20.7.18

Μια διαχρονική Κασσάνδρα που μας μιλά από το χτες για το σήμερα


Μια διαχρονική Κασσάνδρα που μας μιλά από το χτες για το σήμερα


της Βασιλικής Ρεσβάνη

«Η Κασσάνδρα στην Μαύρη Άμμο»
Εκδόσεις Πατάκη, 2018

Ένα νέο μυθιστόρημα το οποίο εμπλουτίζει τη γνώση μας για μια μορφή της αρχαίας ελληνικής γραμματείας. Η Κασσάνδρα, δευτερεύουσα ηρωίδα στο κλασσικό έπος, γίνεται πρωταγωνίστρια και φανερώνεται μπροστά μας, σύγχρονη, ευθύς, αποκαλυπτική χωρίς να φοβάται κανέναν και τίποτε. Διαχρονική και διεκδικητική σε μια εποχή όπου τότε η γυναίκα δεν είχε τόσα δικαιώματα. Κι όμως στο ‘Η Κασσάνδρα στην Μαύρη Άμμο’ ο Κοντολέων αφηγείται και πραγματεύεται το αρχαίο δράμα της Τροίας με την Κασσάνδρα να είναι αυτή που με το δυναμισμό της, οδηγεί τον αναγνώστη να θεωρεί ότι είναι εκείνη που τυχόν μπορεί να αλλάξει την υπάρχουσα γνωστή εξέλιξη του αρχαίου δράματος.
Γνώστης τόσο των γεγονότων όπως περιγράφονται στα έργα των αρχαίων τραγικών, μελετητής των αναλύσεων των έργων αυτών και δεξιοτέχνης στην σύνδεση των στοιχείων που συνθέτουν γεγονότα και πρόσωπα, ο Μάνος Κοντολέων μάς μεταφέρει στην τότε εποχή μέσα από την φωνή μίας γυναίκας και μάλιστα δίνοντάς της ένα ύφος που καθηλώνει τους αναγνώστες, αλλά και πιθανούς θεατές μιας θεατρικής μεταφοράς του μυθιστορήματος.
Άλλωστε, κι έτσι όπως είναι γραμμένο το έργο, βοηθά τον  αναγνώστη να φαντάζεται από μόνος του τη μουσική, τα σκηνικά, τους φωτισμούς. Δίνει στον εαυτό του την ευχαρίστηση να σκηνοθετεί ο ίδιος τις εικόνες του λογοτεχνικού κειμένου. Μεταβαίνει από την απόλαυση μιας μορφής Τέχνης σε μια άλλην…. Αν ένα βιβλίο το κατορθώνει αυτό έχει πετύχει έναν από τους βασικούς στόχους της δημιουργικής ανάγνωσης. Ο αναγνώστης ‘ταξιδεύει’ διαβάζοντας την Κασσάνδρα.
Το βιβλίο αυτό εμπνέει κάθε γυναίκα να θέλει να παλέψει για ό,τι θεωρεί σωστό. Η Κασσάνδρα πριγκίπισσα με προκαθορισμένο από άλλους το δικό της μέλλον θέλει να το αλλάξει και εν μέρει το καταφέρνει. Αρνείται την επιβολή του θεού και την πρότασή του, αρνείται να δει το επικείμενο τέλος ενώ το ξέρει ότι θα έρθει. Μάντισσα η ίδια στο ιερό του Απόλλωνα διακατέχεται από το βάρος της ικανότητάς της να βλέπει το μέλλον στην Μαύρη Άμμο –χώρο ενσάρκωσης των εφιαλτικών οραμάτων της. Είναι η ίδια που ξέρει αλλά και η ίδια αυτή που δεν γίνεται πιστευτή. Πόσο τραγικό πρόσωπο αλήθεια!
Η Κασσάνδρα –ως θεατρική ηρωίδα-  έχει ενσαρκωθεί αρκετές φορές στο θέατρο, και ίσως πολλές από αυτές τις φορές οι θεατές να έχουν συγκλονιστεί από το γεγονός ότι αυτή ξέρει -και μαζί της και οι ίδιοι-  ενώ τα υπόλοιπα πρόσωπα του έργου οδηγούνται στην πτώση και τελικώς στη γνώση μέσα από την κάθαρση που κάθε έργο αρχαίας τραγωδίας ενέχει. Ο αναγνώστης της Κασσάνδρας στην Μαύρη Άμμο είναι υποψιασμένος περίπου τι θα διαβάσει αλλά…. όταν ο συγγραφέας είναι ο Μάνος Κοντολέων το αποτέλεσμα τον εκπλήσσει για ακόμη μία φορά.
Πριν διαβάσω την Κασσάνδρα στην Μαύρη Άμμο έκανα σκέψεις πάνω στον τίτλο. Μπορεί η άμμος να αποτελέσει υλικό να εμπιστευτείς και να στηρίξεις ιδέες ή να δημιουργήσεις; Μπορεί το χρώμα της να προμηνύει το θέμα του βιβλίου; Μπορεί το όνομά της ηρωίδας, αν δεν είχα διαβάσει ποτέ μου τα αριστουργήματα της αρχαίας Ελληνικής γραμματείας, να μου φανέρωνε κάτι; Στη συνέχεια μετά την ανάγνωση έψαχνα να βρω λέξεις για να γράψω τις σκέψεις μου για το βιβλίο «Έψαχνα πάντα τις λέξεις. Πρώτα εκείνες που θα πείθανε… Τους άλλους. Μετά όσες θα μπορούνε να παρηγορήσουνε… Εμένα. Πάντα λέξεις έψαχνα. Λέξεις που μου κρυβόντουσαν… Κι άφηνα τον καιρό να αποφασίζει…» -τα λόγια της ίδιας της Κασσάνδρας γίνανε δικά μου.
Το έργο αυτό μεταφέρει έμμεσα τις ελπίδες μιας εποχής, τις αγωνίες και τα θέλω των δυνατών του τότε. Και με ένα απρόβλεπτο τρόπο ενώνει τις θέσεις του με τις αντίστοιχες θέσεις προηγούμενου έργου του ίδιου του συγγραφέα. «Μετά ήταν που ήρθε η άλλη μέρα. Και η άλλη εποχή.  Η χώρα χωρίστηκε στα δύο, όσοι μένανε στο Εκεί θέλανε να πάρουν το Εδώ, αυτοί που είχαν το Εδώ θέλανε να κάνουν δικό τους και το Εκεί.…. Αυτοί που είχαν το Εκεί βρέθηκαν να είναι οι νικητές. Και αυτούς που μένανε στο Εδώ τους άφησαν με λίγο φαΐ, λίγο νερό λίγα χρήματα». (απόσπασμα από το ‘Δεν με λένε Ρεγγίνα, Άλεχ με λένε’ του Μ. Κοντολέων).
Η Κασσάνδρα ξέρει τι πρόκειται να γίνει, ξέρει τι θέλει αλλά άλλοι έχουν αποφασίσει τόσο για τους ίδιους όσο και για την ίδια, το μέλλον τους και το μέλλον της. Είναι οι θεοί πάντοτε που εμπλέκονται στα μελλούμενα; Πάντοτε; Δεν το νομίζω αυτό. Ακόμη και η ίδια η Κασσάνδρα αν άλλαζε κάποιες από τις επιλογές της ή αν παρουσίαζε διαφορετικά τα γεγονότα και τελικά έπειθε, θα μπορούσε να αλλάξει το τέλος που θα ερχόταν;
Ο Πρίαμος, ο Έκτορας, ο Πάρης άνδρες που ως…. «βασιλίσκοι δεν τολμούν να ρισκάρουν την ασημαντότητά τους». Η Κασσάνδρα ακούει, βλέπει, νιώθει ερμηνεύει τα σημερινά και μαντεύει τα μελλούμενα φτάνοντας στο πιο σημαντικό -«Η ιστορία το έμαθα πλέον και το βλέπω να επιβεβαιώνεται- γράφεται από την αλαζονεία των ηγετών και από τις προσπάθειες να στολίσουν το βίο τους με λάμψεις φθαρτές- ένα κομμάτι γης, κάποια χρυσά νομίσματα, ύμνους που να αναφέρονται στις πράξεις τους και γυναίκες που πριν από το όνομά της καθεμιάς τους θα μπορεί να τοποθετηθεί ένα επίθετο- Μεγάλη, σεβαστή, Θεά…. Ωραία».
Υπήρξαν πολλές φορές που θεώρησα ότι το κείμενο είναι τόσο αριστοτεχνικά δομημένο και προσεγμένο που δεν θα μπορούσε κάποιος να διακρίνει με ευκολία ένα απόσπασμα με μονόλογο της Κασσάνδρας στο νέο έργο από κάποιο αντίστοιχο του αρχαίου κειμένου. Είναι η πένα του συγγραφέα που συνταιριάζει ύφος, προτάσεις, λέξεις, εποχές και αναδεικνύει ήρωες που πλέον συνομιλούν μαζί του και αλληλεπιδρώντας δημιουργείται τελικά ένα μοναδικό νέο κείμενο. Όταν το τελευταίο έρχεται στα χέρια των αναγνωστών, τότε  αρχίζει μία άλλη συνομιλία…..
Δεν θα το τοποθετούσα αυστηρά στα υπόλοιπα έργα του Μ. Κ. για ενήλικες, διότι θεωρώ ότι θα μπορούσε να αποτελεί ένα υπέροχο παράλληλο βιβλίο για τον φιλόλογο που αναζητά πέραν από το αναλυτικό πρόγραμμα να εμπνεύσει τους μαθητές του. Η Κασσάνδρα της Ιλιάδας και της Ορέστειας πόσο κοντά είναι αλήθεια με την Κασσάνδρα στην Μαύρη Άμμο; Γνωρίζει περισσότερα για τις εποχές του τότε και του τώρα η Κασσάνδρα του Μάνου Κοντολέων; Είναι διαχρονική; Η Κασσάνδρα στην Μαύρη Άμμο, έχω την αίσθηση ότι θα αποτελεί για καιρό σημείο αναφοράς και βιβλίο με διθυραμβικές κριτικές γιατί πολύ απλά είναι γραμμένο έτσι ώστε να μαγεύει και σε αυτό συνηγορεί η ίδια η ηρωίδα του – η μάντισσα και μάγισσα Κασσάνδρα!

Η  Βασιλική Ρεσβάνη είναι Εκπαιδευτικός  & Υπ. Διδ. του Παν/μίου Πατρών
Πρώτη ανάρτηση:
https://iporta.gr/%CE%BC%CE%B9%CE%B1-%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%87%CF%81%CE%BF%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%BA%CE%B1%CF%83%CF%83%CE%AC%CE%BD%CE%B4%CF%81%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%BC%CE%AC%CE%BD%CE%BF%CF%85-%CE%BA%CE%BF/

30.6.18

Με πρωταγωνιστή τη… σιωπή



Μάκης Τσίτας
«Δώρο Γενεθλίων»
Εικονογράφηση: Νίκος Γιαννόπουλος

  



Όταν αμέσως μετά την Μεταπολίτευση ξεκίνησε η άνθηση στο χώρο της ελληνικής λογοτεχνίας για παιδιά, οι μελετητές εκείνης της εποχής εστιάσανε  με ιδιαίτερη ευαισθησία την προσοχή τους σε μια νέα φόρμα αφήγησης.
Μικρές Ιστορίες, λοιπόν, ονομάστηκαν εκείνα τα κείμενα που δεν διέθεταν τα στοιχεία που θα τα κατηγοριοποιούσαν ως σύγχρονα παραμύθια (με άλλα λόγια ο ρεαλισμός υπερτερούσε σχεδόν ολοκληρωτικά του μαγικού στοιχείου, ενώ άφηνε χώρο στην ύπαρξη του φανταστικού).
Οι Μικρές Ιστορίες ήταν ολιγοσέλιδες, αλλά εκδίδονταν όλες μαζί σε μια ενιαία μορφή βιβλίου, κάτω από το όνομα συγκεκριμένου, κάθε φορά,  συγγραφέα.
Ήταν ακόμα η εποχή όπου τα βιβλία για παιδιά ίσως να αποκτούσαν πια μια καλοδουλεμένη και με αισθητικές απαιτήσεις εικονογράφηση, αλλά παρέμεναν (ή και προσπαθούσαν να παραμείνουν)  πάντα  και πρώτιστα λογοτεχνικά βιβλία και δευτερευόντος εικονογραφημένα.
Με την είσοδο του 21ου αιώνα και καθώς  η παρουσία της λογοτεχνίας στα σχολεία έτυχε της υποστήριξης  ενδοσχολικών προγραμμάτων Φιλαναγνωσίας, τα βιβλία που θέλανε από το παράλληλο εκπαιδευτικό σύστημα  να χρησιμοποιηθούνε,  άρχισαν από τη μια να προσαρμόζουν το λεξιλόγιό τους σε μια άποψη που είχε να κάνει με το ποιες μπορεί (αλλά και πρέπει) να είναι οι γνωστές λέξεις κάθε παιδιού ανάλογα με την ηλικία του, άρα και την τάξη του και από την άλλη να εστιάζουν το θέμα τους κάθε φορά με μια όσο γίνεται περισσότερο έκκεντρη στόχευση. Με άλλα λόγια η ελεύθερη λογοτεχνική έκφραση, υπέκυπτε στις δεσμεύσεις της παιδαγωγικής.
Για παράδειγμα βιβλία που λένε μια ιστορία (με τη χρήση λίγων λέξεων)  με θέμα τον ενδοσχολικό εκφοβισμό* άλλα που  έχουν να κάνουν με την καλή κοινωνική συμπεριφορά ή με τον υγιεινό τρόπο διατροφής κλπ. Όλα αυτά ήταν και είναι από τους πλέον ζητούμενους τίτλους  βιβλίων για παιδιά  -τα προτείνουν εκπαιδευτικοί, τα προτιμούν γονείς. Είναι εύκολη η ανάγνωσή τους, απλός ο σχολιασμός τους, συνήθως χαμηλή η τιμή τους.  Και –ας το τονίσουμε κι αυτό- εύκολα βρίσκονται κι εκείνοι που θα τα συγγράψουν και στη συνέχεια με την προσωπική τους παρουσία μέσα στην τάξη θα τα υποστηρίξουν, όχι τόσο με αναλύσεις και διαπροσωπικές επαφές,  όσο κυρίως με φαντεζί εμψυχώσεις. Ο συγγραφέας  μετατρέπεται σε εξάρτημα του βιβλίου του.
Με άλλα λόγια το επιζητούμενο ‘ λογοτεχνικό’ βιβλίο, τουλάχιστον για τις πρώτες (μέχρι την Τετάρτη) τάξεις του Δημοτικού, φαίνεται να είναι μια ολιγοσέλιδη Μικρή Ιστορία, αλλά στην ουσία είναι ένα εκπαιδευτικό εγχειρίδιο ενδεδυμένο με λογοτεχνικό ένδυμα και υποστηριζόμενο από μια πλούσια  εικονογράφηση και  παράλληλες δημιουργικές δραστηριότητες.
Ήταν αναμενόμενο  - οι μελετητές πρώτα, οι εκδότες στη συνέχεια και στο τέλος οι ίδιοι οι συγγραφείς, εγκατέλειψαν τον όρο Μικρή Ιστορία και πλέον ομιλούν για Μικρή Φόρμα.
Εκ πρώτης όψεως, καθόλου κατακριτέο κάτι τέτοιο. Έτσι κι αλλιώς το διήγημα που στις μέρες μας γράφεται δεν έχει το μέγεθος που είχε την εποχή του Παπαδιαμάντη, αλλά και επίσης αυτή η μικρή φόρμα (συχνά φτάνει στα όρια  της μιας παραγράφου ή των 100 λέξεων) μπορεί να διεκδικήσει το ρόλο του συνομιλητή της λογοτεχνίας με την εικόνα.
Παρόλα αυτά –για να επανέλθουμε στην περιοχή του παιδικού βιβλίου-  οι εκδόσεις με κείμενα που χαρακτηρίζονται από το πόσες πρέπει να είναι οι λέξεις τους και από το κατά πόσο είναι απολύτως εστιασμένα σε ένα συγκεκριμένο στόχο, μπορεί να  συνεχίζουν από τη μια να χρησιμοποιούνται από εκπαιδευτικούς και άλλους ενήλικες, αλλά από την άλλη, να μη λησμονούμε πως εθίζουν τον μικρό αναγνώστη στην ανάγνωση ιστοριών επίπεδων και χωρίς πολυπλοκότητα στον αναστοχασμό.
Ο κίνδυνος αν όχι του θανάτου της παιδικής λογοτεχνίας , σίγουρα πάντως του τραυματισμού της είναι ορατός –ίσως και να έχει επιτελεσθεί.
Τελικά αποδεικνύεται πως είναι μάλλον εύκολο να γράψει κανείς 1000 λέξεις χωρίς στην ουσία να λέει κάτι το λογοτεχνικά ουσιώδες, αφού αυτές οι λέξεις θα συνοδεύονται (συχνά και θα καλύπτονται) από πλούσιες και ευρηματικές εικόνες και θα υποστηρίζονται από παιχνίδια και άλλες κατασκευές.
                                              ********************
Δεν είμαι καθόλου αντίθετος με τα λογοτεχνικά κείμενα που καταφέρνουν με λίγες λέξεις να αφηγηθούνε μια ολοκληρωμένη σκέψη και ένα πλήρες συναίσθημα. Και μάλιστα θεωρώ πως είναι ιδιαίτερα απαιτητικός αυτός ο τρόπος λογοτεχνικής  κατάθεσης.
Απλώς επισημαίνω τους κινδύνους από την αστόχαστη έκδοση – και προώθηση- έργων που δεν βοηθούν στην εδραίωση μιας λογοτεχνικής αναγνωστικής ταυτότητας, αλλά αντίθετα  επιβάλλουν την μετατροπή του λογοτεχνικού λόγου σε δημοσιογραφικό, του συγγραφέα από δημιουργό σε διασκεδαστή, του δε αναγνώστη από άτομο που θα αποδεχότανε κάτι αφού προηγουμένως το κρίνει,  σε άτομο που απλώς θα καταναλώνει  γεγονότα.
Καθόλου, λοιπόν, δεν είμαι αντίθετος στη συγγραφή και ανάγνωση Μικρών Ιστοριών, και χαίρομαι όποτε μου δίνεται η ευκαιρία να διαβάσω  ένα καλό βιβλίο που έχει μεν εκδοθεί κάτω από αυτές τις συνθήκες που πιο πριν ανέφερα, αλλά που στην ουσία τις αμφισβητεί και ολοκληρώνει την εκδοτική του παρουσία με ένα καθαρό κι ειλικρινή τρόπο.
Υπάρχουν μάλιστα και κάποιοι –αρκετοί ίσως- συγγραφείς που με ιδιαίτερα εύστοχο τρόπο συνηθίζουν να γράφουν τέτοιες Μικρές Ιστορίες (αν θέλετε ας τις πούμε και Μικρές  Φόρμες).
Ένας από αυτούς –ίσως ο πλέον σημαντικός – είναι Μάκης Τσίτας.
Ο Τσίτας στα βιβλία του αυτά συνήθως περιγράφει διαπροσωπικές σχέσεις (οικογενειακές, σχολικές, φιλικές). Τα κεντρικά του πρόσωπα είναι παιδιά παρόμοιας ηλικίας μ ‘ αυτά που θα διαβάσουν τούτες τις ιστορίες.
Με άλλα λόγια χρησιμοποιεί, εκ πρώτης όψεως, όλες τις συνηθισμένες προδιαγραφές  παρόμοιων ιστοριών. Όλες, εκτός από μία.
Ο Μάκης Τσίτας … δεν τα λέει όλα. Δεν εξηγεί τα πάντα. Στην ουσία δεν ενδιαφέρεται ούτε να υποστηρίξει, μήτε και να καταγγείλει. Αφήνει τα γεγονότα να μιλήσουν και κρατά κάπου κρυμμένες τις προθέσεις των ηρώων του. Κι έτσι  βέβαια καταφέρνει με 1500 λέξεις να κάνει λογοτεχνία.
Γιατί τελικά η αξία της Τέχνης του Λόγου είναι …η σιωπή.
Από τα πλέον επιτυχημένα βιβλία του και αυτό το «Δώρο γενεθλίων»
Δυο παιδιά –αδελφή και αδελφός-  μαζεύουν χρήματα για να αγοράσουν ένα ακριβό δώρο για τον πατέρα τους. Ο καθένας τους  τοποθετεί σε κοινό κουτί τις οικονομίες του, αλλά θα είναι η αδελφή που ως μεγαλύτερη θα αναλάβει την αγορά του δώρου. Θα επιστρέψει  με το δυσάρεστο νέο πως έχασε τα χρήματα.  Μα αργότερα θα αποδειχτεί η πλεκτάνη. Και ο μικρός  αδελφός θα αναζητήσει τρόπους εκδίκησης. 
Η όλη εξιστόρηση καταλήγει σε ένα αίσιο τέλος –ο δράστης αναγνωρίζει ο σφάλμα του.
Αλλά ο Μάκης Τσίτας έχει στο ενδιάμεσο καταφέρει να σκιαγραφήσει με απόλυτη πληρότητα τους χαρακτήρες.  Όχι μόνο των δυο αδελφιών, αλλά και του πατέρα τους –αυτού, του τελευταίου μάλιστα με ένα τόσο… σιωπηλό τρόπο που αξίζει να χρησιμοποιείται ως παράδειγμα  στα διάφορα σεμινάρια δημιουργικής γραφής.
Η εικονογράφηση του Νίκου Γιαννόπουλου είναι εκρηκτική χωρίς να θέλει –και πολύ σωστά- να αναζητήσει τρόπους  φωτισμού των σημείων όπου η σιωπή πρωταγωνιστεί.

 Πρώτη ανάρτηση:
 https://www.literature.gr/me-protagonisti-ti-siopi-grafei-o-manos-kontoleon-doro-genethlion-makis-tsitas/



29.6.18

Η Κασσάνδρα... στο diastixo





«Έτσι είστε πλασμένοι εσείς οι άνθρωποι. Να μην πιστεύετε αυτό που δεν θέλετε να είναι αλήθεια», λέει ο Απόλλων στην Κασσάνδρα, ενώ ο ίδιος ο συγγραφέας λέει: «Για τη ζωή κάθε ανθρώπου αποφασίζει η θεά Ευθύνη».
Η Κασσάνδρα, θυγατέρα του βασιλιά της Τροίας Πριάμου και της Εκάβης, γεννήθηκε με λίγα μόνο λεπτά διαφορά από τον δίδυμο αδελφό της, Έλενο. Tο βασιλικό ζεύγος από πολύ νωρίς αποφάσισε, Έλενος και Κασσάνδρα, να γίνουν: ο μεν Έλενος, ο μέγας σύμβουλος και μάντης πλάι στον πρωτότοκο γιο, διάδοχο του θρόνου τους και αδελφό του, Έκτορα, η δε Κασσάνδρα να γίνει μόνο μάντισσα. Η μεγάλη μάντισσα του Ιλίου, γεγονός το οποίο δεν θα την άφηνε να απομακρυνθεί ποτέ από εκεί. Έτσι πίστευε τότε η Εκάβη πως θα εξελισσόταν το μέλλον της θυγατέρας της, αγνοώντας πως «Άλλαι αι βουλαί ανθρώπων και άλλα ο Θεός κελεύει». Και για να αποκτήσουν το χάρισμα αυτό, οι γονείς τους από νεαρή ηλικία τα άφηναν στον ναό του Φοίβου Απόλλωνα για να μαθητεύσουν δίπλα στους ιερείς, αλλά και να αποκτήσουν το χάρισμα της μαντικής τέχνης.
Τόσο ο Έλενος όσο και η Κασσάνδρα «εχρίστηκαν» από πολύ νωρίς από τα ιερά φίδια του θεού Απόλλωνα. Ο Έλενος αρχικά προέβλεπε το μέλλον από την ασημένια γραμμή που άφηναν τα σαλιγκάρια στο πέρασμά τους, αργότερα από τα οστά των σφαγίων και τα κρωξίματα των πτηνών μένοντας στην ιστορία ως οιωνοσκόπος.
Η Κασσάνδρα στα χρόνια που πέρασαν παρέμεινε ως ιέρεια στον ναό του θεού Απόλλωνα βλέποντας σαν όραμα να μορφοποιούνται σχήματα πάνω σε μια επιφάνεια που έμοιαζε με μαύρη άμμο, εικόνα που της είχε δημιουργηθεί παρατηρώντας τη γενειάδα ενός περαστικού ιερέα από τον ναό. Ωστόσο, η εικόνα της μαύρη άμμου έμελλε να είναι αυτή η επιφάνεια που προτιμούσε το μέλλον να καθρεφτίζεται και να παρουσιάζεται σε αυτήν. Με τον καιρό, παραμένοντας στον ναό, έγινε ερωμένη του θεού Απόλλωνα και όταν τα βράδια μέσα στα οράματά της έσμιγε μαζί του, εξαϋλωνόταν και ζούσε τη φωτιά της ύπαρξης και του φωτός του, γινόμενη και η ίδια κομμάτι της δικής του ουσίας, εισχωρώντας στις δικές του θεϊκές διαστάσεις. Κι όταν ο Φοίβος τής ζήτησε να τον ακολουθήσει για να ζήσουν μαζί στον Όλυμπο, η Κασσάνδρα αρνήθηκε. Τότε ο Απόλλων την τιμώρησε με το να έχει το χάρισμα να προλέγει το μέλλον, αλλά να μην την πιστεύει κανείς…
Η Κασσάνδρα είναι ένα δευτεραγωνιστικό πρόσωπο στην επική ποίηση της Ιλιάδας του Ομήρου. Είναι κάτι μεταξύ θρύλου, μύθου, ποίησης και ειμαρμένης. Αυτήν επιλέγει ο Μάνος Κοντολέων, στο βιβλίο του με τίτλο Η Κασσάνδρα στη Μαύρη Άμμο, για να «κεντήσει» τη δική του Ιλιάδα σκιαγραφώντας τη ζωή και την προσωπικότητά της, αυτήν, που έμεινε στην ιστορία για τις δυσοίωνες προβλέψεις της και για τη δυσπιστία με την οποία έγιναν δεκτοί οι χρησμοί της.

Η αρχιτεκτονική του κειμένου στο μυθιστόρημα του Κοντολέων παραμένει μέσα στα στέρεα θεμέλια/πλαίσια της Ιλιάδας, αναδεικνύοντας γεγονότα τα οποία έχουν περάσει σχεδόν απαρατήρητα ή μάλλον ασύνδετα μεταξύ τους από τον αναγνώστη της. Αυτό κάνει ο συγγραφέας εδώ: τα συνενώνει όλα αυτά και γράφει ένα παράλληλο συμπληρωματικό βιβλίο, με ποιητικότητα και ύφος αφήγησης που ο εξοικειωμένος αναγνώστη αναγνωρίζει, Ορφικούς Ύμνους, Όμηρο, Αισχύλο, Ευριπίδη… Σε αυτό βοηθούν και οι εμβόλιμο στίχοι από τους παραπάνω, τους οποίους ενσωματώνει στο κείμενό του προσαρμόζοντας δεξιοτεχνικά και τη δική του γραφή στο ύφος των κειμένων αυτών. Το επιτυγχάνει αποτυπώνοντας λέξεις επιλεγμένες και κοσμητικά επίθετα στις πράξεις, τα συναισθήματα και τα γεγονότα που περιγράφει. Παράλληλα, δίνει πληροφορίες και λεπτομέρειες για τη ζωή θεών, ηρώων και απλών θνητών εκείνης της εποχής κατακτώντας τον αναγνώστη όχι μόνο με την πληρότητα των γνώσεών του, αλλά περισσότερο με την ποιότητα της γραφής του. Με την έμπειρη και εμπνευσμένη πένα του απλώνει εικόνες εκφραστικού κάλλους κάνοντας την αφήγηση να μοιάζει σαν μια κινηματογραφική ταινία, η οποία ζωντανεύει εμπρός στα μάτια του αναγνώστη καρέ καρέ, με κορυφαία να εμφανίζεται η εικόνα όπου η Κασσάνδρα αφηγείται τη μεγαλοπρέπεια, τον θρήνο και τον ξεπεσμό της συγκινητικής στιγμής κατά την οποία ο Πρίαμος, ενδεδυμένος με όλα τα βασιλικά αναγνωριστικά του ενδύματα, παραλαμβάνει πάνω σε μια λερή άμαξα της αγοράς το σώμα του νεκρού διαδόχου του. Του Έκτορα.
Εμπνευσμένος και ποιητικός –χωρίς να γίνεται φλύαρος, δεν βιάζεται να εκφραστεί μες στις προτάσεις του αλλά μένει σε κάθε λέξη– ψάχνει σαν την ηρωίδα του, την Κασσάνδρα, την πλέον κατάλληλη λέξη για να διαλέξει την καλύτερη και να εκφράσει τους ήρωές του, τα συναισθήματά τους και αυτόν. Ακόμη και το μέτρο της αφήγησης έχει τη μουσικότητα του κειμένου, η οποία ηχεί πολλάκις στ’ αυτιά του αναγνώστη σαν τον ρυθμό αφήγησης της Ιλιάδας, που στάθηκε και η πηγή έμπνευσης του Μάνου Κοντολέων. Και μέσα σ’ όλα αυτά, αναδύεται ένα επιπλέον αξιόλογο στοιχείο κατά την ανάγνωση. Είναι η άριστη γνώση της γυναικείας ψυχολογίας, που αποτυπώνεται μιαν ακόμη φορά και στο βιβλίο του αυτό, όπως επίσης ο θαυμασμός και σεβασμός που τρέφει προς τη γυναίκα, η οποία τον εμπνέει συνεχώς στο συγγραφικό του έργο, ούσα η μοναδική του πρωταγωνίστρια μέσα στον χρόνο. Μοιάζει, η γυναίκα του τότε και του τώρα να γίνεται η μούσα του, που σύρει τη γραφή του δίνοντας τη θηλυκή δυναμικότητα στην ποιητικότητά της.
Η Κασσάνδρα του Κοντολέων εμφανίζεται εξίσου ανθρώπινη με αυτήν που μας γνώρισε ο Αισχύλος, σ’ ένα μυθιστόρημα που απλώνεται σαν ένα ηρωικό παραμύθι γεμάτο από πόθους, έρωτα, αγώνες, μάχες, αίμα και θάνατο, όπου τόσο η Κασσάνδρα όσο και οι άλλοι ήρωες δίνουν μια προσωπική μάχη με τα δαιμόνια του εαυτού τους και της μοίρας τους. Είναι ένα βιβλίο γραμμένο με έμπνευση και συγγραφική πείρα. Αυτήν που έχει κατακτήσει και τόσο επιδέξια χειρίζεται ο Μάνος Κοντολέων, χαρίζοντάς την απλόχερα μέσα από τις αράδες του στους αναγνώστες.
Η Κασσάνδρα στη Μαύρη Άμμο θα σας γοητεύσει, θυμίζοντάς σας την ομορφιά αυτών των ξεχωριστών και αγαπημένων κειμένων, εστιάζοντας σε πτυχές και ανασυνθέτοντας γεγονότα που διέφυγαν της προσοχής σας, σε μια σύγχρονη αλλά και τόσο κλασική ποιητική γραφή.


Τούλα Ρεπαπή   Δημοσιεύτηκε 29 Ιουνίου 2018
https://diastixo.gr/kritikes/ellinikipezografia/10186-h-kasandra-stin-mavri-ammo


22.6.18

Συνέντευξη στα 'Λογοτεχνικά Μονοπάτια"


Λογοτεχνικά Μονοπάτια



                                                 10 + 1 ερωτήσεις


1.            Υπάρχει κάποιος ήρωας στα βιβλία σας που θεωρείτε ότι έχει τα περισσότερα κοινά χαρακτηριστικά με εσάς;
Αν και δεν θεωρώ πως ανήκω στην κατηγορία των βιωματικών συγγραφέων, με άλλα λόγια στα περισσότερα βιβλία μου δεν καταγράφω γεγονότα της προσωπικήςμου ζωής, εντούτοις  υπάρχουν κάποιοι ήρωες μου που με τον δικό του τρόπο ο καθένας εκφράζεται με βάση δικά μου χαρακτηριστικά, ή πιο σωστά με βάση τα δικές μου απόψεις και αναζητήσεις. Είναι ο Λουκάς Αλεξίου από το «Μάσκα στο φεγγάρι», ο Έλενος από το «Ιστορία ευνούχου» και η Κασσάνδρα από το πιο πρόσφατο μυθιστόρημα μου «Η Κασσάνδρα στη Μαύρη Άμμο»
2.            Ποιος είναι ο αγαπημένος σας συγγραφέας και ποιο το αγαπημενο σας βιβλίο;
Διαβάζω λογοτεχνικά έργα με μανία και πάθος από τα παιδικά μου χρόνια. Τα τελευταία δε χρόνια και καθώς έχω την ευθύνη τριώνΛεσχών Ανάγνωσης, χωρίς υπερβολή διαβαζω τρία έως πέντε λογοτεχνικά έργα το μήνα. Φαντάζομαι πως καταλαβαίνετε ότι δεν είναι δυνατό να ξεχωρίσω από όλες αυτές τις αναγνώσεις ένα συγγραφέακαι ένα βιβλίο.  Κι άλλωστε ατή είναι και η αλήθεια –θαυμάζω πολλούς συγγραφείς και αγαπώ πάρα πολλά βιβλία.
3.            Ποιος είναι ο μεγαλύτερός σας φόβος;
Να συμβεί κάτι που θα μ΄ εμποδίζει να διαβάζω και να γράφω.
4.            Πείτε μας λίγα λόγια για το τελευταίο σας βιβλίο.
Στο μυθιστόρημα «Η Κασσάνδρα στη Μαύρη Άμμο» θέλησα να πλησιάσω με μια σύγχρονη προβληματική την γυναίκα αυτή που έρχεται σε μας από την Ιλιάδα και τις αρχαίες τραγωδίες. Η προσωπικότητα της Κασσάνδρας με απασχολεί εδώ και χρόνια. Στην ουσία δεν ήταν τόσο η προσωπικότητα, όσο αυτό που το όνομα ‘Κασσάνδρα’ συμβολίζει στον καιρό μας. Δηλαδή τον άνθρωπο που λέει πάντα πως κάτι δυσάρεστο θα συμβεί. Μα η Κασσάνδρα ότι είχε προβλέψει συνέβηκε. Κι αυτό γιατί κανείς δεν άκουγε τη φωνή της, που ήταν η φωνή της λογικής. Άρα για μένα η Κασσάνδρα είναι το σύμβολο του ανθρώπου που με λογική βλέπει αυτό που ο παραλογισμός του όποιου φανατισμού των πολλών δεν μπορεί να διακρίνει.
Αυτός ήταν ο λόγος που με έκανε να θελήσω να πλησιάσω τη γυναίκα - σύμβολο με διάθεση να την μετατρέψω σε ηρωίδα μυθιστορήματος.
Άλλωστε σήμερα το μέγιστο πρόβλημα δεν είναι πόσα μένουν κρυφά, αλλά το πόσο έντονα έχει πέσει πάνω στις κρίσεις μας η παραπληροφόρηση.
Κι έτσι αν και η υπόθεση του έργου κινείται σε εκείνα τα χρόναι, η ματιά του αναγνωστη διαπιστώνει πως διαβάζει μια ιστορία που σχολιάζει το ΄τώρα’
5.            Πόσο σημαντικό είναι για εσάς το εξώφυλλο σε ένα βιβλίο;
Σε μια εποχή όπου η εικόνα έχει κυριαρχίσει στον τρόπο με τον οποίο πλησιάζουμε τα γεγονότα, το εξώφυλλο ενός βιβλίου θα πρέπει να εκφράζει και το περιεχόμενο της ιστορίας και τη ματιά τη συγγραφική με την οποία γράφτηκε. Από την άλλη πιστεύω πως τα εξώφυλλα δε θα πρέπει να τραβάνε με έντονο και καθηλωτικό τρόπο την προσοχή του αναγνώστη. Το σωστό είναι να του ‘γνέφουν’ για να κοντοσταθεί και να ξεφυλλίσει τις σελίδες.
6.            Θα θέλατε κάποιο από τα βιβλία σας να γινόταν κινηματογραφική ταινία και αν ναι ποιο θα ήταν αυτό;
Στο παρελθόν ένα βιβλίο μου είχε γίνει τηλεοπτικό σήριαλ –το «Ταξίδι που σκοτώνει».  Είχα χαρεί, αλλά μετά από τόσα χρόναι ολοένα και νέοι αναγνώστες διαβάζουν το μυθιστόρημα εκείνο, ενώ την τηλεοπτική του μεταφορά ακόμα κι όσοι την είχαν παρακολουθήσει την έχουν, μάλλον, ξεχάσει.  Αυτό δε σημαίνει πως δεν θα ήθελαα να έβλεπα ένα από τα μυθιστορήματά μου να το επέλεγε κάποιος ταλαντούχος σκηνοθέτης για να το γυρίσει αινία ή και να το ανεβάσει σε θεατρική σκηνή. Αλλά όταν εγώ το έγραφα κάτι τέτοιο δε με απασχολούσε.
7.            Παρατηρούμε ότι γράφετε συνεχώς και εκδίδονται συνεχώς ιστορίες από εσάς. Όταν φεύγει μία ιστορία από τα χέρια σας και εκδίδεται, παρατηρείτε την πορεία της και συμμετέχετε σε αυτήν  ή την αφήνετε να ταξιδέψει μόνη της και όπου φτάσει;
Την παρακολουθώ… Όσο μπορώ την προστατεύω. Αλλά θα είμαι ειλικρινής. Όταν ένα βιβλίο μου δει το φως της δημοσιότητας εγώ συνήθως ‘κυοφορώ’ ένα νέο. Κι όπως ο κάθε γονιός  νοιάζομαι μεν για το παιδί μου που ενηλικιώθηκε, αλλά μεγαλύτερη είναι η έγνοια μου για αυτό που ετοιμάζεται να βγει στη ζωή. Κι αν –όπως σωστά παρατηρείτε- εκδίδονται συνεχώς νέες ιστορίες μου είναι γιατί μέσα από τη γραφή αισθάνομαι πως ζω. Για μένα ‘γράφω’ σημαίνει ‘υπάρχω’ και ‘υπάρχω’ σημαίνει ‘γράφω’
8.            Ποια είναι η πηγή έμπνευσή σας και ποιο είναι το αγαπημένο σας μέρος για να συγγράψετε ένα βιβλίο σας;
Για την πηγή δεν ξέρω να σας πω… Έχει κάτι το μαγικό ο τρόπος που η ιστορία που θα γράψω έχει εμένα επιλέξει να ασχοληθώ μαζί της. Και όπως κάθε τι το μαγικό, καλό θα είναι να μην το αναλύουμε πολύ. Ίσως χάσει τη μαγεία του. Όσον αφορά το αγαπημέο μέρος που γράφω είναι το γραφείο μου. Ή αυτό  στο σπίτι μου στην Κηφισιά ή το άλλο στο Πήλιο. Ο προσωπικός μου χώρος. Εκεί υλοποιούνται και κάποιες από τις πλέον προσωπικές μου στιγμές –και η συγγραφή είναι μια από αυτές.
9.            Στη σημερινή Ελλάδα έχουμε αρχίσει να ακούμε τις Κασσάνδρες ή συνεχίζουμε στο ίδιο μοτίβο;
Όπως και λίγο πιο πριν εξήγησα, για μένα δεν υπάρχουν Κασσάνδρες. Υπάρχει μόνο μία Κασσάνδρα. Αυτή που ζει μέσα μας. Οι περισσότεροι και στην Ελλάδα και άλλου και τώρα όπως και στο παρελθόν, αυτή την προσωπική μας Κασσάνδρα δεν θέλουμε να την αφήνουμε να μας συμβουλεύει. Γιατί οι συμβουλές της απαιτούν θάρρος και συχνά μας οδηγούν σε μοναχικούς δρόμους. Αλλά όσοι έχουμε ζωντανή μέσα μας την Κασσάνδρα ‘μας’, δεν μπορούμε ποτέ και με τίποτε να την αποχωριστούμε.
10.          Ποιο θα είναι το επόμενό σας συγγραφικό βήμα;
Μια ακόμα ιστορία από την λογοτεχνική μας κληρονομιά… Αυτόν τον καιρό λαχταρώ να πλησιάζω κείμενα και ήρωες του παρελθόντος και να τους ανασυνθέτω με τη ματιά ενός σημερινού συγγραφέα. Με κάποιον τρόπο αισθάνομαι πως συντηρώ και παράλληλα ανανεώνω  μέρος τουλάχιστον της παγκόσμιας πολιτιστικής μας κληρονομιάς.
+1. Μια συμβουλή/ευχή για τους αναγνώστες μας.
Καλές 10 + 1 καλοκαιρινές αναγνώσεις

Πρώτη ανάρτηση: https://logotexnika-monopatia.blogspot.com/2018/06/10-1_21.html

21/6/2018


20.6.18

Συνέντευξη στο In Town Post (Τίνα Πανώριου)


 <<Επειδή υπάρχει πάντα κάποιος που θα τον  αγαπώ
Όπως αγαπά ο γονιός το παιδί,
Ο παππούς το εγγόνι του
Μα κι επειδή με τις ιστορίες δεν μπορεί να είναι ποτέ σίγουρος[…]>>
Γι αυτό κ Κοντολέων αφιερώνετε   τα
Φιλαράκια σας στον μικρό Μάνο Που για  σας είναι ………
Ναι, είναι ο εγγονός μου. Καθώς μια νέα σχέση μπήκε στην ζωή μου, θέλησα  να την κατανοήσω. Κάτι παρόμοιο έχω κάνει και με τα πρώτα μου βιβλία. Τότε αναζητούσα με τη δική τους βοήθεια να ξεδιαλύνω την ουσία των συναισθημάτων μου με τους γονείς μου, με τη σύντροφό μου, με τα παιδιά μου. Η γραφή από τη μια και οι στενές προσωπικές σχέσεις από την άλλη, αποτελούν κεντρικό πυλώνα των συγγραφικών μου αναζητήσεων.
Πάνω σε αυτό και διορθώστε με  Γιατί έχω την αίσθηση ότι τα εγγονάκια συχνά δίνουν μεγαλύτερη τρυφερότητα χαρά αναπτέρωση ,Συναισθήματα εντονότερα  κι από εκείνα που είχαμε –τότε- για τα παιδιά μας ;Η ηλικία μας μαλακώνει και γινόμαστε πιο ευάλωτοι στα μικρά αυτά πλάσματα;
Η κάθε σχέση έχει τη δική της ταυτότητα και απαιτεί ένα διαφορετικό τρόπο προσέγγισης για να την κατανοήσουμε. Οι γονείς μπορεί να μας βοηθήσουν να ξεκαθαρίσουμε το παρελθόν μας* ο σύντροφος να αποφασίσουμε το σήμερα* τα παιδιά μας το μέλλον… Το εγγόνι προσφέρει από τη μια την επαναφορά της ανεμελιάς της παιδικής ηλικίας και από την άλλη τη συνειδητοποίηση πως το τέλος πλησιάζει. Ο παππούς με τον εγγονό του παίζει σαν ένα σκανταλιάρικο αγοράκι και την ίδια στιγμή τον κοιτά με ένα βλέμμα αποχαιρετισμού.
Τα περισσότερα βιβλία  σας στηρίζονται στη δική σας παιδική ηλικία Που ήταν; Χαρούμενη εν γένει;
Ήταν μια περίοδος της ζωής μου που  με βοήθησε να εδραιώσω μέσα μου την αξία που μπορεί να έχει η ασφάλεια της οικογενειακής θαλπωρής καθώς την περικυκλώνει η αγριότητα της κοινωνίας. Αυτό που μου χάρισαν οι γονείς μου ήταν ένα θώρακας –με μάθανε πώς να αγαπώ αλλά και πώς να προστατεύομαι.
Οι δικοί σας πως ήσαν; Άνθρωποι ανεκτικοί, αυστηροί και αληθεύει ότι η μητέρα σας σας ενεθάρρυνε να καταπιαστείτε με το γράψιμο;
Ο πατέρας μου ήταν τρυφερός και η αγάπη του ήταν γήινη. Η μητέρα μου ήταν εκδηλωτική και η αγάπη της ήταν των αστεριών. Χώμα και νερό. Φως και σκιά. Ο πατέρας μου μού  τεκμηρίωνε τη Γνώση, η μητέρα μου την ίδια αυτή Γνώση της έκανε ιστορίες. Και βέβαια από τα πρώτα, πρώτα χρόνια της ζωής μου με μάθαινε και οι δυο πως τα βιβλία μπορεί να είναι και έκφραση αγάπης.
Εκείνο που με συγκινεί είναι όμως ότι στείλατε το πρώτο , πρώτο σας γραπτό στην περίφημη για την εποχή στην Διάπλαση  των παίδων . Θυμάστε το στόρι ίσως ;Και αλήθεια ξαναβγήκε ένα  τέτοιο πολύτιμο περιοδικό ποτέ, έστω παρόμοιο κάπου στην Ευρώπη;
Ο πατέρας μου με είχε γράψει συνδρομητή στο περιοδικό και με αγωνία το περίμενα κάθε δεκαπενθήμερο. Και ποτέ μου δε θα ξεχάσω με πόση αγωνία αναζητούσα  στις τελευταίες του σελίδες τη γνώμη των συντακτών για τις μικρές ιστορίες που έστελνα, τη χαρά μου όταν έβλεπα κάποιες από αυτές να δημοσιεύονται, την πίκρα μου όταν κάποιες απορρίπτονταν. Ναι, όλο το εύρος της συγγραφής από τη Διάπλαση το πρωτογνώρισα. Όλα τα κείμενα μου τα θυμάμαι και έχω κρατήσει τα τεύχη που είχαν δημοσιευθεί. Και η πρώτη ιστορία –για ένα γατάκι που πέθανε- έχει γίνει η βάση και σε ‘ενήλικα’ κείμενά μου.
Όχι, τέτοια πια περιοδικά δεν υπάρχουν. Αλλάξανε οι καιροί. Δεν έχει νόημα να ζητά κανείς να επαναλαμβάνονται συνθήκες που η ίδια η ζωή τις έχει καταργήσει.
Κι όμως  εσείς δεν μπήκατε με τη μία στον  χώρο. Πρώτα σπουδάστε κάτι πολύ πιο πρακτικό; Γιατί αυτό;
Από τότε που ήμουνα παιδί και έφηβος λάτρευα τη λογοτεχνία. Λάτρευα την ελευθερία που χαρίζει στη σκέψη, το πέταγμα που προσφέρει στο συναίσθημα. Και ενώ παράλληλα είχε αρχίσει να με ενδιαφέρει και η κριτική ματιά προσέγγισης των κειμένων, δεν μπορούσα να δεχτώ τη στενή έννοια μιας φιλολογικής  προσέγγισης τους. Τα μαθηματικά και οι νόμοι της φυσικής έχουν μια ουσιαστική και άμεση συνέπεια. Με βοήθησαν να μάθω και να γράφω και να κρίνω. Αλλά ασφαλώς δεν μείνανε μόνιμα στη ζωή μου. Η λογοτεχνία είναι η ταυτότητά μου.
Από το 1969 που πρωτοξεκινήσατε τα γραπτά μέχρι σήμερα κοιτάζοντας πίσω τη σούμα πιο πολλές οι χαρές από τις απογοητεύσεις;
Πολλά θα ήθελα να είχα κάνει, πολλά ήταν και αυτά που έκανα. Ο απολογισμός βγαίνει θετικός. Αλλά από ένα σημείο και πέρα δε με απασχολεί πλέον ο απολογισμός του παρελθόντος, αλλά η ανάλυσή του. Κι όχι για να μετανιώσω ή να χαρώ για μια πράξη μου, αλλά για να σχεδιάσω τις μελλοντικές μου πράξεις και κυρίως τις μελλοντικές μου αποφάσεις.
Με τι τρόπο γράφετε ; Σαν κανονική εργασία με ωράριο, με μουσική , την νύχτα με ησυχία;
Με τον ρυθμό που αναπνέω. Η γραφή είναι για μένα η ζωή μου.
Γράφετε μυθιστορήματα, δοκίμια, ,νουβέλες παραμύθια Αν προτιμούσατε  λίγο παραπάνω ένα είδος αυτό ποιο θα ήταν;
Αφού εγώ έχω γράψει όλα αυτά τα είδη, σημαίνει πως όλα τα αγάπησα και τα αγαπώ. Δεν τα ξεχωρίζω. Ασχολούμαι με το καθένα από αυτά ανάλογα με την προσωπική μου διάθεσή. Συνηθίζω να λέω πως: όταν είμαι αισιόδοξος γράφω για παιδιά, όταν θέλω να εκφράσω μια επανάσταση τότε γράφω για εφήβους και όταν είμαι φοβισμένος τότε γράφω για ενήλικες.
Το παιδικό βιβλίο χωρίς την ανάλογη ωραία εικονογράφηση δεν λέει ,έτσι δεν είναι;
Θεωρώ πως η βάση κάθε λογοτεχνικού έργου είναι και πρέπει να είναι το κείμενο. Από εκεί και πέρα μια εικονογράφηση που διαθέτει αισθητική και συνομιλεί με τις φράσεις, ασφαλώς και προσφέρει. Αλλά –δυστυχώς- έχουμε πια πολύ συχνά  εικονογραφημένα παιδικά βιβλία που διαθέτουν όμορφη εικονογράφηση και κακό κείμενο. Και αυτό δεν είναι καλό. Και οι γονείς αντί να επιλέξουν με προτεραιότητα την ποιότητα του κειμένου, μένουν στον εντυπωσιασμό των εικόνων. Φαινόμενα της εποχής μας κι αυτά…
Στα Φιλαράκια μιλάτε για την σχέση παππού κι εγγονού. Στην ουσία αναφέρεστε όμως σε μια κληρονομιά από την μια γενιά στην άλλη;
Μα έτσι είναι πάντα οι ουσιαστικές σχέσεις. Και δεν υπάρχουν μόνο κληροδοτήματα, αλλά και δωρεές. Θέλω να πω πως ο παππούς δίνει το απόσταγμα της πείρας του και ο εγγονός τη φρεσκάδα της νιότης του. Και οι δυο κερδισμένοι, εν τέλει.
Σας  ευχαριστώ πολύ για το χρόνο σας Είναι τιμή  για μας, για μένα  που μιλήσαμε πάλι
Καλή άνοιξη
Κι εγώ σας ευχαριστώ. Μια σύντομη ίσως, αλλά πολύ μεστή κουβέντα είχαμε.

Τινα Πανώριου
Intown Post.com
Diastixo

Postmodern 



Πρώτη ανάρτηση:
http://intownpost.com/%CE%BF-m%CE%AC%CE%BD%CE%BF%CF%82-%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%AD%CF%89%CE%BD-%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%B9%CE%BB%CE%B5%CE%AF-%CE%BC%CE%B5-%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CF%84%CE%AF%CE%BD%CE%B1/

19.6.18

Στο Kosvoice η Εύη Τσιτιρίδου για τα "Φιλαράκια"




«…Το βιβλίο αυτό μιλά για τη σχέση δύο ανθρώπων, ενός παιδιού που ξεκινά τη ζωή του κι ενός ηλικιωμένου που ολοκληρώνει τη δική του. Στην ουσία αναφέρεται σε αυτό που η μια γενιά κληροδοτεί στην επόμενή της. Αυτή η κληρονομιά μέσα σε αυτό εδώ το βιβλίο έχει τη μορφή κάποιων ιστοριών και κάποιων παραμυθιών που στόλισαν την καθημερινότητα των δυο ηρώων. Συμβολικές απεικονίσεις του κύκλου της ζωής, των ονείρων κάθε ατόμου, της αγάπης που συνδέει…Με άλλα λόγια, η μνήμη, ή, αν προτιμάτε, η εμπειρία είναι το κουκούτσι τούτου του βιβλίου. Δηλαδή ό,τι σημαντικότερο ίσως εννοούμε όταν, καθώς παίζουμε κρυφτό, φωνάζουμε στο φιλαράκι μας: «Φτου ξελευθερία, φίλε! Σε βλέπω!».

Αυτά, μεταξύ άλλων σημειώνει ο Μάνος Κοντολέων στο σημείωμά του, στο τέλος του βιβλίου του. Ένα βιβλίο όπου έχουν συγκεντρωθεί σε τρία μεγάλα κεφάλαια ιστορίες του που είχαν κυκλοφορήσει αυτόνομες και με διαφορετικούς τίτλους, παλαιότερα. Στο βιβλίο «Φιλαράκια» περιλαμβάνονται τρία μεγάλα κεφάλαια, δηλαδή, τα εξής:

Κεφάλαιο Α΄: «Όπου ο μικρός Μάνος πάει στην Α΄ Δημοτικού και ο μεγάλος Μάνος τού μιλά και του χαρίζει Κόκκινο Καραβάκι, Κόκκινο Ποδήλατο» (σελ. 10-75)

Κεφάλαιο Β΄: «Όπου ο μικρός Μάνος έχει τελειώσει τη Β΄ Δημοτικού και μαζί με το μεγάλο Μάνο – μέσα στο κατακαλόκαιρο – ταξίδεψαν…Στο Νησί της Ροδιάς» (σελ. 77-131)

Κεφάλαιο Γ΄: «Όπου ο μικρός Μάνος – μαθητής της τετάρτης πια – ένα απόγευμα ανοιξιάτικο θα παίξει κρυφτό και θα φωνάξει: Φτου ξελευθερία, παππού! Σε βλέπω!» (σελ. 133-188).

Στο τρίτο κεφάλαιο διαβάζουμε, τυπωμένες με διαφορετική γραμματοσειρά για να ξεχωρίζουν και επτά ακόμη αυτόνομες ιστορίες, έξι που αφηγείται ο μεγάλος Μάνος στον εγγονό του και μία, την τελευταία, που γράφει ο μικρός Μάνος. Είναι: «Το αστέρι που έγινε λουλούδι», «Ένα συρτάρι γεμάτο όνειρα», «Η καρδιά του μαρουλιού», «Ένα κλαρί που γελάει», «Ένα πορτοκάλι και μια ηλιαχτίδα», «Για τον Σπουργίτη που ανέβηκε στο Ουράνιο Τόξο», «Το λουλούδι που έγινε αστέρι».

Το συγκεκριμένο βιβλίο είναι από αυτά που κρατώ και βάζω στο πιο ψηλό ράφι της βιβλιοθήκης μου. Από αυτά που στέκονται τόσο ψηλά, όσο και τα εικονίσματα στο σπίτι μας, όσο και οι φωτογραφίες των πολύ αγαπημένων μας προσώπων. Από αυτά που μας φωτίζουν και μας παρηγορούν είτε είναι κλειστά και σιωπηλά στη θέση τους, είτε τα ανοίγουμε για να τα διαβάσουμε και να τα ξαναδιαβάσουμε και τα έχουμε για μέρες δίπλα στο προσκεφάλι μας.

Δεν θα αναφερθώ στις αφηγηματικές αρετές του συγγραφέα, που είναι κάτι παραπάνω από γνωστές και οικείες για όλους εμάς που τον διαβάζουμε χρόνια. Θα μιλήσω για το συναισθηματικό αποτύπωμα που άφησε μέσα μου η ανάγνωση αυτού του βιβλίου, που ο τίτλος του είναι μεν υποκοριστικό, αλλά αυτά που υπονοεί τα νιώθεις σε μεγέθυνση και σε σημαδεύουν για πάντα.

«Δεν έχουμε μόνο το ίδιο όνομα αλλά και τα ίδια συναισθήματα», λέει συχνά ο μεγάλος Μάνος, ο παππούς, στο μικρό Μάνο, τον εγγονό του. Και πάνω σε αυτήν την αλήθεια παρατηρείς, καθώς διαβάζεις, να υφαίνεται ολοζώντανο μπροστά σου ένα καταπληκτικό ψυχοκέντημα της σχέσης των δύο αυτών αγαπημένων προσώπων και της σχέσης τριών διαφορετικών γενεών μεταξύ τους. Γιατί ο καμβάς επάνω στον οποίο υφαίνεται, είναι το παζλ των οικογενειακών σχέσεων και δεσμών, έτσι όπως τις γνωρίζουμε και τις ζούμε σε μια παραδοσιακή -και όχι μόνο- ελληνική οικογένεια με τους γονείς, το μικρό τους γιο, τον παππού και τη γιαγιά και το νέο μέλος, την αδερφούλα του μικρού Μάνου, που ετοιμάζεται να προστεθεί στην οικογένεια, προκαλώντας τις συνήθεις «αναταράξεις».

Δε θα σας περιγράψω τη βασική υπόθεση κάθε κεφαλαίου, είναι απείρως προτιμότερο και μαγευτικότερο να πορευτείτε χωρίς να τη γνωρίζετε και να την ανακαλύψετε μόνοι σας, μικροί και μεγάλοι. Θα σας αποκαλύψω μόνο τι σημείωσα στο προσωπικό μου ημερολόγιο, μετά το τέλος της ανάγνωσης αυτού του βιβλίου:

«Είναι μερικά βιβλία που τα διαβάζεις τη σωστή στιγμή. Τη στιγμή που έχεις ανάγκη να τα διαβάσεις. Το Εγώ μου, αυτό που είναι Δικό μου, ο Εαυτός μου, αυτό που πιστεύω ότι Ξέρω, αυτό που Έχω και το έχω συνηθίσει, αυτά που θεωρώ Δικαίωμά μου, υπάρχουν και αλληλεπιδρούν αέναα με τα αντίστοιχα των άλλων ανθρώπων, μέσα σε συνεχή Ροή. Γιατί αυτό είναι η Ζωή. Κύκλοι ο ένας μέσα στον άλλον. Και νομοτελειακά αλλάζουν, οφείλουν να αλλάζουν, καθώς μεγαλώνω.

Όταν αλλάζουν τα Εκτός μου, αλλάζουν ή πιέζονται να αλλάξουν και τα Εντός μου. Αναγκαστικά. Τότε έρχεται να μου κάνει παρέα ο θυμός, η απελπισία, η αγωνία, η αμφισβήτηση, η αμφιβολία, η αμηχανία. Όλα τα γνώριμα και τα στέρεα μέσα μου κλυδωνίζονται. Πώς θα φτάσω στην αποδοχή της κάθε καινούργιας κατάστασης στη ζωή μου; Πώς θα φτιάξω τη νέα δική μου εκδοχή της; Πώς θα δημιουργήσω τις καινούργιες μου ισορροπίες, τον καινούργιο μου εαυτό, την καινούργια μου έκφραση, δράση και αυτοπεποίθηση;

Ο μεγάλος Μάνος δεν προσφέρει τη δική του λύση και κάθαρση στο μικρό Μάνο, ή την ευκολία της λήθης, αλλά το βίωμα. Την ευκαιρία, την ευλογία και το ρίσκο του βιώματος. Ο μικρός Μάνος ανακαλύπτει, οικοδομεί με τα χέρια, το μυαλό και την ψυχή του, τη δική του λύση και κάθαρση, κεντώντας τις επάνω στην προσφορά του βιώματος. Και οι δύο μαζί, ο μικρός και ο μεγάλος Μάνος, μέσω της σχέσης τους, καρποφορούν τη συνέχεια του βιώματος, τη συνέχεια της Ζωής. Μιας Ζωής με χυμούς και νόημα. Το καραβάκι, το ποδήλατο, το νησί, η ροδιά, το μολύβι, το αστέρι, το κλαδί, το λουλούδι, η ηλιαχτίδα, ο σπουργίτης, το ουράνιο τόξο, το μαρούλι, το πορτοκάλι, όλα αυτά, είναι σύμβολα τόσο ονειρικά αλλά και τόσο πραγματικά, χειροπιαστά. Ταυτόχρονα είναι ορατά και αόρατα. Πρωταγωνιστούν στη ζωή του παππού και του εγγονού και ενώ δεν έχουν μιλιά, είναι λαλίστατα. Ενώ είναι άψυχα, πάλλονται από ζωή. Τους εμπνέουν να δημιουργήσουν, να αισθανθούν, να αγαπήσουν και να αγαπηθούν. Απλά, ανθρώπινα και θαυμαστά. Αυτό είναι η Τέχνη της Ζωής. Λόγω και Έργω. Αυτό είναι Λογοτεχνία. Κύριε Κοντολέων, σας ευχαριστούμε».

Πρώτη ανάρτηση: http://www.kosvoice.gr/%CE%BF-%CE%BC%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82-%CE%BA%CF%8C%CF%83%CE%BC%CE%BF%CF%82-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CF%80%CE%B1%CE%B9%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%8D-%CE%B2%CE%B9%CE%B2%CE%BB%CE%AF%CE%BF%CF%85-%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%B2%CE%AC%CE%B6%CF%89-%CE%B4%CE%B7%CE%BC%CE%B9%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%B3%CF%8C/item/%CE%BF-%CE%BC%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82-%CE%BA%CF%8C%CF%83%CE%BC%CE%BF%CF%82-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CF%80%CE%B1%CE%B9%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%8D-%CE%B2%CE%B9%CE%B2%CE%BB%CE%AF%CE%BF%CF%85-%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%B2%CE%AC%CE%B6%CF%89-%CE%B4%CE%B7%CE%BC%CE%B9%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%B3%CF%8E-%CF%86%CE%B9%CE%BB%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%BA%CE%B9%CE%B1

Θωμάς Κοροβίνης "Ο θρύλος του Ασλάν Καπλάν"





Έχω δηλώσει και σε προηγούμενα σημειώματά μου σχετικά με λογοτεχνικά βιβλία του Θωμά Κοροβίνη πως ο θεσσαλονικιός αυτός συγγραφέας είναι μια εντελώς ιδιότυπη περίπτωση στη σύγχρονη λογοτεχνία μας.
Με καλές φιλολογικές αποσκευές, με πολυετείς αναζητήσεις σε λαογραφικά θέματα της Τουρκίας και του δικού μας λαϊκού πολιτισμού έτσι όπως ενσαρκώθηκε κυρίως στη μουσική, κάποια στιγμή αποφασίζει αυτές όλες τις γνώσεις του να τις μεταφέρει σε συνθέσεις μυθιστορηματικές, ενώ παράλληλα φροντίζει να εκδοθούν και σύντομες νουβέλες –πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις ανθρώπων  υπαρκτών ή μη- που περιγράφουν χαρακτήρες και εποχές.
Αλλά τα λογοτεχνικά κείμενα που ακουμπούν πάνω σε λαογραφικές καταστάσεις απαιτούν την ύπαρξη ενός μυθιστορηματικού χώρου.  Και σε αυτή την απαίτηση των έργων του ο Κοροβίνης  υποκύπτει και φωτίζει δυο βασικά πόλεις  -άξονες του σύγχρονου ελληνισμού. Την Κωνσταντινούπολη και τη Θεσσαλονίκη.
Σε αυτήν τη δεύτερη, λοιπόν, αφιερώνει  το τελευταίο του μυθιστόρημα «Ο θρύλος του Ασλάν Καπλάν»
Ένα Σάββατο του Αυγούστου του 1917 συνέβη ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα που σημάδεψαν την ιστορία της  Θεσσαλονίκης. Ήταν ένα τυχαίο γεγονός που άλλαξε σημαντικά τη φυσιογνωμία της πόλης. Η πυρκαγιά μέσα σε 32 ώρες έκαψε 9.500 σπίτια σε έκταση 1.000.000 m² και άφησε άστεγα πάνω από 70.000 άτομα. Οικονομικές και εμπορικές λειτουργίες, διοικητικές υπηρεσίες, χώροι αναψυχής και τα σημαντικότερα πνευματικά και θρησκευτικά ιδρύματα των εθνο-θρησκευτικών κοινοτήτων, μαζί με τα αρχεία τους καταστράφηκαν ολοσχερώς. Οι ανθρώπινες απώλειες της πυρκαγιάς ήταν ελάχιστες. Το μέρος, όμως, της πόλης που κάηκε ανοικοδομήθηκε με νέο οργανωμένο σχέδιο, δημιουργώντας μια σύγχρονη πόλη.
Αυτήν την φυσιογνωμία που βίαια εξαφανίστηκε, ο Κοροβίνης αποφάσισε να διασώσει μέσα από το τελευταίο του μυθιστόρημα.
Χρησιμοποιεί –σχεδόν ως μυθιστορηματική πρόφαση- έναν Τουρκαλβανό γόη και την φλογερή όσο και καταραμένη σχέση του με μια Ισπανοεβραία  καλλονή, για να οδηγήσει τον αναγνώστη του σε δρόμους, σε πλατείες, σε συνοικίες, σε μαγαζιά εμπορικά, σε στέκια στρατιωτών και λαϊκών ανθρώπων –όλα έτσι όπως τότε, μέχρι τον Αύγουστο του 1917 υπήρχαν και μέσα σε 32 ώρες καταστράφηκαν.
Οι πόλεις έχουν ένα παρελθόν όχι μόνο ιστορικό, αλλά και λαογραφικό. Και αν τις πράξεις τις εγγεγραμμένες  ως ιστορικά γεγονότα  μπορεί κανείς να τις αναζητήσει σε ιστορικές μελέτες, τις ανάσες των ανθρώπων, τα πάθη, τα όνειρα, τα αδιέξοδα τους, την καθημερινότητά τους εν τέλει, μόνο τα λογοτεχνικά κείμενα μπορούν να τα φιλοξενήσουν.
Αλλά λογοτεχνία δεν είναι τόσο το τι λέγεται, αλλά το πως λέγεται. Με άλλα λόγια είναι η γλώσσα. Κι εδώ πλέον ο Κοροβίνης αποδεικνύει πως είναι ο μοναδικός έλληνας γραφιάς που ξέρεις να χειρίζεται  με απρόσμενη άνεση τις πολλαπλές μορφές με τις οποίες οι πολίτες αυτού του τόπου επικοινωνούσαν μεταξύ τους.
Ελληνικά, τούρκικα, αραβικά, αλβανικά, σεφαραδίτικα, ιταλικά και γαλλικά, μα και λαϊκές εκφράσεις  -όλα μέσα στη συγγραφική φαρέτρα του Κοροβίνη. Και έτσι με τη σπαρταριστή βοήθεια της γλώσσας  θα αναστήσει την πολιτισμικότητα της Θεσσαλονίκης εκείνων των χρόνων, θα περιγράψει το δράμα της εξαφάνισης της
«...Να μαζευτούν λοιπόν και να κάνουν λιτανείες έπρεπε όλοι μαζί, παπάδες και ραβίνοι και ιμάμηδες, να μας λυπηθεί και να φυσήξει, νε γκιουζελίκ, να έρθουν οι κάτοικοι στα συγκαλά τους, να κάθεσαι στην παραλία και να σεργιανάς καρσί, μέχρι τον Όλυμπο, πεντακάθαρα, λες και βλέπεις με τηλεσκόπιο. Δεν ήταν για να φυσήξει σαν τώρα, που έψηνε η προσφυγίνα τις μελιτζάνες της, όπως λένε, για να μαγειρέψει του καλού της το ιμάμ ή το χιουνκιάρ! Πάρε, ρίξε μια ματιά και στα χαμπέρια. Ορίστε! Ελληνικές! Διάβασε το «Φως». Στον πάγκο έχω και την «Μακεδονία». Έχω και τουρκικές. Να, η «Χαβαντίς». Κοίταξε το πρωτοσέλιδο, το συμμαχικό πλοίο που καίγεται στην φωτογραφία. Έχω και μια εβραίικη, την «Λα Λιμπερτάδ», παρόλο που σπάνια έχουμε εδώ Σπανιόλους πελάτες. Μεγάλο κακό, μεγάλη συμφορά! Δες άλλη φωτογραφία! Κόντεψε να καεί η «Οθωμανική τράπεζα» στον Φραγκομαχαλά! Όλους τους παράδες μου τους έχω εκεί μέσα, όλες μου τις καταθέσεις!...»
Ο Θωμάς Κοροβίνης  παράλληλα με τις περιγραφές, ολοκληρώνει και τους χαρακτήρες που κυκλοφορούν μέσα στις 316 σελίδες του έργου. Και θεωρώ πως με τους δυο κεντρικούς ήρωές του και το δραματικό τέλος του έρωτά τους,  την ώρα της μεγίστης ακμής της ομορφιάς τους, θέλησε  να συμβολίσει αυτό που επέφερε η πυρκαγιά -μια πόλη εξαφανίστηκε. Πήρε μαζί της τον πολιτισμό της, έχασε την ουσιαστική της ταυτότητα. Από πόλη με τα πολλαπλά πρόσωπα της Αμαρτίας, έγινε Νύμφη του Θερμαϊκού.

Πρώτη ανάρτηση: 
 https://diastixo.gr/kritikes/ellinikipezografia/10113-aslan-kaplan