτεχνική πατρίδα του Μάνου Κοντολέων.
Γιατί εδώ ο συγγραφέας βγάζει έναν άλλο άσο από το μανίκι του και μέσα από την ιστορία της Μέλως γράφει μιαν άλλη ιστορία, που έντεχνα την έχει κρύψει πίσω ημερομηνίες και τόπους. Μιαν ιστορία που διάβασα πεντακάθαρα στην δεύτερη ανάγνωση αυτού του υπέροχου μυθιστορήματος. Την ιστορία της χώρας μου, την ιστορία την δική μας, την ιστορία του νεοέλληνα.
Ποια ήταν η χρυσή εποχή της σύγχρονης Ελλάδας; Το χρονικό διάστημα από τα μέσα της δεκαετίας του ενενήντα μέχρι τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004. Τι σημάδεψε αυτή την εποχή; Το μέλι. Το μέλι στην κοινωνία, το μέλι στην κατανάλωση, το μέλι στην πολιτική, το μέλι που διόγκωσε την ευδαιμονία μας και μετέτρεψε αυτή τη χώρα σε έθνος νεόπλουτων. Μέσα από την ιστορία της Μέλως και του Σήφη, λοιπόν, ο Κοντολέων μιλάει για την χώρα του που προδόθηκε από τα ένστικτά της –και υπήρχαν στιγμές, όταν συνέλαβα τούτη τη πτυχή, που στα μάτια μου η Μέλω ήταν η ίδια η Ελλάδα, και ο Σήφης ήταν ο διάβολος που κατέκτησε την ψυχή της.
Το «Μέλι κόλλησε στα χείλη» δεν είναι ένα απλό ερωτικό έργο με δαντικές προεκτάσεις. Είναι μια αντανάκλαση του προσώπου μας και μια ανατριχιαστική εκδοχή για το πώς τα ένστικτα άλωσαν την ψυχή μας.
 Αν η «Ερωτική Αγωγή» ανθολόγησε τον εικοστό αιώνα από το ξεκίνημά του, η ιστορία της Μέλως ανθολογεί την παραφορά και την συντριβή σε μια κοινωνία που γνωρίζουμε πολύ καλά, σε μια κοινωνία που σαπίζει εσωτερικά και δεν το είχε καταλάβει. Γιατί όλοι μας έχουμε γευτεί το Μέλι… ή θελήσαμε κάποια στιγμή να το γευτούμε. Το κάναμε εθνικά, ως χώρα, γυρεύοντας διαρκώς περισσότερα … χωρίς καν να ξέρουμε τι είναι αυτό που γυρεύουμε.
Και όταν δεν ξέρεις τι είναι αυτό που ζητάς και κυνηγάς το πάθος με λάθος τρόπο, τότε σύντομα το στόμα στερεύει από μέλι. Και τα χείλη απομένουν στεγνά. Φαγωμένα. Όπως είναι τα χείλη της Ελλάδας σήμερα.
 
(Το κείμενο διαβάστηκε στην παρουσίαση του μυθιστορήματος στον ΙΑΝΟ, 16 Απριλίου 2013 και στη συνέχεια δημοσιεύτηκε στο 
http://www.dailygoal.gr)


25.5.13

Ο Ισίδωρος Ζουργός παρουσίασε το "Μέλι κόλλησε στα χείλη" στην 10η Διεθνή Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης



Στο «Μέλι κόλλησε στα χείλη» ο αφηγηματικός χρόνος οριοθετείται από τον ίδιο τον συγγραφέα με απόλυτη ακρίβεια: καλοκαίρι του 1998 έως και το καλοκαίρι του 2006. Ο τόπος επίσης προσδιορίζεται –ένα χωριό του Πηλίου και ο Βόλος.
Οι κεντρικοί χαρακτήρες του μυθιστορήματος είναι ολιγάριθμοι με ολοκληρωμένο το κοινωνικό και ψυχολογικό τους προφίλ. Η Μέλω και η Αναστασία είναι δύο κορίτσια που μένουν στο χωριό και κοντεύουν να τελειώσουν το λύκειο. Ο Αργύρης, ένας νεαρός που παίζει μαζί τους ερωτικά στα πρώτα τους σκιρτήματα, μια τσιγγάνα χειρομάντισσα που αποτελεί θρυαλλίδα της αφήγησης, ένας άντρας και μια γυναίκα των γραμμάτων που έχουν επιλέξει το χωριό ως τόπο ανακατασκευής των καλλιτεχνικών τους ονείρων. Ακόμα, ο Σήφης, ένας επιτυχημένος σαραντάρης πρώην μετανάστης στη Γερμανία. Και τέλος ένας νεαρός, μουσικός, ο οποίος αποτελεί δύναμη προώθησης στην εξέλιξη του μυθιστορήματος.
Η ιστορία αρχίζει το καλοκαίρι του 1998, όπου η Μέλω και η Αναστασία, ανιχνεύουν μέσα από την αναστάτωση ενός πανηγυριού τον κόσμο του έρωτα μέσα από τις μεταμφιέσεις, τις παλινδρομήσεις, και τις ανασφάλειες. Μια χειρομαντεία από μια τσιγγάνα του πανηγυριού θα γιγαντώσει μέσα στην ψυχή της Μέλως όλες τις εφηβικές αγωνίες και τον δισταγμό της μπροστά σε επιλογές που μοιάζουν με σταυροδρόμια ζωής. Η Μέλω είναι όμορφη, αλλά άπειρη, οι δικοί της  δεν μπορούν να την καταλάβουν και να τη βοηθήσουν. Το παιχνίδι του έρωτα που ξεκινάει με τον Αργύρη, ο οποίος είναι κι αυτός άγουρος, και με στενό ορίζοντα ονείρων αποδεικνύεται ατελέσφορο. Αυτό το ακατανόητο και ανερμήνευτο του άγουρου έρωτα έρχεται και τσαλαπατά η νοσηρή κοινωνική καθοδήγηση του προξενιού, της εμπορικής συμφωνίας με τον σαραντάρη Σήφη, κυνικό κυνηγό του πόθου και των ηδονών. Πρόκειται για μια ολοκληρωμένη συναλλαγή, απ’ τη μια τα νιάτα, η ομορφιά, η αθωότητα, η απαρχή της ερωτικής ιστορίας ενός σώματος και από την άλλη η εξουσία ζαχαρωμένη με τα οφέλη της οικονομικής ευρωστίας και η καθοδήγηση σ’ έναν λαβύρινθο σεξουαλικών έξεων και απαιτήσεων.
Η Μέλω οδεύει τα επόμενα χρόνια της ζωής της μέσα σε σεξουαλικές εμπειρίες που δεν είναι έρωτας, σε μια αναζήτηση -εκ μέρους του συζύγου- της ηδονής, που για εκείνη δεν είναι ηδονή αλλά έλλειψη, σε αυτό που αναζητεί εναγώνια και το περιγράφει χαρακτηριστικά ο τίτλος του βιβλίου: η νοσταλγία της γλύκας του μελιού στο στόμα, η οποία παρ’ όλο τον σκηνοθετικό πυρετό απ’ τη μεριά του συζύγου, δεν εμφανίζεται.
Πού οδηγούν όλα αυτά; Ο Κοντολέων θα τα φανερώσει κάποια στιγμή στον αναγνώστη του.
Ο χρόνος στον οποίον όλα αυτά συμβαίνουν προφανώς δεν είναι τυχαίος. Η Ελλάδα σε κείνο το διάστημα διανύει την κορύφωση της συλλογικής της αυταπάτης. Μια ολόκληρη κοινωνία είναι βυθισμένη στο όνειρο του νεοπλουτισμού, όνειρο που καταλύει όλες τις ηθικές αναστολές. Έχουμε μπροστά μας μια κοινωνία που εγκαθιστά την κατανάλωση ως υπέρμετρη θεότητα, που ξεπουλά παραδόσεις, αντιλήψεις χρόνων, την ίδια τη σχέση με τη φύση και τους ανθρώπους στον βωμό μιας κατανάλωσης. Οι χαρακτήρες του βιβλίου είναι οι εκφραστές αυτού του ασύδοτου αμοραλισμού. Ζώντας όλοι μας τη σημερινή κρίση ατενίζουμε εκείνα τα χρόνια, τα οποία ήδη μας φαίνονται πολύ μακρινά, με την αναπόφευκτη τραγικότητα που ενυπάρχει στο δίπολο όνειρο – διάψευση. Αυτό το σχήμα που αφορά ολόκληρη τη χώρα, ο συγγραφέας το εξατομικεύει στην περίπτωση της ηρωίδας του, η οποία βαδίζει από καλοκαίρι σε καλοκαίρι ανερμάτιστη, ανικανοποίητη, μοναχική, εξουσιαζόμενη και ταπεινωμένη, καλοντυμένη κι εξαγορασμένη, δυστυχισμένη.
Η μεγάλη συγγραφική εμπειρία σου συγγραφέα ερμηνεύει και τα βασικά πλεονεκτήματα της αφήγησης του βιβλίου. Η ιστορία εξελίσσεται χωρίς περιττά λίπη, με διατυπώσεις ευσύνοπτες. Ο χώρος παρουσιάζεται με τη χρήση μικρών αλλά εύστοχων τρόπων. Οι χαρακτήρες διαγράφονται με κείνες μόνο τις γραμμές που είναι απαραίτητες, ώστε να αφήνεται στο μυαλό του αναγνώστη η ελευθερία να ολοκληρώσει αυτός το πορτρέτο του κάθε ήρωα. Το χρονικό αφηγηματικό σχήμα έξι καλοκαίρια λειτουργεί με το πλεονέκτημα να χρησιμοποιεί τους κύκλους των εποχών. Τέλος το κείμενο διατρέχουν εσωτερικά και εξωτερικά πολλά αντιθετικά ζεύγη , όπως: πόλη - χωριό, άντρας – γυναίκα, γονιός – παιδί, καλοκαίρι – χειμώνας, πλούτος – στέρηση, ηδονή – φόβος, εξουσία –αντίσταση, έρωτας – μαρασμός, πλατεία του χωριού – ιδιωτικός χώρος, νεανικό σφρίγος – γεροντική παραλυσία, συναλλαγή – εξιδανίκευση.
Καθώς διάβαζα το Μέλι κόλλησε στα χείλη, σκέφτηκα αρκετές φορές πως το αυτό το βιβλίο συνομιλεί με την παράδοση του λαϊκού αισθηματικού μυθιστορήματος, που άνθισε στην Ελλάδα κάποιες παλιότερες δεκαετίες. Παρενθετικά αναφέρω πως χάρις σε αυτό, κακά τα ψέματα, ζήσαμε την πρώτη μαζικοποίηση της ανάγνωσης. Χάρις σε αυτό το είδος για πρώτη φορά θα γνώριζαν το μυθιστόρημα οι λαϊκοί καθημερινοί άνθρωποι, που δεν είχαν πρόσβαση στα αστικά σαλόνια και στους αποκωδικοποιητές μιας κλασσικής παιδείας. Σ’ αυτό το είδος του μυθιστορήματος νομίζω πως είχαμε να κάνουμε με πραγματικούς, καθημερινούς ανθρώπους της διπλανής πόρτας, ανθρώπους όμως μιας κοινωνίας η οποία είχε συμπαγή χαρακτηριστικά και ασφαλείς οδοδείκτες. Στο μυθιστόρημα για το οποίο μιλάμε απόψε ο Μ. Κοντολέων καταφέρνει να επαναπροσδιορίσει τον «λαϊκό άνθρωπο» μέσα σε μια εποχή σύγχυσης και κυρίως σε μια εποχή μετάβασης. Οι βασικοί ήρωες που είναι και συντελεστές της πλοκής είναι λαϊκοί άνθρωποι με μια λαϊκότητα όμως κλωνοποιημένη, και με μια κάποια χυδαιότητα η οποία πηγάζει από την ορφάνια της κοινοτικής παράδοσης, με μια αδυναμία διαχείρισης ενός λαμπερού καταναλωτικού κόσμου, ο οποίος τους ξεπερνά και τους συνθλίβει. Κι όμως είναι και αυτοί άνθρωποι της διπλανής πόρτας, άσχετα αν αυτή η πόρτα είναι τώρα πόρτα ασφάλειας,  σε σπίτια χτισμένα με ξέφρενα δάνεια χωρίς αντίκρισμα. Παρ’ όλα αυτά το βιβλίο ξεκινάει με μια προμετωπίδα του Σαίξπηρ από τον Μακμπέθ, γιατί ο συγγραφέας γνωρίζει πολύ καλά πως η τραγικότητα αφορά και πεπαιδευμένους και αμαθείς. Υπάρχει πάντως μία σημαντική διαφορά νομίζω ανάμεσα σ’ ένα λαϊκό μυθιστόρημα της παλιάς εποχής και στο σημερινό εγχείρημα του Κοντολέων, το οποίο βέβαια δεν αποτελεί λαϊκό μυθιστόρημα, αλλά αφουγκράζεται τους ήχους και τις αρμονικές του. Στα παλιά  αναγνώσματα της δεκαετίας του 50 και του 60 είχαμε δίπλα στους μοχθηρούς και στους αδίστακτους χαρακτήρες και αναστήματα φωτεινά, ανθρώπους θετικούς που εξέφραζαν τις ροπές μιας ολόκληρης κοινωνίας προς εξισορρόπηση και δικαιοσύνη. Στο Μέλι κόλλησε στα χείλη ο Κοντολέων αφαιρεί, χειρουργικά θα ’λεγε κανείς, όλα αυτά που θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως αντιστήριγμα και ελπίδα. Φως έχει μόνο η φύση, τα πλατάνια, οι καστανιές, τα πουλιά, η αλλαγή των εποχών. Οι άνθρωποι είναι υποχείρια μιας αδυσώπητης μυθιστορηματικής σκοτεινιάς, τεχνικά αξιοζήλευτης.

Η ανακάλυψη του σώματος του άλλου γίνεται μόνο μέσα από μια αβίαστη αμοιβαιότητα –μας λέει ο συγγραφέας.

Μια διασκευή του κειμένου αυτού δημοσιεύτηκε και στο ηλεκτρονικό περιοδικό diastixo -  http://www.diastixo.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=1203%3Ameli-xeili&catid=44%3Aelliniki-pezografia&Itemid=93

26.4.13

"Μέλι κόλλησε στα χείλη" -γνώμες αναγνωστών (γ)





Λοιπόν Μάνο είσαι μεγάλος μάστορας.
 Είναι πάνω από δεκαπέντε ημέρες που διάβασα το τελευταίο σου βιβλίο «μέλι κόλλησε στα χείλη» και το αναμασούσα νοερά, πράγμα που κάνω συνήθως, εάν αυτό που διαβάζω μου φανεί ενδιαφέρον. Έφτασα λοιπόν στην ώρα του απολογισμού, τη στιγμή που πρέπει ή να το κρατήσω στη μνήμη μου, ή να το πετάξω κι άρχισα να απαριθμώ –μέσα μου- τα καλά και τα κακά του, να τα βάζω στη ζυγαριά, ώστε να μπορώ να πω σ’ ένα φίλο που θα ζητήσει τη γνώμη μου, «διάβασέ το», ή  να μην πω τίποτα, που κι αυτό είναι μια τακτική προκειμένου να μην κακολογήσω κάτι που είτε διάβασα βιαστικά, ή σε ώρα ακατάλληλη, ή τελικά κάτι που για υποκειμενικούς λόγους δεν μου άρεσε. Λοιπόν το «μέλι» είναι ένα καλογραμμένο βιβλίο με δυνατούς και ωραία αποδοσμένους χαρακτήρες με πλοκή που σε κρατάει απ’ την αρχή ως το τέλος. Περιγράφει την «ανάπτυξη» ( γράφε κατάντια)  ενός ειδυλλιακού χωριού και την αγωνία κάποιων νέων ανθρώπων  να φτιάξουν τη ζωή τους μένοντας σ’ αυτό ή φεύγοντας. Η Μέλω, η κεντρική  ηρωίδα του βιβλίου ερμηνεύοντας την προφητεία μιας γύφτισσας  σύμφωνα με την επιθυμία της, κάνει έναν βιαστικό κι αταίριαστο γάμο και «φεύγει» σε μια ζωή που δεν την οδηγεί πουθενά, ή μάλλον την οδηγεί σε ένα αναπότρεπτο τέλος. Ο  Σήφης, ο αρσενικός  ήρωας, ένας λαϊκός αυτοδημιούργητος, πλούσιος «άντρας», παντρεύεται    τη Μέλω για να καλύψει τις δικές του φαντασιώσεις  και να καλύψει τα προσωπικά του προβλήματα.
Γύρω τους πλέκεται ο μύθος του μυθιστορήματος: φίλοι και συγγενείς, συγχωριανοί και αμφιλεγόμενοι φίλοι, το αστικό τοπίο  μιας επαρχιακής πόλης, το μεταβαλλόμενο τοπίο του χωριού, το σεξ, κυρίαρχο  και σ’ αυτό  το μυθιστόρημα, και το τέλος, που δεν μπορώ να ονομάσω απρόβλεπτο γιατί πριν απ’ αυτό υπάρχει ένα αδιέξοδο. Κι όπως όλα τα  αδιέξοδα τελειώνει εκεί που δεν υπάρχει πιο πέρα.
Ηθικό δίδαγμα (σύμφωνα με  το παιδάκι της γ’ δημοτικού που σε εντυπωσίασε):Διαβάστε το «μέλι».Κι αν και σ’ αυτό το μυθιστόρημα δεν υπάρχει μέλι για τον αναγνώστη, θα βρει σίγουρο υποκατάστατο στην ευχαρίστηση της ανάγνωσης.

Μάρω Κερασιώτη
(Κεραμίστρια - Συγγραφέας) 


Πουθενά δεν κόλλησε το μέλι τελικά. Μέλι γλυκό. Για μια ζωή. Μέλι που κολλαει στα χείλη όταν ερωτεύεσαι. Μέλι που γεμίζει το σπίτι με θορύβους και ήχους παιδικούς.

18 χρονών η Μέλω. Σε χωριό μικρό. Με ανθρώπους χωρίς μέλι στα χείλη. Που δεν γνώριζαν την γεύση του.

Δεν κολλάει στα χείλη σου μέλι και ας είναι Μέλω το όνομά σου. 
Δεν κολλάει μέλι στα χείλη όταν πενθείς για μέλλον που δεν έχει φτάσει ακόμα.
Δεν κολλάει μέλι στα χείλη τα βουτηγμένα σε μίσος για έναν κόσμο που μόλις γνώρισες. 
Δεν μπορεί να κολλήσει στα χείλη μέλι αν δεν γίνεις αετός να το βρεις. 
Σπουργίτι στο χωριό του Πηλίου η Μέλω. Με μέλι τα χείλη στα καλντερίμια.
Σπουργίτι. Κολλούσε μέλι στα χείλη της ανάμεσα στα παραδοσιακά σπίτια με τις πέτρινες αυλές και ξύλινα παράθυρα.
Μέλι κολλούσε στα χείλη της στο πανηγύρι στην εκκλησία του Άγιου που μαρτύρησε. 
Μέλι κολλούσε στα χείλη της στο πρώτο εφηβικό φιλί, με την πρώτη δουλειά το καλοκαίρι. Μέλι κόλλησε στα χείλη μέσα στις πρόβες της θεατρικής παράστασης. Μέλι κόλλησε στα χείλη με την αποστήθιση του ρόλου της. Που αντανακλούσε το είναι το δικό της.

18 χρονών η Μέλω. Πασχίζουν τα νιάτα να φύγουν από το χωριό. Άπληστα να βρουν περισσότερο μέλι. Να κολλήσει παντού.. Σε όλα τα μέλη του σώματος. Και στα πιο απόκρυφα. 18 χρονών. Μαζί με τα υπόλοιπα σπουργίτια να γίνει αητός. Να βρει το μέλι έξω. Κάπου. Ο ορίζοντας που έβλεπε από το παράθυρό της είχε χρώμα μελί και την ξεγέλασε. Δεμένη στη φτώχια η Μέλω. Σπουργίτι χωρίς βοήθεια. Σπουργίτια με μορφή αετού για να κρύβουν όσα δεν τόλμησαν ο συγγραφέας και η σκηνοθέτης.
- Λίγο μέλι, σας παρακαλώ. Τόσο δα. Να, εδώ στα χείλη.
-Φύγε!
-Λίγο. Στα χείλη μόνο.
-Φύγε! Νερό μόνο.
-Δεν κολλάει στα χείλη.
-Φύγε!
Έφυγε. Το βάζα ένα για τον καθένα. Όχι για εκείνη. Δεν υπάρχει μέλι σε αρρωστημένα σεξουαλικά βίτσια. Ταξιδιώτισσα η Μέλω του παντός με κιθάρα αλαλάζουσα. Πλήθος το μέλι τώρα πίσω στη φωλιά της. Από την αρχή. Για λίγο όμως. Για πολύ λίγο.

Η γραφή του Μάνου Κοντολεων μας έκανε να ζήσουμε στο Πήλιο. Είδαμε από το παράθυρο το Βόλο και τη θάλασσα. Αναρωτηθήκαμε πόσο μπερδεύονται τα δίχτυα του μυαλού. Διαβάσαμε για συνεχείς βιασμού. Όχι από τους συνηθισμένους. Θελήσαμε να πάρουμε αγκαλιά χούφτες μέλι. Για την Μέλω που βρέθηκε από εκείνο μακριά και ας είχε τα χέρια της ορθάνοιχτα και Μέλω ήταν το όνομά της.

Φωτεινή Τζέκου-Οικονόμου

ΜΟΥ ΑΡΕΣΕ ΠΟΛΥ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ, ΓΙΑΤΙ Η ΜΕΛΩ ΠΑΡΟΛΟ ΠΟΥ ΧΑΝΕΙ ΤΟ ΔΡΟΜΟ ΤΗΣ, ΠΙΣΤΕΥΕΙ ΣΕ ΚΑΤΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟ ΚΑΙ ΠΑΛΕΥΕΙ ΜΕΣΑ ΤΗΣ ΓΙ΄ΑΥΤΟ... ΑΓΩΝΙΖΕΤΑΙ ΝΑ ΒΡΕΙ ΤΟ ΜΕΛΙ ΤΗΣ!

Μαρία Πολυχρονάκη

24.4.13

Το "Μέλι" στο www.BookPress.gr


Του  Γιώργου Συμπάρδη
Το «Μέλι» που από πολύ νωρίς «κόλλησε στα χείλη» της νεαρής ηρωίδας του Μάνου Κοντολέων αντιπροσωπεύει την προσδοκία της προσωπικής και ερωτικής της πληρότητας, τα λεγόμενα «εφηβικά» όνειρα και την πρόγευση μιας μελλοντικής και αναμενόμενης ευτυχίας. Η Μέλω –σ' αυτό το συμβολικό όνομα ακούει το νεαρό κορίτσι- μεγαλώνει σε ένα μικρό και άδοξο χωριό του Πηλίου, που δεν προσδιορίζεται και που ίσως φέρει το όνομα κάποιου Αγίου, του ψευδώνυμου Νεαρού Άγιου, όπως το θέλει ο συγγραφέας.
Κατακαλόκαιρο, στο πανηγύρι του χωριού και του Αγίου του, η Μέλω, που δεν έχει ακόμα τελειώσει το σχολείο, και η κολλητή της φίλη Αναστασία ορέγονται και έλκονται από τα σιροπιαστά παστέλια ενός πλανόδιου πωλητή, αλλά όταν πλησιάζουν στον πάγκο του έρχονται αντιμέτωπες με μίαν αθέατη, μέχρι εκείνη τη στιγμή, γριά τσιγγάνα, που κάθεται εκεί δίπλα σε χαμηλό σκαμνί και ζητάει επίμονα από τα νεαρά κορίτσια να απλώσουν την παλάμη για να διαβάσει τις γραμμές της ζωής καθεμιάς και να προβλέψει τη μοίρα τους. Ο χρησμός της Αναστασίας είναι σαφής και το μάντεμα για το μέλλον της ευοίωνο. Η Αναστασία αντιπροσωπεύει την κανονικότητα και ο βίος της πρόκειται να ομοιάσει με τους βίους των περισσότερων συνομηλίκων της κοριτσιών του χωριού και της σειράς της. Για τη Μέλω, την κεντρική ηρωίδα του μυθιστορήματος, τα πράγματα είναι ολωσδιόλου διαφορετικά. Η τσιγγάνα όχι μόνο αρνείται να προβλέψει το οτιδήποτε αλλά και την προτρέπει να φύγει. «Φύγε», της λέει και της ξαναλέει, και αμέσως ύστερα βιάζεται να εξαφανιστεί σ' ένα φορτηγάκι πίσω από τον πάγκο με τα μέλια και τα παστέλια.
Η παραπάνω σκηνή, που προεικάζει την δραματική κατάληξη της ηρωίδας, καταλαμβάνει το πρώτο από τα 42 κεφάλαια του βιβλίου. Ο Κοντολέων, γνώστης των τεχνικών της αφήγησης, σπεύδει, ήδη από την αρχή, να προϊδεάσει τον αναγνώστη για τη σκοτεινή μυθιστορηματική χώρα στην οποία πρόκειται να εισέλθει, αλλά και να δημιουργήσει το σασπένς και να στήσει τα πλόκια της εξιστόρησης που ακολουθεί. Η νεανική ερωτική σχέση της Μέλως με ένα από τα παλικάρια του χωριού, τον Αργύρη, που υπηρετεί τη θητεία του στο στρατό, ολοκληρώνεται, κι ενώ πράγματι στη σωματική επαφή της μαζί του η Μέλω «φεύγει», την ίδια στιγμή, η άλλη φυγή της, η ουσιαστική, από τον επαρχιακό μικρόκοσμο του άσημου χωριού της, ματαιώνεται γιατί εκείνος αρνείται να δεσμευτεί.
Ας φύγουμε!...
Την κοιτά ξαφνιασμένος ο Αργύρης.
«Έλα!» επιμένει εκείνη.
Δεν είναι πόνος αυτό που ξαφνικά την κάνει να τεντώσει τα πόδια… Υπόσχεση αλλαγής είναι…
Φεύγω;…
Ναι, στο γέμισμα που πλημμυρίζει το σώμα της, η Μέλω είναι έτοιμη να δώσει το όνομα της φυγής που ονειρεύεται.
Μα ο Αργύρης ξαφνικά απομακρύνεται. Βγαίνει από μέσα της. Τα βογκητά του ακουμπάνε πάνω στα βότσαλα… Τα υγρά του τα βότσαλα λεκιάζουν.
Και η Μέλω είναι σίγουρη πως ακούει τη γύφτισσα να καγχάζει…
«Φύγε!» ‒ από πότε γριές μάγισσες κατεβαίνουν σε λιμανάκια, τριγυρνούν σε βράχους και κογιονάρουν ξεγελασμένα όνειρα;
Παρέθεσα το παραπάνω απόσπασμα γιατί είναι ενδεικτικό της λεπτότητας που επιστρατεύεται αλλά και των μέσων και της εξαιρετικής φειδούς με την οποία δίνονται οι ερωτικές σκηνές στο «Μέλι κόλλησε στα χείλη». Ομιλώ εν προκειμένω για τη γενικότερη οικονομία την οποία ο συγγραφέας ορθά κρίνει ως απαραίτητη προκειμένου να θωρακίσει το πολύ επικίνδυνο και τολμηρό υλικό του. Στο μυαλό της ηρωίδας του, η ερωτική πλήρωση και η φυγή από τη μιζέρια του χωριού της ταυτίζονται. Ο γάμος της, στη συνέχεια, μ' ένα κατά πολύ μεγαλύτερό της Βολιώτη, τον ερωτικά κοσμογυρισμένο Σήφη, τον εθισμένο σε συνευρέσεις που φέρνουν «μαζί με την ηδονή και τον πόνο», θα την εισαγάγει σ' ένα σκοτεινό κόσμο από τον οποίο θα δραπετεύσει πληρώνοντας, στο τέλος, βαρύ προσωπικό και ηθικό τίμημα.
Αν όμως αυτό είναι το σε γενικές γραμμές πλαίσιο του μύθου και το στημόνι της εξιστόρησης, το χωριό της Μέλως και του Νεαρού Αγίου, καθώς και ο χρόνος στον οποίο διαδραματίζεται το «Μέλι», αποτελούν το υφάδι της. Το άσημο μέχρι πρότινος χωριό, που ανακαλύπτεται από τους αστούς εκδρομείς και ανοικοδομούμενο μεταβάλλεται σε τουριστικό θέρετρο, και η συνακόλουθη ευμάρειά μας στα τέλη του περασμένου αιώνα, που μετατρέπεται στις αρχές του παρόντος σε ευωχία, με τους χωρικούς να πωλούν ένα κομμάτι γης ή ένα ερειπωμένο σπίτι για να αναγείρουν ένα πολυτελές καινούργιο, και να συμμετέχουν στο φαγοπότι, ακόμα κι αν δε γίνεται ευθύς εξ αρχής αντιληπτό από τον αναγνώστη, υφαίνουν, αργά αλλά σταθερά, τον ιστό μέσα στον οποίο πιάνεται εν τέλει και η ηρωίδα. Εξ άλλου τα ευδαιμονικά της όνειρα για φυγή και για το μέλι του έρωτα είχαν ήδη από πολύ νωρίς, το ίδιο όπως και η τσιγγάνα του πρώτου κεφαλαίου, προαναγγείλει την πτώση της στην παγίδα.
Από τον Νεαρό Άγιο στη φυγή και τη λύτρωση
Για να δικαιολογήσει τη σχετική αοριστία του τόπου στον οποίο διαδραματίζεται το «Μέλι», ο Κοντολέων προτάσσει ως μότο του βιβλίου του ένα απόσπασμα από «Το σπίτι με τα εφτά αετώματα» του Ναθαναήλ Χόθορν. Όμως η εξακρίβωση της ταυτότητας του Νεαρού Αγίου και του χωριού του ελάχιστα απασχολεί τον σημερινό αναγνώστη. Η φανταστική επαρχία Γιοναπατάουπα που επινόησε ο Ουίλιαμ Φώκνερ, προκειμένου να χωρέσουν σε αυτήν όλες οι επαρχίες του αμερικάνικου νότου, «Η μικρή μας πόλη» του Θόρντον Ουάϊλντερ, που παραμένει ανώνυμη για παρόμοιους λόγους, όπως και οι πλείστες άλλες ψευδώνυμες, ανώνυμες και φανταστικές πολιτείες, οι οποίες υποστήριξαν ανάλογα συγγραφικά εγχειρήματα στο παρελθόν, τον αναγνώστη τον έχουν πλέον εθίσει.
Ο Μάνος Κοντολέων ισχυρίζεται πως όταν είναι ή θέλει να είναι αισιόδοξος, τότε γράφει για παιδιά, ότι όταν ονειρεύεται μιαν επανάσταση, γράφει για εφήβους, και πως όταν φοβάται, τότε είναι πια που γράφει για τους ενήλικες. Τελειώνοντας, θέλω κι εγώ να παρατηρήσω ότι από τα βιβλία του που γνωρίζω, δηλαδή από την «Αφήγηση» και την «Ιστορία Ευνούχου» και τις «Ερωτικές Ιστορίες μιας Παιδικής Ηλικίας», συμπεραίνω πως εάν πραγματικά κάτι φοβάται, αυτό είναι οι δικοί του δαίμονες, πως όταν γράφει βιβλία σαν το «Μέλι κόλλησε στα χείλη», ο Κοντολέων ανασκαλεύει τον προσωπικό του βυθό κι από αυτόν ανασύρει τις συγγραφικές αλλά και ανθρώπινες εμμονές του.
* Ο Γιώργος Συμπάρδης είναι συγγραφέας. Το τελευταίο του βιβλίο, το μυθιστόρημα "Υπόσχεση Γάμου", κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο. Το παραπάνω κείμενο διαβάστηκε κατά την παρουσίαση του βιβλίου σε εκδήλωση στο βιβλιοπωλείο Ιανός, στις 16 Απριλίου 2013.

Δε με λένε Ρεγγίνα… Άλεχ με λένε



Ξεκινώ τις βιβλιοπαρουσιάσεις στη στήλη «Βιβλία για νέους» του Μαγικού Κόσμου του Παιδικού Βιβλίου με ένα βιβλίο που ανήκει στην οικογένεια Σύγχρονη Λογοτεχνία για Εφήβους από τις εκδόσεις Πατάκη. Ένα μυθιστόρημα που καταπιάνεται με το ακανθώδες ζήτημα  της εκμετάλλευσης των νέων αλλά και της προσφυγιάς. Πρόκειται για το μυθιστόρημα «Δε με λένε Ρεγγίνα... Άλεχ με λένε»
του Μάνου Κοντολέων.
Η ζωή δύο νέων ανθρώπων, της Ρεγγίνας και του Άλεχ, ανατρέπεται βίαια εξαιτίας ραγδαίων πολιτικών αναταραχών στη χώρα τους. Το βιβλίο χωρίζει μια νοητή αφηγηματική γραμμή σε δύο μέρη. Στο α΄ μέρος, έως τη μέση περίπου, ο συγγραφέας μιλά για μια νεαρή έφηβη, τη Ρεγγίνα. Η Ρεγγίνα καλείται από τη μια στιγμή στην άλλη να επιβιώσει σε συνθήκες πολέμου, να προστατέψει τα αδέλφια της και το κυριότερο, τον εαυτό της. Η φράση «Ρεγγίνα σημαίνει βασίλισσα» επαναλαμβάνεται συχνά μέσα στις σελίδες για να θυμίσει ότι η ηρωίδα μεγάλωσε με αρχές, με ήθος, με αξιοπρέπεια μα προπαντός με όνειρα και προσδοκίες για τα μεγάλα από τους γονείς της. Ούτε οι ίδιοι δεν πίστευαν τι τους επιφύλασσε η μοίρα. Ο ένας μετά τον άλλον χάνονται σε μια χώρα που τελεί υπό διάλυση ενώ οι γύπες της ζωής έχουν βγει σεργιάνι και έχουν κατασπαράξει την ήρεμη μικρή περίοδο της εφηβείας της Ρεγγίνας. 
Στο β΄ μέρος η αφήγηση έχει να κάνει με τον Άλεχ. Ο Άλεχ αρχικά χάνει τον πατέρα του. Στη συνέχεια, η μητέρα του χάνει τα λογικά της και μένει μόνο ο ίσκιος της, που γι’ αυτόν θα παλέψει ο Άλεχ με νύχια και με δόντια. «Άλεχ σημαίνει προστάτης», συνεχώς επαναλαμβάνεται το όνομα του πρωταγωνιστή για να δηλωθεί έμμεσα το «πρέπει», το χρέος.
Δυστυχώς, όμως, η ζωή έχει άλλα κατά νου για τους δυο νέους. Δύο πρόσωπα, δυο διαφορετικές ιστορίες; Πού τέμνονται οι ζωές τους, σε μια εποχή που βάναυσα γύρισε σελίδα για τους δυο τους;
Τα πρώτα εφηβικά ερωτικά σκιρτήματα θα συντηρήσουν το όνειρο για μια άλλη καλύτερη ζωή. Θα είναι η καύσιμη ύλη για την απόδραση από τη στυγνή πραγματικότητα που βιώνουν. Μια απόδραση, όμως, που θα παραμείνει μόνο μια σκέψη, μια αναπόληση που διατρέχει τις σελίδες του βιβλίου, τονίζοντας την απόλυτη κοινωνική σήψη.
Με σύγχρονο λόγο ο συγγραφέας αγγίζει θέματα που καίνε, που πονάνε. Δεν ωραιοποιεί τις καταστάσεις, δεν μασάει τα λόγια του. Το τίμημα της επιβίωσης πολύ ακριβό και για τους δύο νέους. Εκεί, θαρρώ, πως τέμνονται οι ζωές τους κι από παράλληλες διασταυρώνονται για να φύγουν  πάλι σαν ευθείες κάπου στο διάστημα του προσωπικού τους δράματος.
Για να επιβιώσουν πρέπει να πουλήσουν σώμα και ψυχή, αξιοπρέπεια αλλά και αρετή. «Ζεις σημαίνει πως πουλάς τα πάντα». Οι ήρωές του μοιάζουν να εγκλωβίζονται και να μην μπορούν να ξεφύγουν από τη μοίρα τους. Μπορούν όμως, ακόμα και όταν τα αδηφάγα όρνεα κατασπαράζουν το νεαρό σώμα τους, να ονειρεύονται  την υπόσχεση μιας άλλης ζωής. Αυτό κανείς δεν μπορεί να τους το στερήσει.
Οι ήρωες του βιβλίου δεν είναι μοιρολάτρες ούτε δέχονται παθητικά το τεράστιο βουβό κύμα που έρχεται από τα μεσοπέλαγα να τους πνίξει. Προσπαθούν,  αντιστέκονται, θέλουν να βρουν δουλειά, παρακαλώντας, χτυπώντας πόρτες κλειστές. Μια βίαιη ενηλικίωση καραδοκεί σε κάθε τους βήμα. Ο κίνδυνος ελλοχεύει παντού και τα πρόσωπα που θα τους δώσουν το εισιτήριο για την άλλη πλευρά του ποταμού είναι τόσο δυνατά σκιαγραφημένα σχεδόν κινηματογραφικά, που σου γεννούν αρνητικά συναισθήματα.
Οι σελίδες της παιδικότητας σκίστηκαν βίαια. Ακόμα και αυτή η ελπίδα δεν θα τους σώσει. Ούτε οι αναμνήσεις που χρησίμευαν σα σανίδα σωτηρίας στη φουρτουνιασμένη θάλασσα των ολοένα και περισσότερων διαλυμένων κρατών ανά την υφήλιο.       
Ο συγγραφέας έντεχνα δεν αναφέρεται σε συγκεκριμένη χώρα μιας και παρόμοιες εικόνες σαν την πολεμική ατμόσφαιρα, τη μετανάστευση και την τύχη των ανθρώπων της, θα μπορούσε να συναντήσει κανείς σε ανατολή και δύση. 
Εμφύλιος πόλεμος, απολυταρχικό καθεστώς, εμπόλεμη κατάσταση, βομβαρδισμοί, ανεργία, θάνατος, η απόλυτη φτώχεια, όλα υπονοούνται με μια δυνατή αφηγηματική πένα χωρίς να ονοματίζονται. «Η χώρα χωρίστηκε στα δυο, όσοι μένανε στο Εκεί θέλανε να πάρουν το Εδώ..», ο συγγραφέας διαλέγει το μελάνι της αθωότητας για να περιγράψει εικόνες πολέμου. Τα ψημένα κρεμμύδια, η λάσπη, ο ιδρώτας αποτυπώνουν ευρηματικά τη φυσιογνωμία της χώρας αλλά και τις συνθήκες διαβίωσης.    
Στη σημερινή άνυδρη εποχή μας, στην εποχή της κρίσης, που όλα έχουν ανατραπεί, η συνάντηση των εφήβων αναγνωστών με αυτό το βιβλίο έχει πολλά να τους πει. Το σημαντικότερο ότι η ανατροπή είναι μέρος της ζωής μας. Κατά κάποιο τρόπο τους προειδοποιεί να μη θεωρούν τίποτα δεδομένο.
Αν και περίμενα το τέλος του λίγο πιο ελπιδοφόρο κι αισιόδοξο, εντούτοις με κράτησε με κομμένη αναγνωστική ανάσα γεμάτη αγωνία ως την τελευταία λέξη για την τύχη των ηρώων του. Έκλεισα το βιβλίο με μια γεύση πικραμύγδαλου στο στόμα, σαν ένα παλιότερο βιβλίο του ίδιου του συγγραφέα που εκδόθηκε το 1996, χωρίς, όμως, να με έχουν σοκάρει οι σκηνές μα με τη σκέψη ότι ο Κοντολέων γράφει για νέους.  Για να τους χαρίσει γυαλιά να βλέπουν καλύτερα τον κόσμο που τους περιβάλλει. Δεν θέλει να ζουν μέσα σε φούσκα προστασίας. Ίσως, γιατί ο ίδιος γνωρίζει ότι η εφηβική λογοτεχνία πρέπει να φωτίζει και τις δύσοσμες πτυχές της ζωής.
Το βιβλίο αναγράφηκε στη Βραχεία λίστα Κρατικών Βραβείων Παιδικού Βιβλίου 2011 στην κατηγορία Εφηβικού-Νεανικού Λογοτεχνικού Βιβλίου
Διαβάζεται με μια πνοή και από ενήλικες αναγνώστες.

Αναστασία Ευσταθίου

23.4.13

Η Τέσυ Μπάιλα για το "Μέλι κόλλησε στα χείλη"

http://www.culturenow.gr/21034/book-review-meli-kollhse-sta-xeilh-manos-kontolewn


Μοιάζει με παραμύθι. Ή τουλάχιστον κάπως έτσι, με τη γλύκα του παραμυθιού να κολλάει στην ψυχή του αναγνώστη αρχίζει το βιβλίο του Μάνου Κοντολέων, Μέλι κόλλησε στα χείλη που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πατάκη. Μια ιστορία που εκτυλίσσεται σε ένα ορεινό χωριό του Πηλίου, τόπο για τον οποίο ο συγγραφέας τρέφει μια ιδιαίτερη αγάπη. Η Μέλω η κεντρική του ηρωίδα και τρεις άντρες. Ο Αργύρης, ο Σήφης και ο Λαέρτης. Και οι τρεις να σηματοδοτούν με την προσωπικότητα αλλά και τη δράση τους την προσπάθεια της Μέλως να ξεφύγει από τα στενά γεωγραφικά όρια του τόπου της και να ανοίξει τα φτερά της σε μια άλλη ζωή, να ταξιδέψει σε έναν νέο ορίζοντα. Και μια φωνή που παλεύει μέσα της και επαναλαμβάνεται διαρκώς, ένα «φύγε», βασανιστικά μοιραίο και αέναο, ακριβώς για να περάσει στον αναγνώστη την ένταση που βιώνει η ηρωίδα.
 Η Μέλω γίνεται για τον Κοντολέων το σύμβολο μιας εσωτερικής συγκρότησης και ο συγγραφέας αποκαλύπτει με το έργο του πόσο πολύ τον ενδιαφέρει ακριβώς αυτή η εσωτερική πάλη των ανθρώπων, η ψυχολογική αναμέτρηση με τον ίδιο τους τον εαυτό, αφού αυτό τελικά που η Μέλω πρέπει να ξεπεράσει δεν είναι η περιορισμένη ζωή σε μια κλειστή κοινωνία όσο ο ίδιος της ο εαυτός. Η Μέλω γίνεται ένας εμβληματικός χαρακτήρας που ζει μια πλήρη αποδόμηση της προσωπικής της ζωής στην προσπάθειά της αυτή. Οι άντρες που δορυφορικά στροβιλίζονται γύρω της δεν μπορούν την βοηθήσουν. Ο Αργύρης, πρώτος της έρωτας, είναι ο ίδιος εγκλωβισμένος στις δικές του δεσμεύσεις και ο Σήφης, ο άντρας της, θα γίνει απλώς η αρχή στο ταξίδι της Μέλως προς την υποταγή. Και είναι σ’ αυτό ακριβώς το σημείο που το μυθιστόρημα αλλάζει δραματικά. Από ένα τρυφερό, μελένιο παραμύθι γίνεται μια συγκλονιστική «μαχαιριά» που εισβάλει ορμητικά στο σώμα της αναγνωστικής διαδικασίας και συνταράζει τον αναγνώστη. Η Μέλω θα παρασυρθεί σε ένα ταξίδι που τελικά θα την οδηγήσει σε έναν κόσμο που εκείνη νομίζει ότι χρειάζεται για να ζήσει. Η ίδια είναι ένα αισθαντικό άτομο που «στάζει μέλι από παντού». Κι όμως, η Μέλω πολύ σύντομα θα χάσει από τα χείλη της τη γεύση του έρωτα, τη γεύση του μελιού που τόσο έχει ανάγκη να νιώθει κολλημένη στα χείλη της. Φταίει που καμιά φορά, όπως και η ίδια η ζωή, το μέλι είναι πικρότερο κι από δηλητήριο. Και τότε θα καταλάβει ότι όταν ανήκεις κάπου παύεις σιγά σιγά να ανήκεις στον εαυτό σου.
Ο Σήφης θα κυριαρχήσει επάνω της, επάνω στο σώμα της, στη σκέψη της, στο είναι της, δεν θα καταφέρει όμως να κατακτήσει ποτέ την ψυχή της, επειδή η Μέλω αναζητά την ελευθερία της, την ελευθερία που μόνο ο Λαέρτης, περαστικός από την περιοχή τσιγγάνος θα της δείξει ότι υπάρχει. Μέσα από τη σχέση της με τον φλογερό αυτόν άντρα η Μέλω θα αντικρίσει τα σύνορα της προσωπικής της αξιοπρέπειας και θα τα σπάσει για να μπορέσει επιτέλους να ανασάνει ελεύθερα. Η σχέση της μαζί του δεν θα περιοριστεί σε μερικές ερωτικές συνευρέσεις αλλά θα γίνουν το εφαλτήριο για μια νέα αρχή. Η Μέλω μπροστά την παρακμή, τον πόθο, τη βίαιη κατάκτηση από τον κατακτημένο θα αντιτάξει τον έρωτα και την αγάπη και θα κατανοήσει  ότι αυτό που τόσο καιρό είχε χάσει ήταν ακριβώς η αίσθηση ευθύνης απέναντι στον εαυτό της, μια αίσθηση που χάνουν όλοι όσοι περνούν τη ζωή τους υποταγμένη σε επιθυμίες και ανθρώπους. Ο Λαέρτης θα φύγει κι αυτός με τη σειρά του από τη ζωή της  όμως τώρα πια η Μέλω θα έχει επαναπροσδιορίσει τις ανθρώπινες συντεταγμένες της και δεν θα νοιάζεται πια. Θα έχει μάθει ότι στη ζωή ακολουθεί κανείς το δικό του προσωπικό πεπρωμένο κι όχι το πεπρωμένο των άλλων κι αυτό θα της δώσει τη δύναμη να βαδίσει ολόισια στη πορεία των δικών της αποφάσεων.
Ο Κοντολέων παρακολουθεί τη Μέλω από κοντά καταγράφοντας με έναν ανελέητο ρεαλισμό την ανάσα της, τις σιωπές και τους ήχους της, τους δισταγμούς και τις αποφάσεις της. Συμμετέχει σε  όλες τις ψυχολογικές ακροβασίες της και- τόσο γοητευτικά είναι η αλήθεια- καταφέρνει να νιώσει κι αυτός  τις συγκινισιακές διακυμάνσεις της συμπεριφοράς της και να μας κάνει να βιώσουμε μαζί της όλες τις υπαρξιακές ανατροπές της. Γιατί η Μέλω θα ανατρέψει τα πάντα για ένα «τραγούδι». Ένα τραγούδι που δεν θα μπορέσει να ακουστεί κι αυτό θα της δώσει τη δύναμη να αντικρίσει τη δική της ευθύνη. Και να την αναλάβει ως το ύστατο όριο. Η Μέλω προχωρεί πια με πλήρη συναίσθηση προς τη μοίρα της, μια μοίρα που για πρώτη φορά στη ζωή της έχει η ίδια επιλέξει.

Το τέλος του βιβλίου θέτει νέα ερωτήματα στον αναγνώστη. Με μια μοναδικής αισθητικής παπαδιαμαντική αμφισημία η Μέλω αποφασιστικά και σίγουρα κινείται και κινεί την ιστορία προς την τελική κάθαρση. Κι επειδή ο ρόλος του συγγραφέα είναι να ενεργοποιεί δυνάμεις συγκινισιακής ευαισθησίας και μέσω αυτής να δημιουργεί στην ψυχή του αναγνώστη τον «έλεο και το φόβο», χρησιμοποιώντας «ηδυσμένο λόγο», ο Κοντολέων στο Μέλι Κόλλησε στα χείλη  καταφέρνει να κινήσει τη διαδικασία «μιμούμενος πράξη σπουδαία και τελεία» σε μια σύγχρονη ωστόσο διαχρονική ιστορία.  Ο συγγραφέας σκηνοθετεί ένα ταξίδι ζωής για τη Μέλω του, τόσο εσωτερικό όσο εξωτερικό, ένα ταξίδι που θα αποκαλύψει στην ηρωίδα ότι η προσωπική αφύπνιση είναι πολύ συγκεκριμένη και φτάνει μια στιγμή που όλοι μας καταλαβαίνουμε την αξιακή μας πορεία προς τη μοναδικότητα, για να την πυροδοτήσει.
Αυτά σε πρώτο επίπεδο. Επειδή το Μέλι κόλλησε στα χείλη λειτουργεί ως κείμενο πολυεπίπεδα. Ο Κοντολέων μοιάζει να κατακερματίζει την ίδια την ιστορία του και μέσα από τα κομμάτια της ο αναγνώστης μπορεί να δει κανείς ότι η Μέλω τελικά ήταν απλώς το πρόσχημα στην αγωνία του συγγραφέα να μιλήσει για την παρακμή, την αποδόμηση και τελικά την κοινωνική αφύπνιση της σύγχρονης Ελλάδας. Άλλωστε όπως ο ίδιος λέει: «όταν γράφει για μεγάλους είναι επειδή είναι θυμωμένος». Και ο Κοντολέων μοιάζει πολύ θυμωμένος από μια κοινωνία που σαπίζει. Το έργο του γίνεται ένας ισχυρός καταγγελτικός μονόλογος, ένα δριμύ κατηγορώ απέναντι σε όλα όσα δεν μπορεί να αποδεχθεί η ψυχή του. Ένας μονόλογος σιωπηλός, υποβόσκων  που διαπερνά τον αναγνώστη σαν αιχμηρό δόρυ, βαθιά χωμένο στο αναίσθητο σώμα μιας παρακμάζουσας σύγχρονης κοινωνίας.
Ποτέ άλλοτε ωστόσο ένα δριμύ κατηγορώ δεν κατάφερε να μεταποιηθεί σε τέτοια μουσική ποίηση ήχων και εικόνων. Εικόνες που αγκαλιάζουν το φως του περιγραφόμενου τοπίου και το επιστρέφουν στον αναγνώστη για να μπορέσει εκείνος να δει πιο ξεκάθαρα τη «σκοτεινάγρα του βυθού» μέσα στον οποίο βουλιάζει μια ολόκληρη κοινωνία. Κι όλα αυτά με το γνωστό μελίρρυτο, χυμώδες και ευγενικό λόγο του Μάνου Κοντολέων, χαρακτηριστικό γνώρισμα άλλωστε της ίδιας της προσωπικότητάς του. Κι ο αναγνώστης βλέπει όλα όσα ο συγγραφέας περιγράφει. Βλέπει τους ύπνους «δίχως όνειρα, μα λες κι ένας εφιάλτης είχε σταθεί στο καλντερίμι που έβλεπε το παραθύρι της και της έκανε βουβή καντάδα». Οσμίζεται την «υγρή αγκαλιά των σεντονιών, […] τον ιδρώτα της ζεστής νύχτας,[…] την ανάσα που περπατούσε από την άκρη των χειλιών της μέχρι το λοβό του αυτιού της, […] τη γεύση του μελιού». Και σφίγγεται η ψυχή του αναμετρώντας «ποιο ήταν το δικό της κλουβί». Ακούει τη φωνή της τσιγγάνας να γίνεται η εσωτερική φωνή της ηρωίδας που της μεταφέρει ακατάπαυστα εντός της το αναπόδραστο μήνυμα της φυγής-λύτρωσης, ανατριχιάζει ακούγοντας τους ήχους από το κρεβάτι της Μέλως, συγκλονίζεται από τη διαπίστωση ότι: «καμιά φορά δεν είναι οι εξωτερικές συνθήκες που σου φταίνε, μα ότι μέσα σου υπάρχει κι εσύ το πνίγεις».
Το Μέλι κόλλησε στα χείλη δεν είναι απλώς ένα μυθιστόρημα για τον έρωτα, τον σαρκικό πόθο και τη μοναξιά όπως αναγράφεται στο οπισθόφυλλο του βιβλίου. Είναι η καλειδοσκοπική αποτύπωση μιας σύγχρονης πραγματικότητας στον χάρτινο κόσμο που στήνει με τις λέξεις του ο Μάνος Κοντολέων, ένα έργο που «κολλάει σαν μέλι» στο νου του αναγνώστη και σταδιακά του αποκαλύπτει το βαθύτερο νόημά του.

(Δημοσιεύτηκε 23/4/2013 στο www.culturenow.gr)