1.6.17

Συγγραφείς με …διπολικότητα ή διπλό ηλικιακά κοινό;


Μάκης Τσίτας
-«Ο δικός μου ο μπαμπάς» -Εικονογρ.: Λίνα Καλογερή-  Εκδ. Πατάκη
-«Ο μεγάλος μου αδελφός» -Εικονογρ.: Σάντρα Ελευθερίου – Εκδ. Ψυχογιός
-«Ο αδέσποτος Κώστας» - Εικονογρ.: Αιμιλία Κοντέου – Εκδ. Ψυχογιός









Πολύ συχνά με ρωτούν διάφοροι  αναγνώστες , δημοσιογράφοι κλπ, το πώς εγώ ο ίδιος ερμηνεύω τη δυνατότητα που έχω  άλλοτε να γράφω για παιδιά, άλλοτε για εφήβους και άλλοτε για ενήλικες.
Ομολογώ πως μου κάνει εντύπωση αυτή η απορία. Όχι μόνο γιατί δεν είμαι ο μόνος συγγραφέας  που τα βιβλία του κυκλοφορούν σε σειρές οι οποίες απευθύνονται σε διάφορες ηλικιακές ομάδες αναγνωστών, αλλά και γιατί αυτό το ίδιο το γεγονός ξαφνιάζει.
Αλλά ας αναλύσουμε κάπως πιο διεξοδικά το ζήτημα.
Και ασφαλώς μια τέτοια ανάλυση θα πρέπει να ξεκινήσει από το ερώτημα γιατί και πώς ένας συγγραφέας επιλέγει το θέμα που θα γράψει και τον τρόπο που θα το γράψει.
Νομίζω πως σε αυτήν την ερώτηση η απάντηση δεν  μπορεί αν είναι παρά μόνο μία – επιλέγουμε να καταγράψουμε αυτό που μέσα μας υπάρχει και μας απασχολεί και αποφασίζουμε τον τρόπο που θα το υλοποιήσουμε αναζητώντας εκείνον που θεωρούμε  κατά περίπτωση ως τον πλέον αντιπροσωπευτικό. Ο συγγραφέας –έτσι εγώ τον βλέπω- είναι ένας άνθρωπος που θέλει να μοιραστεί τον κόσμο του με τον κόσμο κάποιων άλλων. Κι αυτοί οι άλλοι άλλοτε είναι της δικής του ηλικίας άτομα, άλλοτε όμως και μικρότερα από αυτόν.
Μα να λάβουμε ακόμα στα υπ΄ όψιν μας πως η συγγραφή πέρα από την εξομολόγηση διαθέτει και στοιχεία διδαχής ή αν προτιμάτε και τάσης εξουσίας. Με άλλα λόγια ο συγγραφέας γράφει από τη μια για τον ίδιο του τον εαυτό και από την άλλη γιατί θέλει να καθορίσει (λίγο ή πολύ) τις σκέψεις, τα συναισθήματα, τις απόψεις των άλλων.
Γράφω –εν τέλει- σημαίνει και συνομιλώ με τον εαυτό μου (αυτόν που είμαι τώρα , αλλά και ίσως εκείνον που κάποτε ήμουνα) , αλλά  και με τον άλλον (τον σύγχρονο του ή και τον μελλοντικό… Μερικές φορές και με κάποιον που κάποτε υπήρξε)
Πίσω από αυτές τις απαντήσεις – απόψεις  νομίζω πως θα πρέπει  να αφουγκραστούμε την ελεύθερη αναπνοή του κειμένου. Με διαφορετικό τρόπο ειπωμένο –δεν είναι το κείμενο που θα πάει να συναντήσει τον αναγνώστη του, αλλά ο κάθε αναγνώστης που ανάλογα με τις διαθέσεις του, τις εμπειρίες του, τις ανάγκες του, τις γνώσεις του κλπ θα επιλέξει το κείμενο που θα του ταιριάζει.
Το κάθε κείμενο έχει μια ταυτότητα. Και η ταυτότητα του κάθε κειμένου δεν είναι άλλη από την ταυτότητα του ίδιου του συγγραφέα του.
Ότι έχω γράψει –από παραμύθι έως μυθιστόρημα- εγώ το έχω γράψει και στο κάθε ένα από τα έργα μου έχω αφήσει κάποιο χνάρι της συγγραφικής μου ταυτότητας.
Πριν από μερικές μέρες, κάποιος από τους νεώτερους συγγραφείς μας (με δυο βιβλία στο βιογραφικό του) μου δήλωσε πως δεν μπορεί να κατανοήσει πως γίνεται κάποιος να γράφει και για παιδιά και για μεγάλους. «Για μένα είστε άτομο διπολικό» -μου είπε.
Χαμογέλασα. Και του υπενθύμισα πως τότε διπολικός πρέπει να ήταν και ο Όσκαρ Ουάιλντ, αλλά και η Μάργκαρετ Άτγουντ. Όμως εκείνος όσο κι αν προβληματίστηκε, συνέχισε να επιμένει –«Ναι, αλλά στην Ελλάδα, δεν υπάρχει άλλος…»
Και πάλι τον διόρθωσα. Του θύμισα μερικούς μόνο  από τους σύγχρονους έλληνες συγγραφείς που έγραψαν και γράφουν (συχνά ή λιγότερο συχνά)  για διαφορετικούς ηλικιακά  αναγνώστες.
Άλκη Ζέη, Ζωρζ Σαρή,  Ελένη Πριοβόλου, Παντελής Καλιότσος,  Ελένη Γκίκα, Άννα Γκέρτσου – Σαρρή, Ελένη Σαραντίτη, Ελένη Βαλαβάνη, Λότη Πέτροβις, Μάκης Τσίτας…
Ο νεαρός συγγραφέας (των δύο … ‘ενήλικων’ βιβλίων) απάντησε με ένα αμήχανο «Α, υπάρχουν τόσοι!»
Αλλά εγώ κράτησα εκείνο τον χαρακτηρισμό  -‘είστε άτομο διπολικό’.
Και αποφάσισα κάπως περισσότερο να το ψάξω. Και από όσους συγγραφείς έχουν γράψει  βιβλία άλλοτε για παιδιά κι άλλοτε για μεγάλους, αποφάσισα να μελετήσω το τι συμβαίνει με την περίπτωση του Μάκη Τσίτα.
Όχι τυχαία η επιλογή του συγκεκριμένου συγγραφέα.
Ο Μάκης Τσίτας έχει μέχρι σήμερα δει να κυκλοφορούν   20 βιβλία του, εκ των οποίων δύο είναι για ενήλικο κοινό και όλα τα υπόλοιπα για μικρούς αναγνώστες.
Τα ‘ενήλικα΄ βιβλία  είναι το μεν ένα μια συλλογή διηγημάτων και το άλλο ένα μυθιστόρημα που μάλιστα του χάρισε και το σημαντικό Βραβείο Λογοτεχνίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όλα τα άλλα είναι ολιγοσέλιδες ιστορίες  που έχουν ενταχθεί σε σειρές για μικρούς αναγνώστες.
Κι ενώ το μυθιστόρημα –στο «Μάρτυς μου ο Θεός» αναφέρομαι-  είναι γραμμένο σε πρώτο πρόσωπο και ο αφηγητής είναι άτομο με διαταραγμένη προσωπικότητα, τα παιδικά είναι γραμμένα άλλοτε με τη χρήση μιας πρωτοπρόσωπης αφήγησης κι άλλοτε τριτοπρόσωπης, πάντα όμως με τη δομή του λόγου και των συναισθημάτων μικρών παιδιών.
Ο ίδιος ο συγγραφέας άλλοτε ενδύεται έναν ψυχολογικά ανώριμο ενήλικα κι άλλοτε μπαίνει μέσα στην σκέψη ενός παιδιού.
Αν πλησιάσουμε πιο κοντά τρία από τα παιδικά βιβλία του Τσίτα, θα διαπιστώσουμε πως στο καθένα τους το θέμα είναι διαφορετικό, όπως επίσης και οι συγγραφικές τεχνικές που εν τέλει έχουν επιλεγεί για να βοηθήσουν την αφηγούμενη ιστορία να πάρει τις διαστάσεις που ο δημιουργός της επιζητά.
Στο «Ο δικός μου μπαμπάς» ο αφηγητής είναι ένα μικρό κορίτσι. Με τρόπο απλό μας εξηγεί γιατί θαυμάζει τον μπαμπά της. Οι λόγοι που επικαλείται είναι μέσα στις σημαντικές αξίες που ένα παιδί αναγνωρίζει. Αλλά η ταυτότητα του φύλου της από πλευράς κειμένου μόνο στην τελευταία πρόταση φανερώνεται.  Είναι η εικονογράφηση που από την πρώτη στιγμή μας δείχνει πως έχουμε ηρωίδα κι όχι ήρωα. Κι ίσως έτσι να μην προσέξει κανείς πως οι φράσεις (μια ή δυο σε κάθε σελίδα) είναι φράσεις που ταιριάζουν σε ένα μικρό κορίτσι –π.χ. Ο δικός μου ο μπαμπάς είναι ο πιο όμορφος απ΄ όλους. Το επίθετο όμορφος θα είχε γίνει ίσως δυνατός αν ο αφηγητής ήταν αγόρι.
Η συγγραφική άποψη λοιπόν δίνει το παρόν της, όπως το ίδιο εμφανής γίνεται και στο «Ο μεγάλος μου αδελφός» Εδώ επίσης ξεκάθαρα η αφήγηση δηλώνει πως εκπροσωπεί όχι μόνο τα συναισθήματα του μικρού αδελφού αλλά και από την δική του σκέψη υλοποιείται.
Ο Τσίτας από το ένα κείμενο στο άλλο ‘ενδύεται’ διαφορετικές προσωπικότητες, ακριβώς όπως μια διαφορετική περσόνα είχε υποδυθεί όταν έδινε φωνή στον Χρυσοβαλάντη, ήρωα του ’ενήλικου΄  μυθιστορήματός του.
Στο τρίτο βιβλίο –‘Ο αδέσποτος Κώστας»- μια νέα κατάσταση περιγράφεται.  Η τριτοπρόσωπη αφήγηση μας φέρνει από την πρώτη κιόλας πρόταση σε ένα αντεστραμμένο κόσμο. Είναι οι σκύλοι που έχουν  ως κατοικίδια ζώα τους ανθρώπους. Κι έτσι το μήνυμα της φιλοζωίας  αποκτά μια απρόσμενη εγκυρότητα. Ο αναγνώστης (όχι κατ΄ ανάγκη και μόνο ο μικρός)  λογικό είναι να ταυτιστεί όχι με τη θέση του ιδιοκτήτη ζώου, αλλά με εκείνη του αδέσποτου μικρού ανθρώπου. Και να κατανοήσει την αγριότητα της μη αποδοχής.
Αλλά ας επανέλθω στον αρχικό μου προβληματισμό. Και πλέον νομίζω πως έχω απαντήσει ότι εκείνοι οι συγγραφείς που γράφουν (όπως  όσοι πιο πάνω έχω αναφέρει και άλλοι ακόμα που μπορεί να μου διέφυγαν) και για παιδιά και για νέους και για μεγάλους δεν είναι παρά λογοτέχνες που διαθέτουν μια μεγάλη γκάμα συγγραφικών δυνατοτήτων. Μπορούν και ταυτίζονται… Πιο σωστά ενεργοποιούν  εμπειρίες που κάποτε είχαν αποκτήσει ή και  επινοούν  νέες και με τη βοήθεια του ταλέντου τους άλλοτε αφηγούνται με την ιδιοσυγκρασία ένας άλλου φύλου  από αυτό που είναι το δικό τους, άλλοτε με άλλη ηλικία από αυτήν που πλέον διανύουν, κάποτε δε φτάνουν και στην ευχέρεια να διαφοροποιήσουν και την ίδια την ανθρώπινη μορφή τους.
Όλα αυτά φανερώνουν διπολικότητα; Μάλλον  πολλαπλότητα –απαντώ εγώ. . Αυτήν την πολλαπλότητα που διέθεταν ο Άντερσεν του Ασχημόπαπου, ο Κάρολ της Αλίκης, ο Εξυπερύ του Μικρού Πρίγκιπα, η Τράβερς της Μαίρη Πόπινς, ο Μπάρι του Πήτερ Πάν.


Πρώτη ανάρτηση: http://fractalart.gr/syggrafeis-me-dipolikotita/

30.5.17

Φεύγει - Έρχεται στο Culture Now




Σε μια ιδιαίτερα καλαίσθητη έκδοση κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Καλειδοσκόπιο το βιβλίο των Άννας και Μάνου Κοντολέων, σε εικονογράφηση της Φωτεινής Τίκκου.

της  ΤΕΣΥ ΜΠΑΙΛΑ

Ο Φοίβος είναι ένα μικρό αγόρι, το οποίο ζει με τους γονείς του και τον  Χιονάτο, το σκυλάκι του στον μακρινό Βορρά. Οι συγγενείς του, ο παππούς, η γιαγιά, ο θείος και τα ξαδέλφια του ανυπομονούν να πάει κοντά τους για καλοκαιρινές διακοπές. Αυτό που κάνει ξεχωριστό τον Φοίβο όμως είναι το γεγονός πως είναι ένα παιδί από εκείνα που αναγκάστηκαν να ξενιτευτούν μαζί με την οικογένειά τους. Οι συγγραφείς δεν παρουσιάζουν μόνο την ιστορία του αλλά αποκρυπτογραφούν τα συναισθήματα εκείνα που γεννιούνται στα παιδιά αυτά αλλά και στους συγγενείς που τα περιμένουν, αδημονώντας να τα ξαναδούν και να περάσουν μαζί τους μερικές ευτυχισμένες στιγμές, όταν η μοίρα αποφασίζει ερήμην τους ότι πρέπει να απομακρυνθούν από μια πατρίδα που τόσο βάρβαρα περιορίζει το μέλλον τους.

Ο Φοίβος αγωνιά να δει την οικογένεια της μητέρας του, η οικογένεια ανυπομονεί να τον έχει κοντά της, οι νοοτροπίες και οι συμπεριφορές των τόπων αναδεικνύονται και γίνεται κατανοητό πόσο σκληρός μπορεί να είναι ο νόστος και ο αναγκαστικός αποχωρισμός από τους δικούς σου ανθρώπους όταν η μετανάστευση φαντάζει η μόνη αξιοπρεπής λύση στον αγώνα για την επιβίωση.

Αυτό που κάνει όμως εξαιρετικό το βιβλίο, πέρα από την τόσο καλαίσθητη εικονογράφησή του, είναι το γεγονός πως η Άννα και ο Μάνος Κοντολέων γράφουν ένα βιβλίο για να αποδώσουν τον τρόπο με τον οποίο η μετανάστευση προσδιορίζει, περιορίζει και μεγεθύνει συναισθήματα και αγωνίες και το κάνουν με τρόπο διεισδυτικό και ευθύβολο. Αυτό που προκαλεί εντύπωση είναι το γεγονός ότι αυτοί οι δύο συγγραφείς καταφέρνουν να συγγράψουν το βιβλίο αυτό καταθέτοντας την προσωπική τους ευαισθησία σαν μια αδιαίρετη μονάδα και όλο αυτό γίνεται ισορροπημένα και με απόλυτη αρμονία.

Πραγματικά θα είχε πολύ μεγάλο ενδιαφέρον να μαθαίναμε πώς αποφάσισαν αυτό το εγχείρημα, πώς συνεργάστηκαν πατέρας και κόρη, πώς είδαν τους ήρωές τους από κοινού, πώς πέτυχαν να συναρμολογήσουν τις λέξεις τους έτσι ώστε να μοιάζει όλο το βιβλίο πως έχει γραφτεί από ένα και μόνο άτομο, παρά τις δυσκολίες που ενδεχομένως θα είχαν να αντιμετωπίσουν λόγω των πολύ συγκεκριμένων διαφορών τους, όπως αυτή του φύλου, της ηλικίας, των εμπειριών, των αφηγηματικών απόψεων.


Το «Φεύγει έρχεται» είναι ένα βιβλίο που αξίζει να διαβαστεί από αναγνώστες κάθε ηλικίας, ακριβώς επειδή μέσα στις σελίδες του μπορούν όλοι να διαβάσουν για την αξία της αγάπης που καμιά χιλιομετρική απόσταση δεν μπορεί να περιορίσει και παράλληλα να θαυμάσει το ταλέντο των δύο αυτών συγγραφέων που τόλμησαν να σφιχτοδέσουν τις πένες τους με ένα πραγματικά πρωτότυπο και τόσο αποτελεσματικό τρόπο.



Πρώτη ανάρτηση: http://www.culturenow.gr/nyxterinoi-peripatoi-tsarls-ntikens-kritiki-vivlioy/

28.5.17

Φεύγει Έρχεται - Λεπτές αφηγηματικές γραμμές


Η Ελένη Γεωργοστάθη έγραψε στο:  Μια φορά κι έναν καιρό η μικρή Ελένη


Ο Φοίβος: ένα παιδί που ζει στον μακρινό, βροχερό Βορρά. Μαζί με τον μπαμπά, τη μαμά, τον σκύλο τους τον Χιονιά. Είναι εκείνοι που έφυγαν. Κάποιοι άλλοι έμειναν στον Νότο. Ο παππούς Λέανδρος, η γιαγιά Φοίβη, ο Άρης, η Μέλπω, τα δίδυμα Φρίξος και Έλλη κι ο παπαγάλος Πλάτων. Ο Φοίβος ετοιμάζεται να τους επισκεφτεί. Κι εκείνοι να τον δεχτούν. Τέσσερις μέρες τούς χωρίζουν. Αυτές τις τέσσερις μέρες, γεμάτες ετοιμασίες, ρουτίνες, διαδρομές, αλλά και όνειρα, προσδοκίες, ελπίδες, συναισθήματα αφηγούνται στο Φεύγει Έρχεται ο Μάνος κι η Άννα Κοντολέων κι εικονογραφεί η Φωτεινή Τίκκου.

Τα περισσότερα σαλόνια του βιβλίου είναι χωρισμένα στα δυο – από τη μια ο Φοίβος που ετοιμάζει βαλίτσες, διαλέγει πράγματα, αγωνιά, περιμένει. Από την άλλη παππούδες, θείοι και ξαδέρφια, που κι εκείνοι κάνουν ετοιμασίες, προσπαθούν να μαντέψουν επιθυμίες και να αποτρέψουν ματαιώσεις, συνδέουν νοσταλγικά παρελθόν και παρόν, πασχίζουν να καλύψουν τα κενά που γεννά η απόσταση κι ο χρόνος που έχουν περάσει χωριστά, να δημιουργήσουν κοινές αναμνήσεις που θα κρατήσουν μια ζωή.

Λαχτάρα κι αγωνία, προσδοκίες και φόβοι, σ’ ένα κείμενο που ενώνει δυο κόσμους αλλά και δυο συγγραφικές πένες, που σε κανένα σημείο δεν παρεκκλίνουν από την κοινή αντίληψη και πρακτική τους. Δοσμένο με έναν απρόσκοπτο ρυθμό που δε χάνει τον βηματισμό του ανάμεσα στο εδώ και στο εκεί, δεν παρασύρεται από την εναλλαγή της μονολογικής οπτικής του Φοίβου με την πολλαπλότητα των οπτικών των ανθρώπων του που τον περιμένουν στον Νότο. Οι δυο συγγραφείς κατορθώνουν να επινοήσουν λεπτές αφηγηματικές γραμμές που συνδέουν διαφορετικούς τόπους και ζωές μέσα από αναφορές σε αντικείμενα, χρώματα, συνήθειες: αλλού είναι η επιλογή βιβλίων και δώρων, αλλού το αγαπημένο φρούτο του Φοίβου, αλλού η βροχή, τα δρομολόγια των τρένων κτλ. Όση απόσταση κι αν χωρίζει τους μεν από τους δε, είναι πολλά, ακόμα και τυχαία ή καθημερινά, αυτά που τους ενώνουν.

Η εικονογράφηση της Φωτεινής Τίκκου συνδυάζει χρώμα και λιγοστά στοιχεία κολάζ, άλλοτε χτίζοντας ολοκληρωμένα και ατμοσφαιρικά σκηνικά κι άλλοτε κατακερματίζοντας την πραγματικότητα και ζουμάροντας σε χαρακτηριστικές λεπτομέρειες. Αν και στο βιβλίο δηλώνεται με εικονίδια στις γωνίες των σελίδων ποιες από αυτές απεικονίζουν τον Βορρά και ποιες τον Νότο, η εικονογράφος δε διστάζει σε αρκετές περιπτώσεις να «επιτρέψει» σε ένα αντικείμενο ή μια λεπτομέρεια από το εκεί να εισβάλει στο εδώ, σε ένα χρώμα ή μοτίβο να ανοίξει διάλογο ανάμεσα στους δυο κόσμους, ακόμα και να τους παρουσιάσει ως ενιαίο εικονογραφικά σύνολο σε κάποια σαλόνια.

Αποτέλεσμα: Ένα πανέμορφο εικονογραφημένο βιβλίο όπου μικρές καθημερινές εικόνες χτίζουν προσδοκίες, κάνοντάς σε κι εσένα να ονειρευτείς τις μέρες εκείνες που θα περάσει ο μικρός Φοίβος κοντά στους συγγενείς του, να συμμεριστείς την κοινή αγωνία τους και τη λαχτάρα τους. Με το συναίσθημά σου να απελευθερώνεται λυτρωτικά εκεί ακριβώς που τελειώνουν οι προσδοκίες κι αρχίζουν οι μέρες της κοινής ζωής των ηρώων. Ένα βιβλίο αισιόδοξο, ζωντανό, αληθινό, που σε κάνει να συλλογιστείς όλες τις ιστορίες μετανάστευσης κοντινών και μακρινών σου ανθρώπων που ξέρεις, και που, χωρίς να εκβιάζει το συναίσθημα, μιλά κατευθείαν στην καρδιά σου.  

Πρώτη ανάρτηση: http://miaforakienankairoimikrieleni.blogspot.gr/2017/05/blog-post.html

27.5.17

Φεύγει Έρχεται


Ο Κώστας Στοφόρος έγραψε στο www.literatute.gr

Μάνος Κοντολέων και Άννα Κοντολέων.

Πατέρας και κόρη, αγαπημένοι συγγραφείς κι οι δυο μας χαρίζουν ένα βιβλίο που έγραψαν μαζί. «Φεύγει Έρχεται» ο τίτλος και η εικονογράφηση είναι της Φωτεινής Τίκκου. Οι εκδόσεις Καλειδοσκόπιο μας έχουν πια συνηθίσεις στις ποιοτικές εκδόσεις και στις θαυμάσιες εκπλήξεις. Ο Φοίβος ζει με τη μαμά και τον μπαμπά του (και τον σκύλο Χιονάτο) στον Βορρά. Μόλις κλείσουν τα σχολεία θα πάει στους συγγενείς που τον περιμένουν. Γιαγιά, παππούς, θείος, ξαδέρφια, τον περιμένουν πως και πως. Να τον κάνουν να νιώσει όμορφα, να του πάρουν ωραία δώρα, να ετοιμάσουν πάρτι, εκδρομές και επισκέψεις. Χωρίς να αναφέρεται γίνεται φανερό πως ο Φοίβος είναι ένα από τα χιλιάδες παιδιά που βρέθηκαν με τους γονείς τους στον δρόμο της αναγκαστικής ξενιτιάς. Οι οικογένειες που η «μητριά πατρίδα» έδιωξε από κοντά της. Και πολλές οικογένειες δεν έχουν καν την τύχη να είναι μαζί. Όταν δυο τόσο ταλαντούχοι και ευαίσθητοι άνθρωποι αποφασίζουν να γράψουν καταφέρνουν να μιλήσουν στην καρδιά και στο μυαλό των παιδιών και να μας κάνουν όλους μαζί να σκεφτούμε, να νιώσουμε και να βγάλουμε τα δικά μας συμπεράσματα. Το χαρήκαμε πραγματικά…


Πρώτη ανάρτηση: http://www.literature.gr/vivlia-apoktimata-gia-mikra-pedia-grafi-o-kostas-stoforos/

Οι Παρασκευές των καλωσορισμάτων




 
Πριν από ένα χρόνο νομίζω, το τμήμα των βιβλίων για παιδιά και νέους των Εκδόσεων  Πατάκη έχει καθιερώσει κάποια Παρασκευή μέσα σε ένα μήνα, να καλωσορίζει τα νέα βιβλία με μια μικρή ‘οικογενειακή’ και απολύτως φιλική μάζωξη στο πατάρι του βιβλιοπωλείου Πατάκης επί της οδού Ακαδημίας.
Η πρώτη τέτοια μικρή γιορτή, θυμάμαι πως ήταν με την ευκαιρία της έκδοσης ενός βιβλίου του Βαγγέλη Ηλιόπουλου. Ακολούθησαν κι άλλες.
Δεν είναι ανοιχτές στο ευρύ κοινό εκδηλώσεις. Μοιάζουν –όχι μόνο μοιάζουν, αλλά στην ουσία είναι- με ολιγομελείς  συναθροίσεις φίλων για να κουβεντιάσουν πάνω στα νέα μέλη – βιβλία που τη μέρα εκείνη εισέρχονται στη συντροφιά και να τους ευχηθούνε το κλασικό ‘καλοτάξιδο’
Οι ίδιοι οι συγγραφείς των βιβλίων είναι παρόντες, μαζί τους και άλλοι συγγραφείς, εικονογράφοι, εκπαιδευτικοί, κι άλλοι άνθρωποι  που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο ενδιαφέρονται για το είδος αυτό της λογοτεχνίας.
Ενδιαφέρουσα αυτή η πρωτοβουλία καθώς μέσα στις δυο περίπου ώρες που διαρκεί η συνάντηση, φιλικές κουβεντούλες εξελίσσονται σε ουσιαστικούς διάλογους και ενδιαφέρουσες ανταλλαγές απόψεων πάνω σε ζητήματα που απασχολούν όσους παράγουν ή προωθούν τα βιβλία για παιδιά και νέους.
Ζούμε σε μέρες αποξένωσης και τέτοιες ευκαιρίες μας χαρίζουν την ικανοποίηση να αγγίξουμε το χέρι κάποιου συναδέλφου συγγραφέα, να μοιραστούμε τη χαρά της έκδοσης με εκείνους που θέλουμε να είναι και οι πρώτοι που θα την διαβάσουν.
Έχω  προσωπική εμπειρία αυτών των συναθροίσεων καθώς δυο βιβλία μου κάνανε την … παρθενική τους εμφάνιση κάποιες παρόμοιες  Παρασκευές. Κρατάνε σημαντική θέση στο ημερολόγιο των αναμνήσεών μου.
Η τελευταία από τις συγκεντρώσεις έγινε με την ευκαιρία της κυκλοφορίας  έξι νέων τίτλων παιδικής  λογοτεχνίας.
-«Λέσχη αλλόκοτων πλασμάτων –βιβλίο 1» του Γιώργου Κ. Παναγιωτάκη - (Μια ιστορία περιπέτειας και φαντασίας με παιδιά που διαθέτουν ασυνήθιστες ιδιότητες)
-«Το σκλαβάκι της Κνωσού» της Ελένης Κατσαμά – (Μια ‘λοξή’ ματιά στην εποχή του Μίνωα που τη συνδέει με τα χρόνια που διανύουμε)
-«Νάνσι» του Σπύρου Γιαννακόπουλου - (Ένα μπλέξιμο μοτίβων κλασικών παραμυθιών που συνθέτουν ένα μυθιστόρημα φαντασίας)
-«Διπλό χτύπημα» της Λίνας Λυχναρά – (Αστυνομικής πλοκής μυθιστόρημα που συνδέει μια θεατρική παράσταση με ρατσιστικά μίση)
-«Ο δικός μου ο μπαμπάς» του Μάκη Τσίτα –(εικονογραφημένη ιστορία για το πώς βλέπει κάθε παιδί τον γονιό του)
-«Είμαι σκέτο παιδί» της Ιωάννας Μπαμπέτα – (μια εικονογραφημένη αφήγηση του τρόπου που ένα παιδί κατανοεί τις αντιδράσεις των ενηλίκων)
Και οι έξι συγγραφείς ήσαν παρόντες κι όπως οι περισσότεροι από αυτούς ανήκουν στη νεώτερη γενιά των δημιουργών, δώσανε στο απόγευμα αυτής της  Παρασκευής το  αισιόδοξο μήνυμα για μια ουσιαστική συνέχεια της ελληνικής παιδικής και νεανικής λογοτεχνίας.
Και τα έξι βιβλία στάθηκαν η αφορμή να ξεκινήσει μια πολύ γόνιμη ανταλλαγή απόψεων πάνω σε ζητήματα δομής ενός έργου, συγγραφικών προθέσεων και διαχωρισμού της εμπειρίας από τον διδακτισμό.

Στέκομαι στο ότι αυτές οι συγκεντρώσεις είναι κλειστές και οι συμμετέχοντες έχουν με προσωπικές προσκλήσεις κληθεί. Είναι σημαντικό όσοι ασχολούμαστε με ένα συγκεκριμένο είδος βιβλίων να έχουμε κάπου, κάπου την ευκαιρία να συναντιόμαστε, να συνομιλούμε και να μοιραζόμαστε έτσι τους προβληματισμούς , τις ανησυχίες μας και τα όνειρά μας.

26.5.17

Μ΄αγαπάς, μπαμπά;

Βασίλης Κουτσιαρής
«Μ΄ αγαπάς, μπαμπά;»
Εικονογράφηση: Κατερίνα Βερούτσου
Ελληνοεκδοτική

                              

Οι σύγχρονες θεωρίες σχετικά με τον προσδιορισμό των φύλων, έτσι όπως έχουν εδραιωθεί στα πλαίσια των ανθρωπιστικών σπουδών, διαχωρίζουν με σαφήνεια το βιολογικό φύλο από το αντίστοιχο κοινωνικό.
Το βιολογικό φύλο μπορεί να είναι ή αρσενικό ή θηλυκό και καθορίζεται από την παρουσία των αντίστοιχων γεννητικών οργάνων
Το κοινωνικό φύλο είναι ο άνδρας και η γυναίκα. Είναι μια κοινωνική, κατά κάποιο τρόπο, ταξινόμηση, με την έννοια πως η ίδια η κοινωνία προσδίδει τα βασικά χαρακτηριστικά του ενός ή του άλλου εκπροσώπου. Χαρακτηριστική η φράση της Σιμόν Ντε Μπωβουάρ  «Γυναίκα δε γεννιέσαι, γυναίκα γίνεσαι»
Πέρα όμως από το καθαρά ανδρικό ή γυναικείο προφίλ,  οι σύγχρονες κοινωνίες αναγνωρίζουν το δικαίωμα στα άτομα να εκφράζουν το καθένα  με το δικό του εντελώς προσωπικό τρόπο την σεξουαλική του ταυτότητα. Και τελικά να την αναγνωρίζουν ως μια βασική παράμετρο της γενικότερης έκφρασης της παρουσίας μας μέσα στο κοινωνικό σύνολο. Με άλλα λόγια δεν υπάρχουν δύο μόνο κοινωνικά φύλα, αλλά τόσα όσοι και οι άνθρωποι που ζήσανε, ζούνε και θα ζήσουν.
Κατάκτηση όλα αυτά της Επιστήμης και μια αποδοχής εκ μέρους της κοινωνίας του δικαιώματος κάθε ανθρώπου να έχει τη δική του ταυτότητα, η οποία θα είναι αποδεχτή και από όλους τους άλλους.
Το Δικαίωμα σε μια Tαυτότητα είναι ένα από τα βασικά δικαιώματα και της Χάρτας των Δικαιωμάτων των Παιδιών που υποστηρίζει η Unicef.
Η σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία για παιδιά εδώ και πολλά χρόνια υποστηρίζει με τις θεματικές της επιλογές όλα τα δικαιώματα των παιδιών και σίγουρα κι αυτό που αφορά το δικαίωμα σε μια ταυτότητα. Αλλά ενώ πολύ συχνά διαβάζουμε βιβλία που υποστηρίζουν την εθνική ταυτότητα, τη γλωσσική, την γενικότερα πολιτιστική, ακόμα και την θρησκευτική, σπάνια έχει τύχει να δούμε συγγραφείς να ασχολούνται με την ταυτότητα που αφορά της σεξουαλική συμπεριφορά των παιδιών.
Ακόμα και ανάμεσα στα βιβλία που ιδιαίτερα ασχολήθηκαν με τον φαινόμενο του σχολικού εκφοβισμού δεν βρέθηκε ένα (ως στο σημείο που προσωπικά γνωρίζω και στα πλαίσια μιας εικονογραφημένης έκδοσης) που να μίλησε για τον εκφοβισμό λόγω αποκλίνουσας ως προς τις καθιερωμένες απόψεις συμπεριφοράς αγοριών ή κοριτσιών.
Ίσως τα κοινωνικά αντανακλαστικά να μην έχουν ολότελα απαλλαγεί από στρεβλώσεις του παρελθόντος. Ίσως οι έλληνες συγγραφείς να μην είναι αρκούντως τολμηροί ώστε να σκεφτούν την χρησιμοποίηση ένας μικρού παιδιού –κυρίως αγοριού- με αποκλίνουσες  φυλετικές συμπεριφορές ως κεντρικό πρόσωπο μιας ολιγοσέλιδης  ιστορίας τους.
Ο Βασίλης Κουτσιαρής –από τις πλέον δραστήριες παρουσίες στο χώρο κυρίως των εικονογραφημένων βιβλίων- μπορεί μήτε κι αυτός να τόλμησε να γράψει με τρόπο ρεαλιστικό και απόλυτα ξεκάθαρο για το θέμα αυτό, σίγουρα όμως εγγράφεται στα ιδιαιτέρως θετικά στοιχεία των συγγραφικών βημάτων του το ό,τι ασχολείται με το ζήτημα του πως αντιμετωπίζεται μέσα στην οικογένεια ένα παιδί που διεκδικεί τον δικό του τρόπο χαράς και απόλαυσης στην καθημερινότητά του.
Το τελευταίο του βιβλίο «Μ΄ αγαπάς, μπαμπά;» έχει ως κεντρικό ήρωα ένα δέντρο. Μια λεύκα συγκεκριμένα, που όμως διαφέρει από τα άλλα παρόμοια δέντρα  δίπλα στα οποία έχει φυτευτεί για να δημιουργηθεί μια αλέα. Εκείνα είναι ευθυτενή, αυτό απλώνει παράλληλα με το έδαφος τα κλαριά του. Από τη μια έχουμε, λοιπόν, την ένταση της γραμμής και από την άλλη την απαλότητα  του κύκλου. Αυθόρμητα μας έρχονται στο νου τα δυο σύμβολα για τον άνδρα και τη γυναίκα. Το δόρυ του Άρη και ο καθρέφτης της Αφροδίτης.
Με συμβολισμούς όμως ο Κουτσιαρής δομεί όλη την ιστορία του.
Δίπλα στο διαφορετικό δέντρο, πρωταγωνιστεί και  ο κηπουρός –σπορέας και πατέρας. Με άλλα λόγια ο εκπρόσωπος μιας στερεοτυπικής και ανδροκρατούμενης κοινωνίας.
Αυτός δεν αποδέχεται την διαφορετικότητα του δέντρου. Ενώ εκείνο αναζητά τρόπους να του αποδείξει πως μπορεί να διαθέτει τους δικούς του τρόπους έκφρασης όχι μόνο συναισθημάτων, αλλά και θάρρους.
Η συντροφιά του δέντρου είναι πολύχρωμες πεταλούδες. Των άλλων αγριωπά και πολεμοχαρή γεράκια και αετοί.
Και βέβαια η παρουσία του ‘περίεργου’ δέντρου χαλάει την ομοιομορφία της αλέας. Και γι αυτό και γίνεται αποδέκτης καταφρόνιας και περίγελου.
Ο ίδιος ο κηπουρός – πατέρας θα βιαιοπραγήσει απάνω του σε μια προσπάθεια να το κάνει να μοιάζει με τα άλλα δέντρα.
Ο Βασίλης Κουτσιαρής  χρησιμοποιεί με σαφή διάθεση αντιστοίχησης τα σύμβολα που παραπέμπουν σε κοινωνικές καταστάσεις και τύπους. Και η αντιστοίχηση του είναι απολύτως επιτυχημένη.
Στο τέλος η δικαίωση θα έρθει. Το διαφορετικό δέντρο θα γίνει σεβαστό από τα άλλα δέντρα, και ο σπορέας – πατέρας θα δηλώσει την αγάπη του και την αναγνώρισή του.
Θα την δηλώσει;…
Ο συγγραφέας καταφέρνει να αποφύγει το σκόπελο ενός happy end και δεν ξεκαθαρίζει αν τελικά η αποδοχή του γονιού έγινε στ΄ αλήθεια ή έμεινε μέσα στο όνειρο του διαφορετικού δέντρου.
Όπως και να είναι το παρελθόν είναι δεδομένο. Όλες οι ελπίδες έρχονται με το μέλλον –ως ένα γονιός που θα σταθεί δίπλα στο παιδί του και θα του δηλώσει : Είμαι περήφανος για σένα. Δηλαδή αναγνωρίζει το δικαίωμα στην διαφορετικότητα ξεπερνώντας τις όποιες προκαταλήψεις.

Κείμενο, λοιπόν, που φέρνει με τεκμηρίωση τον προβληματισμό του. Η γραφή διακριτικά περιγραφική, υπόγεια τρυφερή, συχνά υπαινιχτικά ποιητική.
Και βέβαια οι ζωγραφιές της Κατερίνας Βερούτσου.  Από τα χρώματα της Φύσης, η εικονογράφος επέλεξε αποχρώσεις τους που δεν απογειώνουν τα συναισθήματα. Τα κρατούν πάνω στο έδαφος, τα βοηθούν να σκληρύνουν ώστε να μπορούν να αντέξουν στις πιέσεις, να διαθέτουν το απόθεμα μιας στοχαστικής ελπίδας.
Μαζί με το κείμενο, οι εικόνες δηλώνουν πως με το δικό τους τρόπο πως άλλο το παρόμοιο και άλλο το ομοιόμορφο. Και πως η ομορφιά τη Φύσης από εκεί ακριβώς πηγάζει. Από την ποικιλία. Όπως και της κοινωνίας.

 Πρώτη ανάρτηση: http://diastixo.gr/kritikes/paidika/7096-magapas-mpampa




22.5.17

«Αμαρτωλή πόλη» στο Think Free από την Έλενα Αρτζανίδου





«Αμαρτωλή πόλη» διαβάζουμε και οι συνειρμοί μπορεί να είναι πολύ: Αμαρτίες ανθρώπων, σκάνδαλα, εγκλήματα, αίμα, φόβος.
Η εικόνα του εξωφύλλου από την άλλη παρατηρώντας την σε οδηγεί στα προηγούμενα μαζί με την ανάγκη να σταθείς στο γυναικείο πρόσωπο.
Εξώφυλλο μαύρο με κόκκινο και ελαφρά κόκκινο ανοιχτό, ένα όμορφο γυναικείο-νεανικό, περιποιημένο πρόσωπο που αφήνει τα δάκρυά του. Κόκκινα μαλλιά. Στα περιποιημένα δάχτυλα της κρατά ένα κινητό. Άραγε τι να διαβάζει στην οθόνη του κινητού της!
Μήνυμα απόρριψης.
Μήνυμα επιβεβαίωσης.
Μήνυμα νοσταλγικό.
Μήνυμα που εκείνη θα ήθελε να στείλει, αλλά δεν τολμά!
ΣΤΗ ΛΕΩΦΟΡΟ ακίνητα αυτοκίνητα.
Στα καλώδια του ηλεκτρικού-λίγο πιο πριν-κάποια πουλιά.
Τρομάξανε… Πετάξανε. Τα καλώδια τώρα γυμνά.
Κάποιο τροχαίο, κορναρίσματα, φρεναρίσματα και ξαφνικά μποτιλιάρισμα και στις τέσσερις λωρίδες.
Στην αριστερή το μαύρο Citroen– εκεί μέσα με τη βία την είχαν στριμώξει. Τη Στεφανία.
Στο μαύρο Citroen , τώρα. Με τα μαύρα, τα φιμέ τζάμια. Δεν τη βλέπει κανείς τη Στεφανία. Μόνο εκείνη μπορεί να δει.
 Βλέπει. Από πίσω ένα κίτρινο βαν, μπροστά μια κόκκινη BMW και στο πίσω κάθισμα ένα κορίτσι…
Έτσι ξεκινά το βιβλίο και θεωρώ πως όταν διαβάσεις όλο το βιβλίο, καταλαβαίνεις ότι αυτό το πρώτο κεφάλαιο, σου τα έχει πει όλα μέσα σε μια σκηνή γρήγορη, πυκνή, σκληρή ή αν θέλετε νιώθεις πως φωτίζει σχεδόν όλα όσα γράφονται στις 384 σελίδες του.
Αφήνοντας το εξώφυλλο περνώ σε αυτό που θεωρώ πως υποστηρίζει όλη την ιστορία και αυτό που πιστεύω πως θέλει να θέσει ο συγγραφέας ως προβληματισμό.
Την αμαρτωλή πόλη.
Γκρίζα, υγρή πόλη, με τις ρημαγμένες, άδειες από ζωή γειτονιές. Με καταστήματα κλειδωμένα και αραχνιασμένα, με δρόμους επαναλαμβάνω υγρούς βρώμικους  και σκοτεινούς.
Αμαρτωλή είναι η πόλη και μέσα σε αυτήν κινούνται άνθρωποι, οι άνθρωποι που έπλασε ο συγγραφέας με πρώτη την έφηβη, Στεφανία.
Όμως αυτό το «που», δηλ. ο τόπος επιλογής, σίγουρα ήταν που παίδεψε, απασχόλησε τον Μάνο Κοντολέων και συνειδητά θέλησε να βάλει μέσα σε αυτήν την θλιβερή, μπουκωμένη, παρακμιακή πόλη, εν βρασμώ πόλη, την έφηβη ηρωίδα του για να την δει να ωριμάζει, αφού πρώτα ζήσει σκληρές στιγμές.
…Μα η Στεφανία φτάνει στο πεζοδρόμιο και ακολουθεί την πρώτη κάθετο που βρίσκεται μπροστά της.
Τρέχει η Στεφανία…Τρέχει.
Άγνωστη η γειτονιά που έχει βρεθεί.
Γκρίζα. Υγρή.
Λίγα μαγαζιά… όπως τα περισσότερα στην πόλη, κλειστά. Σκουπίδια μαζεμένα έξω από τις εισόδους τους και ξεθωριασμένα από τις βροχές ΕΝΟΙΚΙΑΖΕΤΑΙ και ΠΩΛΕΙΤΑΙ…σελ.15
Η πόλη είναι η αμαρτωλή και όχι οι άνθρωποι της, και όχι ο Τονίνο ή ο  Θεοφάνης ή η Χρύσα ή…
Η Αμαρτωλή πόλη δεν είναι μόνο το χρώμα της που επιμένει να μας δείχνει ο συγγραφέας αυτό το γκρίζο, το θολό, το φοβικό. Είναι και όσα συμβαίνουν μέσα της. Είναι όσα υπάρχουν και άλλοτε μιλούν δυνατά, και σε στιγμές πρέπει να σταματήσεις για να ακούσεις τους ψιθύρους και να καταλάβεις, και είναι αυτά που συνειδητά επιλέγει να φωτίσει και αυτό το κάνει γιατί θέλει, τον ενδιαφέρει να πάρει ιδεολογική θέση.
Η φτώχεια, βλέπε την κουλουριασμένη γριά στο δρόμο …«Πέφτει πάνω στην γριά που κουλουριασμένη σε μια γωνιά ζητιανεύει.
Το πρόσωπο της μιας δίπλα στο πρόσωπο της άλλης.
Θολοί οι βολβοί στα μάτια της γυναίκας, θολό το βλέμμα και μια οσμή πολυκαιρισμένου ιδρώτα.
Η Στεφανία ανατριχιάζει.
«Τύφλα…» λέει η γριά… σελ. 16
 Ή το παιδί στο πάνω πάνω σκαλί,
 … Η Στεφανία ανασηκώνεται.
Τρέχει.
Να, τώρα, η είσοδος μιας στάσης του μετρό.
Ποια στάση;
Στάση;… Διέξοδος!…
Στο πάνω πάνω σκαλί ένα αγόρι ξαπλωμένο.
Η Στεφανία περνά ξυστά από δίπλα-όχι, δε σκοντάφτει πάνω του…» σελ.17».
Η παρακμή, καταστήματα που γράφουν ενοικιάζεται -πωλείται.
Η επιμονή στον καταναλωτισμό με αφίσες απαστράπτουσες μέσα στο μετρό Dior και από δίπλα οι παραστάσεις της Κάρμεν, μια αγκομαχούσα Τέχνη προσπαθεί στην κατρακύλα παράλληλα σε αυτήν την Αμαρτωλή πόλη που έχει μαζέψει τόσο θυμό, τόσο φόβο, τόσο λιγοστό οξυγόνο ενώ ο αγώνας στο δρόμο έχει πάρει φωτιά .
Ή τα γκράφιτι μέσα στην αμαρτωλή πόλη, που αναφέρει στη σελ. 16:..Σε μάντρες γκράφιτι που σου αγριεύουν την ψυχή…
Αλλά και γκράφιτι που υπάρχουν μέσα σε όλο το βιβλίο και είναι αυτά που επιλέγει και όχι τυχαία να περάσει μέσα από την ιστορία του.
Είσαι όμορφη σαν τράπεζα που καίγεται…. Ξυπνήστε αυτούς που κοιμούνται όχι αυτούς που ονειρεύονται… σελ. 58
Δίπλα σε αυτά και  οι στίχοι τραγουδιών με ιδεολογικό περιεχόμενο.
Καθαρή λοιπόν ιδεολογική τοποθέτηση του συγγραφέα μιας και τίποτε δε θα αλλάξει αν δεν υπάρξει αγώνας από τους νέους.
Το αστικό τοπίο λοιπόν είναι αυτό που θα ωριμάσει την Στεφανία, τον Τονίνο, τους δυο έφηβους από διαφορετικές αφετηρίες, όπως και θα διώξει σε άλλη χώρα τον Κωνσταντή, τον καλοβαλμένο έφηβο, αυτόν που αληθινά αγαπά την ηρωίδα.
Το αστικό τοπίο, πάλι αυτό της αμαρτωλής πόλης, είναι που με την παρακμή του έχει ρουφήξει ζωές και ενηλίκων όπως αυτής του Κλεάνθη, πατέρα της Στεφανίας, αλλά και της μάνας της Σόνιας,  και πολλών άλλων που την κατοικούν και κινούνται μέσα στην ιστορία.
Το αστικό τοπίο θέλει να ρουφήξει το αίμα των νέων και η ενηλικίωση τους μέσα της ,με το λιγοστό οξυγόνο που μοιάζει να έχει απομείνει, μόνο μέθη γεννά και παράλληλα ήττα.
Όμως ο συγγραφέας φροντίζει , ή καλύτερα οι νέοι ήρωές του, και κυρίως η κεντρική ηρωίδα, η Στεφανία τολμά/τολμούν, και μέσα από την σκληρή ζωή αντιστέκονται, άλλοτε βουτώντας στην αμαρτία και άλλοτε κοιτώντας εμπρός με επιτυχία.
Έτσι όπως και στο πρώτο κεφάλαιο η Στεφανία θα πάρει την πέτρα, της αμαρτωλή πόλης, και θα λιθοβολήσει, θα ουρλιάξει, θα διαμαρτυρηθεί, θα αντιδράσει για το άδικο, έτσι και στο τέλος του βιβλίου θα δείξει το δρόμο της όχι μόνο σε αυτήν που επιτέλους ενηλικιώνεται, αλλά και στον  πατέρα της που έχει χάσει το δρόμο και το νόημα της ζωής.
Και μόνο σαν βγουν ενωμένοι  από αυτήν την Αμαρτωλή, αρρωστημένη πόλη και συνεχίσουν  να αγωνίζονται τότε και μόνο τότε θα νικήσουν ότι τους πλήγωσε, τους φόβισε, τους τσάκισε.
Γιατί χέρι χέρι θα προχωρήσουν και μόνο έτσι υπάρχει ελπίδα.
Φοβάται και θέλει να φωνάξει.
Να στριγκλίσει.
Μια ομάδα νέων αντρών και γυναικών λες και την καταπίνει.
Ουρλιάζουν, φωνάζουν…Βρίζουν.
Κοντοστέκεται η Στεφανία… Η Στεφανία σκύβει… Ή μήπως κάποιος της τα έδωσες Τώρα , πάντως, κρατά κι αυτή ένα κομμάτι σπασμένης τσιμεντόπλακας…
Η Στεφανία πετά κι αυτή τη δική της πέτρα. Βρίζει, φτύνει, ουρλιάζει…
σελ.20  
Και στο τέλος του βιβλίου.
Η Στεφανία κρατά μέσα στις φούχτες της τα δάχτυλά του πατέρα της.
«Λοιπόν… Δε θα το πιστέψεις, αλλά το Pavillon de Gateaux άνοιξε και πάλι… Σε περιμένει και πάλι.
Κι εκείνος απότομα, σπαρακτικά, απελπισμένα την τραβά κοντά του.
Την κλείνει μέσα στα μπράτσα του.
Μέσα στα κόκκινα μαλλιά της κόρης του, πνίγεται ο λυγμός του.
Το δικό της χαμόγελο ξεφεύγει από τον γιακά του πουκαμίσου του και τρέχει να καλωσορίσει τον Αποσπερίτη.
Σούρουπο. Μιας νέας άνοιξης είναι…Σελ:384.
Αμαρτωλή είναι η πόλη, αλλά οι άνθρωποί της μπορούν να ιαθούν αν οι νέοι αντιδράσουν και οι ενήλικες αφυπνιστούν, το ιδεολογικό στίγμα του βιβλίου.
Το βιβλίο Αμαρτωλή πόλη ιδεολογικό, τολμηρό, σκληρό όσο και η ζωή, ελπιδοφόρο και κυρίως  η Αμαρτωλή πόλη του Μάνο Κοντολέων, ανοίγει μια νέα σελίδα και θέτει το νέο –επιπλέον σε αυτό που λέγεται λογοτεχνία ενηλικίωσης.

*Από την παρουσίαση του βιβλίου στην ΔΕΒΘ, Κυριακή 14/5/2017 με ομιλητές τους Ανδρέα Καρακίτσιο-Τριαντάφυλλο Κωτόπουλο και Έλενα Αρτζανίδου
Πρώτη ανάρτηση:  http://www.thinkfree.gr/amartoli-poli-patakis-kontoleon-arjanidou/