24.4.18

Η Τέσυ Μπάίλα στο www.culturenow.gr




ΤΕΣΥ ΜΠΑΙΛΑ γράφει στο:

https://www.culturenow.gr/h-kassandra-sti-mayri-ammo-kritiki-vivlioy-toy-manoy-kontoleon/


Πού καταφεύγει ένας άνθρωπος μετά την πτώση; Πού οδηγεί τα βήματά του η παρακμή; Είναι η μνήμη το σίγουρο καταφύγιό του, εκεί όπου θα συνειδητοποιήσει την προσωπική του πορεία στον δρόμο της αυτογνωσίας και ενδεχομένως θα αναγνωρίσει τον εαυτό του, τα αίτια και τα αιτιατά των εσωτερικών του παλινδρομήσεων, συγκρούσεων και αντιφάσεων;

Για τον Μάνο Κοντολέων και την Κασσάνδρα του «Η μνήμη δεν είναι καταφύγιο. Χώρος εκτελέσεων είναι». Ένας χώρος στον οποίο καταδικάζονται και εκτελούνται οι βουλές των άλλων, οι οποίες καθόρισαν τη μοίρα μιας γυναίκας και προσδιόρισαν το τέλος της. Ο συγγραφέας με αυτή τη μόνη φράση μάς δίνει το κλειδί, για να ξεκλειδώσουμε τους συμβολισμούς του νέου του βιβλίου και ταυτόχρονα να διαισθανθούμε τη δύναμη της λογοτεχνίας να αγγίζει διαχρονικά τα μεγάλα θέματα.

Ο έρωτας και η απαγορευμένη ενσάρκωσή του, οι θεϊκές δυνάμεις της Κασσάνδρας και ο τραγικός περιορισμός της εξουσίας τους, η εσωτερικότητα της και οι επιθυμίες της σε πλήρη αντίφαση με το «πρέπει» που της όρισαν, οι ανάγκες, τις οποίες έπρεπε να εκπληρώσει, οι έμφυλες διακρίσεις που αντιμετώπισε, οι προσταγές που ακολούθησε, ο ρόλος της ως μάντισσα αλλά κυρίως ως γυναίκα, το πάθος, η Μαύρη Άμμος των πνιγηρών οραμάτων της  και κυρίως ο τρόπος με τον οποίο θα εισδύσει τον τόπο του δικού της θανάτου, θα φτάσει στο τέλος για να λυτρωθεί, να δικαιωθεί ή απλώς να αντιμετωπίσει τη μοίρα της, ως έναν τρόπο για να κρίνει, εν τέλει, τις δικές της πράξεις μοιάζουν να είναι το θέμα αυτού του βιβλίου.

Ο Κοντολέων δεν καταπιάνεται να ξαναγράψει τη δική του εκδοχή σε ένα γνωστό θέμα. Διόλου τυχαία επιλέγει την Κασσάνδρα και επεμβαίνει επάνω της, όπως και στους υπόλοιπους ήρωες, την Εκάβη, τον Έλενο, την Ελένη, τον Αχιλλέα, ασφαλώς και τον Αγαμέμνονα, ήρωες όλοι αυτοί οι οποίοι κινούνται δορυφορικά γύρω της. Χωρίς να κάνει αυτά τα πρόσωπα να χάσουν τα γνώριμα χαρακτηριστικά τους, τα κληροδοτημένα σε εμάς από τον Όμηρο– στην περίπτωση της Κασσάνδρας και από τον Αισχύλο και τον Ευριπίδη —  στρέφει τον αφηγηματικό του προβολέα προς το ήθος αυτών των προσωπικοτήτων. Μιλά απερίφραστα για τα πάθη τους αλλά και  προσπαθεί να τα ερμηνεύσει με μια φρέσκια ματιά. Κυρίως όμως, τονίζει τη μεγαλοσύνη και τη διαχρονικότητα αυτών των ηρώων, οι οποίοι μπορούν ακόμα να εμπνέουν μεγάλους δημιουργούς.

Στην πραγματικότητα όμως ο Μάνος Κοντολέων παίζει κι ένα παιχνίδι με τον αναγνώστη του. Στήνει ξανά το αρχαίο σκηνικό για να παρουσιάσει τη σύγχρονη πτώση της ελληνικής κοινωνίας. Μας ανασυστήνει την αρχαία Κασσάνδρα και βρίσκει την αφορμή στο πρόσωπο της να δείξει τον τρόπο με τον οποίο αλλάζει μια κοινωνία, όταν οι οικονομικές και κυριαρχικές τάσεις καθορίζουν τον τρόπο επιβολής μιας επικράτειας και κυρίως τη μοίρα των ανθρώπων.

Ο συγγραφέας δεν υποδηλώνει με υπαινιγμούς τη σχέση ανάμεσα στο ιστορικό παρελθόν και το σύγχρονο συσχετισμό του. Ο Δούρειος Ίππος της πένας του είναι ο ίδιος ο Τρωικός πόλεμος και με αυτόν θα εισβάλει στην ηρεμία μιας φαινομενικά ανήμπορης σύγχρονης κοινωνίας, για να δείξει σε ποιο βαθμό μπορεί να επηρεαστεί από τον τρόπο με τον οποίο εξαναγκάζεται να αλλάξει τα δεδομένα της. Ο Τρωικός πόλεμος είναι  απλώς το δικό του όχημα, το πρόσχημα για να φτάσει ο συγγραφέας στο επιθυμητό του αποτέλεσμα. Η πτώση της Τροίας έφερε την ανάγκη νέων καταστάσεων και η πτώση των δικών μας αξιακών μέτρων, πολιτισμικών και οικονομικών αναλογιών έχουν μια σαφή παραλληλία, την οποία αξίζει να εντοπίσουμε για να δούμε την εξελικτική μας πορεία ανά τους αιώνες και τον ρόλο μας σ’ αυτή την εξέλιξη.

Ο Κοντολέων δεν ψάχνει τις λέξεις, οι οποίες θα πείσουν, ούτε εκείνες τις παρηγορητικές που θα ηρεμήσουν τον ίδιο και τον αναγνώστη του. Σκύβει μέσα στη γλωσσική φαρέτρα της αρχαιότητας και συναρμολογεί φράσεις ζυμωμένες με την σημερινή χρήση της γλώσσας. Αρπάζει καίριες λέξεις, λέξεις πύρινες και αιχμηρές, κι ενώ τις βουτά στην ηδύτητα της γραφής του, τις εξαπολύει κατεναντίον μας, για να μας εισάγει, χωρίς κανέναν ενδοιασμό στις περιοχές της δικής μας ενδοσκόπησης και να συνδηλώσει παράλληλα τις προσωπικές του ανησυχίες, βλέποντας τον κόσμο να αλλάζει ξανά. Και μέσα από την δεξαμενή των ανεξάντλητων ελληνικών μύθων εκείνος επιλέγει την Κασσάνδρα για να υψώσει τη δική του φωνή απέναντι στις πολιτικές και κοινωνικές ανακατατάξεις που βιώνει ο κόσμος σήμερα. Χωρίς θυμό. Μονάχα με τη σύνεση και τη φρόνηση ενός ανθρώπου που η γνώση των επερχόμενων τον συντάραξε.

Ο συγγραφέας κρούει τον κώδωνα του κινδύνου. Η Μαύρη Άμμος της Κασσάνδρας προείπε και στη δική μας εποχή τα μελλούμενα αλλά κανείς δεν τα άκουσε. Κανείς δεν είδε το μέλλον ούτε όταν οι Κασσάνδρες επέμεναν να καταδεικνύουν τα αποτελέσματα όλων όσων ζούσαμε στην ανεξέλεγκτη ουτοπία μιας επίπλαστης ευμάρειας. Άραγε η Κασσάνδρα δε βρήκε τις κατάλληλες λέξεις ή εμείς εθελοτυφλούσαμε βολεμένοι στις προσωπικές μας διαδρομές και γι’ αυτό τον λόγο την αγνοήσαμε;

Ο συγγραφέας μάς καλεί να κοιτάξουμε, έστω και τώρα, στη Μαύρη άμμο. Μια ανάγκη να γνωρίσουμε τον πραγματικό μας εαυτό και τις δυνατότητές μας είναι περισσότερο απαραίτητη από ποτέ και η Κασσάνδρα του Κοντολέων γίνεται η αφορμή. Επειδή, αν υπάρχει μια αξία στην Ιστορία ή στους μύθους που προέπλασαν τον κόσμο είναι η δύναμή να αντιλαμβανόμαστε, μέσα από τις δικές της επιταγές, όλα όσα βιώνουμε στις μέρες μας.

Ο Κοντολέων κρίνει το παρελθόν και την αναγωγή του στο παρόν, στηριζόμενος στο ομηρικό μύθο αλλά μέσα από μια σημερινή ματιά. Βλέπει ό,τι προηγήθηκε και αναλαμβάνοντας ο ίδιος τον ρόλο μιας άλλης  Κασσάνδρας δίνει τους δικούς του πολιτικούς, κοινωνικούς και αισθητικούς προβληματισμούς επειδή το μέλλον διαγράφεται ακόμα. Ή τουλάχιστον μπορεί ακόμα να ελπίζει ότι θα αλλάξει. Ίσως επειδή πιστεύει ότι η ολοκληρωτική πτώση δεν έχει ακόμα συντελεστεί. Το σίγουρο είναι ότι στη δική του μνήμη έχουν ήδη «εκτελεστεί» όλοι όσοι συνέβαλαν σε αυτήν.

13.4.18

Για την Κασσάνδρα στο Presspublica.gr





-Πως θα χαρακτηρίζατε το νέο σας βιβλίο  "Η Κασσάνδρα στη Μαύρη Άμμο";

Όταν σε ένα μυθιστόρημα περιγράφεις με όσο πιο εσωτερικό τρόπο δύνασαι την πορεία της ζωής μιας γυναίκας που άλλοι καθόρισαν τη μοίρα της, που η ίδια βίωσε τον έρωτα με τον πλέον απαγορευμένο τρόπο, που ενώ εκείνη κατανοούσε την ομαδική παράκρουση δεν μπορούσε να την αποτρέψει, που της χαρίστηκε μια θεϊκή εξουσία μα της στερήσανε τις δυνατότητες του φύλου της  και που εν τέλει αντιμετωπίζει το τέλος της από τη μια ως μια ευκαιρία ενδοσκόπησης και από την άλλη ως μια έκφραση δίκαιης τιμωρίας… Τότε πώς να χαρακτηρίσεις αυτό το μυθιστόρημα; Μόνο με το όνομα της ηρωίδας – Κασσάνδρα.

-Και γιατί στη Μαύρη Άμμο;

Τα οράματα που δεν είναι παρά οι εικόνες αυτών που θα δημιουργήσουν οι άφρονες πράξεις των ανθρώπων μόνο πάνω σε κάτι το ερεβώδες μπορείς να τα δει σαν σχηματίζονται. Μαύρη Άμμος, λοιπόν – ο χώρος όπου γεννιούνται οι εφιάλτες. Των άλλων… Των δικών μας.  Της Κασσάνδρας.

-Η αφήγηση της πτώσης μιας  κοινωνίας μέσα από τα μάτια μιας γυναίκας;

Ναι. Αν και δεν μπορώ να ισχυριστώ πως το μυθιστόρημα μου αυτό είναι μια εξιστόρηση του Τρωικού Πολέμου, εντούτοις κάτω από τη δικιά του σκιά όλα όσα περιγράφω έχουν συντελεστεί. Ο Τρωικός Πόλεμος είχε ως πρόσχημα την αρπαγή της πιο όμορφης γυναίκας του κόσμου. Στην ουσία ήταν κι αυτός ένας πόλεμος  που τον γέννησε από τη μια η διάθεση οικονομικής ισχύος και από την άλλη η τάση επικράτησης μιας ηγεμονίας πάνω σε μια άλλη.  Πάντα μετά από έναν τέτοιας εμβέλειας πόλεμο, όπως ο Τρωικός, οι κοινωνίες αλλάζουν. Πολλές οι αλλαγές, αλλά και ακόμα περισσότεροι οι τρόποι με τους οποίους μπορεί κανείς να αξιολογήσει αυτές τις αλλαγές. Αλλιώς αξιολογεί ο νικητής, αλλιώς ο νικημένος. Αλλιώς ο ηγέτης κι αλλιώς ο στρατιώτης. Αλλιώς ο πολεμιστής κι αλλιώς ο άμαχος. Διαφορετικά ένας άνδρας και διαφορετικά μια γυναίκα. Κι όταν μάλιστα η γυναίκα αυτή είχε τις ιδιότητες που η Κασσάνδρα είχε (μάντισσα –πριγκίπισσα / θύτης  - θύμα / φορέας εξουσίας – μοίρα σκλάβας) τότε οι αλλαγές της κοινωνίας μέσα από την δική της οπτική έχουν ξεχωριστό ενδιαφέρον. Τουλάχιστον μυθιστορηματικό.

-Επικαλείστε και στιγμές από αρχαίες τραγωδίες;

Δε γινότανε διαφορετικά. Η ίδια η Κασσάνδρα έχει φτάσει ως εμάς  κυρίως μέσα από την παρουσία της σε δυο τραγωδίες –τον Αγαμέμνονα του Αισχύλου και τις Τρωάδες του Ευριπίδη. Αλλά δεν ήταν μόνο οι τραγωδίες που με συντρέξανε. Ήταν και το ίδιο το Ομηρικό Έπος. Όσο, όμως,  και αν τα κεντρικά πρόσωπα του δικού μου μυθιστορήματος έχουν φτάσει ως εμάς από τον τρόπο που ο Όμηρος τα παρουσίασε, εγώ τα είδα αρκούντως έως πολύ διαφορετικά.  Δεν γινότανε παρά να επέμβω. Κι άλλωστε το ήθελα κάτι τέτοιο. Νομίζω πως τα μεγάλα κείμενα και οι διαχρονικοί ήρωες είναι μεγάλα και διαχρονικοί αντίστοιχα,  γιατί επιδέχονται να επεμβαίνουν πάνω τους εκπρόσωποι των μελλοντικών γενεών. Τόσο οι αρχαίες τραγωδίες, όσο και τα Ομηρικά Έπη, μπορεί να είναι μια κιβωτός της ελληνικής γλώσσας, αλλά παράλληλα περιγράφουν πάθη ανθρώπων. Και είναι μια πρόκληση τόσο συγγραφική όσο και αναγνωστική να αναζητήσεις τις ερμηνείες αυτών των παθών βασισμένος σε σύγχρονες εμπειρίες και απόψεις.

-Μιλάτε για έναν ιδιότυπο πολιτικό προβληματισμό του χτες, έτσι όπως αντανακλάται στο σήμερα – ιδιότυπα πάντα;

Ναι, το υπαινίχτηκα και σε μια προηγούμενη απάντησή μου. Η ανάγνωση που επέλεξα να κάνω των όσων πράττουν τα πρόσωπα στην Ιλιάδα, αλλά και στις δυο τραγωδίες όπου παρουσιάζεται η Κασσάνδρα, είχε μια ιδιοτυπία. Είδα αυτούς τους χαρακτήρες όχι ως πρωταγωνιστές ενός έπους και με μια απόμακρη ταυτότητα ημιθέων, αλλά ως άτομα που θα μπορούσαν –χωρίς να αποφεύγουν τις καταγωγές τους- να συνομιλούν με τις προσλαμβάνουσες ενός σημερινού ανθρώπου. Με άλλα λόγια –προσπάθησα να συγγράψω με τον τρόπο που κάποιοι άνθρωπου του θεάτρου σκηνοθετούν. Αναζητούν την ουσία που από το παρελθόν φτάνει στο σήμερα. Κράτησα τα ενδύματα μιας εποχής, ζήτησα και τη βοήθεια λέξεων εκείνων των χρόνων, αλλά η ματιά μου  επέμενε να είναι η ματιά ενός ανθρώπου που γεννήθηκε στον 20ο αιώνα και ζει στον 21ο.

-Όλα αυτά  την ώρα που ένας ολάκερος κόσμος χάνεται και στη θέση του γεννιέται ένας νέος;

Μα εδώ ακριβώς είναι που είδα την αντιστοίχηση της εποχής όπου η Τροία έπεφτε με τα δικά μας χρόνια. Και η Κασσάνδρα αφού προσπάθησε να πείσει για μια ομαλή διαδοχή καταστάσεων, αφού πρώτη εκείνη είδε την ανέλπιστη προδοσία, αφέθηκε στη μοίρα της και αποδέχτηκε την κυριαρχία της Μαύρης Άμμου. Από χώρος οραμάτων, πεδίο πράξεων.
Ναι, μια παρόμοια εποχή ζούμε. Και υπάρχει πάντα μια Κασσάνδρα –ίσως και όχι μόνο μία. Αλλά όπως τότε τη θεωρούσανε μάντισσα ανόητων, αβάσιμων φόβων, έτσι και τώρα επικαλούνται το όνομά  και τις ιδιότητές της καγχάζοντας και σε στιγμές εθελοτυφλίας.


http://www.presspublica.gr/manos-kontoleon-i-kassandra-sti-mayri-ammo/




9.4.18

Βαγγέλης Παυλίδης: Με τη μεγάλη καρδιά ενός Γαργαντούα και το πάθος ονείρων ενός Δον Κιχώτη




Τα τελευταία χρόνια της δεκαετίας του ’70 κυκλοφορεί το περιοδικό για παιδιά «Το Ρόδι» και σηματοδοτεί με τον τρόπο του την ύπαρξη μιας άτυπης ομάδας νέων συγγραφέων και εικονογράφων –είναι εκείνοι που τα επόμενα χρόνια και μέχρι ακόμα στις μέρες μας, θα διαμορφώσουν τον βασικό κορμό της περίφημης ανανέωσης της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας για παιδιά.
Νέοι άνθρωποι, νέες ιδέες, νέες τεχνικές τόσο στην αφήγηση με τη βοήθεια των λέξεων, όσο και στην αισθητική των εικόνων που καλούνται να εικονογραφήσουν την πλοκή.
Μια από τις ενδιαφέρουσες ιδέες της εκδότριας του περιοδικού , της Δροσούλας Βασιλείου – Έλιοτ, ήταν  να αναθέσει πολλά από τα λογοτεχνικά κείμενα να τα εικονογραφήσουν νέοι γελοιογράφοι – σκιτσογράφοι που ήδη είχαν κατακτήσει τις θέσεις τους στον καθημερινό τύπο. Και θεωρώ ενδιαφέρουσα την ιδέα εκείνη της Δροσούλας, γιατί η αμεσότητα των γραμμών και της ματιάς που διακρίνει τα έργα ενός γελοιογράφου μπορεί να κερδίσει το ενδιαφέρον ενός παιδιού που καθώς διαβάζει μια ιστορία θέλει με τρόπο παραστατικό αλλά και χαρούμενο να συναντήσει, με τη βοήθεια της εικόνας,  τους ήρωες και τις περιπέτειές τους.
Σε μια εποχή όπου ελάχιστοι ήταν στην Ελλάδα εκείνοι που γνώριζαν σε βάθος τον τρόπο να εικονογραφούν ένα βιβλίο για παιδιά, η παρουσία της έμπειρης ματιάς καλλιτεχνών που σε καθημερινή βάση κερδίζανε το στοίχημα της επικοινωνίας με το πλατύ κοινό μιας εφημερίδας, ήταν πολύτιμη.
Στο «Ρόδι», λοιπόν, είδαμε για πρώτη φορά το πως ένας γελοιογράφος μπορεί να μετατραπεί σε εικονογράφο. Πρόχειρα θυμάμαι τον Αντώνη Καλαμάρα, τον Σπύρο Ορνεράκη… Τον Βαγγέλη Παυλίδη.
Ναι, εκεί μέσα στις σελίδες ενός πρωτοποριακού περιοδικού για παιδιά μου δόθηκε η ευκαιρία να γνωρίσω προσωπικά τον σκιτσογράφο που με θαυμασμό παρακολουθούσα τους εύστοχους εικαστικούς σχολιασμούς του  στο ΒΗΜΑ.
Κι όπως ανήκαμε στην ίδια γενιά, κι όπως λίγο πολύ είχαμε τις ίδιες οικογενειακές και κοινωνικές προσλαμβάνουσες, τις ίδιες πολιτικές επισημάνσεις, δεν δίστασα –μετά από κάποια χρόνια- να του προτείνω να εικονογραφήσει την επανέκδοση της συλλογή διηγημάτων μου «Γάντι σε ξύλινο χέρι» (Εκδόσεις Πατάκη, 1994).
Οι αναμνήσεις ενός αγοριού της μεσοαστικής τάξης από τα χρόνια του ’50, βρήκαν με τρόπο ιδανικό την εικαστική τους ενσάρκωση στις εικόνες του Παυλίδη.
Ο Βαγγέλης Παυλίδης σκιτσάριζε ακριβώς όπως και ο ίδιος ζούσε. Με διάθεση από τη μια να παίζει και από την άλλη να κριτικάρει. Αλλά αυτό ακριβώς αποτελεί και τον ακρογωνιαίο λιθάρι της ‘ενήλικης παιδικότητας’ που πρέπει να διακρίνει κάθε έργο  (λόγου ή εικόνας) που απευθύνεται στα παιδιά.
Όταν θέλουμε εμείς οι ενήλικες να επικοινωνήσουμε με ένα ανήλικο άτομο, δε θα πρέπει να χαμηλώσουμε, να φτωχύνουμε πιο σωστά τις ιδέες μας, αλλά να βρούμε τρόπους αυτές οι ίδιες ακριβώς ιδέες να ενσαρκωθούν έτσι ώστε και ένα ανήλικο κοινό να τις χαρεί και να τις κατανοήσει ακριβώς όπως τις υποδέχεται και μια ομάδα ενηλίκων.
Δεν έχει κανείς παρά να διατρέξει την ιστοσελίδα του Βαγγέλη Παυλίδη (http://www.pavlidiscartoons.com) για να κατανοήσει αυτό που πιο πάνω επισημαίνω.
Αλλά πέρα από τον καλλιτέχνη, θέλω να σταθώ και στον άνθρωπο. Γιατί  -κι αυτό σημαντικό- ο Βαγγέλης δεν ήξερε μόνο να εικονογραφεί με τρόπο επιτυχημένο βιβλία για παιδιά. Μα το ίδιο καλά και ο ίδιος -με τον αυθορμητισμό, το ήθος, μα και τα  πείσματα ενός παιδιού-  επικοινωνούσε με τους φίλους του.
Έτσι δεν μπορώ να ξεχάσω το πόσο άμεσα και με τι χαρά δέχτηκε να εικονογραφήσει –αυτός ο καλλιτέχνης που σε καθημερινή βάση διαμόρφωνε τη γνώμη μερικών χιλιάδων αναγνωστών της εφημερίδας που έστελνε τα σκίτσα του- το πρώτο κείμενο της κόρης μου (Άννα Κοντολέων «Ένας πλανήτης στο πλυντήριο», Εκδόσεις Δελφίνι, 1993). Κι όχι μόνο το εικονογράφησε, αλλά αντιμετώπισε τη νεοτάτη συγγραφέα με  τρόπο πατρικό όσο και επαγγελματικό.
Μας συνδέανε κι άλλα. Εξώφυλλα, μα και διεθνείς βραβεύσεις. Έμελλε να συνδεθούμε και με ένα ακόμα τρόπο… Πικρό – να είναι για δικά μου κείμενα οι τελευταίες του εικονογραφήσεις.
Μαζί μου, δίπλα μου –σε τιμητική εκδήλωση στην αγαπημένη του Ρόδο- χάρηκε, ίδια με παιδί,  το δώρο που του κάνανε οι αναγνώστες των βιβλίων –μια συλλογή πορτραίτων του φτιαγμένων από τα παιδιά ενός ροδίτικου σχολείου.
Τελικά –σκέφτομαι τώρα καθώς γράφω αυτές τις λίγες γραμμές- πως υπάρχει ένας συμβολισμός στο γεγονός πως Γαργαντούας και Δον Κιχώτης είναι οι τελευταίοι ήρωες που ο Βαγγέλης Παυλίδης εικονογράφησε. Είχε τη μεγάλη καρδιά του ενός  και το πάθος ονείρων του άλλου.
Γι αυτό –μήτε που μπορούσα να το υποψιαστώ όταν το έγραφα!- τόσο του ταιριάζουν ως κατευόδιο οι τελευταίες αράδες από το βιβλίο του Δον Κιχώτη.
«Εδώ κοιμάται τον ύπνο τον αιώνιο
Ένας εραστής των ονείρων.
Ό,τι φαντάστηκε το έζησε σαν αλήθεια
Κι ό,τι ονειρεύτηκε το αφήνει κληρονομιά στους άλλους…»

Μάνος Κοντολέων

Άγιος Λαυρέντιος Πηλίου – Κυριακή του Πάσχα, 8 Απριλίου 2018



2.4.18

Βάλθηκε να πετύχει όλους τους πειραματισμούς του...




Ο Απόστολος Πάππος γράφει στο elniplex



Βάλθηκε να πετύχει όλους τους πειραματισμούς του ο Μάνος Κοντολέων τα τελευταία χρόνια. Ο εκ των κορυφαίων Ελλήνων λογοτεχνών, μετά την ανάταξη κι εκ νέου ανάδυση των κλασικών, παίρνει τρία δικά του βιβλία και τα σμίγει εις σάρκαν μίαν, δημιουργώντας κάτι πέρα από μια τυπική εκδοτική συρραφή: έναν σφιχτοδεμένο εσωτερικό διάλογο τριών βιβλίων του που τέμνονται πάνω από τα δυο καλοκρατημένα χέρια ενός παππού κι ενός εγγονού, μιας θριαμβευτικής αυγής της ζωής και ενός πολύχρωμου σούρουπού της.

«Κόκκινο καραβάκι, κόκκινο ποδήλατο», «Στο νησί της ροδιάς» και «Ένα συρτάρι γεμάτο όνειρα» συναντιούνται στα καινούρια «Φιλαράκια» των εκδόσεων Ψυχογιός και συνθέτουν μαστόρικα έναν ιστό όπου το παλιό και το νέο, το φεγγάρι και ο ήλιος φωτίζουν και φωτίζονται, συνομιλούν και διαλογίζονται, στροβιλίζονται κι αναλογίζονται, αληθεύουν και επαληθεύουν και, κυρίως, χύνουν σε ένα καλούπι όλους τους άρρητους νόμους κι αλγορίθμους της σχέσης παππού-εγγονού ή διπλοπατέρα-διπλοπαιδιού, αν προτιμάτε.

Στο Κόκκινο καραβάκι, κόκκινο ποδήλατο, ο επτάχρονος Μάνος πάει στην Α΄δημοτικού και παραμονές Χριστουγέννων στολίζει μαζί με τους γονείς του το χριστουγεννιάτικο δέντρο. Η μητέρα του Μάνου είναι έγκυος και ο Μάνος φοβάται πως ο ερχομός της αναμενόμενης αδερφής του θα κάνει τους γονείς του να πάψουν να τον αγαπούν. Παραμονή Χριστουγέννων έρχεται σπίτι, όπως πάντα ο παππούς, μα το δώρο του αυτήν τη φορά είναι διαφορετικό. Ανήμερα των Χριστουγέννων, όταν ο Μάνος θα επισκεφθεί ένα καταυλισμό προσφύγων στους πρόποδες ενός βουνού, τότε ένα χάρτινο καραβάκι και ένα κόκκινο ποδήλατο θα γίνουν, εκτός από τίτλος του βιβλίου του παππού, και το διαβατήριο για τη μεγάλη αγάπη που δίνεις και παίρνεις.

Στο Νησί της Ροδιάς, ο μικρός Μάνος έχει τελειώσει τη Β’ δημοτικού και προετοιμάζεται για τις καλοκαιρινές του διακοπές. Με ανάμικτα συναισθήματα έχει υποδεχτεί τη νεογέννητη αδερφούλα του στο σπίτι και τη φροντίδα των γονιών του πάνω της.

Ό Μάνος λοιπόν εξαιτίας της μικρής νεοφερμένης στην οικογένεια, θα περάσει τις διακοπές μόνος με τον παππού και τη γιαγιά στο Νησί. Κι ενώ οι διακοπές ξεκινούν και έχουν όλα αυτά που περιμένει κανείς ήλιο, παιχνίδι, ξεγνοιασιά, στο Νησί ο Μάνος θα ζήσει μια εμπειρία μοναδική. Αν αναρωτιέστε ποιο Νησί, δεν θα πάρετε απάντηση. Το νησί που περιγράφει ο συγγραφέας δεν υπάρχει στα αλήθεια. Το δημιούργησε θέλοντας να μιλήσει με τον δικό του τρόπο για τα Παιδικά Χωριά SOS. Εκεί όπου ο Μάνος θα συναντήσει παιδιά μικρότερα και μεγαλύτερα, δεκατέσσερις καινούριους φίλους, δεκατέσσερα σποράκια. Κι αυτά θα του αποκαλύψουν ένα-ένα την ιστορία τους. Πως έχασε το καθένα τους γονείς του, πως βρέθηκε στο Νησί να το φροντίζει η Ρήγισσα, στο Νησί της Ροδιάς. Με τον πάντα αριστοτεχνικό τρόπο του Μάνου Κοντολέων, ένας εσωτερικός πόλεμος στα αυτονόητα στήνεται και θριαμβεύει.

Ο Απόστολος Πάππος γράφει στο elniplex

Στο Ένα συρτάρι γεμάτο όνειρα, που δένεται δεξιοτεχνικά με τα δύο προηγούμενα, ο μικρός Μάνος ανησυχεί που έχει να δει στο σπίτι τον παππού μια εβδομάδα. Όταν ο παππούς βγαίνει από το νοσοκομείο, τα δυο Φιλαράκια σμίγουν ξανά και ο παππούς διαβάζει στον εγγονό του, τον πρώτο του αναγνώστη τις ιστορίες του. Πρώτα το αστέρι που έγινε λουλούδι και λίγο αργότερα το Ένα συρτάρι γεμάτο όνειρα. Και μετά την Καρδιά του μαρουλιού. Κι ύστερα του είπε για Ένα κλαρί που γελάει. Και το μεγάλο φιλαράκι συνέχισε να λέει ιστορίες στον μικρό συνωνόματό του.

Ενθουσιάζει η λογοτεχνική ισορροπία με την οποία οι τρεις ιστορίες διεγείρουν το συναίσθημα ταυτοχρόνως σε παιδιά 8-10 ετών, εφήβους, ενηλίκους κάθε στράτας, παππούδες/γιαγιάδες.

Και θέλω να κλείσω με τούτο: για να δώσεις ένα τέτοιο τέλος στο βιβλίο σου, στη σχέση παππού-εγγονού και τη ζωή του ίδιου του παππού, πρέπει να έχεις κάτι παραπάνω από σθένος. Πρέπει να έχεις υπερβεί και να κοιτάς από απόσταση το φόβο του μεγάλου ανεξύπνητου ύπνου, του υπέρτατου συμπαντικού νόμου του τέλους της ύπαρξης και ταυτόχρονα να κοιτάς με γενναιοδωρία ό,τι μένει πίσω σου.
Πρώτη δημοσίευση: http://www.elniplex.com/%CF%86%CE%B9%CE%BB%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%BA%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%BC%CE%AC%CE%BD%CE%BF%CF%85-%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%AD%CF%89%CE%BD/

29.3.18

Ο έτερος εχθρός


«Ο έτερος εχθρός»
Ελισάβετ Χρονοπούλου
Πόλις 2017
          
 
Τα ιστορικά γεγονότα τόσο την εποχή που συμβαίνουν, όσο και τα αμέσως επόμενα χρόνια συνήθως καταγράφονται στη συλλογική μνήμη με τον τρόπο που η πολιτειακή βούληση θέλει να τα χρησιμοποιήσει.
Η γενιά που έζησε ένα γεγονός, όπως και οι δυο ή και τρεις επόμενες της,  αντιμετωπίζουν αυτό το συμβάν, στοχάζονται πάνω σε αυτό με την ψευδαίσθηση πως το έχουν αντικειμενικά γνωρίσει.
Αλλά συνήθως η Ιστορία δεν γράφεται χωρίς προγραμματισμό και κάθε τι ατομικό που ξεφεύγει από το όρια του συλλογικού που έχει επιβληθεί, παραμένει αφανές, συχνά και ως ενοχή αποκρύπτεται.
Καθώς ο 21ος αιώνας πλησιάζει στο τέλος του πρώτου τέταρτου του και το μισό το 20ου φτάνει να απέχει από τους σημερινούς ανθρώπους κοντά ένα αιώνα, η λογοτεχνία αποκτά εκείνους τους συγγραφείς που θα θελήσουν με τη δική της ευαισθησία να επαναπροσδιορίσουν συναισθήματα, να επανατοποθετήσουν αποφάσεις και να αναζητήσουν νέα όρια ανάμεσα στις θέσεις και τις αντιθέσεις όσων έζησαν μέσα σε εκείνα τα παλαιά-πλέον- γεγονότα.
Κι αυτή η αναζήτηση δεν έχει στόχο της να καταδικάσει, μήτε και να αγιοποιήσει. Αντίθετα ψάχνει τα ανθρώπινα πάθη σε όλη τους της γκάμα –από τα πλέον θετικά έως τα πλέον αρνητικά.  Γιατί αυτός ήταν και είναι πάντα ο λόγος ύπαρξης της κάθε Τέχνης και ασφαλώς της λογοτεχνίας.
Αυτή η λογοτεχνική τάση –εστιασμένη σε μια πολυσήμαντη ανίχνευση των χρόνων από το 1935 έως το 1945 περίπου-  δείχνει να  απλώνεται σε όλη την Ευρώπη. Λογικό μιας και η Γηραιά Ήπειρος είναι ο χώρος όπου το μέγιστο γεγονός του 20ου αιώνα –ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος- έδειξε τα όρια μέσα στα οποία μπορεί να εκφρασθεί ο άνθρωπος – από κτήνος έως ήρωας.
Αλλά ανάμεσα στα δυο αυτά άκρα είναι που οι περισσότεροι ευρωπαίοι κινήθηκαν. Και οι θέσεις τους, εκείνες οι πλέον εσωτερικές θέσεις σπάνια σχολιάστηκαν, σπανίως φωτίστηκαν με μια διάθεση όχι τόσο αυτοκριτικής, όσο αυτοκατανόησης.
Στη Ελλάδα δεν υπάρχουν πολλές τέτοιες λογοτεχνικές προσπάθειες. Για να είμαι απόλυτα ειλικρινής μόνο μια  αυτή την ώρα μπορώ να σκεφτώ –είναι το «Γκιακ» του Δημοσθένη Παπαμάρκου. Αλλά σε εκείνη τη συλλογή διηγημάτων, η άλλη μάτια αφορούσε μια ακόμα παλαιότερη ιστορική περίοδο -το ’22. Προσωπικά θεώρησα πως εκείνη η τόσο ενδιαφέρουσα συλλογή διηγημάτων, μάλλον είχε αργήσει να γραφτεί. Η στάση των ελλήνων στρατιωτών στην Μικρασιατική Εκστρατεία μπορεί να μην ήταν ευρέως γνωστή, σίγουρα όμως ήταν καταγεγραμμένη στις μνήμες και εκείνων που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο συμμετείχαν στα γεγονότα, όσο και των απογόνων τους. Η επίσημη αποσιώπηση έπρεπε  να περάσουν πάνω από ενενήντα χρόνια για να αμφισβητηθεί λογοτεχνικά. Και έτσι η έκδοση του «Γκιακ» απετέλεσε ένα συγγραφικό γεγονός λόγω ποιότητας γλώσσας και ρεαλισμού περιγραφών, αλλά δεν θα μπορούσε να ενεργοποιήσει αντιδράσεις πάνω στα όσα ο έλληνας του 21ου αιώνα βιώνει.
Όμως επανέρχομαι στην άποψη πως λογοτεχνικές προσπάθειες νέων ελλήνων συγγραφέων με άξονα τα γεγονότα της Κατοχής και κυρίως των χρόνων ’40 –‘ 43, δεν έχω συναντήσει.
Οπότε και με μέγιστο ενδιαφέρον διάβασα τα διηγήματα της συλλογής «Ο έτερος εχθρός» της Ελισάβετ Χρονοπούλου.
Κινηματογραφίστρια η Χρονοπούλου, μόλις πριν τέσσερα χρόνια είχε κυκλοφορήσει το πρώτο της λογοτεχνικό έργο –συλλογή διηγημάτων κι εκείνο- και ιδιαιτέρως προσέχτηκε από την κριτική.
Ως καλλιτέχνης που έχει μάθει να εκφράζεται με την εικόνα και να χρησιμοποιεί τη δομή μιας σεναριακής ανάπτυξης του αφηγούμενου μύθου, δίνει ιδιαίτερη σημασία στον κεντρικό χαρακτήρα της κάθε ιστορίας της.
Ο χρόνος που όλα τα διηγήματα περιγράφουν είναι τα χρόνια της Γερμανικής Κατοχής κυρίως αλλά και του Εμφύλιου* χώρος η Αθήνα. Όλα τα πρόσωπα απολύτως αντιηρωικά και όλα τους αντιμέτωπα με τον… έτερο εχθρό. Ποιος είναι αυτός;
Αν αποδεχτούμε πως σε μια περίοδο κατοχής από εχθρικά στρατεύματα ο εχθρός έχει συγκεκριμένο πρόσωπο, αν αποφασίσουμε πως σε μια εμπόλεμη περίοδο  ο απέναντι μας άλλος είναι ο εχθρός, τότε αν κάποιον θα πρέπει να τον χαρακτηρίσουμε ως έτερο εχθρό, αυτός δεν είναι παρά  ο ίδιος μας ο εαυτός.
Ο εαυτός μπροστά το φόβο του θανάτου* μπροστά στην πάση θυσία επιβίωση* ενώπιον της ίδια της ανάγκης μας να συνεχίσουμε να ζούμε. Αλλά και εκείνος που μας εξαναγκάζει σε συμβιβασμούς, εξευτελισμούς, σε αποσιωπήσεις, σε υπεκφυγές.
Ο έτερος εχθρός είμαστε εμείς σε μια στιγμή αδύναμη. Που όμως… Ναι, ο έτερος εχθρός, ο εαυτός μας δηλαδή, πάντα μας ακολουθεί, δεν μπορούμε να απαλλαγούμε από αυτόν. Μήτε –πόσο μάλλον- να τον καταγγείλουμε. Κι έτσι όχι μόνο αποδεχόμαστε, αλλά και με όλη μας τη δύναμη συντηρούμε την μνήμη του άλλου –του πρώτου εχθρού που γέννησε το έτερό του ήμισυ.
Η Ελισάβετ Χρονοπούλου καθώς με γρήγορους κινηματογραφικούς ρυθμούς ‘τρέχει’ πάνω στα πρόσωπα  -ήρωες των διηγημάτων της, καταφέρνει να μας παρασύρει και έτσι να αποδεχτούμε πως εν τέλει αυτά τα πρόσωπα που εκεί γύρω στα μέσα του 20ου υπέκυψαν στον έτερο εχθρό τους, ακόμα και αν τα ίδια μπορεί πλέον να μη ζούνε, οι άμεσοι, πρώτοι  και δεύτεροι απόγονοί τους  - οι σημερινοί κάτοικοι αυτής της πόλης που με ανάλογο  τρόπο ζει σε συνθήκες μιας άλλης κατοχής- μπορεί να αντιμετωπίζουν το δικό τους έτερο εχθρό… Σαφώς με άλλα ενδύματα, κάτω από άλλες  -φαινομενικά- συνθήκες, αλλά πάντα ο έτερος… Αυτός που δεν θέλουμε να δεχτούμε πως συγκατοικεί με τον άλλον.
Αισθαντικά, αυθεντικά, πρωτότυπα κείμενα.

Πρώτη ανάρτηση: https://www.literature.gr/o-eteros-echthros-elisavet-chronopoyloy/


27.3.18

Με αφορμή δυο διασκευές...







Εκδήλωση
για τον Μάνο Κοντολέων με αφορμή τις διασκευές δύο κλασικών βιβλίων με την εικονογράφηση του Βαγγέλη  Παυλίδη,
Νεστορίδειο 15/3/2018
Πέτρος Σπανός, Σχολικός Σύμβουλος Α/θμιας Εκπαίδευσης Δωδεκανήσου, Πρόεδρος του Εφορευτικού Συμβουλίου της Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης Ρόδου
Ο Μάνος Κοντολέων και το έργο του μέσα από προσωπικά βιώματα.
Η πρώτη μου γνωριμία με το συγγραφικό έργο του Μάνου Κοντολέων ήταν η έκδοση του βιβλίου “Εε από άστρα” 1981, (Βραβείο Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών). Ίσως είναι το μοναδικό βιβλίο που έχει γραφτεί από ιδέες παιδιών.  Είναι ένα βιβλίο που γράφτηκε από τον συγγραφέα σε συνεργασία με τα παιδιά - αναγνώστες του περιοδικού «Γεια χαρά, παιδιά». Στο βιβλίο “Εέ από τα’ άστρα” αποτυπώνεται ένα σχολείο της επιστημονικής φαντασίας με αξίες και έννοιες, θα έλεγα, ζητούμενες και από το σημερινό σχολείο όπως η ομορφιά, η χαρά, η αλληλοβοήθεια, το χρώμα, η ευτυχία. Προσέξτε μια  ιδιότυπη φιλαναγνωστική συμπεριφοράς που αναδύεται από το συγκεκριμένο μυθιστόρημα: «εκεί τα βιβλία είναι φτιαγμένα από λουλούδια όπου το διάβασμα είναι συνυφασμένο με τη μυρωδιά τους. Όταν δε κάποιος ανακαλύψει ένα βιβλίο με σπάνια μυρωδιά και θέλει να το χαρίσει και σε άλλους ζητάει από τα λουλούδια πέταλα, για να κάνει πολλά αντίτυπα να τα μοιράσει». ¨Ήταν το βιβλίο που ενέπνευσε τους μαθητές μου στο Δημοτικό Σχολείο Κερατσινίου στο οποίο υπηρετούσα ως νεοδιόριστος δάσκαλος, στην υλοποίηση περιβαλλοντικής δραστηριότητας για ένα σχολείο των «χρωμάτων και της φύσης», όπως το περιγράφαμε, βιώνοντας τη ρυπογόνα παρουσία του «φουγάρου» της Δ.Ε.Η…
Στις αρχές της δεκαετίας του 2000 είχα την ευκαιρία να γνωρίσω το «Δομήνικο», μυθιστόρημα του 1992(Τιμητικός πίνακας Διεθνούς Οργάνωσης Βιβλίων για παιδιά (ΙΒΒΥ) όταν ο  Κώστας Μιχαλάς, δάσκαλος  που υπηρετούσε στο 5ο Δημοτικό Σχολείο Καλλιθέας, είχε συμβάλλει στην παρουσίαση του βιβλίου, αξιοποιώντας τις ζωγραφιές της τάξης του και μιλώντας και  ο ίδιος για το φανταστικό στη λογοτεχνία. Στο «Δομήνικο» ενυπάρχουν στοιχεία τόσο του φανταστικού όσο και του πραγματικού κόσμου, όπου κατά τη διάρκεια της ιστορίας το ένα συνδυάζεται και διαδέχονται το άλλο. Το υπερφυσικό συνυπάρχει με την καθημερινή πραγματικότητα. Πρόκειται για τον λογοτεχνικό τρόπο του μαγικού ρεαλισμού, ένα υπέροχο αλληγορικό μυθιστόρημα για παιδιά των μεγάλων τάξεων του Δημοτικού και για εφήβους. Η Οδύσσεια ενός παιδιού, του Δομήνικου, που ταξιδεύει για να ανακαλύψει τον εαυτό του, τη ζωή και τη σχέση του με τον κόσμο.. Ακολούθησαν πολλά ακόμη για μικρούς και μεγάλους, περίπου 60 βιβλία συγγραφικής παραγωγής.  Έχω διαβάσει αρκετά-δεν τα έχω διαβάσει όλα-υπάρχει καιρός ακόμη..
Τα τελευταία χρόνια είχα την τύχη να συναντήσω τον Μάνο Κοντολέων, υπηρετώντας ως Σχολικός Σύμβουλος στα Δωδεκάνησα, στις επισκέψεις του σε διάφορα σχολεία της Α/θμιας Εκπαίδευσης, προσκεκλημένος μέσω του προγράμματος Φιλαναγνωσίας -του πάλαι ποτέ ΕΚΕΒΙ- αλλά και ως συντονιστής της «Φιλομύθου Λέσχης Ανάγνωσης Παιδικής και Εφηβικής Λογοτεχνίας». Ο Μάνος Κοντολέων ως υποστηρικτής των Λεσχών Ανάγνωσης ανταποκρίνεται με προθυμία σε σχετικές προσκλήσεις (ΙΑΝΟΣ), Ίδρυμα Λασκαρίδη. Υποστηρίζει με πάθος δραστηριότητες Φιλαναγνωσίας. Άλλωστε το βραβείο Φιλαναγνωσίας που δίνεται κάθε χρόνο σε δάσκαλο  ήταν ιδέα και πρόταση  από τον Μάνου Κοντολέων. Ο πρώτος που του απονεμήθηκε  ήταν ο  Γιάννης Παπαδάτος, δάσκαλος  σε δημοτικό σχολείο των Αθηνών, πανεπιστημιακός δάσκαλος σήμερα, συγγραφέας και ο ίδιος βιβλίων για την Παιδική Λογοτεχνία και συνταξιδιώτης στο φιλαναγνωστικό μας ταξιδιού μέσα από τη Λέσχη που προαναφέρθηκε. Η Λέσχη πριν λίγο καιρό επέλεξε να διαβάσει την «Αμαρτωλή πόλη», πρωτοπόρο και ανατρεπτικό βιβλίο  που διαβάστηκε τελευταία από τα 14 μέλη της Φιλομύθου Λέσχης μας. Ένα «Μυθιστόρημα ενηλικίωσης, ένα καθαρόαιμο crossover μυθιστόρημα γραμμένο μέσα στην επώδυνη γνώση αυτών των πρώτων χρόνων του νέου αιώνα.», όπως ο ίδιος ο συγγραφέας λέει σε σχετική συνέντευξή του. Στη σχετική συζήτηση  της Λέσχης είχαμε την ευκαιρία να επικοινωνήσουμε  μαζί του διαδικτυακά.
Κυρίες, κύριοι, φίλες, φίλοι,
Η σύντομη εισήγηση που ακολουθεί αξιοποιεί την έντυπη-«Απόψεις για την Παιδική Λογοτεχνία» και ηλεκτρονική βιβλιογραφία-πλούσιο και με συνεχή ενημέρωση του προσωπικού του ιστολογίου, άλλες διαδικτυακές πηγές και αναφορές στην πολυσχιδή δράση του, αλλά και την προσωπική μου οπτική ως αναγνώστη και εκπαιδευτικού. Επιλέγω  να αναφερθώ σε λιγοστούς, ενδεικτικούς άξονες που αφορούν τη σχέση του συγγραφέα και διανοούμενου Μ.Κ. με το βιβλίο, το παιδί και την ανάγνωση, τη Φιλαναγνωσία και το σχολείο ευρύτερα.
1
Το συγγραφικό έργο του: «Λογοτεχνία για παιδιά» ή «Λογοτεχνία και για παιδιά»
Η λογοτεχνία, ως μορφή τέχνης, μεταπλάθει την αντικειμενική πραγματικότητα με την αισθητική αξία που της προσδίδει. Η πρόκληση συγκίνησης, πρωταρχικό γνώρισμα της λειτουργίας της τέχνης του λόγου, όπως και κάθε τέχνης, είναι απόρροια της αισθητικής της αξίας. Ποικίλα συναισθήματα, πάθη, καημοί, διαλογισμοί του ανθρώπου, κοινωνικά προβλήματα μετατρέπονται από το δημιουργό σε αισθητική εποπτεία. Έτσι το ατομικό γίνεται γενικό. Το έργο κάθε λογοτέχνη αντανακλά, δημιουργικά, έναν ολόκληρο κόσμο ιδεών και πεποιθήσεων, που ενώνουν το συγγραφέα με την εποχή του ή τον αντιπαραθέτουν σ' αυτήν. Έτσι κάθε λογοτέχνημα μέσα από την αισθητική ανασύνθεση του κόσμου της ανάγκης, μας οδηγεί στην εσωτερική ελευθερία και συμβάλλει γενικότερα στη συγκρότηση της πνευματικής μας ζωής.
Ο  Μάνος Κοντολέων(Μ.Κ.) πρωταγωνιστεί τα τελευταία σαράντα χρόνια στην ποιοτική νεοελληνική λογοτεχνία. Και δεν λέω μόνο στη λεγόμενη παιδική και εφηβική, επειδή η προσφορά του στη λογοτεχνία για ενήλικες είναι εξίσου σημαντική. Κι είναι επίτευγμα νομίζω, από τα ελάχιστα στη λογοτεχνία, την ελληνική και όχι μόνο, αυτό, το τρισυπόστατο του έργου του να είναι ενιαίο και ισοδύναμο, με το ένα μέρος του να εισχωρεί διαλεκτικά στο άλλο. Εννοώ ότι ο ίδιος με τη γραφή του έχει αποδείξει ότι τα βιβλία του στη συντριπτική τους πλειονότητα  μπορούν να διαβαστούν και από διαφορετικές ηλικίες. Επίσης είναι ένας συγγραφέας που πειραματίζεται αφηγηματικά, και δε διστάζει να διευρύνει τα λογοτεχνικά του όρια και παρότι έχει ταυτιστεί με την παιδική και νεανική λογοτεχνία πετυχαίνει με την πολυσημία των θεματολογικών του κατηγοριών στα περισσότερα έργα, μορφοποιώντας ήρωες και καταστάσεις, να «γεφυρώνει» αναγνωστικά διαφορετικές ηλικίες, γιατί διακατέχονται από μια αιώνια  παιδικότητα. Μια παιδικότητα η οποία με στοιχεία την αυθορμησία, τη δυναμικότητα της παιδικής ηλικίας, την οραματική της διάθεση ενέχει ως αυθεντικά λογοτεχνικά όπλα δύο κύρια στοιχεία θαυμαστά και ιδιαιτέρως προσωπικά: το μαγικό ρεαλισμό και την ποίηση.
Ο Μ.Κ. ιδιαίτερα στη λεγόμενη παιδική και εφηβική λογοτεχνία είναι από τους πρώτους Έλληνες συγγραφείς που εντρύφησε υποδειγματικά και ανέδειξε αυτό που ονομάζουμε μαγικό ρεαλισμό, ως σύζευξη του ατομικού με το συλλογικό, «.. Ο μαγικός ρεαλισμός και η ποίηση ως υφολογικό στοιχείο στο έργο του Μ.Κ. λειτουργούν με έναν τρόπο ζώσας, αεικίνητης δημιουργίας. Μέσω μιας αιώνιας παιδικότητας μεταμορφωμένης σε κάθε ηλικιακή περίοδο των ηρώων του η φαντασία και η μαγεία εισχωρούν στην πραγματικότητα την οποία αλλάζουν δημιουργώντας στον αναγνώστη τη διάθεση μόνο μέσω αυτής να αλλάξει τον εαυτό του και τον κόσμο..», υποστηρίζει ο Γιάννης Παπαδάτος σε σχετική του ομιλία για το έργο του συγγραφέα. Τα βιβλία του Μάνου Κοντολέων,  γράφει η Αλεξάνδρα Ζερβού καθηγήτρια Παιδικής Λογοτεχνίας στο πανεπιστήμιο της Κρήτης, σήμερα, είναι «σαν ένα χτύπημα στον ώμο αφυπνιστικό και συνθηματικό, κάτι σαν επιδέξιο, αποφασιστικό και μετρημένο σπρώξιμο στο κατώφλι της ζωής, ή μάλλον στον σκοτεινό και δαιδαλώδη διάδρομο της εφηβείας, όπου παραμονεύουν εμπειρίες τραυματικές, σκιές και φαντάσματα».
Σχετικά με το ερώτημα, υπάρχει διαφορά μεταξύ συγγραφής για ενήλικες και συγγραφής για παιδιά; Αν ναι, που την  εντοπίζετε;  Ο Μ.Κ. απαντά: « Από τεχνικής πλευράς, ναι, υπάρχει. Όπως ακριβώς υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο μυθιστόρημα και στο διήγημα. Από πλευράς συγγραφικής ευθύνης καμία. Ότι κι αν γράφει κανείς και απ΄ όποιους κι αν αυτό διαβαστεί, είναι ακριβώς το ίδιο ζητούμενο –η ποιότητα.  Η λογοτεχνία για παιδιά (ως μια μορφή ελεύθερης καλλιτεχνικής έκφρασης) όχι μόνο διατηρεί το δικαίωμα να εκφράζεται κάθε φορά με κανόνες εντελώς υποκειμενικής συγγραφικής σύλληψης, αλλά και επιζητά τη διάδοσή της όχι τόσο ποσοτικά όσο ποιοτικά. Η λογοτεχνία για παιδιά θέλει αναγνώστες και όχι καταναλωτές…»
Για αυτό το «επίδικο» κατά κάποιο τρόπο στο χώρο των συγγραφέων, και των εκδόσεων θέμα, ο  Μ.Κ. και όχι μόνο αυτός, είναι κριτικός και επικριτικός στην κρατούσα κατάσταση στον τομέα της συγγραφής και εν γένει των  προγραμμάτων Φιλαναγνωσίας. Ο Μ.Κ. μιλώντας για τους  νέους τρόπους υλοποίησης προγραμμάτων Φιλαναγνωσίας υποστηρίζει πως κάποια  από αυτά-τα περισσότερα προσθέτω εγώ- στοχεύουν  απλώς στη δημιουργία μιας «συναισθηματικής» σχέσης του παιδιού με τη λογοτεχνία, και στις πιο πολλές περιπτώσεις  προσπαθούν να κερδίσουν το ενδιαφέρον των παιδιών με τη διοργάνωση διαφόρων διαγωνιστικών δραστηριοτήτων. Εκείνο, όμως που παρατηρείται συχνά, συμφωνώντας από προσωπικό βίωμα με το συγγραφέα  είναι πως οι  διοργανωτές όλων αυτών των βιβλιοδρομιών ή βιβλιομαραθωνίων (με τέτοια ονόματα συνήθως χαρακτηρίζονται τα προγράμματα Φιλαναγνωσίας) είναι  πως στην  προσπάθεια τόνωσης της αγάπης ενός παιδιού προς το βιβλίο οδηγεί τελικά στη μετατροπή της «λογοτεχνίας για παιδιά» σε «βιβλίο για παιδιά. Φαίνεται, συνάγεται από την εμπειρία και τη δική μου, πως στο πλαίσιο αυτό, δεν ενδιαφέρει τόσο  η προώθηση του βιβλίου με ποιοτικά κριτήρια συγγραφής του, όσο  στοχευμένη κυρίως επιδίωξη για συγγραφή και προώθηση  βιβλίων  με θέματα  που βρίσκονται στην επικαιρότητα και προφανώς  «πουλάνε», με σκοπό το  εμπορικό κέρδος, προϊόντα, δηλαδή προς κατανάλωση… Έτσι, τίθεται ως επιλογή και προτεραιότητα η συγγραφή ολιγοσέλιδων ιστοριών,  για να διαβάσει ένα παιδί όσο περισσότερα βιβλία γίνεται, να τα διαβάσει εύκολα και γρήγορα. Να είναι γραμμένα με τρόπο λίγο πολύ επιφανειακό και να μην κουράζουν με το πλήθος των σελίδων τους…
Κάτω από αυτές τις συνθήκες η κυκλοφορία των τίτλων που θέλουν (αρέσκονται, μάλλον) να θεωρούν πως ανήκουν στον χώρο της λογοτεχνίας αυξάνεται. Και η αύξησή τους ευνοεί   όσους ζούνε από τον κύκλο έκδοσης και πώλησης βιβλίων για παιδιά. Έτσι, συναντάμε στα ράφια των βιβλιοπωλείων και στους καταλόγους των εκδοτών τίτλους βιβλίων για παιδιά με μονοθεματικό χαρακτήρα και άρα με διάθεση να εξυπηρετήσουν έναν νεοδιδακτισμό και όχι μια νέα λογοτεχνική φόρμα.




2
Η «Ανάγνωση της Λογοτεχνίας ως πολιτική πράξη» ή «λογοτεχνία για παιδιά και πολιτικοποίηση»
Είναι δυο τίτλοι που τις συναντά κανείς σε συνέντευξη του συγγραφέα στο διαδίκτυο (ο πρώτος) και στις «Απόψεις για την Παιδική Λογοτεχνία» (ο δεύτερος) έκδοση του 1988, ένα βιβλίο σημαντικό για τον λογοτεχνικό μου εγγραμματισμό,   στο ξεκίνημα της δασκαλικής μου πορείας.
Σε σχετική συνέντευξή του σε ιστότοπο, ο Μ.Κ. υποστηρίζει  πως η ανάγνωση λογοτεχνικών έργων είναι μια πράξη πολιτική. «Τις πολιτικές θέσεις τις σχεδιάζουν άνθρωποι και άνθρωποι είναι εκείνοι που τις εφαρμόζουν ή τις αντιμάχονται. Η πολιτική πράξη δεν ξεκινά μήτε τελειώνει στο δικαίωμα του εκλέγει και εκλέγεσθαι, μήτε πόσο μάλλον από την ενεργό συμμετοχή σε κόμματα, συνδικάτα και ομάδες.. «..Αρχίζει από τον τρόπο που αντιμετωπίζεις την ίδια του την πλέον προσωπική ταυτότητα, το φύλο σου. Έχει να κάνει με το πώς στέκεσαι απέναντι στα άτομα της ίδια σου της οικογένειας, προχωρά στο πως εκφράζεις τον έρωτα, τη φιλία, το επάγγελμα σου, τις καθημερινές κοινωνικές σου σχέσεις. Και διεισδύει στη στάση που κρατάς απέναντι σε όσα πληροφορείσαι, σε όσα υποψιάζεσαι, σ΄ εκείνα που διαισθάνεσαι. Και βέβαια έχει άμεση σχέση με τον τρόπο που συμπεριφέρεσαι όχι μόνο ως άτομο, αλλά και ως κάτοικος του πλανήτη και γενικότερα του σύμπαντος. Η πολιτική στάση απαιτεί γνώση του παρελθόντος, βίωμα του παρόντος και όραμα του μέλλοντος. Η πολιτική στάση απαιτεί ενδοσκόπηση και ευελιξία. Λογική όσο και συναίσθημα. Ρεαλισμό όσο και φαντασία. Τόλμη μα και σύνεση. Επανάσταση και συντήρηση. Δεν ξέρω τίποτε περισσότερο αποτελεσματικό ως προς την εφαρμογή όλων αυτών, από την ανάγνωση της λογοτεχνίας. Γιατί μέσα στα λογοτεχνικά κείμενα όλα αυτά υπάρχουν, αλληλοσυμπληρώνονται ή αυτοαναιρούνται, συνδυάζονται μα και πλαταίνουν. Μου έμαθαν πως η αναγνωστική πράξη είναι μια πράξη συμμετοχής στα κοινά. Πράξη πολιτικής παρέμβασης, εν τέλει…»
 Στο ερώτημα γιατί θα πρέπει να πολιτικοποιήσουμε τα παιδιά, ο συγγραφέας είναι απόλυτα σαφής και κατηγορηματικός. Στο βιβλίο του «Απόψεις για την Παιδική Λογοτεχνία», έκδοση του 1988, όπως ανέφερα πριν, αν και οι θέσεις του διατυπώθηκαν  30 χρόνια πριν- διατηρούν την επικαιρότητά τους, υποστηρίζει πως «..Τα παιδιά είναι πολίτες του κόσμου μας. Και ως τέτοιοι δέχονται τα μηνύματά του, επηρεάζονται από τις συνθήκες του, δημιουργούν κι αυτά, είτε το θέλουμε είτε όχι, τις απόψεις τους και τις κρίσεις τους. Και πώς να το κάνουμε και η πιο απλή ιστοριούλα που θα τους διηγηθούμε τα πολιτικοποιεί. Όπως τα μπάζει μέσα στην πολιτικοποίηση η καθημερινή ζωή..» Ας μην κρυβόμαστε: μη πολιτικοποιημένο κείμενο δεν υπάρχει. Ακόμη κι αυτό που θέλει να κρατηθεί σε μια ουδετερότητα έχει, λόγω αυτής της ουδετερότητας τη θέση του. Το βιβλίο από τη στιγμή της απόφασης συγγραφής του είναι μια πράξη καθαρά πολιτική. Τα βιβλία του συγγραφέα δεν αντιγράφουν απλώς  τη ζωή: ως έργα μιας πηγαίας και εμπνευσμένης λογοτεχνικής δημιουργίας, ανασυνθέτουν και ξαναπλάθουν μία κοινωνική πραγματικότητα, μια πραγματικότητα που είναι ανάγκη κατά την προτροπή του συγγραφέα να αποκτήσει κάτι από τη χαμένη της φαντασία, έναν γόνιμο ιδεολογικό προσανατολισμό και συσφίγγοντας ακόμη περισσότερο την αμφίδρομη σχέση της με τη λογοτεχνία.
 3
Τρόποι επαφής των παιδιών με τα βιβλία
Επειδή στο ακροατήριο, εξ όσων βλέπω και γνωρίζω, υπάρχουν αρκετοί εκπαιδευτικοί αλλά και γονείς των μαθητών μας, επιλέγω να θίξω ακροθιγώς το παραπάνω θέμα σε αναφορά με τις απόψεις του συγγραφέα αλλά και την πρακτική και τις επιλογές που  έχει επιλέξει στις πολυάριθμες επισκέψεις του στα σχολεία  και ως προσκεκλημένος από συλλόγους για γονέων και φορείς για την προώθηση της Φιλαναγνωσίας στο σχολείο και στο σπίτι. Η προσέγγιση στο θέμα αυτό έχει την πρακτική του σημασία  για πολλές και πολλούς από το ακροατήριο και για το λόγο αυτό αναμένουμε με ενδιαφέρον μια πλούσια συζήτηση.
Είναι πια απόλυτα αναγνωρισμένη η σημασία που έχει στη σωστή ανάπτυξη της προσωπικότητας η ανάγνωση καλών λογοτεχνικών βιβλίων. Μέσα απ΄αυτά το παιδί εμπλουτίζει τις γνώσεις του και ταυτόχρονα καλλιεργεί τις προσωπικές του και κοινωνικές δεξιότητες αναπτύσσοντας  και τη συναισθηματική του νοημοσύνη. Η Λογοτεχνία εξοπλίζει τον άνθρωπο με ευαισθησία, φαντασία, ανθρωπιά, αλληλέγγυα ενσυναίσθηση, προβληματισμό. Μέσα από ένα λογοτεχνικό κείμενο το παιδί μπορεί να προσεγγίσει μια ιστορική εποχή του παρελθόντος κριτικά, να γνωρίσει έναν άλλο πολιτισμό, να κατανοήσει τα προβλήματα των συνανθρώπων του, να ευαισθητοποιηθεί σε περιβαλλοντικά  και οικουμενικά προβλήματα. Να αναπτύξει συναισθηματικές δεξιότητες, μέσα από την περισυλλογή, τον προβληματισμό  τη συνεργασία, την κοινή δράση για το καλό της κοινωνίας και του πολιτισμού μας. Κέρδη και μόνο κέρδη αποκομίζει από την ανάγνωση λογοτεχνικών βιβλίων. Το θέμα είναι πώς θα υπάρξει η πρώτη γνωριμία που θα μετατραπεί σε σχέση ..παντοτινής αγάπης στο βιβλίο. Ο Μ.Κ. με τη συσσωρευμένη πείρα ετών, πιστεύει πως τον κυρίαρχο λόγο σε αυτή την αγαπητική σχέση παιδιού βιβλίου παίζουν η οικογένεια και το σχολείο, με κύριο συντονιστή και αρωγό το κράτος με το θεσμό της εκπαίδευσης, πρώτα από όλα. Με τη δική του μέριμνα θα δημιουργηθούν οι απαραίτητες υποδομές και τη χάραξη στρατηγικού σχεδίου για το βιβλίο, προσθέτω εγώ.  Με σχολικές και δημοτικές βιβλιοθήκες, εκπαιδευτικά προγράμματα, υλικά και ηθικά κίνητρα Όμως, από ένα σημείο και έπειτα ο γονιός και ο δάσκαλος παίζουν το δικό τους ρόλο, όμως, κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις. Ας δούμε μαζί κάποιους πρακτικούς τρόπους εφαρμογής αυτής της κοινής προσπάθειας, δασκάλου και γονιού, σχολείου και οικογένειας.
  • Να παροτρύνουμε το παιδί να αφηγηθεί με δικά του λόγια μια ιστορία που έχει διαβάσει.
  • Αφού διαβάσει το βιβλίο, μπορεί να κρατήσει ένα ημερολόγιο των σκέψεων και των πράξεων των ηρώων του συγκεκριμένου βιβλίου.
  • Να το προτρέψουμε να επικοινωνήσει με το συγγραφέα με γράμμα ή με συνάντηση. Έτσι θα κουβεντιάσει τις απόψεις του, θα γνωρίσει το δημιουργό. Μια ομάδα παιδιών στο σχολείο, αφού διαβάσει ένα βιβλίο μπορεί να το παρουσιάσει σε θεατρική μορφή.
  • Ο μικρός αναγνώστης/η μικρή αναγνώστρια να ζωγραφίσει ένα καινούριο εξώφυλλο με τα δικά του ζωγραφικά σχέδια.
Ο κατάλογος δεν έχει τέλος, μπορεί να εμπλουτιστεί με πολλές άλλες Φιλαναγνωστικές Διαδρομές, όπως τις 46 διαδρομές του ΕΚΕΒΙ ή  τις προτεινόμενες  δραστηριότητες Φιλαναγνωσίας της ΔΚΒΡ με συντάκτη τον αντιπρόεδρο του Ε.Σ. Δ. Κόκκινο οι οποίες έχουν αποσταλεί στις σχολικές μονάδες Α/θμιας και Β/θμιας Εκπαίδευσης για αξιοποίηση από τους/τις εκπαιδευτικούς. Όλες αυτές οι ιδέες και άλλες πολλές που η δημιουργική σκέψη και πρωτοβουλία του Σχολείου και της Οικογένειας  έχουν ως στόχο να φέρουν το βιβλίο από το απόμακρο και σκονισμένο ράφι της βιβλιοθήκης  στην καθημερινή ζωή του παιδιού Από τον ενήλικο εμψυχωτή το μόνο που απαιτούν είναι ελάχιστος ποιοτικός χρόνος, κέφι και πολλή πίστη στην αξία του λογοτεχνικού βιβλίου.
Κυρίες, κύριοι, φίλες και φίλοι,
Στη συνέχεια έχουμε την ευκαιρία, μας τη δίνει η  δραστήρια Ομάδα του  Διεθνούς  Κέντρου Συγγραφέων και Μεταφραστών Ρόδου με την οργάνωση αυτής της εκδήλωσης, να συμμετέχουμε στην παρουσίαση από τον εκλεκτό συνάδελφο Δημήτρη  Κόκκινο και να συζητήσουμε για δύο υπέροχες διασκευές κλασικών έργων της παγκόσμιας λογοτεχνίας από τον πολυγραφότατο συγγραφέα μας Μ.Κ. με την εικονογράφηση του συντοπίτη μας Βαγγέλη Παυλίδη. Ενός κατά τη γνώμη μου εκ των σημαντικότερων Ελλήνων και όχι μόνο, εικονογράφων, που  η συγκεκριμένη εικονογράφηση αποτελεί κατά την άποψή μου την καλύτερη ως τώρα εικονογράφηση των συγκεκριμένων έργων σε διεθνές επίπεδο.

23.3.18

Η Κασσάνδρα στη Μαύρη Άμμο - 22/3/2018


Έψαχνα  πάντα τις λέξεις.
Πρώτα εκείνες που θα πείθανε… Τους άλλους.
Μετά όσες θα μπορούνε να παρηγορήσουνε…  Εμένα.
Πάντα λέξεις έψαχνα.
Λέξεις που μου κρυβόντουσαν…
Κι έτσι μήτε για τους άλλους δεν κατάφερνα να τις βρω, μήτε  και για τον ίδιο μου τον εαυτό δεν αξιώθηκα ποτέ  να τις ανακαλύψω.
Κι άφηνα τον καιρό να αποφασίζει…
Και τώρα κι εγώ πεθαίνω…
Η Κασσάνδρα εγώ είμαι.

             *******************************************
Η Κασσάνδρα… Μετά.
Μετά από μια πτώση. Και ακόμα πιο πολύ μετά… Ίσως ως το σήμερα.
Την καταστροφή μιας ομαδικής παράκρουσης και το αδιέξοδο ενός ατομικού πάθους μέσα από την αφήγηση μιας γυναίκας που τα χνάρια της από το τότε φτάνουν  ως τις μέρες μας.
Το μυθιστόρημα «Κασσάνδρα» ανασκαλεύει τους μύθους, αναζητά στιγμές από αρχαίες τραγωδίες και με μια απροσδόκητη  αυθαιρεσία δημιουργεί το πορτραίτο ενός ατόμου που επιλέγει  τη μοίρα του, την ώρα που ένας ολάκαιρος κόσμος χάνεται και στη θέση του γεννιέται  ένα νέος.
Ένας πολιτικός και ερωτικός προβληματισμός του χτες έτσι όπως αντανακλάται στο σήμερα.