21.10.15

Δε με λέν Ρεγγίνα, Άλεχ με λένε σε ημερίδα για το Trafficking

Σε λογοτεχνικό αναλόγιο συμμετέχει ο συγγραφέας Μάνος Κοντολέων. Μαζί με τη συγγραφέα Αλεξάνδρα Μητσιάλη και τον Χρήστο Χωμενίδη, που θα τους προλογίσει, θα διαβάσουν αποσπάσματα από τα βιβλία τους, θα παρουσιάσουν τον προβληματισμό που προκύπτει απ’ αυτά και θα μιλήσουν με το κοινό για το εάν η λογοτεχνία μπορεί να ευαισθητοποιήσει το κοινό για ζητήματα όπως το trafficking. Ο ίδιος, πάντως, στην κουβέντα μας μοιάζει αρκετά σκεπτικός για το πόσο μπορεί να γίνει αυτό, τουλάχιστον σε ευρεία κλίμακα. Το βιβλίο του «Δε με λένε Ρεγγίνα… Άλεχ με λένε» (Εκδόσεις Πατάκη, 2011) μιλά για δυο ανήλικους νέους, τη Ρεγγίνα και τον Άλεχ που οι συνθήκες τους αναγκάζουν να μπουν από πολύ νωρίς στον σκοτεινό κόσμο της σεξουαλικής εκμετάλλευσης. Ένα βιβλίο που μιλά με αυτόν τον τόσο ποιητικό τρόπο του Μάνου Κοντολέων, για ένα σκληρό παράλληλο σύμπαν. Τον ρωτάω γιατί επέλεξε ένα δύσκολο θέμα όπως το trafficking: «Για μια εικοσαετία περίπου, ήμουν Αντιπρόεδρος της ελληνικής επιτροπής της Unicef, γεγονός που με είχε φέρει πιο κοντά σε θέματα νέων, στην προσφυγιά ή την εκμετάλλευση. Παράλληλα για 15 περίπου χρόνια απονέμω το βραβείο της Unicef στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Ολυμπίας για παιδιά και νέους, όπου συμμετέχουν ταινίες από και για νέους από όλο τον κόσμο. Εκεί διαπίστωσα ότι πολλές ταινίες από το εξωτερικό καταπιάνονται με αυτά τα θέματα. Πέραν αυτών, έχω μια ευαισθησία, γιατί και οι δυο μου γονείς ήταν από τη Σμύρνη, μεγάλωσα σε προσφυγική οικογένεια. Οι ήρωες του βιβλίου ζουν σε μια χώρα, που η μια είναι ανελεύθερη και η άλλη μόνο κατ’ επίφαση ελεύθερη. Στην ουσία δεν αλλάζουν και πολλά, γι’ αυτό και ο εκμεταλλευτής σε κάθε χώρα έχει το ίδιο όνομα αντεστραμμένο. Η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο δεν έχει να κάνει μόνο με τα ανελεύθερα καθεστώτα, αλλά με όλη την κοινωνία που αποδέχεται, αλλά και χρησιμοποιεί αυτές τις καταστάσεις. Γιατί συνυπεύθυνοι είναι κι εκείνοι που απολαμβάνουν τέτοιες υπηρεσίες».
Η τέχνη που ευαισθητοποιεί και προβληματίζει
Το εξώφυλλο του βιβλίου του Μάνου Κοντολέων
Η Ρεγγίνα, που σημαίνει βασίλισσα, και ο Άλεχ, αυτός δηλαδή που προστατεύει τους άλλους και τον ίδιο του τον εαυτό, ζούσαν στην ίδια χώρα, αλλά τους χώρισε ο πόλεμος. Έδωσαν τη υπόσχεση να ξανασυναντηθούν. Οι συνθήκες όμως – πόλεμος, φτώχεια, ορφάνια, προσφυγιά – τους ρίχνουν σε ένα ζοφερό κόσμο. «Η Ρεγγίνα απαρνιέται την προσωπική της ταυτότητα, αποδέχεται ότι είναι μια σκλάβα, ώστε να υπάρξει και να επιβιώσει σε συνθήκες εκμετάλλευσης. Ο Άλεχ αφήνεται να γίνει θύμα εκμετάλλευσης, αλλά δεν την αποδέχεται, διατηρεί την ταυτότητά του με την πρόθεση να φύγει κάποια στιγμή. Ούτε εγώ γνωρίζω αν τελικά θα τα καταφέρουν. Αλλά προσωπικά η θέση μου είναι περισσότερο με τον Άλεχ: Να μην αποδέχεσαι, ακόμα κι αν κάποια στιγμή συμβιβαστείς, να αντιστέκεσαι και να αναζητάς την αληθινή σου ταυτότητα». Ο Μάνος Κοντολέων γνωρίζει πολύ καλά ότι και του βιβλίου του ο δρόμος είναι δύσκολος: «Ενώ το συγκεκριμένο είναι λογοτεχνικά ένα από τα καλά μου βιβλία, ωστόσο, είναι αυτό που λέω “μαλεμέ”, δεν αγαπήθηκε από το κοινό. Ο κόσμος θέλει να περνάει καλά, να ξεχνιέται, να ζει σε μια ψευδαίσθηση. Σε μια τόσο δύσκολη περίοδο δεν θέλουμε να ενδοσκοπηθούμε, αλλά πάμε να αποφύγουμε με πλάγιους τρόπους τις δυσάρεστες καταστάσεις και να μη μιλάμε γι αυτές. Αν βγει όμως κανείς μια βόλτα μέχρι την Ομόνοια το βράδυ, αυτά θα δει. Δεν υπάρχει άλλη λύση παρά ν’ αντισταθείς και μου κάνει εντύπωση που οι νέοι στη χώρα μας δεν φαίνεται να το κάνουν». Κατά τον συγγραφέα, το κατεστημένο είναι αυτό που συνδημιουργεί το trafficking«Ανακαλύπτουμε πράγματα που πάντα υπήρχαν, αλλά δε θέλουμε να τα δούμε. Και που τα λέμε, πάλι τα αποδεχόμαστε και επιπλέον απενοχοποιούμαστε σε όλα τα επίπεδα. Όπως έγραφε ο Δροσίνης σατιρίζοντας τις χοροεσπερίδες «Η φτώχεια για την αρχοντιά αιώνια δουλεύει κι εκείνη για χάρη της μια βραδιά χορεύει»…
- See more at: http://www.elculture.gr/blog/article/i-techni-pou-evesthitopii-ke-provlimatizi/#sthash.h2ePsMIb.dpuf

20.10.15

Συνέντευξη στο site της διαδικτυακής αυτοέκδοσης


κ. Κοντολέων, από πού κατάγεστε, που γεννηθήκατε και που ζήσατε μέχρι τώρα;
Και οι δυο γονείς μου γεννήθηκαν στη Σμύρνη. Εγώ γεννήθηκα και ζω στην Αθήνα

Θα θέλατε να μας πείτε λίγα λόγια για το μακροσκελέστατο βιογραφικό σας;
Με δυο λόγια – αφού έτσι θέλετε: Ο Μάνος Κοντολέων είναι συγγραφέας.
Διαβάζατε λογοτεχνία μικρός;
Ναι. Κυρίως βιβλία με ιππότες.

Πότε αρχίσατε να γράφετε βιβλία;
Αποφάσισα πως θέλω να γίνω συγγραφέας από παιδί του Δημοτικού. Και από τότε είχα αρχίσει να γράφω. Μα το πρώτο μου βιβλίο εκδόθηκε όταν ήμουνα γύρω στα 30 μου χρόνια.

Πώς σας έρχονται οι ιδέες για να γράψετε ένα βιβλίο;
Δεν ξέρω… Έχει –ομολογώ- κάτι το μαγικό αυτή η διαδικασία. Και δε θέλω να χαθεί αυτή η αίσθηση.

 Πώς ξεκινήσατε να γράφετε το πρώτο σας βιβλίο;
Ήταν λίγο μετά το 1974 και θέλησα να μιλήσω στο μικρό παιδί μου για τα γεγονότα εκείνων των χρόνων. Και για να γίνουν κατανοητά  σκέφτηκα να τα πω με τη μορφή ενός παραμυθιού.

Όταν ήσασταν παιδί, ποιο βιβλίο είχατε αγαπήσει πολύ και ποιόν συγγραφέα;
Πολλά τα βιβλία που έχω διαβάσει και πολλοί, πάρα πολλοί οι συγγραφείς που έχω αγαπήσει. Δε γίνεται να ξεχωρίσω έναν ή δυο…

 Στην αρχική σελίδα της ιστοσελίδας σας ξεκινάτε με ένα απόσπασμα από το βιβλίο σας ΄΄Ανίσχυρο άγγελο΄΄. Λέτε στην αρχή του αποσπάσματος «Δεν είμαστε λίγοι, αλλά μπροστά στο πλήθος που είστε εσείς, τότε εμείς ως ελάχιστοι μετράμε...Εμείς - οι άγγελοι. Εσείς - οι άνθρωποι. Ένας, λοιπόν, από τους λίγους κι εγώ, κυκλοφορώ ανάμεσά σας»Πιστεύετε αλήθεια πως είσαστε «άγγελος», και δη ανίσχυρος;
Με την ιδιότητα του συγγραφέα, ναι το πιστεύω. Άλλωστε κι εγώ –με την ιδιότητα του αναγνώστη- έχω συναντήσει κάμποσους ανίσχυρους αγγέλους.

Θεωρείτε πως οι συγγραφείς ζούνε σε έναν δικό τους κόσμο, «στο κόσμο τους» θα λέγατε;
Δεν μπορώ να απαντήσω εξ ονόματος άλλων συγγραφέων. Εγώ πάντως ζω στον κόσμο που ζουν όλοι οι άλλοι άνθρωποι.

Από την παρουσία των ιστοσελίδων σας, φαίνεται πως ασχολείστε με το διαδίκτυο. Σας αρέσει η χρήση του, και γενικά οι νέες τεχνολογίες;
Οι νέες τεχνολογίες διευκολύνον τη ζωή μας. Μπορεί όμως και να την καταδυναστεύουν. Από τον καθένα μας εξαρτάται το πώς θα τις χρησιμοποιήσει.

Πότε σας αρέσει να γράφετε καλύτερα, το χειμώνα ή το καλοκαίρι;
Είμαι ένας … full time συγγραφέας.

Εσείς γιατί γράφετε, και μάλιστα και για παιδιά και για μεγάλους;
Γιατί ζω μαζί και με μεγάλους και με παιδιά. Και γράφω γιατί θέλω να επικοινωνώ με όσους γύρω μου υπάρχουν. Η συγγραφή είναι για μένα μια ουσιαστική μορφή επικοινωνίας, αλλά και κατάθεσης των προσωπικών μου απόψεων.

Σας αρέσει περισσότερο να γράφετε για μικρούς, για νέους ή για ενήλικες, μια και έχετε γράψει βιβλία και για τις τρεις κατηγορίες αναγνωστών;
Όπως και πιο πριν σας είπα, ζω  ανάμεσα σε μικρούς, νέους και ενήλικες. Και θέλω να συνομιλώ με όλους τους. Άρα και για όλους τους γράφω… Ελάτε, ας μην χωρίζουμε τη λογοτεχνία με βάση τα ηλικιακά κριτήρια. Η ανάγκη έκφρασης  και επαφής αφορά όλους μας.

Πείτε μας για ένα παιδικό βιβλίο που δεν έχετε γράψει εσείς και θα θέλατε να το είχατε γράψει.
Πολλά είναι… Έτσι, αυτή τη στιγμή λέω το «Ιστορία δίχως τέλος» του Μίκαελ Έντε.

Σκοπεύετε να γράψετε κι άλλα βιβλία ή νομίζετε πως έχει επέλθει κορεσμός; Υπάρχει η έννοια «κορεσμός» για έναν συγγραφέα;
Αντίθετα –σε μένα τουλάχιστον- υπάρχει ο τρόμος μπροστά στη λευκή σελίδα… Ή πιο σωστά στην άδεια οθόνη του world.

Ποιο θα είναι το είδος, ο τίτλος και η υπόθεση του επόμενου βιβλίου σας;
Ποτέ δε μιλώ για αυτά που γράφω. Μόνο για όσα ήδη έχω ολοκληρώσει. Και υπάρχουν ολοκληρωμένα έργα μου που περιμένουν την έκδοσή τους. Μια συλλογή χριστουγεννιάτικων ιστοριών κυκλοφορεί σε λίγες μέρες. Το δεύτερο βιβλίο από τις περιπέτειες των Μανόλο και Μανολίτο θα το κρατήσετε στα χέρια σας την Άνοιξη του 2016… Ως εδώ, οι πληροφορίες…

Ποιος είναι ο ήρωας από τα βιβλία σας που αγαπάτε περισσότερο;
Είναι όλοι τους παιδιά μου! Το ίδιο όλους τους αγαπώ.

Ποιό θεωρείτε πως είναι το καλύτερο βιβλίο σας;
Είναι όλα τους δικά μου δημιουργήματα. Το ίδιο όλα τους τα εκτιμώ,

Υπάρχουν γεγονότα και καταστάσεις από όσα γράφετε στα βιβλία σας που τις έχετε ζήσει;
Ναι. Αλλά  δεν τα καταγράφω  όπως τα έζησα, αλλά όπως πρέπει να τα γράψω.

Είστε γονιός; Πως σας αρέσει να περνάτε τον χρόνο σας με τα παιδιά σας;
Ναι. Με τη σύντροφό μου, με τα παιδιά μου, με τον εγγονό μου. Με τους φίλους μου.

Τι πιστεύετε ότι πρέπει να κάνει ένας γονιός, για να αγαπήσει το παιδί του τα βιβλία;
Να το αγαπά και ο ίδιος.

Ποια θεωρείτε ότι είναι τα κριτήρια για να διαλέξουμε για τα παιδιά μας βιβλία;
Όσο περισσότερο διαβάζουμε, τόσο και τα κριτήριά μας γίνονται καλύτερα. Δεν διαλέγουν οι άλλοι για εμάς.  Τις αναγνώσεις του ο καθένας έχει δικαίωμα μόνος του να της επιλέγει.

Σας ενοχλεί η κακή κριτική;
Αν εννοείται την κακοπροαίρετη… Ναι με ενοχλεί.

Πώς γίνεται κανείς συγγραφέας;
Δε γίνεται. Γεννιέται.

Τι θα συμβουλεύατε ένα παιδί ή νέο που θέλει να γίνει συγγραφέας;
Να διαβάζει, να διαβάζει, να διαβάζει… Και να αμφισβητεί.

 Συντονίζετε έναν κύκλο 8 τρίωρων συναντήσεων ανά δεκαπενθήμερο με θέμα τη Δημιουργική Ανάγνωση και Συγγραφή Παραμυθιών. Θα θέλατε να μας μιλήσετε γι’ αυτά τα σεμινάρια δημιουργικής γραφής;
Πιστεύω –όπως και προηγούμενα σας είπα –πως ένας μελλοντικός συγγραφέας πρέπει πρώτιστα να διαβάζει. Έτσι και σε αυτούς τους κύκλους αφού διαβάζουμε και συζητάμε έργα καταξιωμένων δημιουργών, μετά γράφουμε τα δικά μας και αυτά που γράψαμε τα συζητούμε.

Τι γνώμη έχετε για τα ψηφιακά βιβλία;
Νομίζω πως ακόμα δεν έχουν αποδείξει το μέχρι που μπορεί να φτάσουν τις σχέσεις τους με τους αναγνώστες.

 Έχει μέλλον το είδος αυτό;
Αναντίρρητα ναι. Αλλά ποιο θα είναι δεν το ξέρω.

Πιστεύετε πως θα ξεπεράσουν τις πωλήσεις των έντυπων βιβλίων κάποτε;
Ούτε αυτό το ξέρω. Αν και έχω σπουδάσει Φυσική, δεν μου αρέσει να κάνω σκέψεις επιστημονικής φαντασίας

Σας αρέσει να διαβάζετε βιβλία σε ψηφιακή μορφή;
Όχι. Το κλασικό βιβλίο ως αντικείμενο πάντα με κρατά δέσμιο της γοητείας του.

Σας αρέσει να ακούτε ηχογραφημένα βιβλία;
Ναι, όταν όμως οδηγώ.

Ποια είναι η άποψή σας για την διαδικτυακή αυτοέκδοση;
Από τη μια προσφέρει απελευθέρωση από την κυριαρχία του εκδότη. Από την άλλη όμως δεν υπόκειται σε ένα αναγκαίο φιλτράρισμα.

Θα συστήνατε στους νέους συγγραφείς να εκδώσουν μόνοι τους διαδικτυακά τα βιβλία τους;
Εξαρτάται από το ποιος θα είναι ο συγγραφέας και ποιο θα είναι το βιβλίο που θα έχει γράψει.

Πιστεύετε ότι κάποια μέρα θα εκλείψουν οι παραδοσιακοί εκδοτικοί οίκοι, οι οποίοι δεν θα έχουν λόγο ύπαρξης εξ αιτίας της όλο ένα αυξανόμενης δυνατότητας των συγγραφέων να αυτοεκδίδουν τα έργα τους -κυρίως λόγω του ελάχιστου κόστους που έχει η αυτοέκδοση- ή θα λάβουν κάποια ενδιάμεση μορφή, όπως διαφαίνεται τα τελευταία χρόνια να συμβαίνει, με πολλούς εκδοτικούς να προσφέρουν τη δυνατότητα μίας μορφής έκδοσης που οι ίδιοι την ονομάζουν αυτοέκδοση;
Βέβαια, δεν έχει καμία σχέση με την διαδικτυακή αυτοέκδοση, όπου ο συγγραφέας κάνει όλες τις απαραίτητες διαδικασίες μόνος ή με δικής του επιλογής συνεργάτες και εταιρίες προβολής και προώθησης, εν αντιθέσει με την αυτοέκδοση των εκδοτικών, οι οποίοι απλά επιτρέπουν στον συγγραφέα να εκδώσει με δικό του το κόστος των εργασιών -που του προσφέρουν όμως οι ίδιοι ως υπηρεσία- αναλαμβάνοντας (οι εκδοτικοί οίκοι) μόνο το κόστος εκτύπωσης.
Τι προβλέπετε να συμβεί λοιπόν, λαμβάνοντας υπόψη αυτές τις παραμέτρους και εξελίξεις;
Νομίζω πως στο κοντινό μέλλον τουλάχιστον, η ανάγκη ύπαρξης του εκδότη, τόσο για την γενικότερη επιμέλεια της έκδοσης όσο και για την προβολή και διακίνησή της, θα συνεχίσει να ισχύει.

Θεωρείτε πως η αίσθηση του διαβάσματος ενός έντυπου βιβλίου είναι και θα παραμείνει ασυναγώνιστη, σε σχέση με το διάβασμα ψηφιακών βιβλίων μέσω ηλεκτρονικών συσκευών;
Σας είπα και πιο πριν, πως δεν ξέρω να απαντώ με συνθήκες μελλοντικών καταστάσεων.

Τα δικά σας ηλ. βιβλία, εκτιμάτε πως έχουν επιτυχημένη εμπορική πορεία, σε σύγκριση με εκείνη των αντίστοιχων έντυπων;
Ούτε τα διάνοια.

Σκέφτεστε να εκδώσετε ποτέ ηχογραφημένα βιβλία, και ποια η γνώμη σας γι’ αυτά;
Έχει εκδοθεί ηχογραφημένο βιβλίο μου. Δεν είχε και τόσο μεγάλη ανταπόκριση. Αλλά ήταν και πριν 20 περίπου χρόνια… Ίσως να ήταν τότε κάπως νωρίς ακόμα.

Πιστεύετε πως τα παιδιά δεν θα προτιμούν στο μέλλον, όλο και περισσότερο, τα βιβλία σε ψηφιακή μορφή αντί των εντύπων, λόγω της αναπόφευκτης εξοικείωσής τους και της διαφαινόμενης προτίμησής τους στους ηλ. υπολογιστές και γενικά στα ψηφιακά μέσα;
Ναι, είναι πιθανόν…

Θεωρείτε πως, ένα παραμύθι, ειδικά, «χάνει» σε αξία στα μάτια ενός αναγνώστη, παιδιού ή ενήλικου, όταν είναι σε ηλεκτρονική μορφή;
Νομίζω πως ειδικά το παραμύθι χάνει. Η έντυπη μορφή του είναι πιο κοντά σε μια ατμόσφαιρα φαντασίας και μαγείας. Αλλά πάλι, αυτό εγώ το λέω… Εγώ που μεγάλωσα με έντυπα παραμύθια.

Δεν νομίζετε πως είναι άδικο το κράτος να φορολογεί με ΦΠΑ 6,5% τα έντυπα, ενώ τα ψηφιακά βιβλία με 23%, και πως εξηγείτε το καθεστώς αυτό;
Δεν είμαι ειδικός σε αυτά. Αλλά γενικά δεν εγκρίνω την υπερφορολόγηση της γνώσης.

Δεν θεωρείτε ότι τα ψηφιακά βιβλία έχουν μακράν περισσότερο –έως απόλυτα, θα έλεγα- οικολογικό χαρακτήρα, αν σκεφτούμε πως η παραγωγή τους δεν απαιτεί καμία χρήση υλικών, ενώ, αντίθετα, για την παραγωγή ενός και μόνο έντυπου αναλώνεται και ένα μικρό δέντρο, αλλά επίσης δημιουργείται και σχετική ρύπανση από τα απόβλητα που παράγονται, λίγα ή πολλά, από την βιομηχανία εκτύπωσης, γενικά;
Νομίζω πως υπάρχει και οικολογικό χαρτί. Αλλά αν αρχίσουμε και βλέπουμε το έντυπο βιβλίο ως αντίπαλο του ψηφιακού, έχουμε κάνει ένα μεγάλο λάθος. Η ανάγνωση –αυτό πρέπει να μας απασχολεί. Και το περιεχόμενό της.

 Κατά την γνώμη μου, το μέσο με το οποίο μεταφέρεται η γνώση, και  γενικά, τα πνευματικά έργα με μαθησιακό ή ψυχαγωγικό σκοπό, δεν έχει καμία απολύτως σημασία. Αντιθέτως, ένας ακροατής π.χ. ενός ηχογραφημένου βιβλίου είναι απολύτως προσηλωμένος στη διαδικασία και αναπόσπαστος -εάν χρησιμοποιεί ακουστικά- από πιθανές ενοχλήσεις του περιβάλλοντος, ενώ ο αντίστοιχος αναγνώστης ενός εντύπου είναι επιρρεπείς σε αποσπάσεις, γενικά. Επίσης, αν γνωρίζω σωστά, ο εγκέφαλός μας είναι πιο δεκτικός σε ηχητικά, παρά σε οπτικά ερεθίσματα. Ποια είναι η δική σας άποψη;
Νομίζω πως απάντησα πιο πριν. Ας αφήσουμε τα πράγματα να εξελιχθούν από μόνα τους. Κι εμείς ας σκεφτούμε να γράφουμε και να διαβάζουμε με ένα και μόνο στόχο –να γίνουμε και να παραμείνουμε άνθρωποι με ευαισθησίες, προβληματισμούς  και -κυρίως αυτό- τεκμηριωμένες απόψεις.


Πρώτη ανάρτηση:
http://selfpublishingonline.eu/%CE%BF-%CE%BC%CE%AC%CE%BD%CE%BF%CF%82-%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%AD%CF%89%CE%BD-%CE%BC%CE%B9%CE%BB%CE%AC-%CF%83%CF%84%CE%B7-%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CF%84%CF%85%CE%B1%CE%BA/






18.10.15

Ζαν Εσνόζ "14"



Jean Echenoz
«14»
Μετάφραση: Αχιλλέας Κυριακίδης
Εκδόσεις Ίκαρος, 2014

Ο γάλλος Ζαν Εσνόζ (1947) έχει συχνά διακριθεί στη χώρα του για τα μυθιστορήματά του.
Στην Ελλάδα κυκλοφορούν μερικά από αυτά κι ανάμεσά τους εκείνα που μυθιστοριοποιούν τις ζωές  γνωστών ανθρώπων της Τέχνης και του Αθλητισμού (Σοπέν, Ραβέλ, Ζάτοπεκ κ.α)
Το ολιγοσέλιδο αυτό του έργο –κάτι μεταξύ μυθιστορήματος και νουβέλας- έχει μια δική του γοητεία.
Καταφέρνει να αφηγηθεί   τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο όχι σαν ένα απλώς και μόνο ιστορικό γεγονός, αλλά ως μια περιπέτεια τραγική των ανθρώπων που τον βιώσανε.
Παρακολουθεί τέσσερεις νέους άνδρες που επιστρατεύονται και μπαίνουν σε αυτήν την αιματηρή περιπέτεια, αφήνοντας πίσω τους όχι μόνο τη μικρή τους πόλη, όχι μόνο τις ασχολίες τους, αλλά κυρίως τα πατήματα της ίδιας της προσωπικότητάς τους.
Μια μη επονομαζόμενη δύναμη επιχειρεί να τους μετατρέψει από άτομα ξεχωριστά σε γρανάζια μιας μηχανής που δεν πονά, δεν  σκέφτεται, δεν αντιδρά. Από άτομα σε εξαρτήματα.
Αλλά κάτι τέτοιο έχει και στο παρελθόν γραφτεί και έχει δώσει μερικά καλά έργα λογοτεχνίας.
Αυτό που ο Εσνόζ καταφέρνει με το «14» είναι τούτη την κριτική, όσο ανθρώπινη άποψη να την καταγράψει με μια σαρκαστική όσο και επώδυνη φόρμα.
Αποστασιοποιημένη γραφή; Προς στιγμή αυτό αισθάνεται ο αναγνώστης. Αλλά πολύ σύντομα έρχεται η κραυγή διαμαρτυρίας που σε κάνει –έτσι καθώς διαβάζεις το δράμα αυτών των νέων ανδρών- να νοιώσεις την ικανοποίηση πως τελικά η ζωή συνεχίζεται όχι γιατί κάποιοι σχεδιάζουν πολεμικές συρράξεις, αλλά γιατί ένας ανάπηρος τραυματίας πολέμου αποφασίζει να εκφράσει την μεγίστη δύναμη κάθε ανθρώπου και μέσα από την μισή αγκαλιά του να καταφέρει να σπείρει μια νέα ζωή.
Η ιδιότυπη γραφή του συγγραφέα σε αρκετά ικανοποιητικό βαθμό έχει μεταφερθεί στη γλώσσα μας από τον πεπειραμένο Αχιλλέα Κυριακίδη.


Πρώτη δημοσίευση:
http://www.bookia.gr/index.php?action=Suggestions&book=194258

13.10.15

Η εξωφρενική ομολογία του Ραφαήλ Ιγνάτιου Φίνιξ



Πολ Σάσμαν
«Η εξωφρενική ομολογία του Ραφαήλ Ιγνάτιου Φίνιξ»
Μετάφραση: Κώστια Κοντολέων
Εκδόσεις Ψυχογιός


Ένα ασυνήθιστο και απρόσμενο μυθιστόρημα.
Δείχνει να παίζει με το παράδοξο, να φλερτάρει με τα μυθιστορήματα τρόμου, να αγγίζει εκείνα που τα χαρακτηρίζουμε ως αστυνομικά, αλλά στην ουσία είναι μια κυκλική προσέγγιση των ενοχών του 20ου αιώνα.
Ο αφηγητής και κεντρικός ήρωας του έργου –ο Ραφαήλ Ιγνάτιος Φίνιξ-  θα κλείσει τα 100 του χρόνια καθώς θα τελειώνει και ο αιώνας.
Και έχει αποφασίσει πως εκείνη ακριβώς τη μέρα θα αυτοκτονήσει.
Έχει περάσει μια πολύ ενδιαφέρουσα ζωή, κατά τη διάρκεια της οποίας έχει κάνει 10 φόνους.
Τα τελευταία χρόνια ζει αποκλεισμένος σε ένα έρημο πύργο –παρατηρητήριο και λίγους μήνες πριν το τέλος του αποφασίζει να καταγράψει όλη του τη ζωή στους τοίχους του κτηρίου όπου ζει. Στην ουσία αποφασίζει να καταγράψει τους 10 φόνους –ο καθένας τους περιγράφει και μια περίοδο της δικιάς του ζωής, αλλά και μια περίοδο του αιώνα που τελειώνει.
Η εξιστόρησα ξεκινά από το τελευταίο φόνο και σταδιακά, καθώς ο ήρωας προχωρεί τις καταγραφές του από δωμάτιο σε δωμάτιο, ο αναγνώστης υποψιάζεται (ή θα έπρεπε να το είχε υποψιαστεί, αν δεν τον είχε παρασύρει η πλοκή των απανωτών φόνων)  πως ο αφηγητής δεν είναι ο εκκεντρικός και αμοράλ δολοφόνος, αλλά ο ίδιος ο αιώνας που αναζητά τον τρόπο όχι τόσο να καταγράψει τα επιτεύγματά του, αλλά να εξιλεωθεί για τα σφάλματά του.
Από τον πλήρη καταναλωτισμό και την έκφραση κάθε μορφής ρατσισμού στην δίχως ιδεολογική βάση αντίδραση, από τον ανερμάτιστο τρόπο απόλαυσης αγαθών στην πλήρη υποταγή στην δύναμη του χρήματος, από την βιαιότητα των πολεμικών συγκρούσεων στην την παραπλανητική ευμάρεια του αμερικάνικου ονείρου και στην πλήρη ενδυνάμωση του χρήματος, από την άφρονα ηγετική τάξη στην καταπιεστική και δίχως κοινωνικό περιεχόμενο εκπαίδευση.
Φόνοι που σηματοδοτούν μια λάθος πορεία που έτσι κι αλλιώς έχει με λάθος τρόπο ξεκινήσει –δίχως τη φροντίδα της μήτρας που τον γέννησε και δίχως την αγάπη που θα τον φώτιζε.
Από δωμάτιο σε δωμάτιο, ξεκινώντας από το τέλος και επιστρέφοντας στην αρχή, από το γήρας στη βρεφική ζωή και στη συνέχεια στην εμβρυακή, ο αιώνας (μυθιστορηματικά να ενσαρκώνεται από τον εκκεντρικό Ραφαήλ Ιγνάτιο) ελπίζει –και ίσως βρίσκει- την ψευδαίσθηση μιας δυνατότητας όλα να γίνουν από την αρχή.
Αλλά οι φόνοι έχουν διαπραχθεί και όσο και οι τοίχοι (όπου η ομολογία ιδιόχειρα γράφτηκε) τώρα έχουν γίνει ερείπια, η ιστορία δεν αλλάζει. Μοναχά προσφέρει την παραγραφή των λαθών και των εγκλημάτων.
Το έγραψα και πιο πάνω. Πρόκειται για ένα ιδιαιτέρως ευφάνταστο μυθιστόρημα, που κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη και  του προσφέρει κάποιο χαμόγελο που όμως θα μετατραπεί σε σμίξιμο των φρυδιών.
Θεωρώ πως δεν προσέχτηκε όσο θα έπρεπε από το ελληνικό κοινό.
Ίσως γιατί δεν έχουμε συνηθίσει ένα τόσο υποδόριο χιούμορ, όπως αυτό που διέθετε ο πρόωρα χαμένος βρετανός Πολ Σάσμαν (1966 – 2012)

Πρώτη δημοσίευση: http://www.literature.gr/deka-foni-enas-eonas-tou-manou-kontoleon/


6.10.15

«Λάβετε θέσεις»

Αναστασία Βασιλοπούλου – Μιχάλης Τσαμπαλίκας
«Λάβετε θέσεις»
Εκδόσεις Πατάκη



Ένα βιβλίο για παιδιά που αναφέρεται στο Αγώνισμα του Μαραθώνιου Δρόμου των πρώτων Ολυμπιακών Αγώνων της σύγχρονης εποχής
Μας μεταφέρει στα 1896 στο χωριό του Μαραθώνα, και ακούμε τον οχτάχρονο Σπύρο  να αφηγείται με την παιδική ματιά του όλες τις λεπτομέρειες της διοργάνωσης αυτού του αγωνίσματος.
Ένα μικρό χωριό ο Μαραθώνας εκείνα τα χρόνια , βρίσκεται στο κέντρο του παγκόσμιου ενδιαφέροντος καθώς φιλοξενεί δρομείς από όλον τον κόσμο, που είναι έτοιμοι να τρέξουν τη διαδρομή που σηματοδοτεί μια νίκη - εδραίωση του δυτικού πολιτισμού.
Το ότι το 1896 διοργανώθηκαν οι πρώτοι Ολυμπιακοί Αγώνες, είναι σε όλους γνωστό. Όπως και το ότι στον Μαραθώνιο εκείνων των Αγώνων νικητής ήταν ο Σπύρος Λούης, είναι επίσης γνωστό.
Αυτό που ελάχιστοι γνωρίζουμε είναι το πώς διοργανώθηκες εκείνος ο αγώνας.
Εκείνες τις τρεις μέρες που στο μικρό χωριό έπεσαν πάνω του τα φώτα ενός διεθνούς ενδιαφέροντος.
Οι δυο συγγραφείς αυτού του βιβλίου (εκπαιδευτικοί και οι δύο) με αξιοθαύμαστη επιδεξιότητα ζωντανεύουν το κλίμα εκείνων των ημερών, μας ξεναγούν στην πλατεία  και στις γειτονιές, μας γνωρίζουν τους απλούς ανθρώπους, αλλά και εκείνους  που είχαν αναλάβει τη σωστή διεξαγωγή του αγωνίσματος.
Λεπτομέρειες με ανθρώπινο πρόσωπο και με κεφάτη διάθεση καθώς μας τις προσφέρει η αφήγηση ενός μικρού αγοριού.
Να, λοιπόν, ποια  είναι τα δυο στοιχεία  που κάνουν τούτο το βιβλίο να ξεχωρίζει. Από τη μια η παροχή ιστορικών πληροφοριών που ξεφεύγουν από τα επίσημα κιτάπια της ιστορίας και στρέφονται στην ιστορία έτσι όπως τη δημιουργούν και τη βιώνουν οι απλοί άνθρωποι και από την άλλη η ολοζώντανη περσόνα ενός παιδιού που θαυμάζει και κρίνει, απορεί και συμπάσχει με τα πάθη και τις πράξεις των ενηλίκων.
Αν και εκπαιδευτικοί οι δυο  συγγραφείς, το βιβλίο τους δεν έχει ίχνος διδακτισμού, ενώ όμως φανερώνει και την πολύ καλή γνώση ενός τρόπου ουσιαστικής μετάδοσης γνώσεων.

Διαβάζεται και έχει πολλά να προσφέρει τόσο σε ανήλικους όσο και σε ενήλικους αναγνώστες.

Πρώτη ανάρτηση: http://www.bookia.gr/index.php?action=Suggestions&book=204082

4.10.15

"Μανόλο και Μανολίτο" - Φιλοσοφούσα διάθεση για τις έννοιες αγάπη- φύση- ζωή



Γράφει η Ομότιμη καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Αθηνών κα Άντα Κατσίκη - Γκίβαλου 

Ο Μάνος Κοντολέων στο βιβλίο αυτό, χωρισμένο σε δύο μέρη, μέσα από το διαλόγο ενός ενήλικου ήρωα, συγγραφέα και του μικρού ,ανήλικου γειτονόπουλού του, αναπτύσσει το θέμα της αγάπης για τη φύση που είναι αγάπη για τη ζωή. «Γιατί Αγάπη  σημαίνει Ζωή και Ζωή σημαίνει Φύση!...». Η φράση αυτή αποτελεί τον κεντρικό πυρήνα του  μακρού αυτού αφηγήματος, που αναπτύσσεται με ιδιαίτερα λογοτεχνικό και λυρικό τρόπο. Στο διάλογο ενηλίκου-ανηλίκου με φανερά τα αυτοαναφορικά στοιχεία, καθώς και την πρόθεση του συγγραφέα να αναδείξει τη σημασία της επαφής ανθρώπων που ανήκουν σε διαφορετικές γενιές,  ο Κοντολέων παρεμβάλλει την αφήγηση της Κυρά –Φύσης, φανταστικού μυθοπλαστικού προσώπου,  για τις τέσσερις εποχές του χρόνου. Η εμφάνιση της Φύσης εισάγει στο κείμενο τα στοιχεία του μυστηρίου, του μαγικού και ίσως του μεταφυσικού που θα ενταθούν στο δεύτερο μέρος με την περιγραφή του σπιτιού με τις 36 ξερές αμυγδαλιές. Οι αφηγήσεις με έντονες περιγραφές τοπίων και στοιχείων της φύσης άμεσα συνδεδεμένων με  ανθρώπινα συναισθήματα και καταστάσεις προβάλλουν την αξία της φύσης ως ζωής. Το δεύτερο μέρος του αφηγήματος  συμπληρώνει και αναπτύσσει  στοιχεία του πρώτου, δίνοντας το προφίλ του νεαρού κυρίως συνομιλητή  και επικεντρώνεται στο θέμα της σχέσης αγάπης –φύσης- ζωής μέσα από την αφήγηση εγκιβωτισμένης ιστορίας με τη μορφή καταγεγραμμένων σκέψεων του κηπουρού του κτήματος με τις αμυγδαλιές. Με αμεσότητα γραφής στα  διαλογικά κυρίως μέρη των δύο πρωταγωνιστών, με εξαιρετικές περιγραφές της φύσης στις αφηγήσεις για τις τέσσερις εποχές αναδεικνύονται οι προβληματισμοί και η φιλοσοφούσα διάθεση για τις έννοιες αγάπη- φύση- ζωή που αναπτύσσονται μεταξύ των δύο, φαινομενικά παράταιρων συνομιλητών, εκπροσώπων δύο κόσμων και δύο γενεών. Επισημαίνεται, ακόμη, η συμβολή του διαλόγου ενηλίκου- ανηλίκου στο έργο ενός συγγραφέα και της καθημερινότητας ως πηγής έμπνευσης. Η εικονογράφηση συνοδεύει το κείμενο,τονίζοντας τη διαφοροποίηση των μερών του μυθιστορήματος και  στοιχεία της αφήγησης.


26.9.15

"Δάχτυλα πάνω στο σώμα της" - Στο diavasame.gr η Πασχαλία Τραυλού έγραψε....



Δεν θα αναλωθώ καθόλου στη συγγραφική δεξιότητα του Μάνου Κοντολέων. Δεν έχει νόημα να εκθειάσω τη δεινότητα της γραφής του με το ιδιότυπο ύφος που κυλάει αβίαστα χάρη στην εσωτερικότητα του ρυθμού, σαν εκείνου που πρέπει να διέθεταν τα κείμενα των αρχαίων τραγωδών, τότε που ακόμη οι ψιλές και οι δασείες, τα μακρά και τα βραχέα φωνήεντα διατηρούσαν τους ρόλους τους καθορίζοντας με αυστηρότητα την ακουστική ενός γραπτού.

Γιατί παρά τους αιώνες που έχουν μεσολαβήσει και την αμετροέπεια των αναλυτών και των κριτικών της λογοτεχνίας για τον ορισμό και την ποιότητά της, το αναμφισβήτητο είναι πώς πάντα ένας υπόκωφος εσωτερικός ρυθμός είναι αυτός που αναδεικνύει τη μαγεία των νοημάτων και φωτίζει τις μυστικές πτυχές της συγγραφικής νόησης καθώς αποτυπώνεται μέσα απ’ τους ήχους πρώτα κι έπειτα απ’ τα σημαινόμενα των λέξεων.

Έτσι θα επικεντρωθώ στην ουσία. Στο θέμα. Σ’ ένα θέμα που εδώ και κάμποσα βιβλία του ο Μάνος Κοντολέων αγαπά να περιηγείται. Στους ρόλους, στην οντότητα, τη φωτεινή και τη σκοτεινή, τη σχεδόν μυσταγωγική γυναικεία παρουσία. Στο πλάσμα που μάχεται για τον αυτοπροσδιορισμό του, ανακαλύπτοντας πως χειραφέτηση ακόμη για τη γυναίκα είναι ό,τι οι άντρες της και γενικότερα οι κοινωνίες τής επιτρέπουν να κατακτήσει.

«Γυναίκα δεν γεννιέσαι, γίνεσαι» θα αναφέρει σε κάποια του σελίδα, φευγαλέα μάλιστα, με την ταπεινότητα που τον διακρίνει πάντα στα γραπτά του, δίχως να επιδεικνύει όπως άλλοι τη βαθιά μελέτη που έχει προηγηθεί πριν απ’ το γραπτό του. Η φράση ωστόσο αυτή της Σιμόν Ντε Μποβουάρ πρέπει να αποτέλεσε τον ιδεολογικό άξονα ετούτου του βιβλίου και ταυτόχρονα τον βατήρα εκείνο που εκτόξευσε τη σκέψη του συγγραφέα –του άντρα συγγραφέα και αυτό αποτελεί για τη διεισδυτική συγγραφική ματιά του ακόμη ένα εύσημο– να παραδοθεί μαζί με την ηρωίδα που επινόησε, στην αναζήτηση της γυναικείας ταυτότητας που δεν έχει καμία σχέση με την ψευδεπίγραφη εικόνα της μέσα στα κοινωνικά σχήματα στα οποία είναι ενταγμένη.

Τι είναι γυναίκα λοιπόν αναζητά ο Μάνος Κοντολέων στις 414 σελίδες αυτού του βιβλίου που διαβάζεται απνευστί, απόγευμα καλοκαιριού στη βεράντα, μα επιμένει να ακολουθεί τον αναγνώστη στις συντροφιές και στους περιπάτους του, προκαλώντας τον να δώσει έναν δικό του ορισμό για την έννοια του φύλου και της θηλυκότητας και να απαντήσει στο επίμαχο ερώτημα: πόσα φύλα υπάρχουν εντέλει…

Η ηρωίδα του, η Λία, είναι μια νεαρή γυναίκα του σήμερα. Από μια παραδοσιακή ελληνική μεσοαστική οικογένεια. Με έναν πατέρα που μεριμνά όχι μονάχα για τις υφιστάμενες ανάγκες, μα και για κείνες που ίσως να προκύψουν μελλοντικά. Με δάχτυλα ισχυρά που σφίγγουν σαν μέγγενη τον ώμο της κόρης αφήνοντας τα κόκκινα σημάδια τους κάθε φορά που εκείνη ξεστρατίζει απ’ την ασφάλεια των καθιερωμένων κοινωνικών οδών. Με μια μάνα τρυφερή, θηλυκό παλιάς κοπής, υποταγμένο στα κοινωνικά δεδομένα, που τραγουδάει μπροστά στον νεροχύτη, σαν καρδερίνα στο κλουβί της, κάθε φορά που ζει άλλο ένα ερωτικό μισάωρο πίσω απ’ την κλειστή πόρτα της κάμαράς της, κάτω απ’ το σώμα του άντρα-αφέντη, τον εξουσιαστή του δικού της κορμιού, γνωρίζοντας μονάχα ετούτη την εκδοχή να αυτοδιαθέτει τον εαυτό της. Εξουσιάζεται και της αρέσει. Έτσι διδάχτηκε και το αποδέχτηκε…

Η Λία σπουδάζει οδοντίατρος. Καμάρι του πατέρα με εξαίρεση το μυστικό που εκείνος το ψυχανεμίστηκε νωρίς, πολύ προτού η ίδια καταφέρει να συνειδητοποιήσει τη διαφορετικότητά της από την αποδεκτή κατανομή των έμφυλων ρόλων και των τρόπων που κάθε φύλο, ανάλογα με την κατασκευή του, οφείλει να αναζητά την ηδονή. Γυναίκα μορφωμένη. Καλλιεργημένη. Που σκάβει βαθιά τον εαυτό της ανακαλύπτοντας άλλοτε θησαυρούς ελευθερίας και άλλοτε έχιδνες – ανασφάλειες φωλιασμένες στα όνειρά της που απειλούν αυτοπροσδιορισμό και αυτογνωσία.

Η Λία επομένως διαφέρει. Και αυτή η διαφορετικότητα μες στις σελίδες του βιβλίου την ανάγει σε ένα πρόσωπο τραγικό που προσπαθεί να βρει την κάθαρσή του περνώντας διάφορες σκληρές ψυχολογικές διεργασίες μα και κοινωνικές δοκιμασίες. Γιατί η Λία γνωρίζει πόσο άκαμπτες είναι οι κοινωνίες σε ό,τι ξεφεύγει απ’ τους κανόνες που έχουν διαμορφωθεί.

Η ενοχικότητα, η πάλη για την απελευθέρωση και την αποδοχή της ταυτότητας που το σώμα διαλέγει, το ζήτημα της μητρότητας των γυναικών με ομοφυλοφιλική σεξουαλική προδιάθεση, η κοινωνική αντίδραση και κατακραυγή, ο ενδυματολογικός κώδικας στην έκφραση και ενίσχυση του φύλου μα και ως μεταμφίεση απλώς και συνάμα εξαπάτηση του κοινωνικού περίγυρου, η προσποίηση ενός έμφυλου ρόλου που αδυνατεί κάποιος να υποστηρίξει, οι γονεϊκές αντιστάσεις στην όποια απόκλιση με την επίγνωση των συνεπειών εκείνων των άγραφων νόμων της ανθρώπινης ζούγκλας, τα στερεότυπα και οι προκαταλήψεις, η αναμέτρηση ανάμεσα σε ό,τι η φύση προστάζει και σ’ εκείνο που η εκάστοτε κοινωνική εξουσία ορίζει, η συμπίεση της σε-ξουαλικής επιθυμίας στα αποδεκτά κοινωνικά καλούπια, τα κατασκευασμένα απ’ τους πολλούς για να επιβάλλονται ακόμη και σ’ αυτούς που διαφέρουν, οι ενδόμυχοι πόλεμοι για μια αμφι-λεγόμενη αξιοπρέπεια, όλα έχουν χωρέσει στο βιβλίο του Μάνου Κοντολέων που αποτελεί τε-λικά μια βαθιά λογοτεχνική τομή σε ό,τι έχει να κάνει με την κοινωνική και σεξουαλική ταυτότητα της βιολογικής θηλυκότητας.

Για να καταλήξει εντέλει στο ίδιο συμπέρασμα με την Μποβουάρ, που διαφαίνεται πως τον έχει επηρεάσει: Πως η τυποποιημένη σεξουαλική ταυτότητα της γυναίκας, όπως εξάλλου και του άντρα, δεν είναι κάτι φυσικό και δεδομένο, αλλά κοινωνικό κατασκεύασμα που συντηρεί συγκεκριμένες σχέσεις εξουσίας…

Πως το βιολογικό και το κοινωνικό φύλο είναι δυο διαφορετικές υποθέσεις με διόλου αυτονόητη τη διαμόρφωση της σεξουαλικής ταυτότητας κάθε ατόμου.

Και πως ο σεξουαλικός προσανατολισμός και οι επιθυμίες του καθενός είναι ένα συνονθύλευμα της βούλησης και της φυσικής ροπής που δεν μπορεί έτσι απλά να τιθασεύεται, να καταδυνα-στεύεται και να κατηγοριοποιείται μέσα σε χοντροκομμένους κοινωνικούς διαχωρισμούς, όπως εμφαντικά είχε τονίσει και ο Φρόιντ.

Ό,τι με αφοσίωση, επιμονή και αυτοθυσία παιδεύτηκε σε όλη της τη ζωή να επισημάνει η Σιμόν ντε Μποβουάρ με τη λογοτεχνία, τη ζωή και τη φιλοσοφία της, την μπολιασμένη με τη θεωρητική βάση των υπαρξιστικών και φεμινιστικών θεωριών με κορυφαία στιγμή της το «Δεύτερο φύλο», ο Μάνος Κοντολέων κατάφερε να το πει με λόγια αυθεντικά και πηγαία σ’ αυτό το βιβλίο που πετυχαίνει το ζητούμενο: να θέσει στον αναγνώστη ερωτήματα ή ακόμη περισσότερο να του γεννήσει ερωτήματα, μυώντας τον σ’ έναν σύγχρονο φιλοσοφικό διάλογο με δίαυλο ένα λογοτεχνικό έργο.

Καθώς η ποιότητα λοιπόν ενός βιβλίου εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις συζητήσεις που αυτό προκαλεί ως αναγνώστης θα αναρωτηθώ: Πόσες γυναίκες δεν έμαθαν ποτέ τη γλώσσα του κορμιού τους απλώς και μόνο επειδή οι κοινωνίες φρόντισαν να υπνωτίσουν με ενοχές τις αισθήσεις τους;

Και πόσες γυναίκες αιώνες πριν δεν μπήκαν καν στον κόπο να κρατήσουν στα χέρια τους, όπως η ηρωίδα, τη βαθύτερη ταυτότητα του εαυτού τους, εκείνη που δεν καθορίζεται απ’ το φαίνεσθαι του κορμιού μα απ’ το είναι της ψυχής, απλώς και μόνο επειδή τους έδωσαν μια ταυτότητα προκατασκευασμένη και με αυτήν πορεύτηκαν ανύπαρκτες και άγνωστες κατ’ ουσίαν στον χωροχρόνο τους…

Άγνωστες και αόρατες απ’ τον εαυτό τους…

Γεννημένες μα διόλου υπαρκτές.

Με αιτία τον σκοταδισμό, την ενοχικότητα, τη βία και μια ηθική κομμένη και ραμμένη πάνω στον προαιώνιο τρόμο εκείνων που «φοβούνται τη γυναίκα όπως τη νύχτα…»

Πρώτη δημοσίευση: