12.12.18

Θεόδωρος Γρηγοριάδης «Γιατί πρόδωσα την πατρίδα μου»


Θεόδωρος Γρηγοριάδης
«Γιατί πρόδωσα την πατρίδα μου»
Διηγήματα
Εκδόσεις Πατάκη

                


Το διήγημα ίσως θα πρέπει να θεωρηθεί αν όχι το βασικό είδος της νεοελληνικής  πεζογραφίας, σίγουρα όμως ως εκείνο που έδωσε τα πρώτα δείγματα μια ποιοτικής πεζογραφικής  οντότητας  στη γλώσσα μας μετά από την ανακήρυξη του ελληνικού κράτους.
Σταχυολογώ πρόχειρα: Εμμανουήλ Ροϊδης (γεν. 1836),  Γεώργιος Βιζυηνός (γεν. 1849), Αλέξανδρος Μωραϊτίδης (γεν. 1850), Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (γεν. 1851),  Ανδρέας Καρκαβίτσας (γεν. 1865), Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου (γεν. 1867), Δημοσθένης Βουτυράς (γεν. 1872) –ανάμεσα και σε άλλους πεζογράφους  που από τα μέσα του 19ου αιώνα έως τις αρχές του 20ου  γράφουν το είδος αυτό του πεζού λόγου και βάζουν τις βάσεις της σύγχρονης λογοτεχνικής έκφρασης που αναζητά την ταυτότητα του νεοέλληνα, άλλοτε χρησιμοποιώντας την ηθογραφία, άλλοτε ανατρέχοντας στην ιστορία, σε άλλες περιπτώσεις με μια πρώιμη ενδοσκόπηση.
Με τη γενιά του μεσοπολέμου, το μυθιστόρημα έρχεται να κατακτήσει την πρώτη θέση στην προτίμηση του νεοέλληνα αναγνώστη, που κι αυτός με τη σειρά του αποκτά μια αστική συνείδηση και άρα λογικό  είναι να στρέφεται προς το κατ΄ εξοχήν λογοτεχνικό είδος της ευρωπαϊκής αστικής τάξης.
Ο 20ος αιώνας έκλεισε με την παντοδυναμία μεν του μυθιστορήματος, αλλά παράλληλα μας άφησε την κληρονομιά και πλέον σύντομων κειμένων με τις υπογραφές του Γιώργου Ιωάννου, του Μάριου Χάκκα, του Επαμεινώνδα Γονατά κ.α
Στα πρώτα πλέον χρόνια του 21ου , μπορεί να εξακολουθεί το μυθιστόρημα να αποτελεί το αγαπημένο είδος του αναγνωστικού κοινού, αλλά οι νεώτεροι και αρκετοί παλαιότεροι συγγραφείς αναζητούν να περάσουν την δική τους συγγραφική παρουσία μέσα από σύντομες αφηγήσεις –ενίοτε τόσο σύντομες που μερικές φορές δεν μπορεί μήτε ως διηγήματα να θεωρηθούν και έτσι χαρακτηρίζονται ως κείμενα Μικρής Φόρμας. Και πάλι με μια πρόχειρη επιλογή αναφέρω τους :Περικλή Σφυρίδη, Ηλία Παπαδημητρακόπουλο, Γιώργο Σκαμπαρδώνη, Αργύρη Χιόνη, Σωτήρη Δημητρίου, Αχιλλέα Κυριακίδη, Ηλία Παπαμόσχο, Δημοσθένη Παπαμάρκο, Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη, Ούρσουλα Φωσκόλου  κ.α.
Παράλληλα οι νέες οικονομικές συνθήκες έχουν οδηγήσει τους εκδότες να εκδίδουν ολιγοσέλιδα βιβλία (όταν μάλιστα αυτά είναι γραμμένα με τέτοιο τρόπο ώστε να απευθύνονται σε μικρές ομάδες απαιτητικών αναγνωστών). Και κάτω από αυτές τις συνθήκες, οι νεώτεροι τουλάχιστον , εκδοτικοί οίκοι επιλέγουν τις συλλογές μικρών, μικρότατων  κειμένων.
Θα πρέπει όμως και να θυμηθούμε πως από τα τέλη ης δεκαετίας του ΄90 και έως την κρίση του ’10, πολλά έντυπα συνήθιζαν (κυρίως κατά τη διάρκεια των εορτών ή των καλοκαιρινών διακοπών) να προσφέρουν στους αγοραστές τους διηγήματα που έλληνες συγγραφείς είχαν κληθεί να γράψουν βασισμένοι σε κάποιο θέμα της επικαιρότητας ή εποχικό.
Με αυτό τον τρόπο γραφτήκανε πολλά διηγήματα που συχνά οι συγγραφείς τους φροντίζουν να τα εντάξουν όλα μαζί σε ένα νέο βιβλίο.
Μια συλλογή διηγημάτων –πιστεύω- πως θα πρέπει να έχει ένα ενιαίο κεντρικό άξονα. Τα μικρής έκτασης κείμενα που θα περιλαμβάνει καλό θα είναι να περιτριγυρίζουν το κεντρικό θέμα και έτσι να έχουμε μια ιδιότυπα πολυπρισματική  προσέγγιση του.
Μα αρκετά συχνά διαβάζουμε και συλλογές διηγημάτων που γραφτήκανε σε διαφορετικές χρονικές περιόδους και που το καθένα τους στηρίζεται και σε ένα άλλο προβληματισμό. Θα έλεγα πως σε αυτήν την κατηγορία τοποθετείται και το τελευταίο βιβλίο του Θεόδωρου Γρηγοριάδη.
Όπως και ο ίδιος μας ενημερώνει στο Επίμετρο αλλά και στον κατάλογο των πρώτων δημοσιεύσεων, τα διηγήματα της συλλογής έχουν γραφτεί με την ευκαιρία αναθέσεων από διάφορα έντυπα. Βέβαια –φροντίζει να πληροφορήσει τον αναγνώστη- τα περισσότερα από αυτά υπήρχαν ως σημειώσεις λίγο ή περισσότερο ολοκληρωμένες σε προσωπικά του τετράδια. Και μετά την αποδοχή της ανάθεσης, τους έδωσε την οριστική τους μορφή.
Η συγγραφή του πρώτου έγινε το 1993 και του τελευταίου το 2018.
Και νομίζω πως πολύ σωστά έχουν εντός της συλλογής τοποθετηθεί σύμφωνα με τη χρονολογία πρώτης δημοσίευσής τους, γιατί έτσι ο αναγνώστης πλέον μπορεί να τα διαβάσει όχι ως κείμενα που τυχαίως συνυπάρχουν, αλλά ως ένα οδοιπορικό του τρόπου που ο συγγραφέας αντιδρούσε  συγγραφικά στα διάφορα γεγονότα όλων αυτών των ετών.
Είκοσι πέντε διηγήματα δημοσιευμένα και ένα αδημοσίευτο  σε ένα τόμο 314 σελίδων.
Σε ένα από αυτά, ο Γρηγοριάδης γράφει: Λίγο πριν πλησιάσω για να συλλέξω ακόμα μια ιστορία  βουτηγμένη άλλοτε στην επαρχιακή ομίχλη μιας παραλιακής πόλης κι άλλοτε στο λαμπερό καλοκαιρινό φως, φρόντισα να ρίξω μια ματιά έξω από την τζαμόπορτα…
Ναι, ακριβώς αυτό είναι όλο το βιβλίο –ματιές έξω από την τζαμόπορτα. Ματιές που άλλοτε κατρακυλάνε στις ανηφοριές της Καβάλας, άλλοτε σταματούν στα στέκια της Θεσσαλονίκης, άλλοτε περνάνε και από αθηναϊκές γειτονιές, κάποτε ταξιδεύουν σε ποικίλους επαρχιακούς μας τόπους, μα τριγυρίζουν και σε άλλες χώρες.  Ματιές που παρατηρούνε την επικαιρότητα για να την μετατρέψουν  με την τέχνη της αφήγησης σε μόνιμη αναγνωστική εμπειρία.
Μα ο Γρηγοριάδης είναι συγγραφέας  ανθρωποκεντρικός –τα γεγονότα τα βλέπει να σημαδεύουν ανθρώπους και αυτά τα σημάδια μετατρέπει σε ιστορίες.  Χωρίς να αποσιωπά το κοινωνικό ή πολιτικό δεδομένο, εστιάζει την προσοχή του στο άτομο. Και με αυτό συνομιλεί. Πάντα με μια τάση διακριτικότητας, συχνά και ηθελημένης αποσιώπησης  καθώς σέβεται τις ενοχές και συμμετέχει σε αποφάσεις που δε θέλουν να αφήσουν τους ίσκιους μέσα στους οποίους πάρθηκαν.
Διηγήματα ιδιαίτερα καλογραμμένα που μπορεί ακόμα να θεωρηθούν  στην πλειοψηφία τους και ως κοινωνικά – πολιτικά σχόλια πάνω σε μια εικοσιπενταετία. 
Η συλλογή τους σε ένα τόμο (τρίτος τόμος διηγημάτων του ίδιου συγγραφέα έναντι δώδεκα μυθιστορημάτων του κι ενός μονολόγου) επιβεβαιώνει τελικά πως ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης είναι από εκείνους τους συγγραφείς που δεν δέχονται να βλέπουν μόνο το μέρος –το σύνολο ακόμα κι όταν υπονοείται παραμένει κεντρικό ζήτημα των προβληματισμών του.

 https://diastixo.gr/kritikes/ellinikipezografia/11163-prodosia-patridas-grhgoriadhs?utm_source=MailingList&utm_medium=email&utm_content=manoskontoleon%40gmail.com&utm_campaign=Newsletter_12_11_2018_15_51


9.12.18

Πρόσφατες αναγνώσεις μου




Σημαντική συγγραφέας, καλή φίλη η Ελένη Δικαίου,μα πάνω απ΄ όλα σμυρνιά δεύτερης γενιάς που δεν ξεχνά μήτε λεπτό την καταγωγή της. Την καμαρώνω, τη συγχαίρω. Με άμεση απλότητα ζωντανεύει τραγικές στιγμές ενός λαού και το πάθος ενός ανθρώπου που τελικά δρασκέλισε τα όριά του ατομικισμού.









                                                   

                                                      *********************



Μαρούλα Κλιάφα - από τις ουσιαστικότερες παρουσίες της λογοτεχνίας για παιδιά και νέους, με όλη εκείνη την διάθεση ανανέωσης του χώρου που εκφράστηκε στη δεκαετία του '80. Πάντα παράλληλα με τις λαογραφικές μελέτες της, ξέρει να ξαφνιάζει το νεανικό κοινό που την παρακολουθεί. Και τώρα κυκλώνει ένα έφηβο της εποχής μας και αναζητά τους λόγους που τον ωθούν στην εξάρτηση από τα ηλεκτρονικά παιχνίδια











                                                        *******************




Η Γεωργία Γαλανοπούλου έχει μια δική της συγγραφική ταυτότητα. Τη χαρακτηρίζει μια ποιητική δομή στη πεζογραφική της έκφραση, αλλά παράλληλα και μια διάθεση αναζήτησης νέων τρόπων αφήγησης παλαιών ιστοριών. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και στο τελευταίο της αυτό βιβλίο. Μέσα από μια ιστορία παλιάς λαϊκής προέλευσης σαφέστατες οι αναφορές στο τώρα. Στο πολιτικό τώρα. Λογοτεχνία για παιδιά και όχι μόνο -άλλη μια πλευρά της συγγραφικής της άποψης. Θαυμάσια η όλη έκδοση -αξίζει κανείς να σταθεί στην ποιότητα των εικόνων της Κατερίνας Χαδουλού.

                                                          






                                                            ******************





















Ελληνίδα εκείνη καλύπτει 4 δεκαετίες με 4 διηγήματα. Το καθένα μέσα από μια ατομική περίπτωση έρχεται να φωτίσει τις συνθήκες που στις αντίστοιχες περιόδους χαρακτήριζαν το προσφυγικό / μεταναστευτικό ζήτημα.
Τούρκος εκείνος καλύπτει το ίδιο διάστημα με μικρά πορτρέτα -εξομολογήσεις ή και ιδιότυπα χρονογραφήματα- από τις προσωπικές του εμπειρίες ως άτομο που διεκδίκησε πολιτικό άσυλο και επέλεξε νέο τόπο κατοικίας
Εκείνη αφήνει τη λογοτεχνία να ενεργοποιηθεί από τις κοινωνικές - πολιτικές συνθήκες.
Εκείνος αποφάσισε οι καταγραφές του να έχουν την αδρότητα της προσωπικής εμπειρίας και το βάθος της βιωμένης πολιτικής ανάλυσης
Οι παράλληλες αναγνώσεις μου κατάφεραν να κερδίσουν ιδεολογικές και συναισθηματικές εμπειρίες καθώς πλησίασαν τα δυο βιβλία με τη διάθεση να τα δούνε να αλληλοσυμπληρώνονται.

2.12.18

Η Κασσάνδρα στο Άργος


ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ Η ΚΑΣΣΑΝΔΡΑ ΣΤΗ ΜΑΥΡΗ ΑΜΜΟ
του Νίκου Μπουμπάρη

(Άργος - Σύνδεσμος Φιλολόγων Αργολίδας, 1/12/2018)









Θέλω να αφιερώσω την σημερινή εκδήλωση στον γνωστό συγγραφέα και αγαπημένο φίλο Ισίδωρο Ζουργό. Στο περιθώριο της παρουσίασης του βιβλίου του Λίγες και μια νύχτες στο Ναύπλιο, μίλησε με πολύ θερμά λόγια για το βιβλίο που παρουσιάζουμε σήμερα και μάλιστα ζήτησε από τις Εκδόσεις Πατάκη να μου αποσταλεί ένα αντίτυπο. Η σημερινή παρουσίαση του οφείλει πολλά.
Υπάρχουν βιβλία που μας αρέσουν. Υπάρχουν βιβλία που δεν μας αρέσουν. Υπάρχουν βιβλία που δεν μας πολυκινούν το ενδιαφέρον στην αρχή, αλλά μας κατακτούν στη συνέχεια. Υπάρχουν, όμως, και βιβλία που μας συγκλονίζουν. Ένα τέτοιο βιβλίο παρουσιάζουμε απόψε.
Δεν ήταν υπερβολή αυτό που μόλις είπα. Το βιβλίο του Μάνου Κοντολέων είναι συγκλονιστικό, γιατί είναι ταυτόχρονα σύγχρονο και διαχρονικό. Πατώντας σε ένα σχεδόν μυθικό πρόσωπο, στην Κασσάνδρα, και καταλύοντας χρόνο και χώρο, κατορθώνει να επισημάνει την έννοια του αναπόδραστου και του δεδικασμένου, το βέβαιο της ήττας και της πτώσης λαών και ανθρώπων που βρίσκονται στο μεταίχμιο: η εποχή τους τέλειωσε ενώ δεν έχει αρχίσει ακόμα η νέα εποχή. Έσσεται ήμαρ ότ’ αν ποτ’ ολώλη Ίλιος ιρή.
Συνδαιτυμόνες μας απόψε, εδώ στο Άργος, είναι όλα τα πρόσωπα του τρωικού κύκλου, αιώνιοι σύντροφοί μας, κομμάτι του εαυτού μας. Αυτή η διαρκής κατάδυση στον εαυτό μας, ίδια και απαράλλαχτη όπως τότε, όπως τώρα, όπως πάντα. Τι είναι θεός, τι μη θεός και τι το ανάμεσό τους;
Ένα αιματοβαμμένο οικογενειακό χρονικό είναι στην ουσία του ο μύθος των Ατρειδών, όπως τον γνωρίζουμε από τον Όμηρο, τους λυρικούς και τους τραγικούς ποιητές. Η νομή της εξουσίας και οι δεσμοί του αίματος καθιστούν τους πρωταγωνιστές άλλοτε θύτες και άλλοτε θύματα, μέσα από την καταλυτική επίδραση του πεπρωμένου, που ωθεί τον άνθρωπο στην παράβαση του ηθικού νόμου. Πάνω από τη βούληση των θεών και την υπευθυνότητα των ανθρώπων, στέκει η σκοτεινή βούληση της Μοίρας και τα πράγματα θα πάρουν νομοτελειακά τον δρόμο που αυτή έχει εξαρχής ορίσει.
Στον μύθο των Ατρειδών, η Ύβρις κληροδοτείται από τη γενιά του Τάνταλου και του Πέλοπα στη γενιά του Ατρέα και του Θυέστη, κατόπιν στη γενιά του Αγαμέμνονα, του Μενελάου και του Αίγισθου και τέλος στη γενιά του Ορέστη, της Ηλέκτρας και της Ιφιγένειας. Οι αθώοι επίγονοι τιμωρούνται από την Άτη με σκοπό την αποκατάσταση της ηθικής τάξης και διαπράττουν με τη σειρά τους ανοσιουργήματα, καθίστανται υπόδικοι και παραδίδονται στη Δίκη. Σύντροφός μας στο ταξίδι ανάμεσα στο εφήμερο και το αιώνιο, το σύγχρονο και το διαχρονικό είναι η Κασσάνδρα, μια μορφή συγκλονιστική. Συγκλονιστική είναι η Κασσάνδρα στην Ιλιάδα. Ο Όμηρος δεν παραλείπει να μας μιλήσει για την ομορφιά της, αλλά στέκεται περισσότερο στο γεγονός πως πρώτη αυτή βλέπει από τα Πέργαμα, την ακρόπολη της Τροίας, την επιστροφή του Πρίαμου στη συρόμενη από τους ημιόνους άμαξα, με τον κήρυκα και τον νεκρό Έκτορα. Ακούγεται ο θρήνος της ως κραυγή απελπισίας και μήνυμα για τις Τρωαδίτισσες και τους Τρώες.
Συγκλονιστική είναι η Κασσάνδρα και στην Οδύσσεια. Η κραυγή της ακούγεται στη Νέκυια, όταν η ψυχή του Αγαμέμνονα αφηγείται στον Οδυσσέα πώς τους σκότωσε η Κλυταιμνήστρα. Όταν ο Οδυσσέας «κατέβηκε» στον Άδη, για να συνομιλήσει για το ταξίδι της επιστροφής του στην Ιθάκη με τον Τειρεσία, ο νεκρός Αγαμέμνονας του μίλησε με θλίψη για την Κασσάνδρα, καθώς περιέγραφε τις τελευταίες τους στιγμές: Μα ακόμη πιο σπαραχτική άκουσα τη φωνή της κόρης του Πριάμου, / της Κασσάνδρας, την ώρα που τη σκότωνε πανούργα η Κλυταιμνήστρα / πλάι και πάνω μου (λ 421-422, μετ. Δ.Ν. Μαρωνίτης).
Συγκλονιστική είναι η Κασσάνδρα και στον αισχύλειο Αγαμέμνονα. Μέσα σε 260 στίχους, σε λυρικά και διαλογικά μέρη καταθέτει τα πάντα. Ξεκινά με μια κραυγή οδύνης προς τον Απόλλωνα. Με τη μαντική της όραση βλέπει ξεκάθαρα το προσχεδιασμένο έγκλημα, το λουτρό, το δίχτυ, το θανάσιμο πλήγμα. Θρηνεί την Τροία και τον δικό της θάνατο. Σκίζει το πέπλο που σκεπάζει τη μοίρα του παλατιού και τη δική της, οι τοίχοι του μεγάρου ανοίγονται στο βλέμμα της. Εκεί μέσα ο Θυέστης ατίμασε την κλίνη του αδελφού του, εκεί μέσα ο ατιμασμένος του πρόσφερε εκδικητικά τη σάρκα των παιδιών του, εκεί μέσα έχει εγκατασταθεί το μεθυσμένο από αίμα σμήνος των Ερινύων, για να μη φύγει ποτέ. Εκεί μέσα θα βρει τον θάνατο ο πορθητής του Ιλίου και η ίδια η Κασσάνδρα.
Το μέγαρο του Αγαμέμνονα, που έχει όλα τα απαραίτητα για να είναι ένα καλότυχο παλάτι, μέσα στα διεισδυτικά και οξυδερκή οράματα της Κασσάνδρας, θα είναι πλημμυρισμένο με αίμα και γεμάτο πτώματα, το σφαγείο που δεν θα το εγκαταλείψουν ποτέ οι Ερινύες, όπου παιδιά θρηνούν για τη σφαγή τους και ψημένες σάρκες να τις τρώει ο πατέρας. Το κατώφλι της θύρας του παλατιού φανερώνει τα σύνορά του και δεν είναι απροσδόκητο να βρει κάποιος ότι το άνοιγμα της πόρτας αυτής έχει ξεχωριστή θέση. Για την Κασσάνδρα είναι οι πύλες του Άδη. Δεν έχουμε παρά να φέρουμε στον νου μας την σκηνή της υποδοχής του Αγαμέμνονα από την Κλυταιμνήστρα. Τη στιγμή που ο θριαμβευτής βασιλιάς παρακαλεί τη νίκη να σταθεί κοντά του, ο κατακτητής του στέκεται εμπρός του – όχι σε πεδίο μάχης, αλλά στο σκαλοπάτι της δικής του θύρας. Ο Αγαμέμνονας μπορεί να εισέλθει στο παλάτι με τους όρους της Κλυταιμνήστρας κι αυτοί οι όροι σημαίνουν συντριβή και θάνατο.
Συγκλονιστική είναι η Κασσάνδρα και στις ευριπίδειες Τρωάδες. Η μάντισσα, της οποίας η ματιά διεισδύει σε απροσπέλαστους χώρους, καθώς μετεωρίζεται ανάμεσα σε εκστατική μανία και λογικό στοχασμό, αποκαλύπτει με άγριο θρίαμβο την καταστροφή των νικητών. Δολοφονημένος ο Αγαμέμνονας, μητροκτόνος ο εκδικητής του, καταδικασμένος σε δεκάχρονη περιπλάνηση, να η κοινή μοίρα Ορέστη και Οδυσσέα, ένας δεύτερος πόλεμος για τον καθένα τους, χρονικά ίσος με αυτόν.
Συγκλονιστική είναι και στο βιβλίο που παρουσιάζουμε σήμερα. Τι Κασσάνδρας παρουσίες, για να θυμηθούμε τον Αλεξανδρινό, έχουμε μπροστά μας. Μια γυναίκα έξω και πάνω από τον κόσμο αυτόν, που τόλμησε να εναντιωθεί στον Φοίβο κι άκουσε τον ποιητή να λέει: Μιλούσες για πράγματα που δεν τα’ βλεπαν κι αυτοί γελούσαν. Η Κασσάνδρα του βιβλίου είναι μια μορφή που παλεύει με τα δαιμόνια του εαυτού της και της μοίρας της.
Με τις επιμειξίες σύγχρονων μορφών και τραγικών αρχετύπων, η ιστορία εκλαμβάνεται ως μια συνέχεια, στην οποία δεν υφίστανται διακρίσεις ανάμεσα στο παρελθόν, το παρόν και το μέλλον. Τα πρόσωπα διατηρούν τη μυθική τους καταγωγή και καταστάσεις όπως η απιστία, ο φόνος, η εκδίκηση γίνονται διαχρονικά ζητήματα.
Το παγκοσμίως μοναδικό χαρακτηριστικό του ελληνικού πνεύματος είναι ότι, ενώ διαφοροποιείται από τους άλλους πολιτισμούς –κινεζικό, ινδικό, μουσουλμανικό– στο σύνολο και στα στοιχεία του, είναι το μόνο που, σε αντιδιαστολή προς όλους αυτούς, μπορεί να γίνει κοινό νόμισμα όλων των λαών. Το ελληνικό πνεύμα παραμένει μια ΑΞΙΑ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ, διότι μόνον αυτό θεμελιώνεται πάνω στον άνθρωπο καθεαυτόν (δηλαδή στον άνθρωπο αυτοπροσδιοριζόμενο, και όχι ετεροπροσδιοριζόμενο και κηδεμονευόμενο από υπέρτερα –θρησκευτικά προπάντων– πιστεύω, που αποκλείουν όλους τους πιστούς ή μη του ιδίου δόγματος). Γι’ αυτό δεν είναι υπερβολή ο ισχυρισμός ότι ο ελληνισμός και η ελληνικότητα αφορούν και αγγίζουν όλους τους ανθρώπους όπου γης και αξίζει να μελετώνται, όχι για αντιγραφική μίμηση, αλλά ως πηγή έμπνευσης για να κάνουμε καλύτερο και σοφότερο –δηλαδή ανθρωπινότερο για όλους μας– το παρόν και το μέλλον του πλανήτη, στον οποίο όλοι συγκατοικούμε.
Τα πρόσωπα που αφηγήθηκε τα πάθη τους ο Όμηρος και τα ζωντάνεψαν οι μεγάλοι μας κλασικοί όχι μόνο εξακολουθούν να ζούνε, αλλά μπορούν να γίνουν σύντροφοί μας... Κάτι ακόμα περισσότερο – εκφραστές των δικών μας ανησυχιών και ονείρων.
Την ακούω να ψιθυρίζει: Μέσα σ’ αυτό το κουτί είναι η ζωή όταν αρχίσει να γίνεται ανυπόφορη, αν την αφουγκραστείς, θα την ακούσεις πως ανασαίνει. Πρόσεξε μην τ’ ανοίξεις προτού σφυρίξουν οι Ευμενίδες.
Είδα την πάχνη γύρω στα πρόσωπα, είδα τα χείλια υγρά, τα δάκρυα παγωμένα στην κόχη του ματιού, είδα τη γραμμή του πόνου πλάι στα ρουθούνια και την προσπάθεια στις ρίζες του χεριού, είδα το σώμα να τελειώνει.
Ένα παραλλαγμένο παραμύθι ξεπληρώνουμε κι εμείς και οι άλλοι, όπως οι αποτεφρωμένοι γέροντες που είχαν ραβδιά στα χέρια και μιλούσαν ήρεμα. Το βουρκωμένο λουτρό, το δίχτυ, το μαχαίρι η πορφύρα και η φωνή που ρωτούσε για τη θάλασσα ποιος θα την εξαντλήσει, θρέψανε τη ζωή μας. Την αγάπη μας την πίναμε σιγά – σιγά, μας φαίνονταν καταπότιο για μιθριδατισμό. Ώσπου το τέλος ήρθε κι απονεκρώθηκε. Αλήθεια, πάντα φρόνιμα μας οδήγησε ο λαός μας.
Αρκείτω βίος, τούτη η ζωή ανάμεσα Πεντέλη και Υμηττό και Πάρνηθα. Όμως οι ρίζες δεν μαραίνονται εύκολα, δεν φεύγουν εύκολα τα μιάσματα της αλλοφροσύνης, της αδικίας, της κενοσπουδίας. Τρεις χιλιάδες χρόνια και περισσότερα πάνω στους ίδιους βράχους πληρώνουμε το παραλλαγμένο παραμύθι, λυπήσου εκείνους που περιμένουν. Τίποτε άλλο, φτάνει για σήμερα.


Το αγόρι που διάβαζε στις κότες παραμύθια


Σοφία Μαντουβάλου
«Το αγόρι που διάβαζε στις κότες παραμύθια»
Εικονογράφηση:  Κέλλυ Ματαθία Κόβο
Εκδόσεις Πατάκη



Είμαι από τους συγγραφείς εκείνους που ξεκίνησαν (1979) την συγγραφική τους παρουσία με τρία βιβλία της λογοτεχνίας για παιδιά, που και  τα τρία είχαν έντονο το στίγμα μιας πολιτικοποιημένης ματιάς.
Από τότε μέχρι και σήμερα εξακολουθώ να θεωρώ πως στοιχεία πολιτικοποίησης αξίζει να υπάρχουν μέσα ακόμα και στην πιο απλή ιστορία που αφορά και απευθύνεται σε μικρής ηλικίας αναγνώστες.
Η πολιτικοποίηση  (που τόσοι πολλοί και πολύ συχνά φοβούνται να την δούνε να εκφράζεται στα κείμενα της Π. Λ.) είναι ένα απολύτως υγιές συστατικό του τρόπου που αναμένομε από τη λογοτεχνία να διαμορφώσει την προσωπικότητα των ανήλικων αναγνωστών. Γιατί  κάθε τι που αναφέρεται στη συμπεριφορά  του ατόμου, εδράζεται σε κοινωνικών διαστάσεων  απόψεις –ο σεβασμός της ιδιαιτερότητας του άλλου, η αναγνώριση της ισότητας των φύλων, το δικαίωμα στην παιδεία, το δικαίωμα στην υγεία ή στην εργασία κλπ. Με όλα  αυτά, έτσι κι αλλιώς,  το κάθε ανήλικο άτομο έρχεται σε επαφή μέσα από την καθημερινότητα του –οικογενειακή, σχολική, ΜΜΕ κ.α.
Άρα την ολοκληρωμένη και υπεύθυνη διάπλαση χαρακτήρων που αναμένουμε να μας προσφέρουν οι ιστορίες για παιδιά θα πρέπει να δεχτούμε πως την σφραγίζει ποιοτικά η πολιτικοποιημένη αφήγηση .
Όμως στην νεοελληνική κοινωνία, η πολιτικοποιημένη σκέψη έχει ταυτιστεί με την κομματική άποψη και γι αυτό ολοένα και περισσότερο βλέπουμε να γράφονται βιβλία που αν και αναπτύσσουν κοινωνικά ζητήματα (πχ. Ενδοσχολική βία,  ταξικές σχέσεις, μεταναστευτικές  απόψεις, σεξιστικά περιστατικά κλπ) στην ουσία όχι μόνο δεν τα φωτίζουν σωστά, αλλά με επιδερμική διάθεση  τα μετατρέπουν  σε διαπροσωπικές καταστάσεις που αρκεί μια απλή συγνώμη  για να εξομαλυνθούν.
Ασφαλώς όμως και υπάρχουν συγγραφείς που  στηρίζουν τις σκέψεις τους και ολοκληρώνουν τα έργα τους πάνω σε μια στέρεη  αντιστοίχηση πράξεων και ιδεών –γιατί εν τέλει αυτό ακριβώς είναι η πολιτικοποίηση: να γνωρίζεις το γιατί κάτι το πράττεις και το υποστηρίζεις.
Στα πλαίσια αυτό του σύντομου σημειώματος –παρουσίαση ενός συγκεκριμένου βιβλίου, δεν έχει νόημα η εξαντλητική αναφορά σε συγγραφείς που τους χαρακτηρίζει μια πολιτικοποιημένη σκέψη. Αλλά για μια τεκμηρίωση των όσων πιο πάνω έχω αναφέρει, ας σημειώσω μερικά ονόματα ώστε να φανεί το εύρος  αυτού που χαρακτηρίζω ως πολιτικοποιημένη λογοτεχνία για παιδιά: Άλκη Ζέη, Λότη Πέτροβιτς, Ελένη Πριοβόλου, Σοφία Μαντουβάλου, Βασίλης Παπαθεοδώρου,  Μαρία Παπαγιάννη, Ελένη Κατσαμά, Άννα Κοντολέων, κ.α.
Σκέψεις όλα αυτά που τις προξένησε η ανάγνωση του βιβλίου «Το αγόρι που διάβαζε στις κότες παραμύθια» της Σοφίας Μαντουβάλου.
Η Μαντουβάλου είναι μια από τις πλέον εκρηκτικές παρουσίες στο χώρο της λογοτεχνίας για παιδιά. Βασικό χαρακτηριστικό των έργων της το χιούμορ. Με τη δική του βοήθεια ανατέμνει την καθημερινότητα και στη συνέχεια προστρέχει στη φαντασία για να στήσει τους δικούς της μικρόκοσμους.
Χιούμορ και φαντασία αν συνυπάρξουν για να οδηγήσουν σε μια ανατροπή συμβάσεων και να τροφοδοτήσουν αμφισβητήσεις κατεστημένων αντιλήψεων, μπορούν να  μας προσφέρουν κείμενα γνήσια πολιτικοποιημένα.
Κάτι τέτοιο συμβαίνει και στο βιβλίο αυτό. Από τη μια ο τίτλος του και από την άλλη η αφιέρωση –στη Μαλάλα Γιουσαφζάι.
Η Μαντουβάλου αποφάσισε να γράψει ένα παραμύθι για το δικαίωμα στη γνώση κάθε ατόμου που γεννήθηκε με τα φυλετικά χαρακτηριστικά του θηλυκού γένους. Αλλά ακριβώς γιατί γνωρίζει να προσεγγίζει με κυκλική υπευθυνότητα το θέμα της, την ίδια ώρα που αναφέρεται στην καταπίεση  των θηλυκών σε  σεξιστικές καταστάσεις, την ίδια ώρα και μέσα στις ίδιες καταστάσεις παρουσιάζει και την γελοιοποίηση του σεξιστή.
Μέσα στο κοτέτσι υπάρχει η κότα,  αλλά υπάρχει και ο κόκορας.
Η ανεξαρτητοποίηση της μιας επιφέρει τον εξευτελισμό του άλλου. Και τελικά η ιδανική συνύπαρξη είναι αυτή που χαρακτηρίζεται από την ισότητα.
Η Μαντουβάλου είναι ευφάνταστη συγγραφέας. Η ιστορία της στηρίζεται σε ένα αφηγηματικό εύρημα που παρακολουθεί αδιάλειπτα την εξιστόρηση της  ζωής μέσα στο κοτέτσι. Θα ήταν άσκοπο, αν όχι και άδικο, να επιχειρήσω να περιγράψω το εύρημα αυτό. Θα αδικούσα την όλη σύνθεση.
Αυτό που μπορώ και πρέπει να πω είναι πως δίπλα στη σωστή πολιτικοποιημένη στάση, έχουμε και μια μοντέρνα αφήγηση.
Η εικονογράφηση της Κέλλυ Ματαθία Κόμο υποστηρίζει τη φρεσκάδα του κειμένου, ενώ όλη η έκδοση χαρακτηρίζεται από μια ολοκληρωμένη αισθητική πρόταση.

 Πρώτη ανάρτηση: https://www.literature.gr/chioymor-me-apopsi-grafei-o-manos-kontoleon-to-agori-poy-diavaze-stis-kotes-paramythia-sofia-mantoyvaloy/

30.11.18

Άντριαν Βέχμπιου «Οι παρεμβάσεις του κ. Σιούτη»


Άντριαν Βέχμπιου
«Οι παρεμβάσεις του κ. Σιούτη»
Μετάφραση: Ελεάνα Ζιάκου
Εκδόσεις Πληθώρα

  


Με όχημα τη λογοτεχνία μπορείς να γνωρίσεις τον εαυτό σου* να επικοινωνήσεις με τον άλλον* να κατανοήσεις τον γείτονα.
Εν τέλει η λογοτεχνία φέρνει κοντά άτομα και ομάδες.
Προσφέρει ουσιαστικές προσεγγίσεις –αμβλύνει διαφωνίες, ξεκαθαρίζει ιδεοληψίες και γεφυρώνει χάσματα ιδεολογικά.
Ως λαός δεν μπορεί κανείς μας να ισχυριστεί πως ανήκουμε σε εκείνους  που διαβάζουμε πολύ λογοτεχνία. Παρόλα αυτά και αναλογικά με τον πληθυσμό μας είναι ιδιαιτέρως πολλά τα λογοτεχνικά βιβλία που έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά –κυρίως από τις κεντρικές χώρες και γλώσσες του δυτικού πολιτισμού (ΗΠΑ, Βρετανία, Γαλλία, Γερμανία) και με αξιοπρεπή εκπροσώπηση ακόμα λογοτεχνικά κείμενα από Ιαπωνία, Κίνα, Λατινική Αμερική…
Θα περίμενε, λοιπόν, κανείς από το αναγνωστικό κοινό της Ελλάδας να έδειχνε ουσιαστικό ενδιαφέρον και προς τις λογοτεχνίες όμορων εθνών –Βουλγαρίας, ας πούμε. Αλβανίας.
Αλλά δε συμβαίνει κάτι τέτοιο. Το γιατί νομίζω πως είναι ένα μεγάλο ερώτημα και δεν θεωρώ μήτε τον εαυτό μου προετοιμασμένο  να αναζητήσει και να προτείνει ερμηνείες.
Αλλά δεν μπορώ να μην το σκεφτώ καθώς διαβάζω το βιβλίο «Οι παρεμβάσεις του κ. Σιούτη».
Η Αλβανική Λογοτεχνία έχει με αρκετούς συγγραφείς δώσει το παρόν της στα  δικά μας βιβλιοπωλεία.
Βέβαια θα πρέπει να παραδεχτώ πως δεν μπορώ να υποστηρίξω μήτε και αυτό το  ‘αρκετούς’ που έγραψα, μιας στην ουσία αγνοώ πόσοι είναι οι σύγχρονοι αλβανοί συγγραφείς, έτσι ώστε να θεωρήσω αρκετούς  ή όχι εκείνους που είχαν την τύχη ή την ευκαιρία να δούνε έργα τους να μεταφράζονται στα ελληνικά.
Ασφαλώς πασίγνωστος –και δικαιολογημένα- ο Κανταρέ.  Πρόχειρα ανακάλυψα και κάποιους άλλους – από τον πλέον ηλικιωμένο Mustafa Besnik (1958) έως τη νεοτάτη Fationa Muca (1988). Αλλά και τους Virion Graci (1968), Ben Blushi (1969) κ.α. –όλοι τους γεννημένοι πριν τις πολιτικές αλλαγές που συνέβησαν στην χώρα τους.
Αλλά κανείς δεν έτυχε μιας κάπως πλατύτερης αναγνωστικής  συμπάθειας εκ μέρους των αναγνωστών μας.
Βέβαια υπάρχει –δεν πρέπει μέσα σε αυτόν τον προβληματισμό να μην τον αναφέρουμε- ο Τηλέμαχος Κώτσιας, ο οποίος με συνεπή ποιότητα γράφει για τη ζωή των ελλήνων που γεννήθηκαν και ζούνε στην Αλβανία.  Και τα έργα του έχουν αγαπηθεί. Αλλά είναι έργα γραμμένα από τη σκοπιά μιας μειονότητας.
Με άλλα λόγια θα μπορούσα να ισχυριστώ πως ως έλληνες αναγνώστες δεν έχουμε και τόση διάθεση να πλησιάσουμε τους γείτονές μας.
Εγώ, τουλάχιστον, δεν είχα αυτή τη διάθεση. Θα έλεγα πως δεν έβρισκα νόημα κάτι τέτοιο να το επιχειρήσω. Αισθανόμουνα αναγνώστης και συγγραφέας της Δύσης…. Όχι Βαλκάνιος.
                              ***********
Σκέψεις όλα αυτά που μου δημιουργήθηκαν μετά από την ανάγνωση του βιβλίου του Άντριαν Βέχμπιου.
Ο συγγραφέας  γεννήθηκε στα Τίρανα αλλά εδώ και χρόνια ζει και εργάζεται στη Νέα Υόρκη. Μα η συγγραφική του παρουσία είναι έντονη στην Αλβανία τόσο με τα βιβλία του, τόσο και με άρθρα του στον εκεί καθημερινό τύπο κλπ.
Το βιβλίο έχει τον τίτλο  «Οι παρεμβάσεις του κ. Σιούτη»  και είναι μια συλλογή…
Αλήθεια τι είδους συλλογή; Ας ξεκινήσω από αυτό το ερώτημα.
Τα μικρά κείμενα που υπάρχουν στο βιβλίο αυτό πως μπορεί  λογοτεχνικά να χαρακτηριστούνε;
Σαφώς όχι διηγήματα. Και μήτε  καν αφηγήματα. Δεν έχουν πλοκή, δεν έχουν συμπυκνωμένη συναισθηματική ένταση.
Χρονογραφήματα, λοιπόν; Νομίζω πως ναι κι άλλωστε αγαπώ το είδος αυτό μιας και έχω μεγαλώσει με αντίστοιχα κείμενα του Παύλου Νιρβάνα, του Παύλου Παλαιολόγου, της Ελένης Βλάχου…
Στις μέρες μας θα έλεγα πως το είδος αυτό μάλλον έχει εξαφανιστεί ή έστω έχει μεταλλαχτεί σε κάτι άλλο –σχολιασμοί που δεν μπαίνουν στο βάθος του γεγονότος, αλλά απλώς το περιγράφουν.
Ως χρονογραφήματα, λοιπόν, διάβασα τα κείμενα της συλλογής.
Αλλά ας θυμηθούμε πως ακριβώς χαρακτηρίζεται το χρονογράφημα, να θυμηθούμε τα στοιχεία ταυτότητάς του – Να προκαλεί συγκίνηση, να περιγράφει συνθήκες, να σχολιάζει. Με τον δικό του τρόπο να αφυπνίζει.
Ο Βέχμπιου με τα κείμενά του όλα αυτά τα επιτυγχάνει. Και έχει, μάλιστα, βρει ένα εύστοχο εύρημα να τα υλοποιήσει. Τον κ. Σιούτη.
Ο εν λόγω κύριος, είναι μιας κάποιας ηλικίας και ασφαλώς διαθέτει μια πλατιά όσο και βαθιά γνώση μα και αντίληψη των συνθηκών που επικρατούν στη χώρα του αλλά και σε όλη τη Γη.
Στοχαστής και φιλόσοφος. Και τους στοχασμούς του τους μοιράζεται με ένα ακροατήριο που μαζεύεται γύρω του, μέσα σε κάποιο καφενείο.
Τις σκέψεις του δεν τις μαθαίνουμε κατευθείαν από αυτόν τον ίδιο. Ο Βέχμπιου με ένα άλλο ακόμα εύρημα, βάζει το ακροατήριο  του κ. Σιούτη να μας αφηγείται τις σκέψεις και τις απόψεις του. Και μάλιστα η εξιστόρηση γίνεται στο πρώτο πληθυντικό πρόσωπο. Δεν είναι οι απόψεις του ατόμου, αλλά του κοινωνικού συνόλου –απόψεις  πάνω στο τι ειπώθηκε αλλά και στο πως αυτό εισπράχθηκε από την ομάδα.
Να ,λοιπόν, που το γνωστό ύφος και η κλασική δομή του χρονογραφήματος, εδώ κατά κάποιο τρόπο μετατοπίζει το κέντρο της ματιάς της. Από τον ένα στους πολλούς. Από τον δάσκαλο στους μαθητές. Πρωτότυπη άποψη και με ιδιαίτερο κοινωνικό βάρος.
Τα όσα ο κ. Σιούτης αφηγείται έχουν μια ποικιλία προελεύσεων. Όλα μαζί συνθέτουν το παρόν και το παρελθόν, μα και το μέλλον μιας κοινωνίας. Ο κ. Σιούτης τελικά διδάσκει με ένα τρόπο που έχει τις ρίζες του στην αρχαιότητα.
Η Πλατωνική Ακαδημία έρχεται στο νου μας, μόνο που εδώ –να ένα ακόμα εύρημα- οι διάλογοι δεν γίνονται κατά τη διάρκεια περιπάτων, αλλά όσην ώρα οι ακροατές του κ. Σιούτη απολαμβάνουν τον εσπρέσο τους.
Ο κ. Σιούτης αναλύει, επεξηγεί με τρόπους συναρπαστικούς τις δομές μιας χώρας. Γειτονικής μας, αλλά δεν είναι μόνο η διάθεση να γνωρίσουμε τους γείτονες που μας κάνει να διαβάζουμε απνευστί τα κείμενα. Είναι γιατί ενώ αναφέρονται σε συγκεκριμένη περιοχή, παράλληλα αφορούν μια ολόκληρη εποχή, αφορούν όλα τα Βαλκάνια, όλη την Ευρώπη. Όλη τη Δύση.
Κι έτσι είναι το σωστό. Από το Μέρος στο Όλον και από το Όλον πίσω στο Μέρος.
Θα σταθώ σε δυο κείμενα για να αποδείξω αυτή τη σύνδεση –σχέση.
Στο χρονογράφημα που μιλά για τη μετάβαση από τον τούρκικο καφέ στον εσπρέσο, διαβάζουμε
…Ο εσπρέσο επικράτησε τελευταία, αντικαθιστώντας ή μάλλον για να αντικαταστήσει την Τουρκία με την Ιταλία, την Ανατολή με τη Δύση, σα να θέλει να μας πει ότι μαζί με την τεχνική παρασκευής του καφέ αλλάζει κι ο τρόπος που βλέπουμε το μέλλον: δεν το βλέπουμε πια ως κρυπτογραφημένο μήνυμα που περιμένει την ανάγνωση από ειδικούς, αλλά ως χαοτικό νεφέλωμα που πλέον δεν μπορεί να διαβαστεί.
Ενώ σε ένα άλλο με τον τίτλο «Ο κ. Σιούτης δεν αποφεύγει τη χυδαιότητα χάριν της ιστορικής  ακρίβειας» αφού γίνει περιγραφή  με γλαφυρό τρόπο της κολονοσκόπησης  μιας εργάτριας (τον καιρό του αλβανικού υπαρκτού σοσιαλισμού) από γνωστό και σοβαρό γιατρό και που κατά τη διάρκεια της εξέτασης ο γιατρός διαβάζει στην περιπρωκτική περιοχή της εργάτριας την είδη του θανάτου σημαντικού κινέζου πολιτικού (κι αυτό λόγω της χρήσης την εποχή εκείνη χαρτιού εφημερίδας για τον καθαρισμό του πρωκτού), ο εκ μέρους όλων των ακροατών του κ. Σιούτη αφηγητής καταλήγει :
Ο κ. Σιούτης γέλασε και είπε, την εποχή του κομμουνισμού ήταν οι εφημερίδες εκείνες που αποτυπώνονταν στα οπίσθιά μας, τώρα είναι τα οπίσθια (αν και όχι τα δικά μας) που αποτυπώνονται στις εφημερίδες.

https://diastixo.gr/kritikes/xenipezografia/11095-paremvaseis-siouth-kontolewn



25.11.18

Μάνος Κοντολέων: 40 χρόνια έψαχνα πάντα τις λέξεις (Ημερίδα στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας)







Ημερολόγιο 2019 της Εταιρείας Συγγραφέων - Πως φοριούνται οι λέξεις



Τα ενδύματα των αισθήσεων

Ρούχο είναι ό,τι  φορώ πάνω στο σώμα μου.
Ένδυμα –θα κάνω αυτή τη διάκριση- είναι το κάλυμμα της υπάρξής μου. Της εσώτερης,  αυτής που μόνο εγώ βιώνω.
Το ένδυμα  αυτό,  θεωρώ πως είναι το δέρμα μου!
Αν τα ρούχα με σχεδόν απόλυτη ελευθερία τα επιλέγω, το ένδυμα  ελάχιστα το ελέγχω. Ίσως μόνο ως ψευδαίσθηση να πιστεύω πως έχω τη δύναμη να το διατηρώ σε κατάσταση που εγώ θέλω. Μα μέσα από αυτό αισθάνομαι.
Γεννήθηκα λουσμένος στα υγρά και στις βλέννες  -μνήμες μιας ενδομήτριας ζωής.
Στη συνέχεια το ένδυμα αυτό άκουγα να το χαρακτηρίζουν με επίθετα από την επικράτεια της Γεύσης: τρυφερό, τραγανό, αφρατούλικο.
Και μεγάλωνα.  Δοκίμαζα τις αντοχές του ενδύματός μου καθώς άλλοτε το έφερνα σε βίαιη επαφή με σκληρά υλικά –πέτρες, καδρόνια, πρόκες- κι άλλοτε πάλι ανίχνευα τις ευαισθησίες του  -παγωμένο, κρύο, ζεστό, καυτό. Ηγερία του η Αφή.
Τότε, με εκείνο πάντα το παιδικών προδιαγραφών ένδυμα,  ανακάλυπτα τον τρόπο να επικοινωνώ με τους άλλους. Με χάδια ή σκαμπίλια. Το ένδυμα –δέρμα μου μάθαινε τις ανθρώπινες σαρκικές επαφές.
Στην εφηβεία θα ζητούσα αυτές τις επαφές να τις οδηγήσω σε μια ολοκλήρωση. Όχι και τόσο επιτυχημένο το αποτέλεσμα της προσπάθειας εκείνης τη περιόδου.
Το ένδυμα απαιτούσε πολλά και πρόσφερε ελάχιστα. Με άλλα λόγια δεν ήταν ένδυμα για μια συναναστροφή, αλλά περισσότερο ταίριαζε στην αγχωμένη εσωστρέφεια της ανασφάλειας… Μπορεί και  της αμφισβήτησης. Κάτω από τα δεσμά διστακτικής Όσφρησης.
Ακολούθησε το ένδυμα της νεότητας και της μεστής ωριμότητας. Αυτό πολλά μυστικά ήξερε να φέρνει στην επιφάνεια –ηδονικές ανακαλύψεις, τεχνικές προσκλήσεων, ολόλαμπρες προκλήσεις.  Ο εκμαυλισμός της Όρασης
Ένδυμα που δεν αναλογίστηκε την φθορά. Και χωρίς προετοιμασία αναγκάστηκε να αποδεχτεί την επόμενη εικόνα του.
Συρρικνωμένο, με λεκέδες και σχισίματα. Ύφανση έτοιμη να διαλυθεί.  Κι όμως…
Κι όμως το πλέον ατελέσφορα απαιτητικό ένδυμα –ίσως γιατί έχει πάνω του όλες τις ανάσες  των αναμνήσεων.  Η Ακοή, ευτυχώς, του συμπαραστέκεται – η μόνη αίσθηση που δεν γνωρίζει τα συστατικά της σήψης.

.(Το δικό μου κείμενο στο Ημερολόγιο 2019 της Εταιρείας Συγγραφέων)