21.6.20

Μια συμβολική ταυτόχρονη κυκλοφορία δυο κεντρικών βιβλίων μου «Οι Δίδυμοι Ήλιοι της Ποντικούπολης» - «Ερωτική Αγωγή»






Εδώ και 41 χρόνια που δήλωσα ‘παρών’ στην ελληνική λογοτεχνία,
με σταθερή συνέπεια, γράφω βιβλία για παιδιά και για ενήλικες.
Με συνειδητή συγγραφική επιλογή, στην ουσία δεν διαχωρίζω, ως προς το περιεχόμενο και τη δυναμική τους, τα κείμενα μου που ανήκουν στις δυο αυτές κατηγορίες.
Η επανακυκλοφορία μέσα στο 2020 δύο από τα πλέον χαρακτηριστικά έργα μου των δύο αυτών κατηγοριών από τις Εκδόσεις Πατάκη επισημαίνει μια ουσιαστική παράμετρο της λογοτεχνικής δημιουργίας που εκφράζει την αντιστοίχιση κάθε έργου
με την εποχή συγγραφής του.
Τα λογοτεχνικά έργα έχουν ημερομηνία γέννησης και γι’ αυτό και ανήκουν σε εποχές ιδεολογικών αναζητήσεων.
Το 1979 που κυκλοφόρησε η Ποντικούπολη, ξεκινούσε η μεγάλη και πολλαπλά σημαντική περίοδος της μεταπολίτευσης, με την οποία και στην ουσία θα έκλεινε ο 20ός αιώνας για τη χώρα μας.
Το 2003 που κυκλοφόρησε η Ερωτική αγωγή, μόλις είχε πλέον κλείσει αυτός ο αιώνας και ξεκινούσε ο προβληματισμός για το προς τα πού θα οδεύσει ο νέος.
Τόσο ως συγγραφέας όσο και ως ένας άνθρωπος της εποχής μου
θέλησα να σταθώ απέναντι στις προκλήσεις και τους προβληματισμούς τόσο του τέλους όσο και της αρχής.
Όσο κι αν είναι εντελώς διαφορετικά κείμενα, αυτά τα δύο βιβλία τούτο το δίπολο «τέλους-αρχής» σηματοδοτούν και παράλληλα καταθέτουν τις προσωπικές μου θέσεις και ανησυχίες, οι οποίες όλα αυτά τα χρόνια παραμένουν οι ίδιες και πάντα επίκαιρες.
Με άλλα λόγια, αυτά τα δύο βιβλία μου αποτελούν σταθμούς στην πολυετή καριέρα μου αλλά και επίσης κεντρικά σημεία ενός πολυδύναμου κοινωνικού αλλά και λογοτεχνικού προβληματισμού.
Στην ουσία μιλάμε για δύο καθαρώς πολιτικά λογοτεχνικά έργα. Και έτσι η ταυτόχρονη επανακυκλοφορία τους επιβεβαιώνει και
την παράλληλη και ισότιμη παρουσία μου στους χώρους της
λογοτεχνίας και για παιδιά και για ενήλικες.
Με τη νέα τους εκδοτική εμφάνιση, το μεν ένα –Οι δίδυμοι ήλιοι της Ποντικούπολης– έχει πάρει μια εντελώς καινούρια μορφή, προσαρμοσμένη σε πλέον ώριμες τεχνικές
χρησιμοποίησης της φαντασίας, ενώ το άλλο –Ερωτική αγωγή– διατηρεί όλο τον αρχικό προβληματισμό πάνω στο μέλλον μιας κοινωνίας που μετατρέπει τον Έρωτα σε Ερωτισμό και το άτομο από δημιουργό συναισθήματος σε καταναλωτή παρορμήσεων.
Στην ουσία έχουμε μια συμβολική πράξη εκδοτικής και συγγραφικής συνύπαρξης διαφορετικών αναγνωστών, διαφορετικών λογοτεχνικών ειδών, αλλά κοινών προβληματισμών και προτάσεων για λύσεις.
Θεωρώ πως σήμερα μια τέτοια απόφαση έχει τη δική της σημασία και τουλάχιστον την όφειλα προς εκείνον τον νέο συγγραφέα που ξεκινούσε -πριν από 41 χρόνια-  μια καριέρα από την οποία πήρε πολλές χαρές και εμπλουτίστηκε με πάρα πολλές εμπειρίες.

9.6.20

Ευγενία Φακίνου «Γράμματα στη Χιονάτη»


Ευγενία Φακίνου
«Γράμματα στη Χιονάτη»
Εκδόσεις Καστανιώτη

            


Μια ηλικιωμένη γυναίκα φτάνει σε ένα μικρό χωριό, το οποίο οι κάτοικοί του σύντομα θα αναγκαστούν να το εγκαταλείψουν λόγω κατολισθήσεων.
Η γυναίκα (ποτέ δε θα μάθουμε το όνομά της) είχε σε μακρινό παρελθόν επισκεφθεί και πάλι το ίδιο μέρος και τώρα το επιλέγει ξανά καθώς κάτι σοβαρό έχει συμβεί στη ζωή της και θέλει…
Αλήθεια, τί να ζητά αυτή η γυναίκα με το ξυρισμένο κεφάλι και τα φρύδια; Από ποια μεγάλη στεναχώρια –όπως η ίδια δηλώνει- θέλει να αναρρώσει ή να ξεφύγει;
Βρίσκει στην άκρη του χωριού  ένα σπίτι για να νοικιάσει και εκεί εγκαθίσταται.
Πολύ σύντομα θα μας αφήσει να μάθουμε πως είναι η ίδια συγγραφέας, πως πιο πριν είχε ασχοληθεί με τη ζωγραφική, πως αν και έχει στην κατοχή της έχει δικό της σπίτι σε μέρος επίσης απομονωμένο, εντούτοις επέλεξε αυτό τον τόπο, από τον οποίο κρατά αναμνήσεις μιας νεότητας.
Δεν θα αναμειχθεί στην καθημερινότητα των άλλων κατοίκων του χωριού, όσο τουλάχιστον εκείνοι δεν θα έχουν εγκαταλείψει τα σπίτια τους.
Αλλά αμέσως μετά την αναχώρησή τους, θα κυκλοφορήσει στους έρημους δρόμους, θα έχει κάποιες περίεργες συναντήσεις με άτομα που ίσως είναι υπαρκτά, ίσως όμως και δημιουργήματα της φαντασίας της, θα συνεχίζει να ζει μέσα στην απόλυτη μοναξιά και ενώ ο χειμώνας έρχεται με βαριές χιονοπτώσεις, έξω από το σπίτι της θα δει ένα μικρό κορίτσι, αμίλητο και  βρώμικο, να κάθεται κάτω από τις νιφάδες που της στολίζουν το σώμα.
Θα το περιμαζέψει, θα αναζητήσει τρόπους να κερδίσει την εμπιστοσύνη του, να το κάνει να μιλήσει. Θα το ονομάσει Χιονάτη. Μα η μόνη λέξη που αυτό το κορίτσι κάποια στιγμή θα προφέρει είναι ο ήχος από τη συνύπαρξη τριών γραμμάτων, ένα μαμ…
Κι όπως ξαφνικά το κορίτσι παρουσιάστηκε, το ίδιο ξαφνικά θα χαθεί και πάλι και η γυναίκα θα μείνει μόνη ξανά, αλλά έχοντας μέσα της δεμένα ένα όνομα -Χιονάτη- και μια ιδιότητα -μαμά.
Αυτή είναι, σε πολύ γενικές γραμμές, η κεντρική υπόθεση του τελευταίου μυθιστορήματος της Ευγενίας Φακίνου.
Η Φακίνου έχει συχνά χρησιμοποιήσει στοιχεία ενός μαγικού ρεαλισμού (αν και μόνο ένα της μυθιστόρημα, το ‘Τρένο των νεφών’,  θα μπορούσε πλήρως να ενταχθεί σε αυτό το είδος). Όποτε το έχει κάνει, χρησιμοποιεί το μαγικό στοιχείο για να φωτίσει την εσωτερική στιγμή που καθορίζει την κεντρική απόφαση ενός ανθρώπου.
Ανθρώπου, έγραψα, αλλά μάλλον θα έπρεπε να γράψω: γυναίκας. Η Φακίνου σχεδόν πάντα ηρωίδες έχει πλάσει  και μέσα από αυτές αναζητά το μαγικό στοιχείο που διαπερνά το κάθε πλάσμα που μπορεί να γεννήσει -ένα άλλο πλάσμα, μια άλλη ζωή, μια άλλη στάση και ιδέα. Η Φακίνου αναζητά και ανασυνθέτει το θήλυ.
Τα μυθιστορήματά της σαφώς μπορεί κανείς να τα εντάξει κάτω από τον χαρακτηρισμό ‘θηλυκή λογοτεχνία’ -όρος αδόκιμος, το ξέρω, αλλά και η χρήση του όρου ‘γυναικεία’ όχι μόνο θα αδικούσε, αλλά και θα παραπλανούσε.
Γιατί αυτό που η Ευγενία Φακίνου καταφέρνει να κάνει γράφοντας είτε τη «Μεγάλη Πράσινη» είτε την «Αστραδενή» (για να αναφέρω δυο από τα πλέον γνωστά της, αλλά και τα πλέον χαρακτηριστικά της έργα) δεν είναι να φωτίσει τον εσωτερικό κόσμο γυναικών, αλλά την ίδια την υπόσταση θηλυκών όντων.
Η πρόταση μου, με άλλα λόγια, είναι πως τέτοια μυθιστορήματα πρέπει και αξίζει να διαβάζονται ως καθρέφτες εσωτερικών χαρακτηριστικών που κάθε πλάσμα που συναισθάνεται μπορεί -γνωρίζοντας τα ή όχι- να τα διαθέτει. Άλλωστε μέσα σε κάθε αρσενικό ενυπάρχει  το θηλυκό, όπως και εντός του θήλεος θα βρούμε το άρρεν.
Πέρα όμως από αυτό το γενικό όσο και κεντρικό χαρακτηριστικό -μα και πάντα κάτω από τη δικιά του σκιά-  το «Γράμματα στη  Χιονάτη» στέκεται και σε συγκεκριμένα θέματα όπως αυτά της μοναξιάς που μπορεί να φέρνουν μαζί τους το γήρας, η αρρώστια και ασφαλώς ο επικείμενος θάνατος. Αλλά ακόμα και στη λειτουργία της μνήμης, της επιστροφής σε κατακτήσεις που πάνω τους στήθηκε ο τρόπος σκέψης και ζωής και βέβαια στην βασική σχέση που συνδέει παιδί με γονιό.
Η ηρωίδα της Φακίνου δεν έχει όνομα γιατί επιστρέφει στην εποχή της ενδομήτριας ζωής της. Και το κορίτσι που θα το φέρει το χιόνι, με την απόλυτη λευκότητα του -χωρίς μνήμη, και λέξεις- θα προσπαθήσει να σχηματίσει το όνομα που περιγράφει την πλέον βασική σχέση -τη μητρότητα.
Επιστρέφουμε από εκεί που ξεκινήσαμε -αυτό είναι το τελικό συμπέρασμα που κρατά ο αναγνώστης του έργου.
Όπως σχεδόν σε όλα τα άλλα της έργα, έτσι και σε αυτό η γραφή της Φακίνου αν και απλή, καταφέρνει να σκάβει στη σκέψη, να φέρνει στο φως κρυμμένες αποχρώσεις ιδεών και συναισθημάτων, να περιγράφει με λεπτομέρειες το πως το άψυχο μπορεί να πάρει τη μορφή μιας έμψυχης κατάθεσης και τελικά να αφηγηθεί μια ιστορία που ακουμπά στο παραμύθι και είναι γαντζωμένη στην πραγματικότητα.


(bookpress 9/6/2020)

5.6.20

Τζάκλιν Γούντσον "Ένα άλλο Μπρούκλιν"


Τζάκλιν Γούντσον
«Ένα άλλο Μπρούκλιν»
Μυθιστόρημα
Μετάφραση: Άννα Μαραγκάκη
Εκδόσεις Πόλις

                     
Η Τζάκλιν Γούντσον (Οχάιο, 1963) είναι η συγγραφέας εκείνη που κέρδισε το The Hans Christian Andersen Award 2019 της Διεθνούς Οργάνωσης Βιβλίων για τη Νεότητα (ΙΒΒΥ)
Το βραβείο αυτό είναι η πλέον σημαντική διάκριση για συγγραφείς που γράφουν για παιδιά και νέους. Αλλά για την Γούντσον δεν είναι και η μόνη σημαντική και μεγάλη διάκριση.
Έχοντας ακόμα τιμηθεί με το εξ΄ ίσου σημαντικό The Astrid Lindgren Memorial Award, αλλά και με τα Newbery Honor Medal, National Book Award, The Caldecott Medal κ.α για τα 32 έως τώρα βιβλία της, εκ των οποίων τα 30 ανήκουν στις κατηγορίες βιβλίων για παιδία και εφήβους, είναι μια από τις πιο δυναμικές -όσο και παγκόσμια αναγνωρισμένες-  παρουσίες της σύγχρονης αφροαμερικάνικης λογοτεχνίας.
Από τα 32 βιβλία που έχει γράψει, τα 2 ανήκουν στη λογοτεχνία για ενήλικες αναγνώστες και το τελευταίο από αυτά είναι και το μυθιστόρημα «Ένα άλλο Μπρούκλιν» που μετέφρασε με ιδιαίτερη επιτυχία η Άννα Μαραγκάκη και το εξέδωσαν οι Εκδόσεις Πόλις (από τον ίδιο εκδοτικό οίκο και την ίδια μεταφράστρια ετοιμάζεται και το άλλο της ενήλικο’ μυθιστόρημα).
Η Γούντσον διατηρεί τους ίδιους συγγραφικούς προβληματισμούς σε όλα της τα βιβλία, ανεξαρτήτως είδους στο οποίο ανήκει το καθένα τους.
Είναι ζητήματα όπως αυτά της φυλετικής ταυτότητας, της κοινωνικής ζωής των μαύρων, του σεξουαλικού προβληματισμού και γενικότερα ενός φωτισμού της ζωής και των συναισθημάτων των έγχρωμων κατοίκων των ΗΠΑ.
Η ίδια δηλώνει πως μέντoρας της υπήρξε ο Τζέημς Μπόλντγουιν, αλλά είναι επίσης σαφές πως ακολουθεί τα ίχνη της Μάγιας Αγγέλου (αν και η τελευταία, ως αφροαμερικάνα των πρώτων δεκαετιών του 20ου  αιώνα, προώθησε με περισσότερη επαναστατική διάθεση τα θέματα των εγχρώμων κατοίκων της χώρας της).
Θα ήθελα στο σημείο αυτό -και προτού προχωρήσω στο ξεφύλλισμα του μυθιστορήματος που στέκεται η αφορμή να γραφτεί αυτό το σημείωμα- να σημειώσω το γεγονός πως ενώ το κυρίως έργο της Γούντσον -εικονογραφημένες ιστορίες και μυθιστορήματα για παιδιά- για το οποίο έχει με τόσο σημαντικά βραβεία τιμηθεί, δεν έχει μέχρι τώρα μεταφραστεί στα ελληνικά, το έργο της για ενήλικες ήδη συναντά, και με επιτυχία, το ελληνικό αναγνωστικό κοινό.
Ένα γεγονός που αποδεικνύει τον διαφορετικό τρόπο που στην Ελλάδα αντιμετωπίζεται η λογοτεχνία για παιδιά από εκείνη που αφορά τους ενήλικες. Αλλά η ανάλυση μιας τέτοιας στάσης απαιτεί μια διαφορετική προσέγγιση από εκείνη που στηρίζει το σημερινό τούτο σημείωμα.
                           **************
Το Μπρούκλιν -ένα από τα πέντε γεωγραφικά διαμερίσματα της Νέας Υόρκης- πέρα από το ότι είναι και το πλέον πυκνοκατοικημένο, είναι παράλληλα και μια περιοχή όπου φιλοξενεί και πολλές φυλετικές ομάδες.
Με την πάροδο των ετών, ακριβώς λόγω αυτών των χαρακτηριστικών του, συνεχώς και ιδιαιτέρως μεταβάλλεται και έτσι προσφέρεται ως  τη βάση για να γραφτούν λογοτεχνικά έργα, κάποια από τα οποία έχουν αποτελέσει και σταθμούς στην αγγλόφωνη λογοτεχνία.
Για τους παλαιότερους να υπενθυμίζω το «Ένα δέντρο μεγαλώνει στο Μπρούκλιν» της Μπέτι Σμιθ, αλλά και το πλέον σύγχρονο «Μπρούκλιν» του Κόλμ Τοϊμπίν.
Και στα δυο αυτά μυθιστορήματα η συνοικία αποτελεί καθοριστικό παράγοντα και η κεντρική ηρωίδα και του ενός και του άλλου είναι ιρλανδικής καταγωγής. Τα γεγονότα του ενός απλώνονται στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα, ενώ του δεύτερου στο δεύτερο μισό.
Η Γούντσον περιγράφει το Μπρούκλιν  του τέλους του 20ου αιώνα από την πλευρά όμως τεσσάρων έγχρωμων κοριτσιών.
Και έτσι επιβεβαιώνει για μια ακόμα φορά πως θέλει να φέρνει στη πρώτη γραμμή μιας λογοτεχνικής ενσάρκωσης τον τρόπο σκέψης και την δομή συναισθημάτων ατόμων που διεκδικούν και ως ένα βαθμό έχουν κερδίσει μια ισότιμη θέση μέσα στην αμερικάνικη μεγαλούπολη, δίπλα στους λευκούς κατοίκους της.
Η γραφή της Γούντσον είναι ιδιαιτέρως ποιητική την ίδια στιγμή που διαθέτει ένα απόλυτο ρεαλισμό
Ένας τύπος, που είχε μεγαλώσει στη γειτονιά μας, τριγύριζε στους δρόμους με τη στολή του. Το ένα του χέρι έλειπε. Είχε μάθει να κρατάει τη σύριγγα ανάμεσα στα δόντια και , με τη βοήθεια της γλώσσας του, να σουτάρει την πρέζα στις φλέβες της μασχάλης.
Ο αδελφός μου κι εγώ τον παρακολουθούσαμε τη νύχτα από το παράθυρό μας* βλέπαμε το κεφάλι του να ταλαντεύεται και να γέρνει, θυμίζοντας πουλί που κουρνιάζει κάτω από τη φτερούγα του.
Με μια τέτοια γραφή και με μικρές, συχνά αυτόνομες, παραγράφους περιγράφει την καθημερινότητα τεσσάρων κοριτσιών που όλες μαζί και η καθεμία τους ανεξάρτητα αναζητούν την ατομική της οδό προς την ενηλικίωση.
Ολόγυρά τους ένα ολόκληρος κόσμος  άλλοτε τους κρύβει κι άλλοτε τους φανερώνει τις αντιφάσεις και τις αντιθέσεις του, την εξαθλίωση αλλά και το μεγαλείο του. Ένας κόσμος ενηλίκων που τα τέσσερα νεαρά πλάσματα καλούνται και να τον κατανοήσουν και να καταφέρουν να επιβιώσουν καθώς εισέρχονται μέσα στις δομές του.
Η πορεία της καθεμιάς τους διαφορετική, διαφορετικά και τα τέλη τους.
Η εξιστόρηση γίνεται από τις μια από αυτές, χρόνια μετά το τέλος της εφηβείας αλλά και της σχέσης τους.
Κάποια στιγμή, τα πάντα, το καθετί κι ο καθένας μας, γίνονται μια ανάμνηση -είναι η τελευταία φράση του έργου. Μια φράση που θα πρέπει ο αναγνώστης να την διαβάσει καθώς θα φέρνει στη μνήμη του μια από τις πρώτες φράσεις της πρώτης σελίδας του μυθιστορήματος – Το ξέρω πως τραγική δεν είναι η μία ή η άλλη στιγμή* είναι η ανάμνηση.
Ένα βιβλίο για την δύναμη των αναμνήσεων. Όχι με την έννοια της αναπόλησης, αλλά της κατανόησης και της ερμηνείας του ιδίου μας του εαυτού όσο και των άλλων.
Στην ουσία έχουμε μια μοντέρνα αφήγηση μυθιστορήματος ενηλικίωσης ή cross over. Και όπως όλα τα έργα αυτής της κατηγορίας πέρα από την ανίχνευση του εσωτερικού κόσμου των εφήβων ηρώων τους, παράλληλα διερευνούν και τον κόσμο μέσα στον οποίο αυτοί οι ήρωες έφηβοι καλούνται να βρούνε την δική τους θέση.
 Όταν πια  είχαμε πια κλείσει τα δεκατρία, ήταν λες και παντού γύρω μας υπήρχαν χέρια και γλώσσες. Λάγνα βλέμματα και άντρες που έγλειφαν τα χείλη τους, όπου κι αν περιφέραμε τα ασχημάτιστα ακόμα στήθη μας κι αυτά τα πόδια που ολοένα και μάκραιναν.
Αληθινά λεπτών αποχρώσεων αφήγηση, με έντονα και συγκεκριμένα στοιχεία πολιτιστικής ταυτότητας που ακριβώς γιατί με τόσο ένταση και σαφήνεια τα καταγράφει, τα μετατρέπει σε πανανθρώπινα και εν τέλει διαχρονικά.
Γιατί -η ίδια η Τζάκλιν Γούντσον υπενθυμίζει: Κι όπου κι αν κοίταζα, η αλήθεια πρόβαλλε μπροστά μου σαν θρυμματισμένο γυαλί.
Θεωρώ πως η αμερικάνικη λογοτεχνία έχει ένα δικό της ξεχωριστό ύφος -συχνά δείχνει να είναι κοφτό και παράλληλα φλύαρο. Αλλά με τέτοιο τρικ μετατρέπει τη φευγαλέα στιγμή σε μόνιμη εμπειρία. Η μεταφορά μιας τέτοιας  γραφής σε μια άλλη γλώσσα, πολύ περισσότερο περιγραφική και σαφώς με πολύ μεγαλύτερο παρελθόν, απαιτεί από τον μεταφραστή να διαθέτει από τη μια καλή γνώση των δύο γλωσσών και από την άλλη να τολμά ευέλικτες αποφάσεις επιλογών λέξεων και συνθέσεων φράσεων, έτσι ώστε το ένα ύφος να εισέρχεται στο άλλο, την ίδια ώρα που το δεύτερο θα διατηρεί όλη του την αμεσότητα.
Στοιχεία που η μετάφραση της Άννας Μαραγκάκη απόλυτα τα έχει.




24.5.20

Ερωτική Αγωγή - Η ερωτική σημειολογία των χρωμάτων (απόσπασμα)




(Κεφάλαιο 4ο)

Ποια χρώματα , άραγε, να συμβολίζουν εκείνα τα χρόνια , τα χρόνια που άφηναν πίσω τους τον πόλεμο; Ίσως το κόκκινο –αλλά πάλι όχι αυτό, μιας και το κόκκινο συμβολίζει το αίμα και όλοι –τότε- θέλανε να ξεχάσουν τα φονικά. Μαζί τους ίσως να ξεχνούσαν και τη φλόγα της επανάστασης, αλλά υπήρχαν εκείνοι που πιστεύανε πως η επανάσταση μιας κι είχε γίνει κάπου καθεστώς, μπορούσε να ενσωματωθεί στις αποχρώσεις του πράσινου της ελπίδας. Με το πράσινο, λοιπόν, ο συμβολισμός μιας εποχής –εκείνης της εποχής; Καλύτερα, ας το αποφύγουμε προς το παρόν* δεν υπονοεί το τραύμα που επουλώνεται, μήτε και προαναγγέλλει την παντοδυναμία της επερχόμενης κατανάλωσης  –άλλωστε αυτό το χρώμα θα είχε, στο μέλλον, άλλους ρόλους να διαδραματίσει. Το καφέ, εξ΄ άλλου,  παραπέμπει στους καρπούς της γης και γι αυτό εξοστρακίζεται, το γκρι στη μιζέρια που όλοι θέλουν να ξεχάσουνε, το κίτρινο λες και λησμονά τους νεκρούς που έτσι κι αλλιώς μας επισκέπτονται τις νύχτες μαζί με τους κρυμμένους εφιάλτες, το γαλάζιο επιζητά να συνυπάρξει με το ροζ, γι αυτό και τα δυο μόνο μια ηλικιακή περίοδο ίσως να έχουν τη δυνατότητα να σκιαγραφήσουν. Κανείς δε συζητά χρώματα σαν και το μοβ, τo φούξια ή το γκρενά. Μένει το μαύρο και το λευκό.
Το μαύρο –το πιο έντονα θηλυκό. Και το λευκό με την απόλυτη αρρενωπότητά του.
Οι θηλυκοί εκπρόσωποι  της κυρίαρχης λευκής φυλής έλκονται από τις έντονες αντιθέσεις ανάμεσα στο χρώμα του δέρματός τους και των ενδυμάτων εκείνων με τα οποία περιβάλλουν τα κρυφά μέρη των σωμάτων τους. Πάντως τα εσώρουχα των γυναικών, και οι άντρες προτιμούν να είναι σε χρώμα μαύρο. Μαύρες κιλότες και μαύροι στηθόδεσμοι, μαύροι κορσέδες –όλα να περικλείνουν ανοιχτόχρωμες και τρυφερές σάρκες. Σάρκες με μια υποψία από χνούδι να τις στολίζει, με σκουρόχρωμους λεκέδες να σκιάζουν τα πλέον απόκρυφα των σημείων τους, με μικροσκοπικές ελιές να σηματοδοτούν τα σημεία της ηδονής –ελιές δίπλα σε ρόδινες θηλές, ελιές δίπλα στο κούφωμα των αφαλών, ελιές εκεί που σταματάνε τα χείλια… Οι σάρκες των γυναικών ενώνουν την παθητικότητά τους με την τριζάτη έκφραση μια μαύρης, από σατέν, κομπινεζόν.  Και κομμάτια δαντέλας να στολίζουν με κομψή διακριτικότητα τα όρη των μαστών, τις κατηφόρες των γλουτών και την πάλλουσα περιοχή του κοιλιακού χώρου. Δαντέλες, προς ώρας διστακτικές, μα εντούτοις με υπομονή να αναμένουν τα χρόνια όπου θα κυριαρχούσαν απόλυτα , μα και θα δεχόντουσαν άλλοτε να υποχωρούν  κρυπτόμμενες στη σχισμή του πρωκτού κι άλλοτε να διαπερνιόνται από τις λεπτές τριχούλες των σαρκοβόρων αιδοίων.

Και τα  βαριά αντρικά χέρια να τσαλακώνουν το μαύρο ύφασμα, να γυμνώνουν τη σάρκα, να την οσφραίνονται, να τη γεύονται, να την πιπιλούν, να την κάνουν δική τους.


Τα εσώρουχα των αντρών πρέπει πάντα να είναι  λευκά – το λευκό που αποκρύπτει το δολερά σχέδια του κυνηγού, την κατακτητική προοπτική των σχεδιασμών του.
Τα σώβρακα γίνονται πιο κοντά, από υφάσματα που δεν γδέρνουν το εσωτερικό των μηρών, έτσι όπως αναγκάζονται πλέον να παραμένουν καθηλωμένοι υπό οξεία γωνία στα γραφεία της αστικής εξέλιξης. Πλέον κοντά, για να αναπνέουν με άνεση οι αδένες της αναπαραγωγής και της ηδονής. Ναι, πάντα λευκά, για να έχουν τη δυνατότητα να δείχνουν το λεκέ από τις σταγόνες του σπέρματος που επέμενε να τρέξει σε στιγμές κοινωνικής καταπίεσης του ερωτικού ξεσπάσματος –ο άντρας που επέζησε του πολέμου, ακόμα και την ώρα της βιοποριστικής απασχόλησης δεν ξεχνά το ειρηνικό μήνυμα της ηδονής που σπέρνει μια νέα ζωή. Άλλωστε, δεν θα αργούσε να ενσκήψει η κυριαρχία των σλιπς για να βρούνε γόνιμα μέρεα το τόπο όπου θα στήνανε  το καραούλι τους –και τα τρία, σε απόλυτη συνύπαρξη, θα μπορούσαν να εκπέμπουν την ένταση του όγκου των και να παραλλάσσουν τη δολερή επιθετικότητά τους μέσα στην παρθενική απαλότητα του λευκού βαμβακερού.
Λευκή –βέβαια- και η φανέλα. Που αφήνει γυμνούς τους ώμους και αποκαλύπτει τη δύναμη των μπράτσων, περιχαρακώνει το δασάκι απ΄ όπου φυτρώνει ο λαιμός και φέρνει στο φως του απογεύματος το κρυμμένο πάθος της μασχάλης. Οι λευκές φανέλες σπάνε τη μελαγχολία της άπνοιας και φέρνουν στο νου την εικόνα ενός ταξιδιού –ο καραβοκύρης που περιμένει στην πιο κρυφή καμπίνα  εκείνη που διάλεξε να τον συντροφεύσει στο ταξίδι. Μια πρώτη γεύση της επανάστασης μα και της  έκθεσης του ημίγυμνου σώματος, πολύ πριν αποτελέσει πεδίο κοινωνικών αναταράξεων και οικονομικών  στόχων
Η βασιλεία των εσωρούχων δεν είχε ακόμα ενσκήψει, μα υπήρχαν εκείνοι –ανάμεσά τους και ο Χρήστος Βαλλής- που το ένστιχτό ήταν εκείνο που τους οδηγούσε στην πρωτοπορία των φαντασιώσεων. Ήταν ζήτημα επιμονής και υπομονής το να αναμένουν την απόλυτη επιβολή των φωτογραφιών με τα ημίγυμνα σώματα να στολίζουν στάσεις λεωφορείων, προσόψεις κτισμάτων και τις σελίδες του περιοδικού τύπου. Η εμπορία του σώματος προαναγγέλλετο –όπου νάναι ο Μάρλον Μπράντο θα πρότεινε την προκλητική αρρενωπότητα του Κοβάλσκι και μετά από λίγα, ελάχιστα χρόνια η Μαίριλυν θα αποκάλυπτε την ερωτική τελειότητα των γυναικείων ποδιών των κλεισμένων στη διάφανη κάλτσα.. Τα ήθη άλλαζαν με ιλιγγιώδεις ρυθμούς, κανείς δεν είχε τη σωφροσύνη να αναμένει, όλα γινόντουσαν γρήγορα και αν τα χρόνια που θα μεσολαβούσαν από το τέλος της δεκαετίας του 40 σε αυτά των αρχών του 80 δεν μπορεί να θεωρηθούν λίγα για το μέγεθος της ζωής ενός ανθρώπου, εντούτοις διάβηκαν ίδια με στάλα νερού που κατρακυλά και χάνεται από το στόμιο του ποτηριού στο μάρμαρο του νεροχύτη κι έτσι σε κλάσμα λες του χρόνου πέρασε μισός πάνω – κάτω αιώνας και ο Χρήστος Βαλλής θα ερχότανε η στιγμή που θα  κοιτούσε από το παράθυρο του δωματίου του σε ξενοδοχείο της Νέας Υόρκης, τον ημίγυμνο, τον σχεδόν γυμνό άντρα, με μόνο του ένδυμα  ένα πάνλευκο σλιπάκι Κάλβιν Κλάιν –γιγαντοαφίσα κρεμασμένη στην οροφή ουρανοξύστη στην καρδιά της Times Square. Μια γιγαντοαφίσα κρεμασμένη πάνω από την πόλη και έτοιμη να ξεκινήσει την περιοδεία της σε άλλες χώρες της υφηλίου. Επιτέλους ο ηδονισμός κατάφερνε να γίνει κτήμα των πολλών, γινότανε κοινωνική αξία και οικονομική οντότητα. Εμπορεύσιμος, ανταλλάξιμος, καταξιωμένος.

23.5.20

Μάργκαρετ Άτγουντ «Οι διαθήκες»


Μάργκαρετ Άτγουντ
«Οι διαθήκες»
Μετάφραση: Αύγουστος Κορτώ
Εκδόσεις Ψυχογιός
  


Η Μάργκαρετ Άτγουντ (Οτάβα, Καναδάς, 1939) νομίζω πως μπορεί κάλλιστα να θεωρηθεί όχι μόνο μία από τις πλέον επιτυχημένες, παγκόσμιας εμβέλειας, συγγραφείς, αλλά και από τις πλέον ευφάνταστες.
Η καριέρα της είναι εντυπωσιακή και περιλαμβάνει σχεδόν όλα τα είδη λογοτεχνικής γραφής (μυθιστορήματα, διηγήματα, ποιήματα, βιβλία για παιδιά, κόμικ, θεωρητικά κείμενα, λιμπρέτα, σενάρια)
Είναι από τις πλέον αναγνωρίσιμες συγγραφείς, την ίδια στιγμή που με μεγάλη ευκολία ξεπερνά την όποια τυποποίηση θα μπορούσε να την βοηθήσει στην εδραίωση μιας τέτοιας φήμης.
Έχει τιμηθεί με πολλά καναδικά και διεθνή βραβεία -πλέον πρόσφατο το Booker 2019 για το μυθιστόρημα της «Οι διαθήκες».
Το συγκεκριμένο αυτό έργο, αν και αυτόνομο ως προς τα γεγονότα τα οποία περιγράφει, στην ουσία  αποτελεί τη συνέχεια ενός προηγούμενου μυθιστορήματος της -το «Η ιστορία της Θεραπαινίδας»
Εκείνο το προηγούμενο έργο είχε κυκλοφορήσει  το 1985 και είναι  ίσως και το βιβλίο που την έκανε παγκόσμια γνωστή.
Δεν είναι μόνο ότι έχει μεταφραστεί σε πάρα πολλές γλώσσες, είναι και ότι έχει μεταφερθεί και στον κινηματογράφο, αλλά και έχει διασκευαστεί σε επιτυχημένη σειρά για την τηλεόραση.
Στη χώρα μας είχε κυκλοφορήσει  από την Εστία το 1989 σε μετάφραση Παύλου Μάτεση, ενώ πλέον το εκδίδει ο νέος εκδότης της Άτγουντ στην Ελλάδα, ο Ψυχογιός, σε μετάφραση του Αύγουστου Κορτώ.
Αρκετά από τα μυθιστορήματα της Άτγουντ έχουν στοιχεία μιας δυστοπικής φαντασίας και θεωρώ πως  καθώς το πρώτο από αυτά ήταν το «Η ιστορία της θεραπαινίδας», ήταν και εκείνο  που στάθηκε η αφορμή η συγγραφέας να αναζητήσει κι άλλες παρόμοιου προβληματισμού εμπνεύσεις σε επόμενα έργα της.
Αλλά αν κάτι με συνέπεια υπηρετεί η Άτγουντ, αυτό είναι η αναζήτηση της γυναικείας ταυτότητας και η πορεία προς μια αναγνώρισή της ανεξαρτησία της μέσα σε ένα αντιφεμινιστικό, σχεδόν ολοκληρωτικά φαλλοκρατικό  κόσμο.
Τόσο, λοιπόν, το «Η ιστορίας της θεραπαινίδας» του 1985, όσο και το «Οι διαθήκες» του 2019,  συνενώνουν τους κεντρικούς αυτούς άξονες κι έτσι καταφέρνουν να δημιουργήσουν ένα δικό τους μυθιστορηματικό σύμπαν που όμως ακουμπά και συνομιλεί με τον υπάρχοντα κόσμο μας.
Χώρος δράσης το κράτος της Δημοκρατίας της Γαλαάδ. Πρόκειται για ένα θεοκρατικό και φαλλοκρατικό καθεστώς που έχει επικρατήσει σε ένα μεγάλο μέρος των ΗΠΑ, κάπου προς τα τέλη του 21ου αιώνα και έως τα μέσα του 22ου.
Η Άτγουντ όχι μόνο δεν ασχολείται με πιθανά τεχνολογικά επιτεύγματα του μέλλοντος, αλλά αντίθετα περιγράφει τα μελλοντικά χρόνια από πλευράς τεχνολογίας ως παρόμοια με αυτά της δική μας εποχής. Οι όποιες διαφορές υπάρχουν έχουν να κάνουν με μια περιβαλλοντική μόλυνση, η οποία και στάθηκε αφορμή για την επικράτηση στις ΗΠΑ ενός αντιδημοκρατικού καθεστώτος.
Κατά την μυθιστοριογράφο, τα όποια κοινωνικά επιτεύγματα του Πολιτισμού της Δύσης -με πρώτιστα αυτά των  ατομικών ελευθεριών και της ισότητας των φύλων- υποχωρούν όταν οι άνθρωποι αισθάνονται να κινδυνεύουν από τη μόλυνση της Φύσης.
Ο φοβισμένος άνθρωπος γίνεται συντηρητικός και έτσι -σύμφωνα με αυτήν την άποψη-  η Άτγουντ διατηρεί όλη την συγγραφική  της ελευθερία για να περιγράψει τη δυστοπία  που εκφράζεται μέσα στην καθημερινότητα ενός καταπιεστικού καθεστώτος που αντιμετωπίζει τα άτομα γενικώς ως εξαρτήματα της εξουσίας και ειδικότερα τις γυναίκες ως αντικείμενα, ως βιολογικές μηχανές τεκνοποίησης και τις κρατά σε μια απόλυτη άγνοια κάθε πολιτιστικού αγαθού.
Η θεοκρατική αντίληψη παύει να προέρχεται από θρησκευτικές οργανώσεις, αλλά ταυτίζεται με την ίδια την Κυβέρνηση. Στην ουσία κράτος και θρησκεία όχι απλώς συνεργάζονται αλλά ενοποιούνται σε ένα σώμα και οι προθέσεις τους στοχεύουν στην μετατροπή του πολίτη σε κοινωνικό αντικείμενο.
Η κεντρική ηρωίδα  στο δεύτερο μυθιστόρημα, είναι ένα από κεντρικά πρόσωπα και του πρώτου βιβλίου.
Η Θεία Λίντα, έρχεται από τον κόσμο πριν την επικράτηση της απολυταρχίας. Θύμα στην αρχή, επιβιώνει και ανέρχεται εντός του συστήματος ως θύτης, καθώς  αποφασίζει να υποταχτεί στις απαιτήσεις του νέου καθεστώτος και έτσι να αναρριχηθεί στο ύπατο αξίωμα που μπορούσε να φτάσει μια γυναίκα -αυτό του ελέγχου των ομοφύλων της.
Αλλά αυτή η εξέλιξή είχε βαρύ όσο και σύνθετο ηθικό τίμημα και η Λίντα, καθώς πλέον η ζωή της φτάνει στο βιολογικό της τέλος, αποφασίζει να κάνει κάθε τι δυνατόν για να καταστρέψει το καθεστώς. Η πρόθεσή της αυτή δεν εδράζεται σε ενοχές, αλλά στη διάθεσή της να εκδικηθεί τους άνδρες εκπροσώπους της εξουσίας που στην ουσία την εξανάγκασαν να ζήσει μια στερημένη όσο και ανήθικη ζωή.
Ο θηλυκός εξουσιαστής εκδικείται τον αρσενικό, υπενθυμίζοντας πως η επιστροφή προς ήθη παλαιοτέρων εποχών στο τέλος θα φτάσει έως και την μητριαρχία.
Δίπλα της δυο νέα πρόσωπα, δυο νεότερες της γυναίκες. Η μια γεννημένη και μεγαλωμένη μέσα στη θεοκρατική Γαλαάδ, η άλλη στο ελεύθερο γειτονικό κράτος του Καναδά. Η κάθε μιας τους, αν και από διαφορετική αφετηρία ξεκινώντας, θα αναζητήσουν τους τρόπους όχι μόνο της ατομικής τους αυτονομίας, αλλά και εκείνους με τους οποίους  θα μπορέσουν να νικήσουν ολοκληρωτικά τις δυνάμεις της οπισθοδρόμησης.
Με αξιοπρόσεχτη μυθιστορηματική σύνθεση, η Άτγουντ συνδέει τα τρία αυτά πρόσωπα και με άψογη τεχνική τριών διακριτών μεταξύ τους πρωτοπρόσωπων αφηγήσεων κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη της έως την τελευταία σελίδα.
Αν στο «Ιστορία της θεραπαινίδας» είχαμε μια ιδιαίτερη προβολή φεμινιστικών προβληματισμών, στο «Οι διαθήκες» αυτοί οι προβληματισμοί χωρίς να εξαφανίζονται αφήνουν τον πρώτο λόγο στη δημιουργία μιας αφήγησης που αγγίζει τα όρια ενός ατομικού δράματος εκδίκησης.
Η απόφαση της Λίντα, ως εκπροσώπου μιας θηλυκής εξουσίας, να προσπαθήσει να επαναφέρει την ισορροπία στις σχέσεις των δύο φύλων, αλλά και να τιμωρήσει την ύβρη της μείωσης της αξιοπρέπειας κάθε θηλυκού πλάσματος, μας φέρνει, μεν,  στο νου  μορφές παρόμοιες με αυτές μιας Μήδειας ή μιας Κλυταιμνήστρας, αλλά ασφαλώς η ηρωίδα της Άτγουντ δεν μετατρέπεται σε διαχρονικό σύμβολο, μα παραμένει μια προσωπικότητα όπου η ίντριγκα συνυπάρχει με προσωπικές ανασφάλειες.
Λογικό κάτι τέτοιο, όσο και αναμενόμενο. Η εποχή μας δεν μπορεί να εκφραστεί από σύμβολα παθών, αλλά μόνο από τα ίδια τα πάθη.
Εν κατακλείδι, έχουμε ένα ιδιαίτερα δυνατό μυθιστόρημα, με συνύπαρξη πλούσιας πλοκής και ταλαντούχας καταγραφής συναισθημάτων και δράσεων.
Ο Αύγουστος Κορτώ γνωρίζει για μια ακόμα φορά την τεχνική  να μεταφέρει στη γλώσσα μας όλη την ένταση που συναντά στα διάφορα μυθιστορήματα που μεταφράζει.

(Βιβλιοδρόμιο Νέων, 23/5/2020)

11.5.20

Συνέντευξη στην "Αλήθεια" Λευκωσίας (10/5/2020)


1.Κύριε Κοντολέων, για ποιο λόγο αρχίσατε να γράφετε;
-Το πρώτο μου κείμενο το έγραψα, εκεί γύρω στα 11 χρόνια μου. Αφορμή στάθηκε ο ξαφνικός θάνατος ενός αγαπημένου μικρού ζώου. Τώρα, πλέον, θεωρώ πως ξεκίνησα να γράφω στην προσπάθεια μου να κατανοήσω τις μεγάλες αλήθειες και να επικοινωνήσω με τον ίδιο μου τον εαυτό.

2.Για τον ίδιο λόγο συνεχίζετε να γράφετε;
-Νομίζω πως ναι.

3.Είστε πρώτα αναγνώστης και μετά συγγραφέας ή πρώτα συγγραφέας και μετά αναγνώστης;
-Έχω και άλλοτε πει πως για μένα  ‘γράφω’ σημαίνει ‘ζω’ και ‘ζω’ σημαίνει ‘γράφω’.

4.Από πού εμπνέεστε περισσότερο; Από την πραγματικότητα ή από τη φαντασία;
-Από την πραγματικότητα. Μόνο που συχνά αυτήν την πραγματικότητα την καταγράφω με τις τεχνικές της φαντασίας.

5.Ανεξαρτήτως αυτού, υπάρχει, εντέλει, οποιαδήποτε διαφορά, ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη φαντασία;
-Η μια τροφοδοτεί την άλλη. Η μια αποκτά ουσία επειδή υπάρχει η άλλη. Η μια υπάρχει γιατί υπάρχει η άλλη.

6.Ο μικρός αναγνώστης είναι δυσκολότερος από τον μεγάλο ή αποτελεί υπεραπλούστευση αυτός ο ισχυρισμός;
-Είμαι από εκείνους τους συγγραφείς που πρώτιστα γράφουν έχοντας απέναντί τους τον ίδιο τους τον εαυτό. Για τον εαυτό μου, στην ουσία, γράφω. Και ο εαυτός μου δεν έχει μόνο μια -την όποια- τρέχουσα ηλικία. Αλλά έχει  παράλληλα και τις ηλικίες που προϋπήρξαν κι αυτές που θα ακολουθήσουν.

7.Θυμάστε το πρώτο βιβλίο που διαβάσατε;
-Θυμάμαι τα πρώτα μου αναγνώσματα

8.Το τελευταίο ποιο είναι;
-Διαβάζω περίπου πέντε με επτά βιβλία το μήνα, ξεφυλλίζω άλλα τόσα, συζητώ για ακόμα περισσότερα… Ποιο, λοιπόν, είναι το τελευταίο;

9.Όταν γράφετε ταυτίζεστε με τους χαρακτήρες σας;
-Ταυτίζομαι ίσως όχι ακριβώς, μιας και η συγγραφή απαιτεί έλεγχο εκ των έξω. Αλλά σίγουρα συμπάσχω μαζί τους. Τους δανείζω μέρη του είναι μου.

10.Με ποιο λογοτεχνικό χαρακτήρα, από αυτούς που έμειναν στην ιστορία, θα θέλατε να είχατε κάνει παρέα;
-Τους λογοτεχνικούς ήρωες που έχω αγαπήσει και θαυμάσει τους γνώρισα  μέσα από τα μυθιστορήματα που μιλάνε γι αυτούς. Δε θα τολμούσα να ζητούσα μια εκτός αυτών των μυθιστορημάτων συνάντηση μαζί τους. Μπορεί και να με απογοήτευαν.

11.Εάν σας ζητούσα να προσθέσετε στη συντροφιά μας πέντε λογοτέχνες, που δεν βρίσκονται εν ζωή, ώστε να γίνει ακόμα πιο ελκυστική, τι απάντηση θα μου δίνατε;
-Αν κρίνω από τους συγγραφείς που γνώρισα και μέσα από τα βιβλία τους και κατ΄ ιδίαν, θα έλεγα πως περισσότερο ενδιαφέρουσες ήταν οι συνομιλίες μας μέσα από τα κείμενα.

12.Η μοναξιά είναι η μοναδική συντροφιά ενός συγγραφέα;
-Καθόλου. Έχω πρώτα απ΄ όλα καλή συντροφιά με τους δικούς μου ανθρώπους, με τους φίλους και με τους συνεργάτες μου. Και περνάω υπέροχα με τον εαυτό μου και όταν γράφω και όταν διαβάζω. Κι αν πω πως εν τέλει είμαι μόνος, θα το πω γιατί πιστεύω πως όλοι οι άνθρωποι είμαστε μόνοι μπροστά στις δυο μεγάλες στιγμές της ζωής μας -την αρχή και το τέλος της.

14.Ένας μεγάλος συγγραφέας μπορεί να είναι μικρός άνθρωπος;
-Μικρός άνθρωπος… Οι ανθρώπινες αδυναμίες είναι συχνές σε όσους εκφράζονται μέσα από την Τέχνη. Ίσως γιατί από τις αντιφάσεις πηγάζουν τα πάθη.

15.Πότε λέτε για κάποιον ότι είναι μεγάλος συγγραφέας και πότε λέτε για κάποιον ότι είναι μικρός άνθρωπος;
-Ο μεγάλος συγγραφέας είναι αυτός που έχει γράψει μεγάλα βιβλία. Και τα μεγάλα βιβλία είναι όσα μας βοήθησαν έστω και λίγο να δούμε πιο πλατιά τον κόσμο. Μικρός είναι ο άνθρωπος που θεωρεί πως ο εαυτός του είναι το παν.

16.Για ποιο λόγο οι μάζες προτιμούν την εύκολη, και εύπεπτη, ψυχαγωγία της τηλεόρασης αντί να σκύψουν μέσα στις σελίδες κάποιου βιβλίου;
-Πάντα η μάζα συμπεριφέρεται με διάθεση να μένει μακριά από ενδοσκοπήσεις. Και η αληθινή Τέχνη απαιτεί ενεργό συμμετοχή, δηλαδή απαιτεί κόπο  και τόλμη. Αυτοκριτική και αμφισβήτηση.

17.Αλήθεια, κύριε Κοντολέων, πώς θα ήταν ο κόσμος χωρίς βιβλία;
-Δεν μπορώ να τον φανταστώ. Όχι τόσο με το πως θα ήταν αν δεν θα υπήρχαν τα βιβλία ως αντικείμενα,  αλλά κυρίως με το πως θα ήταν χωρίς τα όσα μπορεί κανείς να βρει μέσα στα βιβλία.

18.Κάπου διάβασα το εξής: "Ο καλύτερος τρόπος για να σκέφτεται κανείς, είναι να γράφει". Συμφωνείτε;
-Δεν θα διαφωνούσα. Αλλά θα προτιμούσα το ρήμα ‘στοχάζομαι’

19.Τι θυμάστε εντονότερα από τα παιδικά σας χρόνια;
-Πολλά… Αυτά που με έχουν διαμορφώσει.

20.Ανήκατε στα παιδιά που βιάζονταν να μεγαλώσουν;
-Όχι, δε με απασχολούσε κάτι τέτοιο

21.Να υποθέσω ότι σήμερα ανήκετε στους μεγάλους που μετάνιωσαν επειδή βιάζονταν να μεγαλώσουν;
-Μήτε βιάστηκα να μεγαλώσω… Δεν ξέρω καλά, καλά και αν… μεγάλωσα

22.Εάν γράφατε ένα παραμύθι με θέμα την πανδημία, πώς θα το αρχίζατε;
-Τα παραμύθια ξεκινούν με τη φράση «Μια φορά κι ένα καιρό…»

23.Και πώς θα το τελειώνατε;
-«Και ζήσανε αυτοί καλά, κι εμείς καλύτερα…»


25.4.20

Χαν Γκανγκ «Η χορτοφάγος»


Χαν Γκανγκ
«Η χορτοφάγος»
Μετάφραση: Αμαλία Τζιώτη
Εκδόσεις Καστανιώτη

                                      Η εικόνα ίσως περιέχει: 3 άτομα, περιλαμβάνεται ο Μάνος Κοντολέων

Η πενηντάχρονη Χαν Γκανγκ  γεννήθηκε και ζει στη Νότια Κορέα. Κόρη συγγραφέα, πανεπιστημιακή καθηγήτρια, αλλά και η ίδια  συγγραφέας δύο συλλογών διηγημάτων και έξι μυθιστορημάτων.
Έχει κάνει την πρώτη της εμφάνιση στα γράμματα από το 1993, αλλά  γίνεται γνωστή σε παγκόσμιο επίπεδο όταν κερδίζει το Man Booker International Prize του 2016 με το μυθιστόρημα της «Η χορτοφάγος», που στη Νότια Κορέα είχε κυκλοφορήσει από το 2007.
Το μυθιστόρημα δομείται σε τρία μέρη -το καθένα περιγράφει και ένα στάδιο της αμετάκλητης απόφασης της ηρωίδας να αλλάξει ολότελα τις διατροφικές της συνήθειες.
Η ΓιόνγκΧιε, μια μεσοαστή νέα γυναίκα της Νότιας Κορέας ζει με τον άνδρα της, ένα τυπικό υπάλληλο, ενώ και  την ίδια δεν τη χαρακτηρίζει κανένα ιδιαίτερο πάθος ή η όποια ανησυχία. Αυτά ως τη μέρα όπου η ΓιόνγκΧιε αποφασίζει να γίνει χορτοφάγος.
Μια απόφαση που την πήρε μετά από ένα όνειρο άκρας βιαιότητας και πλυμμηρισμένο στο αίμα.
Αλλά ένα όνειρο δεν μπορεί να πείσει μήτε το σύζυγο, μήτε το κοινωνικό περιβάλλον, μήτε και την ευρύτερη οικογένεια της. Η άρνηση να τρέφεται με οτιδήποτε ζωικό μαζί με την νέα της επίσης τάση να μη συμμετέχει σε προκαθορισμένης μορφής σχέσεις, προκαλεί έντονες αντιδράσεις εκ μέρους των άλλων που θα σταθούν και η αιτία η νεαρά γυναίκα να κάνει μια ατελέσφορη προσπάθεια να δώσει τέλος στη ζωή της.
Στο σημείο αυτό ολοκληρώνεται το πρώτο μέρος του μυθιστορήματος, που το κάνει σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση ο σύζυγος.
Στο δεύτερο μέρος, η τριτοπρόσωπη πλέον αφήγηση εστιάζεται στην στάση του συζύγου της αδελφής της ΓιόνγκΧιε και ξεκινά δύο περίπου χρόνια από το τέλος του πρώτου μέρους.
Ο άνδρας αυτός είναι φωτογράφος και δημιουργός καλλιτεχνικών βίντεο. Η όλη στάση της κουνιάδας του και ο ιδιότυπος ερωτισμός που εκπέμπει το άσαρκο σώμα της, τον ερεθίζουν τόσο σεξουαλικά όσο και καλλιτεχνικά. Συμφωνεί μαζί της να της ζωγραφίζει το σώμα με λουλούδια και στη συνέχεια να το βιντεοσκοπίσει και μετά από κάποιες συναντήσεις, θα σκεφτεί και ο ίδιος το ίδιο να κάνει με το δικό του σώμα και στο τέλος να ενωθούν τα δυο κορμιά ως δυο φυτά που πλέκονται το ένα με το άλλο. Το δεύτερο αυτό μέρος ολοκληρώνεται καθώς η αδελφή και σύζυγος ανακαλύπτει τους δυο εραστές και αυτοί θα προσπαθήσουν -και πάλι ανεπιτυχώς- να αυτοκτονήσουν.
Το τρίτο μέρος ανήκει στη ματιά της αδελφής της ΓιόνγκΧιε. Έχουν περάσει άλλα περίπου δυο χρόνια, η ΓιόνγκΧιε είναι κλεισμένη σε μια ιδιωτική νευρολογική κλινική μιας και πλέον όχι μόνο αρνείται να τραφεί με κάθε ζωικό υλικό, αλλά το μόνο που επιζητά είναι το νερό.  Θεωρεί πως είναι  -ή θέλει να γίνει- ένα δέντρο.
Η αδελφή της της συμπαραστέκεται και προσπαθεί να κατανοήσει το γιατί όλα αυτά έχουν συμβεί. Μέσα όμως στη κλινική, οι γιατροί  πιέζουν με βασανιστικό τρόπο τη ΓιόνγκΧιε να δεχτεί τροφή με τη μορφή χυλού,  τελικά την τραυματίζουν και η αδελφή της, σχεδόν ημιθανή τη μεταφέρει σε ένα γενικό νοσοκομείο.
Αυτή είναι με λίγες λέξεις η ιστορία που η Χαν Γκανγκ στήνει στην προσπάθειά της να μιλήσει από τη μια για το δικαίωμα ενός ανθρώπου (και δη γυναίκας) να διαχειριστεί την ίδια του τη ζωή, και από την άλλη για τον τρόπο που ο έτερος κάθε μορφής και σχέσης  ζητά να επέμβει στις επιλογές του άλλου, όταν αυτές ξεφεύγουν από μια αναγνωρίσιμη κατάσταση.
Η απόφαση της ΓιόνγκΧιε να ακολουθήσει ότι  ένα όνειρο (εφιάλτης ή πρόταση διεξόδου από τον εφιάλτη) της έχει αποκαλύψει, θα τη φέρει αντιμέτωπη με τηn παράδοση (οικογένεια και κοινωνία), θα χρησιμοποιηθεί από την Τέχνη που αυτάρεσκα σκέφτεται μόνο μια έμπνευση δίχως αντίκρισμα προς τον άνθρωπο, θα υποστεί τη βιαιότητα της επιστήμης που δεν αναγνωρίζει την ισοτιμία μεταξύ της επιλογής ζωής ή θανάτου.
Κάποια στιγμή (εκεί προς το τέλος του τρίτου μέρους που είναι και εκείνο το οποίο προσφέρει και τα περισσότερα κλειδιά κατανόησης των θέσεων του έργου) η ΓιόνγκΧιε θα ψιθυρίσει:
Αυτό που προσπαθώ να πω… Ίσως όλο αυτό είναι κάτι σαν όνειρο
 Στην ουσία αναφέρεται σε ένα όνειρο όχι απλώς άρνησης της όποιας βίας, όχι απλώς επιστροφής σε ένα πλέον φυσικό τρόπο διαβίωσης, αλλά στην -ουτοπική ασφαλώς- ένωση του ανθρώπου με την Φύση.
Αλλά σε μια τέτοια κατάσταση εγκλωβισμού σε όνειρο μπορεί ο καθένας μας να βρεθεί κάποια στιγμή –η Χαν Γκανγκ, τουλάχιστον, μας ζητά να το αντιμετωπίσουμε. Και ως εκ τούτου, ο καθένας μας μπορεί, καθώς θα προσπαθεί να κρατηθεί από το λεπτό σχοινί  που μας διατηρεί σε επαφή με την καθημερινότητα, να χάσει την ισορροπία του και να πέσει.
Αν κάτι, σε μια τέτοια στιγμή θα μπορούσε να βοηθήσει, είναι μια ουσιαστική σχέση. Η ΓιόνγκΧιε δεν την αξιώθηκε ή και δεν τόλμησε να την δημιουργήσει. Θύμα κι αυτή συνθηκών αλλοτρίωσης και θύμα ακόμα της διαφυγής προς ένα αδιέξοδο όνειρο.
Μυθιστόρημα μιας ιδιαίτερης σύλληψης όσο και άποψης.
Μπορεί να εκφράζει και τον τρόπο σκέψης ανθρώπων που έχουν άλλες προσλαμβάνουσες και άλλα φιλοσοφικά κληροδοτήματα.
Ο βαθμός που ένα τέτοιο έργο μπορεί με επάρκεια να επικοινωνήσει με αναγνώστες διαφορετικών δομών σκέψης και καθημερινότητας, εξαρτάται και από την μετάφραση.
Η κριτική για τη ‘Χορτοφάγο» στην αγγλική της έκδοση έχει επισημάνει  πως ευτύχησε όσον  αφορά τη μεταφορά της στα αγγλικά. Έχει, όμως, επίσης γραφτεί και πως κορεάτες αναγνώστες κατηγόρησαν για αυθαιρεσίες την μεταφράστρια Deborah Smith (το μυθιστόρημα το έδωσαν σε κυκλοφορία οι εκδόσεις Portobello Books).
Η Smith απάντησε πως μια λογοτεχνική μετάφραση δεν μπορεί να μένει πιστή τόσο στη σύνταξη των προτάσεων , όσο στο ύφος του κειμένου. Και πως άλλωστε εργάστηκε έχοντας δίπλα της την ίδια τη συγγραφέα.
Οι Εκδόσεις Καστανιώτη ανέθεσαν τη μετάφραση του μυθιστορήματος στην Αμαλία Τζιώτη η οποία χρησιμοποίησε το κορεάτικο κείμενο. Δεν μπορώ να γνωρίζω αν και η ίδια ακολούθησε τη θέση της Smith. Σε κάθε περίπτωση η ανάγνωση του συγκεκριμένου έργου μου κράτησε το ενδιαφέρον, οι συχνά έντονες σκηνές ερωτισμού ή βίας νομίζω πως με μεγάλη δεξιοτεχνία αποδόθηκαν στη γλώσσα μας, όπως άλλωστε και οι λεπτές αποχρώσεις των θέσεων της Χαν Γκανγ μπόρεσαν να εδραιωθούν στη σκέψη μου και στα συναισθήματά μου.
(πρώτη δημοσίευση: Βιβλιοδρόμιο των Νέων, 25/4/2020)