4.4.20

Thomas Mann Η απατημένη

Η εικόνα ίσως περιέχει: 3 άτομα

Thomas Mann
«Η απατημένη»
Μετάφραση: Γιάννης Κοιλής
Εκδόσεις Κριτική

                                  
Ο Τόμας Μαν (1875 -1955), ο βραβευμένος με το Νόμπελ Λογοτεχνίας του 1929 Γερμανός συγγραφέας, αναντίρρητα υπήρξε μια ηγετική μορφή στην πνευματική κίνηση της Δύσης κατά τον 20ο αιώνα.
Μυθιστορήματα του όπως το «Μαγικό Βουνό, το «Δόκτωρ Φάουστους»  ή το «Ο Ιωσήφ και οι αδελφοί αυτού» αποτελούν άξονες διαμόρφωσης της δυναμικής αυτού του λογοτεχνικού είδους καθώς δίπλα στην μυθιστορηματική πλοκή (συχνά και πάνω από αυτήν) τοποθετούν φιλοσοφικές ανησυχίες και κοινωνικοπολιτικές προσεγγίσεις.
Το έργο του Μαν συνομιλεί με τις απόψεις φιλοσόφων όπως οι Νίτσε και  Σοπενχάουερ, ψυχαναλυτών όπως ο Φρόιντ  ή προγενέστερων λογοτεχνών όπως ο Γκαίτε.
Μα αν και ο Μαν θεωρείται (και είναι) ένας από τους σημαντικούς μυθιστοριογράφους του 20ου αιώνα, έχει παράλληλα γράψει και άλλα πολλά μικρότερης έκτασης λογοτεχνικά κείμενα (διηγήματα και νουβέλες)
Και από μια σκοπιά μπορεί κανείς να ισχυριστεί πως εν τέλει η αξία ενός μυθιστοριογράφου επιβεβαιώνεται μέσα από τα συντομότερα έργα του. Κι αυτό γιατί τόσο σε  μια νουβέλα όσο και σ΄ ένα διήγημα η δυνατότητα εξάπλωσης των ιδεών -όταν μάλιστα  πρέπει αντίστοιχα να προσέχεται και η αναλογία τους με την όποια πλοκή- είναι αν όχι περιορισμένη, σίγουρα πάντως απαιτεί ευστοχία και αποτελεσματική εμβάθυνση.
Στην περίπτωση, λοιπόν, του Μαν, τα μικρότερης έκτασης λογοτεχνικά του κείμενα διαθέτουν σε υπέρμετρο βαθμό αυτά τα χαρακτηριστικά και έτσι χωρίς να πάψει κανείς να θεωρεί το μυθιστορηματικό του αποτύπωμα ως ένα από τα πλέον σημαντικά όλων των εποχών, παράλληλα αξίζει να σταθεί και στη μεγίστη δυναμική των διηγημάτων του.
Θα τολμούσα δε να ισχυριστώ πως σε ένα πλατύτερο κοινό, αυτά τα μικρής έκτασης έργα θα μπορούσαν να είναι περισσότερο προσιτά και πιο πολύ να αγαπηθούν καθώς είναι λιγότερα εμποτισμένα σε αναπτύξεις φιλοσοφικών αναλύσεων.
Το παράδειγμα της νουβέλας «Θάνατος στη Βενετία» αποδεικνύει αυτή την άποψη.

Αλλά το κύρος του μυθιστοριογράφου Μάν επισκιάζει -πάντα σε ένα πλατύτερο κοινό- τον διηγηματογράφο.
                                       ****
Πρόσφατα από τις Εκδόσεις Κριτική επανακυκλοφόρησε η νουβέλα του Μαν «Η απατημένη» σε μετάφραση του Γιάννη Κοιλή.
(Το έργο, στην ίδια μετάφραση, είχε  πρωτοκυκλοφορήσει το 1989 μαζί με δυο ακόμα νουβέλες και κάτω από τον ενιαίο τίτλο ‘Τρεις νουβέλες’)
Πρόκειται για την εξιστόρηση της ζωής μιας πενηντάχρονης χήρας   μεσοαστής, της Ροζαλί Φον Τίμλερ που ζει στο Ντίσελντορφ, εκεί γύρω στα 1930, μαζί με τα δυο παιδιά της* την  τριαντάχρονη περίπου Άννα που είναι χωλή και έχει ζωγραφικό ταλέντο και τον δεκαεξάχρονο περίπου γιο της τον Έντουαρτ που επειδή σχεδιάζει να σπουδάσει στο εξωτερικό θέλει να μάθει αγγλικά κι έτσι προσλαμβάνεται ο  γοητευτικός νεαρός Αμερικάνος Κεν Κίτον για να του παραδίδει ιδιαίτερα μαθήματα.
Η είσοδος ενός νεαρού αρσενικού που έχει όλα τα χαρακτηριστικά ατόμου μιας νέας εποχής μέσα στο συγκρατημένο μικρόκοσμο της οικογένειας Τίμλερ, θα αποτελέσει το θέμα της νουβέλας, με καταλυτικό τέλος την απόφαση της Ροζαλί να τολμήσει να εκφράσει το πάθος της προς τον Κεν. Αλλά στο σημείο αυτό το σώμα προδίδει το συναίσθημα. Και εκεί όπου η Ροζαλί προετοιμάζεται για την τελευταία καρποφορία της σάρκας της, θα βρεθεί απόλυτα νικημένη από την άρνηση της Φύσης να αποδεχτεί την αμφισβήτηση της.
Το αίμα που ξαφνικά κάνει  και πάλι την επανεμφάνισή του και η Ροζαλί θα το εκλάβει ως ένδειξη άνθισης της θηλυκής φύσης της,  θα αποδειχτεί πως είναι το πρώτο σημάδι ενός καρκίνου που θα φέρει τον θάνατο της.
Μια τελεσίδικη αντίθεση, τελευταία στη σειρά άλλων παρόμοιων διπολικών αντιθέσεων που διαπερνούν όλο το έργο.  
Ο παλιός κόσμος  και ο νέος* η συγκρατημένη στάση της αναπηρίας και η παράφορη έκφραση της υγειούς νεότητας* ο αυτοπεριορισμός της καλλιτεχνικής  δημιουργίας λόγω κοινωνικών δεσμεύσεων και η χωρίς τις όποιες συνδέσεις με το παρελθόν στάση ενός εκπροσώπου της νέας εποχής και συλλέκτη εμπειριών. Και τέλος η μεγίστη αντίθεση ανάμεσα στο πάθος της ψυχής και στην πεπερασμένη δύναμη του σώματος.
Όπως και στο «Θάνατος στη Βενετία», έτσι και εδώ ο Τόμας Μαν αναπτύσσει την αυτοκαταστροφική έλξη του γήρατος  προς την νεότητα. Και μπορεί στην περίπτωση του ‘Θάνατος στη Βενετία» να υπάρχει επιπλέον και η ‘ιεροσυλία’ της ομοφυλόφιλης επιθυμίας, αλλά και στην «Απατημένη» έχουμε μια άλλη μορφή -διαχρονικής ίσως;-  ύβρεως, αυτήν της ελεύθερης έκφρασης του σεξουαλικού πάθους από μια μεγαλύτερη γυναίκα προς ένα νεότερό της άντρα. Και επέλεξα στην προηγούμενη πρόταση να χρησιμοποιήσω τη λέξη ‘διαχρονική΄ γιατί όσο και αν η αναγνώριση το δικαιώματος της γυναικείας σεξουαλικότητας  δείχνει στην εποχή μας να είναι σεβαστή, παρόλα αυτά το κοινωνικό στάτους σε κάθε επίπεδο δεν το αποδέχεται ή τουλάχιστον προσπαθεί να το αγνοήσει.
Αλλά αυτό το ζήτημα αποτελεί μόνο τη βάση της πλοκής. Πάνω σε αυτό ο Μαν βρίσκει την ευκαιρία να αναζητήσει παρόμοιες αντιθέσεις ανάμεσα στο υπαρξιακό ‘θέλω’ και στο βιολογικό ‘είμαι’.
Και αυτήν την αναζήτηση την επιχειρεί σε όλα σχεδόν τα κεντρικά πρόσωπα του έργου.
Η κόρη, η Άννα, ζωγραφίζει τα χρώματα της Φύσης ακριβώς γιατί δεν μπορεί -λόγω αναπηρίας- να γευτεί τις μυρωδιές της. Ο συμβολισμός του διαχωρισμού των δύο αισθήσεων, της όρασης και της όσφρησης, είναι καίρια διεισδυτικός. Η Τέχνη θα μπορεί να αποδώσει ότι ‘οράται’ μα και  ότι ‘διαισθάνεται’  μόνο αν ο δημιουργός της έχει τολμήσει να αγνοήσει το ‘φαίνεσθαι’ και να αποδεχθεί το ‘είναι’.
Αν και η ίδια η Άννα είναι μια νέα γυναίκα, θα προσπαθήσει να κάνει την μητέρα της να αποδεχτεί το γήρας της* στην ουσία η ανάπηρη καλλιτέχνης ταυτίζει τη δική της σωματική μειονεξία με την όποια μειονεξία μπορεί να φέρνει μαζί του το γήρας. Αυτοευνουχίζεται ως δημιουργός για να αποδεχτεί την σωματική της αδυναμία.
Ο νεαρός Έντουαρτ χάνει την ευκαιρία να μυηθεί σε μια νέα άποψη της μελλοντικής του ζωής τη στιγμή που κάτι τέτοιο θα τον εξανάγκαζε  να αναγνωρίσει την σεξουαλικότητα της μητέρας του.
Ο Κεν Κίτον έχει την εγωκεντρική αυτάρκεια της νέας τάξης πραγμάτων και απέναντι στις αξίες του χτες κρατά μια στάση κατανάλωσής τους και όχι κατανόησής τους.
Αυτή η συμπόρευση των αντιθέσεων παρουσιάζεται με μια μοναδική συγγραφική μαεστρία στην περιγραφή ενός περιπάτου μάνας και κόρης καθώς εκεί όπου έχουν μαγευτεί από τα χρώματα της Φύσης, ξαφνικά τους γλυκαίνει τις σκέψεις μια  ενδιαφέρουσα μυρωδιά που όμως αποδεικνύεται πως προέρχεται από πτώμα ζώου σε αποσύνθεση.
Θα ήθελα ακόμα να επισημάνω τον τρόπο που περιγράφεται η σεξουαλική έλξη που δημιουργεί ο νεαρός Κεν στην Ροζαλί. Σπάνια μια γραφή άρρενος θα μπορούσε να διεισδύσει στη πυρηνική εκπομπή της σεξουαλικότητα ενός άλλου άντρα και να καταγράψει τόσο αυτήν όσο και το πως εισπράττεται από μια γυναίκα.
Η σκηνή που αναφέρεται σε ένα γεύμα στο σπίτι της Ροζαλί, αλλά και μια από τις τελευταίες όπου η Ροζαλί, πάλι, προξενεί τον άγριο θυμό ενός μαύρου κύκνου  καθώς αντί να τον ταΐσει με ένα κομμάτι ψωμιού που της δίνει ο Κεν, εκείνη προτιμά να το φάει η ίδια μιας και αυτό έχει απάνω του τη θέρμη του σώματος του νεαρού άντρα,  αποτελούν μεγάλες σελίδες της παγκόσμιας λογοτεχνίας -ιδίως αυτή με τον κύκνο όπου στην ουσία προαναγγέλλεται  η εκδίκηση της Φύσης προς εκείνη που την αμφισβητεί (η νουβέλα σε αγγλική έκδοση έχει τον τίτλο «Μαύρος Κύκνος).
Δίπλα σε όλα αυτά, ο Τόμας Μαν, με την προσφιλή του τεχνική, φωτίζει με φιλοσοφικό βάθος ζητήματα όπως αυτά του Θανάτου, του Έρωτα, της Ψυχής, της Τέχνης, του Πολιτισμού, της Καλλιτεχνικής Δημιουργίας, των Αισθήσεων, της Φθοράς.
Η γραφή του Τόμας Μαν -με την συνθετικότητα της γερμανικής γλώσσας από τη μια και από την άλλη με την αναζήτηση φιλοσοφικών εφαρμογών στις συγγραφικές του θέσεις- ασφαλώς και είναι πολύ δύσκολο να μεταφερθεί σε άλλη γλώσσα.
Στο βαθμό που γνωρίζω θα έλεγα πως ένα μεγάλο μέρος της συγγραφικής δυναμικής του μάλλον μειώνεται από τις κατά καιρούς μεταφράσεις των έργων του.
Ο Γιάννης Κοιλής είναι εδώ και χρόνια ένας από τους πλέον δόκιμους μεταφραστές μας έργων του Μάν αλλά και άλλων μεγάλων Γερμανών συγγραφέων.
Η νουβέλα «Η απατημένη» στην ελληνική της έκδοση πολλά οφείλει  στην δική του μεταφραστική ικανότητα.
(Σημείωση: Η επιστολή του Αντόρνο προς τον Μαν που συνοδεύει τη νουβέλα, προσφέρει το δικό της κύρος για μια πληρέστερη  κατανόηση του έργου)



(Βιβλιοδρόμιο, 4/4/2020)

31.3.20

O άνθρωπος που βρίσκει πάντα τις λέξεις

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΗΝ ΜΑΡΙΑΝΝΑ ΜΑΝΩΛΟΠΟΥΛΟΥ

Ο Μάνος Κοντολέων γεννήθηκε στην Αθήνα από γονείς που κατάγονταν από τη Σμύρνη της Μικράς Ασίας. Σπούδασε Φυσική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, αλλά ασχολείται με τη λογοτεχνία από τα παιδικά μου χρόνια δημοσιεύοντας κείμενά μου στο περιοδικό «Διάπλαση των Παίδων». Την πρώτη του εμφάνιση στα Γράμματα την έκανε το 1969 συμμετέχοντας σε ανθολογία νέων πεζογράφων και μετά από δέκα χρόνια κυκλοφόρησε το πρώτο του βιβλίο. Τα βιβλία του έχουν τιμηθεί με κρατικά βραβεία, τα οποία κυκλοφορούν σε διάφορες χώρες του κόσμου ενώ συνολικά το έργο του στην παιδική, εφηβική και ενηλίκων λογοτεχνία είναι σε θέση να τον συστήσει από μόνο του χωρίς μαγικό τρόπο. Θα έλεγε κάποιος πώς είναι ο συγγραφέας που αγκαλιάζει κάθε πτυχή της Παιδικής Ψυχής από τότε έως σήμερα …
«Αφήγηση» και «Ο Φωκίων ήταν ελάφι» ήταν τα πρώτα saw συγγραφικά έργα αν δεν κάνω λάθος κ. Κοντολέων. Πόσο έχει αλλάξει ο τρόπος συγγραφής σας από τότε έως σήμερα;
Έχει αλλάξει και είναι λογικό κάτι τέτοιο μετά από 40 χρόνια συνεχούς συγγραφής. Τώρα το πόσο δεν μπορώ μήτε να το προσδιορίσω, μήτε και να το εντοπίσω με ακρίβεια. Φαντάζομαι πως έχει να κάνει με τον τρόπο που εγώ ο ίδιος ως άνθρωπος και ως αναγνώστης έχω αλλάξει. Πάντως, όταν το πρώτο μου βιβλίο «Ο Φωκίων ήταν ελάφι» κυκλοφόρησε ξανά πριν από κάποιους μήνες, με τον τίτλος «Ο Φωκίων ΔΕΝ ήταν ελάφι»  νομίζω πως έγινε σαφές σε όσους παρακολουθούν τη συγγραφική μου πορεία πως μπορεί η δομή της φράσης και τα σύμβολα να έχουν αλλάξει, αλλά παραμένει πάντα ο ίδιος προβληματισμός και η ίδιες θέσεις.
Περιγράφεται πάντα με τόση ευαισθησία τα ίδια τα παιδιά, με κάθε λεπτομέρεια τους και θίγεται πολύ σημαντικά θέματα κ. Κοντολέων που ίσως να μην τολμούσαν αρκετοί συγγραφείς. Ποια η σχέση σας με την παιδική ηλικία όλα αυτά τα χρόνια της πορείας σας, που οφείλεται αυτή;
Διατηρώ πάντα μια διαλεκτική σχέση με την παιδική ηλικία. Και έτσι γράφω με μια ενήλικη παιδικότητα. Δεν ξεχνώ τον τρόπο που βίωνα το κάθε τι ως παιδί, αλλά αυτό το ‘δεν ξεχνώ’ δεν παραμένει απλώς ως στοιχείο αναπόλησης, αλλά συνεχώς αναδημιουργεί και αναδημιουργείται από τις ενήλικες παραστάσεις και αντιδράσεις μου. Με άλλα λόγια δεν θέλω να διδάξω κάτι, θέλω όμως να το φωτίσω με τέτοιο τρόπο ώστε να ενδιαφέρει ενήλικες και παιδιά.
Ποιο είναι το πιο “δύσκολο” θέμα για το οποίο έχετε συγγράψει μέχρι στιγμής;
Δεν υπάρχει εύκολο ή δύσκολο θέμα. Θα έλεγα μάλιστα πως δεν είναι το όποιο θέμα που με δυσκολεύει, αλλά οι χαρακτήρες που πρέπει να πλάσω για να αναπτύξω το θέμα.
Ποιος να ήταν αυτός που θα ’θελε να βρει τον έρωτα πάνω στον κορμό μιας παπαρούνας τελικά κ. Κοντολέων;
Η παπαρούνα συμβολίζει το πάθος που για λίγο διαρκεί. Και το κάθε πάθος πρέπει σύντομα να χάνεται, διαφορετικά θα μετατρέπεται σε συνήθεια.  Με μια άλλη παρομοίωση θα έλεγα πως το πάθος είναι φυλλοβόλο δέντρο.
Υπάρχουν και άλλα δώρα που δεν ανοίξατε; Δώρα που κρύβουνε τις ευχές που αξιωθήκατε;
Σίγουρα… Ή μάλλον ελπίζω να υπάρχουν κι άλλα. Θα ήταν κρίμα να μην πάρω, αλλά και να μην δώσω, άλλα δώρα… Με αγαπήσανε πολλοί και τους θυμάμαι με ευγνωμοσύνη. Με αγαπούν πολλοί και χαίρομαι να είμαι μαζί τους. Μεγάλα δώρα που έχουν χαρίσει οι αναγνώστες μου. Ότι μπορούσα με όλη μου την καρδιά να προσφέρω σε ανταπόδοση τα έχω κρύψει μέσα στα βιβλία μου.
«Όταν είμαι -ή θέλω να είμαι- αισιόδοξος, τότε γράφω για παιδιά.
Όταν ονειρεύομαι μια επανάσταση, τότε γράφω για τους εφήβους.
Όταν φοβάμαι, τότε είναι που γράφω για τους ενήλικες. Κι όμως, τελικά… Τίποτε από εμένα δε φαίνεται.» Αυτή τη χρονική περίοδο τι  γράφεται κ. Κοντολέων με όλα αυτά που διαδραματίζονται γύρω μας; Δεν θα προσθέσετε κάτι από τα προσωπικά σας βιώματα;
Όχι ακόμα αυτά που ζούμε δεν έχω αποφασίσει να τα χρησιμοποιήσω σε ένα μου βιβλίο. Αλλά από την άλλη την ουσία όλων αυτών ήδη και εδώ και χρόνια τη συναντά κανείς στον πυρήνα βιβλίων μου όπως «Δε με λένε Ρεγγίνα, Άλεχ με λένε», «Ανίσχυρος άγγελος», «Ιστορία ευνούχου», «Ερτιλή Αγωγή», «Αμαρτωλή Πόλη», «Η Κασσάνδρα στη Μαύρη Άμμο». Ξέρετε πάντα μα απασχολούσε τόσο η ατομική όσο και η συνολική ευθύνη.
«Όσο πιο σύνθετες είναι οι καταστάσεις που ζούνε οι ήρωές σου, τόσο και πιο βαθιά πρέπει να χωθείς στο διάδρομο που θα σε οδηγήσει στο δωμάτιο της αυτογνωσίας. Τελικά, μετά από κάθε βιβλίο, έχω ανακαλύψει μία ακόμα κρυφή πτυχή του εαυτού μου.» Ποιες είναι οι κρυφές πτυχές σας τελικά κ. Κοντολέων;
Δεν έχω κρυμμένες πτυχές. Όλες σε κάποια βιβλία μου θα τις συναντήσετε. Όπως εγώ τις συνάντησα και τις κατανόησα πληρέστερα μέσα από βιβλία άλλων συγγραφέων. Για μένα τελικά αυτή είναι η λογοτεχνία -είτε τη διαβάζεις είτε τη γράφεις. Ανακάλυψη νέων πτυχών σκέψης, συναισθήματος, ιδεολογία. Και βέβαια πράξης.
Ένα αντικείμενο με το οποίο είστε συνδεδεμένος πέραν των βιβλίων σας;
Με πολλά. Αλλά τελικά έχω αρχίσει να τα μαζεύω όλα μέσα στη μνήμη μου. Από εκεί κανείς δεν μπορεί να μου τα πάρει. Θα τα πάρω εγώ μαζί μου.
Η συνέντευξη που έχετε πάρει στον εαυτό σας στο προσωπικό σας site αποτελεί μια εξαιρετική ιδέα για να σας γνωρίσουμε όλοι καλύτερα. Τι άλλο θα θέλατε να ρωτήσετε εσείς τον εαυτό σας;
Κάποτε έχω πει -και είναι κάτι που συνεχίζω και θα συνεχίσω να το λέω- πως γράφω για να ζω και ζω για να γράφω. Άρα ότι ρωτώ τον εαυτό μου και όποια απάντηση έχω βρει ή όχι, μέσα στα βιβλία μου υπάρχουν.
Κατά πόσο έχετε βοηθήσει την κόρη σας στο δικό της συγγραφικό έργο;
Δεν ξέρω τι εννοείται λέγοντας ‘βοήθεια’.  Εκείνο που μπορώ να τεκμηριώσω είναι πως ως γονιός μεγάλωσα μαζί με τη σύντροφό μου, και την Άννα και τον γιο μας τον Δομήνικο με κάποιες βασικές αρχές που έχουν να κάνουν με την ατομική αξιοπρέπεια, την συμμετοχή στα κοινά, στις αρχές γενικά του Διαφωτισμού. Τα παιδιά μας , καθώς τόσο εγώ όσο και η Κώστια, ζούμε μέσα στα βιβλία, μεγάλωσαν με τη συντροφιά τους και το καθένα με τον δικό του τρόπο και χρόνο δημιούργησε  μια προσωπική σχέση με τη λογοτεχνία. Καμαρώνω ως γονιός και ως παλαιότερος συγγραφέας κρίνω.
Aν έπρεπε να επιλέξετε μόνο ένα βιβλίο σας που με αυτό άλλαξε η κοσμοθεωρία σας ποιο είναι αυτό και με ποιον ήρωα σας ταυτίζεστε περισσότερο;
Και πάλι δεν μπορώ να ξεχωρίσω. Κάθε βιβλίο μου και μέρος, μικρό η μεγάλο, των ιδεών μου κρύβει. Κάθε ήρωάς μου μέρος από το Είναι μου έχει. Μαζί τους έζησα. Τους γέννησα και με κρατήσανε, με κρατούνε ζωντανό.
Τι σημαίνει για εσάς «Πηγή Παιδείας»;
Η Τέχνη, η Επιστήμη, η Ζωή. Με αυτή ή και με την ανάποδη σειρά. Εξαρτάται από τον τρόπο που ο καθένας αναζητά την Πηγή.
Ποια είναι τα επόμενα επαγγελματικά σας σχέδια, κατά πόσο θεωρείται ότι έχετε επιτύχει τους προσωπικούς και επαγγελματικούς αρχικούς σας στόχους;
Είμαι ευχαριστημένος, μάλλον αυτά που έχω κάνει με γεμίζουν. Θα μπορούσαν και να είναι σημαντικότερα. Θα μπορούσαν και να μην ήταν. Ανιστόρητο ότι κανείς κι αν υποθέσει. Συνεχίζω να γράφω. Βιβλία μου νέα είναι έτοιμα να κυκλοφορήσουν μόλις περάσει -και όποτε περάσει- η κρίση. Έχω ολοκληρώσει νέα. Σχεδιάζω άλλα… Αφού συνεχίζω να ζω, συνεχίζω και να γράφω.
Τι θα θέλατε να πείτε σε όλους του αναγνώστες σας για την κατάσταση αυτή που βιώνουμε σήμερα ή να τους δώσετε μια συμβουλή;
Ας κατανοήσουμε όλοι πως και την πιο απλή σκέψη, πράξη και απόφαση πρέπει να την αντιμετωπίσουμε ως πράξη πολιτική. Η Δημοκρατία -αν θέλουμε να ισχυριζόμαστε πως ζούμε σε δημοκρατικά πολιτεύματα- απαιτεί συνεχή εγρήγορση.
Θα θέλατε να κλείσουμε με μια φράση των βιβλίων σας;
Από το μυθιστόρημά μου «Η Κασσάνδρα στη Μαύρη Άμμο», διαλέγω τη φράση: Τα ταπεινά όνειρα των ταπεινών είχα μάθει να τα βοηθώ  να εκφραστούνε.
Θα θέλαμε να  σας ευχαριστήσουμε για αυτή την τόσο αληθινή συνέντευξη που μας παραχωρήσατε στο «Πηγή Παιδείας» και εγώ προσωπικά κ. Κοντολέων για το χρόνο σας και την προθυμία σας. Σας ευχόμαστε κάθε προσωπική και επαγγελματική επιτυχία, να συνεχίζετε να βάζετε το δικό σας λιθαράκι στο συγγραφικό περιβόλι.  Εύχομαι ολόψυχα μέσα από την διαρκή εξέλιξη της δουλειάς σας να συνεχίσετε να μας γεμίζετε με όμορφα συναισθήματα, ελπίδες και ταπεινά όνειρα ώστε την κατάλληλη στιγμή  να εκφραστούν…

Πρώτη ανάρτηση: Πηγή Παιδείας
https://pigipaideias.gr/2020/03/30/%CE%BC%CE%AC%CE%BD%CE%BF%CF%82-%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%AD%CF%89%CE%BD-o-%CE%AC%CE%BD%CE%B8%CF%81%CF%89%CF%80%CE%BF%CF%82-%CF%80%CE%BF%CF%85-%CE%B2%CF%81%CE%AF%CF%83%CE%BA%CE%B5%CE%B9/?fbclid=IwAR3fWahN7BW_hmGCpoHveRV6b1tY7Ewg1rqt1D5UXQ_WvWKMGwscFF3mCnw

19.3.20

Μάκης Τσίτας"Πέντε Στάσεις"


Μάκης Τσίτας
«Πέντε Στάσεις»
Μεταίχμιο


Μια γυναίκα αφηγείται τη ζωή της.
Η Τασούλα -γεννημένη σε επαρχία, λίγες δεκαετίες πριν το τέλος του 20ου αιώνα- θα μπορούσε να είχε ζήσει μια απλή ή ακόμα και μια περισσότερο εντυπωσιακή ζωή, αν δεν είχε κάνει λάθος επιλογή στον άντρα που θα γινότανε σύντροφός της.
Κι όμως δίπλα στον Θεόφιλο έζησε όλη της τη ζωή, μαζί του απέκτησε δυο παιδιά, από εκείνον γνώρισε κάθε είδους εξευτελισμούς  και βιοπραγίες.
Δεν εκμεταλλεύτηκε τη βοήθεια των γονιών της για να τον χωρίσει. Δούλευε σκληρά έξω και μέσα από το σπίτι τους. Δεν θέλησε τίποτε να στερηθούν τα παιδιά της. Μια γυναίκα απόλυτα αποκομμένη από την όποια κοινωνική δραστηριότητα. Όλη της η εμπειρία, η διαδρομή πέντε στάσεων με το λεωφορείο -όσο απείχε το σπίτι από το χώρο εργασίας της.
Και όλη της τη ζωή, η ίδια την αφηγείται στον αναγνώστη αυτού του ολιγοσέλιδου (75 σελίδες) βιβλίου.
Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση έχει μια δική της δυναμική και προκαλεί ένα έντονο συναίσθημα ταύτισης του αναγνώστη με το αφηγούμενο πρόσωπο.
Ακριβώς γιατί μπορεί εύκολα να συγκινήσει, απαιτεί αυστηρό έλεγχο στη χρήση λέξεων και εκφράσεων εκ μέρους του συγγραφέα, έτσι ώστε το τελικό αποτέλεσμα να ξεφεύγει από μια εύκολη ψυχογραφική καταγραφή, αλλά αντίθετα να καταφέρνει να φωτίσει το βάθος συναισθημάτων και ψυχολογικών τραυμάτων.
Παράλληλα η γλώσσα εκφοράς πρέπει να ταιριάζει απόλυτα με τα χαρακτηριστικά (μορφωτικά, κοινωνικά, ψυχογραφικά) του αφηγητή.
Η μεταπολεμική ελληνική λογοτεχνία έχει αρκετές καλές στιγμές της βασισμένες σε πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις (θυμίζω τα μυθιστορήματα «Ο Λούσιας» του Νίκου Χουλιαρά και «Το τρίτο στεφάνι» του Κώστα Χατζή, τα αφηγήματα του Γιώργου Ιωάννου, αλλά και άλλα).
Στους πλέον σύγχρονους συγγραφείς, η μορφή αυτή της αφήγησης δείχνει να είναι ιδιαιτέρως αγαπητή -ο Θωμάς Κοροβίνης θα έλεγα πως κυριαρχεί καθώς γλωσσικά ενδύεται τους τρόπους έκφρασης των ηρώων του (ιστορικών ή μη προσώπων).
Μα ασφαλώς και άλλοι σύγχρονοι έλληνες συγγραφείς χρησιμοποιούν την πρωτοπρόσωπη αφήγηση και ένας από αυτούς είναι και ο Μάκης Τσίτας.
Το έχω και με άλλες ευκαιρίες σημειώσει πως θεωρώ τον Τσίτα ως μια ιδιαίτερη περίπτωση στη λογοτεχνία μας.
Από το 1996 όπου κυκλοφορεί το πρώτο του βιβλίο (η συλλογή διηγημάτων «Πάτυ εκ του Πετρούλα») μέχρι σήμερα έχει εκδώσει 27 (αν καλά έχω μετρήσει) βιβλία, από τα οποία τα περισσότερα είναι για παιδιά. Αυτά τα έργα είναι συνήθως ολιγοσέλιδα και εικονογραφημένα και αρκετά από αυτά γραμμένα σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση. Με άλλα λόγια ξέρει να χρησιμοποιεί και με επιτυχία την εκφορά λόγου ενός παιδιού για να φωτίσει όχι μόνο την ανήλικη πρόσληψη αλλά και την υποδόρια  παρουσία του ενήλικα μέσα στην παιδική καθημερινότητα.
Την ίδια στιγμή, το βασικό του έργο για ενήλικες, το «Μάρτυς μου ο Θεός», έχει κερδίσει το Βραβείο Λογοτεχνίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης του 2014 και έχει έως τώρα μεταφραστεί σε πολλές ευρωπαϊκές γλώσσες γιατί έχει εκτιμηθεί η αφηγηματική του ικανότητα να αφήσει τον κεντρικό του ήρωα -ένα ιδιαίτερο τύπο νεοέλληνα- να μιλά αβίαστα και κάτω από τις καθαρά ατομικές και ψυχολοπαθολογικές του στρεβλώσεις.
Τηρουμένων, λοιπόν, των αναλογιών και όπως προσωπικά δεν διαχωρίζω με στεγανά τη λογοτεχνία που απευθύνεται σε παιδιά από εκείνη που στρέφεται προς τους ενήλικες, πιστεύω πως ο Μάκης Τσίτας είναι μαζί με τον Κοροβίνη οι δυο σύγχρονοι συγγραφείς μας που όχι μόνο στηρίζουν το έργο τους στις απαιτητικές  δομές αυτού του τρόπου αφήγησης, αλλά και ολοένα τις διευρύνουν.
                                      **********
Αλλά πέρα από την καθαρή λογοτεχνική προσέγγιση που μπορεί κανείς να κάνει με τα κείμενα αυτής της κατηγορίας, θα πρέπει να τα δει και ως ένα είδος γραφής το οποίο κατά κάποιο τρόπο ενώνει τον πεζογραφικό με τον θεατρικό λόγο.
Δεν γνωρίζω επακριβώς τους λόγους για τους οποίους ολοένα και περισσότερα ελληνικά θεατρικά έργα στηρίζονται σε μονολόγους -υποψιάζομαι πως αυτό μπορεί να είναι και μια απόρροια της οικονομικής κρίσης των τελευταίων ετών.
Σε κάθε περίπτωση πάντως παρακολουθούμε συχνά γνωστούς ηθοποιούς και όχι μόνο να συμμετέχουν σε έργα μονοπρόσωπα και να ερμηνεύουν πάνω στη σκηνή ότι λίγο πριν ή λίγο μετά θα το δούμε να έχει πάρει και την τυπωμένη μορφή βιβλίου.
Πολύ ενδιαφέρουσα αυτή η συνύπαρξη και ομολογώ πως αξίζει κάποιος θεωρητικός  της λογοτεχνίας να αναζητήσει το κατά πόσο η προοπτική ενός λογοτεχνικού μονολόγου να μεταμορφωθεί σε θεατρικό μονόλογο  έχει επηρεάσει την αρχική του σύλληψη.
Το «Μάρτυς μου ο Θεός» έχει μεταφερθεί με μεγάλη επιτυχία στη σκηνή, αφού όμως το μεγάλο μέγεθος του κειμένου, προσαρμόστηκε στις χρονικές απαιτήσεις μιας θεατρικής παράστασης.
Η νουβέλα «Πέντε Στάσεις» πρόκειται κι αυτή να μεταφερθεί στο θέατρο -μας ενημερώνει το οπισθόφυλλο του βιβλίου. Το μέγεθός της τής επιτρέπει χωρίς περικοπές να μεταφερθεί στη σκηνή -άραγε η πρόθεση του Τσίτα όταν έγραφε αυτό το κείμενο ήταν η δημιουργία πεζογραφήματος και θεατρικού μονολόγου ταυτόχρονα;
Η αυθόρμητη ροή του λόγου της Τασούλας, τα όσα σταδιακά μας αποκαλύπτει, αλλά και όσα από την αρχή έχει αποφασίσει να τα κρατήσει στη σκιά των δικών της αναστολών, με κάνει να πιστεύω πως η ερμηνεία αυτού του ρόλου θα είναι μια πρόκληση προς τη ηθοποιό που θα την ερμηνεύσει.
Ως αναγνώστης πάντως, θέλω να ομολογήσω πως η εξομολόγησή της με έκανε από τη μια να συμπάσχω μαζί της και από την άλλη να τρομάξω  τόσο με μια κοινωνία που της αρέσει να υποκρίνεται, αλλά και με τα άτομα εκείνα που δεν θέλουν ή δεν τολμούν να επαναστατήσουν.
Η τελευταία περιγραφή της σχέσης αυτού του τόσο αρρωστημένου ζεύγους Τασούλας και Θεόφιλου, μας φανερώνει πως από ένα σημείο και μετά το θύμα και ο θύτης ταυτίζονται και ίσως και να ανταλλάσσουν τους ρόλους τους.
Αυτό είναι μια επιτυχία του συγγραφικού νυστεριού. Κι άλλωστε -ας το αναγνωρίσουμε- τις περισσότερες φορές ο συγγραφέας προηγείται του ψυχαναλυτή.


18.3.20

Ένας γλάρος η φωνή των στοχασμών...

Η Τέσυ Μπάιλα  έγραψε στο Book Press





Το τρίτο βιβλίο της σειράς ελεύθερων διασκευών κλασικών έργων από τον Μάνο Κοντολέων, κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πατάκη. Μετά τα εξαιρετικά Ζήσε όπως ο Δον Κιχώτης και Το βιβλίο της ζωής του Μεγάλου Γαργαντούα, αυτή τη φορά ο Κοντολέων καταπιάνεται με τη διασκευή του μεσαιωνικού θρύλου του Τριστάνου και της Ιζόλδης, βασισμένος στα βιβλία των Μπερούλ και Ζοζέφ Μπεντιέ.

Ο Μάνος Κοντολέων αγκαλιάζει ξανά τους λογοτεχνικούς ήρωες που τον σημάδεψαν με τις περιπέτειές τους από παιδί και επαναπροσδιορίζοντάς τους, καταφέρνει να τους παρουσιάσει στους αναγνώστες της σημερινής εποχής, χαρίζοντάς τους ένα ολόφρεσκο νέο πρόσωπο, πλήρως προσαρμοσμένο στις σημερινές αναγνωστικές απαιτήσεις, ζυμωμένο εντούτοις με τα χαρακτηριστικά της κλασικής τους νιότης.

Με αυτή τη σειρά βιβλίων του, ο Μάνος Κοντολέων αγκαλιάζει ξανά τους λογοτεχνικούς ήρωες που τον σημάδεψαν με τις περιπέτειές τους από παιδί και επαναπροσδιορίζοντάς τους, καταφέρνει να τους παρουσιάσει στους αναγνώστες της σημερινής εποχής, χαρίζοντάς τους ένα ολόφρεσκο νέο πρόσωπο, πλήρως προσαρμοσμένο στις σημερινές αναγνωστικές απαιτήσεις, ζυμωμένο εντούτοις με τα χαρακτηριστικά της κλασικής τους νιότης. Πρόκειται για εκείνα τα χαρακτηριστικά τα οποία έγιναν οι βάσεις για αρκετές μελλοντικές ιστορίες και ενέπνευσαν συγγραφείς και αναγνώστες. Και το κάνει με ξεκάθαρη τη συνείδηση πως, ιδιαίτερα στη σημερινή εποχή, είναι ανάγκη να προωθηθούν τα κλασικά κείμενα που προάγουν οικουμενικές αξίες και καθόρισαν τον παγκόσμιο πολιτισμό αντέχοντας στην πάροδο του χρόνου και μεταφέροντας σημαντικές αξίες, όπως η αγάπη, η πίστη, η αφοσίωση, η επαναστατικότητα, η φιλία, η ελπίδα και η αισιοδοξία, το πάθος, ο έρωτας, η απόλυτη αγάπη.

Επιλέγοντας τον συγκεκριμένο θρύλο ο Κοντολέων ανασυνθέτει εκ νέου μια γοητευτική ιστορία, χρησιμοποιώντας υλικό τόσο από τα τμήματα του έργου που διασώθηκαν από τον Μπερούλ όσο και από το έργο του Μπεντιέ, του Γάλλου μελετητή του Μεσαίωνα.

Δικαίως η ιστορία αυτή χαρακτηρίζεται πρόδρομος του ρομαντισμού και των σαιξπηρικών έργων. Το σίγουρο είναι ότι η διαχρονική της αξία είναι αποδεδειγμένη, καθώς ανατέμνει την αγάπη και τον έρωτα με τον τρόπο που τραγουδήθηκε από τους τροβαδούρους στους Γάλλους ιππότες του 11ου αιώνα και διαμορφώθηκε κατά τον 12ο και 13ο αιώνα όταν διασώθηκαν αποσπάσματά της. Ο Κοντολέων όμως δεν ξαναγράφει την ίδια ιστορία. Με μια ευρηματικότατη επινόηση και πάλι επιστρατεύει τον αφηγητή της ιστορίας που δεν είναι άλλος από ένα γλαροπούλι που ίπταται πάνω από τις βραχώδεις ακτές της Κορνουάλης και τις Ιρλανδίας.

«Λίγες είναι οι γαλήνιες, οι αμμουδερές ακτές της Κορνουάλης – οι περισσότερες είναι άγριες. Βράχια υψηλά, συχνά απόκρημνα υποδέχονται υπεροπτικά τα κύματα, ενώ δυνατοί αέρηδες χαράζουν πάνω τους θρύλους των ανοιχτών θαλασσών.
Κι ολόγυρα ύφαλοι και ξέρες που ύπουλα καραδοκούν να πέσει πάνω τους κάποιο καράβι, να τσακιστεί, να βυθιστεί…»

Ο γλάρος, λοιπόν, γίνεται η φωνή των στοχασμών του συγγραφέα. Στα δικά του φτερά εναποθέτει τις προσωπικές του σκέψεις και αγωνίες και φωτίζει όλα όσα καθόρισαν τα συναισθήματα, τις σκέψεις και τις πράξεις των ηρώων του έργου.

Η γλωσσική αισθητική του Μάνου Κοντολέων είναι για μια ακόμη φορά η προσωπική του σφραγίδα στο συγκεκριμένο βιβλίο, όπως και σε κάθε βιβλίο του. Ο βραβευμένος συγγραφέας πατάει πάνω στον μεσαιωνικό θρύλο αλλά γράφει μια εντελώς νέα ιστορία με τον διακριτό ζεστό αφηγηματικό του τόνο, επιλέγοντας με τρυφερότητα τις λέξεις και τις φράσεις που θα δώσουν φωνή στους ήρωες αλλά και στον γλάρο, το πουλί της ελευθερίας που ενίοτε περιγράφει σκωπτικά όσα βλέπει στις μακρινές ακτές των οριζόντων. Η λυρικότητα και ο γλωσσικός πλούτος έλκουν τον αναγνώστη κάθε ηλικίας και χαρακτηρίζουν το έργο.

Πέρα από τον έρωτα δυο ανθρώπων και το πάθος που γίνονται αφετηρία για την αναγνωστική πορεία, ο Κοντολέων σκύβει με αγάπη –αυτό είναι βέβαιο– στους ήρωές του και μετατοπίζει τον πυρήνα της αφήγησής του στις απόψεις των γλάρων, δίνοντας ένα έργο βαθιά ανθρώπινο και ζεστό με έναν σαφή τόνο διαφορετικότητας από τον κλασικό θρύλο. Παράλληλα, η αναγνωστική διαδικασία γίνεται η αφορμή για τις περιπλανήσεις του νου στις εξελίξεις μιας τόσο τρυφερής ιστορίας που μπορεί να διαβαστεί –είτε κανείς γνωρίζει τον μεσαιωνικό θρύλο είτε όχι– με ενδιαφέρον και ενάργεια από τον σύγχρονο αναγνώστη.

«Περίεργα πουλιά εμείς οι γλάροι. Περίεργος είμαι. Κουρνιάζω, παρατηρώ, ακούω. Κάπως έτσι μαθαίνουμε εμείς –τα πετούμενα που αγαπούν τη θάλασσα– εσάς τους ανθρώπους. Και σας ξέρουμε καλά – πιστέψτε με!
Αν θέλετε να μάθετε την ιστορία ενός τόπου, τα πάθη και τα όνειρα όσων τον κατοικούνε, ελάτε σε μας… Ζητήστε να σας τα πούμε όλα.
Τίποτε δε θα μάθετε, αν εμείς δε θέλουμε να σας το πούμε.
Κι αν πάλι κάτι –με ένα πιο χαμηλότονο, ας πούμε, κρώξιμο– σας εμπιστευθούμε… Μην μας πιστέψετε… Μπορεί και να σας ξεγελάμε…»

Έμπειρος δημιουργός ο Κοντολέων με σύνεση και κυρίως με υπευθυνότητα καταθέτει ένα άρτιο και γοητευτικό αποτέλεσμα το οποίο κοσμεί η εξαιρετική εικονογράφηση της Βάσως Ψαράκη και ξανασυστήνει στους αναγνώστες του αγαπημένους ήρωες της παγκόσμιας λογοτεχνίας, μέσα από μια δροσερή και ολοσδιόλου σύγχρονη οπτική, κάνοντας τον να αναρωτιέται ποιος θα είναι ο επόμενος ήρωας αυτής της σειρά που θα επιλέξει στο μέλλον.

Πρώτη ανάρτηση: https://www.bookpress.gr/kritikes/biblia-gia-paidia-efibous/beroul-patakis-tristanos-kai-izoldi-mpaila?fbclid=IwAR1y2ehCNH0XVaXNwpQ46YXRZxikWj4ZdfG2sTXgVgCT1YCdta140LC1bCI

ΘΑΜΜΕΝΟΣ ΖΩΝΤΑΝΟΣ Μια ιστορία του καιρού μας


Άρνολτντ Μπέννετ

ΘΑΜΜΕΝΟΣ ΖΩΝΤΑΝΟΣ
Μια ιστορία του καιρού μας

Μετάφραση: Μαργαρίτα Ζαχαριάδου
Επίμετρο: Ελένη Κεχαγιόγλου

Εκδόσεις Πατάκη

 alt

Λονδίνο, αρχές του 20ου αιώνα.
Ο διεθνούς φήμης ζωγράφος Πρίαμ Φαρλ κηδεύεται στον Αβαείο του Ουέστμινστερ.
Μα μετά από λίγα χρόνια ένας συλλέκτης ανακαλύπτει πως κάποιος συνεχίζει να ζωγραφίζει πίνακες που αν και δεν έχουν καμιά υπογραφή, εντούτοις είναι ολοφάνερο πως έχουν δημιουργηθεί από τον νεκρό καλλιτέχνη.
Και τότε ένα σκάνδαλο ξεσπά και…
Και πάνω σε αυτό το εύρημα ο βρετανός συγγραφέας Άρνολντ Μπέννετ (1867 -1931) στήνει το μυθιστόρημα του «Θαμμένος ζωντανός» και βρίσκει την ευκαιρία να αντιμετωπίσει ζητήματα όπως αυτά της ταυτότητας της καλλιτεχνικής δημιουργίας, της ελευθερίας του ατόμου μέσα σε μια αυστηρά δομημένη κοινωνία, τις διαφορές μεταξύ του ‘είναι’ και του ‘φαίνεσθαι’, των επιδράσεων της πληροφορίας πάνω στην αλήθεια.
Ο Μπέννετ υπήρξε ένας από τους πλέον δημοφιλείς συγγραφείς στην εποχή  του. Έχει γράψει μυθιστορήματα, διηγήματα, κριτικές, θεατρικά
-κυριάρχησε στα λογοτεχνικά δρώμενα τόσο στην Μεγάλη Βρετανία όσο και στις ΗΠΑ, κατά τη διάρκεια των πρώτων δεκαετιών του περασμένο αιώνα.
Σήμερα, αν και συγγραφείς όπως ο Μπόρχες, έχουν δηλώσει τον θαυμασμό τους για τα έργα του, είναι ένας μάλλον λησμονημένος συγγραφέας. Ίσως γιατί εκπροσωπούσε μια ‘απλή’ λογοτεχνία, ένα είδος που βρέθηκε στο στόχαστρο μιας πιο ‘περίπλοκης’ γραφής (έντονη και μακροχρόνια ήταν η αντιπαλότητα του με τον Γουλφ).
Το μυθιστόρημα «Θαμμένος ζωντανός – Μια ιστορία του καιρού μας» θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ένα καθαρό δείγμα αγγλικού χιούμορ και καυστικής σάτιρας κοινωνικών συμβάσεων.
Παράλληλα είναι και ένα μυθιστόρημα χαρακτήρων, αλλά με τέτοιο τρόπο καταγεγραμμένων ώστε το μείγμα χιούμορ και κοινωνικής κριτικής να αποτελεί το κεντρικό κύτταρο της ύπαρξης του καθενός τους.
Ασφαλώς το βάρος το αναλαμβάνει ο ήρωας – ο Πρίαμ Φαρλ με μια απόλυτη φυσικότητα διεκδικεί το δικαίωμα του να είναι απόλυτα κυρίαρχος των αποφάσεών του και να αναγνωρίζεται όχι από τις επίσημες ταυτότητες, αλλά από τα απολύτως δικά του χαρακτηριστικά του έργου του. Δεν ζωγραφίζει για να αναγνωριστεί από τους άλλους, αλλά για να εκφράσει την ίδια την ύπαρξή του. Και έτσι αποκτά την πλήρη ελευθερία πράξεων και συναισθημάτων.
Δίπλα του, ο Μπέννετ δημιουργεί μια από τις πλέον εντυπωσιακές ηρωίδες μυθιστορημάτων. Η Άλις Τσάλλις, σύζυγος του Φαρλ (όταν πλέον αυτός έχει ενστερνισθεί την προσωπικότητα του νεκρού υπηρέτη του) είναι μια γυναίκα της μεσαίας τάξης, με ξεκάθαρες απόψεις και την αποφασιστική ικανότητα να ζει το σήμερα χωρίς περιμετρικές ψυχολογικές ταλαντεύσεις.
Αποδέχεται τον άλλον  γι αυτό που ο ίδιος θέλει να είναι, μα και η ίδια διεκδικεί το χώρο της στην έκφραση των συναισθημάτων της.
Αν ο Φερλ εκπροσωπεί την ανεξάρτητη μια και ευάλωτη στάση του καλλιτέχνη, η Άλις αντιπροσωπεύει την επίσης ανεξάρτητη αλλά στη δική  της περίπτωση στέρεα γνώση του τρόπου διεκδίκησης.
Η συνύπαρξη των δυο αυτών χαρακτήρων απογειώνει κυριολεκτικά το έργο και μαζί με τα άλλα πρόσωπα (τα περισσότερα  καλοφτιαγμένοι εκπρόσωποι της αγγλικής μέσης , κυρίως όμως της ανώτερης τάξης) συμβάλλουν στη δημιουργία μιας αναγνωστικής απόλαυσης, ενώ επιβεβαιώνουν πως το «Θαμμένος ζωντανός» είναι αληθινά μια ‘Ιστορία του καιρού μας’.
Η μεταφορά του μυθιστορήματος στη γλώσσα μας είναι απόλυτα επιτυχημένη. Η μετάφραση της Μαργαρίτας Ζαχαριάδου καταφέρνει να μεταφέρει σε ρέοντα ελληνικά όλο το αγγλικό ύφος του πρωτοτύπου.
Ιδιαιτέρως κατατοπιστικό και το αναλυτικό επίμετρο της Ελένης Κεχαγιόγλου (διευθύντρια και της όλης σειράς) που μας γνωρίζει τη ζωή και το έργο ενός κλασικού άγγλου δημιουργού του 20ου αιώνα.

 (Πρώτη ανάρτηση:      https://www.bookpress.gr/kritikes/xeni-pezografia/bennett-arnold-patakis-thammenos-zontanos-mia-istoria-tou-kairou-mas-kontoleon?fbclid=IwAR0OAurptj0VIr_BhGq4MQt_M7HDKWawPNf1REZQOi_9RF8vTdZkDoFju5k    )                                                                                                        


Το χνούδι της λεύκας


Θεόφιλος Ελευθεριάδης
«Το χνούδι της λεύκας»
Ιστορικό μυθιστόρημα

Εκδόσεις Λεξίτυπον

                                   

Ο Θεόφιλος Ελευθεριάδης γεννήθηκε (1960), ζει και εργάζεται ως κτηνίατρος στην Καβάλα.
Είναι συγγραφέας τεσσάρων ιστορικών μυθιστορημάτων. Το πρώτο κυκλοφόρησε το 2004, το τελευταίο τις πρώτες μέρες του 2020.
Η συγγραφή τεσσάρων πολυσέλιδων ιστορικών μυθιστορημάτων μέσα σε 16 χρόνια, ενώ παράλληλα εξασκείται ένα άλλο επάγγελμα, αυτομάτως αποτελούν ένα γεγονός που σε κάνει να στρέψεις την προσοχή σου στον δημιουργό τους.
Το ιστορικό μυθιστόρημα είναι ένα ιδιαίτερα απαιτητικό  είδος μιας και απαιτεί πέρα από τις ικανότητες να περιγράψεις μια εποχή που ο ίδιος δεν την έχεις ζήσει (να σημειωθεί στο σημείο αυτό πως ως ιστορικό θεωρείται εκείνο το μυθιστόρημα όπου η απόσταση που χωρίζει τα αφηγούμενα από την εποχή συγγραφής τους είναι από 50 χρόνια και πάνω) παράλληλα και  να έχει προηγηθεί διεξοδική έρευνα σε ποικίλες πηγές (ιστορίας, κοινωνιολογία, ανθρωπολογίας κ.α.)
Το εγχείρημα γίνεται ακόμα πιο δύσκολο αν η χρονική περίοδος που εξελίσσεται η μυθιστορηματική δράση είναι ιδιαιτέρως απλωμένη και το ίδιο να συμβαίνει και στο χώρο -πιο σωστά- στους χώρους όπου τα διάφορα γεγονότα διαδραματίζονται.
Τα μυθιστορήματα του Ελευθεριάδη και τις δυο αυτές απαιτήσεις τις αντιμετωπίζουν και μάλιστα με μεγάλη αποτελεσματικότητα.
Θα έλεγα μάλιστα πως θα μπορούσαν  να χαρακτηριστούν όχι μόνο ως ιστορικά αλλά και ως ταξιδιωτικά.
Άλλοτε η περίοδος των Ελληνιστικών Χρόνων, άλλοτε η Φραγκοκρατία, άλλοτε τα Προϊστορικά και Μυκηναϊκά Χρόνια -είναι οι εποχές των τριών πρώτων μυθιστορημάτων.
Στο τελευταίο,  η περίοδος είναι τα χρόνια της Αναγέννησης και ο χώρος… Από τις άκρες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στην Ιβηρική Χερσόνησο και στην Ιταλία, κι από εκεί στην Άπω Ανατολή και στην Ιαπωνία.
Ο Ελευθεριάδης συνηθίζει να ‘στήνει’ ένα κεντρικό πρόσωπο -άντρα πάντα- που μέσα από τις δίνες προσωπικών περιπετειών αλλά και ιστορικών αναταράξεων βιώνει και ως ένα βαθμό εκφράζει την εποχή του.
Όπως, λοιπόν, και στα προηγούμενα τρία μυθιστορήματα, έτσι και εδώ στο ‘Χνούδι της Λεύκας’ ο αναγνώστης ταυτίζεται με τον κεντρικό ήρωα και μαζί του ταξιδεύει, γνωρίζει, πάσχει… Στην ουσία βυθίζεται στην εποχή καθώς οι περιγραφές διαπροσωπικών σχέσεων, πολιτικών καταστάσεων, κοινωνικών και οικονομικών συνθηκών, ηθών και εθίμων και πλούσια προσφέρονται, αλλά και ολοζώντανα περιγράφονται.
Ο Θεόφιλος Ελευθεριάδης -ο ίδιος δηλώνει πως έχει ιδιαίτερα μελετήσει Στωικούς φιλοσόφους και Επίκουρο- αναζητά το αποτύπωμα του ανθρώπου καθώς από τη μια σφραγίζει την εποχή του και από την άλλη χαρακτηρίζεται από αυτήν. Θέλει να δει την πορεία του ενός, δίπλα στα πάθη των πολλών.
Οι χαρακτήρες του -ένα ακόμα ζητούμενο του ιστορικού μυθιστορήματος- πείθουν τον αναγνώστη για την αλήθεια τους.
Αν και μπορεί ίσως κάποιος να σκεφτεί πως ο κεντρικός χαρακτήρας του έργου  συχνά δείχνει να διαθέτει στοιχεία υπερήρωα, εντούτοις με τίποτε δεν μπορεί να κατηγορηθεί ως ψεύτικος ή εκτός της εποχής του.
Ιδιαίτερος συγγραφέας ο Θεόφιλος Ελευθεριάδης. Θεωρώ πως το κοινό και η κριτική δεν τον έχουν ανακαλύψει όσο θα του άξιζε.
Τα έργα του έχουν δομή, δράση, τεκμηρίωση. Σαφώς και δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν ως ένα επιφανειακό ιστορικό ανάγνωσμα.
Αν  κάτι θα μπορούσε κανείς να του προσάψει ως προς την μυθιστορηματική σύνθεση είναι πως οι περιγραφές των γεγονότων είναι ιδιαιτέρως λεπτομερείς.
Αλλά από την άλλη αυτός είναι -πιστεύω- και ο στόχος του Ελευθεριάδη. Να αποδείξει πως όσο το άτομο επιδρά πάνω στην εποχή του, δυο φορές περισσότερο αυτή το διαμορφώνει. Και τελικά η πολυπόθητη ισορροπία του ατόμου  μέσα στο Σύμπαν επιτυγχάνεται. Στην ουσία διαβάζει και αναπλάθει την Ιστορία κάτω από μια βιωμένη γνώση του Στωικισμού και των θέσεων του Επίκουρου.

 (Πρώτη ανάρτηση: https://www.fractalart.gr/to-chnoydi-tis-leykas/ )




8.3.20

Άλκη Ζέη -μια πρώτη κοινωνική αποτίμηση του έργου της




Με το βιολογικό τέλος ενός συγγραφέα, ολοκληρώνεται και τελεσίδικα το συγγραφικό του έργο.
Αυτό συμβαίνει και με την περίπτωση της Άλκης Ζέη, της οποίας το τελευταίο μυθιστόρημα κυκλοφόρησε λίγο πριν τον θάνατό της.
Ποια είναι τα δομικά χαρακτηριστικά που καθορίζουν ένα συγγραφικό προφίλ έτσι όπως εισπράττεται από το αναγνωστικό κοινό;
Μέσα στα πλαίσια ενός σύντομου σημειώματος, όπως αυτού εδώ, θα επέλεγα: την ιδεολογία, τη γραφή και την κοινωνική παρουσία.
Η ιδεολογία της Ζέη υπήρξε εκείνη της Ανανεωτικής Αριστεράς. Όταν λίγο πριν την επιβολή της Δικτατορίας κυκλοφορεί το πρώτο της μυθιστόρημα –«Το καπλάνι της βιτρίνας»- το όλο κλίμα ξεκινά να είναι γόνιμο να δεχτεί μια αριστερή ματιά να διαπερνά ένα κείμενο που με απλότητα την υποστηρίζει και μάλιστα να αποφασίζει πως αυτό το μυθιστόρημα μπορεί κάλλιστα να ενταχθεί στο είδος της Λογοτεχνίας για Παιδιά.
Έτσι -το 1963 ήταν- η Ζέη αποκτά το πρώτο δομικό στοιχείο που θα χαρακτηρίζει το έργο της.
Η γραφή -το δεύτερο δομικό υλικό- κι αυτή από το «Καπλάνι της βιτρίνα» καταθέτει μια νεωτερικότητα.  Είναι η μέσω της ματιάς ενός παιδιού κριτική της υποκρισίας του ενήλικου κόσμου, αλλά και ο φωτισμός των αξιών με τις οποίες θα πρέπει να διαμορφώνονται οι συνειδήσεις. Ο όποιος διδακτισμός έχει εξαφανιστεί και μαζί με αυτόν και η ασφυκτική αυτολογοκρισία.  Και ασφαλώς μια τέτοια γραφή ενώνεται με το πρώτο δομικό στοιχείο -την ιδεολογία- και έτσι πλέον η ουσία του λογοτεχνικού έργου με σφαιρικότητα παγιώνεται.
Υπενθυμίζω πως όλα αυτά ξεκινούν μέσα στη σύντομη Χαμένη Άνοιξη του ’60 και θα αποκτήσουν την απόλυτη υποστήριξη ενός πλατύτεροι κοινού από τα χρόνια της Μεταπολίτευσης και μετά.
Ως προς το τρίτο δομικό στοιχείο, θα ήθελα να θυμηθούμε τα πρώτα σαράντα περίπου χρόνια του 20ου αιώνα . Αν τότε, λοιπόν, η αστική /βενιζελική κοινωνική, πολιτική και πολιτιστική ελίτ αναγνώριζε στο έργο και στο πρόσωπο της Πηνελόπη Δέλτα μια  ηγετική φυσιογνωμία στο χώρο της λογοτεχνίας για παιδιά, η αντίστοιχη ελίτ της Ανανεωτικής Αριστεράς μα και των ευρύτερων  Δημοκρατικών Δυνάμεων   της μεταπολίτευσης και της δεκαετίας του ’80 συνάντησε την συγγραφική ενσάρκωση των απόψεών της στο λογοτεχνικό αυτό πεδίο, στο πρόσωπο της Ζέη (και ασφαλώς και της Ζωρζ Σαρή)
Παράλληλα, όπως η Δέλτα, έτσι και οι Ζέη και Σαρή μαζί με την ποιότητα του έργου τους διέθεταν και ένα αναγνωρίσιμο κοινωνικό εκτόπισμα. Η Δέλτα μεγαλοαστή και φίλη πνευματικών αναμορφωτών, οι Ζέη – Σαρή μέλη μιας ευρείας ομάδας αριστερών και μετέπειτα βασικών διαμορφωτών της ελληνικής πολιτικής και πολιτιστικής σκηνής.
Δεν είναι τυχαίο πως και οι τρεις αυτές γυναίκες αναγνωρίστηκαν ως ισότιμες συγγραφείς με εκείνες και εκείνους που, την ίδια περίοδο, έγραψαν λογοτεχνία για ενήλικες και μόνο.
Τα τρία, λοιπόν,  δομικά χαρακτηριστικά που προανέφερα, έχουν πληρέστατα εκφραστεί στην περίπτωση της Ζέη. Και με αυτών την ύπαρξη η Άλκη και μαζί της οι ηρωίδες και οι ήρωές της  έχουν πάρει την σημαντική θέση που δικαιωματικά τους ανήκει όχι μόνο στην παιδική αλλά και στην γενικότερη ελληνική λογοτεχνία του 20ου αιώνα.
(Πρώτη δημοσίευση στο ένθετο "Πρόσωπα" της εφημερίδας "Τα Νέα", 7/3/2020)