19.10.16

Αμαρτωλή Πόλη - Κρίση αξιών

Αποτέλεσμα εικόνας για Κοντολέων Τσακάλου
Συνέντευξη στην Γιούλη Τσακάλου, ΒΙΒΛΙΟ-ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ-ΚΡΙΤΙΚΕΣ!!




Όταν στέκομαι μπροστά σε μια βιτρίνα ενός βιβλιοπωλείου την πρώτη ματιά μου την "κλέβουν" τα εξώφυλλα των βιβλίων.
Αν ο τίτλος του μου δημιουργεί κάποια εντύπωση τότε συνήθως μπαίνω στο βιβλιοπωλείο και το ζητώ.
Αν όμως ο Συγγραφέας είναι ο κύριος Μάνος Κοντολέων, τότε μέχρι να πάω στο ταμείο του βιβλιοπωλείου έχω ήδη ξεφυλλίσει το μισό, και έχω ρίξει άπειρες κλεφτές ματιές.



-«Αμαρτωλή Πόλη» ο τίτλος του νέου σας βιβλίου σαν αστραπή φέρνει στο μυαλό μου την Αθήνα του σήμερα τυχαία; Δεν νομίζω! θέλετε να μας μιλήσετε λίγο γι αυτό;
* Πρόκειται  για ένα μυθιστόρημα που αναφέρεται στο πως αντιδρούν κάποια πρόσωπα –η ηρωίδα του έργου και τρία, τέσσερα ακόμα κεντρικά πρόσωπα της υπόθεσης- μέσα σε μια μακρόχρονη οικονομική κρίση.
Αυτό που θέλω να δείξω είναι πως η οικονομική κρίση έχει μετατραπεί σε κρίση αξιών. Κι έτσι τα άτομα πράττουν ως άτομα αμαρτωλά, αλλά στην ουσία δεν είναι τόσα αυτά που αμαρτάνουν, όσο η ίδια η Πόλη      (εδώ με την αρχαία έννοια της –ως μορφή πολιτικής και κοινωνικής οργάνωσης) που αφήνει απροστάτευτους εκείνους που την έχουν εμπιστευθεί.
Με αυτήν, λοιπόν, την έννοια θα έλεγα πως πολύ σωστά πήγε ο νους σας στην Αθήνα. Άσχετα αν μέσα σε όλο το έργο μήτε μια φορά δεν γίνεται χρήση του όνοματός της, ούτε και κάποιο συγκεκριμένο σημείο της αναφέρεται έτσι όπως όλοι μας τυχόν το ξέρουμε.

- Συνήθως οι Συγγραφείς ξεκινούν να γράφουν έχοντας  κάποια εμπειρία που ήθελαν να μοιραστούν και που τους ακολουθεί. Εσείς είχατε κάποιο θέμα που τριγύριζε στο μυαλό σας και δεν θα ησυχάζατε εάν δεν είχατε διέξοδο την πένα και έτσι γράψατε το πρώτο σας βιβλίο?
* Η «Αμαρτωλή Πόλη» πρέπει να είναι ο εβδομηκοστός τίτλος που κυκλοφορεί με το όνομα μου. Και θα έχετε καταλάβει πως γράφτηκε για να κατανοήσω εγώ πρώτος το τι ακριβώς έχει συμβεί στην πόλη μου, στους συνανθρώπους μου, στους φίλους και δικούς μου, στον ίδιο μου τον εαυτό. Για τους ίδιους ακριβώς λόγους είχα γράψει και το πρώτο μου βιβλίο. Το παραμύθι «Ο Φωκίων ήταν ελάφι» που μιλούσε για την δικτατορία και το Πολυτεχνείο. Θέλοντας εγώ να κατανοήσω το πλάτος και το βάθος αυτών που συμβαίνουν, καταφεύγω στην μυθοπλασία. Και –τώρα το σκέφτομαι- όπως τότε, έτσι και τώρα αυτό που στοιχειώνει όχι μόνο τα δυο τούτα βιβλία μου, αλλά και όλο μου το έργο, είναι η ανάγκη μου να καταθέσω μια προτροπή επαφής, μια πρόταση επικοινωνίας.

-Ναι γνωρίζω πως έχετε γράψει πάρα πολλά βιβλία, αν θυμάμαι  καλά οταν προσπάθησα να τα μετρήσω δεν τα κατάφερα  ... και έχω την αίσθηση πως σας ενδιαφέρουν θέματα "ποικίλα".  Αλήθεια ποιες ιστορίες κεντρίζουν το ενδιαφέρον σας ; Ομολογώ δε πως μου φαντάζει εξαιρετικά δύσκολο να πραγματεύεται ένας Συγγραφέας γεγονότα που δεν τα έζησε και είναι άξιο θαυμασμού όταν, όπως εσείς μπορεί να τα καταγράψει χωρίς να πελαγοδρομεί η να φανεί αναξιόπιστος.
* Θεωρώ πως δεν είναι καθόλου απαραίτητο  για ένα συγγραφέα να  γράφει μόνο όσα ό ίδιος έχει ζήσει. Αν ίσχυε κάτι τέτοιο, τότε ο Σαίξπηρ θα ήταν δολοφόνος όπως ο ήρωάς του ο Μάκμπεθ, ο Παπαδιαμάντης θα είχε σκοτώσει μικρά κορίτσια όπως η ηρωίδα του  η Φόνισσα και ο Τολστόι θα είχε στενή σχέση με μια γυναίκα που αυτοκτόνησε από έρωτα όπως η Άννα Καρένινα. Κατά τη γνώμη μου ο συγγραφέας ενεργοποιείται από την παρατήρηση. Παρατηρεί, βλέπει, αισθάνεται και διαισθάνεται και τελικά προσπαθεί να κάνει δικιά του την εμπειρία του άλλου. Να την κάνει δικιά του την ίδια ώρα όμως που μένει και μακριά της ώστε να την βλέπει και με την αντικειμενικότητα του αναλυτή. Ασφαλώς και αυτή η διαδικασία είναι πολύ δύσκολη, είναι συχνά και επώδυνη, αλλά παράλληλα είναι και τόσο όμορφη. Γιατί σε κάνει να γίνεσαι ο άλλος, που σημαίνει πως κατανοείς, και συμπάσχεις .

-Διαβάζοντας κάποια απο τα βιβλία σας ένας αναγνώστης , αντιλαμβάνεται πως η ιστορία τους έχει γυναικείο άρωμα είναι αυτό που θέλετε να του μεταβιβάσετε μέσα από το γραπτό σας?
* Κοντεύουν πια σαράντα χρόνια που ασχολούμαι με τη γραφή. Τα πρώτα είκοσι περισσότερο είχα ασχοληθεί με το πώς ένας άνδρας βιώνει τη ζωή και τις σχέσεις του με τις γυναίκες (μάνα, ερωμένη, σύντροφο, κόρη). Καθώς πλέον έχω ωριμάσει, στρέφομαι και προς τη μεριά του άλλου φύλου και αντίστοιχα αναζητώ το πώς μια γυναίκα βιώνει την δική της κοινωνική και φυλετική ταυτότητα. Ίσως να αναζητώ τρόπους για να γνωρίσω όσο πιο βαθιά και ουσιαστικά γίνεται την κρυφή πλευρά της προσωπικής Σελήνης μου. Γιατί αυτό που πιστεύω βαθιά και απόλυτα είναι πως μέσα σε κάθε άντρα κρύβεται κάποιο θηλυκό στοιχείο και μέσα σε κάθε γυναίκα κάποιο αρσενικό. Παράλληλα και καθώς οι ηρωίδες των πλέον πρόσφατων έργων μου είναι γυναίκες νεαρής ηλικίας, ίσως να καταφέρνω να ξεγελώ το βάρος των χρόνων και να υποδύομαι κάποιο άντρα νεώτερης ηλικίας.




-Το γράψιμο για πολλούς Συγγραφείς είναι η διέξοδος από τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν στην καθημερινή τους ζωή; Κάτι σαν φυγή; Για εσάς τι ακριβώς είναι το γράψιμο. Μια φυγή, μια εκτόνωση ώστε να ισορροπείτε τα θέλω της ψυχής με την ζωή;
* Καθόλου φυγή. Αντίθετα δήλωση ότι είμαι παρών. Ο τρόπος μου να δηλώσω πως συμμετέχω μέσα στην κοινωνία αλλά με τον πλέον προσωπικό και υποκειμενικό τρόπο. Κι άλλωστε το ίδιο παρών δίνω και ως αναγνώστης. Με δυο λόγια για μένα η Τέχνη γενικότερα και η Λογοτεχνία πλέον ειδικά αποτελεί κάτι πολύ πιο ουσιαστικό από ένα ξέδομα χρόνου και μια αισθητική απόλαυση. Είναι στάση ζωής.

-Έχετε αναγνώστες που σας αγαπούν. Αγοράζουν τα βιβλία σας. Μπαίνουν και κυκλοφορούν μέσα στις σελίδες τους. Τι σημαίνει αυτό για εσάς;
*Πολλά. Ευθύνη, χαρά, συνύπαρξη, αλληλοεπίδραση, ικανοποίηση, εγωκεντρισμός, συντροφικότητα, σχέση, εξάρτηση, απεξάρτηση, αθανασία, γονιμοποίηση, σκλαβιά, ελευθερία… Ναι! Τόσα πολλά και τόσο αντίθετα μεταξύ τους. Όπως άλλωστε είναι  -ή πρέπει να είναι- η κάθε αληθινά ουσιαστική και βαθιά σχέση ανάμεσα σε δυο ανθρώπους. Πολυεπίπεδη και δαιδαλώδης.

-Η συγγραφή ενός βιβλίου είναι μια διαδρομή από μόνη της μέσα στις ζωές, στα πάθη, στην ιστορία. Πόσο χρόνο χρειάζεστε εάν χρειάζεστε για να αποφορτιστείτε και να ξεκινήσετε κάτι νέο;
* Φόρτιση, αποφόρτιση, φόρτιση… Μια συνεχής εναλλαγή. Αν δεν είμαι σε διαδικασία γραφής είναι σα να μην αναπνέω. Βέβαια να διευκρινίσω πως λέγοντας διαδικασία γραφής εννοώ όλη εκείνη την περίοδο που ξεκινά από μια αμυδρή και ασαφή ιδέα, κάτι σαν σκίρτημα φτερουγίσματος και τελειώνει όταν πιάνω στα χέρια του το τυπωμένο πλέον βιβλίο.

-Την εποχή της μεγάλης φτώχιας και δυστυχίας ενός ολόκληρου λαού, του ελληνικού, πόσο εύκολο είναι ένα βιβλίο αξιόλογο να πουλήσει;
* Η αγορά του βιβλίου έχει υποστεί μεγάλη ύφεση. Από τη μια τα περιορισμένα οικονομικά όλων μας, από την άλλη το γεγονός πως ως λαός δεν έχουμε και τόσο ψηλά την ανάγκη για ανάγνωση. Σε όλο αυτό το κλίμα ήρθε να προστεθεί η καταστροφική πολιτική της κατάργησης της Ενιαίας Τιμής του Βιβλίου. Ως άμεση συνέπεια να υπολειτουργούν τα μικρά  βιβλιοπωλεία και να βάζουν λουκέτο παλιές φίρμες βιβλιοπωλών. Αποτέλεσμα ενώ φαίνεται ο μέσος (και χωρίς απαιτήσεις  αναγνώστης) να βρίσκει φτηνά βιβλία, στην ουσία παραπλανάται  καθώς δεν μπορεί να χαρεί το νέο και σε καλή τιμή βιβλίο και παράλληλα να του περιορίζεται σιγά, σιγά η δυνατότητα να επικοινωνεί με μεγάλα έργα. Πάντα η κρίση κτυπά την ποιότητα.

-Εχετε κάποια γνώμη για τα "ευκολοχώνευτα της παραλίας" για μερικούς αλλά και κατά άλλους "ευπώλητα" βιβλία; Ρωτώ γιατί έχοντας την διαχείριση της Ομάδας Ανάγνωσης Βιβλίου "ΒΙΒΛΙΟ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ ΚΡΙΤΙΚΕΣ" πως κάποιοι αναγνώστες ,δεν θέλουν αλλά και δεν μπορούν να αγαπήσουν βιβλία που δεν έχουν κάτι κοινό με την δική τους ζωή, αλλά ούτε και να κατανοήσουν βιβλία που οι ήρωες τους δεν είναι καθημερινοί. Άκουσα όμως και από άλλους, πως ένα βιβλίο εάν δεν σε ταξιδέψει δεν σου μεταφέρει το μυαλό και την φαντασία σου πέρα από την ζωή που ζεις γιατί να το διαβάσεις;
* Μεγάλο θέμα και ειλικρινά πολύ δύσκολο να πεις κάτι που ενώ θα εκφράζει εσένα, από την άλλη να μπορεί και να αφορά κάποιον άλλον. Ο καθένας μας έχει δικαίωμα να διαβάζει αυτό που κάθε φορά θέλει. Δεν είναι λοιπόν εκεί το ζήτημα. Αλλά στο κατά πόσο οι προσωπικές μας ανάγκες δημιουργούνται από τις εσωτερικές μας σκέψεις και συναισθήματα και δεν επηρεάζονται από τους τρόπους παρέμβασης ενός σύγχρονου μάρκετινγκ. Πάντως ως λογοτεχνικό δεν μπορεί να θεωρηθεί το έργο εκείνο που κάνει τον αναγνώστη του να ‘ξεχνιέται’. Η αληθινή Τέχνη ταρακουνά, προσφέρει συνειδητοποίηση και ενδοσκόπηση. Κάθε άλλη μορφή αφήγησης μπορεί να είναι το ξεδίπλωμα μιας ιστορίας, αλλά λογοτεχνική εξιστόρηση ας μην την θεωρούμε. Βέβαια, κάτι τέτοιο για να το χαρεί ένας αναγνώστης πρέπει πρώτα να έχει περάσει από μια αντίστοιχη περίοδο μαθητείας. Μια τέτοια μαθητεία θα έπρεπε να γίνεται στα σχολεία μας –Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης. Δυστυχώς το επίσημο πρόγραμμα της Πολιτείας δεν υποστηρίζει την παρουσία των Τεχνών μέσα στη σχολική καθημερινότητα. Και μένουν μόνο κάποιοι εμπνευσμένοι εκπαιδευτικοί να μυούν τους μαθητές τους στη μαγεία της λογοτεχνίας. Αλλά είναι λίγοι, δεν επαρκούν για όλους τους μαθητές των Δημοτικών, των Γυμνασίων και των Λυκείων.

-Τα βιβλία στην εποχή μας  είναι πάρα πολλά.Υπάρχουν Συγγραφείς που κάθε χρόνο παρουσιάζουν και από ένα βιβλίο, υπάρχουν άλλοι που αργούν περισσότερο. Πιστεύετε πως το καλό βιβλίο θέλει τον χρόνο "ωρίμανσης" στο μυαλό του Συγγραφέα η μπορεί να γραφεί  σε λίγο χρονικό διάστημα αλλά και  να γίνει "μπεστ σέλερ" επειδή απλώς είχε καλή τοποθέτηση στα βιβλιοπωλεία, καλό μάρκετιγκ από τον εκδότη και κυρίως "όνομα" Συγγραφέα?
* Το πόσο χρόνο χρειάζεται ένα βιβλία για να ολοκληρωθεί ως σύνθεση από τον συγγραφέα του δεν μπορεί κανείς να το θεωρήσει μήτε εκ των προτέρων δεδομένο, μήτε και ενιαίο. Ο κάθε συγγραφέας είναι και μια ξεχωριστή περίπτωση. Και εν κατακλείδι τα έργα κρίνονται όχι από το πόσο χρόνο χρειάστηκαν για να γραφτούνε, αλλά από άλλες παραμέτρους. Πάντως και χωρίς να θέλω περισσότερο να το σχολιάσω, σκεφτείτε τον αριθμό και τον όγκο των μυθιστορημάτων του Τολστόι, του Ντοστογιέφσκι, του Ντίκενς, του Μπαλζάκ και αμέσως αναλογιστείτε με ποιες συνθήκες εκείνοι γράφανε τα έργα τους και με ποιες οι σημερινοί συγγραφείς. Όσον αφορά το πιο βιβλίο θα γίνει ευπώλητο, λυπάμαι που θα το πω αλλά όσο κι αν έχει στοιχεία ενός λαϊκού αναγνώσματος, θα είναι οι νόμοι του σύγχρονου μάρκεκινγκ που θα του φέρουν υψηλές πωλήσεις. Έχουν, βέβαια, συμβεί και εξαιρέσεις, αλλά ως συνήθως οι εξαιρέσεις επιβεβαιώνουν τον κανόνα.





-Έχετε βέβαια υπο ΄οψιν σας ως παλιός αναγνώστης κυρίως πως ένα βιβλίο ήταν επιτυχημένο εάν πουλούσε 3.000 - 5.000 βιβλία. Τώρα ακούμε για 30.000 -50.000 αντίτυπα.Τι σημαίνει αυτό?Διαβάζει περισσότερο ο κόσμος? Και τι πρέπει να προσέξει  ένας Αναγνώστης όταν θα βρεθεί στο βιβλιοπωλείο?
* Πολύ λίγα είναι τα μυθιστορήματα που φτάνουν σε τόσο μεγάλες πωλήσεις. Πάντως είναι βέβαιο πως το ελληνικό αναγνωστικό κοινό έχει τα τελευταία χρόνια αυξηθεί. Αφ΄ ενός δεν υπάρχουν πια αναλφάβητοι κι αφετέρου η ελληνική κοινωνία έχει αποκτήσει μορφή αστική και έτσι η παρουσία του βιβλίου μέσα στη καθημερινότητα των αστών είναι πολύ πιο έντονη απ΄ ότι σε άτομα που ζούσαν σε μια παλαιάς μορφής κοινωνία, όπως ήταν η αγροτική των χωριών και των κωμοπόλεων. Αλλά, το είπαμε και πιο πριν, η αύξηση των πωλήσεων δεν είναι αντίστοιχη με την αύξηση της ζήτησης του καλού λογοτεχνικού βιβλίου.
Αλλά μιας και θίξατε αυτό το θέμα των μεγάλων πωλήσεων, θα ήθελα να μη θεωρήσω υπεύθυνο μόνο το κοινό που δίνει με τις προτιμήσεις τους τέτοιες μεγάλες πωλήσεις σε έργα που την επόμενη κιόλας σαιζόν θα έχουν ξεχαστεί. Ούτε και στους εκδότες που εν τέλει ως επιχειρηματίες και μάλιστα εν καιρώ κρίσης αναζητούν ο καθένας με τις δικές του αντοχές τρόπους επιβίωσης. Αλλά θα αναζητήσω ευθύνες και στους ίδιους τους συγγραφείς, έστω σε μια μεγάλη μερίδα τους, όπου το μόνο που τους απασχολεί είναι πόσα αντίτυπα θα πουλήσουν οι ίδιοι και πόσα πούλησε ένα άλλος συγγραφέας. Όταν ο ίδιος ο δημιουργός μετατρέπει το δημιούργημά του σε εμπορικό προϊόν, ας μην στρέφουμε τα βέλη μας σε άλλους.

-Κάποιος άνθρωπος κατά την γνώμη σας πότε μπορεί να αυτοονομαστεί "συγγραφέας"; Τι πρέπει να έχει κάνει;
* Συγγραφέας ονομάζεται ο καθένας που εξασκεί με επαγγελματική συνείδηση (όχι κατ΄ ανάγκη και με επάρκεια οικονομικής κάλυψης) την εργασία της συγγραφής πρωτοτύπων έργων που αποσκοπούν στη ψυχαγωγία και στην επιμόρφωση των αναγνωστών του.  Το περιεχόμενο αυτών που ο κάθε συγγραφέας γράφει , αλλά και ο δικός του στόχος είναι που προσφέρουν ποιοτικές ποικιλίες στον χαρακτηρισμό κάποιου ως συγγραφέα.

-Πιστεύετε πως ο Συγγραφέας είναι απλά ένα ταλέντο, η χρειάζεται διαρκή προσπάθεια στην γνώση, σε κάθε τι που θα βοηθούσε να εκφράσει καλύτερα αυτό που θέλει;
*Όλα ξεκινούν από το ταλέντο. Αλλά δεν σταματούν σε αυτό. Ακριβώς όπως η ανθοφορία ή η καρποφορία ξεκινάνε από ένα σπόρο αλλά για να ανθίσει το φυτό που θα φυτρώσει ή να δώσει καρπούς ένα δέντρο χρειάζεται και φροντίδα και προστασία και χρόνο…. Ίσως και λίγη τύχη. Ε, κάπως παρόμοια και ένα ταλέντο ή δυναμώνει ή μαραζώνει.

-Από τα χιλιάδες βιβλία που έχετε διαβάσει, κάποιο σας έκανε να "ζηλέψετε" τον Συγγραφέα?
* Εκατοντάδες!

-Κατά την άποψή σας υπάρχει διαφορά  στις λέξεις Λογοτέχνης - Συγγραφέας? Και εαν υπάρχει κάποια διαφορά εσείς πως θέλετε να σας ονομάζουν?
* Λογοτέχνης είναι ο συγγραφέας λογοτεχνικών έργων, πεζογραφημάτων ή ποιημάτων

-Στους ανθρώπους ο Μάνος Κοντολέων τι συγχωρεί και τι όχι;
*Δεν μπορώ να συγχωρήσω τη βία, την αδικία, την εκμετάλλευση, τη χυδαιότητα.

-Στην Συγγραφική σας καριέρα κάποια πράγματα σας έχουν στεναχωρήσει  και θα προτιμούσατε να τα είχατε αποφύγει?
* Μακάρι να τα είχα αποφύγει. Μιας όμως δεν τα απέφυγα, τώρα πλέον τα αγνοώ. Και προχωρώ πιο πέρα.

-Και μια τελευταία ερώτηση που μου με απασχολεί προσωπικά συχνά.. Υπάρχουν βιβλία που πολύς κόσμος τα διαβάζει μεν αλλά ...δεν έχει να αποκομίσει... ουδέν! Εσείς πιστεύετε πως το βιβλίο είναι και δημιουργός συνειδήσεων;
*Ένα βιβλίο από μόνο του ακόμα κι αν δείχνει πως διαμορφώνει μια συνείδηση, θεωρώ πως αυτό το πετυχαίνει καθώς δίπλα του έρχονται να υπάρξουν και άλλες αναγνώσεις, αλλά και άλλες εμπειρίες ζωής. Τελικά η ανάγνωση είναι μια εμπειρία ζωής. Και ευτυχώς δεν είναι η μόνη.


Κύριε Κοντολέων σας ευχαριστώ πολύ!.Σας εύχομαι να έχετε πολλές πολλές εμπνεύσεις για να σας απολαμβάνουμε εμείς οι αναγνώστες και θα σας παρακαλούσα να κλείσετε εσείς την κουβέντα μας με ότι εσείς θέλετε!

*Τι να πω;… Αυτό που νομίζω πως ως συγγραφέα με χαρακτηρίζει…

«Όταν είμαι -ή θέλω να είμαι- αισιόδοξος, τότε γράφω για παιδιά.

Όταν ονειρεύομαι μια επανάσταση, τότε γράφω για τους εφήβους.

Όταν φοβάμαι, τότε είναι που γράφω για τους ενήλικες.

 Κι όμως, τελικά... Τίποτε από εμένα δε φαίνεται.

Κι άλλωστε -αυτό ποτέ μην το ξεχνάτε- οι ήρωες των έργων ενός συγγραφέα είναι δικά του και μόνο δικά του παιδιά* κανένας δεν μπορεί να του τα πάρει.»

Θέλω να σας ευχαριστήσω από καρδιάς για την τόσο ουσιαστική συζήτησή μας, αλλά και να σας συγχαρώ για το πάθος με το οποίο αντιμετωπίζεται βιβλία και συγγραφείς.

Πρώτη δημοσίευση:
http://biblioparousiaseiskritikes.blogspot.gr/2016/10/blog-post_19.html


18.10.16

Αμαρτωλή Πόλη - Ενηλικίωση στην εποχή της χαμένης αθωότητας

Ενηλικίωση στην εποχή της χαμένης αθωότητας, της Τέσυ Μπάιλα 





Τέσσερις άνθρωποι αναζητούν τον τρόπο να ισορροπήσουν σε μια δύσκολη εποχή. Και η υπόγεια παρακμή που διαπερνάει τα πρόσωπα, τη δύναμή  και, εν τέλει τη μοίρα τους, σαρώνοντας διαβρωτικά κάθε τους όνειρο, σε μια πόλη που προσπαθεί κι αυτή να μη χαθεί. Απουσίες που «χωρούν μέσα σε ένα μόνο βότσαλο», άνθρωποι που σκαρφαλώνουν στο μέλλον τους χωρίς να διανοούνται ότι κάποιοι έχουν φτάσει πλέον στον γκρεμό». Αποφάσεις που γκρεμίζουν ψυχές και αναπόδραστοι πόθοι, εγκλωβισμένοι σε κατακόκκινες τούφες μαλλιών, που ξεθωριάζουν στο χρόνο, όπως τα ματωμένα χαμόγελα των ανεξέλεγκτων παθών, είναι το βασικό πλαίσιο μέσα στο οποίο ο Μάνος Κοντολέων στήνει το νέο του αφηγηματικό κόσμο. Κι όλα αυτά σε μια χώρα που στροβιλίζεται στη δίνη της οικονομικής κρίσης, μιας κρίσης που καθορίζει τις συμπεριφορές των κατοίκων της και τις προσωπικές τους υποχωρήσεις. Τους φόβους και τις δεσμεύσεις. Τον ηθικό εκφυλισμό των αξιών τους και τελικά την τύχη τους. Ο Κλεάνθης, η Στεφανία, ο Τονίνο και η Χρύσα, αντιπροσωπευτικοί ήρωες της εποχής μας, αγωνίζονται να επιβιώσουν στην Ελλάδα της αποσύνθεσης και ταυτόχρονα να γνωρίσουν τον εαυτό τους. Εκπλήσσονται και οι ίδιοι με τις αντοχές και τις ανοχές τους, απεκδύονται την παρθενικότητα των αισθήσεών τους και τελικά ενηλικιώνονται μέσα σε μια κοινωνία που συνθλίβει κάθε τους όνειρο για το μέλλον. Κάποιοι από αυτούς επιλέγουν να αποσυρθούν, να ζήσουν ισορροπώντας στην ψευδαίσθηση, όπως ο Κλεάνθης. Άλλοι μαθαίνουν να επιβιώνουν μέσα το συμβιβασμό, όπως η Χρύσα. Μερικοί κατρακυλούν ολοένα και περισσότερο. Όλοι τους όμως οδηγούνται σε ακραίες πράξεις και καταστάσεις. Όλοι τους ματώνουν. Άραγε μπορεί να μείνει κανείς αθώος σε μια τέτοια διαδικασία; Ο συγγραφέας αναρωτιέται: «Με ποιο δικαίωμα κρατά κάποιος την αθωότητά του;» όταν όλα γύρω του ευτελίζονται και παρακμάζουν;   Η Στεφανία μοιάζει να γίνεται βορά στη μανιώδη φύση της αμαρτίας, ωστόσο κρύβει βαθιά στην ψυχή της τη δική της αθωότητα. Η ανάμνησή της αθωότητας αυτής βρίσκεται μέσα στο μικρό βότσαλο που έχει στο σακίδιό της. Το βότσαλο που θα ακουμπήσει «ανάμεσα σε άνθη, κεριά και αποχαιρετιστήρια σημειώματα» μπροστά από το καμένο κτήριο στο κέντρο της πόλης. Σπονδή μιας αθωότητας που βιάστηκε και συναίσθηση του χαμένου χτες μπροστά στο φλεγόμενο παρόν της πόλης που χάνεται. Τι ρόλο μπορεί να παίξει η διαφορετικότητα στη ζωή; Μπορεί μια αισιόδοξη σκέψη να σαμποτάρει τη μαυρίλα που γιγαντώνεται πρώτα μέσα μας αλλά και ολόγυρά μας; Να τρομάξει την αμαρτωλή πόλη και να διώξει μακριά την αμαρτία; Ο Τονίνο μοιάζει να γνωρίζει καλά πόσο μπορεί να καμουφλαριστεί η ανάγκη να υπάρχεις διαφορετικός αλλά ανθρώπινος. Και είναι εκείνος ο ήρωας του βιβλίου που τελικά θα κλέψει την παράσταση δίνοντας μια δραματική ένταση στις αποφάσεις που ρυθμίζουν τις ζωές. Όλοι όμως οι ήρωες δοκιμάζονται και πάσχουν, ο καθένας στο βαθμό που του αναλογεί. Ο συγγραφέας δε χαρίζεται σε κανέναν. Παρακολουθεί τις ανάσες τους και καταγράφει ρεαλιστικά κάθε τους αντίδραση. Όλοι τους θα νιώσουν στο πετσί τους πόσο μπορεί να αλλάξει τον άνθρωπο, τα δεδομένα της ζωής του και τα όρια των συμβιβασμών του μια μακρόχρονη και βαθιά οικονομική κρίση. Και πώς το αβέβαιο μέλλον μπορεί να σηματοδοτήσει ένα παρόν βουτηγμένο στην υποχώρηση και στο κοινωνικό τέλμα. Η αμαρτία ανοίγεται σαν την άβυσσο κάτω από τα πόδια των ηρώων κι εκείνοι χάνουν την ισορροπία τους. Γκρεμίζονται. Αλλά πριν από αυτούς μια πόλη, μια ολόκληρη χώρα έχει γκρεμιστεί, επειδή έχει πρώτα αμαρτήσει και η ίδια. Οι πολίτες της έμαθαν να επιβιώνουν μέσα στον πυρήνα της δικής της καταστροφής. «Αμαρτία άλλοτε όμορφη ως έρωτας των αστεριών. Αμαρτία άλλοτε ζέουσα ως βιασμός κάποιου γαλαξία! Μέσα στην αμαρτία ζει η Στεφάνια. Στην καρδιά της…». Αλλά, «οι αμαρτίες των ανθρώπων πάντα παρόμοιες, ίδιες. Οι πόλεις οι αμαρτωλές είναι που κάθε φορά αλλάζουν». Ο Μάνος Κοντολέων βρίσκει την ευκαιρία να καταγράψει, για μια ακόμη φορά, μια προσωπική καταγγελία για όλα όσα εξεγείρουν τη συνείδησή του. Να επικοινωνήσει στους αναγνώστες προβληματισμούς οικείους που μας παρουσίασε και στο «Μέλι κόλλησε στα χείλη». Και το κάνει με τη γνωστή τρυφερή εκφορά του λόγου του. Με μια γλώσσα βελούδινη καταφέρνει να περιγράψει την αιχμηρή σκληρότητα της εποχής. Χωρίς καμιά λογοκρισία αποτυπώνει καλειδοσκοπικά τη σύγχρονη πραγματικότητα και καλεί τον αναγνώστη του να εντοπίσει μέσα στο σύμπαν της αφήγησής του όλα όσα καθορίζουν την ανθρώπινη αναζήτηση μιας ταυτότητας, τόσο της προσωπικής όσο και της κοινωνικής. Επειδή, αν υπάρχουν δύο πυλώνες πάνω στους οποίους στηρίζει το μυθιστορηματικό του οικοδόμημα ο Κοντολέων αυτοί δεν είναι άλλοι από την αναζήτηση της σεξουαλικής και προσωπικής ταυτότητας και η αγάπη, ο έρωτας με την αναγεννητική του δύναμη, άλλοτε σαρκοβόρος και επιθετικός, άλλοτε τρυφερός μα πάντοτε ακραίος. Πυλώνες που μπορεί ο αναγνώστης να εντοπίσει και στις προηγούμενες δουλειές του Μάνου Κοντολέων, καθώς πάνω τους ο συγγραφέας ακουμπά τις προσωπικές του ανησυχίες και όλα όσα ταλανίζουν τη σκέψη του. Ένα σύγχρονο, cross over, μυθιστόρημα για την ενηλικίωση και την απώλεια σε μια εποχή χαμένης αθωότητας και βιασμένων συνειδήσεων. Ένα μυθιστόρημα για την ελευθερία και τις επιλογές της σε μια περίοδο ανελεύθερων ονείρων.

Πρώτη δημοσίευση:http://www.literature.gr/

15.10.16

Συνέντευξη στο Book City

h





O Μάνος Κοντολέων είναι αναμφίβολα από τους αγαπημένους συγγραφείς παιδιών και ενηλίκων
 Έχει γράψει δεκάδες βιβλία για παιδιά, νέους και ενήλικες και πριν λίγες ημέρες κυκλοφόρησε το νέο του cross over μυθιστόρημα, με τίτλο «Αμαρτωλή πόλη» (εκδ. Πατάκης).

Συναντήσαμε τον κ. Μάνο Κοντολέων και μας μίλησε για το νέο του βιβλίο, τη συγγραφή αλλά και την πηγή έμπνευσής του.

Πολυγραφότατος, άκρως προσιτός, όταν τον γνωρίσεις καταλαβαίνεις πως η συγγραφή είναι κάτι παραπάνω από αγάπη για εκείνον, είναι μία ζωτική ανάγκη.

Πως εμπνευστήκατε την ιστορία και τον χαρακτήρα της Στεφανίας;

Αποφάσισα να γράψω ένα μυθιστόρημα που θα στηριζότανε πάνω στο πως η μακρόχρονη οικονομική κρίση επηρεάζει τις ατομικές συμπεριφορές.  Κι όπως συνήθως κάνω, αφού πήρα την απόφαση για το ποιο θα ήταν το βασικό θέμα του νέου μου μυθιστορήματος, άφησα τον εαυτό μου ελεύθερο να συναντηθεί με το κεντρικό πρόσωπο του έργου. Κι έτσι μπροστά μου στάθηκε  κάποια μέρα η Στεφανία. Εκεί γύρω στα δεκαεπτά, με κόκκινα μαλλιά και…  Τρομαγμένη με τα όσα έβλεπε να συμβαίνουν στη ζωή της.

Στεφανία, Κλεάνθης, Τονίνο, Χρύσα. Τέσσερις άνθρωποι βουτηγμένοι στην κρίση και τις συνέπειές της. Πόσο δύσκολη ήταν η συγγραφή της Αμαρτωλής Πόλης;

Πόσο επώδυνη, θα έλεγα. Γιατί πέρα από τις δυσκολίες σύνθεσης ενός μυθιστορήματος, αυτό που ιδιαίτερα με ταλάνισε σε τούτο το έργο ήταν οι ακραίες συνθήκες που έβλεπα τους ήρωές μου να ζούνε. Κατέγραφα αυτές τις συνθήκες και αναζητούσα τρόπους να τους βοηθήσω να τις ξεπεράσουν.

Ποιο ήταν έναυσμα για την Αμαρτωλή Πόλη;

Μα αυτό που εδώ και κάμποσα χρόνια ζούμε, αλλά κυρίως η αγωνία μου για το τι πρόκειται στο μέλλον να ζήσουμε και η ανάγκη μου να ψελλίσω, έστω, ένα τρόπο διαφυγής. Μια, έστω και ασήμαντη, πρόταση λύσης.



Τι μέλλον φαντάζεστε για τους τέσσερις τους; Πως συνεχίζεται η ιστορία τους εκτός των σελίδων του βιβλίου;

Συγγραφέας είμαι. Πλάσματα καθημερινά πλάθω. Τα παρακολουθώ και συμπάσχω μαζί τους. Όπου μπορώ να τα βοηθήσω, το κάνω. Αλλά δεν είμαι θεός. Δεν έχω την όποια οικονομική, πολιτική ή άλλης μορφής εξουσία στα χέρια μου. Όταν γράψω τη λέξη «Τέλος», οι ήρωές μου –όπως παιδιά που ενηλικιώθηκαν- παίρνουν τη ζωή στα χέρια τους. Πράττουν  αυτά που θέλουν να πράξουν. Και πολύ συχνά –όπως παιδιά που ενηλικιώθηκαν- ξεχνούν ακόμα και να ενημερώσουν τους γονείς τους για το τι τους συμβαίνει.

Μέσα από τα έργα σας είναι διάχυτη η αγάπη σας για τα cross over μυθιστορήματα. Τι είναι αυτό που σας ελκύει σε μία ιστορία ενηλικίωσης;

Οι ήρωες μου είναι παιδιά μου. Μου αρέσει γι αυτό να τους παρακολουθώ καθώς ενηλικιώνονται και από έφηβοι μετατρέπονται σε ενήλικα άτομα. Του καθενός ανθρώπου το κομβικό σημείο είναι η περίοδος ενηλικίωσης. Τα μυθιστορήματα που περιγράφουν αυτή τη φάση μιας ζωής, είναι cross over μυθιστορήματα. Με άλλα λόγια διαπερνούν ηλικιακά τόσο τους ίδιους τους ήρωές τους, όσο και τους αναγνώστες προς τους οποίους απευθύνονται.

Έχετε γράψει παιδικά, εφηβικά αλλά και βιβλία για ενηλίκους. Ποια είναι η δυσκολία στο καθένα από αυτά αλλά και τι είναι αυτό που σας γοητεύει.

Για κάθε είδος από αυτά που αναφέρετε υπάρχουν θα έλεγα οι ίδιες δυσκολίες, αλλά και οι ίδιες χαρές. Ή για να είμαι πιο ακριβής παρόμοιες δυσκολίες και παρόμοιες χαρές. Κεντρική δυσκολία να μπορέσεις να βρεις των κώδικα επικοινωνίας με τον κάθε αναγνώστη σου. Κεντρική χαρά η ανακάλυψη πως έχεις φίλους που άλλοτε είναι παιδιά, άλλοτε έφηβοι, άλλοτε ενήλικες.

Ποιον ήρωα/ηρωίδα σας αγαπήσατε περισσότερο και ποιος ή ποια «έμεινε» για περισσότερο καιρό μαζί σας.

Νομίζω πως λίγο πιο πριν είπα πως οι ήρωες των βιβλίων μου είναι παιδιά μου. Άρα όπως κάθε γονιός –χαζομπαμπάς, αν θέλετε- έχω ιδιαίτερη αδυναμία στα στερνοπαίδια μου. Μέχρι που να έρθει η ώρα μια νέας γέννας.

Μετά από δεκάδες τίτλους βιβλίων, είναι σίγουρο «δε ζείτε» χωρίς τη συγγραφή. Έχετε σκεφτεί πως θα ήταν η ζωή σας αν δεν είχατε εκδώσει ποτέ το πρώτο σας βιβλίο;

Ούτε ποτέ μου έχω γράψει ιστορίες τρόμου, μήτε και μου αρέσουν να τις διαβάζω.



Τι αποτελεί πηγή έμπνευσης για εσάς και πως ξεκινά μία ιδέα να μετουσιωθεί τελικά σε ολόκληρη ιστορία;

Έμπνευση; Συγκεκριμένη έμπνευση; Θα έλεγα πως δεν υπάρχει για μένα κάτι τέτοιο. Μόνο εμμονές. Δυο στην ουσία. Η Ταυτότητα και ο Έρωτας. Από αυτές τις δυο εμμονές ξεκινά πάντα κάθε βιβλίο μου… Όπως, άλλωστε και συνεχίζεται η ίδια μου η ζωή.

Μπορεί η «Αμαρτωλή πόλη» να κυκλοφόρησε πριν λίγες ημέρες, όμως υπάρχει κάποια νέα ιδέα για βιβλίο;

Ναι, υπάρχει. Αν δεν υπήρχε τότε… Αλλά δεν σας είπα πως μήτε γράφω,  μήτε διαβάζω ιστορίες τρόμου; Ε, πόσο μάλλον και να τις ζω!



Μίλησε στην Τατιάνα Τζινιώλη





Πρώτη δημοσίευση:

ttp://www.bookcity.gr/%CF%80%CF%81%CF%8C%CF%83%CF%89%CF%80%CE%B1/22527-%CE%BC%CE%AC%CE%BD%CE%BF%CF%82-%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%AD%CF%89%CE%BD-%C2%AB%CE%BF%CE%B9-%CE%AE%CF%81%CF%89%CE%B5%CF%82-%CE%BC%CE%BF%CF%85-%CE%B5%CE%AF%CE%BD%CE%B1%CE%B9-%CF%80%CE%B1%CE%B9%CE%B4%CE%B9%CE%AC-%CE%BC%CE%BF%CF%85-%CE%BC%CE%BF%CF%85-%CE%B1%CF%81%CE%AD%CF%83%CE%B5%CE%B9-%CE%BD%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%82-%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CF%85%CE%B8%CF%8E-%CE%BA%CE%B1%CE%B8%CF%8E%CF%82-%CE%B5%CE%BD%CE%B7%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CE%B9%CF%8E%CE%BD%CE%BF%
CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%B9%C2%BB

Άγριες θάλασσες

Τέσυ Μπάιλα
‘Άγριες θάλασσες’
Ψυχογιός

Πρώτη δημοσίευση: www.diastixo.gr


Το ιστορικό μυθιστόρημα προσφέρει στον αναγνώστη από τη μια την απόλαυση της ταύτισης με ήρωες που πριν από λίγα ή πολύ περισσότερα χρόνια είχαν υπάρξει και από την άλλη την δυνατότητα να γνωρίσει πτυχές ιστορικών περιόδων όχι με μια κάπως άψυχη εξιστόρηση, αλλά με την ένταση της περιγραφής ενός γεγονότος από κάποιον που το έχει ζήσει.
Με άλλα λόγια, αν έτσι κι αλλιώς η λογοτεχνική αφήγηση είναι μια μεταφορά του αναγνώστη  από τη δική του ζωή στις ζωή ενός άλλου προσώπου, η ιστορική λογοτεχνική αφήγηση προσφέρει ακόμα κάτι περισσότερο – την ψευδαίσθηση πως ζήσαμε το χτες, το έχουμε αρκούντως γνωρίσει κι έτσι το σήμερα μπορούμε καλύτερα και να το κατανοήσουμε, αλλά και πλέον αποτελεσματικά –αν χρειαστεί- να του αντισταθούμε ή να το διαμορφώσουμε.
Η Ιστορία δημιουργεί μνήμη.
Ή μήπως η ανάγκη σύνθεσης μιας συγκεκριμένης  μνήμης συγγράφει την ιστορία;
                                                           *********
Ζούμε και ως άτομα και ως έθνος μια ιδιαιτέρως κρίσιμη μα και πικρή περίοδο.
Έχουμε ανάγκη από τη μια να κατανοήσουμε το τι έχει στο παρελθόν συμβεί και από την άλλη να στηριχτούμε σε αυτό το παρελθόν για να  ελπίσουμε σε ένα ευτυχέστερο μέλλον.
Όταν οι λαοί αισθάνονται ανασφαλείς επιστρέφουν στις ρίζες τους. Ανάλογα με το ήθος και το ύφος του δρόμου επιστροφής, άλλοτε μετατρέπονται σε συντηρητικές κοινωνίες, άλλοτε σε αυτοθαυμαζόμενες ολιγομελείς ή μη ομάδες, κάποτε, κάποτε επιτρέπουν σε μέλη τους  να αναλογιστούν τα λάθη και να προτείνουν  διορθωτικές κινήσεις.
Μέσα σε ένα τέτοιο κλίμα, το ιστορικό μυθιστόρημα που γράφεται από σύγχρονους έλληνες συγγραφείς ανθεί εκδοτικά.   Το αν η ανθοφορία αυτή συνυπάρχει με μια ουσιαστική ενδοσκόπηση και δεν προτρέπει προς μια εσωστρεφή απομόνωση, είναι κάτι που πολλούς προβληματίζει, αλλά ελάχιστους απασχολεί.
                                                        ***********
Ιστορικό, λοιπόν, μυθιστόρημα γραμμένο από σημερινούς συγγραφείς.
Από αυτούς οι περισσότεροι δεν έχουν μια προηγούμενη θητεία στο λογοτεχνικό αυτό είδος. Οι περισσότεροι γράφανε κοινωνικά ή και ερωτικά μυθιστορήματα και μέσα στα πλαίσια των συνθηκών που πιο πάνω έχω αναφέρει, ενδύσανε κοινωνικά πάθη και σωματικούς καημούς με ιστορικά ενδύματα.
Η Τέσυ Μπάιλα ανήκεις σε αυτήν την κατηγορία;
Το «Άγριες Θάλασσες» είναι το έκτο της μυθιστόρημα και το πρώτο που αγγίζει –προσωπικά αυτό θεωρώ πως είναι- το είδος του ιστορικού μυθιστορήματος.
Συγγραφικά, αφού πρώτα ανίχνευσε με τα δυο πρώτα της έργα τις ψυχολογικές και ερωτικές ανάγκες κάποιων προσώπων, στη συνέχεια  -με τα δύο επόμενα έργα της και τα οποία την έκαναν ιδιαιτέρως γνωστή και αναγνωρίσιμη-  αναζήτησε το πώς τα ατομικά οράματα πορεύονται μέσα στην ιστορία. Οι ήρωες αυτών των έργων της αν και επηρεάζονται από τα ιστορικά γεγονότα, δεν συμμετέχουν στην διαμόρφωση τους.
Τώρα, με το τελευταίο της αυτό πόνημα, φέρνει τους κεντρικούς χαρακτήρες της ιστορίας της να συμμετέχουν στον τρόπο που διαμορφώθηκε η πορεία των αποφάσεων  που άλλοι –ανώτεροι- είχαν πάρει.
Με άλλα λόγια, η Τέσυ Μπάιλα αποφάσισε να γράψει για τους μικρούς όσο και καίριους -και τις περισσότερες φορές άγνωστους-  ήρωες των μεγάλων ιστορικών περιόδων.
Το μυθιστόρημα στηρίχτηκε πάνω σε ένα ντοκουμέντο. Στο ημερολόγιο που κρατούσε ο ήρωας της αφήγησης και που βέβαια υπήρξε πρόσωπο υπαρκτό.
Δίπλα του και  άλλα άτομα –κι αυτά υπαρκτά.
Η Μπάιλα αναζήτησε ένα τρόπο να μετατρέψει το ιστορικό συμβάν σε ιστορικό μυθιστόρημα.
Με την εμπειρία της πλούσιας αφηγηματικής της τεχνικής κατάφερε αυτή τη ‘μετενσάρκωση’ να την πετύχει.
Ο ναυτικός της Σάμου που με τον αυθορμητισμό ενός ανθρώπου που δεν έχει χάσει την ατομική μα και εθνική του αξιοπρέπεια, προσχωρεί σε μια επικίνδυνη συμμαχική  αποστολή μέσα στα νερά της Μεσογείου, γίνεται μυθιστορηματικός  ήρωας και το αυθεντικό του ημερολόγιο στηρίζει της αποφάσεις του και εντός της μυθιστορηματικής πλοκής.
Οι σχέσεις του με κάποια ακόμα πρόσωπα –άτομα από άλλους τόπους μεν, αλλά με τον ίδιο στόχο, την αμφισβήτηση δηλαδή, του ναζισμού και του φασισμού- περιγράφονται ολοζώντανα. Όπως επίσης με πάθος αλλά και ευπρέπεια καταγράφεται η ερωτική σχέση του κεντρικού προσώπου με τη γυναίκα που θα τον συντροφεύσει και στην αληθινή ζωή.
Έτσι έχουμε, τελικά, ένα μυθιστόρημα που από τη μια μπορεί να καλύψει την ανάγκη ενός σημερινού αναγνώστη να στηριχτεί σε αξίες που οι πρόσφατοι προγονοί του υποστηρίξανε και μάλιστα χωρίς ποτέ να ζητήσουν να εξαργυρώσουν την προσφορά τους και από την άλλη  να χαρίσει πλούσια πλοκή και έντονα συναισθήματα.
Στις « Άγριες Θάλασσες» οι χαρακτήρες δεν υποδύονται ιστορικές περσόνες. Είναι αυθεντικά άτομα του χτες που τις ανάσες τους ακόμα τις αφουγκράζονται κάποιοι.
Η τεχνική της Τέσυ Μπάιλα –παρόμοια με τα προηγούμενα έργα της, αν και εδώ πλέον σωστά οργανωμένη-  πρωτίστως στηρίζεται στην ικανότητα της  να ζωντανεύει όλα τα πρόσωπα  του έργου *από τους πρωταγωνιστές  μέχρι και κάποιους που απλώς σε ελάχιστες σελίδες  τους αναφέρει.   Κι ακόμα έχει να κάνει με την αξιοποίηση των περιγραφών, με τη πληθωρική αφηγηματική της συγγραφική ταυτότητα και με μια ευαισθησία που από τη μια ενεργοποιείται με μια  θηλυκή παρατηρητικότητα και από την άλλη με ένα αρσενικό πάθος.
Την εντιμότητα του όλου εγχειρήματος την εδραιώνει η παράθεση μιας πλούσιας βιβλιογραφίας, αλλά και η σεμνή –όσο και ιδιαιτέρως κατατοπιστική- εισαγωγή.
                                               ****************
Για όσους θα ήθελαν μια κάποια περίληψη της υπόθεσης του βιβλίου, αντιγράφω το κείμενο από το οπισθόφυλλο του βιβλίου. Νομίζω πως επαρκώς θα τους ικανοποιήσει

Στις άγριες θάλασσες της κατεχόμενης Ελλάδας υπάρχει ένα μυστικό ελευθερίας που το γνωρίζουν μόνο οι γενναίοι. Η «Ευαγγελίστρια», το καΐκι της διαφυγής, δε μεταφέρει ανθρώπους∙ μεταφέρει την ελπίδα της εθνικής ξαστεριάς στην πιο σκοτεινή στιγμή της σύγχρονης Ιστορίας. Κατακτητές και πατριώτες, διώκτες και κυνηγημένοι, όλοι τους στρατευμένοι σ’ έναν πόλεμο που θα κρίνει το μέλλον του κόσμου. Από τον ασυμβίβαστο καπετάν Μιλτιάδη Χούμα μέχρι την καρτερική Ελένη του, μικροί και μεγάλοι ήρωες στροβιλίζονται σ’ ένα έπος που εκτυλίσσεται στην πανάρχαια θάλασσα του Ομήρου.
Ζωή μοιρασμένη σε επεισόδια που θα αδυνατούσε να συλλάβει και η πιο τολμηρή φαντασία. -


12.9.16

Παντελής Καλιότσος - Αποχαιρετισμός




Όταν κάπου εκεί στις αρχές της δεκαετίας του’80 συναντούσα για πρώτη φορά τον Παντελή Καλιότσο, δεν μπορούσα ούτε καν να υποψιαστώ πως 35 περίπου χρόνια μετά, θα ήμουνα εγώ εκείνος που εκ μέρους της Εταιρείας Συγγραφέων (ιδρυτικό μέλος της οποίας ο Καλιότσος ήταν) θα είχα την πικρή Τιμή να τον αποχαιρετήσω.
Αλλά αποχαιρετά ποτέ κανείς ένα συγγραφέα;
Μπορεί το σώμα του να μην είναι πια σε λίγο ανάμεσά μας, αλλά τα έργα του για πολλά χρόνια ακόμα θα συντροφεύουν τις αναγνώσεις όσων αγαπούν την καλή λογοτεχνία.
Και ο Παντελής Καλιότσος υπήρξε ένας όχι μόνο καλός λογοτέχνης, μα και ένας γνήσιος συγγραφέας.
Η ζωή και το έργο του –ή πιο σωστά ο τρόπος ζωής και σκέψης του και τα βιβλία του αλληλοσυμπληρώνονται.
Ο Παντελής στα 91 χρόνια που έζησε συνεχώς αμφισβητούσε, συνεχώς εστοχάζετο, συνεχώς έπαιζε.
Θα μπορούσε ο ίδιος να ήταν ήρωας σε μυθιστόρημα ενός σύγχρονου Καζαντζάκη.
Ρουφούσε τη ζωή, παθιαζότανε με τη θάλασσα, λάτρευε το βουνό, χαιρότανε την ανθρώπινη συντροφιά, ζούσε αρμονικά με τη μοναξιά του, δεν φοβότανε να πει τις αλήθειες του, δεν κανάκευε το κοινό του, ήταν τρυφερός με τις γυναίκες, με ένα δικό του γνήσιο τρόπο πιστός στους έρωτές του.
Μέσα στο ίδιο σώμα, κατοικούσε ένα παιδί και ένας έφηβος και ένας άντρας.
Γι αυτό και μπόρεσε να γράψει βαθυστόχαστα μυθιστορήματα, ολοζώντανα εφηβικά έργα, σπαρταριστά παιδικά.
Μέσα στη σοβαρή γραφή του ενήλικα εισχωρούσε κάτι από την ανατρεπτική ματιά ενός παιδιού, μέσα στον αυθορμητισμός της παιδικής ηλικίας ανάσαινε η σοφία αυτού που πολλά έζησε.
Ο Παντελής Καλιότσος είναι ένας από τους ελάχιστους (και για την εποχή της συγγραφικής του ακμής ίσως και ο μοναδικός) έλληνας συγγραφέας που έγραψε τόσο για ενήλικο κοινό όσο και για ανήλικους αναγνώστες.
Και στα δυο αυτά είδη υπήρξε μεγάλος μάστορας. Γιατί γνώριζε –βίωνε πιο σωστά- το γεγονός πως ο πλήρης άνθρωπος της μέσης ηλικίας είναι αυτός που έχει μέσα του φυλαγμένη τη δυναμική μιας παιδικότητας.
Ο Παντελής Καλιότσος δεν κυνήγησε τη δημοσιότητα, αδιαφόρησε για την προβολή του εαυτού του.
Γι αυτό –πιστεύω- και πολλαπλά αναγνωρίστηκε το έργο του. Γι αυτό –είμαι σίγουρος- τόσο αγαπήθηκε από τους άλλους συγγραφείς.
Γι αυτό –ελπίζω- και να μη λησμονηθεί.
Και επιστρέφω σε εκείνη τη μέρα που για πρώτη φορά τον συνάντησα.
Εγώ ένα νέος συγγραφέας, με το πρώτο μου μυθιστόρημα  σε χειρόγραφη μορφή να περιμένω από τον Καλιότσο να μου πει τη γνώμη του.
Συναντηθήκαμε στο αγαπημένο του στέκι εκείνης της εποχής. Στο καφενείο γωνία Μαυρομιχάλη και  Σόλωνος. Μπροστά μας, πάνω στο ξύλινο τετράγωνο τραπεζάκι ένα ανοιχτό σκάκι. Γύρω μας οι ήχοι από τα ζάρια και τα πούλια.
Και ο Παντελής Καλιότσος με το τσιμπούκι στις άκριες των χειλιών του  να με μαθαίνει το τι σημαίνει λογοτεχνία και το τι σημαίνει να είσαι συγγραφέας.
Να δείχνει το δρόμο –εκείνος ο καταξιωμένος και πολυβραβευμένος σε μένα που δοκίμαζα τα πρώτα μου βήματα.
Και –θυμάμαι- πως μου είχε φανερώσει και ένα μυστικό συγγραφής.
«Όταν θέλω να γαληνέψω την ψυχή του αναγνώστη μου από κάτι βαρύ και ασήκωτο που μόλις του έχω περιγράψει, τότε έτσι ξεκάρφωτα πετάω ανάμεσα στις άλλες λέξεις μου ένα χρώμα –ας πούμε κόκκινο, ή μια μυρωδιά –ας πούμε δενδρολίβανο… Και τον παρηγορώ!»

Λοιπόν Παντελή… Και τώρα εγώ…
«Δενδρολίβανο!» λέω…
Και ελπίζω να παρηγοριέμαι καθώς θα επιστρέφω στις σελίδες σου – στα «Ξύλινα Σπαθιά» και στον «Μεσαίο Τοίχο»
Με άρωμα δενδρολίβανου, το «Καλό σου Ταξίδι», Δάσκαλε.











12.8.16

Τιτίκα


Ήταν εκείνα τα χρόνια που η τουριστική ανάπτυξη δεν απασχολούσε κανένα.
Στο πανέμορφο παραθαλάσσιο προάστιο της Αθήνας υπήρχαν μόνο δυο ταβερνάκια, το ένα λίγο πιο πέρα από την ακροθαλασσιά, το δεύτερο εκεί που τα βράχια δεχόντουσαν να χρησιμοποιηθούν ως φυσική προβλήτα.
Τον στενόμακρο κόλπο τον σχηματίζανε αριστερά και δεξιά χαμηλοί, πευκόφυτοι λόφοι. Στο κέντρο του όμως η άμμος κυριαρχούσε.
Κι ήταν σ΄ αυτήν την αμμουδερή παραλία που οι λίγοι –ίσως και ελάχιστοι- παραθεριστές απλώνανε τις πετσέτες τους, ακουμπούσαν δίπλα τους κάποιες τσάντες με βραστά αβγά, φέτες ψωμιού, τυρί, ντομάτες…
Ήταν τα ίδια εκείνα άτομα που το προηγούμενο απόγευμα, είχαν διαλέξει τραπεζάκια στο ταβερνάκι της προβλήτα και θαυμάζανε τα ολόλευκα κοστούμια κάποιων ανδρών, τις αέρινες μουσελίνες κάποιων γυναικών. Και ανοιγοκλείνανε τα ρουθούνια τους να  κρατήσουν την ανάμνηση του καπνού των κουβανέζικων πούρων και των παριζιάνικων αρωμάτων.
Από τα δυο ή τρία κότερα που αγκυροβολούσαν στο κέντρο του κόλπου, τα απογεύματα εξωλέμβιες βάρκες έφερναν στην ακτή εκείνους που τα πρωινά λιαζόντουσαν στα καταστρώματα  ή κολυμπούσαν γύρω από αυτά –κάμποσα, πολλά  μέτρα από τη ρηχή αμμουδιά όπου παιδάκια ζωσμένα με τα σωσίβιά τους πλατσουρίζαν, μερικά μόλις είχαν μάθει μόνα τους να επιπλέουν και «Μαμά, κοίτα!» ουρλιάζανε θέλοντας να κάνουν τις μανούλες τους να τα καμαρώσουν.
Κι εκείνες με την παλάμη να προφυλάσσει τα μάτια από το φως, προτιμούσαν το «Μπράβο!» τους να το συνοδεύουν και με τη συμβουλή «Ως εκεί που πατώνεις να πας!»
Οι ίδιες αυτές γυναίκες, μαζί με τους άντρες τους που τα απογεύματα επιστρέφανε από τις αστικές δουλειές τους και βέβαια έχοντας πάντα σε ακτίνα παρακολούθησης τα πιτσιρίκια τους, πίνανε πορτοκαλάδα Παρθενών ή Σινάλκο και σχολιάζανε τις εμφανίσεις εκείνων που η βάρκα του κότερου τους έφερνε στα βράχια και κάποιος ναύτης τους συγκρατούσε να κάνουν τα πρώτα βήματα στην ανώμαλη επιφάνεια της πέτρας.
Ήταν μια γνωστή τραγωδός με καριέρα και  στο διεθνή κινηματογράφο, ήταν –ασφαλώς!- η μεγάλη Ντίβα που μόλις είχε ολοκληρώσει μια σειρά παραστάσεων στη Σκάλα, ήταν η κόρη και σύζυγος μεγαλοεφοπλιστών και βέβαια ο ίδιος ο σύντροφός της με τα μαύρα του γυαλιά και ακόμα ο σκηνοθέτης τραγωδιών στο θέατρο της Επιδαύρου και… Ναι, ήταν και ο ευτραφής παλιός πολιτικός που πριν από δέκα, ίσως και λιγότερα χρόνια, είχε βάλει την υπογραφή του στη μοιρασιά της Υφηλίου.
Μέλη όλοι τους μιας ομάδας θρυλικών προσωπικοτήτων, μιας θρυλικής εποχής. Σύμβολα ενός νέου κόσμου που όλοι τον ονειρευόντουσαν να είναι ανέφελος, χαμογελαστός, με πολλές ηλεκτρικές συσκευές, πολλά χρώματα, νέες γεύσεις και με ανθρώπους καλοζωισμένους, γυμνασμένους, όμορφους.
Αλλά… Αλλά τα σύμβολα μιας νεοφερμένης ευμάρειας, όσο κι αν τα καμαρώνεις, δεν τα θεωρείς και δικά σου.
Δικά σου είναι εκείνα που αν και λιάζονται δίπλα σου, αν και πάνω στις φτέρνες τους κολλάνε οι ίδιο κόκκοι άμμου που έχουν ανάμεσα και στα δικά σου δάχτυλα χωθεί, εντούτοις σε κάτι διαφέρουν από τους πολλούς… Από εσένα.
Ίσως γιατί ετοιμάζονται να τολμήσουν αυτό που θα θεωρηθεί πρόκληση. Ολοκληρώνουν  ήδη αυτό που ενώ θα το ήθελες ως όνειρο να σε επισκέπτεται τις υγρές, θερμές νύχτες, εξαναγκάζεσαι να το υποδέχεσαι ως εφιάλτη.
Η Τιτίκα, λοιπόν… Κι ο Γιώργος…
Τα δικά σου σύμβολα μιας επανάστασης ιδανικής –ιδανικής γιατί εσύ ποτέ δε θα την τολμήσεις, μα θα την χαρείς καθώς άλλοι θα την υλοποιούν…
Όπως η Τιτίκα και ο Γιώργος -θα την υλοποιούν αδιαφορώντας για το κόστος.
                                           **********************
Η Τιτίκα θυμάμαι πως ήταν όμορφη! 
Όμορφη… Έτσι τουλάχιστον την έβλεπα εγώ –αγόρι στο πρώτο κατώφλι της εφηβείας. Μα έτσι άκουγα να τη χαρακτηρίζουν και οι ενήλικες που δίπλα τους ζούσα.
Αν θυμάμαι καλά πρέπει να ήταν μελαχρινή.
Ναι, το χρώμα της επιδερμίδας της δεν το ξέχασε ο έφηβος που τότε το κοιτούσε. Σκουρόχρωμη σάρκα. Που σχεδόν χωρίς καμιά κάλυψη ενδύματος περνούσε μπροστά από τους άλλους λουόμενους. Με μπικίνι!
Μπικίνι των χρόνων αμέσως μετά τον πόλεμο! Αλήθεια πόσο τολμηρό σήμερα θα το θεωρούσε κανείς;
Αλλά η τόλμη και η πρόκληση αλλάζουν από εποχή σε εποχή.
Κι άλλωστε δεν ήταν μόνο πως η Τιτίκα διέσχιζε την παραλία από τη μια άκρη ως την άλλη φορώντας ένα μπικίνι. Μα ήταν και πως κάθε μέρα το μπικίνι ήταν διαφορετικό.
Πλούσια;
Δεν ξέρω αν η ερώτηση αυτή είχε απασχολήσει τις εφηβικές ανησυχίες μου. Περισσότερο με ενδιέφερε να παρακολουθώ τα μεσημέρια της Κυριακής σε μια από τις δυο ταβέρνες, τον άντρα της Τιτίκας –ερχότανε πάντα σαββατόβραδο και έφευγε καθώς έπεφτε η θλίψη του κυριακάτικου απογεύματος.
Τα δυο παιδιά του ζευγαριού –δίδυμα διαφορετικού όμως φύλλου- κρεμόντουσαν από τα γόνατα του πατέρα τους κι αυτός ενώ έδειχνε πως κάθε τι που του ζητούσαν τους το έδινε –παγωτό ξυλάκι και τα τελευταία τεύχη του Μίκυ Μάους και των Κλασσικών Εικονογραφημένων- στην ουσία όλο του το σώμα ήταν γερμένο προς τη μεριά της Τιτίκας. Της γέμιζε με μπύρα το ποτήρι, της καθάριζε τα ψάρια, της έδινε με το πιρούνι του  μικρά, κατακόκκινα κομμάτια ντομάτας.
Το κυριακάτικο πρωινό –η παραλία με περισσότερο κόσμο- η Τιτίκα δεν κατέβαινε να κολυμπήσει. Μόνος ο σύζυγος με τα δυο παιδιά.
Θυμάμαι πως σε κανένα δε μιλούσε –δεν είχε προλάβει ή μπορεί και να μην το ΄θελε, να πιάσει γνωριμίες.
Αλλά και κανείς δεν αποφάσιζε να τον πλησιάσει.
Ίσως –τώρα το σκέφτομαι- πως αισθανόντουσαν οίκτο για τον στρουμπουλό άντρα με το χαλαρό στομάχι και την αρχή φαλάκρας. Οίκτο ή και ντροπή. Μπορεί και θυμό ή ακόμα και αποστροφή.
Λυπάσαι, ντρέπεσαι, θυμώνεις, αποστρέφεσαι τον απατημένο που δεν κατανοεί ή δεν θέλει να δει πως γίνεται ρεζίλι.
Γιατί όλοι στην παραλία που μετά από λίγα –λιγότερα από πέντε- χρόνια θα γινότανε οργανωμένη πλαζ κι η φήμη της μέχρι και τραγούδι θα την έκανε, γνωρίζανε το τι συνέβαινε όλες τις άλλες μέρες της εβδομάδας. Από Δευτέρα πρωί μέχρι απόγευμα Σαββάτου. Όλοι ξέρανε τον Γιώργο.
Ξανθός, αυτός, με σώμα που το θαυμάζαμε εμείς –μόνο εμείς;- τα εφηβάκια. Πρωταθλητής στην πεταλούδα ήταν κι έκανε τη θητεία του στο Λιμενικό.
Λόγω των μεταλλίων και των πολλών διακρίσεων στον υγρό το στίβο, η τοποθέτηση ήταν ευνοϊκή. Θητεία σε προάστιο της Αττικής, όπου και οι δικοί του είχαν μια μικρή επιχείρηση –αν θυμάμαι καλά ένα ψιλικατζίδικο –αγόραζα από εκεί φωτογραφίες ηθοποιών που ακόμα κάπου σε συρτάρι τις έχω φυλαγμένες.
Κι ο Γιώργος με τη ολόλευκη στολή του Λιμενικού διέσχιζε την παραλία, χαριεντιζότανε με εμάς τα πιτσιρίκια, χαμογελούσε στις μανούλες μας που με συγκρατημένο βλέμμα τον κοιτούσαν και μετά…
Μετά, όλοι περιμέναμε την ώρα που η Τιτίκα θα κατέβαινε με κάποιο νέο μπικίνι και εκεί στο μέσο ακριβώς του κόλπου η σοκολατένια σάρκα της θα αφηνότανε στο γαλάζιο χάδι της ματιάς του Γιώργου.
Μια ολίγων δευτερολέπτων συνάντηση. Μα που θα είχε συνέχεια. Αλλού. Αργότερα.
Το που ποτέ δεν μαθεύτηκε, μήτε νομίζω και κανείς το είχε ανακαλύψει.
Σημασία είχε πως για μισή ώρα –ίσως και παραπάνω- η Τιτίκα δεν φαινότανε, κι ο Γιώργος είχε εξαφανιστεί.
Μετά… Να τους και πάλι! Εκείνη, από τη μια πλευρά να πλησιάζει τα παιδιά της που φτιάχνανε το κάστρο τους στην άμμο, κι ο άλλος από την αντίθετη μεριά να συνεχίζει να χαμογελά σε όλους εμάς του πιτσιρικάδες.
Τον κοιτούσα –θυμάμαι. Κοιτούσα να ανακαλύψω πάνω στη στολή του ή πάνω στο δέρμα του ίχνη μιας πράξης που ακόμα δεν είχα γνωρίσει τον τρόπο κι εγώ να την εκτελώ, μα που ήξερα πως θα ήταν πράξη που όπου νάναι θα ερχότανε η ώρα κι η στιγμή να κυριαρχεί στο νου και στο όνειρό μου.
Τον κοιτούσα. Και μετά τα ίδια αναζητούσα να διακρίνω πάνω στο κορμί της Τιτίκας που κράταγε στο κάθε χέρι κι ένα της παιδί και επέστρεφε για το μεσημεριανό φαγητό στο σπιτικό τους.
Την κοιτούσα ψαχουλεύοντας με το βλέμμα μου να δω αν υπήρχαν πάνω της ίχνη –αμυχές, μώλωπες, ξηλωμένο σε καίριο σημείο το μπικίνι… Ποιος ξέρει τι ακόμα;… Ίχνη που θα έδειχναν το πέρασμα ένας αρσενικού από τις θηλυκές καμπύλες.
Δεν τα ανακάλυψα ποτέ.
Κι άλλωστε εκείνο το καλοκαίρι –όπως όλα – γρήγορα τέλειωσε.
Δεν ασχολούμαι με τον αθλητισμό –δεν έμαθα τις μελλοντικές νίκες του Γιώργου.
Και για τη μόνη Τιτίκα που μπορεί κάποιος να μου μιλήσει, είναι αυτή του Βίκτωρα Ουγκώ.
Η άλλη χάθηκε –μαζί με την ελεύθερη ακρογιαλιά της πρώτης, πρώτης εφηβεία μου.
Περιστασιακά –πλέον- τη θυμάμαι… Την Τιτίκα, εννοώ.
Τι να έγινε; -Όχι δεν επιτρέπω στον εαυτό μου να αναρωτηθεί.



 Πρώτη δημοσίευση: http://fractalart.gr/titika/