22.3.15

«Ουίσκι Μπλε»



Τέσυ Μπάιλα
«Ουίσκι Μπλε»
Εκδ. Ψυχογιός, 2014

Ο άνθρωπος ήθελε πάντα να ακούει, μα και να λέει, ιστορίες.
Η αφήγηση –πιστεύω- πως κατά κάποιο τρόπο είναι συνυφασμένη με την ίδια την ουσία της ζωής.
Ίσως γιατί «αφηγούμαι» σημαίνει «κατανοώ» και «παρακολουθώ» σημαίνει συμπάσχω.
Κάπως έτσι, για κάποιον τέτοιο λόγο ξεκινά ο άνθρωπος να συνθέτει ιστορίες.
Μύθους, θρύλους, παραμύθια, έπη… Μυθιστορήματα.
Το μυθιστόρημα γεννιέται από την ανάγκη να γίνουν τα πάθη του άλλου δικά μου. Αυτό που έχει κάποτε συμβεί, να μπορέσω εγώ τώρα να το κατανοήσω.  Κι αν είναι κάτι δυσάρεστο ή να το ξορκίσω ή να προσπαθήσω να μην φτάσει σε μένα. Αν είναι πάλι κάτι καλό τότε να ακολουθήσω κι εγώ το δρόμο που θα με κάνει κάτι παρόμοιο να ζήσω.
Τα πρώτα μυθιστορήματα του Δυτικού Πολιτισμού είναι τα Ομηρικά Έπη.
Κάπου εκεί, στο ξεχασμένο λιμάνι της Αυλίδας ξεκινά η αφηγηματική περιπέτεια της Δύσης. Και η πρώτη μυθιστορηματική ηρωίδα δεν πρέπει να είναι άλλη από την Ιφιγένεια.

Αλλά από τότε μέχρι την εποχή μας πολλά έχουν αλλάξει.
Και μπορεί το πρώτο μυθιστόρημα που τυπώθηκε να είναι ο Δον Κιχώτης, εκεί στις αρχές του 1600, αλλά αυτό που σήμερα εμείς έχουμε στο νου όταν χρησιμοποιούμε τον όρο μυθιστόρημα στην ουσία ξεκινά τον 18ο αιώνα, μα παίρνει την πλήρη του μορφή μέσα στο 19ο.
Τι ήταν εκείνο που έκανε το είδος αυτό του γραπτού λόγου τόσο αγαπητό σε ένα πλατύ κοινό;
Μα ακριβώς αυτό που λίγο πιο πριν είπα – η αφήγηση είναι συνυφασμένη με την ίδια τη ζωή.
Και το μυθιστόρημα ζωές αφηγείται και ζωές διαπλάθει.
Μέσα από τα έργα ενός Ντίκενς αναγνωρίζεται η ανάγκη κοινωνικής μέριμνας προς τους πάσχοντες και αδύναμους.
Μέσα από το έργο ενός Ουγκώ χαράζεται εγγράφεται στο κοινωνικό σύνολο η ιδέα της ισότητας και της ελευθερία για όλους.
Μέσα από τα μυθιστορήματα του Μπαλζάκ ο αστός ανασκαλεύει την ουσία των βημάτων του.
Μέσα από το Πόλεμος και Ειρήνη, ανιχνεύουμε τα σημεία που διαχωρίζουν τα ανθρώπινα πάθη. Και μέσα από τα μυθιστορήματα του Ντοστογιέφσκι αυτά τα ανθρώπινα πάθη καταφέρνουν να φανερώσουν τα ερεβώδη μυστικά τους.
Και παράλληλα, και δίπλα σε αυτών των μορφών της ανιχνεύσεις, οι αναγνώστες πληροφορούνται για αυτά που έχουν συμβεί ή και που συμβαίνουν, πληροφορούνται και ευαισθητοποιούνται.
Σήμερα το μυθιστόρημα δεν είναι μήτε ο μόνος τρόπος πλατιάς αφήγησης της ανθρώπινης περιπέτειες, μήτε και ο πλέον ίσως αγαπητός. Ο κινηματογράφος μάλλον αποτελεί την πρώτη επιλογή αφήγησης του ανθρώπου του 21ου αιώνα και ίσως σε λίγο κι αυτός να δίνει την πρωτοκαθεδρία σε μια διαδικτυακής μορφής αφήγηση.
Αλλά η μυθιστορηματική αφήγηση δεν έχει όχι μόνο περιθωριοποιηθεί, αλλά αντίθετα λες και έχει επανεύρει τα βασικά πρώτα χαρακτηριστικά της.
Γιατί αν η εικόνα παρασύρει τον θεατή της και τον καθοδηγεί προς τα εκεί που εκείνη θέλει, αντίθετα ο λόγος ζητά την προσωπική επέμβαση του αναγνώστη για να ολοκληρώσει την συναισθηματική του εκφόρτιση.
Κι έτσι σήμερα, τα τελευταία χρόνια, βλέπουμε μια στροφή κοινού και δημιουργών προς το μυθιστόρημα εκείνο που απλώνεται σε πολλές σελίδες, που αν και έχει ένα κεντρικό ήρωα, δίπλα του τοποθετεί και επαρκώς φωτίζει και άλλα πρόσωπα και που τέλος απλώνεται σε αρκετά μεγάλα χρονικά διαστήματα.
Ο αναγνώστης έτσι εισέρχεται πλήρως μέσα στην εποχή, συνομιλεί με τους ήρωες, μαθαίνει για τη σχέση ιστορικών γεγονότων με ατομικά πάθη.
Καθώς η καθημερινότητά μας συνθλίβεται από τις πολλές και επιφανειακές πληροφορίες των ΜΜΕ, έχουμε ανάγκη να ακολουθήσουμε τη συμβουλή του Καβάφη:

Εδώ ας σταθώ. Κι ας δω κ’ εγώ την φύσι λίγο.
Θάλασσας του πρωϊού κι ανέφελου ουρανού
λαμπρά μαβιά, και κίτρινη όχθη∙  όλα
ωραία και μεγάλα φωτισμένα.

…………………………………………………………………………

Αυτά  -ωραία και μεγάλα φωτισμένα-
έγραψε ο Αλεξανδρινός και εγώ με την αυθάδεια του αναγνώστη στους επιθετικούς προσδιορισμούς αυτούς διαβάζω πως μεγάλο και φωτεινό είναι το κάθε ανθρώπινο.
Όπως τόσο ανθρώπινο είναι κι αυτό που εκπέμπεται από όλο το μυθιστόρημα «Ουίσκι Μπλε» της Τέσυ Μπάιλα.
Το τελευταίο μυθιστόρημα μιας νέας συγγραφέα.
Από το 2009 μέχρι το 2014, δηλαδή μέσα σε πέντε μόλις χρόνια η Τέσυ εκδίδει τέσσερα μυθιστορήματα. Και όλα τους με πολλές, έως πάρα πολλές σελίδες.
Τέσσερα μυθιστορήματα που ξεκινάνε από τη διάθεση της δημιουργού τους να γράψει με τον τρόπο που τα κλασικά μυθιστορήματα γραφόντουσαν.
Περιγραφές τοπίων, περιγραφές ανθρώπων, καταγραφές γεγονότων, εμβάθυνση συναισθημάτων.
Ας ψάξουμε να τα βρούμε μέσα στις σελίδες του τελευταίου μυθιστορήματος της Τ. Μ.

Περιγραφές τοπίων :

Κι ενώ είναι Αύγουστος, το κρύο είναι ακόμα χειμωνιάτικο. Τσούζει σαν σφυρίζει ο αέρας. Τα δέντρα τώρα αρχίζουν να βγάζουν τα πρώτα τους φύλλα. Όταν πρασινίσουν όμως, όλα εδώ θα είναι αλλιώτικα. Λένε πως τότε είναι πολύ όμορφα, μα ποιος έχει κουράγιο να δει την ομορφιά όταν τα μάτια του είναι γεμάτα σκοτάδι από την κούραση και τη μαυρίλα; Καμιά φορά κάνω να τα κλείσω να κοιμηθώ, μα νιώθω τη σκόνη του κάρβουνου βαθιά μέσα τους να με καίει. Σηκώνομαι και ρίχνω λίγο νερό από το κανάτι στις χούφτες μου και τα ξεπλένω ακόμα μια φορά, μα τίποτα. Εκεί η σκόνη, δε φεύγει όσο νερό κι αν ρίξω επάνω τους. Γρατζουνάει τα βλέφαρά μου και ματώνει τα μάτια μου. Μα μη φοβάσαι, ύστερα από λίγο περνάει και πέφτω να κοιμηθώ.
Σ’ αυτή την πόλη φαίνεται ότι κάνει πάντα κρύο.
Μου λείπει η θάλασσα. Λένε πως για να τη δεις εδώ πρέπει να ανέβεις ψηλότερα. Τι χώρα είναι αυτή, ρε μάνα; Ακούς η θάλασσα να είναι πιο ψηλά από τον κάμπο! Λέω να πάω μια μέρα κατά κει να τη δω, αλλά κι ένας Ιταλός όταν πήγε είπε μόνο ότι είναι γκριζοπράσινη κι αυτή, σαν το ποτάμι. Τι να την κάνει κανείς τη θάλασσα να τη δει άμα είναι πράσινη σαν τον Νείλο;

Λοιπόν, το τοπίο συνομιλεί με τον αφηγητή, αυτό που μέσα του ζει. Και ο τρόπος που ο αφηγητής βιώνει τον περίγυρό του γίνεται οικείος στον αναγνώστη. Λες κι αυτός ο τελευταίος ταξιδεύει, ζει στο ίδιο μέρος, στον ίδιο τόπο.

Περιγραφές ανθρώπων: 

Η Φάτμα δεν ήξερε κανένα από τα ελληνικά έθιμα. Αρκέστηκε, λοιπόν, να παρακολουθεί τις κοπέλες και χωρίς να μιλά έκανε ό,τι της έλεγαν για να τις βοηθήσει. Έραψε όμως η ίδια το δαντελένιο πέπλο της νύφης, τραγουδώντας συνεχώς ένα τρυφερό τραγούδι. Η Βιργινία την άκουγε από παιδί να της το τραγουδά όταν την έβαζε για ύπνο∙ ήταν το τραγούδι της. Την ημέρα του γάμου, αν και το έθιμο πρόσταζε νεαρές κοπέλες να ντύσουν τη νύφη και να τη στολίσουν, η Βιργινία ζήτησε μόνο η Φάτμα να μπει μαζί της στο δωμάτιο και να την ντύσει. Και η Φάτμα άρχισε να τραγουδά ξανά εκείνο το παράξενο τραγούδι και να τη στολίζει δακρύζοντας κάθε τόσο. Ήταν μια αληθινή μάνα αυτού του παιδιού. Για τη Φάτμα δεν είχε σημασία ότι μια άλλη γυναίκα είχε γεννήσει τη Βιργινία. Η μητρική αγάπη μπορεί να είναι το ίδιο ισχυρή σε όσους αφιερώνουν τη ζωή τους στην αγκαλιά ενός παιδιού, έστω κι αν αυτό δε μεγάλωσε στα δικά τους σπλάχνα. Και η Φάτμα είχε χαρίσει τη δική της ζωή στο ορφανό, δείχνοντας έτσι την ευγνωμοσύνη της για την ευεργεσία του πατέρα της Βιργινίας κάμποσα χρόνια πριν.
 Τραγουδώντας και πειράζοντας τη νύφη η Φάτμα της έφτιαξε τα μαλλιά, της στόλισε το κεφάλι με ανθούς μοσχοβολιστούς και προτού της στερεώσει το μακρύ πέπλο, το φτιαγμένο με την πιο ακριβή δαντέλα, δώρο του γαμπρού, άρχισε να την τσιμπά σε όλο της σχεδόν το σώμα. Η Βιργινία έσκουξε από τον πόνο σαν ένιωσε τα χοντρά δάχτυλα της Φάτμα να τσιμπούν το δέρμα της και να μπήγονται τα νύχια της μέσα στο κορμί της.
«Τι κάνεις Φάτμα;» ούρλιαξε βλέποντας τη να ετοιμάζεται να της δώσει  ακόμα μια γερή τσιμπιά.
 Εκείνη δε σταμάτησε, παρά μόνο όταν σιγουρεύτηκε ότι το παλιό αιγυπτιακό έθιμο, το οποίο απαιτούσε να τσιμπήσουν τη νύφη λίγο πριν από τον γάμο για να της φέρουν γούρι είχε καταφέρει να κοκκινήσει το μπράτσο και τα μάγουλα της Βιργινίας. Έξαλλη η νύφη έβλεπε τη Φάτμα να γελά με την καρδιά της κι έτριβε το κοκκινισμένο της μάγουλο, έτοιμη σχεδόν να βάλει τα κλάματα.
Λοιπόν, να που εδώ, ένα από τα πρόσωπα του βιβλίου –η Φατμά- που μήτε ρόλο πρωταγωνιστικό θα παίξει, μήτε και ιδιαιτέρως θα επηρεάσει την ροή των γεγονότων, γίνεται όμως οικείο στον αναγνώστη και ποτέ δεν πρόκειται να το ξεχάσει. Κι αυτό γιατί η συγγραφέας έσκυψε με αγάπη από πάνω του και μελέτησε τις εσωτερικές στιγμές του.

Καταγραφές γεγονότων:

Ο καπετάν Βαγγέλης άρχισε να κωπηλατεί προς την αντίθετη κατεύθυνση για να μπορέσει να κρατήσει τον έλεγχο της βάρκας και να αποφύγει τους κλυδωνισμούς. Πολύ γρήγορα ένιωσε τη δύναμη του νερού να ανασηκώνει, σαν παιδικό παιχνίδι, το σκαρί της και να το παρασέρνει.
Ένιωσε μονάχα ένα κάψιμο στα μπράτσα του, προσπαθώντας να την επαναφέρει στη σωστή της θέση. Συνέχισε να κωπηλατεί, λίγες στιγμές μετά όμως το νερό πίεσε με δύναμη το σώμα του. Η βάρκα αναποδογύρισε έτσι όπως παρασύρθηκε από τα νερά  και τα τέσσερα παιδιά βρέθηκαν άξαφνα στην παγωμένη θάλασσα, ουρλιάζοντας κυριολεκτικά από τον φόβο. Ο λοστρόμος ακολουθούσε με τη δική του βάρκα. Βλέποντας τι συνέβαινε, άρχισε να κωπηλατεί προς την αντίθετη κατεύθυνση, όσο πιο γρήγορα μπορούσε, από φόβο μην παρασυρθεί κι αυτός από τα απόνερα του πλοίου.
Η καρδιά του καπετάνιου πήγαινε να σπάσει από τον πανικό, όταν ανασήκωσε το κεφάλι του μέσα από το νερό και είδε τη βάρκα αναποδογυρισμένη και τα παιδιά, με ορθάνοιχτα τα κατατρομαγμένα μάτια τους, να τον κοιτούν και να φωνάζουν, βουλιάζοντας κάθε τόσο σε μια ατελέσφορη προσπάθεια να σωθούν.
 Πάλευαν να κρατηθούν στην επιφάνεια και ο καπετάν Βαγγέλης, χωρίς να χάσει καιρό, κατάφερε να φτάσει κοντά τους κολυμπώντας με δύναμη, αν και ένιωθε τον φόβο τους να βαραίνει, σαν τεράστια πέτρα, την ψυχή του. Πρόλαβε να δει ένα κουπί να επιπλέει δίπλα τους και το άρπαξε. Με γρήγορες κινήσεις έφτασε κοντά στα παιδιά. Έντρομα εκείνα κρεμάστηκαν από τον λαιμό του, κάνοντάς τον να βουλιάξει κι αυτός μαζί τους. Πήρε μια βαθιά ανάσα και όταν με δυσκολία βγήκε ξανά στην επιφάνεια έβαλε ένα ένα τα παιδιά να κρατηθούν από το κουπί.
Πάγωσε όμως μόλις είδε ότι δίπλα του, κρεμασμένα από το μεγάλο κουπί, είχε μόνο τα τρία από τα τέσσερα παιδιά που βρίσκονταν μαζί του στη βάρκα. Άρχισε να κοιτάζει ολόγυρά του, κρατώντας με το ένα χέρι το κουπί με τα φοβισμένα παιδιά, αναζητώντας εκείνο το μικρό αγόρι, το οποίο όμως δε φαινόταν πουθενά. Κόντεψε να τρελαθεί από την αγωνία του. Άρχισε να το φωνάζει με δύναμη έτσι όπως είχε ακούσει από ένα κοριτσάκι πρωτύτερα να το αποκαλεί, καμία απάντηση όμως δεν ερχόταν να διασκεδάσει την αγωνία του.
Λες και η συγγραφέας δεν ήταν απλώς παρούσα στα γεγονότα που περιγράφει, αλλά τα έχει η ίδια ζήσει. Οι λέξεις που χρησιμοποιεί έχουν ένταση –την ένταση της αμεσότητας.

Εμβάθυνση συναισθημάτων:

Ήταν απόγευμα όταν το πλοίο μπήκε στο ελληνικό λιμάνι και ο Μιχάλης, βλέποντας ξανά τη γνώριμη εικόνα ένιωσε ξαφνικά όλους τους φόβους του να πετούν μακριά, όπως ακριβώς τα πουλιά του λιμανιού πετούσαν, σκούζοντας αλαφιασμένα, πάνω από τη γερασμένη γέφυρα του πλοίου για να απαγκιάσουν στη φωλιά τους προτού τα βρει το σκοτάδι.
Έφτασε βράδυ στο σπίτι του. Έβγαλε το κλειδί από την τσέπη του και διστακτικά το έβαλε στην πόρτα, νιώθοντας την αγωνία του για το μέλλον να σφυροκοπά τα μηλίγγια του. Τι θα γινόταν αν η Εριέτα δεν ήθελε να τον ξαναδεί μπροστά της; Μάλλον δίκιο θα είχε, όποια απόφαση και να έπαιρνε. Την είχε εγκαταλείψει χωρίς καμιά εξήγηση, πιστεύοντας ότι θα κατάφερνε να της προσφέρει μια καλύτερη ζωή· και είχε γυρίσει πίσω, σαν δαρμένο σκυλί με την ουρά κάτω από τα σκέλια, εντελώς απογοητευμένος από την αποτυχία του.
Η πόρτα άνοιξε κι εκείνος, μπαίνοντας μέσα, ακούμπησε τον σάκο του στο πάτωμα. Η Εριέτα βρισκόταν από ώρα ξαπλωμένη στο κρεβάτι της και διάβαζε ένα βιβλίο όταν άκουσε την πόρτα να ανοίγει. Έντρομη σηκώθηκε, νομίζοντας ότι κάποιος άγνωστος είχε μπει μέσα στο σπίτι της. Τη στιγμή που έδενε τη ζώνη της ρόμπας της τον είδε να μπαίνει στο δωμάτιο και να την κοιτάζει ολόισια μέσα στα μάτια, αναζητώντας ένα δικό της χαμόγελο.
Έχασε τη μιλιά της η Εριέτα. Ο άντρας της στεκόταν απέναντί της. Ήταν όμως πολύ πιο αδύνατος και το βλέμμα του δεν είχε τίποτα πια από τη γλύκα και το μεθύσι του έρωτα που είχε γνωρίσει στην αγκαλιά του εκείνη. Μέσα στα ζεστά, καστανά του μάτια αυτό που αντίκριζε τώρα η Εριέτα ήταν η σταύρωση ενός ανθρώπου που είχε εγκλωβιστεί σε μια εναγώνια μάχη με το πεπρωμένο του.
Ένιωσε άσχημα με τον εαυτό της επειδή τον είχε εγκαταλείψει κι εκείνη. Αν, όταν της είχε πει ο πατέρας της, είχε κάνει μαζί του εκείνο το ταξίδι, αν τον είχε πιστέψει έστω και λίγο και τον είχε βοηθήσει… αν δεν άφηνε το πείσμα να
κυριαρχήσει στις αποφάσεις της, τότε ίσως κάτι να είχε αλλάξει, ίσως…
Έπεσε στην αγκαλιά του από χαρά, θέλοντας τουλάχιστον, έστω κι εκείνη τη στιγμή να του δείξει ότι τον στηρίζει· και εκείνος, ως διά μαγείας, απαλλάχτηκε από τους φόβους του, την έσφιξε στην αγκαλιά του και λίγες στιγμές αργότερα ξεχάστηκε μέσα της.

Η Μπάιλα ξέρει να ανακαλύπτει τις απότομες εναλλαγές στον τρόπο που οι άνθρωποι αντιδρούν. Ξέρει να βλέπει πότε αυτή η εναλλαγή συντελείται και γι αυτό με ζωντάνια και ευαισθησία τη φωτίζει.
 …………………………………………………………………….


Ζούμε σε μια εποχή όπου αυτό που έχει συμβεί πριν από λίγο, εγγράφεται ως πολύ μακρινό παρελθόν προτού προλάβουμε να το συνειδητοποιήσουμε. Η ταχύτητα μας κουράζει ψυχικά. Κι ίσως γι αυτό και όσοι από εμάς να εξακολουθούμε να πιστεύουμε στη συντροφιά της λογοτεχνίας, να αναζητάμε πλούσια σε γεγονότα και συναισθήματα μυθιστορήματα. Τουλάχιστον μέσα στις σελίδες τους θα μπορέσουμε να ενώσουμε τις ανάσες μας με τις ανάσες άλλων ανθρώπων.

Λοιπόν, αν η Τέσυ Μπάιλα μέσα σε ένα τόσο σύντομο χρονικό διάστημα κατάφερε να γίνει μια από τις αγαπημένες συγγραφείς ενός μεγάλου αριθμού αναγνωστών, είναι –πιστεύω- γιατί γνωρίζει το πως θα κυκλοφορεί μέσα στο χρόνο και δίπλα σε ανθρώπους, χωρίς απλώς και μόνο να καταγράφει τις συνθήκες και τις πράξεις, αλλά να τις κατανοεί, να συμπάσχει και να ερμηνεύει.

16.3.15

Εν τέλει ΜΙΑ πολιτική πράξη



Με το βλέμμα προς τα πίσω - κι όμως μπροστά!-  στραμμένο


Σε λίγες μέρες κυκλοφορεί  ένα ακόμα βιβλίο μου –το μυθιστόρημα «Δάχτυλα πάνω στο σώμα της»
Δεν κάθομαι  να μετρήσω αν είναι το 60ο, το 61ο  ή δεν ξέρω ποιο  βιβλίο μου που βλέπει το φως της δημοσιότητας.
Έτσι κι αλλιώς το κάθε νέο ‘παιδί’ για το γονιό, είναι πάντα μοναδικό όπως και τα άλλα του που έχουν προηγηθεί.
Όμως… ‘Όμως δεν είναι μόνο τα βιβλία που αυξάνονται. Μαζί τους έχουν αυξηθεί και τα χρόνια.
Από το 1979 μέχρι το 2015 μετρήστε πόσα χρόνια έχουν περάσει.
Καθόλου λίγα και σίγουρα λιγότερα από όσα μπροστά μου απλώνονται.
Α, όχι δε είμαι απαισιόδοξος για το μέλλον μου –το συγγραφικό και το βιολογικό. Νέο ακόμα θεωρώ  τον εαυτό μου –και είμαι… Για την εποχή μας, τουλάχιστον.
Κι άλλωστε το νέο μου μυθιστόρημα είναι ένα έργο που πιστεύω πως με το θέμα του θα ταράξει τα νερά!
Και το να μπορεί ένα συγγραφέας να αναστατώνει με τις θέσεις και τις απόψεις των κειμένων του και των ηρώων του μέρος, τουλάχιστον, της κοινωνίας είναι για μένα κάτι που πολύ εκτιμώ όταν το βλέπω να το εφαρμόζουν άλλοι συγγραφείς, πολύ καμαρώνω όταν εγώ το πετυχαίνω. Κατά κάποιο τρόπο είναι έκφρασης νεανικότητας.
Ποιο το θέμα του νέου μου μυθιστορήματος;
Λοιπόν, πρόκειται για ένα μυθιστόρημα που παρουσιάζει  μια άλλη γυναικεία ταυτότητα,  ένα άλλο ερωτικό ένστιχτο… Εν τέλει μία πολιτική πράξη.
Και καθώς σε λίγες μέρες θα το κρατώ  στα χέρια μου και θα το δω στις προθήκες των βιβλιοπωλείων, θυμάμαι πως με τα ίδια συναισθήματα περίμενα και το πρώτο μου βιβλίο που εκεί στα 1979 κυκλοφορούσε κι έμελλε να ταράξει κι εκείνο με τον τρόπο του τα νερά.

Ήταν το παραμύθι «Κάποτε στην Ποντικούπολη» που εκδόθηκε από τον Καστανιώτη
Οι υπέροχες εικόνες του Αντώνη Καλαμάρα, βοήθησαν το βιβλίο να γίνει γρήγορα γνωστό.
Αλλά και ένα άλλο ακόμα στοιχείο ήταν που έκανε την Ποντικούπολη πασίγνωστη και εμένα, αν και νέο συγγραφέα, να γίνω γρήγορα γνωστός. Το θέμα του.
Θέμα της Ποντικούπολης ήταν η απεργία.
Σε ένα εργοστάσιο τυριών, οι εργάτες ποντικοί απαιτούν καλύτερες συνθήκες εργασίας και καταφεύγουν σε απεργιακές κινητοποιήσεις.
Ήταν μια εποχή που όλα στην Ελλάδα αλλάζαν και όλοι μας ένα καλύτερο αύριο ονειρευόμαστε. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο γράφτηκε το παραμύθι μου και ασφαλώς εξέφραζε τη θέση που από τότε είχα πως στα παιδιά μπορούμε να λέμε τα πάντα, φτάνει να ανακαλύπτουμε τον σωστό τρόπο για να τα κατανοήσουν.
Κι όμως… όσο κι αν η εποχή χαρακτηριζότανε από προοδευτικές αντιλήψεις, πάρα πολλοί υπήρξαν που διαφώνησαν με αυτό που επιχειρούσα με την Ποντικούπολή μου.
Τα παιδιά δεν ενδιαφέρονται για τέτοια ζητήματα κι ούτε άλλωστε υπάρχει λόγος να τα κάνουμε να ενδιαφερθούνε –αυτά ήταν σε γενικές γραμμές που καταλογίζανε στο παραμύθι. Και κάποιοι, μάλιστα, φτάσανε στο σημείο να με κατηγορήσουν πως έγραψα ένα βιβλίο ακολουθώντας κομματικές εντολές.
Ασφαλώς και όταν έγραφα την Ποντικούπολη δεν είχα καμιά εντολή να εκτελέσω –κι ούτε ποτέ μου το έκανα.. Με έσπρωξε η διάθεσή μου να μοιραστώ με τα δικά μου παιδιά κάποιες συνθήκες της δικής μου καθημερινότητας, να τους γνωρίσω τις συνθήκες εργασίας των δασκάλων τους.
Από εκεί και πέρα, χρόνια πολλά ήρθανε και φύγανε, νέα βιβλία, νέοι προβληματισμοί, νέες συνθήκες εργασιακές, νέα εκπαιδευτικά συστήματα, νέοι τρόποι αντίδρασης των νέων.
Το «Κάποτε στην Ποντικούπολη» εξακολουθεί να κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Καστανιώτη. Κανείς πια δεν θεωρεί πως τέτοια ζητήματα δεν αφορούν και δεν ενδιαφέρουν τα παιδιά. Και να το πιστεύει κάποιος, δεν κάθεται να ασχοληθεί περισσότερο και με τον ένα ή τον άλλο τρόπο να διαμαρτυρηθεί.
Η Ποντικούπολη ήταν ένα ακόμα στοιχείο του συγγραφικού μου παρελθόντος. Έτσι πίστευα… Μέχρι πριν από ένα , περίπου, χρόνο…
Ήταν σε μια συνάντησή μου  με μια ομάδα παιδιών Τετάρτης Τάξης του Δημοτικού, όπου  ένα κοριτσάκι με πλησίασε και μου είπε πως είχε να μου παραδώσει ένα γράμμα από τον πατέρα της.
Το πήρα και όταν βρέθηκα μόνος άνοιξα το φάκελο και διάβασα τις τέσσερις χειρόγραφες σελίδες Α4.
Τις αντιγράφω τώρα εδώ:

… Μια φορά και ένα καιρό στην Ποντικούπολη, θα λέγαμε αν ήταν παραμύθι.

Δυο παιδάκια, αδέρφια, έξι και τεσσάρων ετών, στη τσιμεντούπολη, Φάληρο 1979. Το «κλίμα» στη χώρα ακόμα γελαστό, χαρούμενο. Πέντε χρόνια μακριά απ΄ τη χούντα, νόμπελ ποίησης, πανέμορφα φεστιβάλ, τραγούδια, πίστη πως τελικά :
«Και να αδερφέ μου που μάθαμε
να κουβεντιάζουμε
ήσυχα και απλά!
Καταλαβαινόμαστε τώρα!»
Πατέρας Ρίτσος
Τα αδέρφια ζουν όμορφα με τη μητέρα τους, ο πατέρας δουλεύει στην επαρχία. Η μητέρα τους διαβάζει, τους φροντίζει με τη στοργή που φυλάει κάθε μητέρα μέσα της, θέατρα, Μορμόληδες, παιδικά βιβλία, αγάπη…
Κι ήρθε η μέρα που γνώρισαν, που γνωρίσαμε, ένα πολύ ιδιαίτερο κόσμο, γεμάτο χρώματα, τρυφερότητα, μα και σκληράδα, αίμα, αγώνα…
Γνωρίσαμε την Ποντικούπολη!
Μας έφερε η μητέρα μας το βιβλίο, κι όπως κάνουν πάντα τα παιδιά, μαγευτήκαμε από τις εικόνες. Ιδίως με αυτήν του εξωφύλλου, της αφίσας που είχε δώρο μέσα. Μα και με τις άλλες ζωγραφιές : Ποντίκια γλυκά, Ποντίκια τρυφερά, Ποντίκια θυμωμένα, Ποντίκια με επιδέσμους…
Ύστερα ήρθε η ιστορία, το Παραμύθι! Πόσες φορές δε μας το διάβασε η μητέρα μας, και πάλι και πάλι… Θέλαμε κάθε βράδυ το παραμύθι που δεν έμοιαζε με τα άλλα. Ωραία του παππού, ωραία της γιαγιάς, τα γνωστά, μα τούτο είχε μια άλλη γεύση, κάτι που σε πείσμωνε, που σου βγαζε ένα «δίκιο» αλλιώτικο, μια μαχητική διάθεση. Μαζί με τα πρώτα δάκρυα για τα δάχτυλα και το αίμα της «Καλλιοπίτσας», προστέθηκε και το γιατί… Γιατί;… Αφού παραπονέθηκε, αφού το΄πε στον επιστάτη; Γιατί να πονέσει;
Έπειτα, το σκυμμένο κεφάλι του πατέρα της, του μαστρο – Βρασίδα, με το καπέλο στα χέρια. Γιατί;
Γιατί να κλάψει μπροστά στο αφεντικό; Γιατί να του φέρονταν έτσι; Οι σπόροι μπήκαν στο παιδικό χωράφι της ψυχής μας, φύτρωσαν γρήγορα, βγήκαν τα πρώτα λουλούδια του «ΔΙΚΙΟΥ» και του αγώνα για την υπεράσπισή του, της ανθρωπιάς, των ευγενικών ποντικιών, της συσπείρωσης…
Οι παιδικές γροθιές μας σφίξανε σαν δυνάμωνε «ο Φρίξος, ο Αντρίκος, ο Βαγγέλης, η Φροσούλα…». Σκιρτάγαμε όταν φώναζαν οι εργάτες: «Άδικο! Άδικο!»
Και ποτέ δε θα ξεχάσουμε εκείνη την ποιητική εικόνα, την ομορφιά που ‘χουμε όλοι μέσα στην ψυχή και γίνεται λέξη και γίνεται ιδέα, έννοια, ιδανικό στις καρδιές του κόσμου:
«Μια ηλιαχτίδα!»
«… κι ήταν μια ηλιαχτίδα που χρύσιζε τα τζάμια του παραθύρου. Μια ηλιαχτίδα!»
Και ναι, αγαπητέ μας κύριε Μάνο, δεν την ξεχνώ ποτέ την ηλιαχτίδα σας κείνη, μια ζωή την προσέχω, έτσι όπως την χάραξε το κοντύλι σας!
*Η λ ι α χ τ ί δ α*
Τα χρόνια πέρασαν, η Ποντικούπολη είναι παραμύθι και για τα δικά μυ παιδιά, η γλύκα και η συγκίνηση όμως φωλιάζει πάντα στην παιδική μου ψυχή…
Μόλις μου είπε η κόρη μου, η Δ…, πως θα επισκεφθούν σε εκδρομή μαθητική της βιβλιοθήκη και μπορεί να είστε και σεις… λύγισα από τη χαρά, έγινα πάλι πεντάχρονος, εξάχρονος. Που ακούει το παραμύθι σας και χαζεύει τις εικόνες του κ. Αντώνη Καλαμάρα και … ποντικεύει.
Σας ευχαριστώ για την αντάμωση κι ας μη σας γνωρίζω, γνωρίζω τον κόσμο σας.
Της φαντασίας, της ευγένειας, της Αγάπης!
Σας εύχομαι Υγεία και Ευτυχία!

Σ… Λ…


Αυτή ήταν η επιστολή που το κορίτσι μου έδωσε εκ μέρους του πατέρα της.
Και εγώ έμεινα να σκέφτομαι πως όλα αυτά τα χρόνια συγγραφικής ζωής δεν πρέπει να πήγανε χαμένα…

Σε ευχαριστώ αγαπητέ μου Σ. Λ. (για προφανείς λόγους δεν έχω το δικαίωμα να κοινοποιήσω, χωρίς άδεια, το όνομά σου) που με έκανες να δω το τι πήρα και το τι έδωσα μέσα σε αυτά όλα τα χρόνια.
Εύχομαι να είσαι εσύ, όλη σου η οικογένεια, η κορούλα σου όχι μόνο πάντα καλά, αλλά να έχετε πάντα αυτή την ικανότητα τα διακρίνεται μια ηλιαχτίδα.
Σε ευχαριστώ για τη χαρά που μου χάρισες. Με έκανες να αισθανθώ… δικαιωμένος.

Και τώρα… Ένα ακόμα μυθιστόρημα που θα ζητήσει να αποδεχτούμε και να υποστηρίξουμε μια άλλη ελπίδα στη ψυχή και στη ζωή κάποιων συνανθρώπων μας.
Άλλη η προβληματική της ‘Ποντικούπολης’ – φοβάμαι όμως πάντα επίκαιρη.
Άλλη η προβληματική των ‘Δαχτύλων’ –από τότε και από πιο πριν, αλλά και μέχρι τώρα πάντα κι αυτή επίκαιρη.
Το όνειρο για ένα καλύτερο αύριο έστω και για ένα συνάνθρωπο μας πάντα υπάρχει.
Οι μειονότητες εξακολουθούν να απαιτούν ίσα δικαιώματα με την πλειοψηφία.
Κι εγώ γράφω υπακούοντας όχι σε εντολές άλλων, αλλά σε δικές μου αξίες.
Άραγε… Ναι, ας το εξομολογηθώ.
Θα βοηθήσει το νέο μου μυθιστόρημα έστω και ένα αναγνώστη να πάρει μια άλλη στάση ζωής, έτσι όπως το παλιό μου παραμύθι επηρέασε τον Σ. Λ. ;
Το εύχομαι. Το παρακαλώ. Το ελπίζω.


 Πρώτη δημοσίευση :
http://keimena.gr/?p=134

11.3.15

Ελένη Δικαίου – η Ελληνική Υποψηφιότητα του Διεθνούς Βραβείου Άντερσεν για το 2016

.

 Όταν εκεί γύρω στο 1990, ως μέλος κριτικής επιτροπής, διάβαζα το χειρόγραφο μιας νέας συγγραφέα με τον τίτλο «Τα κοριτσάκια με τα ναυτικά» και συμφωνούσα με τα υπόλοιπα μέλη της επιτροπής να της απονείμουμε το πρώτο βραβείο, δεν μπορούσα να φανταστώ πως η γλυκιά και κάπως συνεσταλμένη γυναίκα που παρουσιάστηκε τη μέρα της τελετής απονομή για να παραλάβει το βραβείο και η οποία ονομαζότανε Ελένη Δικαίου, πολύ γρήγορα θα γινότανε μια από τις πλέον όχι μόνο δυναμικές, αλλά και ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσες παρουσίες στο χώρο της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας για παιδιά και νέους. Η νεοελληνική παιδική και νεανική λογοτεχνία αμέσως μετά την πτώση της δικτατορίας (1974) παρουσίασε μια έντονη και ουσιαστική άνθηση. Συγγραφείς που είχαν ήδη παρουσιαστεί πριν από το 1967, μαζί με νέους που μπορούσαν πλέον να εκφραστούν ελεύθερα, αποτέλεσαν μια ομάδα που χάρισε, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’80, στα ελληνόπουλα σπουδαία λογοτεχνικά έργα –προσεγμένη γλώσσα, καλοπλασμένοι χαρακτήρες, πλούσια θεματική, αποφυγή κάθε μορφής διδακτισμού ήσαν τα χαρακτηριστικά εκείνων των έργων (μυθιστορημάτων, διηγημάτων, παραμυθιών, ποιημάτων) Η Ελένη Δικαίου αν και κυκλοφορεί το πρώτο της βιβλίο στις αρχές της επόμενης δεκαετίας, σε αυτή την ομάδα πρέπει να ενταχθεί. Κι αυτό όχι μόνο λόγω ηλικίας, αλλά και λόγω των στοιχείων που διακρίνουν τα έργα της. Πραγματικά, όλα όσα πιο πάνω ανέφερα σχετικά με τα στοιχεία που χαρακτήριζαν τους συγγραφείς της μεταπολίτευσης, περιγράφουν με απόλυτη συνέπεια και το σύνολο του έργου της Ελένης Δικαίου. Από το πρώτο της κιόλας μυθιστόρημα, η Δικαίου δείχνει το πόσο άρτια μα και με ευαισθησία χρησιμοποιεί τον πλούτο της ελληνικής γλώσσας. Από το πρώτο της κιόλας μυθιστόρημα, αλλά και με όλα τα επόμενα που θα κυκλοφορήσουν, δείχνει το πόσο καλά ξέρει να σχεδιάζει τους χαρακτήρες των ηρώων της. Από την παιδική ματιά (Η ιστορία ενός άσπρου γατούλη), στην εφηβική ανησυχία (Μου μαθαίνετε να χαμογελάω, σας παρακαλώ;) και από τη διάθεση κοινωνικής συμπαράστασης (Θα σε ξαναδώ φιλαράκι μου), στο πάθος εκείνου ακολουθεί ως το τέλος τις ιδέες του (Αναζητώντας τους χαμένους ήρωες) η Δικαίου χαρίζει στην πινακοθήκη των ηρώων της παιδικής και νεανικής λογοτεχνίας της Ελλάδας πρόσωπα ολοζώντανα και απολύτως πειστικά. Αλλά με την ίδια άνεση ξέρει και να αναπλάθει το παρελθόν, να αφηγείται με σύγχρονη άποψη παμπάλαιους και διαχρονικούς μύθους . Η σειρά των βιβλίων της για την Ελληνική Μυθολογία, όπως και το μυθιστόρημά της για τον Μέγα Αλέξανδρο (Οι θεοί δεν πεθαίνουν στην Πέλλα) αποτελούν πρότυπα αφηγηματικής θέσης πάνω στο πως γράφει κανείς σήμερα για θέματα που έχουν διαμορφώσει την μυθολογία όχι μόνο ενός λαού, αλλά και ολόκληρου του Δυτικού Πολιτισμού . Αλλά ανάμεσα σε όλα αυτά, η Ελένη Δικαίου διατηρεί πάντα την φρεσκάδα μιας παιδικής ματιάς και πλάθει άλλοτε μοντέρνα παραμύθια (Το αλογάκι, η τυχερή πασχαλίτσα, μια αρκούδα κι εμείς κ.α.) κι άλλοτε προτείνει μυθιστορήματα φαντασίας (Τα φαντάσματα της γυάλινης αυλής, Περιπέτειες με μια πριγκιπέσα) ή με ουσιαστικό περιβαλλοντολογικό περιεχόμενα έργα επιστημονικής φαντασίας (Η κοιλάδα με τις πεταλούδες). Ξεκίνησα το σημείωμα αυτό με αναφορά στο πως και πότε γνώρισα την Ελένη Δικαίου. Θέλω με εκείνη την απόφαση μιας επιτροπής που την τιμούσε με ένα βραβείο να τελειώσω. Και να δηλώσω πόσο τελικά ικανοποιημένος αισθάνομαι που η κρίση μου εκείνη έχει δικαιωθεί. Η Ελένη Δικαίου έχει αποδείξει πως είναι ένας συγγραφέας με ταλέντο, με πλούσια κουλτούρα, με ανήσυχη λογοτεχνική ματιά και –κυρίως αυτό- με το ήθος που πρέπει να χαρακτηρίζει κάθε δημιουργό που αποφασίζει το ταλέντο το να το θέσει στην υπηρεσία του σχεδιασμού έργων για παιδιά και νέους.

29.1.15

Είναι πολύ πιο δύσκολο το είδος της αφήγησης που απευθύνεται σε παιδιά και εφήβους

Συνέντευξη στην Αργυρώ Μουντάκη


Πρώτη δημοσίευση:
http://fractalart.gr/manos-kontoleon/



Με αφορμή τρία βιβλία του λιγότερο ή περισσότερο αλληγορικά συζητάμε με τον Μάνο Κοντολέων για την συγγραφική του αρχή, την οικογένειά του, την σύγχρονη εκδοτική παραγωγή και την σχέση του με τον Βόλο και το Πήλιο, που είναι πλέον δεμένη με δεσμούς γης. Είναι αγαπημένος συγγραφέας μικρών αλλά και μεγάλων, μεγάλων που τον γνώρισαν παιδιά, που τον διαβάζουν και ως ενήλικες. Καθώς ο Μάνος Κοντολέων γράφει δίχως ταμπέλες «για παιδιά» ή «για ενήλικες» τα βιβλία του για παιδιά διαβάζονται και προβληματίζουν σίγουρα και τους ενήλικες, ίσως και περισσότερο απ’ ότι τα παιδιά. Τα τρία βιβλία που παρουσιάζουμε σήμερα ανήκουν σε αυτήν την κατηγορία.

-Κύριε Κοντολέων είστε καταξιωμένος συγγραφέας για όλες τις ηλικίες. Ήταν όνειρο παιδικό; Πώς προέκυψε;

Από τη μητέρα μου, που μου έλεγε ιστορίες παρμένες μέσα από την καθημερινότητα, εγώ έμαθα να παρακολουθώ ό,τι συμβαίνει γύρω μου. Και μετά, μέσα στα βιβλία που διάβαζα, έβρισκα πολλά από αυτά που εγώ είχα αισθανθεί. Μέχρι που κάποια στιγμή (εκεί γύρω στα 12 ήμουνα) αποφάσισαν να γράψω κι εγώ μια δική μου εμπειρία και να την μοιραστώ με άλλους. Τη λύπη μου για τον θάνατο ενός αγαπημένου μικρού ζώου την έκανα διήγημα και την έστειλα να δημοσιευθεί στο περιοδικό «Διάπλαση». Κι έτσι ξεκίνησαν όλα…



-Η οικογένεια σας πόσο καθόρισε την επιλογή αυτή;

Οι γονείς μου στάθηκαν δίπλα μου από το πρώτο εκείνο διήγημα μέχρι τη μέρα που έφυγαν από κοντά μας. Υπήρξαν οι πρώτοι αναγνώστες των πρώτων μου συγγραφικών σχεδιασμάτων. Μεγάλο κι αυτό το δώρο που μου κάνανε.



-Οι σπουδές σας συνέβαλαν; Τι θα προτείνατε στα νέα παιδιά, που θέλουν να γίνουν συγγραφείς;

Σπούδασα Φυσική γιατί… Γιατί ήμουνα ανορθόγραφος κι έτσι δεν θα μπορούσα να περάσω σε μια θεωρητική σχολή. Με τη Φυσική τελικά δεν ασχολήθηκα, αλλά έχει σταθεί η αιτία να πιστεύω πολύ στη δομή ενός έργου λογοτεχνικού. Γι αυτό και δεν έχω κάτι συγκεκριμένο να προτείνω σε ένα νέο που θέλει να γίνει συγγραφέας. Παρά μόνο να του πω πως ότι κι αν σπουδάσει, αν θέλει να γίνει ένας υπεύθυνος συγγραφέας πρέπει πάνω απ’ όλα να διαβάζει πολλά και διάφορα.



-Μανόλο και Μανολίτο ή Μανολίτο και Μανόλο; Ποιος επηρεάζει ποιον περισσότερο; Ή μια εποικοδομητική διάδραση δίχως περισσότερο ή λιγότερο;

Οι αληθινά ουσιαστικές σχέσεις στηρίζονται στην αμοιβαιότητα. Από τον μικρό Μανολίτο, ο μεγάλος Μανόλο παίρνει τη φρέσκια ματιά. Και ο Μανολίτο ρουφά την πείρα του Μανόλο.



-Η φύση έχει θεϊκό ρόλο στο βιβλίο αυτό. Ως άνθρωπος πώς φιλοσοφείτε μαζί της ή εξ’ αιτίας της;

Η οικολογική συνείδηση πρέπει να στηρίζεται στην βάση πως ο άνθρωπος είναι μέρος κι αυτός της Φύσης. Προστατεύω τη Φύση σημαίνει προστατεύω τον εαυτό μου και τους άλλους ανθρώπους. Μέσα στη Φύση υπάρχει όλος ο κύκλος της ζωής. Και αν από κάπου μπορούμε να πάρουμε κάτι ελπιδοφόρο, είναι από την ίδια τη Φύση… Από το κυκλάμινο που κάθε φθινόπωρο ξεπετιέται μέσα από το χώμα, ακριβώς στο ίδιο το σημείο που είχε θαφτεί.



-Η σχέση παππού εγγονού σας έχει απασχολήσει πολύ στα έργα σας. Νομίζω και πριν γίνετε ο ίδιος παππούς. Σα να ήσασταν έτοιμος να γίνετε παππούς…

Αν τα παιδιά μου στάθηκαν η αφορμή να γράψω παιδικά βιβλία, ο εγγονός μου είναι τώρα η αιτία να αναζητώ το πώς μπορεί κάποιος να αμφισβητεί την πλήξη και να ανακαλύπτει τη χαρά του παιχνιδιού.



-Η ζήλεια των παιδιών σας απασχολεί και «Στο Νησί της Ροδιάς» και στο «Κόκκινο καραβάκι κόκκινο ποδήλατο»…

Δεν είχα αδέλφια. Η σχέση μεταξύ αδελφών μου είναι άγνωστη. Μα καταλαβαίνω πως πρέπει να είναι δυνατή. Κι όπως κάθε δυνατή σχέση άλλοτε θωπεύει κι άλλοτε πληγώνει.


-Η προσφυγιά είναι άλλο θέμα που σας απασχολεί. Ποιο θεωρείτε το χειρότερο δεινό για τους πρόσφυγες;

Οι γονείς μου είχαν έρθει από τη Σμύρνη. Κι έτσι ξέρω πολύ καλά το τι μπορεί να σημαίνει για κάποιον να του στερείς το δικαίωμα να τριγυρνά στα μέρη που κάποτε ανάσαινε.



-Κάποτε μου είχατε πει ότι γράψατε ένα βιβλίο σε μία μέρα. Είναι θέμα έμπνευσης, οργάνωσης ή κάτι άλλο μία τόσο παραγωγική μέρα;

Ο χρόνος για να γραφτεί ένα βιβλίο δεν έχει να κάνει μόνο με πόσες ώρες είσαι πάνω από το πληκτρολόγιο του υπολογιστή σου. Αλλά κυρίως με τον πόσο καιρό η ιδέα και η δομή απασχολούν τη σκέψη σου. Έχω μάθει να δουλεύω πολύ με το μυαλό κι έτσι γενικά ο χρόνος που χρειάζομαι για να καταγράψω τις ιδέες συχνά είναι πολύ πιο λίγος. Με άλλα λόγια –και για να απαντήσω ακριβώς στην ερώτηση αυτή- δεν είναι τόσο θέμα έμπνευση όσο οργάνωσης.



-Από την επαφή σας με τα παιδιά στα σχολεία τόσα χρόνια τώρα, τι σας έχει κάνει περισσότερο εντύπωση; Κάτι που σας έχει μείνει αξέχαστο…

Κάθε φορά είναι και μια άλλη φορά. Γιατί αν ο κάθε άνθρωπος διαφέρει από τον άλλο, πόσο μάλλον το κάθε παιδί από το διπλανό του. Από τις επισκέψεις μου στα σχολεία και δίνω και παίρνω. Και εκείνο που κάθε φορά ως πολύτιμο λάφυρο κουβαλώ μαζί μου είναι τα παιδικά τους μάτια.



-Πώς βλέπετε τη σύγχρονη εκδοτική παραγωγή και για το βιβλίο που στοχεύει στους ενήλικες αναγνώστες και γι’ αυτό που στοχεύει στα παιδιά.

Η κρίση έχει κι εδώ αφήσει το αποτύπωμά της. Βιβλία που στοχεύουν στο γρήγορα κέρδος μιας κατανάλωσης. Μα σκέφτομαι –εγώ που ξεκίνησα τη συγγραφική μου πορεία τα χρόνια που έπεφτε στον τόπο μας η χούντα- πως δεν μπορεί κάποια στιγμή θα βρεθούν οι συγγραφείς εκείνοι που θα γράψουν με ένα νέο ήθος λογοτεχνία για αναγνώστες μικρούς και μεγάλους. Αλλά αν θέλετε μια πιο εξειδικευμένη σκέψη μου –αυτό πιο δύσκολα θα επιτευχθεί στη λογοτεχνία για παιδιά. Κι αυτό γιατί είναι πολύ πιο δύσκολο το είδος της αφήγησης που απευθύνεται σε παιδιά και εφήβους.



-Πείτε μας για τον δεσμό σας με την πόλη του Βόλου …

Για μένα ο Βόλος είναι η πιο όμορφη πόλη της Ελλάδας. Έχει δυο πανέμορφα δώρα να την στολίζουν. Το Πήλιο και τον Παγασητικό. Κι έτσι εγώ μαζί με την σύντροφό μου και τα παιδιά μας αποφασίσαμε να μένουμε συχνά κοντά της. Στο σπίτι μας στον Άγιο Λαυρέντιο έχω γράψει μερικά από τα πιο πρόσφατα βιβλία μου.



-Σας ευχαριστώ θερμά!

Κι εγώ για την τόσο ουσιαστική αυτή συζήτηση.





Πρώτη δημοσίευση:
http://fractalart.gr/manos-kontoleon/

19.1.15

Μην πιστεύετε όλα όσα λέω… Αναζητήστε και όσα κρύβω..

Μάνος Κοντολέων, συγγραφέας: «Μην πιστεύετε όλα όσα λέω… Αναζητήστε και όσα κρύβω...».  Ο Τάσος Αγγελίδης Γκέντζος αφήνει την πόρτα ανοιχτή, τα σκυλιά λυμένα… και συνομιλεί μαζί του.
     Ο Τάσος Αγγελίδης Γκέντζος μισεί τις κλειδαρότρυπες και συνομιλεί με εκείνους τους εργάτες της τέχνης που του δανείζουν τα κλειδιά και τα αντικλείδια για τις πόρτες του νου και της ψυχής!
Ο συγγραφέας Μάνος Κοντολέων δηλώνει στους αναγνώστες μας, «Μην πιστεύετε όλα όσα λέω… Αναζητήστε και όσα κρύβω...



1. Ένας από τους βασικούς στόχους μιας συνέντευξης είναι να φιλοξενήσει μέσα στις γραμμές της τις αλήθειες κι ένας δεύτερος να διαβαστεί από όσο το δυνατόν περισσότερους ανθρώπους. Φυσικά μέσω αυτής “διαφημίζεται” και αυτός που την παραχωρεί στο μέσο. Έχετε την ευκαιρία να διαφημίσετε ανοιχτά και ξεκάθαρα αυτό που θα θέλατε και να πείσετε τους αναγνώστες μας για την αλήθεια σας.
Ευχαριστώ για την ευκαιρία επικοινωνίας με τους αναγνώστες μου. Βέβαια θεωρώ πως η βασική επικοινωνία με όσους με διαβάζουν είναι τα ίδια τα κείμενά μου και κυρίως τα βιβλία μου. Αλλά αναγνωρίζω πως και μια συνέντευξη είναι κι αυτή ένας άλλος τρόπος επικοινωνίας και προσπάθειας να πείσω τους άλλους για τη δικιά μου αλήθεια… Το ζήτημα είναι αν κι εγώ τη γνωρίζω… Αλλά θα δούμε το που θα με οδηγήσουν οι ερωτήσεις σας.

2. Θα σας προκαλούσα να σκεφτείτε την μέχρι τώρα ζωή σας και να επιλέξετε στην συνέχεια να μας παρουσιάσετε τα ελαττώματα ή τα προτερήματά σας. Ξέρω πως όλοι οι άνθρωποι έχουν και ελαττώματα και προτερήματα. Στην παρούσα στιγμή θα με ενδιέφερε να επιλέξετε μόνο την αυτοσύσταση των προτερημάτων σας ή μόνο την αυτοσύσταση των ελαττωμάτων σας.
Το κάθε προτέρημα μπορεί για κάποιον άλλον να είναι ελάττωμα. Για παράδειγμα πιστεύω πως είμαι πολύ προστατευτικός σε όσους αγαπώ. Αυτό όμως δεν είναι και μια μορφή καταπίεσης που ίσως εξασκώ στους αγαπημένους; Είμαι πιστός αλλά έτσι ίσως γίνομαι κουραστικός. Μόνιμα ερωτευμένος, αλλά γι αυτό και ίσως να αυτογελοιοποιούμαι. Εργατικός αλλά γι αυτό και απαιτητικός. Συναισθηματικός, μα για κάποιους ίσως δακρύβρεχτος. Πολυγραφότατος, ίσως έτσι όμως επιφανειακός. Ιδεολόγος και –δεν υπάρχει αμφιβολία- μόνιμα χαμένος γι αυτό.

3.  Δώστε μόνος σας έναν τίτλο από την ψυχή και το μυαλό σας για αυτή την συνέντευξη. Θα ήθελα αυτός ο τίτλος αρχικά να προβληματίσει τον αναγνώστη μας και στην συνέχεια να του δημιουργήσει την επιθυμία να διαβάσει τις απόψεις σας. Εφόσον καταφέρει να την διαβάσει μέχρι το τέλος... να του αφήσει και κάποιον προβληματισμό.
Μην πιστεύετε όλα όσα λέω… Αναζητήστε και όσα κρύβω.

4.  Αν δεν απαντήσετε σε κάποια από τις ερωτήσεις, κάτω από την ερώτησή μου θα βάλω μία παύλα. Θεωρώντας αυτονόητο πως όλες οι ερωτήσεις μου θα κινούνται στα πλαίσια της κοσμιότητας και θα έχουν να κάνουν με το μυαλό, την ψυχή και την ιδεολογία σας θεωρώ την αποφυγή μιας απάντησης ως αδυναμία έκφρασης και επικοινωνίας. Ποια είναι η δική σας άποψη περί του θέματος αυτού, αλλά και γενικότερα για την “ελευθερία” αυτού που παραχωρεί την συνέντευξη;
Μα υπάρχουν τόσες απαντήσεις στην κάθε ερώτηση. Γιατί θα πρέπει να μην απαντήσω σε μια ή και σε δύο; Περισσότερο κόσμιο και από τη δική μου πλευρά είναι να πω κάποια πράγματα που ίσως να μη συμβαίνουν, αλλά που αυτό κανείς δεν το ξέρει. Γι αυτό άλλωστε έδωσα την συγκεκριμένη απάντηση στην ερώτηση Νο 3.

5.  Όταν ρωτάς έναν συγγραφέα να σου αναφέρει κάποιο βιβλίο που του άρεσε μετρημένες είναι οι φορές που δεν απαντά αναμενόμενα. Αναφέρει κάποιο ξένο βιβλίο, αποφεύγει επιμελώς τους έλληνες συγγραφείς και τα βιβλία τους για να μην κακοκαρδίσει κανέναν και σχεδόν πάντα δεν σου λέει γιατί του άρεσε το συγκεκριμένο βιβλίο. Υπάρχει και η άποψη πως οι συγγραφείς μας δε διαβάζουν... Είμαι περίεργος τι θα σκεφτώ όταν θα διαβάζω τη δική σας απάντηση.
Διαβάζω πολύ και για πολλά πάρα πολλά χρόνια. Αν σας πω ένα, δυο, τρία βιβλία θα είναι σα να επιλέγω από τα βότσαλα μιας παραλίας δυο ή τρία. Πάντως –και μέσα στο κλίμα των ημερών που γράφω αυτές τις γραμμές- θα ήθελα να αναφέρω το στερνό μυθιστόρημα του Μένη Κουμανταρέα –«Ο θησαυρός του χρόνου». Το είχα διαβάσει μόλις πρωτοκυκλοφόρησε (πριν δηλαδή δυο μήνες) και αμέσως είχα αισθανθεί κάτι υπόκωφο που το κείμενο έστελνε προς τον αναγνώστη του. Κάτι –αισθάνθηκα- να προαναγγέλλεται. Μια αίσθηση ανάγνωσης που ποτέ άλλοτε δεν την είχα.
.
6.  Η τέχνη ξεκινάει από το εξώφυλλο ενός βιβλίου ή από το εσωτερικό του; Το εσωτερικό του βιβλίου στην δική σας περίπτωση συμβαδίζει με το εξωτερικό ή βαδίζουν σε εντελώς αντίθετους δρόμους; Ανάμεσα στις απαντήσεις που θα μου δώσετε για αυτή την συνέντευξη θα βάλω και μερικά από τα εξώφυλλα των βιβλίων σας.
Όσο κι αν ο εκδότης μου με συμβουλεύεται για το πώς θα είναι το εξώφυλλο κάθε βιβλίου μου, εγώ δε θεωρώ πως μπορώ να πάρω απάνω μου την επιτυχία ή την αποτυχία του. Δεν είμαι ειδικός και έτσι αφήνω τους ειδικούς να κάνουν τη δουλειά τους και να υπογράφουν τα έργα τους.
7.  Ποια έχετε να μου προτείνετε;
Νομίζω πως το εξώφυλλο του «Μανόλο και Μανολίτο» είναι πολύ, μα πάρα πολύ όμορφο. Μου αρέσει επίσης –πολύ προχωρημένο αισθητικά το θεωρώ- αυτό του «Δε με λένε Ρεγγίνα, Άλεχ με λένε». Αγάπησα για προσωπικούς λόγους τα εξώφυλλα των μυθιστορημάτων μου «Ιστορία ευνούχου» και «Λεβάντα της Άτκινσον». Μα θα πρέπει να ομολογήσω πως έχω πλέον δεθεί και με αυτό του πιο πρόσφατου μυθιστορήματός μου «Δυο φορές Άνοιξη», ενώ με ξετρελάνει κάποια ιδέα που έχω για αυτό που θα κυκλοφορήσει κάπου προς το τέλος της Άνοιξης του 2015… Αλλά περισσότερα δεν θα πω…

8. Η φιλοσοφία κάνει λόγο για την αυτοαναφορικότητα στην τέχνη. Στοιχεία από την προσωπική ζωή, την ιδεολογία, την προσωπική φιλοσοφία του συγγραφέα που περνούν με μιαν άλλη μορφή μέσω της τέχνης του στο ευρύ κοινό. Μπορείτε να μου υποδείξετε κάποια στοιχεία αυτοαναφορικότητας στο έργο σας.
Όποιος επισκέπτεται την ιστοσελίδα μου (www. kontoleon.gr) διαβάζει :
Α. Πώς τίποτε από εμένα δε φαίνεται.
Β. Πως όταν είμαι -ή θέλω να είμαι- αισιόδοξος, τότε γράφω για παιδιά,πως, όταν ονειρεύομαι μια επανάσταση, τότε γράφω για τους εφήβους και πως όταν φοβάμαι, τότε είναι που γράφω για τους ενήλικες.
Γ. Κι ακόμα -αυτό ποτέ μην το ξεχνάτε- οι ήρωες των έργων ενός συγγραφέα είναι δικά του και μόνο δικά του παιδιά* κανένας δεν μπορεί να του τα πάρει.

9. Οι ερωτήσεις οφείλουν να ψάχνουν το γιατi και το πως. Δε θεωρώ έξυπνες τις απαντήσεις που ξεφεύγουν με νηπιακά τεχνάσματα από την ουσία και δεν απαντούν στο ερώτημα. Έχοντας στον νου μου την ειδοποιό διαφορά... θα ήθελα λοιπόν να μου πείτε γιατί να επιλέξω να διαβάσω και τα δικά σας βιβλία ανάμεσα στα τόσα άλλα βιβλία που κυκλοφορούν σε βιβλιοπωλεία και διαδίκτυο.
Ο μόνος λόγος που θα τολμούσα να σας έλεγα θα ήταν πώς αν δε με διαβάσετε θα με καταργήσετε ως συγγραφέα. Κι επειδή έμαθα να ζω ως συγγραφέας και μόνο, αν δεν με διαβάζετε τότε είναι σα να με δολοφονείτε.

10.  Κανένας άνθρωπος της τέχνης δεν πιστεύει πως έχει καβαλήσει το καλάμι. Το καλάμι το καβαλάς είτε επειδή πιστεύεις πως γράφεις καλά, είτε επειδή πουλάς πολύ, είτε επειδή ακούς καλά λόγια από τους άλλους. Θα μπορούσα να προσθέσω κι άλλα πολλά. Αν διαθέτετε αυτογνωσία, μέτρο και σεμνότητα τότε μιλήστε μου για αυτά. Αν πάλι τυχαίνει να διαθέτετε και τα αντίθετά τους... με το ίδιο ενδιαφέρον θα ακούσω την απάντησή σας.
Ε, τώρα ζητάτε μια κοινότυπη απάντηση. Αλλά κοινότυπο ή όχι έτσι είναι. Οι συγγραφείς δεν είναι άλογα κούρσας. Αυτό που κερδίζει στους αγώνες είναι και το μόνο που πάνω του οι άλλοι ποντάρουν. Ο συγγραφέας είναι ένα μικρό βοτσαλάκι σε μια παραλία με αναρίθμητα βότσαλα. Άλλα βρίσκονται πάνω από τα άλλα, κάποια είναι πιο μεγάλα ή πιο λαμπερά. Αλλά η παραλία υπάρχει γιατί όλα τα βότσαλα υπάρχουνε. Ασφαλώς ανάμεσά τους υπάρχουν και κάποιοι βράχοι –Ντοστογιέφσκι ή Ντίκενς, ας πούμε. Αλλά αν βρεθεί βότσαλο που πιστέψει πως είναι έστω και βραχάκι, τότε ας σκεφτεί πως από τη μια στιγμή στην άλλη μπορεί στην παραλία να περάσει ένα παιδί και να το πιάσει και να το ρίξει στη θάλασσα προσπαθώντας να κάνει στιγμιαία σημάδια πάνω στο νερό.

11. Ο συγγραφέας είναι ένας πνευματικός άνθρωπος της εποχής του. Ποιος λοιπόν θα έπρεπε να είναι ο ρόλος ενός συγγραφέα στα σημερινά δίσεκτα χρόνια που ταλανίζουν την πατρίδα μας; Εσείς τι ακριβώς κάνετε για να δικαιολογήσετε στον εαυτό σας και στους γύρω τον “τίτλο” σας;
Ότι κάνω δεν το κάνω για να αναγνωριστώ ως πνευματικός άνθρωπος της εποχής μου. Το κάνω και το γράφω –κυρίως αυτό- γιατί έτσι το βλέπω, είναι αυτό που πιστεύω και θέλω να είμαι ειλικρινής με τον ίδιο μου τον εαυτό. Άλλωστε –συγνώμη που το λέω- γράφω πρώτιστα για τον εαυτό μου. Και τις αλήθειες μου.
12.  Κατά την εκτίμησή μου λογοτεχνία δίχως “έρωτα” και “θάνατο” δεν μπορεί να υπάρξει. Ανεξάρτητα με το αν ενστερνίζεστε ή βρίσκεστε απέναντι στην παραπάνω άποψη θα ήθελα να μάθω πως διαχειρίζεστε εσείς στην γραφή αλλά και στην ζωή σας τις έννοιες του έρωτα και του θανάτου;
Α, μα έχω πάνω σε αυτό το θέμα γράψει τρία από τα πιο καλά -κατά την άποψή μου – βιβλία μου. Το μυθιστόρημα «Ιστορία ευνούχου» και τις συλλογές διηγημάτων «Ερωτικές Ιστορίες μιας Παιδικής Ηλικίας» και «Μαγική Μητέρα». Ότι τώρα αν προσθέσω θα είναι λίγο έως ελάχιστο. Παραπέμπω τους ενδιαφερόμενους σε αυτά τα τρία βιβλία μου.

13.  Μέσα από αυτή την συνέντευξη θα ήθελα να δώσω στους αναγνώστες μας την ευκαιρία να γνωρίσουν καλύτερα την συγγραφική σας τέχνη. Δώστε μας ένα δείγμα πέντε έως δέκα σειρών από κάποιο έργο σας.
Στην πίστα προχωρεί ο πρώτος άντρας. Αργά εισέρχεται. Με δέος όσο και αποφασιστικότητα. Άλλος ακολουθεί. Ο πρώην πρόεδρος του χωριού, ο έμπορος ξυλείας… Τώρα και τρίτος, τέταρτος, πέμπτος… Ένας κύκλος δημιουργείται και την ίδια ώρα κλείνει. Όσοι τολμηροί και αποφασισμένοι! Κανείς άλλος πια… Άντρες μεγάλοι και νεότεροι έχουν κυριεύσει τον χώρο της πλατείας τον αφιερωμένο στον χορό. Κινούνται πια στον ρυθμό της μουσικής, οι πλάτες τους γυρτές και το κεφάλι σε ξαφνικά γυρίσματα προς τα πάνω, αναστεναγμοί που δεν ακούγονται και τα μπράτσα φτερούγες που αναζητούν τον τρόπο να πετάξουν και ολοένα τα σώματα τριγυρνάνε, στρέφονται το ένα γύρω από το άλλο, το ένα θέλει να συνομιλήσει με κάποιο άλλο και να ανταλλάξουν στεναγμό, μεράκι, νταλκά…. Αντρίκειος χορός. Κάλεσμα ελευθερίας και γήτεμα της αυταπάτης της. Στο κούτελο, ιδρώτας. Τα μαλλιά κολλάνε στα μελίγγια. Οι παλάμες τους πρέπει να είναι υγρές κι αυτές. Από τα μισάνοιχτα, στα τριχωτά στέρνα, μονόχρωμα πουκάμισα διαφαίνονται στάλες που θα λεκιάσουν το ύφασμα στα μέρη του στομαχιού, της κοιλιάς… Σπάνε τα κορμιά, το καθένα στους δικούς του σπασμούς αφοσιωμένο.
Από το «Μέλι κόλλησε στα χείλη»

14. Τι σας έκανε να διαλέξετε το παραπάνω;
Επειδή κι εσείς κι εγώ έχουμε στο ίδιο χωριό του Πηλίου παρακολουθήσει κάποιον παρόμοιο χορό σαν και αυτόν που στο συγκεκριμένο απόσπασμα περιγράφω.

15.  Θα ήθελα να μας μιλήσετε για τα όνειρα και τα οράματά σας που δεν είδαν ακόμα το φως του ήλιου, δηλαδή για εκείνα τα κομμάτια της ψυχής σας που έμειναν μέχρι σήμερα κλεισμένα στα συρτάρια της εσωτερικότητας παρόλο που θα ήθελαν πολύ να περπατήσουν την ύπαρξή τους στον παρόντα χρόνο.
Έχω μάθει να θεωρώ τον αυτό μου τυχερό. Και αντικειμενικά αν το δει κανείς έτσι είναι. Πόνεσα όσο πρέπει να πονά ένας άνθρωπος, χάρηκα όσο πρέπει να χαίρεται ένας άνθρωπος. Μίσησα μέσα στα πλαίσια του απλού μίσους. Το ίδιο και ερωτεύθηκα. Το ίδιο και φοβήθηκα και πόνεσα και έδωσα και πήρα. Τώρα αναζητώ μέσα στην κάθε μέρα μου να τα ζω ξανά και ξανά όλα αυτά. Και τρέμω μήπως το ‘μέτρο’ με το οποίο όλα αυτά γνώρισα, έρθει η στιγμή και το στερηθώ.

16. Στην ερώτησή μου για το τι είναι τέχνη οι περισσότεροι μου λένε πως είναι ένα μεγάλο θέμα και πως θέλει χρόνο μια τέτοια συζήτηση. Έχετε όλο τον χρόνο να σκεφτείτε και να μου δώσετε τον δικό σας “ορισμό” για την τέχνη.
Όταν ο υποκειμενισμός του ενός συναντά τον υποκειμενισμό του άλλου. Αυτό τώρα σκέφτομαι ως ορισμό. Αλλά δεν είναι πλήρης…
17. Υπήρξατε “αιρετικός” στην τέχνη και στη ζωή ή για να μπορέσετε να προχωρήσετε συμβιβαστήκατε με το σύστημα αξιών, τις σκληρές απαιτήσεις και την περιρρέουσα ατμόσφαιρα της εποχής σας;
Α, είναι πολλές οι επαναστάσεις που δεν έκανα. Αλλά επίσης πολλές κι όσες υλοποίησα. Άλλωστε μην ξεχνάτε πως… Τίποτε από εμένα δε φαίνεται.

18. Σήμερα δεν υπάρχουν μόνο πολλοί εκδοτικοί οίκοι και συγγραφείς, αλλά και πολλοί κριτικοί. Δεν είναι λίγοι εκείνοι οι συγγραφείς που γράφουν σε περιοδικά – ηλεκτρονικά και μη – κριτικές για το έργο των ομοτέχνων τους. Κατά πόσο ο μέσος αναγνώστης είναι σε θέση να διαχωρίσει την βιβλιοκριτική του ανθρώπου που κουβαλά σπουδές, γνώση και εμπειρία στις πλάτες του από εκείνη την γνώμη που προβάλλει την θετική ή αρνητική ενός έργου με μοναδικό ίσως σκοπό να εξυπηρετήσει τα προσωπικά του συμφέροντα και να διατηρήσει τις δημόσιες σχέσεις του στο βάθρο του προσκηνίου;
Για πάρα πολλά χρόνια έγραφα κριτικά σημειώματα. Στην ουσία ήταν καταγραφές κωδίκων που κατά την άποψή μου μπορούσαν να ξεκλειδώσουν το κείμενο. Τώρα πια σπάνια το κάνω. Ίσως γιατί έχω βαρεθεί να μου προσφέρονται ξεκλείδωτα σπίτια.

19. Ευτυχισμένες και δυστυχισμένες ώρες του παρελθόντος έρχονται στην σκέψη σας σε μια στιγμή προσωπικού απολογισμού. Η ευτυχία και η δυστυχία κουμπώνουν την ύπαρξή τους με την επιτυχία και την αποτυχία; Πως διαχειρίζεστε στον παρόντα χρόνο την χαρά και την λύπη του χθες;
Νομίζω πως πάνω σε αυτό ότι ήταν να πω, το έγραψα στην απάντηση της ερώτησης Νο 15.

20. Λένε πως η γραφή είναι μια εσωτερική ανάγκη του συγγραφέα. Τα τμήματα δημιουργικής γραφής βοηθούν αυτή την ανάγκη να βγει προς τα έξω με τρόπο που να διαμορφώσει σταδιακά την μοναδικότητά της ή της δίνουν μια μορφή – φόρμα πάνω στην οποία το υποκείμενο θα στηρίξει την ασαφή ύπαρξή της καινούργιας γνώσης και θα προχωρήσει;
Α ναι… Τώρα τα κλειδιά που πιο πριν ανέφερα, τα προσφέρω με τη συμμετοχή μου σε Λέσχες Ανάγνωσης και Δημιουργικής Γραφής…

21. Το “είναι” και το “φαίνεσθαι” ενός πετυχημένου συγγραφέα μπορεί να μπει στα καλούπια του κονφορμισμού και να δημιουργήσει; Στην λέξη πετυχημένος θα ήθελα να δώσω την έννοια του πετυχημένου δημιουργού που είναι αποδεκτός από το συνάφι και τους αναγνώστες του.
Ισχύει αυτό, αλλά δεν είναι και απόλυτο. Το ποιος ορίζει τον επιτυχημένο είναι πάντα σχετικό. Πάντως ομολογώ πως ακόμα κι αν έχουν κατακτήσει την αναγνώριση από μια ομάδα, θέλουμε να μας αναγνωρίσει και μια άλλη. Μια παιδικότητα διαθέτουν οι συγγραφείς. Ή αν θέλετε ας την πούμε ανωριμότητα. Ή και εγωκεντρισμό.

22. Θα ήθελα να σας ευχαριστήσω και να κλείσουμε την κουβέντα μας με κάτι δικό σας. Κάτι που θα βγαίνει από τη ψυχή σας και θα θέλατε να το μοιραστείτε με τους νέους ανθρώπους αυτής της χώρας... αλλά κι με εμάς τους λιγότερο νέους.
Αμφισβητείτε! Γιατί όχι μόνο από εμένα τίποτε δε φαίνεται, αλλά και από άλλους και από άλλα…
Σας ευχαριστώ για την πρωτότυπη και ενδιαφέρουσα συνέντευξη.
Η συνέχεια… στον Άγιο Λαυρέντιο

Πρώτη δημοσίευση:
http://www.kulturosupa.gr/index.php/interviews/manos-kontoleon-7129/#.VL19qkesW_i

12.12.14

Με πολλές αποσκευές στο ταξίδι της ανάγνωσης


 της Βασιλικής  Ρεσβάνη

Επιτρέψτε μου κατ΄αρχάς να ευχαριστήσω την κα. Δημοπούλου, την ιδιοκτήτρια του Βιβλιόπολις που μου πρότεινε να παρουσιάσω το Βιβλίο Δύο φορές Άνοιξη του πολυγραφότατου συγγραφέα Μάνου Κοντολέων. Είναι ιδιαίτερη τιμή να είμαι εδώ κοντά σας σήμερα για να παρουσιάσω το βιβλίο ενός συγγραφέα που εκτιμώ το έργο του τόσο πολύ.

Έχω την τάση όταν διαβάζω ένα λογοτεχνικό βιβλίο να επιδιώκω και τελικά να το κάνω, να διαβάζω και άλλα έργα του ιδίου συγγραφέα προκειμένου να έχω μια σφαιρική εικόνα. Είναι αλήθεια ότι διαφορετικά προσεγγίζεις ένα λογοτεχνικό έργο  όταν δεν έχεις διαβάσει άλλο. Υπάρχει ίσως μια περιέργεια, μια δισπιστία. 
Με το έργο Δύο φορές άνοιξη του Μάνου Κοντολέων δεν είχα αυτή τη δυσπιστία και αυτό διότι έχω την τύχη να έχω μελετήσει την εργογραφία του Μάνου Κοντολεών για παιδιά και νέους σχεδόν στο σύνολό της, κάτι που μου δίνει πολλές αποσκευές στο ταξίδι της ανάγνωσης ενός ακόμη έργου του.
Δεν σας κρύβω πως όταν διάβασα για πρώτη φορά τον τίτλο κατάλαβα τι περίπου πραγματεύεται, πρέπει να σας πω επιπλέον και τη φράση μιας συναδέλφου που είπε βγαίνοντας από την παρουσίαση του συγκεκριμένου βιβλίου τον προηγούμενο μήνα. «Καλά γιατί να διαβάσω ένα βιβλίο αφού σε γενικές γραμμές έμαθα για αυτό πριν λίγο και κατάλαβα και το τέλος. Ξέρετε τι της απάντησα; Τα βιβλία του Μάνου Κοντολέων είναι σαν μια πάστα σοκολάτας. Μπορεί να ξέρεις τη γεύση, αλλά πάντοτε θέλεις και πρέπει να επιδιώκεις να γευτείς ακόμη μία και πίστεψέ με δεν θα σου στερήσει την απόλαυση ενός αριστουργήματος. Κοντολέων είναι αυτός!». Συγχωρέστε την απλότητα στο λόγο μου αλλά ήταν προφορικός λόγος- απάντηση σε μια έκφραση της στιγμής.
Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειώσω κάποια στοιχεία από τη βιογραφία του συγγραφέα πριν την παρουσίαση του βιβλίου που κρατάτε στα χέρια σας.
Ανατρέχοντας στη βιβλιογραφία και αναζητώντας κάποια φράση για να ξεκινήσω την παρουσίαση του νέου βιβλίου, στάθηκα πρώτον ότι είναι από τους συγγραφείς της σύγχρονης λογοτεχνίας για παιδιά και νέους, όπως σημειώνει η Κανατσούλη στο βιβλίο της….. και δέυτερον ότι είναι ένας πολυγραφότατος συγγραφέας. Μου έκανε εντύπωση ότι γράφει άλλοτε για παιδιά, άλλοτε για νέους άλλοτε για ενήλικές. Είναι αξιοσημείωτα ακόμη τα εξής: έργα του έχουν βραβευτεί και έχουν μεταφραστεί, έχει γράψει κριτικές και το κυριότερο όλων  είναι ότι στα έργα του διακρίνει κανείς το σήμερα συνδυασμένο με μια διαχρονικότητα. Ο Μάνος Κοντολέων είναι ένας συγγραφέας που αφουγγράζεται το παρόν, το ζει και προσπαθεί να το διαμορφώσει με τη δική του δύναμη, αυτή της γραφής.
Ανέφερα παραπάνω το επίθετο πολυγραφότατος, ο λόγος που το σημειώνω είναι διότι θεωρώ ότι τα 60 και παραπάνω έργα του συγγραφέα δεν είναι απλώς πολλά, αλλά το κάθε ένα από αυτά έχει κάτι ξεχωριστό να προσφέρει στον αναγνώστη. Είναι όπως ο γονέας που ενώ έχει 5 παιδιά εντούτοις κάθε ένα από αυτά είναι ξεχωριστό, ιδιαίτερο, μοναδικό.
Ο Μάνος Κοντολέων έχει καταπιαστεί με θεματικές δύσκολες και σπάνια εμφανιζόμενες σε άλλους συγγραφείς. Στους νέους έχει γράψει για θέματα όπως τα ναρκωτικά στο Ταξίδι που σκοτώνει, για το Aids στο Γεύση πικραμύγδαλου αλλά και για τη μονογονεική οικογένεια, την ετερότητα  στο Μια ιστορία του Φιοντόρ, το διαζύγιο, την σεξουαλική κακοποίηση στο Δεν με λένε Ρεγγίνα, Άλεξ με λένε. Ξεχωρίζω αν και ο ίδιος δεν το κάνει διότι όλα τα έργα του είναι παιδιά του, τον Ανίσχυρο Άγγελο, Το δύο ιστορίες που ρωτάνε, αλλά και το Μάσκα στο φεγγάρι . Ιδιαίτερα όμως όλων το Μανόλο και Μανολίτο που την προηγούμενη χρονιά ήταν το έργο που επεξεργαστήκαμε με τους μαθητές της Δευτέρας τάξης του Δημοτικού κυρίως διότι κάνει τα παιδιά να αγαπήσουν τη φύση διαβάζοντας για αυτήν.
Υπάρχουν έργα στο Μάνο Κοντολέων που σε προβληματίζουν, που σε ταξιδεύουν αλλά και που σε συγκινούν. Έχω διαβάσει πολλά βιβλία στη ζωή μου, αλλά σε κανένα άλλο λογοτεχνικό έργο άλλου συγγραφέα δεν έχω συγκινηθεί κατά την ανάγνωση.
Με τον Μάνο Κοντολέων έχει συμβεί. Είναι ο τρόπος που ο συγγραφέας περιγράφει τα γεγονότα και οδηγεί τους ήρωες, συνδιαλέγεται μαζί τους, αυτοαποκαλύπτεται και παράλληλα δομεί την ιστορία του έχοντας τους ήρωες δίπλα του, πλάι του να στέκονται και να περιμένουν ποια θα είναι η κίνησή τους που θα γίνει από όσα αποτυπωθούν στο χαρτί, από την πένα του συγγραφέα.
Ο Μάνος Κοντολέων είναι από τους συγγραφείς που όταν διαβάζεις ένα έργο του έχεις την αίσθηση μιας απρόσμενης οικειότητας, μιας πρωτόγνωρης ανάγκης συμμετοχής στην πλοκή ενός έργου που ακόμη αγνοείς την πορεία και εξέλιξή του. Δεν σε αφήνει αμέτοχο. Στο βιβλίο του «Δύο φορές άνοιξη» οι εναλλαγές των εποχών στην εξέλιξη του έργου, με την Άνοιξη να εμφανίζεται ως σύμβολο ανανέωσης συναισθημάτων, επιθυμιών, ανεκπλήρωτων ονείρων σε κινητοποιούν. Είναι Φθινόπωρο όταν έρχεται ο έρωτας να πλυμμηρίσει την καρδιά της Ανθής και θα την κάνει πει: «Μα την άνοιξη φέρνει μαζί του».
Γνωρίζοντας όμως ότι κρατώ στα χερια μου ένα έργο του Μάνου Κοντολέων νιώθω ότι ξέρω γιατί «όλες οι δομικές πληροφορίες»  έχουν δωθεί από την αρχή. Πρόκειται φυσικά για μια ψευδαίσθηση, ένα τέχνασμα. Κεντρική ίσως ιδέα του έργου δεν είναι η επιθυμία, η αγάπη, τα ανεκπλήρωτα όνειρα. Αντιθέτως, ένα όνειρο είναι εκείνο που κινεί τον ιστό της ιστορίας, η βροχή που δημιουργεί τον υδάτινο δρόμο ραγδαίων εξελίξεων στο έργο αλλά και τα αρώματα της Άνοιξης που σε συνδυασμό με τα χρώματα (κυρίως το μπλε) και τους στίχους της Μαρίας Πολυδούρη και των τραγουδιών που σημειώνονται, δημιουργούν ένα πολυπρισματικό αφηγηματικό διαμάντι.
Στο βιβλίο αυτό ο Δημήτρης και η Ανθή είναι δύο παιδιά με τα φτερά έτοιμα να πετάξουν και συναντιούνται για πρώτη φορά σε μια ταράτσα, σε ένα υψηλό σημείο, όχι τυχαία, στο καλοσόρισμα των πρωτοετών της σχολής τους. Οι εικόνες που δημιουργούνται στο μυαλό, η αφήγηση που τόσο όμορφα ξεδιπλώνεται στις σελίδες συμπορεύεται με μια περιγραφή γεμάτη χρώματα, αρώματα, ακούσματα.
Ο Δημήτρης είναι και αυτός εκεί στο πρώτο καλοσόρισμα των πρωτοετών μελλοντικών ανθρώπων που με την τέχνη τους μπορούσαν να αλλάξουν αυτό που οι άλλοι έβλεπαν, διακοσμητές, φωτογράφοι, μηχανικοί. Βλέπει την Ανθή, της μιλά πρώυος. Ανθή και Δημήτρης δύο πρόσωπα διαφορετικών προσωπικών εικόνων και εμπειριών.
Η Ανθή όνομα δηλωτικό της Άνοιξης καθόλου τυχαία επιλογή για την ηρωίδα του βιβλίου. «Μαλλιά καστανά, ίσια, που αν τα άφηνε ελεύθερα να σκεπάζουν τους ώμους της, αλλά που προτιμούσε να τα πιάνει σε μια χαμηλή αλογοουρά - ίσως γιατί έτσι φαινότανε πιο καθαρά ο λαιμός της  γραμμωμένος, λαιμός κύκνου». Μετά τη Γαλλική σχολή με τα όποια κλισέ της, ακολουθεί σπουδές εφαρμοσμένων τεχνών, στην εξέλιξη της ιστορίας θα βρεθεί αντιμέτωπη με την κα. Έλσα Ζακόμπ που την παγιδεύει, όμως απεγκλωβίζεται γρήγορα ξεδιπλώνοντας την επιθυμία της να δραπετεύσει….
Η αφήγηση μας οδηγεί παλιότερα όπου όλα ήταν διαφορετικά. Βρισκόμαστε στη δεκαετία του 90 όπου δεν είχαμε ακόμη «αλλάξει» εποχή. Η τότε οικονομική κατάσταση, η εικόνα του κέντρου της Αθήνας όπως κάποιοι πρόλαβαν να την γνωρίσουν,  οι ανθρώπινες σχέσεις έχοντας στο νου το πλαίσιο της εποχής αλλά και ταυτόχρονα τόσο διαχρονικές συνθέτουν το χωροχρονικό σκηνικό του έργου.
Αριστοτεχνικά δομημένο το κείμενο που διαβάζουμε με χαρακτήρες που φωτίζονται ιδιαίτερα όπως αυτοί της Ανθής και του Δημήτρη, αλλά και έμμεσα σε δεύτερο φόντο αλλά ουσιαστικοί για την εξέλιξη,  ενεργοποιούν ένα αδρό φως η Αλίκη (η φίλη της Ανθής), η μητέρα της, αλλά και ο στοργικός, τρυφερός της πατέρας, τα παιδιά της…. Το φως δυναμώνει ιδιαίτερα σε τόνους του κόκκινου και του έντονου μπλε όταν ο Μανουήλ θα έρθει στη ζωή της Ανθής να την αλλάξει, είναι ένας χαρακτήρας που ενώ παίζει σημαντικότατο ρόλο στην εξέλιξη του έργου εντούτοις δε ξεδιπλώνεται το πλαίσιο της δικής του ζωής αλλά αποκαλύπτονται μόνο όσα στοιχεία σχετίζονται με την ηρωίδα του βιβλίου. «Τα όνειρα ταξιδεύουν στο χρόνο» θα γράψει ο συγγραφέας και για την Ανθή ένα από αυτά γίνεται αληθινό για να δημιουργήσει μια νέα πραγματικότητα, μια νέα κατάσταση, μια νέα συνθήκη που πρέπει να βρει διέξοδο.
Μπορεί ο Μανουήλ να είναι η δεύτερη άνοιξη,ο άλλος μεγάλος έρωτας που το όνειρο συμβολικά μαρτυρεί; Ο φωτογράφος, ο καλλιτέχνης, η ελεύθερη ψυχή που δεν έχει διαμορφώσει τόσο νωρίς τη ζωή του όσο η Ανθή, μπορεί να άλλαξε την Ανθή να τη γαλήνεψε από την διπλή ζωή του Δημήτρη αλλά η ίδια η Ανθή δεν μπορεί και να αφήσει τα παιδιά της, τη ως τώρα ζωή της, για μια άλλη ζωή με αυτόν. Κάποια πράγματα πρέπει να γίνονται την ώρα που πρέπει… με το χρόνο κάποια άλλα εξίσου σημαντικά καταλαμβάνουν θέση στην καρδιά μιας γυναίκας και δεν της αφήνουν χώρο. Ωστόσο, η γιάγιά της την έχει προειδοποιήσει να έχει τα μάτια ανοικτά και να καταλάβει. «Μη βιάζεσαι!...Αλλά να ξέρεις πως ο μεγάλος έρωτας μόνο μια φορά περνά από την πόρτα μας…Κοίτα να είσαι ξύπνια εκείνη τη στιγμή! Διαφορετικά… ». Από τη μια η γιαγιά τονίζει από την άλλη ένα άλλο στοιχείο, ένα όνειρο κάτι αλλάζει στο μόνο ένας…..”
Πράγματι αν η Ανθή όταν αισθάνθηκε ότι είδε το Μανουήλ την πρώτη φορά που πήγε στην έκθεσή του με φωτογραφίες από τα μέρη μας και ένιωσε κάτι διαφορετικό, ιδιαίτερο, είχε προσπαθήσει να τον γνωρίσει, τότε ίσως να είχε τον μεγάλο έρωτα ζήσει από την πρώτη στιγμή. Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι ο Δημήτρης ήταν αυτός που την προσέγγισε, που την είδε και της μίλησε σε εκείνη τη συνάντηση των πρωτο ετών. Ίσως να ήταν για αυτόν η πρώτη άνοιξη και η Ανθή να μην κατάλαβε για την ίδια ποια ήταν τελικά. Τα πάντα πρέπει να γίνονται τη σωστή στιγμή.
Όλα όσα βέβαια σημειώνονται εδώ είναι σκέψεις από τα σημεία που δίνει το κείμενο. Ο κάθε αναγνώστης βλέπει, νιώθει διαφορετικά πράγματα, τον αγγίζουν διαφορετικά σημεία του έργου. Το ίδιο συμβαίνει και με το συγγραφέα μας. Όταν τελείωσε το έργο και κάθισε να το διαβάσει προσπαθώντας να αποστασιωποιηθεί όσο αυτό είναι δυνατόν,  του γεννήθηκε η ανάγκη να σημειώσει στο τέλος κάποιες σκέψεις για το ίδιο το έργο του. Θέλησε να προστατέψει την Ανθή, το Δημήτρη που τους αφήνει πλέον από την δική του στοργική αγκαλιά στα χέρια οποιουδήποτε αναγνώστη. Πρόκειται για ιδιαίτερο μέρος του βιβλίου και εξαιρετικά πρωτότυπο που μου άρεσε πολύ αλλά που σας προτείνω να το διαβάσετε και εσείς στο τέλος. Θα σας αποσυμφορίσει από την εξέλιξη και πλοκή του έργου.
Θα ολοκληρώσω την ανάλυση μου με το όνειρο το οποίο έχω σημειώσει από την αρχή κινεί τα νήματα του έργου. Η Ανθή γνωρίζει για ένα όνειρο που έχει δει η μητέρα της, ένα όνειρο το οποίο είναι σαν μια αράχνη που πλέχει καθώς διαβάζει ο αναγνώστης έναν ιστό γνωστό αλλά παράλληλα πρωτότυπο και ιδιαίτερης τεχνοτροπίας. Δύο γυναίκες δίδυμες (ξέρετε είναι η πρώτη φορά που σε μυθιστόρημα διαβάζω για δίδυμες) φέρουν ένα μύνημα στο όνειρο αυτό, ένα ερωτηματικό πλανάται από την  σελίδα 24 ήδη διότι μόνο η μία φέρει λουλούδια, την άνοιξη, η άλλη  είναι θλημέννη…. Δεν θα σας αποκαλύψω το γιατί αλλά δεν μπορώ να μην σας πω ότι όταν η μητέρα της Ανθής συνειδητοποίησε τι έφερνε η δεύτερη κοπέλα με συγκίνησε ιδιαίτερα.
 Ξέρετε όταν διαβάζει ένας αναγνώστης ένα βιβλίο ξέρει καλά ότι όσα διαβάζει δεν είναι δικές του ιστορίες αλλά όταν κάτι πάει να του θυμίσει κάτι δικό του, χτυπά ευαίσθητες χορδές της ψυχοσύνθεσης του. Η ασθένεια με όποιον τρόπο και αν εμφανίζεται, όσο κι αν θεραπεύεται ή όχι δεν παύει να είναι ένα θέμα που λίγοι συγγραφείς καταπιάνονται και το παρουσιάζουν τόσο αριστοτεχνικά όπως ο Κοντολέων.
Όπως έχω ήδη πει, ο Κοντολέων το θέμα της ασθένειας το έχει παρουσιάσει και σε άλλα έργα του, σε αυτό που έχουμε στα χέρια μας, το ότι το πράγματεύεται κατά τη γνώμη μου, το εξαγνίζει και οι ήρωες παιρνούν από στάδια αρχαίας τραγωδίας καθώς γίνεται η αποκάλυψη και επέρχεται η κάθαρση.
Θα ολοκληρώσω της παρουσίαση αυτή δανειζόμενη τίτλους βιβλίων του Μάνου Κοντολέων και απευθυνόμενη στην Ανθή.
Μα στάθηκες, Ανίσχυρος άγγελος στις επιθυμίες της, Το 33 το αντιμετωπίζεις. Καλέ πνίγομαι θα πεις κάποια στιγμή μα με μια Μάσκα στο φεγγάρι θα βρεις Το πρωτο λουλούδι της Άνοιξης, το Δημήτρη σου και θα ζήσεις Μια ιστορία του Φιοντόρ. Ίσως Ελίτσα ή παπaρούνα, Δύο ιστορίες που ρωτάνε θα μπερδευτείς. Μέλι κόλησε στα χείλη και μια Γεύση πρικραμύγδαλου θα αφήσεις το πρώτο φιλί στο Δημήτρη. Είναι Τα πολύτιμα δώραΣκανταλιές και ανοησίες γύρω από γλυκό κεράσι ή μάλλον Κόκκινο καραβάκι, κόκκινο ποδήλατο. Η Ανθή αποτελεί το κορίτσι με το κόκκινο μπαλόνι, την αγάπη με όποια μορφή της.
 Όμως έχουμε την ευκαιρία να μας ταξιδέψει με τα λόγια του ο ίδιος ο Μάνος Κοντολέων και έχω την αίσθηση ότι έχω ήδη πει πάρα πολλά και έχουμε χάσει λεπτά δικής του αφήγησης, προσέγγισης, ανάλυσης. Κύριε Κοντολέων, σας ευχαριστώ πολύ από καρδιάς για όσα προσφέρετε στα παιδιά, αλλά και σε εμάς τα μεγαλύτερα παιδιά.

Ρεσβάνη A. Βασιλική

Εκπαιδευτικός
(κείμενο που διαβάστηκε στην παρουσίαση του βιβλίου στο βιβλιοπωλείο Βιβλιόπολις, στην Καλαμάτα 8/12/2014)