19.1.14

Ο Μανολίτο ερωτά, ο Μανόλο απαντά

ΜΑΝΟΣ ΚΟΝΤΟΛΕΩΝ ΕΙΚ/ΣΗ: ΙΡΙΣ ΣΑΜΑΡΤΖΗ Μανόλο & Μανολίτο Εκδόσεις Πατάκη Σελ.: 117 Τιμή: 7,50  ευρώ


Στο νέο του μυθιστόρημα μυστηρίου και φαντασίας σε δύο μέρη για μεγάλα παιδιά και εφήβους, ο Μάνος Κοντολέων, πολυγραφότατος και πολυβραβευμένος αγαπημένος συγγραφέας μικρών και μεγάλων, εστιάζει με τρυφερότητα στη σχέση ανάμεσα σε δύο γενιές, στη σχέση του «Μανόλο & Μανολίτο» που έδωσε και τον τίτλο στο βιβλίο.

Ο Μανόλο, φιγούρα πατρική και προστατευτική, και ο Μανολίτο, ένα μικρό αγόρι που αντιλαμβάνεται τα πάντα, διψά να γνωρίσει τον κόσμο και συχνά φαίνεται να κατανοεί περισσότερα και να εκπλήσσει το μεγάλο του φίλο.

Πλάι στην ακροποταμιά, οι δύο ήρωες θα συναντήσουν τη Φύση που θα τους διηγηθεί με αγάπη τέσσερις ιστορίες, για τις τέσσερις εποχές του χρόνου. Οι δύο φίλοι μαγεύονται κάθε φορά από την ομορφιά της αφήγησης και από τα ξεχωριστά μηνύματα που αυτή τους μεταδίδει.

Μια μέρα θα βρεθούν περπατώντας μπροστά σε ένα κτήμα με 36 αμυγδαλιές που δεν έχουν ούτε φύλλα, ούτε άνθη, ούτε καρπούς. Γιατί άραγε δεν έχουν ανθίσει ποτέ; Η ιστορία ξετυλίγεται με τρόπο μοναδικό και συγκινητικό από το συγγραφέα και μας αποκαλύπτει τη δύναμη και το θαύμα της αγάπης.

Το μυθιστόρημα διαπνέεται από έντονο λυρισμό. Η ομορφιά και το μεγαλείο της φύσης, η ζεστή και τρυφερή σχέση ανάμεσα στους δύο ήρωες, η αναζήτηση της έμπνευσης από τον ήρωα-συγγραφέα και το αλληγορικό μήνυμα για την αγάπη που μας στέλνουν οι 36 αμυγδαλιές συνθέτουν ένα μεστό ανάγνωσμα, που θα κερδίσει μικρούς και μεγάλους.

Ο Μάνος Κοντολέων ασχολείται με όλα τα είδη του πεζού λόγου: Είναι τακτικός συνεργάτης εφημερίδων και περιοδικών, όπου δημοσιεύει κριτικές και άρθρα του. Εργα του έχουν διασκευαστεί για το θέατρο και την τηλεόραση, ενώ κείμενά του περιλαμβάνονται σε διάφορες ανθολογίες πεζογραφίας και δοκιμίου. Διοργανώνει συχνά ομάδες δημιουργικής ανάγνωσης και γραφής. Ζει κι αυτός σε μια γειτονιά δίπλα σε ένα ποτάμι και έχει κι αυτός ένα σκυλί, που το λένε όμως Σοκολάτα.

Ελευθεροτυπία, Σάββατο 18 Ιανουαρίου 2014

17.1.14

Η κατάρα των Ελλήνων



Η κατάρα των Ελλήνων Ιστορικό μυθιστόρημα Γεωργία Γαλάνη Πατάκης

Το ιστορικό μυθιστόρημα είναι ένα είδος λογοτεχνικό με κάποιες δικές του –και μάλιστα δύσκολες– απαιτήσεις.
Πρώτα απ' όλα, ο συγγραφέας του πρέπει να αφιερώσει χρόνο για τη συλλογή των αναγκαίων ιστορικών στοιχείων. Πρέπει ακόμα να μπορέσει να κατανοήσει τον τρόπο ζωής της περιόδου όπου τα γεγονότα του έργου του λαμβάνουν χώρα, έτσι ώστε να μπορέσει να τη μεταφέρει με επάρκεια και ζωντάνια μέσα στο κείμενο. Τον τρόπο σκέψης και, το κυριότερο, τον τρόπο συναισθηματικών και ψυχολογικών αντιδράσεων των ανθρώπων που έζησαν την ιστορική περίοδο που ο συγγραφέας θα καταγράψει, θα πρέπει επίσης απόλυτα να έχει κατανοήσει.
Όλα αυτά πριν ακόμα ξεκινήσει η κυρίως συγγραφή.
Μα όλα αυτά απαιτούν χρόνο και κόπο, και ίσως γι' αυτό όχι μόνο δεν είναι ιδιαιτέρως πολλά τα ιστορικά έργα που γράφονται από τους σύγχρονους Έλληνες συγγραφείς, αλλά και αρκετά από αυτά τα οποία έχουν δει το φως της δημοσιότητας μοιάζουν να μην έχουν ψυχή, να μην είναι μυθιστορήματα ολοκληρωμένα, μα περισσότερο να θυμίζουν λογοτεχνικές ενσαρκώσεις ιστορικών εγχειριδίων. Και ακόμα κάτι που τα πιο πολλά χαρακτηρίζει και το οποίο όταν ανιχνεύεται στη λογοτεχνία δεν είναι προς όφελός της – μια συντηρητική ματιά στον τρόπο που το ιστορικό γεγονός αναπλάθεται. Συντηρητική με την έννοια της αναπαραγωγής στερεοτυπικών εθνικών, κυρίως, προτύπων.
Ασφαλώς και υπάρχουν σύγχρονοι Έλληνες συγγραφείς που έχουν γράψει ουσιαστικά και άψογα ιστορικά μυθιστορήματα. Πρόχειρα να θυμίσω τον Ισίδωρο Ζουργό, τη Λεία Βιτάλη, την Αθηνά Κακούρη κ.ά.
Ανάμεσα στους πλέον σύγχρονους και πρόσφατους συγγραφείς ιστορικών μυθιστορημάτων, θεωρώ πως πρέπει να εντάξουμε και τη Γεωργία Γαλάνη.
Η Γεωργία Γαλάνη γεννήθηκε το 1991 στην Καβάλα. Είναι απόφοιτος του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, με ειδίκευση στην αρχαιολογία. Το 2010 δημοσίευσε το πρώτο της ιστορικό μυθιστόρημα, Ο ήλιος δύο κόσμων (Εκδόσεις Πατάκη). Και εφέτος μας χαρίζει ένα ακόμα – Η κατάρα των Ελλήνων. Αν στο πρώτο το θέμα της είχε να κάνει με τον Μέγα Αλέξανδρο, στο δεύτερο πάει λίγο πιο πίσω και μας αφηγείται τους Περσικούς Πολέμους.
Δύο βιβλία –γύρω στις 500 σελίδες το καθένα– γραμμένα από μια νέα γυναίκα (22 χρονών είναι σήμερα η Γαλάνη) είναι κάτι σπάνιο στα ελληνικά συγγραφικά μας δεδομένα. Απορώ πώς η περίπτωση αυτής της νεαράς λογοτέχνιδας δεν έτυχε μιας ευρύτερης προσοχής από ειδικούς και μη του χώρου του βιβλίου και των ΜΜΕ. Κι εγώ ο ίδιος εντελώς τυχαία έπεσα πάνω στο δεύτερο μυθιστόρημά της. Κι ενώ σκοπεύω να αναζητήσω και το πρώτο για να το διαβάσω, σπεύδω να καταγράψω τη χαρά που αισθάνθηκα από την ανάγνωση του δεύτερου.
Δεν είμαι ο ειδικός ιστορικός για να μπορώ απόλυτα να κρίνω την επιστημονική τεκμηρίωση των όσων η Γαλάνη χρησιμοποιεί για να ζωντανέψει τα χρόνια που βασίλευε ο Ξέρξης και ο Λεωνίδας μαζί με τους τριακόσιους τους εισέρχετο στην αθανασία – απλώς δηλώνω πως ως αναγνώστης πείστηκα. Μα αυτό που μπορώ απόλυτα να κρίνω έχει να κάνει με την ολοζώντανη γραφή και το πολύπλευρο των χαρακτήρων των ηρώων του μυθιστορήματος. Και ακόμα –αυτό ιδιαιτέρως το εκτιμώ– πως ο κεντρικός αφηγητής είναι ένας Πέρσης. Σημαντικό θεωρώ πάντα η λογοτεχνία να φωτίζει με έστω και μικρές αστραπές μια άλλη άποψη των γνωστών απόψεων.
Η Γεωργία Γαλάνη με το θάρρος του δημιουργού, αλλά και τη σύνεση του επιστήμονα, μας ξεναγεί σε μια εποχή και σε γεγονότα που λίγο ή πολύ κάπως διαφορετικά είχαν περάσει στη γνώση μας. Μα προχωρεί ακόμα πιο πέρα και κάνει αυτό που εντέλει το όποιο άξιο του ονόματός του ιστορικό μυθιστόρημα πρέπει να επιχειρεί – ερμηνεύει το μέλλον.
Ο ήρωας της Γαλάνη, από ένας εγωκεντρικός νεαρός Πέρσης αυλικός, στο τέλος –και καθώς θα έχει όχι απλώς λάβει μέρος στην περσική εκστρατεία, αλλά θα έχει γνωρίσει από κοντά και με ουσία τον τρόπο σκέψης των εχθρών– θα μπορέσει να σκεφτεί διαφορετικά, πλέον κυκλικά, και θα σταθεί μια από τις αφορμές, ύστερα από χρόνια ο Ηρόδοτος να γράψει την Ιστορία του έτσι όπως την έγραψε – παγκόσμια.

Πρώτη δημοσίευση:
http://www.diastixo.gr/kritikes/ellinikipezografia/2035-i-katara-ton-ellinon

12.1.14

Συνέντευξη στο ΕΘΝΟΣ της ΚΥΡΙΑΚΗΣ (12/1/2013)

Συνέντευξη στην Ελένη Γκίκα

http://www.ethnos.gr/article.asp?catid=22768&subid=2&pubid=63946652

1) Κύριε Κοντολέων, φέτος, «Πέτρινα καθίσματα», «Οι δυο τους κι άλλοι δυο», «Μέλι κόλλησε στα χείλη», «Μανόλο και Μανολίτο», λογοτεχνία εναντίον κρίση; Εκτός από τρόπο ζωής, τρόπο θέασης, είναι και τρόπος αντίστασης;
-Εφέτος με δυο βιβλία προσπάθησα να επικοινωνήσω με τους αναγνώστες μου. Μ' ένα μυθιστόρημα για ενήλικες –το «Μέλι κόλλησε στα χείλη»-  και ένα για παιδιά  -το «Μανόλο και Μανολίτο». Επανεκδόθηκαν και μερικά ακόμα.
Και ναι, για μένα η γραφή και η ανάγνωση είναι μια μορφή αντίστασης. Αντιστέκομαι στην ισοπέδωση σκέψης και πράξεων. Γι αυτό και πέρα από τη συγγραφή και τις προσωπικές αναγνώσεις μου, διοργανώνω ομάδες δημιουργικής ανάγνωσης και γραφής. Στην ουσία μέσω της λογοτεχνίας ενδοσκοπούμαστε. Άρα αντιστεκόμαστε στην ισοπέδωση που προσπαθούν να μας επιβάλουν.

2) Το καινούργιο σας βιβλίο «Μανόλο και Μανολίτο», Κύριε Κοντολέων, μάλλον είναι κάτι ιδιαίτερο για σας. Ένας συγγραφέας -ο Μανόλο- που του αρέσει να περπατά στην ακροποταμιά. Ένα αγόρι -ο Μανολίτο- που όλο θέλει να ρωτά. Κι ένα λευκό σκυλί που το φωνάζουνε Νύχτα. Εσείς; Ο εγγονός σας; Η νύχτα μας;
-Όχι… Δεν αυτοβιογραφούμαι ακριβώς. Μα αναζητώ τρόπους επαφής δυο γενεών και χρησιμοποίησης μέσα στην καθημερινότητα μας της φαντασίας που θα την ανατρέψει ή αν θέλετε θα την φωτίσει. Και προσπαθώ στηριγμένος σε δικά μου πρόσωπα να δημιουργήσω νέα –τους ήρωές μου.

3) Και οι 35 αμυγδαλιές; Μου θυμίζουν εκείνο το υπέροχο θαύμα στα «Όνειρα» του Κουροσάβα, με τον χορό που ανασταίνει τις ψυχές στις νεκρές ροδακινιές.
-Η αγάπη ανασταίνει όταν παρουσιάζεται, όπως και νεκρώνει όταν απουσιάζει.  Την αμυγδαλιά την είδα ως σύμβολο αγνότητας και αγάπης. Γι αυτό και τόσο τολμηρή, όσο και πανέμορφη.

4) Αλλά και στο μυθιστόρημά σας «Μέλι  κόλλησε στα χείλη», η απόδραση και το αίνιγμα της ζωής, το μυστήριο και μια Ελλάδα ακριβώς στο μεταίχμιο, επίσης, κυριαρχούν. Θα πρέπει να επανεξετάσουμε, τελικά, τη ζωή μας;
-Σε ατομικό μα και σε συλλογικό επίπεδο. Για το πρώτο η ευθύνη είναι του καθένα από εμάς. Για το δεύτερο … Εδώ διακρίνω αυτούς που σχεδιάζουν από αυτούς που σχεδιάζονται… Στους πρώτους εδώ η ευθύνη. Μα και η τιμωρία.

5) Στα βιβλία σας, ακόμα και στα παιδικά, έχετε τολμήσει τα δύσκολα, ειδικά όσον αφορά τη θεματολογία. Σήμερα τι είναι εκείνο που αισθάνεστε ότι οφείλετε να πείτε στα παιδιά;
-Αυτό που πάντα τους έλεγα. Πριν αποδεχτούν μια στάση ζωής, να την εξετάσουν έως και την αμφισβήτησή της ακόμα.

6) Τι σας ρωτούν στα σχολεία;
-Πολλά και πάντα όλα τους έχουν ενδιαφέρον. Και κάτι η κάθε ερώτηση εκφράζει.  Να, θυμάμαι τώρα δυο χαρακτηριστικές ερωτήσεις . Η μια είχε να κάνει με τα πόσα χρήματα κερδίζω ως συγγραφέας. Και η άλλη… Αν αυτά που ζω επηρεάζουν όσα γράφω ή αν αυτά που γράφω επηρεάζουν όσα ζω… Καταλαβαίνετε, φαντάζομαι, τους δυο διαφορετικούς τρόπους σκέψης που εκφράζουν αυτές οι ερωτήσεις.

7) Στο «Μανόλο και Μανολίτο» θίγετε τόσα πολλά, ας πούμε τον συγγραφέα – αφηγητή για την διαχείριση της ήττας, θα πρέπει να επανεξετάσουμε στις μέρες μας τους ηττημένους [έτσι ή αλλιώς] αυτής της ζωής;
-Χωρίς το πικρό δεν θα ξέραμε τι σημαίνει γλυκό. Χωρίς το μαύρο, το λευκό. Χωρίς τον θάνατο, τη ζωή… Χωρίς την ήττα, την νίκη… Αλλά ας μην ξεχνάμε πως υπάρχουν και νίκες που μάλλον ήττες είναι.

8) Κι η συνταγή της Φύσης, το μεγάλο μυστήριο. Στην Ιστορία και στην Φύση βρίσκεται  η λύση;
-Δεν ξέρω αν μπορώ να ισχυριστώ πως γνωρίζω την απάντηση σε αυτήν την ερώτηση… Πάντα και για πάντα θα την αναζητώ. Όπως και ο καθένας μας… στο δικό του το βασίλειο.

9) Αλλά και όλο το βιβλίο αποτελεί ένα σχόλιο όσον αφορά την διαδικασία της δημιουργίας, την έμπνευση. Η λογοτεχνία είναι αντίσταση; Έχει την λύση; Μπορεί να είναι εκτός από παρηγορία, μια καινούργια πρόταση αισιόδοξα επαναστατική;
-Μα πάντα η Τέχνη  υπήρξε και είναι επαναστατική.

10) Κύριε Κοντολέων, είστε χρόνια συγγραφέας, με πολλά βιβλία, πολλά βραβεία, πολλά παιδιά που σας διαβάζουν και που έχετε συναντήσει στα σχολεία, πώς έφτασαν νέα παιδιά στην Χρυσή Αυγή;
-Μα και τα παιδιά μέλη της κοινωνίας μας είναι. Και μάλιστα μέλη που οι ενήλικες τα εκπαιδεύουν. Το ερώτημα λοιπόν είναι: Πώς η κοινωνία μας γέννα τέτοια φαινόμενα;

11) Κι ο εχθρός στις ιστορίες ή στα παραμύθια είναι ο ίδιος, ή άλλος με αυτόν της ζωής;
-Λέμε πως εχθρός μας είναι ο άλλος, γιατί δεν εμπιστευόμαστε το άγνωστο.  Στην ουσία δεν έχουμε εμπιστοσύνη στον εαυτό μας.

12) Έχει αλλάξει η θεματολογία στις μέρες μας, όσον αφορά την λογοτεχνία και το παραμύθι;
-Μπορεί… Οι νέοι συγγραφείς προσέχουν περισσότερο το περιτύλιγμα και αδιαφορούν για το περιεχόμενο

13) Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η Τέχνη, η λογοτεχνία, είναι οι ωφελημένες της κρίσης;
-Αν το πίστευα αυτό, θα ντρεπόμουνα που είμαι συγγραφέας.

14) Κύριε Κοντολέων, σήμερα, τι είναι αυτό που σας κάνει να είστε αισιόδοξος; Για να βγούμε στο φως που θα πρέπει κανείς και πώς να σταθεί;
-Και ποιος σας είπε πως είμαι αισιόδοξος; … Πιστεύω πως κάποια μέρα η τωρινή κρίση θα περάσει. Μα αναρωτιέμαι  για το που θα είμαι εγώ, εσείς, οι δικοί και οι φίλοι, εκείνη τη μέρα. Πού και πως…

15) Τα παιδιά που συναντάτε έχουν αντιληφθεί και πώς αυτή την κρίση;
-Τα παιδιά αντιλαμβάνονται τα πάντα. Και έτσι όχι μόνο την κρίση έχουν αντιληφθεί, μα και τον τρόπο που οι δικοί τους ενήλικες αντιδρούν επίσης γνωρίζουν. Και κάποια στιγμή θα τον κρίνουν.

16) Ο «Μανόλο και Μανολίτο» είναι η δική σας πρόταση για την σημερινή δύσκολη και σκοτεινή εποχή;
-Ένα από τα βιβλία μου είναι. Το πιο πρόσφατο που όμως γραφότανε εδώ και δυο χρόνια. Αν έχω μια πρόταση για τη σημερινή κρίση… θα φανεί σε αυτό που τώρα ξεκινώ να γράφω… Και που έχει να κάνει… Όχι. Ας μου επιτρέψετε να μη σας φανερώσω το θέμα, άρα μήτε και την πρότασή μου.

11.1.14

Μια παρουσίαση - συνέντευξη


http://www.weshootpeople.gr/site/index.php/blog/142-2014-01-11-10-13-06.html



ΜΑΝΟΣ ΚΟΝΤΟΛΕΩΝ

 Γνωστός από πολλούς ως συγγραφέας νεανικών βιβλίων. (Μα είναι «το 33» και ο «αδελφός της Ασπασίας» παιδικά-εφηβικά, άραγε;). Με μια ιδιαίτερη έφεση, πάντως, στην παραμυθία δια μέσου του λόγου. Κρατικό βραβείο λογοτεχνίας και το 1997 και το 2009.


1) Θα μπορούσε η Ποίηση να διατελέσει κάποιον κοινωνικό ρόλο, εν γένει; Και ποιά η θέση της στη σύγχρονη εποχή, εν είδει;

Δεν μπορώ να φανταστώ την ποίηση να παίζει κάποιο κοινωνικό ρόλο. Η ποίηση αφορά το άτομο. Και ποτέ δεν υπήρξαν –ούτε και θα υπάρξουν- τόσα πολλά άτομα που τα επηρέασε η ποίηση ώστε να αποτελέσουν ομάδα κοινωνική.


2) Ποιό βιβλίο θα διάλεγες να πάρεις μαζί σου, αν έμπαινες στην κιβωτό του Νώε;

Τόσα πολλά τα βιβλία που έχω διαβάσει, τόσα πολλά κι αυτό που πολύ αγάπησα. Κανένα δε θα διάλεγα. Θα είχα μαζί μου, μέσα στο νου μου, όλα τους.


3) Αλκοόλ και έμπνευση. Ποιά η σχέση τους;

Δεν ξέρω για άλλους, αλλά εγώ αλλού ανακαλύπτω την έμπνευση.


4) Θα έγραφες έργο συνεργατικά με κάποιον συγγραφέα, και αν ναι, με ποιόν;

Το έχω κάνει δυο φορές στο παρελθόν. Τρίτη δε θα υπάρξει.



5) Ποιόν τρόπο θα επέλεγες να φύγεις από τη ζωή, αν υποθέσουμε ότι είχες την εν λόγω δυνατότητα επιλογής και ως τί θα ήθελες να επιστρέψεις στον κόσμο;

Πάντα ονειρευόμουνα να «πεθάνω ένα πένθιμο του φθινοπώρου δείλι» όπως έχει γράψει ο Ουράνης. Το πώς , δεν το έχω σκεφτεί. Και ασφαλώς μου είναι αδιάφορο αν θα επιστρέψω ξανά και με ποια μορφή.


6) Τί ρόλο διαδραματίζει ο μύθος στη σύγχρονη εποχή, (ή αλλιώς) χωράει η σύγχρονη πραγματικότητα μύθους; Ποιος ο αγαπημένος σου ήρωας παραμυθιού;

Μια εποχή δίχως μύθους και θρύλους είναι η δική μας. Μα με ψευδαισθήσεις. Από τους ήρωες των παραμυθιών π΄ αγάπησα, πιο κοντινά μου αισθάνομαι  το Κοριτσάκι με τα Σπίρτα.



7) Ποιά η γνώμη σου για την αναρχία;

Των δρόμων ή του νου; Την πρώτη την απεχθάνομαι. Τη δεύτερη τη ζηλεύω.



8) Χωράει η Τέχνη στο καλούπι κομματικών σχηματισμών;

Όσο χωρούσαν τα πόδια των αδελφών της Σταχτοπούτας στο γυάλινο γοβάκι.



9) Ποιός μπορεί να είναι ο Θεός ενός συγγραφέα;

Μα ο συγγραφέας αισθάνεται πως ο ίδιος είναι θεός.


10) Σε τί βαθμό μπορεί να συμμετέχει το σώμα σε έναν ιδεατό έρωτα;

Πιστεύω μόνο στον έρωτα των σωμάτων.





25.12.13

Τα δώρα μιας χρονιάς που φεύγει... Οι ελπίδες για εκείνη που έρχεται


                                                                           (δώρο από της Τέσυ Μπάιλα)

24.12.13

Χριστουγεννιάτικο παραμύθι;


(Η ιστορία αυτή περιλαμβάνεται, μαζί με 7 ακόμα ιστορίες άλλων συγγραφέων,  στο βιβλίο "Χριστουγεννιάτικα Καλαντίσματα" που τα Εκπαιδευτήρια Γείτονα τυπώσανε για την ενίσχυση του σχολείου της Ίμβρου)
Η εικόνα είναι της Ειρήνης Κανά

Μια φορά κι ένα καιρό…
Αλλά μήπως δεν ήταν μια φορά κι ένα καιρό, μα μόλις χτες;
Ή μήπως όλα αυτά που θα σας αφηγηθώ γίνανε πριν από λίγα μόνο χρόνια;
Τι να σας πω κι εγώ; Δεν είμαι σίγουρος… μα πάντως σίγουρο είναι πως μια φορά κι ένα καιρό ζούσε ένα αγοράκι που το λέγανε… Ας πούμε Μάρκο.
Ο Μάρκος, λοιπόν, έμενε με τη μητέρα και τον πατέρα του  -αδέλφια ο Μάρκος δεν είχε- σ΄ ένα όμορφο σπίτι.
Όμορφο;  Έ, καλά μη φανταστείτε πως ήταν και καμιά βίλα.
Ένα απλό σπίτι ήταν.
Στην πίσω του πλευρά είχε μιαν αυλή  γεμάτη με λουλούδια και μυρωδικά φυτά –τριαντάφυλλα, γαρύφαλλα, χρυσάνθεμα και αγγελικούλες, λουίζες, δάφνες.
Από την μπροστινή πλευρά υπήρχε μια φαρδιά πρασιά – εκεί ήταν φυτεμένα τέσσερα δέντρα. Δυο ακακίες και δυο πιπεριές.
Μέσα στο σπίτι υπήρχε ένα μεγάλο σαλόνι, μια τραπεζαρία, μια κρεβατοκάμαρα, η κουζίνα βέβαια και το μπάνιο. Και ακόμα το δωμάτιο του μικρού Μάρκου. Ένα δωμάτιο γεμάτο με παιχνίδια –ξύλινα αλογάκια, τραινάκια, αυτοκίνητα και επιτραπέζια παιχνίδια.
Μέσα σε αυτό το δωμάτιο ο Μάρκος έπαιζε άλλοτε μόνος, κι άλλοτε με τους φίλους του –αγόρια και κορίτσια της γειτονιάς.
Κι όμως το αγαπημένο του παιχνίδι –τον μαξιλαροπόλεμο-  ο Μάρκος δεν το έπαιζε μέσα στο δικό του δωμάτιο.
Ο Μάρκος, που λέτε, αγαπούσε πολύ τη μητέρα του και το ίδιο πολύ αγαπούσε και τον πατέρα του. Τα κυριακάτικα πρωινά του άρεσε ν τρέχει στην κρεβατοκάμαρα των γονιών του κι άλλοτε να ακούει τον πατέρα του να τραγουδά με την όμορφη φωνή του κι άλλοτε πάλι ν΄ αρπάζει το μαξιλάρι κάτω από το κεφάλι της μητέρας του και να ξεκινά έτσι ένας θεότρελος μαξιλαροπόλεμος.
Αν δεν το καταλάβατε, να σας το πω πιο ξεκάθαρα. Οι πιο καλοί φίλοι του Μάρκου ήταν οι δυο γονείς του.
Είχαν άλλωστε σχεδόν και τα ίδια γούστα. Τους άρεσαν τα ίδια πάνω – κάτω φαγητά, τα ίδια περίπου βιβλία και τραγούδια, οι ίδιες ταινίες.
Αλλά εκεί που και οι τρεις απόλυτα συμφωνούσαν ήταν σε δυο πράγματα.
Το ένα είχε να κάνει με …τον πασατέμπο –καλοψημένος και με λίγο αλάτι πασπαλισμένος.
Το άλλο είχε να κάνει με το χριστουγεννιάτικο δέντρο.
Όλο το καλοκαίρι κάνανε βόλτες στις γύρω από το σπίτι τους εξοχές και μασουλάγανε πασατέμπο.
Και το χειμώνα περιμένανε πώς και πώς να φτάσουν τα Χριστούγεννα για να στολίσουν το δέντρο τους.
Το δέντρο που στολίζανε ήταν ψεύτικο. Για πολλά χρόνια το ίδιο δέντρο είχανε.
Από τα μέσα του Δεκέμβρη, λοιπόν, ο πατέρας ανέβαινε στο πατάρι και κατέβαζε από εκεί το ψεύτικο ελατάκι.
Το έβαζε πάνω σε ένα τριγωνικό τραπεζάκι και η μητέρα ξεκίναγε αμέσως να του ξεδιπλώνει τα κλαριά.
Μόλις εκείνη τέλειωνε, ο Μάρκος  άρχιζε να διαλέγει το που θα κρεμαστεί η κάθε μπάλα και το κάθε άλλο στολίδι.
Αυτά που του αρέσαν περισσότερο  τα κρεμούσε από την μπροστινή πλευρά του δέντρου. Α λιγότερο όμορφα, στα πλάγια. Για την πίσω πλευρά άφηνε κάτι ξεθωριασμένες μπάλες και κάτι ξεχνουδιασμένα κουκλάκια.
Μόλις εκείνος τέλειωνε με το κρέμασμα των στολιδιών, η μητέρα έπιανε να περνάει ανάμεσα στα κλαριά του έλατου, τ ασημόχρυσες  γιρλάντες  -μπλίρες, τις έλεγε.
Σε αυτή τη δουλειά η μητέρα ήταν άφταστη. Την έκανε γρήγορα και με μοναδικό τρόπο. Όταν τέλειωνε, το ψεύτικο δεντράκι έδειχνε σαν ένα δέντρο φερμένο από κάποιο μακρινό αστέρι.
Μα το στόλισμα δεν είχε τελειώσει.
Τώρα ήταν η σειρά του πατέρα να στολίσει το δέντρο με τα φωτάκια.
Αυτή ήταν η πιο δύσκολη δουλειά, μιας και τα καλώδια που συνδέανε τα πολύχρωμα φωτάκια, πάντα μπερδευόντουσαν  και τον δυσκολεύανε το καημένο τον πατερούλη. Κι αυτός όλο και μουρμούραγε έτσι καθώς προσπαθούσε να βιδώσει κάποια λαμπιόνια που δε λέγανε να ανάψουνε.
Μα στο τέλος τα κατάφερνε και να που όλο πια το έλατο, ντυμένο σε φωτάκια που λαμπυρίζανε ίδια με άστρα, λαμποκοπούσε.
Σειρά του Μάρκου και πάλι –η φάτνη έπρεπε να μπει στη βάση του δέντρου.
Τώρα και οι τρεις –Μάρκος, μητέρα και πατέρας-  στεκόντουσαν γύρω από το μαγικό δεντράκι, το έλατο το χριστουγεννιάτικο.
Η μητέρα έκλεινε τα άλλα φώτα της σάλας. Και όλα εκεί μέσα στο δωμάτιο… αλλάζανε.
Ο καναπές λες και γινότανε  ένα πολύχρωμο σύννεφο από αυτά της δύσης.
Οι πολυθρόνες γινόντουσαν βαρκούλες που αρμενίζανε σε σκουρόχρωμο πέλαγο –το χαλί ήταν.
Κάτι παιδάκια από ένα κάντρο ήταν ίδια με τα αγγελάκια που πετούσαν πάνω από τη φάτνη.
Και να που στο ταβάνι του σαλονιού, εκεί που κρεμότανε ο κρυστάλλινος πολυέλαιος  ερχότανε και κούρνιαζε το αστέρι των μάγων.
Η μητέρα, ο πατέρας και ο Μάρκος πάντα γύρω από το έλατο. Και ξεκινούσανε και οι τρεις να τραγουδάνε τις γλυκιές μελωδίες των Χριστουγέννων –να σαν κι αυτή που λέει για μια Άγια Νύχτα
Άγια Νύχτα
Σε προσμένουν
Με χαρά
Οι Χριστιανοί… 
Όμορφα, σας λέω πως ήτανε. Τόσο μαγευτικά που λες κι όλα είχαν  βγει μέσα από ένα παραμύθι… Πώς ήταν όλα ένα παραμύθι.
Γι αυτό  κι εγώ, τώρα που τα θυμήθηκα όλα αυτά και κάθισα να σας τα αφηγηθώ, ξεκίνησα μ΄ εκείνο το «Μια φορά κι έναν καιρό…»
Αλλά εσείς θα το έχετε καταλάβει πως όλα τούτα μπορεί να γινόντουσαν κάποτε, αλλά παραμύθι δεν είναι σίγουρο πως ήταν…
Ναι, λοιπόν! Δεν είναι παραμύθι. Αλήθεια είναι…
Τα έχω εγώ ο ίδιος ζήσει.


23.12.13

Η Μαρίζα Ντεκάστρο για το "Μανόλο και Μανολίτο" στον "Αναγνώστη"




Το μυθιστόρημα, σε δυο μέρη, ξετυλίγει τη σχέση δυο σχεδόν συνονόματων προσώπων: του ηλικιωμένου συγγραφέα με ένα αγόρι. Η αθωότητα του παιδιού θα δώσει στον ηλικιωμένο κάτι από αυτά που έχασε στην ωριμότητά του και μαζί οι δυο τους θα ζήσουν σαν σε όνειρο τη φύση και τις ομορφιές της, θα ανακαλύψουν μαζί την πραγματικότητα και τις δυσκολίες της. Η ιδέα είναι γνωστή, όμως η τέχνη του Κοντολέων τη μετατρέπει σ’ ένα εξαιρετικά λυρικό κείμενο που χαίρεσαι να το διαβάζεις.

http://www.oanagnostis.gr/

20 Δεκεμβρίου, 2013