11.6.13
5.6.13
Το βιογραφικό μου σε ένα... video
Βιογραφικό μου, το οποίο παρουσιάστηκε στο πλαίσιο της επίσκεψης του συγγραφέα για την έκθεση βιβλίου του 14ου Δημοτικού Σχολείου Ν.Ιωνίας (29/5/2013. Την παρουσίαση έκαναν οι μαθητές της Α' τάξης του σχολείου.
Επιμέλεια από την εκπαιδευτικό Μαρία Σκουλάξενου
2.6.13
Ο ποιητής Γιώργος Μαρκόπουλος και ο πεζογράφος Κώστας Λογαράς, για το "Μέλι κόλλησε στα χείλη"
Αθήνα, 27/5/2013
Αγαπημένε μου Μάνο,
Μόλις τώρα τέλειωσα την ανάγνωση του «Μέλι κόλλησε στα
χείλη» και, με νωπή την συγκίνηση, αισθάνομαι επιτακτική την ανάγκη, να σου πω
ότι αυτό είναι ένα βιβλίο μαγικό. Ένα βιβλίο έξοχο, ένα βιβλίο σπουδαίο.
Τι όμορφη, καθαρή γραφή, τι άρτια δόμηση του υλικού σου, τι
καταπληκτικό το εύρημα σου με το μέλι
που έμενε πάνω στα χείλη της κοπέλας, ακόμη και μετά τον φόνο! Και τι
είναι αυτές οι πέντε αράδες της σελίδας 296:
Μια κοπελίτσα –όχι
περισσότερο από δώδεκα, δεκατριών χρονών- γυρνά στη μάνα της, τη σκουντά
–«Καλέ, δε σου θυμίζει την εικόνα του Άγιου μας…» της ψιθυρίζει.
«Ντροπή!» την τσιμπά η
μάνα.
Μα μπορεί να είναι κι
έτσι.
Μαύρο ρούχο, μαλλιά
ριγμένα άτσαλα και ιδρωμένα στους κροτάφους, βλέμμα δοσμένο στο στόχο του και
βάδισμα ταγμένο σε σκοπό που δεν είναι για τον καθένα –κάπως έτσι δεν πρέπει να
μαρτύρησε ο Νεαρός Άγιος στα χέρια των Αγαρηνών;
Και πράγματι, Αγία πρέπει να ήταν η Μέλω* μια Αγία σημερινή,
καθημερινή, ένα κορίτσι που γκρεμίστηκαν τα όνειρά του και η δίψα του για
ζωή, γιατί ήταν περιχαρακωμένο ανάμεσα σε άτολμους και δειλούς, συγχρόνως,
νεοέλληνες. Νεοέλληνες της ψεύτικης ευμάρειας και της κακέκτυπης κατανάλωσης.
Γι αυτό και σοφά πράττεις που τοποθετείς τα διαδραματισθέντα (σελ. 300) ανάμεσα
στο καλοκαίρι του 1998 και στο καλοκαίρι του 32006. Πόση λύπη, πόσος πόνος,
πόση διάψευση για όλους μας! Και τούτο, επίσης: η ηρωίδα σου θυμίζει ηρωίδα
αρχαίας τραγωδίας* γιατί όπως εκείνες οι γυναίκες τότε, έτσι κι αυτή σήμερα,
έρχεται με τον πιο άμεσο τρόπο –και αυτό
οφείλεται στο μαστορικό σου χεράκι- να μας υπενθυμίσει ότι τίποτε, αιώνες τώρα,
δεν μπόρεσε να νικήσει ή να ξεπεράσει τις ανθρώπινες ατέλειες και τις
ανθρώπινες αδυναμίες.
Να είσαι πάντα καλά, πουλάκι μου, να είσαι πάντα καλά.
Γιώργος
Μαρκόπουλος
Αγαπητέ μου Μάνο,
καλή σου μέρα.
Μου κράτησες το ενδιαφέρον μέχρι τέλους. Ένα μυθιστόρημα
με ήρωες νέους ανθρώπους, γνωστά σε μένα σκηνικά Πηλιορείτικα, χώροι και ατμόσφαιρα (εξαιρετικά ζωγραφισμένα από σένα), θέματα που απασχολούν αλλά και ερμηνεύουν την τρέχουσα πραγματικότητα μας. Προβληματίζουν και θλίβουν.
Έξυπνοι οι διάλογοι ( όπως πάντα ), γρήγορη η εξέλιξη χωρίς κοιλιές ή
κουραστικές αναφορές .
Πολύ ενδιαφέρουσα η τεχνική της πλοκής και της ανάπτυξης του θέματός σου : Μικρή υποψία στο κάθε προηγούμενο κεφάλαιο για το θέμα που έπεται. Ακολουθεί η ανάπτυξη του θέματος ξεκινώντας από το in medias res. Και κάπου στη μέση του κεφαλαίου κάνεις να συναντηθούν τα δύο - φαινομενικώς απόμακρα- μέρη του. Αυτός ο τρόπος σου καθώς και η συχνά απρόσμενη χρήση της γλώσσας σου καταφέρνουν να βάζουν τον αναγνώστη στην πρίζα.
Πολύ ενδιαφέρουσα η τεχνική της πλοκής και της ανάπτυξης του θέματός σου : Μικρή υποψία στο κάθε προηγούμενο κεφάλαιο για το θέμα που έπεται. Ακολουθεί η ανάπτυξη του θέματος ξεκινώντας από το in medias res. Και κάπου στη μέση του κεφαλαίου κάνεις να συναντηθούν τα δύο - φαινομενικώς απόμακρα- μέρη του. Αυτός ο τρόπος σου καθώς και η συχνά απρόσμενη χρήση της γλώσσας σου καταφέρνουν να βάζουν τον αναγνώστη στην πρίζα.
Να είσαι καλά
Με την αγάπη μου
Κώστας Λογαράς
Κώστας Λογαράς
27.5.13
Η ανθολόγηση της συντριβής μας
Διαβάζοντας το καινούργιο μυθιστόρημα του Μάνου
Κοντολέων
Του Στέφανου
Δάνδολου
Ο Μάνος
Κοντολέων ανήκει στην κατηγορία των μυθιστοριογράφων που βυθίζουν το μαχαίρι
βαθιά στη σάρκα, φτάνουν μέχρι το κόκκαλο. Είναι ένας διχοτομημένος δημιουργός,
που χρησιμοποιεί τη παιδική λογοτεχνία για να εκβάλλει την αθωότητά του, και
την ίδια ώρα, με όχημα το κοινό των ενηλίκων, παίρνει αυτή την αθωότητα και την
αποδομεί για να μας φέρει αντιμέτωπους με την αμφιλεγόμενη, συχνά τερατώδη διάσταση
που παίρνουν τα παιδιά όταν γίνονται ενήλικες. Η μάχη ανάμεσα στο καλό και στο
κακό, η καταπίεση των ενστίκτων, η διαδρομή μεταξύ επιθυμίας και απόλαυσης,
η αρχέγονη υπαρξιακή ερώτηση για το Τι Είναι εν τέλει ο Άνθρωπος στη
μεσοαστική κοινωνία, αποτελούν τους πυλώνες μέσα από τους οποίους έχει χτίσει
τα θεμέλια του έργου του. Και το βασικό του θέμα, το αγαπημένο του θέμα –εκείνο που χαράζει το πιο έντονο στίγμα στο
κομμάτι των μυθιστορημάτων του- είναι ο έρωτας. Μα όχι ο Έρωτας στην επιδερμική
του μορφή, μα ως απάντηση στην ψυχική ανατομία του Ανθρώπου. Ο Έρωτας ως Κουλτούρα.
Ως δείγμα πολιτισμού, ταυτότητας, Ιστορίας.
Στο καινούργιο
του μυθιστόρημα, «Μέλι κόλλησε στα χείλη» (εκδόσεις Πατάκη), το κλειδί είναι
αυτή η λέξη στον τίτλο, το «Μέλι». Η μαγική γεύση της Ζωής. Αυτή που αποπλανεί
και παρασύρει. Η Μέλω –το κορίτσι του μελιού– μια ακόμα θολή φιγούρα, μα πολύ
όμορφη, σε ένα πανέμορφο χωριό του Πηλίου, ψάχνει την ελευθερία, τον έρωτα, τη φυγή. Ο μικρός
τόπος την πνίγει, τα χείλη της ψάχνουν τον καρπό του πάθους, μια αίσθηση
λύτρωσης από τη κλειστή κοινωνία. Η πρώτη διάψευση θα έρθει από το νεαρό που
εκείνη θα πιστέψει πως μπορεί να κάνει τα χείλια της να κολλάνε. Μα εκείνος δεν είναι ικανός να ξεφύγει από τις
δικές του δεσμεύσεις. Κι έτσι, ξεμυαλισμένη από τις ανάγκες της, θα πέσει στην
αγκαλιά του Σήφη, για να βυθιστεί σε ένα ταξίδι σκοτεινό, όπου το Μέλι θα
σημάνει την ίδια την υποταγή της και θα της κοστίσει ακριβά στη ψυχή.
Το πρώτο στοιχείο που με εντυπωσίασε
ήταν η ανατομία των ηρώων, επειδή η τριτοπρόσωπη αφήγηση αγκαλιάζει στοργικά
όλες τις αδυναμίες των τραγικών προσώπων, τις εκθέτει χωρίς να τις κατακρίνει, και
αυτό για μένα αποτελεί την πεμπτουσία του σύγχρονου μυθιστορήματος, το να παρουσιάζει χαρακτήρες διχοτομημένους,
με ισχυρές εσωτερικές συγκρούσεις, όπου η θετική παρόρμηση και τα λανθάνοντα
ένστικτα δεν διαχωρίζονται αλλά μπολιάζονται σε ένα σύνολο. Το δεύτερο στοιχείο
ήταν η ίδια η πλοκή. Δομικά είναι ένα έργο χτισμένο από την στόφα μιας μεγάλης
συγγραφικής εμπειρίας, και το βλέπεις στις λεπτομέρειες, εκεί όπου η αφήγηση
διατρέχει όλους τους ήρωες και τα
γεγονότα, χωρίς να μεροληπτεί, χωρίς να πλατιάζει, χωρίς να αφήνει ερωτηματικά
γύρω από τα ενδόμυχα κίνητρα του κάθε πρωταγωνιστή. Ωστόσο το τρίτο στοιχείο που με κατέπληξε
είναι το πιο σημαντικό για μένα, και έρχεται να συνδεθεί με όσα είπα πρωτύτερα
για την θεματική του Έρωτα, που αποτελεί την λογοτεχνική πατρίδα του Μάνου
Κοντολέων.
Γιατί εδώ ο συγγραφέας βγάζει έναν
άλλο άσο από το μανίκι του και μέσα από την ιστορία της Μέλως γράφει μιαν άλλη
ιστορία, που έντεχνα την έχει κρύψει πίσω ημερομηνίες και τόπους. Μιαν ιστορία
που διάβασα πεντακάθαρα στην δεύτερη ανάγνωση αυτού του υπέροχου
μυθιστορήματος. Την ιστορία της
χώρας μου, την ιστορία την δική μας, την ιστορία του νεοέλληνα.
Ποια ήταν η χρυσή εποχή της
σύγχρονης Ελλάδας; Το χρονικό διάστημα από τα μέσα της δεκαετίας του ενενήντα
μέχρι τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004. Τι σημάδεψε αυτή την εποχή; Το μέλι. Το
μέλι στην κοινωνία, το μέλι στην κατανάλωση, το μέλι στην πολιτική, το μέλι που
διόγκωσε την ευδαιμονία μας και μετέτρεψε αυτή τη χώρα σε έθνος νεόπλουτων.
Μέσα από την ιστορία της Μέλως και του Σήφη, λοιπόν, ο Κοντολέων μιλάει για την
χώρα του που προδόθηκε από τα ένστικτά της –και υπήρχαν στιγμές, όταν συνέλαβα
τούτη τη πτυχή, που στα μάτια μου η Μέλω ήταν η ίδια η Ελλάδα, και ο Σήφης ήταν
ο διάβολος που κατέκτησε την ψυχή της.
Το «Μέλι κόλλησε στα χείλη» δεν
είναι ένα απλό ερωτικό έργο με δαντικές προεκτάσεις. Είναι μια αντανάκλαση του
προσώπου μας και μια ανατριχιαστική εκδοχή για το πώς τα ένστικτα άλωσαν την
ψυχή μας.
Αν η «Ερωτική Αγωγή» ανθολόγησε τον εικοστό
αιώνα από το ξεκίνημά του, η ιστορία της Μέλως ανθολογεί την παραφορά και την
συντριβή σε μια κοινωνία που γνωρίζουμε πολύ καλά, σε μια κοινωνία που σαπίζει
εσωτερικά και δεν το είχε καταλάβει. Γιατί όλοι μας έχουμε γευτεί το Μέλι… ή
θελήσαμε κάποια στιγμή να το γευτούμε. Το κάναμε εθνικά, ως χώρα, γυρεύοντας
διαρκώς περισσότερα … χωρίς καν να ξέρουμε τι είναι αυτό που γυρεύουμε.
Και όταν δεν ξέρεις τι είναι αυτό
που ζητάς και κυνηγάς το πάθος με λάθος τρόπο, τότε σύντομα το στόμα στερεύει
από μέλι. Και τα χείλη απομένουν στεγνά. Φαγωμένα. Όπως είναι τα χείλη της
Ελλάδας σήμερα.
(Το κείμενο διαβάστηκε στην παρουσίαση του μυθιστορήματος στον ΙΑΝΟ, 16 Απριλίου 2013 και στη συνέχεια δημοσιεύτηκε στο http://www.dailygoal.gr)
25.5.13
Ο Ισίδωρος Ζουργός παρουσίασε το "Μέλι κόλλησε στα χείλη" στην 10η Διεθνή Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης
Στο «Μέλι
κόλλησε στα χείλη» ο αφηγηματικός χρόνος οριοθετείται από τον ίδιο τον συγγραφέα
με απόλυτη ακρίβεια: καλοκαίρι του 1998 έως και το καλοκαίρι του 2006. Ο τόπος επίσης
προσδιορίζεται –ένα χωριό του Πηλίου και ο Βόλος.
Οι κεντρικοί
χαρακτήρες του μυθιστορήματος είναι ολιγάριθμοι με ολοκληρωμένο το κοινωνικό
και ψυχολογικό τους προφίλ. Η Μέλω και η Αναστασία είναι δύο κορίτσια που μένουν
στο χωριό και κοντεύουν να τελειώσουν το λύκειο. Ο Αργύρης, ένας νεαρός που
παίζει μαζί τους ερωτικά στα πρώτα τους σκιρτήματα, μια τσιγγάνα χειρομάντισσα
που αποτελεί θρυαλλίδα της αφήγησης, ένας άντρας και μια γυναίκα των γραμμάτων
που έχουν επιλέξει το χωριό ως τόπο ανακατασκευής των καλλιτεχνικών τους
ονείρων. Ακόμα, ο Σήφης, ένας επιτυχημένος σαραντάρης πρώην μετανάστης στη
Γερμανία. Και τέλος ένας νεαρός, μουσικός, ο οποίος αποτελεί δύναμη προώθησης
στην εξέλιξη του μυθιστορήματος.
Η ιστορία αρχίζει το καλοκαίρι του 1998, όπου η Μέλω και η
Αναστασία, ανιχνεύουν μέσα από την αναστάτωση ενός πανηγυριού τον κόσμο του
έρωτα μέσα από τις μεταμφιέσεις, τις παλινδρομήσεις, και τις ανασφάλειες. Μια
χειρομαντεία από μια τσιγγάνα του πανηγυριού θα γιγαντώσει μέσα στην ψυχή της
Μέλως όλες τις εφηβικές αγωνίες και τον δισταγμό της μπροστά σε επιλογές που μοιάζουν
με σταυροδρόμια ζωής. Η Μέλω είναι όμορφη, αλλά άπειρη, οι δικοί της δεν μπορούν να την καταλάβουν και να τη
βοηθήσουν. Το παιχνίδι του έρωτα που ξεκινάει με τον Αργύρη, ο οποίος είναι κι
αυτός άγουρος, και με στενό ορίζοντα ονείρων αποδεικνύεται ατελέσφορο. Αυτό το
ακατανόητο και ανερμήνευτο του άγουρου έρωτα έρχεται και τσαλαπατά η νοσηρή
κοινωνική καθοδήγηση του προξενιού, της εμπορικής συμφωνίας με τον σαραντάρη
Σήφη, κυνικό κυνηγό του πόθου και των ηδονών. Πρόκειται για μια ολοκληρωμένη
συναλλαγή, απ’ τη μια τα νιάτα, η ομορφιά, η αθωότητα, η απαρχή της ερωτικής
ιστορίας ενός σώματος και από την άλλη η εξουσία ζαχαρωμένη με τα οφέλη της οικονομικής
ευρωστίας και η καθοδήγηση σ’ έναν λαβύρινθο σεξουαλικών έξεων και απαιτήσεων.
Η Μέλω
οδεύει τα επόμενα χρόνια της ζωής της μέσα σε σεξουαλικές εμπειρίες που δεν είναι
έρωτας, σε μια αναζήτηση -εκ μέρους του συζύγου- της ηδονής, που για εκείνη δεν
είναι ηδονή αλλά έλλειψη, σε αυτό που αναζητεί εναγώνια και το περιγράφει
χαρακτηριστικά ο τίτλος του βιβλίου: η νοσταλγία της γλύκας του μελιού στο
στόμα, η οποία παρ’ όλο τον σκηνοθετικό πυρετό απ’ τη μεριά του συζύγου, δεν
εμφανίζεται.
Πού οδηγούν
όλα αυτά; Ο Κοντολέων θα τα φανερώσει κάποια στιγμή στον αναγνώστη του.
Ο χρόνος στον οποίον όλα αυτά συμβαίνουν προφανώς δεν είναι
τυχαίος. Η Ελλάδα σε κείνο το διάστημα διανύει την κορύφωση της συλλογικής της αυταπάτης.
Μια ολόκληρη κοινωνία είναι βυθισμένη στο όνειρο του νεοπλουτισμού, όνειρο που
καταλύει όλες τις ηθικές αναστολές. Έχουμε μπροστά μας μια κοινωνία που εγκαθιστά
την κατανάλωση ως υπέρμετρη θεότητα, που ξεπουλά παραδόσεις, αντιλήψεις χρόνων,
την ίδια τη σχέση με τη φύση και τους ανθρώπους στον βωμό μιας κατανάλωσης. Οι
χαρακτήρες του βιβλίου είναι οι εκφραστές αυτού του ασύδοτου αμοραλισμού. Ζώντας
όλοι μας τη σημερινή κρίση ατενίζουμε εκείνα τα χρόνια, τα οποία ήδη μας φαίνονται
πολύ μακρινά, με την αναπόφευκτη τραγικότητα που ενυπάρχει στο δίπολο όνειρο –
διάψευση. Αυτό το σχήμα που αφορά ολόκληρη τη χώρα, ο συγγραφέας το
εξατομικεύει στην περίπτωση της ηρωίδας του, η οποία βαδίζει από καλοκαίρι σε
καλοκαίρι ανερμάτιστη, ανικανοποίητη, μοναχική, εξουσιαζόμενη και ταπεινωμένη, καλοντυμένη
κι εξαγορασμένη, δυστυχισμένη.
Η μεγάλη
συγγραφική εμπειρία σου συγγραφέα ερμηνεύει και τα βασικά πλεονεκτήματα της
αφήγησης του βιβλίου. Η ιστορία εξελίσσεται χωρίς περιττά λίπη, με διατυπώσεις
ευσύνοπτες. Ο χώρος παρουσιάζεται με τη χρήση μικρών αλλά εύστοχων τρόπων. Οι
χαρακτήρες διαγράφονται με κείνες μόνο τις γραμμές που είναι απαραίτητες, ώστε
να αφήνεται στο μυαλό του αναγνώστη η ελευθερία να ολοκληρώσει αυτός το
πορτρέτο του κάθε ήρωα. Το χρονικό αφηγηματικό σχήμα έξι καλοκαίρια λειτουργεί
με το πλεονέκτημα να χρησιμοποιεί τους κύκλους των εποχών. Τέλος το κείμενο
διατρέχουν εσωτερικά και εξωτερικά πολλά αντιθετικά ζεύγη , όπως: πόλη - χωριό,
άντρας – γυναίκα, γονιός – παιδί, καλοκαίρι – χειμώνας, πλούτος – στέρηση,
ηδονή – φόβος, εξουσία –αντίσταση, έρωτας – μαρασμός, πλατεία του χωριού –
ιδιωτικός χώρος, νεανικό σφρίγος – γεροντική παραλυσία, συναλλαγή –
εξιδανίκευση.
Καθώς διάβαζα
το Μέλι κόλλησε στα χείλη, σκέφτηκα αρκετές
φορές πως το αυτό το βιβλίο συνομιλεί με την παράδοση του λαϊκού αισθηματικού μυθιστορήματος,
που άνθισε στην Ελλάδα κάποιες παλιότερες δεκαετίες. Παρενθετικά αναφέρω πως
χάρις σε αυτό, κακά τα ψέματα, ζήσαμε την πρώτη μαζικοποίηση της ανάγνωσης.
Χάρις σε αυτό το είδος για πρώτη φορά θα γνώριζαν το μυθιστόρημα οι λαϊκοί
καθημερινοί άνθρωποι, που δεν είχαν πρόσβαση στα αστικά σαλόνια και στους αποκωδικοποιητές
μιας κλασσικής παιδείας. Σ’ αυτό το είδος του μυθιστορήματος νομίζω πως είχαμε
να κάνουμε με πραγματικούς, καθημερινούς ανθρώπους της διπλανής πόρτας, ανθρώπους
όμως μιας κοινωνίας η οποία είχε συμπαγή χαρακτηριστικά και ασφαλείς
οδοδείκτες. Στο μυθιστόρημα για το οποίο μιλάμε απόψε ο Μ. Κοντολέων καταφέρνει
να επαναπροσδιορίσει τον «λαϊκό άνθρωπο» μέσα σε μια εποχή σύγχυσης και κυρίως σε
μια εποχή μετάβασης. Οι βασικοί ήρωες που είναι και συντελεστές της πλοκής
είναι λαϊκοί άνθρωποι με μια λαϊκότητα όμως κλωνοποιημένη, και με μια κάποια χυδαιότητα
η οποία πηγάζει από την ορφάνια της κοινοτικής παράδοσης, με μια αδυναμία
διαχείρισης ενός λαμπερού καταναλωτικού κόσμου, ο οποίος τους ξεπερνά και τους
συνθλίβει. Κι όμως είναι και αυτοί άνθρωποι της διπλανής πόρτας, άσχετα αν αυτή
η πόρτα είναι τώρα πόρτα ασφάλειας, σε
σπίτια χτισμένα με ξέφρενα δάνεια χωρίς αντίκρισμα. Παρ’ όλα αυτά το βιβλίο
ξεκινάει με μια προμετωπίδα του Σαίξπηρ από τον Μακμπέθ, γιατί ο συγγραφέας
γνωρίζει πολύ καλά πως η τραγικότητα αφορά και πεπαιδευμένους και αμαθείς.
Υπάρχει πάντως μία σημαντική διαφορά νομίζω ανάμεσα σ’ ένα λαϊκό μυθιστόρημα της
παλιάς εποχής και στο σημερινό εγχείρημα του Κοντολέων, το οποίο βέβαια δεν
αποτελεί λαϊκό μυθιστόρημα, αλλά αφουγκράζεται τους ήχους και τις αρμονικές
του. Στα παλιά αναγνώσματα της δεκαετίας
του 50 και του 60 είχαμε δίπλα στους μοχθηρούς και στους αδίστακτους χαρακτήρες
και αναστήματα φωτεινά, ανθρώπους θετικούς που εξέφραζαν τις ροπές μιας ολόκληρης
κοινωνίας προς εξισορρόπηση και δικαιοσύνη. Στο Μέλι κόλλησε στα χείλη ο Κοντολέων αφαιρεί, χειρουργικά θα ’λεγε
κανείς, όλα αυτά που θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως αντιστήριγμα και ελπίδα.
Φως έχει μόνο η φύση, τα πλατάνια, οι καστανιές, τα πουλιά, η αλλαγή των
εποχών. Οι άνθρωποι είναι υποχείρια μιας αδυσώπητης μυθιστορηματικής σκοτεινιάς,
τεχνικά αξιοζήλευτης.
Η ανακάλυψη του σώματος του άλλου γίνεται μόνο μέσα από μια
αβίαστη αμοιβαιότητα –μας λέει ο συγγραφέας.
Μια διασκευή του κειμένου αυτού δημοσιεύτηκε και στο ηλεκτρονικό περιοδικό diastixo - http://www.diastixo.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=1203%3Ameli-xeili&catid=44%3Aelliniki-pezografia&Itemid=93
13.5.13
26.4.13
"Μέλι κόλλησε στα χείλη" -γνώμες αναγνωστών (γ)
Λοιπόν Μάνο είσαι μεγάλος μάστορας.
Είναι πάνω από δεκαπέντε ημέρες που διάβασα το τελευταίο σου βιβλίο «μέλι κόλλησε στα χείλη» και το αναμασούσα νοερά, πράγμα που κάνω συνήθως, εάν αυτό που διαβάζω μου φανεί ενδιαφέρον. Έφτασα λοιπόν στην ώρα του απολογισμού, τη στιγμή που πρέπει ή να το κρατήσω στη μνήμη μου, ή να το πετάξω κι άρχισα να απαριθμώ –μέσα μου- τα καλά και τα κακά του, να τα βάζω στη ζυγαριά, ώστε να μπορώ να πω σ’ ένα φίλο που θα ζητήσει τη γνώμη μου, «διάβασέ το», ή να μην πω τίποτα, που κι αυτό είναι μια τακτική προκειμένου να μην κακολογήσω κάτι που είτε διάβασα βιαστικά, ή σε ώρα ακατάλληλη, ή τελικά κάτι που για υποκειμενικούς λόγους δεν μου άρεσε. Λοιπόν το «μέλι» είναι ένα καλογραμμένο βιβλίο με δυνατούς και ωραία αποδοσμένους χαρακτήρες με πλοκή που σε κρατάει απ’ την αρχή ως το τέλος. Περιγράφει την «ανάπτυξη» ( γράφε κατάντια) ενός ειδυλλιακού χωριού και την αγωνία κάποιων νέων ανθρώπων να φτιάξουν τη ζωή τους μένοντας σ’ αυτό ή φεύγοντας. Η Μέλω, η κεντρική ηρωίδα του βιβλίου ερμηνεύοντας την προφητεία μιας γύφτισσας σύμφωνα με την επιθυμία της, κάνει έναν βιαστικό κι αταίριαστο γάμο και «φεύγει» σε μια ζωή που δεν την οδηγεί πουθενά, ή μάλλον την οδηγεί σε ένα αναπότρεπτο τέλος. Ο Σήφης, ο αρσενικός ήρωας, ένας λαϊκός αυτοδημιούργητος, πλούσιος «άντρας», παντρεύεται τη Μέλω για να καλύψει τις δικές του φαντασιώσεις και να καλύψει τα προσωπικά του προβλήματα.
Γύρω τους πλέκεται ο μύθος του μυθιστορήματος: φίλοι και συγγενείς, συγχωριανοί και αμφιλεγόμενοι φίλοι, το αστικό τοπίο μιας επαρχιακής πόλης, το μεταβαλλόμενο τοπίο του χωριού, το σεξ, κυρίαρχο και σ’ αυτό το μυθιστόρημα, και το τέλος, που δεν μπορώ να ονομάσω απρόβλεπτο γιατί πριν απ’ αυτό υπάρχει ένα αδιέξοδο. Κι όπως όλα τα αδιέξοδα τελειώνει εκεί που δεν υπάρχει πιο πέρα.
Ηθικό δίδαγμα (σύμφωνα με το παιδάκι της γ’ δημοτικού που σε εντυπωσίασε):Διαβάστε το «μέλι».Κι αν και σ’ αυτό το μυθιστόρημα δεν υπάρχει μέλι για τον αναγνώστη, θα βρει σίγουρο υποκατάστατο στην ευχαρίστηση της ανάγνωσης.
Μάρω Κερασιώτη
(Κεραμίστρια - Συγγραφέας)
Πουθενά δεν κόλλησε το μέλι τελικά. Μέλι γλυκό. Για μια ζωή. Μέλι που κολλαει στα χείλη όταν ερωτεύεσαι. Μέλι που γεμίζει το σπίτι με θορύβους και ήχους παιδικούς.
18 χρονών η Μέλω. Σε χωριό μικρό. Με ανθρώπους χωρίς μέλι στα χείλη. Που δεν γνώριζαν την γεύση του.
Δεν κολλάει στα χείλη σου μέλι και ας είναι Μέλω το όνομά σου.
Δεν κολλάει μέλι στα χείλη όταν πενθείς για μέλλον που δεν έχει φτάσει ακόμα.
Δεν κολλάει μέλι στα χείλη τα βουτηγμένα σε μίσος για έναν κόσμο που μόλις γνώρισες.
Δεν μπορεί να κολλήσει στα χείλη μέλι αν δεν γίνεις αετός να το βρεις.
Σπουργίτι στο χωριό του Πηλίου η Μέλω. Με μέλι τα χείλη στα καλντερίμια.
Σπουργίτι. Κολλούσε μέλι στα χείλη της ανάμεσα στα παραδοσιακά σπίτια με τις πέτρινες αυλές και ξύλινα παράθυρα.
Μέλι κολλούσε στα χείλη της στο πανηγύρι στην εκκλησία του Άγιου που μαρτύρησε.
Μέλι κολλούσε στα χείλη της στο πρώτο εφηβικό φιλί, με την πρώτη δουλειά το καλοκαίρι. Μέλι κόλλησε στα χείλη μέσα στις πρόβες της θεατρικής παράστασης. Μέλι κόλλησε στα χείλη με την αποστήθιση του ρόλου της. Που αντανακλούσε το είναι το δικό της.
18 χρονών η Μέλω. Πασχίζουν τα νιάτα να φύγουν από το χωριό. Άπληστα να βρουν περισσότερο μέλι. Να κολλήσει παντού.. Σε όλα τα μέλη του σώματος. Και στα πιο απόκρυφα. 18 χρονών. Μαζί με τα υπόλοιπα σπουργίτια να γίνει αητός. Να βρει το μέλι έξω. Κάπου. Ο ορίζοντας που έβλεπε από το παράθυρό της είχε χρώμα μελί και την ξεγέλασε. Δεμένη στη φτώχια η Μέλω. Σπουργίτι χωρίς βοήθεια. Σπουργίτια με μορφή αετού για να κρύβουν όσα δεν τόλμησαν ο συγγραφέας και η σκηνοθέτης.
- Λίγο μέλι, σας παρακαλώ. Τόσο δα. Να, εδώ στα χείλη.
-Φύγε!
-Λίγο. Στα χείλη μόνο.
-Φύγε! Νερό μόνο.
-Δεν κολλάει στα χείλη.
-Φύγε!
Έφυγε. Το βάζα ένα για τον καθένα. Όχι για εκείνη. Δεν υπάρχει μέλι σε αρρωστημένα σεξουαλικά βίτσια. Ταξιδιώτισσα η Μέλω του παντός με κιθάρα αλαλάζουσα. Πλήθος το μέλι τώρα πίσω στη φωλιά της. Από την αρχή. Για λίγο όμως. Για πολύ λίγο.
Η γραφή του Μάνου Κοντολεων μας έκανε να ζήσουμε στο Πήλιο. Είδαμε από το παράθυρο το Βόλο και τη θάλασσα. Αναρωτηθήκαμε πόσο μπερδεύονται τα δίχτυα του μυαλού. Διαβάσαμε για συνεχείς βιασμού. Όχι από τους συνηθισμένους. Θελήσαμε να πάρουμε αγκαλιά χούφτες μέλι. Για την Μέλω που βρέθηκε από εκείνο μακριά και ας είχε τα χέρια της ορθάνοιχτα και Μέλω ήταν το όνομά της.
Φωτεινή Τζέκου-Οικονόμου
18 χρονών η Μέλω. Σε χωριό μικρό. Με ανθρώπους χωρίς μέλι στα χείλη. Που δεν γνώριζαν την γεύση του.
Δεν κολλάει στα χείλη σου μέλι και ας είναι Μέλω το όνομά σου.
Δεν κολλάει μέλι στα χείλη όταν πενθείς για μέλλον που δεν έχει φτάσει ακόμα.
Δεν κολλάει μέλι στα χείλη τα βουτηγμένα σε μίσος για έναν κόσμο που μόλις γνώρισες.
Δεν μπορεί να κολλήσει στα χείλη μέλι αν δεν γίνεις αετός να το βρεις.
Σπουργίτι στο χωριό του Πηλίου η Μέλω. Με μέλι τα χείλη στα καλντερίμια.
Σπουργίτι. Κολλούσε μέλι στα χείλη της ανάμεσα στα παραδοσιακά σπίτια με τις πέτρινες αυλές και ξύλινα παράθυρα.
Μέλι κολλούσε στα χείλη της στο πανηγύρι στην εκκλησία του Άγιου που μαρτύρησε.
Μέλι κολλούσε στα χείλη της στο πρώτο εφηβικό φιλί, με την πρώτη δουλειά το καλοκαίρι. Μέλι κόλλησε στα χείλη μέσα στις πρόβες της θεατρικής παράστασης. Μέλι κόλλησε στα χείλη με την αποστήθιση του ρόλου της. Που αντανακλούσε το είναι το δικό της.
18 χρονών η Μέλω. Πασχίζουν τα νιάτα να φύγουν από το χωριό. Άπληστα να βρουν περισσότερο μέλι. Να κολλήσει παντού.. Σε όλα τα μέλη του σώματος. Και στα πιο απόκρυφα. 18 χρονών. Μαζί με τα υπόλοιπα σπουργίτια να γίνει αητός. Να βρει το μέλι έξω. Κάπου. Ο ορίζοντας που έβλεπε από το παράθυρό της είχε χρώμα μελί και την ξεγέλασε. Δεμένη στη φτώχια η Μέλω. Σπουργίτι χωρίς βοήθεια. Σπουργίτια με μορφή αετού για να κρύβουν όσα δεν τόλμησαν ο συγγραφέας και η σκηνοθέτης.
- Λίγο μέλι, σας παρακαλώ. Τόσο δα. Να, εδώ στα χείλη.
-Φύγε!
-Λίγο. Στα χείλη μόνο.
-Φύγε! Νερό μόνο.
-Δεν κολλάει στα χείλη.
-Φύγε!
Έφυγε. Το βάζα ένα για τον καθένα. Όχι για εκείνη. Δεν υπάρχει μέλι σε αρρωστημένα σεξουαλικά βίτσια. Ταξιδιώτισσα η Μέλω του παντός με κιθάρα αλαλάζουσα. Πλήθος το μέλι τώρα πίσω στη φωλιά της. Από την αρχή. Για λίγο όμως. Για πολύ λίγο.
Η γραφή του Μάνου Κοντολεων μας έκανε να ζήσουμε στο Πήλιο. Είδαμε από το παράθυρο το Βόλο και τη θάλασσα. Αναρωτηθήκαμε πόσο μπερδεύονται τα δίχτυα του μυαλού. Διαβάσαμε για συνεχείς βιασμού. Όχι από τους συνηθισμένους. Θελήσαμε να πάρουμε αγκαλιά χούφτες μέλι. Για την Μέλω που βρέθηκε από εκείνο μακριά και ας είχε τα χέρια της ορθάνοιχτα και Μέλω ήταν το όνομά της.
Φωτεινή Τζέκου-Οικονόμου
ΜΟΥ ΑΡΕΣΕ ΠΟΛΥ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ, ΓΙΑΤΙ Η ΜΕΛΩ ΠΑΡΟΛΟ ΠΟΥ ΧΑΝΕΙ ΤΟ ΔΡΟΜΟ ΤΗΣ, ΠΙΣΤΕΥΕΙ ΣΕ ΚΑΤΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟ ΚΑΙ ΠΑΛΕΥΕΙ ΜΕΣΑ ΤΗΣ ΓΙ΄ΑΥΤΟ... ΑΓΩΝΙΖΕΤΑΙ ΝΑ ΒΡΕΙ ΤΟ ΜΕΛΙ ΤΗΣ!
Μαρία Πολυχρονάκη
Μαρία Πολυχρονάκη
Subscribe to:
Posts (Atom)





