9.3.16

"Δάχτυλα πάνω στο σώμα της" στο 'Πολύεδρο' της Πάτρας

«Δάχτυλα πάνω στο σώμα της» η νέα ή μάλλον η πιο πρόσφατη δημιουργία του Μάνου.
Ιδιαίτερη στιγμή για μένα, να μαι  δω και να συνομιλώ μαζί του και μαζί σας.
Έτσι, όπως μια ακόμη φορά, εδώ, έχω κάνει.
Ήταν βραδιά φθινοπώρου, θυμάμαι, και μεις μιλάγαμε για Άνοιξη. «Δυο φορές Άνοιξη» για την ακρίβεια, εδώ στον φιλόξενο χώρο της Όλγας και του Κώστα, που τους ευχαριστώ πραγματικά.
Και σήμερα λοιπόν, Μάνος Κοντολέων ο συγγραφέας, «έρωτας» το θέμα.
Ή μήπως όχι;
Διαβάζοντας την περίληψη, στο οπισθόφυλλο, το υποψιάζεσαι:
Δεν είναι ο έρωτας, ή καλύτερα, δεν είναι μόνο ο έρωτας, το ζήτημα.
«Δε συμβαίνει πάντα να ταυτίζεται ο έρωτας και ο πόθος» αποφαίνεται η Λία, η ηρωίδα του μυθιστορήματός μας, απ’ τις πρώτες κιόλας γραμμές του βιβλίου.
Κι αμέσως «πιάνεις» το εννοούμενο και θυμάσαι: «Άλλο αγάπη, άλλο επιθυμία», είχε πει η Ανθή στο «Δυο φορές Άνοιξη». Και συμπλήρωνε: «με την πρώτη βλέπεις τον άλλο, με τη δεύτερη τον εαυτό σου»
Ζήτημα αυτογνωσίας λοιπόν;
Τα πράγματα γίνονται σοβαρά, τα ερωτήματα και τα διλήμματα θεριεύουν, οι αναζητήσεις αρχίζουν.
Αλλά, προς Θεού! Μην ανησυχείτε. Ο Κοντολέων έχει τον έλεγχο. Ξέρει και συνδυάζει αρμονικά ποσότητα και ποιότητα, δίνει εσωτερικό ρυθμό στο κείμενο, συμπαρασύρει τον αναγνώστη, τον εκθέτει μεν σε αγωνιώδη ερωτήματα και  διλήμματα, μα δεν τον αφήνει ποτέ έκθετο.
Κινηματογραφικό έργο θυμίζει η γραφή του.
Ξέρετε, το παθαίνω πάντα όταν διαβάζω Μάνο. Κάθε λέξη την κάνω εικόνα, κάθε παράγραφο πλάνο. Νιώθω σκηνοθέτης. Πιστεύω ότι μπορώ. Θεωρώ πως τόχω. Με πάει το σενάριο βήμα το βήμα, καρέ-καρέ.
Λεπτομερής και ζωντανή η περιγραφή. Ακόμη και στα δεύτερα πλάνα. Προδίδει συγγραφέα παιδικών βιβλίων. Συγγραφέα που ξέρει και δουλεύει την εικόνα.
Έχω μπροστά μου τα πρόσωπα και τα σκηνικά.
Έντονη παρουσία των αισθήσεων: όραση, ακοή, όσφρηση, ακόμα και γεύση.
Μα κυρίαρχη η αφή και τα όργανά της: δάχτυλα και σώματα.
Χρώματα, ήχοι, μυρωδιές, γεύσεις, μα κυρίως αγγίγματα, ψηλαφήσεις, αγγίγματα…
Ζωντανή γραφή, καλοδουλεμένη. Όχι επιτηδευμένη.
Άμεση.  Όχι απλοϊκή.
Σε μεταφέρει στον κόσμο της πρωταγωνίστριας. Σε ταξιδεύει εκεί μαζί της, στους ανεκπλήρωτους πόθους της ή στις επιθυμίες που θέλουν ν’ ανθίσουν.
Πριν όμως, και πάνω απ’ όλα, θα πρέπει να απαντήσει στο ερώτημα «ποια είναι», σε μια βασανιστική διαδικασία αυτογνωσίας. Η κοινωνία είχε ήδη απαντήσει γι αυτή. Κι αυτό την πνίγει. Ασφυκτιά και συμβιβάζεται (;).
 Ή μάλλον το παλεύει κι έτσι.
Και μετά κυριαρχεί «ο τρόμος απέναντι σ’ εκείνο, που σου έχουν πει, πως πρέπει να του μοιάσεις, αλλά που αυτό, αυτή, μήτε το θέλει, μήτε και μπορεί να το εφαρμόσει».
«Τελικά, τι θέλω;» αναφωνεί μέσα της! Δεν είναι έτοιμη να διαλέξει ανάμεσα στο πατροπαράδοτο «θέλω» και στην ανατρεπτική «λαχτάρα».
Και πάλι συμβιβάζεται: «Θα μάθω… σκέφτεται. Θα το συνηθίσω». Είναι διάολε, βαρύ να πας κόντρα σε όλους. Ενώ τον εαυτό της, το μυαλό, το κορμί της, θα το εκπαίδευε στο ρόλο γυναίκας. Δεν είναι δα και μικρό χρέος…        Νομίζει…
Νόμιζε!
Γιατί, λίγο παρακάτω θα εξομολογηθεί: «Νιώθω πως δεν έχω υπάρξει ακόμη. Μόνο γεννήθηκα». Κι έχει ανάγκη να υπάρξει!  Όλοι μας τόχουμε.
Πόσες και πόσες άραγε έμειναν άγνωστες και αόρατες απ’ τον εαυτό τους; Πόσες γεννημένες, μα διόλου υπαρκτές; Θα αναρωτηθεί η Πασχαλία Τραυλού
Και η Λία συνεχίζει εναγώνια να αναζητά μια ταυτότητα. Όχι να της απονεμηθεί. Τέτοια της προσφέρθηκε. Αλλά μια ταυτότητα στη βάση της ισοτιμίας, της ισότητας κι όχι της υποταγής. Μια τέτοια! Να την επιλέξει το σώμα της και να φιλιωθεί η ψυχή της.
Η αναζήτηση της ταυτότητας, η αποδοχή αυτής που το σώμα επιλέγει, η αναμέτρηση και καμιά φορά η σύγκρουση αυτού, που η φύση προστάζει και εκείνου που η κοινωνία μπορεί να αποδεχτεί και να ανεχτεί, δεν είναι παίξε-γέλασε!
«Γυναίκα δε γεννιέσαι, γίνεσαι», θα θυμίσει ο συγγραφέας τη ρήση της Σιμόν Ντε Μποβουάρ. Θέτει έτσι τη βάση της διαπραγμάτευσης, όχι μόνο ενός ερωτικού,  αλλά και ενός πολιτικού έργου. Γιατί πέραν της σεξουαλικότητας, «παίζεται» κάτι πιο βαθύ: η αναζήτηση της ταυτότητας, «ελευθέρα βουλήσει».
Και αυτό είναι πολιτική πράξη. Είναι ζήτημα προσωπικής ελευθερίας και κάτι παραπάνω.
Ο αμερικανός ψυχολόγος Αβραάμ Μάσλοου, γνωστός από την πυραμίδα του με την ιεράρχηση των ανθρώπινων αναγκών, το ανάγει σε ζήτημα προσωπικής ολοκλήρωσης. Ζήτημα εσωτερικής πληρότητας. «Αυτοπραγμάτωση» το λέει. Απελευθέρωση από προκαταλήψεις και στερεότυπα το λέμε εμείς.
«Για να μπορέσει μια γυναίκα πρώτα να αναγνωρίσει και στη συνέχεια να υπερασπιστεί την ταυτότητά της, θα πρέπει να έχει μια ασφαλή θέση στην κοινωνία, μια υποστήριξη» λέει με λόγια της Άλκης, ο Μάνος.
«Κι αφού το σώμα πρώτο μιλήσει και αποκτήσει αυτά, που από ένα άλλο σώμα ποθήσει, και… ας πούμε χορτάσει, σειρά παίρνει τώρα η ψυχή», που εναγώνια ψάχνει εμπιστοσύνη…, συμπαράσταση…, ασφάλεια…, αποδοχή.
Αποζητά το «ανήκειν» και το «μετέχειν».
Επιδιώκει  την ένταξη σε μια κοινωνία προσώπων και φύσεων
Ε, αυτό κι αν είναι πολιτική πράξη! Δεν είναι;
Σας ευχαριστώ!
Ηλίας Γκοτσόπουλος

Δάσκαλος- Δημοτικός Σύμβουλος Πάτρας
7/3/2016

3.3.16

«Μανόλο, Μανολίτο και Μανουήλ» Ή Όταν ο συγγραφέας συναντά το παιδί που ήταν κάποτε…




Μικρός όταν ήμουνα υπήρχαν δυο ποιήματα που μου είχαν κεντρίσει ένα παράξενο συναίσθημα.
Κάτι ανάμεσα σε γαλήνη και φόβο. Αργότερα, πολύ αργότερα, θα συνειδητοποιούσα πως αυτό το απροσδόκητο μείγμα δυο τόσο αντιθετικών συναισθημάτων, μόνο η Τέχνη μπορεί να χαρίσει.
Ένα παιδί αισθάνεται πως ο κόσμος του όλος είναι το σπίτι του, οι γονείς του –ο πατέρας, η μητέρα του κυρίως. Η προστασία του πατέρα, η αγκαλιά της μάνας.
Εγώ μοναχοπαίδι ήμουνα. Λογικό να θεωρώ πως οι δυο γονείς μου  ήταν η αρχή και το τέλος του μικρού μου κόσμου.
Θεωρούσα… Όχι! Ένα μικρό παιδί δεν ξέρει από θεωρίες. Μόνο συναισθήματα κατανοεί… Προσπαθεί, πιο σωστά, να κατανοήσει.
Κι εκείνα τα δυο ποιήματα με σπρώχνανε προς κατανόηση αυτής της σχέσης που με έδενε με τον πατέρα και τη μητέρα του.
Το ένα ποίημα ήταν του Γεώργιου Ζαλοκώστα – ‘Ο βοριάς που τ΄ αρνάκια παγώνει’
Κι εκείνοι οι στίχοι του…
Το παιδί μου, γιατρέ, το παιδί μου...
Ένα το ΄χω, δεν μ΄ έμεινεν άλλο
σώσε μου το και πάρ΄ την ψυχή μου.
Α, πόσο με κάνανε από τη μια να τρέμω –μπορεί κι εγώ κάποια στιγμή να γίνω αυτό το άρρωστο παιδί;- κι από την άλλη με γαληνεύανε –η αγάπη της μητέρας ποτέ δε θα με εγκατέλειπε.
Κι έτσι μπορούσα να ανατριχιάζω καθώς αναλογιζόμουνα
Τι μεγάλο κακό να εμηνούσε
ο βοριάς που τ΄ αρνάκια παγώνει;
Αλλά ήταν μια ανατριχίλα τόσο τρυφερή… Δυο στίχοι.
Το άλλο ποίημα, πάλι για ένα αποχωρισμό μιλούσε.
Φυσά βοριάς, φυσά θρακιάς, γεννιέται μπόρα φοβερή!
με παίρνουν, μάννα, σα φτερό, σαν πεταλούδα τρυφερή,
και δεν μπορώ να κρατηθώ,
μάννα μην κλαις, θα ξαναρθώ.
Αλλά τώρα τον χωρισμό τον αντιστρατευότανε μια υπόσχεση – Μάννα, μην κλαις, θα ξαναρθώ!
Περάσανε πολλά χρόνια για να συνειδητοποιήσω πως ο ποιητής αυτού του ποιήματος ήταν ο Γεώργιος Βιζυηνός. Αυτός ο πλέον ιδιότυπος από τους έλληνες πεζογράφους, ο τρελός των Γραμμάτων μας είχε γράψει σε στίχο την απόφαση κάθε ανθρώπου που αναζητά την μόνιμη σύνδεση με το πρόσωπο που λατρεύει -… μην κλαις, θα ξαναρθώ!
Όταν πια μεγάλος διάβασα όλο το έργο του Βιζυηνού, με την αυθαιρεσία που διακρίνει κάθε αναγνώστη, αποφάσισα να συνδέσω αυτό το ποίημα με ένα του  διήγημα –Το μόνο της ζωής του ταξείδιον.
Γιατί άραγε; Ποια υπόγεια σύνδεση ανακάλυπτα ανάμεσα σε ένα ποίημα που μιλά για μια μάνα και ένα γιο και σε ένα διήγημα που στηρίζεται στη σχέση ενός παππού με το εγγόνι του;
Μερικά πράγματα τα αφήνεις να υπάρχουν  μέσα σε ένα υποκειμενικό μυστήριο και περιμένεις την ώρα που από μόνα τους θα αποφασίσουν να φωτιστούνε.
Έτσι έγινε και μετά από πολλά πλέον χρόνια (ας μην με υποχρεώσετε να τα μετρήσω) βρέθηκε ένα πρωινό να κάθομαι στο γραφείο μου και να ξεκινώ ένα καινούργιο βιβλίο που στηριζότανε στη σχέση ενός παιδιού κι ενός ηλικιωμένου.
Και αυτή η σχέση να αποκτά ανταύγειες από εκείνο… Το μόνο της ζωής του ταξείδιον!
Υπόγειες διαδρομές.
Το παιδί που κάποτε ήμουνα και που έτρεμε τον αποχωρισμό από τη μάνα του, τώρα είχε για τα καλά ανδρωθεί, πλησίαζε το τέρμα του δρόμου του και στρεφότανε προς το πλάσμα  που είχε ξεκινήσει να βαδίζει τον δικό του νέο δρόμο και ζητούσε να του προσφέρει την εμπειρία του δικού  του μοναδικού ταξιδιού.
Οι αναγνώσεις μου –παιδικές και ενήλικες- γινόντουσαν εμπειρίες ζωής. Και το συγγραφικό μου Εγώ, ήρθε η ώρα να καταθέσει τον σεβασμό προς τον συγγραφέα που τον είχε διαμορφώσει.
Ανατριχιάζω. Οι δικοί μου ήρωες -ο Μανόλο και ο Μανολίτο- συναντήθηκαν με τον Γιωργάκη και τον πάππο του.
Ανατριχιάζω. Το παιδί – αναγνώστης και ο ηλικιωμένος συγγραφέας συναντιόνται κάτω από την ίδια ευλογημένη προστασία ενός μεγάλου δημιουργού.
Ο Βοριάς δεν παγώνει πια τα αρνάκια. Ο Αποχωρισμός καταργήθηκε.
Η Λογοτεχνία για μια ακόμα φορά έκαμε το θαύμα της.




2.3.16

«Μανόλο, Μανολίτο και Μανουήλ» ή Όταν ο συγγραφέας συναντά το παιδί που ήταν κάποτε...

http://fractalart.gr/ergastiri-manos-kontoleon/ http://fractalart.gr/ergastiri-manos-kontoleon/

manouil
«Μανόλο, Μανολίτο και Μανουήλ», Εκδόσεις Πατάκη
Μικρός όταν ήμουνα υπήρχαν δυο ποιήματα που μου είχαν κεντρίσει ένα παράξενο συναίσθημα.
Κάτι ανάμεσα σε γαλήνη και φόβο. Αργότερα, πολύ αργότερα, θα συνειδητοποιούσα πως αυτό το απροσδόκητο μείγμα δυο τόσο αντιθετικών συναισθημάτων, μόνο η Τέχνη μπορεί να χαρίσει.
Ένα παιδί αισθάνεται πως ο κόσμος του όλος είναι το σπίτι του, οι γονείς του –ο πατέρας, η μητέρα του κυρίως. Η προστασία του πατέρα, η αγκαλιά της μάνας.
Εγώ μοναχοπαίδι ήμουνα. Λογικό να θεωρώ πως οι δυο γονείς μου  ήταν η αρχή και το τέλος του μικρού μου κόσμου.
Θεωρούσα… Όχι! Ένα μικρό παιδί δεν ξέρει από θεωρίες. Μόνο συναισθήματα κατανοεί… Προσπαθεί, πιο σωστά, να κατανοήσει.
Κι εκείνα τα δυο ποιήματα με σπρώχνανε προς κατανόηση αυτής της σχέσης που με έδενε με τον πατέρα και τη μητέρα του.
Το ένα ποίημα ήταν του Γεώργιου Ζαλοκώστα – ‘Ο βοριάς που τ΄ αρνάκια παγώνει’
Κι εκείνοι οι στίχοι του…
Το παιδί μου, γιατρέ, το παιδί μου…
Ένα το ΄χω, δεν μ΄ έμεινεν άλλο
σώσε μου το και πάρ΄ την ψυχή μου.
Α, πόσο με κάνανε από τη μια να τρέμω –μπορεί κι εγώ κάποια στιγμή να γίνω αυτό το άρρωστο παιδί;- κι από την άλλη με γαληνεύανε –η αγάπη της μητέρας ποτέ δε θα με εγκατέλειπε.
Κι έτσι μπορούσα να ανατριχιάζω καθώς αναλογιζόμουνα
Τι μεγάλο κακό να εμηνούσε
ο βοριάς που τ΄ αρνάκια παγώνει;
Αλλά ήταν μια ανατριχίλα τόσο τρυφερή… Δυο στίχοι.
Το άλλο ποίημα, πάλι για ένα αποχωρισμό μιλούσε.
Φυσά βοριάς, φυσά θρακιάς, γεννιέται μπόρα φοβερή!
με παίρνουν, μάννα, σα φτερό, σαν πεταλούδα τρυφερή,
και δεν μπορώ να κρατηθώ,
μάννα μην κλαις, θα ξαναρθώ.
Αλλά τώρα τον χωρισμό τον αντιστρατευότανε μια υπόσχεση – Μάννα, μην κλαις, θα ξαναρθώ!
Περάσανε πολλά χρόνια για να συνειδητοποιήσω πως ο ποιητής αυτού του ποιήματος ήταν ο Γεώργιος Βιζυηνός. Αυτός ο πλέον ιδιότυπος από τους έλληνες πεζογράφους, ο τρελός των Γραμμάτων μας είχε γράψει σε στίχο την απόφαση κάθε ανθρώπου που αναζητά την μόνιμη σύνδεση με το πρόσωπο που λατρεύει -… μην κλαις, θα ξαναρθώ!
Όταν πια μεγάλος διάβασα όλο το έργο του Βιζυηνού, με την αυθαιρεσία που διακρίνει κάθε αναγνώστη, αποφάσισα να συνδέσω αυτό το ποίημα με ένα του  διήγημα –Το μόνο της ζωής του ταξείδιον.
Γιατί άραγε; Ποια υπόγεια σύνδεση ανακάλυπτα ανάμεσα σε ένα ποίημα που μιλά για μια μάνα και ένα γιο και σε ένα διήγημα που στηρίζεται στη σχέση ενός παππού με το εγγόνι του;
Μερικά πράγματα τα αφήνεις να υπάρχουν  μέσα σε ένα υποκειμενικό μυστήριο και περιμένεις την ώρα που από μόνα τους θα αποφασίσουν να φωτιστούνε.
Έτσι έγινε και μετά από πολλά πλέον χρόνια (ας μην με υποχρεώσετε να τα μετρήσω) βρέθηκε ένα πρωινό να κάθομαι στο γραφείο μου και να ξεκινώ ένα καινούργιο βιβλίο που στηριζότανε στη σχέση ενός παιδιού κι ενός ηλικιωμένου.
Και αυτή η σχέση να αποκτά ανταύγειες από εκείνο… Το μόνο της ζωής του ταξείδιον!
Υπόγειες διαδρομές.
Το παιδί που κάποτε ήμουνα και που έτρεμε τον αποχωρισμό από τη μάνα του, τώρα είχε για τα καλά ανδρωθεί, πλησίαζε το τέρμα του δρόμου του και στρεφότανε προς το πλάσμα  που είχε ξεκινήσει να βαδίζει τον δικό του νέο δρόμο και ζητούσε να του προσφέρει την εμπειρία του δικού  του μοναδικού ταξιδιού.
Οι αναγνώσεις μου –παιδικές και ενήλικες- γινόντουσαν εμπειρίες ζωής. Και το συγγραφικό μου Εγώ, ήρθε η ώρα να καταθέσει τον σεβασμό προς τον συγγραφέα που τον είχε διαμορφώσει.
Ανατριχιάζω. Οι δικοί μου ήρωες -ο Μανόλο και ο Μανολίτο- συναντήθηκαν με τον Γιωργάκη και τον πάππο του.
Ανατριχιάζω. Το παιδί – αναγνώστης και ο ηλικιωμένος συγγραφέας συναντιόνται κάτω από την ίδια ευλογημένη προστασία ενός μεγάλου δημιουργού.
Ο Βοριάς δεν παγώνει πια τα αρνάκια. Ο Αποχωρισμός καταργήθηκε.
Η Λογοτεχνία για μια ακόμα φορά έκαμε το θαύμα της.

1.3.16

Ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης για το "Δάχτυλα πάνω στο σώμα της"




Παρουσίαση του μυθιστορήματος στο βιβλιοπωλείο "Επί Λέξει"
22  Φεβρουαρίου, 2015





Το καινούργιο μυθιστόρημα του Μάνου Κοντολέων είναι ένα χορταστικό βιβλίο 400 σελίδων χωρισμένο σε έξη μέρη που το κάθε ένα κοσμείται από ένα  στίχο της Σαπφούς. Ξεκινάει με μια καλοκαιρινή συνάντηση στο σήμερα -του βιβλίου- που τοποθετείται ένα δύο χρόνια πριν. Η Λία, συναντάει τυχαία την Στέλλα, μια συμμαθήτριά της από τα χρόνια του Λυκείου, ήταν τότε κολλητές. Η Στέλλα είναι ήδη παντρεμένη, έχει δίδυμα, πέρασαν οκτώ χρόνια από τότε, στο μεταξύ όλα έχουν αλλάξει και για τις δύο. Η συνάντηση αυτή γίνεται  αφορμή να ξετυλιχτούν οι σκέψεις της Λία παράλληλα με το παρόν της. Τώρα πια είναι μια οδοντίατρος και ετοιμάζει τη δική της δουλειά και χώρο. Ο Ορέστης, που θα επιμεληθεί το γιατρείο της, θα της προτείνει άμεσα να γίνει γυναίκα του.
         Όμως η Λία διστάζει να μιλήσει στην Στέλλα για αυτή την προοπτική. Εξ αρχής όλα λειτουργούν ανασταλτικά, αμφισβητήσιμα, σαν να περιμένει κάτι άλλο, κάτι που να την υποβοηθήσει στην τελική της απόφαση. Τώρα πια, που έχει χάσει και τον πατέρα της, ο οποίος ήταν ναυτιλιακός ασφαλιστής, μπορεί να προχωρήσει ένα βήμα πιο μπροστά, εκείνος πάντα στεκόταν σκιά και ενοχή στο κάθε της κίνηση. Μόνον η μάνα της απομένει για να μιλήσουν, θα ρθει η ώρα. Αργεί να αποφασίσει, μάνα της είναι, ακόμα την αφήνει να ακουμπάει τρυφερά πάνω της.
         Στο μυθιστόρημα ήδη διαγράφονται οι βασικοί του χαρακτήρες, η αφηγηματική ματιά παρακολουθεί από κοντά την Λία, το πρόσωπο, το σώμα, τα χέρια, τα δάκτυλά της, με μια εμμονή κινηματογραφική, σαν πλάνα από Αντονιόνι και Μπέργκμαν, που δεν βιάζονται να σαρώσουν την εικόνα αλλά στέκονται στις αδιόρατες λεπτομέρειες. Γιατί το εσωτερικό πάθος της ηρωίδας, η  επιθυμία της για τις γυναίκες, έρχεται πάντα σε αντίθεση με ένα εξωτερικό μηχανισμό που την αποτρέπει να εκδηλωθεί.
         Βέβαια η Λία το πάλεψε από πολύ νωρίς, ήδη φοιτήτρια στην Θεσσαλονίκη, έφυγε έχοντας τα ίχνη της Στέλλας πάνω της. Στην νέα της ζωή θα αναγκαστεί να συγκατοικήσει με την Ρίτα, επιλογή των πατεράδων και φίλων, έτσι όμως συμβαίνει στις καλές οικογένειες. Το τίμημα των σπουδών χωρίς να δουλεύεις, σημαίνει ακόμη επιπλέον οικονομική κηδεμονία της οικογένειας. Η Θεσσαλονίκη έχει την φήμη της ερωτικής πόλης, ή την ρετσινιά. Ή απλώς έχει την ομορφιά να απέχεις από το σπίτι σου.  Όπου υπάρχει πυρήνας ανεξαρτησίας και αυτογνωσίας εκεί θα ονοματίσεις και την δική σου πόλη. Φοιτητική ζωή σημαίνει απόσταση, ελευθερία, ανεξαρτησία κι ας είσαι με μια φοιτήτρια σαν την Ρίτα, κόρη τραπεζικού, που δεν σε αφορά.
         Η Λία θα το παλέψει στην αρχή με το διαδίκτυο, με πληροφορίες για λεσβιακές οργανώσεις και θεωρητικές αναλύσεις, θα κάνει ψεύτικο προφίλ ως  Coraly που τόσο θυμίζει και την Carol της Χάισμιθ. Θα αφυπνιστεί το σώμα της, με τα δικά της δάκτυλα, θα υγρανθεί από μνήμες και δάκρυα. O αγώνας της απεξάρτησης του οικογενειακού οιδιπόδειου θέλει πόνο και έπειτα αναγνώριση και αποδοχή.
         Εκεί στην οικοδομή όπου νοικιάζει, κοντά στην Εγνατία, η Λία, θα γνωρίσει την Γεωργία, ξενόφερτη από την Κρήτη και αποφασισμένη. Στην αρχή την φοβάται, αισθάνεται την απειλή του ισογείου όταν εισέρχεται στο κτίριο. Θα δοκιμάσει  μια ερωτική επαφή με τον Στάθη, φοιτητή από την επαρχία, αλλά η πρώτη τους φορά είναι στεγνή, ένας βουβός βιασμός, πονάει, κουράζεται.
         Είναι εξαιρετικά σημαντικό πόσο σωματοποιούνται τα συναισθήματα στην Λία, πόση διεργασία χρειάζεται κάθε φορά να αντιμετωπίσει τον καθένα. Αργεί να βγει από το σπίτι, στοχάζεται. Κι έτσι, αργότερα θα είναι πιο έτοιμη για να βρεθεί κάτω από την επιρροή της δυναμικής Γεωργίας, που είναι και ερασιτέχνης ρεμπέτισσα και  θυμίζει την Μπέλλου καθόλου τυχαία. Η Γεωργία είναι κτητική, επιβάλλεται. Σε μια αποκριάτικη έξοδο θα δοκιμαστούν και οι δύο, θα δεχτούν επίθεση από μια ομάδα αντρών, όταν θα τις δουν να φιλιούνται στο δρόμο.
         Η αρχή της τιμωρίας και της αμαρτίας; Η αιφνίδια αναχώρηση της Γεωργίας δεν θα αφήσει καλά σημάδια. Πού να στραφεί; Η οικογένεια κάθε φορά που τους επισκέπτεται επιδεινώνει την κατάστασή της. Δεν υπάρχει δίαυλος ανάμεσα στο πρέπει και στην επιθυμία και αυτή την επιθυμία είναι που επεξεργάζεται όλο και πιο σταθερά αλλά και οδυνηρά η Λία. Γι αυτό και η καταφυγή της στην πόλη των ευαίσθητων συγγραφέων, με αναφορές στον Ιωάννου, τον Χριστιανόπουλο και στον Ασλάνογλου καθόλου τυχαία. Θα αναζητήσει να μείνει μόνη, πιο χειραφετημένη, όπου η συγκάτοικος δεν θα παίζει τον ρόλο του άλλοθι και εμπόδιου. Ορισμένες στιγμές και πάλι θα παρακάμψει: ένας φοιτητής, ο Παύλος, θα είναι λιγότερο αντρικός, σπουδάζει δάσκαλος, διαβάζει Ιωάννου ΄ μαζί του άλλη μια δοκιμή, άλλη μια προσπάθεια. Τελικά ούτε αυτός, παρά τις καλές του προθέσεις, θα είναι η λύση. Τελικά μόνη της μπορεί και να το απολαμβάνει καλύτερα.
         Οι ερωτικές περιγραφές του βιβλίου, που δεν είναι και  λίγες, είτε με γυναίκες, είτε με άντρες είτε ιδιωτικές δεν είναι σοκαριστικές. Θέλω να πω εντάσσονται στο γενικότερο ύφος του βιβλίου και του χαρακτήρα της ηρωίδας του. Ταυτόχρονα λειτουργεί και το υπόγειο συγγραφικό ρεύμα, που επίσης προστατεύεται από κακοτοπιές ώστε να μην αφεθεί στην ερωτική επιδειξιομανία που τελικά είναι κάτι που μπορεί να γίνει πολύ πιο εύκολα.
         Η Λία ωριμάζει όσο περνάει ο καιρός, η αρρώστια του πατέρα της την ταρακουνάει, αναλογίζεται τις έννοιες του κοινωνικού φύλου, των ταυτοτήτων, δεν τολμάει όμως να παρακολουθήσει ανοιχτά συνέδρια για τα δικαιώματα των λεσβιών κλπ που οργανώνονται στην πόλη. Πρέπει πρώτα να εξέλθει του δικού της εγκλωβισμένου σώματος και μετά να ανοίξει διάλογο ως συνειδητή λεσβία πολίτης.
         Οι καιροί ευνοούν τους επαναπροσδιορισμούς των ταυτοτήτων και των κοινωνικών ομάδων. Η αριστερά προσέρχεται στην εξουσία με άλλη γλώσσα, τουλάχιστον όπως προαναγγέλλεται. Στην Αθήνα αναταραχές, μέσα τις επίσης. Κοινωνικά και προσωπικά βρίσκεται σε σύγκρουση. Αποφασίζει να χωρίσει τον Παύλο. Ας μείνει μόνη, ωσότου αποφασίσει να αποτολμήσει το μεγάλο βήμα.
          Κάθε γνωριμία της Λία είναι μια ευκαιρία να επανατοποθετηθεί. Ακόμη και η κόρη της μεγαλύτερης φίλης της Αύρας, η Όλγα, ένα κορίτσι που δεν θα μεγαλώσει ποτέ διανοητικά. Η Λία αντικρίζει κι εδώ μιαν ακόμη ασχημάτιστη γυναίκα που ασυνείδητα διεκδικεί την επιθυμία της -αυθόρμητα βιολογικά- και όχι μέσα από την  κοινωνική ανατροφή και επιβολή κανόνων.
         Ο καιρός περνά, η Λία τελειώνει τις σπουδές και ενοχικά δοκιμάζει τον έρωτα άλλοτε με την Λήδα, που είναι από γνώριμο περιβάλλον και άλλοτε-ίσως για μια φορά- με μια κοπέλα που γνωρίζονται στο δρόμο. Είναι το διάστημα που φθίνει ο πατέρας της και υποβάλλεται σε θεραπεία. Ακόμη κι αυτό δίνει λαβή στην κόρη να αντιμετωπίσει την επιβολή και την απώλεια του πατέρα μέσα από τις δικές της ρήξεις.
         Θα ολοκληρώσει τις σπουδές της και θα γυρίσει πραγματικά μια νέα επιτυχημένη γυναίκα στην Αθήνα. Με πτυχίο αναγνωρισμένο αλλά όχι ακόμη αναγνωρίσιμη ταυτότητα.
         Ο αρχιτέκτονας Ορέστης θα μπει στη ζωή της άμεσα αφού επιβλέπει τον επαγγελματικό της χώρο, ανάθεση του πατέρα της που ακόμη και μέσα από το νοσοκομείο επιβλέπει. Ο Ορέστης, η Αθήνα, η μισοδιαλυμένη οικογένεια, η ιδιότητα της οδοντιάτρου μπορεί και να την πείθουν να ξεχνάει την περίοδο της Θεσσαλονίκης και ότι μπορεί να ξεκινήσει κι εδώ από την αρχή, μαζί με τον Ορέστη ίσως. Ο Ορέστης είναι έτοιμος για γάμο. Ο έρωτας μαζί του είναι έντονος αλλά δεν την αφήνει καμία ικανοποίηση ούτε καν υποκατάστατο καθώς δοκιμάζει πάνω της τη δική της ενεργητικότητα.
         Πάνω στο ξέσπασμα της κρίσης παντρεύονται και ανοίγει το γιατρείο. Όμως η γνωριμία της Λία με μια ομάδα φεμινιστριών της ξαναδίνει θεωρητικά και συναισθηματικά εφόδια για να επαναπροσδιορίσει την στάση της. Της λέει η μεγαλύτερή της, η Άλκη: “Μέχρι πότε θα προσπαθείς να θολώνεις τα στοιχεία της ταυτότητάς σου;”  Η Λία αντικαθιστά τις φωτογραφίες που διακοσμούν τους τοίχους της με σταρ του Χόλιγουντ με εκείνες, τις αντιεμπορικές των γυναικών της Μεσογείου. Αυτές είναι οι αληθινές γυναίκες του κόσμου και της γεωγραφικής επικράτειας όπου ζει και αναπνέει. Η Άλκη ζει στην Μασσαλία, φεύγοντας θα αφήσει έντονα αποτυπώματα στην ψυχή και στο κορμί της Λίας.
         Η Λία είναι μόνον εικοσιπέντε χρονών, τώρα πια δεν την ενδιαφέρει η καριέρα μιας μεγαλογιατρού αλλά να προσέρχεται σε ένα οδοντιατρείο όπου θα επιτελεί περισσότερο κοινωνική εργασία. Κοινωνικά και ερωτικά προχωράει μαζί τις αποφάσεις της. Το ανακοινώνει στην μάνα της κι ας ξέρει ότι την κλονίζει κυριολεκτικά. Και μετά έρχεται η στιγμή του Ορέστη, μια καθόλου καλή στιγμή για εκείνον. Η Λία πια μπορεί να ταξιδέψει ελεύθερα και προσδιορίσει την απελευθερωμένη της πια εκδοχή, της νέας γυναίκας που αυτή επιθυμεί να είναι.

         Το μυθιστόρημα του Μάνου έχει μέτρο και ρυθμό, γλωσσικά είναι ένα κείμενο καθαρά διατυπωμένο, αφηγηματικά απολαυστικό παρά την στέρηση της αληθινής απόλαυσης που διακατέχει την ηρωίδα του στο μεγαλύτερο μέρος.
         Έχει πολύ υλικό, ένα μωσαϊκό χαρακτήρων της εποχής μας, της μεσαίας θα έλεγα κυρίως τάξης και των νοοτροπιών της. Είναι ο αγώνας μιας νέας γυναίκας στην μεταμοντέρνα εποχή μας να αυτοπροσδιοριστεί -ας μην μας ξενίζει αυτό. Η ελληνική πραγματικότητα, κοινωνία και θεσμοί μαζί, έχουν ριζώσει μαζί με δεκάδες προκαταλήψεις στο νεότερο κράτος μας. Η ελληνική κοινωνία είναι κατά βάθος συντηρητική, φοβική και η οικογένεια παραμένει πολλές φορές ασφυκτική  στην ανατροφή των παιδιών. Να γιατί η Λία πρέπει να δώσει τόσες μικρές μάχες, να κάνει το προσωπικό της οδοιπορικό δοκιμάζοντας εμπειρίες και ταυτότητες.
         Γι αυτό και είναι ένας χαρακτήρας που αφορά κάθε έναν που δίνει μια μικρή προσωπική μάχη για την διεκδίκηση της κοινωνικής και ερωτικής του ταυτότητας ώστε η μία να μην εμποδίζει την άλλη. Από την άποψη αυτή το βιβλίο δεν είναι μόνον κοινωνικό ή πολιτικό αλλά ενέχει μια παλιά όμορφη ιδιότητα της λογοτεχνίας: βοηθάει προτείνοντας την ελευθερία του ατόμου και του ερωτικού ένστικτου χωρίς να εκφοβίζει και να αποπλανεί. 

Και ακόμα στο: http://www.elculture.gr/blog/article/%CE%B4%CE%AC%CF%87%CF%84%CF%85%CE%BB%CE%B1-%CF%80%CE%AC%CE%BD%CF%89-%CF%83%CF%84%CE%BF-%CF%83%CF%8E%CE%BC%CE%B1-%CF%84%CE%B7%CF%82/

18.2.16

"Δάχτυλα πάνω στο σώμα της" H Έλενα Μαρούτσου παρουσιάζει το μυθιστόρημα στο βιβλιοπωλείο «Ο σπόρος» στην Κηφισιά (3/2/2016)

«Δάχτυλα πάνω στο σώμα της» -η Έλενα Μαρούτσου παρουσιάζει το μυθιστόρημα στο βιβλιοπωλείο «Ο σπόρος» στην Κηφισιά (3/2/2016)

Το μεγάλο στοίχημα που βάζει ο Μάνος Κοντολέων σε αυτό το βιβλίο- και πιστεύω πως το κερδίζει- είναι να πει απλά μια ιστορία πολύπλοκη.
Η πολύχρονη περιπλάνησή του στα μονοπάτια του παραμυθιού τον έχει οπλίσει με αυτήν ακριβώς τη δεξιότητα: να  οδηγεί τη βάρκα της αφήγησης βυθίζοντας απαλά τα κουπιά του  στο νερό, ενώ το ποτάμι κρύβει από κάτω βράχια και δίνες και ρουφήχτρες. Με μια παρόμοια εικόνα ξεκινάει άλλωστε ένα από τα πιο αγαπημένα, παράξενα, μαγικά παραμύθια του προπερασμένου αιώνα: η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων. Εκεί λαμνοκόπος ήταν ο Λιούς Κάρολ και μέσα στη βάρκα τρία κοριτσάκια του ζητούσαν να τους πει μια ιστορία. Μια ιστορία περιπλάνησης και ενηλικίωσης.
Μια ιστορία περιπλάνησης και ενηλικίωσης έχει να μας πει και ο δικός μας λαμνοκόπος, ο Μάνος Κοντολέων, κι εδώ το κορίτσι ονομάζεται Λία. Έτσι γράφει τουλάχιστον η ταυτότητά της. Η ταυτότητα δηλαδή με τα χαρακτηριστικά που της έχουν δοθεί από γονείς και Πολιτεία.  Είναι τελικά όμως αυτό η ταυτότητα ενός ανθρώπου; Διαμορφώνεται εξολοκλήρου από το περιβάλλον ή πλάθεται και ζυμώνεται κατά τη βούληση του κατόχου ή μάλλον της κατόχου της; Ο συγγραφέας δεν είναι ούτε φιλόσοφος ούτε κοινωνικός αναλυτής. Δε μιλάει με θεωρίες. Μιλάει με ιστορίες. Όμως τα ερωτήματα, πιεστικά, καυτά, ζωντανά είναι υπόγεια ρεύματα που οδηγούν και τραμπαλίζουν τη βάρκα της αφήγησης κάνοντας το ταξίδι της ανάγνωσης μια πραγματική περιπέτεια.
Πώς αρχίζει λοιπόν η περιπέτεια αυτού του αναγνωστικού ταξιδιού; Ξεκινάει με μια συνάντηση. Η Λία, καιρό πια ενήλικη, με το κλειδί του νέου της οδοντιατρείου στην τσέπη (ένα οδοντιατρείο που έχουν φροντίσει να αποκτήσει από τη μια ο άρτι αφιχθείς σύζυγος και από την άλλη ο άρτι εκλιπών πατέρας) συναντάει στο δρόμο τη Στέλλα, μια παλιά της συμμαθήτρια. Η συνάντηση αυτή γίνεται η τρύπα μέσα στην οποία θα μπει, όπως η Αλίκη στο γνωστό παραμύθι, κυνηγώντας μια παλιά ανάμνηση. Η τρύπα αυτή θα οδηγήσει τη Λία στο παρελθόν. Θα ακολουθήσει , λοιπόν, το τούνελ των σημαντικών σταθμών της ζωής της ψηλαφώντας στιγμές και πρόσωπα που χαράχτηκαν πάνω της. Δάχτυλα που άφησαν ανεξίτηλο το σημάδι τους στο σώμα της.
Τα δάχτυλα αυτά έχουν ποικίλη προέλευση. Είναι τα καθοδηγητικά δάχτυλα του πατέρα που ωθούν με  αρκετή πυγμή την κόρη προς την κατεύθυνση που αυτός θέλει, τόσο ως προς τις σπουδές και το επάγγελμα αλλά και ως προς την επιλογή συντρόφου μια που τον μετέπειτα σύζυγο ο πατέρας της τον έχει διαλέξει. Είναι τα δάχτυλα της μητέρας, πιο διακριτικά, πιο φοβισμένα αλλά όχι λιγότερο αποτελεσματικά ως προς την καθήλωση της κόρης σε δοκιμασμένα παραδοσιακά σχήματα ζωής και αγάπης.
Μετά έρχονται τα άλλα δάχτυλα, τα εκμαυλιστικά. Όταν η Λία πάει στη Θεσσαλονίκη να σπουδάσει οδοντίατρος συγκατοικεί με μία κοπέλα με την οποία δένεται συναισθηματικά καθώς είναι το πρώτο πρόσωπο με το οποίο συζεί εκτός οικογένειάς. Και είναι αυτό το πρόσωπο που με τις γνωριμίες  της και τον τρόπο ζωής της θα την οδηγήσει στους πρώτους ερωτικούς πειραματισμούς με αγόρια. Η πρώτη της ερωτική επαφή, σύντομη, μεθυσμένη, συγκεντρωμένη στην αντρική επιθυμία και ολοκλήρωση την αφήνει με ένα αίσθημα ανολοκλήρωτου. Είναι η πρώτη φορά που η Λία δοκιμάζει την ετεροφυλική της ταυτότητα σαν να προβάρει ένα ρούχο στον καθρέφτη. Ο καθρέφτης ραγίζει.  Μέσα από αυτήν τη ρωγμή θα παρουσιαστεί η πρώτη γυναίκα στη ζωή της Λίας. Η πρώτη με την οποία θα συνάψει ολοκληρωμένες ερωτικές σχέσεις.
Δεν έχω σκοπό να σας αποκαλύψω όλα τα δάχτυλα, όλα τα σώματα και τις ψυχές που θα σημαδέψουν τη Λία. Άλλωστε οι περιπέτειες της ηρωίδας, οι ανατροπές, οι αλλαγές πορείας που προκαλεί ο συγγραφέας με το στρίψιμο του τιμονιού καθώς επιδέξια βάζει την ηρωίδα πότε να πλέει με το ρεύμα και πότε κόντρα σε αυτό, αποτελούν τα μυστικά συστατικά της αναγνωστικής απόλαυσης που δεν έχω σκοπό να σας στερήσω.
Θέλω μόνο να σας προετοιμάσω για το εξής: το μυθιστόρημα αυτό δε χαρίζεται σε στερεότυπα. Για παράδειγμα: η Λία δεν επιλέγει τη γυναικεία ερωτική συντροφιά σπρωγμένη από κάποια τραυματική οικογενειακή ή άλλης φύσεως εμπειρία. Ο συγγραφέας πολύ σοφά παρουσιάζει την ερωτική και σεξουαλική ταυτότητα της ηρωίδας του να έχει εν μέρει τη ρίζα της βαθιά στα κύτταρα του σώματός της αλλά και εν μέρει να την υφαίνει η ίδια κατά τη διάρκεια της μακράς περιπλάνησής της στον έξω και τον μέσα κόσμο.
Η συζήτηση για την ομοφυλοφιλία, φιλοσοφική στο βάθος της αλλά και βαθιά κοινωνική, καθώς αντανακλά τις αντιλήψεις κάθε εποχής και κοινωνίας, γνωρίζουμε καλά πως δεν προσφέρει έτοιμες απαντήσεις. Κάθε δογματισμός σε αυτή την περίπτωση μοιάζει άτοπος. Έτσι και ο συγγραφέας σοφά πράττοντας δεν βάζει στο κέντρο της αφήγησής του μια ήδη διαμορφωμένη και παγιωμένη άποψη σχετικά με το αν μια γυναίκα γεννιέται ή γίνεται ομοφυλόφιλη, Μοιάζει περισσότερο να το διερευνά καθώς χτίζει την πλοκή του , σα ν α σκύβει με σεβασμό στη Λία και τη ζωή της προσπαθώντας κι ο ίδιος να καταλάβει την ίδια ώρα που μας βάζει κι εμάς σε αυτή τη θέση παρατήρησης και κατανόησης.
Προσωπικά αυτό ήταν που θαύμασα και απόλαυσα πιο πολύ σε αυτό το βιβλίο: πως δηλαδή συγγραφέας – ηρωίδα- κι αναγνώστης μπαίνουν στην ίδια βάρκα και πότε λικνίζονται, πότε ταρακουνιούνται, πότε κινδυνεύουν από κοινού σε αυτό το ταξίδι ανακάλυψης της ταυτότητας, σε αυτήν την περιπέτεια ενηλικίωσης που οδηγεί εν τέλει στο λιμάνι της αυτογνωσίας.
Ο συγγραφέας έχει διαλέξει ένα ευαίσθητο θέμα και το έχει χειριστεί με ανάλογη ευαισθησία. Τα δάχτυλα του έχουν αγγίξει την ηρωίδα όχι για να προκαλέσουν την προσοχή, να ερεθίσουν τη φαντασία ή να την προσφέρουν βορά σε καταδίκες ή εγκώμια. Με την ίδια διάθεση προσκαλεί και τον αναγνώστη, πιστεύω, ν΄ αγγίξει τις σελίδες αυτού του βιβλίου. Με ευαισθησία και προσοχή, όπως όταν αγγίζει κανείς ένα πολύ λεπτοκαμωμένο ύφασμα. Γιατί, κακά τα ψέματα, το ύφασμα απ΄ όπου έχει κοπεί ο καθένας μας είναι κοινό. Κοινή η ανθρώπινη φύση. Διαφορετικέ ς μόνο οι κοψιές. Γι αυτό και το διάβασμα, σκέφτομαι, όχι μόνο μας ασκεί στην ανοχή της διαφορετικότητας, αλλά μας μαθαίνει, μέσα στα διαφορετικά είδωλα να αναγνωρίσουμε τον εαυτό  μας, τα πολλά του πρόσωπα.

Ευχαριστώ τον συγγραφέα που κράτησε για λίγο τον καθρέφτη του βιβλίου του μπροστά μου. Το είδωλο που αντίκρισα με έκανε σοφότερη, πλουσιότερη, πιο ανθρώπινη.

13.2.16

Οι αραχτοί



Michele Serra
«Οι αραχτοί»
Μετάφραση: Δήμητρα Δότση
Εκδόσεις Ίκαρος


Γνωστός –μας πληροφορεί το βιογραφικό σημείωμα στο αυτί του βιβλίου- δημοσιογράφος, συγγραφέας και σατυρικός σχολιαστής της επικαιρότητας ο ιταλός Μικέλε Σέρα (στην Ελλάδα έχει πριν αρκετά χρόνια κυκλοφορήσει ένα ακόμα βιβλίο του).
Γεννημένος το 1954 ανήκει στη γενιά που ετοιμάζεται να αφήσει τη θέση της όποιας εξουσίας κατέχει σε όσους ηλικιακά ακολουθούν.
Της όποιας εξουσίας; Ακόμα κι αυτής του γονιού και πιο συγκεκριμένα του πατέρα;
Πάνω σε αυτόν το άξονα στηρίζεται τούτο το απρόσμενα ελκυστικό μυθιστόρημα.
Και το χαρακτηρίζω απρόσμενα ελκυστικό γιατί δεν είναι η πλοκή που σου εξάπτει το αναγνωστικό ενδιαφέρον, μήτε η πολυπλοκότητα των κεντρικών χαρακτήρων.
Στο μυθιστόρημα αυτό περιγράφεται η πορεία ενηλικίωσης ενός νέου και η αποδοχή του γήρατος ενός ηλικιωμένου.
Ο αφηγητής –ένας πενηντάρης αριστερός- προσπαθεί να καταλάβει τον δεκαεπτάχρονο γιο του. Να κατανοήσει ένα άτομο που είναι … τελειομανής της ολιγωρίας.
Την ίδια στιγμή γράφει και ένα μυθιστόρημα φαντασίας με τίτλο «Ο Μεγάλος Ύστατος Πόλεμος» όπου εξιστορείται μια σύγκρουση ανάμεσα στους ηλικιωμένους και τους νέους και η οποία συμβαίνει περί το 2050..
Στην ουσία ο μεσήλικας γονιός - αφηγητής προσπαθεί να συνεχίσει αυτό που  γενιές γενεών πιο πριν είχαν κάνει… Ή ο ίδιος πιστεύει πως έτσι είχε συμβεί.
Ο νέος να βαδίζει στα αχνάρια του γέρου, το μέλλον να συνεχίζει το παρελθόν – Η φροντίδα του κόσμου είναι μια συνήθεια που την κληρονομείς.
Αλλά ο γιος δεν δείχνει να ασπάζεται τι ίδιες απόψεις. Είπαμε - τελειομανής της ολιγωρίας.
Το πατρικό ενδιαφέρον αποκτά διαστάσεις υπαρξιακές. Ο αυτοελεγχόμενος στοχαστής αυτομαστιγώνεται –ως μια σχιζοφρενική καρικατούρα της εξουσίας χαρακτηρίζει τον εαυτό του.
Αλλά παράλληλα το ίδιο αυτό πρόσωπο λειτουργεί και ως συγγραφέας –που σημαίνει παρατηρητής. Κι έτσι στο μυθιστόρημα που γράφει, το alter ego του θα αναγνωρίσει τον διάδοχό του και μάλιστα με την δική του έκφραση και δυναμική γιατί …όταν η μια γενιά διαδέχεται την άλλη, το στίγμα κάθε ανθρώπου φθίνει, σα μια σταγόνα που διαχέεται σιγά σιγά μέχρι να εξαφανιστεί.
Πλήρης, λοιπόν, υποχώρηση του μεγάλου μπροστά στον μικρό;
Ναι, μα αυτή η πορεία προς την αναγνώριση της ιδιαιτερότητας του άλλου, προσφέρει στον νέο την ασφάλεια να αποδεχτεί τη σχέση που ίσως καταπίεζε, μα παράλληλα και προστάτευε και χάιδευε.
Ο γιος θα αποδεχτεί την πρόσκληση του πατέρα να κάνουν την πολύωρη ανάβαση προς την κορυφή ενός βουνού. Για τον πατέρα υπήρξε κάποτε αυτή η πεζοπορία, πορεία προς την προσωπική του συνειδητοποίηση. Ο γιος, πλέον, θα δεχτεί να την κάνουν κι οι δυο μαζί. Αλλά κρατώντας τον δικό του ρυθμό και με τα δικά του εφόδια.
Κι όταν πια θα είναι αυτός που πρώτος θα φθάνει στην κορυφή θα μπορέσει να φωνάξει Εδώ είμαι, μπαμπά!
Και ο πατέρας απαντά Περίμενέ με!
Μια ειλικρινής καταγραφή εδραίωσης μιας σχέσης και περιγραφής του δρόμου της ζωής που όσο κι αν ανακυκλώνεται, εν τέλει προχωρεί. Να τι είναι τούτο το κείμενο.
Που νομίζω πως με το δικό του τρόπο πείθει πως είναι ένα μυθιστόρημα διαφορετικό από τα άλλα, μια εξιστόρηση της  ανθρώπινης αγωνίας του Εγώ μέχρι να αποδεχτεί την τρυφερότητα του Εμείς.
Καθώς η γραφή του Σέρα άλλοτε φλερτάρει με τη δοκιμιακή καταγραφή του στοχαστή κι άλλοτε με το σαρκασμό του παρατηρητή, η μεταγραφή της σε μια άλλη γλώσσα δεν πρέπει να ήταν και τόσο εύκολη υπόθεση. Η μετάφραση της Δήμητρας Δότση κράτησε και στα ελληνικά όλα τα ενδιαφέροντα χαρακτηριστικά που πρέπει να υπήρχαν στο αρχικό κείμενο.


8.2.16

Ξανά






Μάκης Τσίτας
«Ξανά»
Εικόνες: Λίλα Καλογερή
Εκδόσεις Πατάκη

                                                              
Μια βασική άποψη που υποστηρίζω σχετικά με τη λογοτεχνία είναι πως δεν θα πρέπει εκδοτικά να περιορίζεται με χαρακτηρισμούς όπως «για παιδιά» ή «για νέους» κλπ
Πιστεύω, με άλλα λόγια, πως δεν είναι το κείμενο / βιβλίο που θα πρέπει να πλησιάζει τον αναγνώστη του επιλέγοντας τον με βάση την ηλικία του, αλλά αντίθετα ο κάθε αναγνώστης και ανάλογα με τις δικές του αναγνωστικές προτιμήσεις / ενδιαφέροντα / δυνατότητες, είναι εκείνος που θα πηγαίνει προς αυτό.
Μια τέτοια  σκέψη ασφαλώς και λαμβάνει υπ΄ όψιν της και τον τρόπο διατύπωσης των διαφόρων νοημάτων, αλλά και τη γενικότερη εκδοτική μορφή του έργου. Όπως, επίσης, επιμένει πως θα πρέπει ο αναγνώστης να έχει καλλιεργημένη την τάση του να χαίρεται το διάβασμα χωρίς προκαταλήψεις ειδών  και μορφής.
Ας σκεφτούμε, για παράδειγμα, την κλασική περίπτωση του «Μικρού Πρίγκιπα», αλλά και των παραμυθιών του Όσκαρ Ουάιλντ.
Και αν αυτή η άποψη έτσι αντιμετωπίζει το κείμενο, για τους ίδιους λόγους κάτι παρόμοιο δέχεται σχετικά με τη μορφή του βιβλίου.
Το εικονογραφημένο βιβλίο στην Ελλάδα -και κυρίως τα τελευταία χρόνια- έχει βρει δρόμους υλοποίησης που το μετατρέπουν σε αντικείμενο ύψιστης αισθητικής.
Από την εποχή της μεταπολίτευσης ακόμα, με εικόνες όπως αυτές της Βάσως Ψαράκη, της Σοφίας Ζαραμπούκα, της Διατσέντας Παρίση –για να θυμηθώ τρεις μόνο από τους πολλούς εικονογράφους που φέρανε νέο αίμα στην εικονογράφηση- μέχρι σήμερα που υπάρχουν πάμπολλοι εικονογράφοι με σημαντικές ειδικές σπουδές και γνήσιο ταλέντο, το είδος αυτό του βιβλίου έχει αναπτυχθεί.
Αλλά όσο κι αν υπάρχουν τόσα πολλά όμορφα εικονογραφημένα βιβλία, το αναγνωστικό κοινό τα θεωρεί πως απευθύνονται κυρίως σε αναγνώστες μικρής, πολύ μικρής ηλικίας.
Αυτή η τάση έχει επιβάλει και μια ελάχιστη παρουσία στην αγορά εικονογραφημένων βιβλίων που το κείμενό τους, χωρίς να απαξιώνει την επαφή του με ένα μικρό παιδί, στην ουσία επιδιώκει να συνομιλήσει με -ή και με-  έναν ενήλικο.
Ίσως, εκεί γύρω στην τελευταία δεκαετία του 20ου αιώνα, να κυκλοφόρησαν, σε μικρό σχήμα, κάποια εικονογραφημένα βιβλία που, με τα ερωτικού κυρίως περιεχομένου κείμενα τους, προσφέρονταν ως δώρα μεταξύ ερωτευμένων.
Μα να που σήμερα έχει βρει τη θέση του στα βιβλιοπωλεία μας ένα βιβλίο που αν και μεγάλου μεγέθους, αν και εικονογραφημένο και με λίγο κείμενο, εντούτοις καταφέρνει πρώτιστα να απευθυνθεί σε ενήλικο αναγνώστη, μα και επίσης σε ανήλικο.
Το «Ξανά» του Μάκη Τσίτα, με εικόνες της Λίλας Καλογερή, μπορεί να αγαπηθεί από ένα παιδί για το παιχνιδιάρικο ήρωά του, αλλά στην ουσία δίνει αφορμή σε κάποιον ενήλικο να ξαναδεί την καθημερινότητά του με μια άλλη ματιά.
Να χαρεί γιατί θα πιστέψει πως η χαρά θα ξαναέρθει, να ηρεμήσει γιατί θα σιγουρευτεί πως η αγάπη του θα ξαναγυρίσει, να ελπίσει γιατί θα αποδεχτεί το γεγονός πως ο ήλιος θα ανατείλει ξανά.
Ο Μάκης Τσίτας ονειρεύτηκε αυτό το Ξανά να αποκτά μια δική του αυτόνομη λες οντότητα και στη συνέχεια το άφησε να κυκλοφορεί ανάμεσά μας. Και να μας κάνει να δούμε κι εμείς τα δικά μας Ξανά… Στην ουσία να επιτρέψουμε στην πιο απλή, μα και πλέον ουσιαστική, ευχή να γίνει καθημερινός μας σύντροφος.
Γιατί το Ξανά μπορεί να είναι ένα  ‘Θα τα πούμε’, ένα ‘Αύριο πάλι’, ένα ‘Και του χρόνου’.
Η Λίλα Καλογερή πήρε από πίσω, λες, το Ξανά του Τσίτα και το ζωντάνεψε με χιούμορ, απλότητα, τρυφερότητα.
Ένα βιβλίο εικονογραφημένο για αναγνώστες κάθε ηλικίας. Μακάρι να χαρούμε γρήγορα και άλλους … ομοϊδεάτες του. Ξανά… κι άλλες τέτοιες δίχως ηλικιακούς διαχωρισμούς εκδοτικές προτάσεις.


Πρώτη δημοσίευση:
http://www.bookia.gr/index.php?action=Suggestions&book=205584