9.7.20

Η Σοφία Μαντουβάλου για το "Οι Δίδυμοι Ήλιοι της Ποντικούπολης"

Ποντίκια, Ψηλά τις ουρές!
Ένα βιβλίο για ψηλά τα μυαλά.






Η αίσθηση ότι ο Μάνος Κοντολέων σε όλα τα είδη λογοτεχνίας που καταπιάνεται , κεντάει με τις λέξεις του εικόνες, έννοιες ,συναισθήματα, καταστάσεις, ιδεολογίες, εποχές , δεν είναι καινούργια. Επιβεβαιώθηκε όμως μέσα μου ακόμα μια φορά καθώς ξαναδιάβασα το καινούργιο- παλιό βιβλίο που είχα αγαπήσει σαράντα χρόνια πριν στην αρχή της συγγραφικής μας τότε πορείας . Οι Δίδυμοι Ήλιοι της Ποντικούπολης (Εκδόσεις Πατάκη, αποτελούν μία ανανεωμένη , από την κορυφή μέχρι τα νύχια περιπέτεια της ιστορίας "Κάποτε στην Ποντικούπολη" (Εκδόσεις Καστανιώτη, 1979). 
Με κατακτημένο εδώ και τόσα χρόνια το παιχνίδι της γραφής με το οποίο πρωτοπορεί ,αποτυπώνει και αναπλάθει την πραγματικότητα, ο Μάνος Κοντολέων δημιουργεί ένα καινούργιο βιβλίο με σταθερή τη λογοτεχνική πολιτικοποιημένη ματιά του .
Εκείνοι και οι άλλοι, όλοι τους ποντίκια. Ίδιοι αλλά όχι ίσοι. Τα αφεντικά , ο επιστάτης οι εργάτες , όλοι τους πιασμένοι σε διαφορετικές φάκες. 
Ο συγγραφέας με συμβολισμούς ζωής ,βγάζει στην επιφάνεια τις υπόγειες διαδρομές της εξουσίας , την αδικία, το φόβο,  την υπακοή αλλά και τις διαδρομές συνειδητοποίησης του μυαλού μέσα από καταστάσεις αιτίας-αποτελέσματος .

5.7.20

Ο Αλέξης Πανσέληνος για την "Ερωτική Αγωγή"


Μάνο καλησπέρα.

Αποτελείωσα χθες την ανάγνωση της «Ερωτικής Αγωγής» σου. Εξαιρετική ιδέα η επανέκδοση αυτού του τόσο σημαντικού βιβλίου του 2003 - ενός ώριμου δημιουργήματος του πολύπτυχου ταλέντου σου.

Δεν το ήξερα και ομολογώ πως με κατέπληξε και με γοήτεψε. Είναι ένα σύνθετο βιβλίο, όπου αναδιφείς στα έγκατα της ανθρώπινης – τόσο της γυναικείας όσο και της ανδρικής - ερωτικής ύπαρξης και λειτουργίας.

Μα και καταγράφεις με πολύ οξύ βλέμμα την νεοελληνική ιδιαιτερότητα του πατριαρχικού και του ομοφυλικού στοιχείου του ερωτισμού, όπως και με ιδιαίτερη τρυφερότητα τη γυναικεία στέρηση, την περιστασιακή εμπορευματοποίηση της λίμπιντο (σαν στοιχείου αντίστασης και αυτοδικαίωσης πολλών γυναικών που δεν μπορούν αλλιώς να βρουν μια θέση στον κόσμο των ανδρών)  και την γρήγορη αποστρατεία τους από την ερωτική δράση.

Από πού να πιάσει και από πού να αρχίσει κανείς. Και πέρα από αυτό -που θα μπορούσε να μοιάζει και ως ένα περιοριστικά "ηθογραφικό" βλέμμα-  η δική σου ματιά απλώνεται σε ένα ιστορικό εύρος που ξεδιπλώνει όλες τις κρίσιμες δεκαετίες της νεοελληνικής ιστορίας, φτάνοντας μέχρι τις μέρες μας και εξηγώντας (χωρίς να θεωρητικολογείς) πολλά από τα προβλήματά της.

Δεν θα μπορούσα να φανταστώ πιο καίριο τρόπο να εξετάσεις και τον ερωτισμό και την ιστορία μας, απ' ότι το κατάφερες με αυτό το βιβλίο.

Δεν ξέρω τι υποδοχή του επιφύλαξε η κριτική μας - αλλά η κριτική μας συχνά στάθηκε κουτσή και μισότυφλη για τα δύσκολα προτάγματα της μεγάλης τέχνης. 

Σ' ευχαριστώ που είχες την καλοσύνη να μου το στείλεις !

 

                  Αλέξης Πανσέληνος

              5/7/2020

 


Συνέντευξη στο Athens Voice

Μάνος Κοντολέων
Μάνος Κοντολέων: Ένας Ιανός της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας
«Οι ιδεολογίες προδίδονται από αυτούς που έχουν αναλάβει να τις υλοποιήσουν»

Γιούλη Τσακάλου : 
Συνέντευξη με τον Μάνο Κοντολέων με αφορμή τα νέα του βιβλία, το παιδικό «Οι Δίδυμοι Ήλιοι της Ποντικούπολης» και το μυθιστόρημα «Ερωτική αγωγή» (Πατάκης).

Δεν ξέρω πόσο συχνά εσείς το διαπιστώνετε, αλλά σε μένα συμβαίνει αρκετά συχνά, όταν μπαίνω σε ένα βιβλιοπωλείο και αναζητώ νέα ή παλαιότερα βιβλία. Υπάρχουν –αυτό διαπιστώνω– συγγραφείς που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο κυριαρχούν μέσα στον χώρο. Κάποιοι από αυτούς επειδή εκείνο τον καιρό κυκλοφόρησε το νέο τους βιβλίο, μα και κάποιοι άλλοι που μόνιμα τα δικά τους τα βιβλία είναι σε διάφορα ράφια και πάγκους και μου προσελκύουν το ενδιαφέρον. Ένας από αυτούς τους συγγραφείς και ο Μάνος Κοντολέων. Πάνω από 40 χρόνια κυκλοφορούν βιβλία του και μάλιστα βιβλία κάθε είδους – από παιδικά έως εφηβικά, από μυθιστορήματα έως συλλογές διηγημάτων. Το κάθε ένα μια πρόκληση, το καθένα διαφορετικό από τα άλλα. Και σκέφτομαι πως αν ο θεός των αρχαίων Ρωμαίων που συμβόλιζε τόσο τη νεότητα όσο και την ωριμότητα ήταν ο Ιανός, ένας Ιανός της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας είναι και ο Μάνος Κοντολέων.

-Είστε ένας από τους ελάχιστους έλληνες συγγραφείς που πάνω από 40 χρόνια έχουν μια διαρκή παρουσία τόσο στη λογοτεχνία για παιδιά όσο και στη λογοτεχνία για ενήλικες. Θα έλεγα, μάλιστα, πως αν και όχι ο μόνος, σίγουρα πάντως είστε ο πλέον χαρακτηριστικός. Πώς εξηγείτε τη διπλή σας συγγραφική ταυτότητα;

Ξεκίνησα να γράφω για να καταλάβω τους άλλους, αλλά και να βοηθήσω αυτούς τους άλλους να καταλάβουν εμένα. Λογικό ήταν όσα χρόνια ζούσα έχοντας γύρω μου άτομα της δικής μου ή και μεγαλύτερης ηλικίας να θέλω αυτούς να καταλάβω, αλλά και εκείνοι να κατανοήσουν τις δικές μου ανάγκες. Μα από τη στιγμή που απέκτησα παιδιά τότε υπήρχαν νεότερά μου άτομα που ήθελα να πλησιάσω, όπως επίσης ήθελα κι αυτά να έρθουν κοντά μου. Το άπλωμα, λοιπόν, των συγγραφικών μου προσπαθειών ήταν αναμενόμενο να συμβεί. Από το 1974 που έγινα για πρώτη φορά πατέρας, η λογοτεχνία για μένα έπαψε να έχει διαχωρισμούς ως προς την ηλικία των αναγνωστών της. Ένας είναι ο συγγραφέας, μία είναι και η ουσία για το κείμενο που κάθε φορά γράφει. Οι αναγνώστες διαφοροποιούνται αλλά οι όποιες διαφοροποιήσεις αναγνωστών δεν καθορίζονται μόνο από τη βιολογική τους ηλικία. Κείμενα όπως «Η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων» ή «Ο Μικρός Πρίγκιπας» επιβεβαιώνουν αυτή τη θέση μου. Τελικά και μετά από τόσα χρόνια όπου και γράφω και διαβάζω και κρίνω βιβλία διαφόρων ειδών, έχω καταλήξει στο συμπέρασμα πως υπάρχουν κάποιοι συγγραφείς που τους διακρίνει και τους ενεργοποιεί μια ενήλικη παιδικότητα. Μέγα προσόν, πιστέψτε με. Σε κρατά σε μια διαρκή νεότητα και σου χαρίζει μια συνεχή επαναστατικότητα.

-Βιβλία, λοιπόν, για παιδιά αλλά και για μεγάλους; Τι σας αρέσει περισσότερο να γράφετε;

Και τα δύο, αφού άλλωστε και τα δύο είδη συνεχώς υπηρετώ. Έχω στην προσωπική μου ιστοσελίδα σημειώσει πως: Όταν είμαι, ή θέλω να είμαι, αισιόδοξος, τότε γράφω για παιδιά. Όταν ονειρεύομαι μια επανάσταση, τότε γράφω για τους εφήβους. Όταν φοβάμαι, τότε είναι που γράφω για τους ενήλικες. Μπορεί ως ένα βαθμό κάτι τέτοιο να εκφράζει μια σχετικότητα, αλλά στο βάθος παραμένει κάτι που έχει το νόημά του. Και για να γίνω πιο σαφής, θα μου επιτρέψετε να υπενθυμίσω πως στο χώρο της λογοτεχνίας για παιδιά και εφήβους έχω διαπραγματευθεί θέματα όπως αυτά των ναρκωτικών, του διαζυγίου, της οικολογίας, της σεξουαλικής ταυτότητας, των διαπροσωπικών και ενδοοικογενειακών σχέσεων και των πολιτικών καταστάσεων. Αλλά και αντίστοιχα στη λογοτεχνία για ενήλικες παρόμοια θέματα με έχουν απασχολήσει ­–αρκεί μόνο να υπενθυμίσω πως με την «Ερωτική Αγωγή» διαβάζω έναν αιώνα μέσα από τις εκφράσεις της σεξουαλικότητας, με το «Δάχτυλα πάνω στο σώμα της» καταγράφω τις αντιδράσεις πάνω στην παρουσία λεσβιακών σχέσεων, με τα διηγήματα «Ερωτικές ιστορίες μιας Παιδικής Ηλικίας» ανιχνεύω το ερωτικό ένστιχτο των παιδιών, ενώ με το «Η Κασσάνδρα στη Μαύρη Άμμο» αναζητώ να διαβάσω ξανά τους μύθους που πάνω τους στηρίχτηκε ο δυτικός πολιτισμός μας.

-Αρχές καλοκαιριού του 2020 δίνετε στην κυκλοφορία δύο βιβλία σας που, αν και σε νέα εμφάνιση, αποτελούν παλιές συγγραφικές σας προτάσεις. Ένα παιδικό, «Οι Δίδυμοι Ήλιοι της Ποντικούπολης», και ένα ενήλικο μυθιστόρημα, «Ερωτική αγωγή» (εκδόσεις Πατάκης). Τι σηματοδοτεί για εσάς αυτή η ταυτόχρονη κυκλοφορία;

Το τι σημαίνει για μένα αυτή η ταυτόχρονη κυκλοφορία των δύο βιβλίων μου ίσως να μην έχει και τόση σημασία για τους αναγνώστες αυτής της συνέντευξης. Πιστεύω όμως πως έχει σημασία κάτι άλλο. Κάτι που έχει να κάνει με την ίδια τη φύση της λογοτεχνικής δημιουργίας και της αντιστοίχισης του κάθε έργου τόσο με την εποχή που γράφτηκε όσο και με τις θέσεις του δημιουργού του. Τα λογοτεχνικά έργα έχουν ημερομηνία γέννησης και γι’ αυτό και ανήκουν σε εποχές ιδεολογικών αναζητήσεων.
Το 1979, που κυκλοφόρησε η «Ποντικούπολη» στην πρώτη της μορφή, ξεκινούσε η μεγάλη και πολλαπλά σημαντική περίοδος της Μεταπολίτευσης με την οποία και στην ουσία θα έκλεινε ο 20ός αιώνας για τη χώρας μας. Το 2003 που κυκλοφόρησε η «Ερωτική αγωγή» μόλις είχε πλέον κλείσει αυτός ο αιώνας και ξεκινούσε ο προβληματισμός για το προς τα πού θα οδεύσει ο νέος.
Τόσο ως συγγραφέας, όσο και ως ένα άνθρωπος της εποχή μου, θέλησα να σταθώ απέναντι στις προκλήσεις και τους προβληματισμούς τόσο του τέλους όσο και της αρχής. Όσο κι αν είναι εντελώς διαφορετικά κείμενα, αυτά τα δύο βιβλία, τούτο το δίπολο «τέλους - αρχής», σηματοδοτούν και παράλληλα καταθέτουν τις προσωπικές μου θέσεις και ανησυχίες. 41 χρόνια μετά από το πρώτο και 17 από το δεύτερο διαπιστώνω πως μήτε έχω αλλάξει τις θέσεις μου, μήτε και έχουν τροποποιηθεί οι ανησυχίες μου. Και κάτι τέτοιο νομίζω πως σημαίνει πολλά που αξίζει να τα δούμε και να τα συζητήσουμε με τη γαλήνη που η χρονική απόσταση μας χαρίζει.
Με άλλα λόγια, είδα αυτά τα δύο βιβλία ως σταθμούς στην πολυετή καριέρα μου αλλά και ως επίσης κεντρικά σημεία ενός πολυδύναμου κοινωνικού αλλά και λογοτεχνικού προβληματισμού. Στην ουσία μιλάμε για δύο καθαρώς πολιτικά λογοτεχνικά έργα. Και έτσι η ταυτόχρονη επανακυκλοφορία τους επιβεβαιώνει και την παράλληλη και ισότιμη παρουσία μου στους χώρους της λογοτεχνίας και για παιδιά και για ενήλικες.

-Από το «Κάποτε στην Ποντικούπολη» (Καστανιώτης, 1979) στο «Οι Δίδυμοι ήλιοι της Ποντικούπολης» (Πατάκης, 2020). Οι διαφορετικοί τίτλοι σηματοδοτούν και διαφοροποιήσεις στο κείμενο;

Η «Ποντικούπολη» του 1979 είναι το πρώτο μου βιβλίο που κυκλοφόρησε και το δεύτερο ολοκληρωμένο έργο που είχα γράψει. Λογικό ήταν να διαθέτει προσόντα μα και ελαττώματα μιας κάπως άπειρης συγγραφικής ταυτότητας. Όμως τόσο την έμπνευση όσο και το θέμα μπορώ και σήμερα να τα υποστηρίξω. Πρόκειται για τον αγώνα μιας ομάδας ποντικών, που εργάζονται στο εργοστάσιο τυριών ενός άλλου ποντικού, για τη θεσμοθέτηση και εφαρμογή καλύτερων και ασφαλέστερων συνθηκών εργασίας, όπως και προστασίας του περιβάλλοντος.
Πιστεύω πως στα παιδιά, που έτσι και αλλιώς για το κάθε τι ενημερώνονται, πρέπει να μιλάμε με ειλικρίνεια. Η λογοτεχνία άλλωστε μόνο έτσι μπορεί να υπάρχει, αν είναι ειλικρινής. Από το 1979 μέχρι και σήμερα αυτό πιστεύω. Αλλά είναι λογικό μέσα σε αυτά τα χρόνια και εγώ να έχω βελτιώσει τις τεχνικές μου αφήγησης, αλλά και το κοινό των παιδιών να έχει διαφοροποιήσει τα αναγνωστικά του γούστα. Έγραψα, λοιπόν, ξανά την ίδια ιστορία, εμπλουτισμένη όμως με νέα πρόσωπα, με ουσιαστικές διαφοροποιήσεις περιγραφών, πάντα όμως με τον ίδιο στόχο και την ίδια τοποθέτηση. Ίσως λιγότερο ρεαλιστική και περισσότερο μυθοπλαστική. Μάλλον με τα χρόνια έχω αποκτήσει μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στην αποτελεσματικότητα της φαντασίας.

-Όμως η «Ερωτική αγωγή» δεν έχει υποστεί αλλαγές.

Αυτό το μυθιστόρημα το έγραψα σε μια φάση της συγγραφικής μου πορείας όπου διέθετα πλέον εμπιστοσύνη στην αφηγηματική τεχνική μου και επίσης είχα ξεκάθαρα καταλήξει στο ποιο ήταν το προφίλ του 20ού αιώνα. Δεν υπήρχε λοιπόν λόγος να επέμβω και να διορθώσω κάτι.
Απλώς, και καθώς ολοένα και διαπιστώνω τα αδιέξοδα στα οποία η παγκοσμιοποιημένη κοινωνία μας οδηγείται, έχω καταλήξει στην άποψη πως ο τρόπος που είχα αναγνώσει τα πεπραγμένα του προηγούμενου αιώνα παραμένει επίκαιρος. Αυτή η μετατροπή του Έρωτα σε Ερωτισμό, δηλαδή στην ουσία η μετατροπή του ατόμου από δημιουργό συναισθήματος σε καταναλωτή παρορμήσεων, είναι το κεντρικό ζήτημα που θα πρέπει να λύσουμε, αν θέλουμε να συνεχίσει η ζωή να έχει τα ηθικά χαρακτηριστικά που μέχρι τώρα της είχαμε προσδώσει.
Αλλά και ο τρόπος που είχα τότε χρησιμοποιήσει τη γλώσσα για να περιγράψω πολύ έντονες και συχνά τολμηρότατες σεξουαλικές παρορμήσεις, θεωρώ πως δεν έχει ξεπεραστεί. Αυτή η συνύπαρξη λέξεων που έρχονται από την αρχαιότητα με λέξεις σημερινές, δίνει στο μυθιστόρημα κάτι το διαχρονικά επικό και παράλληλα απενοχοποιεί αυτές τις ίδιες τις λέξεις.

-Οπότε η ταυτόχρονη κυκλοφορία σηματοδοτεί...

Ναι, πολύ σωστά το επισημαίνετε, τόσο εγώ προσωπικά όσο και εκδόσεις Πατάκη, στην ουσία δηλαδή η Άννα και η Έλενα Πατάκη, αποφασίσαμε να ξεκινήσουμε αυτό το καλοκαίρι της ελπίδας με μια συμβολική πράξη συνύπαρξης διαφορετικών αναγνωστών, διαφορετικών λογοτεχνικών ειδών, αλλά κοινών προβληματισμών και προτάσεων για λύσεις. Είναι μια πράξη που ασφαλώς χαρακτηρίζει την όλη τη συγγραφική μου πορεία, αλλά και τη σημαντική και μακρόχρονη παρουσία των εκδόσεων Πατάκη σε αυτά τα δυο είδη λογοτεχνίας.

-Γιατί χάνουμε τη φαντασία μας; Είναι η ενηλικίωση που φέρνει τον ρεαλισμό ή η ενήλικη φαντασία είναι «επικίνδυνη»;

Νομίζω πως και τα δύο ισχύουν. Αν μπορώ ως ενήλικος να φανταστώ, για παράδειγμα, έναν κόσμο δικαιότερο, τότε μπορεί να θελήσω να υλοποιήσω αυτό το όνειρο. Και η υλοποίηση κάθε ονείρου εμπεριέχει την περίπτωση ανατροπής μιας ισχύουσας τάξης πραγμάτων. Εμπεριέχει επαναστατικές τάσεις και γι’ αυτό είναι και επικίνδυνη. Η κοινωνία αυτο-προστατεύεται και μας πείθει και ατομικά να προστατευθούμε. Κι έτσι το όνειρο το ονομάζουμε φαντασίωση ή στάση ανώριμη. Το αφήνουμε να διασκεδάζει τα παιδιά και φροντίζουμε από τη στιγμή της εφηβείας κιόλας να αποδυναμωθεί και να θεωρηθεί ουτοπία, ίσως και χίμαιρα.

-Ο Μάνος Ελευθερίου είχε πει, «Τα τραγούδια που ’χω γράψει τα φοβάμαι / μήπως βγούνε κάποια μέρα αληθινά», πιστεύετε το ίδιο και για τα γραπτά-βιβλία σας;

Δεν ανήκω σε εκείνους τους συγγραφείς που γράφουν αυτό που διαισθάνονται πως έρχεται, αλλά αντίθετα ότι ήδη έχει φτάσει. Οπότε δεν μπορώ να έχω αυτό το είδος του φόβου. Μα… ναι, ίσως μια πίκρα καθώς ξαναδιαβάζω αυτά που έγραψα πριν από χρόνια και βλέπω πως τελικά οι ίδιες συνθήκες εξακολουθούν να ισχύουν. Ο ερωτισμός ευνουχίζει τον έρωτα, οι ιδεολογίες προδίδονται από αυτούς που έχουν αναλάβει να τις υλοποιήσουν, η Τέχνη απομυζάται από τους καλλιτέχνες, οι συγγραφείς μετατρέπονται σε μεταπράτες των γραπτών τους και η λογοτεχνία για παιδιά ονομάζεται βιβλίο για παιδιά.

-Πιστεύετε πως «η εποχή μας έχει ανάγκη από τον δικό της Δον Κιχώτη»;

Ο Δον Κιχώτης γράφτηκε από τον Θερβάντες για άλλους λόγους (περισσότερους θα έλεγα πρακτικούς) και για άλλους λόγους εξακολουθεί μέχρι σήμερα να είναι επίκαιρος. Συμβολίζει το δικαίωμα να μετατρέπεις το προσωπικό σου όνειρο σε προσωπική καθημερινότητα. Και οι άνθρωποι όσο κι αν κάτι τέτοιο το θεωρούμε στην καλύτερη των περιπτώσεων ως γραφικότητα, στην ουσία το αναζητάμε. Και καθώς δεν τολμάμε να το υλοποιήσουμε, αφήνουμε ένα τέτοιο ρίσκο να πέσει στους ώμους ενός συμβόλου.

-Μας θυμίσατε και πιο πριν αυτό που είναι γραμμένο στην προσωπική σας ιστοσελίδα: «Όταν είμαι –ή θέλω να είμαι– αισιόδοξος, τότε γράφω για παιδιά. Όταν ονειρεύομαι μια επανάσταση, τότε γράφω για τους εφήβους. Όταν φοβάμαι, τότε είναι που γράφω για τους ενήλικες. Κι όμως, τελικά… Τίποτε από εμένα δεν φαίνεται». Αν αυτή τη χρονική περίοδο γράφατε, σε όσα διαδραματίζονται γύρω μας θα προσθέτατε κάτι από τα προσωπικά σας βιώματα;

Έχω πλέον φτάσει σε μια ηλικιακή περίοδο, αλλά και έχω επίσης κατακτήσει την ικανότητα να βιώνω την επικαιρότητα φιλτραρισμένη μέσα από μια διαχρονική ματιά. Μπορεί τα γεγονότα να διαφοροποιούνται από τη μια χρονιά στην άλλη, αλλά πίσω από αυτές τις όποιες διαφοροποιήσεις, προσωπικά διακρίνω τις ίδιες πάντα συνθήκες που δημιουργούν τα προβλήματα. 
Έχουμε πεισθεί να βλέπουμε κάθε φορά ένα δένδρο και να αγνοούμε την ύπαρξη του δάσους. Αλλά για να απαντήσω με σαφήνεια στην ερώτησή σας –ναι, αυτό τον καιρό γράφω κάτι που αποτυπώνει το πώς εγώ βλέπω χαρακτήρες όπως αυτούς μιας Κλυταιμνήστρας και ενός Ορέστη. Και, πιστέψτε με, πως αν και το έργο μου κινείται σε εκείνη τη μακρινή εποχή, εντούτοις γράφεται σύμφωνα με τα προσωπικά μου βιώματα τόσο του δικού μου παρελθόντος όσο και του δικού μου παρόντος. Τίποτε πιο προσωπικό από τη λογοτεχνία, όταν δημιουργείται. Γι’ αυτό και τίποτε πιο προσωπικό από τον τρόπο που με τον κάθε ένα αναγνώστη της επικοινωνεί.

-Φοβάστε;

Αν έλεγα όχι, θα έλεγα ψέματα. Αν πάλι έλεγα ναι, και πάλι ψέματα θα ήταν. Ανησυχώ, ίσως είναι το σωστό ρήμα που με εκφράζει. Αλλά από την άλλη σκέφτομαι τα προβλήματα που ζήσανε γενιές προηγουμένων εποχών και λέω πως είναι έπαρση και ύβρις που πιστέψαμε πως η δική μας εποχή θα έμενε αλώβητη. Παρόλα αυτά υπάρχει κάτι που εμείς για πρώτη φορά βιώνουμε. Και που αστόχαστα ετοιμαζόμαστε να κληροδοτήσουμε στους απογόνους μας. Αναφέρομαι στο οικολογικό ζήτημα. Και αυτό με φοβίζει.

-Φοβάστε πως η γλώσσα μας πεθαίνει;

Δεν ξέρω αν θα πεθάνει. Μπορεί να φτωχαίνει… Αλλά ξέρω πως μια γλώσσα πεθαίνει όταν οι λέξεις που την αποτελούν παύουν να έχουν κάτι να σηματοδοτήσουν. Και η κάθε λέξη σηματοδοτεί μια έννοια, μια εικόνα, ένα αντικείμενο, ένα συναίσθημα. Πάνω στις λέξεις έχει μέχρι σήμερα στηριχτεί η αφήγηση. Μα τώρα είμαστε πλέον στην εποχή της εικόνας. Με εικόνες γίνεται η νέα αφήγηση. Οπότε ίσως πρώτιστη σημασία να έχει η προσπάθεια ο άνθρωπος να μπορεί να είναι ικανός και να αφηγείται και να μπορεί να έχει ανάγκη την αφήγηση. Να υποστηρίζουμε από τη μία την παγκοσμιοποίηση και από την άλλη να φοβόμαστε πως θα χαθεί η γλώσσα του καθενός μας, ίσως είναι κάτι παράλογο. Οι εικόνες είναι οι λέξεις μιας παγκοσμιοποιημένης κοινωνίας.
Προσωπικά να και δεν τα το ζήσω, το αποδέχομαι – κι άλλωστε δεν μπορώ και να το εμποδίσω. Αλλά τουλάχιστον ας ξεκινήσει μια προσπάθεια να έχουν οι εικόνες τον πλούτο και την αισθητική που έχουν οι λέξεις.

-Υπάρχουν βιβλία που πολύς κόσμος τα διαβάζει μεν αλλά... δεν έχει να αποκομίσει ουδέν! Το βιβλίο είναι και δημιουργός συνειδήσεων;

Υπάρχουν βιβλία που προσφέρουν μια απλή ξεκούραση. Άλλα που προσφέρουν αναστοχασμό. Άλλα που χαρίζουν εμπειρίες. Όλα τα έχει ανάγκη ο απλός καθημερινός άνθρωπος. Μα αξίζει να μάθει αυτός ο καθημερινός αναγνώστης και να επιλέγει τα καλύτερα από κάθε είδος και να γνωρίζει πως το καθένα άλλες ανάγκες του καλύπτει.

-Παράλληλα με την έντονη συγγραφική σας παρουσία, δημοσιεύετε συχνά κριτικά σημειώματα σε ηλεκτρονικά περιοδικά και σε διάφορα έντυπα. Ποια είναι η άποψή σας για τον ρόλο της κριτικής;

Ναι, έχω μια τακτική παρουσία και στον χώρο αυτό. Αλλά δεν θεωρώ τον εαυτό μου κριτικό. Γράφω τα σημειώματα αυτά ως ένας αναγνώστης με μεγάλη αναγνωστική εμπειρία, αλλά και ως ένας συγγραφέας που γνωρίζει από τη μία βασικές αρχές θεωρίας της λογοτεχνίας και από την άλλη αυτές τις αρχές τις χρησιμοποιεί στα δικά του έργα και τις αναζητά στα έργα των άλλων. Κι αν δεν θεωρώ κριτικό τον εαυτό μου είναι γιατί δεν γνωρίζω όλα τα έργα που κυκλοφορούν έτσι ώστε να έχω μια πληρέστατη άποψη του συνόλου. Περισσότερο ως ενδιάμεσος δρω όταν γράφω τα σημειώματα αυτά – ένας επαρκής αναγνώστης που συνομιλεί από τη μία με τον συγγραφέα και από την άλλη ενημερώνει έναν άλλον αναγνώστη.
Δεν έχει πλέον νόημα να μην εκφράζεις την άποψή σου. Έτσι κι αλλιώς όλοι μιλάνε για όλους και από κανένα δεν ζητάμε εχέγγυα των απόψεών του... 

-Και τέλος μια κάπως ανορθόδοξη ερώτηση, αλλά ξέρω πως είστε άνθρωπος που δεν κρύβει σκέψεις και λόγια. Πώς θα χαρακτηρίζατε τη μακρόχρονη πορεία σας στον χώρο της λογοτεχνίας μας, τόσο της ενήλικης όσο και της παιδικής/εφηβικής;

Ναι, δεν έχει πλέον νόημα να μην εκφράζεις την άποψή σου. Έτσι κι αλλιώς όλοι μιλάνε για όλους και από κανένα δεν ζητάμε εχέγγυα των απόψεών του. Ας μιλάμε, λοιπόν, και για το πώς ο καθένας μας βλέπει το εαυτό του και το έργο του.
Είμαι ικανοποιημένος με τη συγγραφική μου πορεία. Με 16 μυθιστορήματα, 5 συλλογές διηγημάτων και πάνω από 50 λογοτεχνικά έργα για μεγάλα και μικρότερα παιδιά πιστεύω πως μπορώ να ισχυριστώ πως σεβάστηκα και τίμησα το ταλέντο που η φύση με προίκισε. Είμαι ακόμα ικανοποιημένος με την ανταπόκριση των αναγνωστών μου. Το ξέρω πως αγαπούν αυτά που γράφω και τα εκτιμούνε.
Οι άνθρωποι της λογοτεχνίας για παιδιά ιδιαιτέρως με έχουν τιμήσει – η Ημερίδα που διοργανώθηκε από το Πανεπιστήμιο της Αθήνας, στο τέλος του 2018, για τα 40 χρόνια συγγραφικής μου παρουσίας, το αποδεικνύει. Όπως και τα διάφορα βραβεία που βιβλία μου έλαβαν.
Ίσως –σας είπα θα πρέπει να μιλάμε με ειλικρίνεια– να αισθάνομαι κάπως αδικημένα τα βιβλία μου της ενήλικης λογοτεχνίας. Ασφαλώς και προσεχθήκανε, αλλά… Νομίζω πως η ελληνική κοινωνία είναι αρκούντως διστακτική και δεν αποδέχεται εύκολα το γεγονός πως κάποιος μπορεί να έχει πολλά πρόσωπα, όλα τους ταυτόχρονα ισχυρά και δυναμικά.
Αλλά να που φτάσαμε στο σημείο από όπου ξεκινήσαμε αυτή μας τη συζήτηση. Η ταυτόχρονη κυκλοφορία δύο μυθιστορημάτων μου –ένα για ενήλικες και ένα για παιδιά– μάλλον σηματοδοτεί πως αυτή η διστακτικότητα έχει πλέον ξεπεραστεί.
Σε κάθε περίπτωση, θέλω να σας ευχαριστήσω για την ευκαιρία που μου δώσατε να ξεδιπλώσω τις σκέψεις μου και να αναφερθώ με αρκετές λεπτομέρειες σε βασικά ζητήματα του έργου μου.

«Πηγή: https://www.athensvoice.gr/culture/book/660147_manos-kontoleon-enas-ianos-tis-syghronis-ellinikis-logotehnias»

27.6.20

Γκράχαμ Γκρην «Ο ανθρώπινος παράγοντας»




Γκράχαμ Γκρην

«Ο ανθρώπινος παράγοντας»

Μετάφραση: Αχιλλέας Κυριακίδης

Εκδόσεις Πόλις


 

Γνήσιος συγγραφέας του 20ου αιώνα ο Γκράχμ Γκρην (1904 – 1991), όσο και με εμφανή στα έργα του την συγγραφική ματιά που περιμένει κανείς από έναν ευρωπαίο συγγραφέα.

Και τον θεωρώ ως ευρωπαίο συγγραφέα του 20ου αιώνα, με την έννοια ότι μέσα στα έργα του συναντά κανείς κεντρικά πολιτικά ζητήματα αυτής της  εποχής, ενώ παράλληλα οι ήρωές του είναι άτομα που διακατέχονται από προβληματισμούς του αιώνα της εμφάνισης των μεγάλων πολιτικών και φιλοσοφικών ιδεών. Κι όλα αυτά -πολιτικοί προβληματισμοί και διαπροσωπικές σχέσεις- έτσι όπως εκφραστήκανε  μέσα στη σκέψη και στις ζωές ατόμων στενά συνδεδεμένων με την ευρωπαϊκή ήπειρο.

Παράλληλα ο Γκρην θα ισχυριζόμουνα πως συνέχισε εκείνον τον τρόπο γραφής των μεγάλων μυθιστοριογράφων του 19ου αιώνα.

Έγραψε κι αυτός μυθιστορήματα που  και από ένα μεγάλο κοινό αγαπηθήκανε, αλλά και  που επίσης διέθεταν ολοζώντανες και επαρκέστατες αναλύσεις των συσχετισμών πολιτικής και κοινωνίας.

Δεν είναι τυχαίο πως σχεδόν όλα του τα έργα υπήρξαν και εμπορικές επιτυχίες, ενώ και αρκετά έτυχαν ευρηματικών διασκευών  σε κινηματογραφικά έργα.

Πολυταξιδεμένος -που σημαίνει πως η ματιά του ήταν αυτή ενός κοσμοπολίτη- αλλά και με πολλές επαγγελματικές εμπειρίες οι οποίες και θα ενεργοποιούσαν και θα διαπλάτυναν τη θεματική των έργων του.

Η θητεία του κατά τη διάρκεια του Β΄Παγκόσμιου Πολέμου ως πράκτορα των βρετανικών μυστικών υπηρεσιών, υπήρξε μια πηγή άντλησης έμπνευσης για τη συγγραφή κατασκοπευτικών μυθιστορημάτων, τα οποία και τον έκανα ιδιαιτέρως γνωστό στο πλατύτερο κοινό.

Στα έργα αυτής της κατηγορίας ο Γκρην δεν στήνει μόνο μια ενδιαφέρουσα και τεκμηριωμένη με αληθινά συμβάντα πλοκή, αλλά δίνει τη δυνατότητα στους ήρωες του να εκφράσουν τις αντιδράσεις τους απέναντι σε κατασκοπευτικές συνθήκες ζωής.

Αυτό ακριβώς συμβαίνει και στο «Ο ανθρώπινος παράγοντας» - εδώ ο ευφυής Γκρην στην ουσία φωτίζει την περίοδο του ψυχρού πολέμου με τις αποχρώσεις, τις λεπτές και βαθιές αποχρώσεις, συναισθημάτων και ιδεολογιών των ατόμων που εμπλέκονται στην υπόθεση του μυθιστορήματος.

Κεντρικό πρόσωπο ο Μορίς Κάσελ, ήσυχος και διακριτικός πράκτορας με προϋπηρεσία  στην Αφρική και που πλέον έχει αποσπαστεί στα κεντρικά γραφεία στο Λονδίνο. Μαζί του έχει την Νοτιοαφρικανή γυναίκα του και το παιδί της  -και τους δυο κατάφερε να τους σώσει από το καθεστώς του απαρτχάιντ, αλλά με ένα βαρύ αντάλλαγμα. Την μετατροπή του σε διπλό πράκτορα.

Δίπλα σε αυτήν τη σχέση στέκονται και τα υπόλοιπα πρόσωπα του έργου. Ο  καθένας μια αυτόνομη οντότητα – έκφραση ανθρώπων που ζουν κάτω από  την καταπίεση συμβόλων όπως αυτά της τυπολατρίας, της πατριδολατρίας, αλλά και της ανάγκης για μια ζωή με τη δυνατότητα περισσότερων ατομικών επιλογών,  μακριά από συμβάσεις και προαποφασισμένες αποφάσεις.

Και ο Γκρην με λεπτομερείς περιγραφές καθημερινών στιγμών αυτών των ανθρώπων και των συνθηκών μέσα στις οποίες ζούνε και εργάζονται, φτάνει στο επιζητούμενο σημείο να θέσει το ερώτημα του -τελικά τί κανείς εννοεί με τη λέξη ‘προδοσία’ και ποια μπορεί να είναι η ηθικά τεκμηριωμένη ερμηνεία της έννοιας του καθήκοντος;

Αναντίρρητα έχουμε ένα μυθιστόρημα γραμμένο από συγγραφέα με βαθύ και χωρίς δεσμεύσεις προβληματισμό, αλλά και καλού γνώστη του αντικειμένου του. Μα επίσης κι ένα έργο όπου η δράση συνυπάρχει με την εσωτερικότητα των συναισθημάτων και σε απόλυτη συνεργασία του ‘είναι’ με το ‘φαίνεσθαι’ ολοκληρώνεται η πλοκή.

Με αυτά τα εφόδια, και τούτο το έργο του Γκράχαμ Γκρην είναι και μια ενδιαφέρουσα μελέτη της εποχής του ψυχρού πολέμου, στην ουσία δηλαδή είναι μια απολύτως ευαίσθητα γραμμένη σελίδα που αφορά βασικό γεγονός του 20ου αιώνα.

Η πολιτική λογοτεχνία συναντά την αστυνομική, οι ερωτικές σελίδες συνυπάρχουν με τις φιλοσοφικές αναλύσεις.

Δύσκολο το έργο που κλήθηκε να επιτελέσει ο μεταφραστής του μυθιστορήματος. Ο Αχιλλέας Κυριακίδης με την πλουσιότατη εμπειρία του μετέφερε την όλη ατμόσφαιρα του αγγλικού ύφους που διαπερνά το στυλ του Γκρην σε ρέοντα ελληνικά.

 

(Βιβλιοδρόμιο Νέων, 27/6/2020)


21.6.20

Μια συμβολική ταυτόχρονη κυκλοφορία δυο κεντρικών βιβλίων μου «Οι Δίδυμοι Ήλιοι της Ποντικούπολης» - «Ερωτική Αγωγή»






Εδώ και 41 χρόνια που δήλωσα ‘παρών’ στην ελληνική λογοτεχνία,
με σταθερή συνέπεια, γράφω βιβλία για παιδιά και για ενήλικες.
Με συνειδητή συγγραφική επιλογή, στην ουσία δεν διαχωρίζω, ως προς το περιεχόμενο και τη δυναμική τους, τα κείμενα μου που ανήκουν στις δυο αυτές κατηγορίες.
Η επανακυκλοφορία μέσα στο 2020 δύο από τα πλέον χαρακτηριστικά έργα μου των δύο αυτών κατηγοριών από τις Εκδόσεις Πατάκη επισημαίνει μια ουσιαστική παράμετρο της λογοτεχνικής δημιουργίας που εκφράζει την αντιστοίχιση κάθε έργου
με την εποχή συγγραφής του.
Τα λογοτεχνικά έργα έχουν ημερομηνία γέννησης και γι’ αυτό και ανήκουν σε εποχές ιδεολογικών αναζητήσεων.
Το 1979 που κυκλοφόρησε η Ποντικούπολη, ξεκινούσε η μεγάλη και πολλαπλά σημαντική περίοδος της μεταπολίτευσης, με την οποία και στην ουσία θα έκλεινε ο 20ός αιώνας για τη χώρα μας.
Το 2003 που κυκλοφόρησε η Ερωτική αγωγή, μόλις είχε πλέον κλείσει αυτός ο αιώνας και ξεκινούσε ο προβληματισμός για το προς τα πού θα οδεύσει ο νέος.
Τόσο ως συγγραφέας όσο και ως ένας άνθρωπος της εποχής μου
θέλησα να σταθώ απέναντι στις προκλήσεις και τους προβληματισμούς τόσο του τέλους όσο και της αρχής.
Όσο κι αν είναι εντελώς διαφορετικά κείμενα, αυτά τα δύο βιβλία τούτο το δίπολο «τέλους-αρχής» σηματοδοτούν και παράλληλα καταθέτουν τις προσωπικές μου θέσεις και ανησυχίες, οι οποίες όλα αυτά τα χρόνια παραμένουν οι ίδιες και πάντα επίκαιρες.
Με άλλα λόγια, αυτά τα δύο βιβλία μου αποτελούν σταθμούς στην πολυετή καριέρα μου αλλά και επίσης κεντρικά σημεία ενός πολυδύναμου κοινωνικού αλλά και λογοτεχνικού προβληματισμού.
Στην ουσία μιλάμε για δύο καθαρώς πολιτικά λογοτεχνικά έργα. Και έτσι η ταυτόχρονη επανακυκλοφορία τους επιβεβαιώνει και
την παράλληλη και ισότιμη παρουσία μου στους χώρους της
λογοτεχνίας και για παιδιά και για ενήλικες.
Με τη νέα τους εκδοτική εμφάνιση, το μεν ένα –Οι δίδυμοι ήλιοι της Ποντικούπολης– έχει πάρει μια εντελώς καινούρια μορφή, προσαρμοσμένη σε πλέον ώριμες τεχνικές
χρησιμοποίησης της φαντασίας, ενώ το άλλο –Ερωτική αγωγή– διατηρεί όλο τον αρχικό προβληματισμό πάνω στο μέλλον μιας κοινωνίας που μετατρέπει τον Έρωτα σε Ερωτισμό και το άτομο από δημιουργό συναισθήματος σε καταναλωτή παρορμήσεων.
Στην ουσία έχουμε μια συμβολική πράξη εκδοτικής και συγγραφικής συνύπαρξης διαφορετικών αναγνωστών, διαφορετικών λογοτεχνικών ειδών, αλλά κοινών προβληματισμών και προτάσεων για λύσεις.
Θεωρώ πως σήμερα μια τέτοια απόφαση έχει τη δική της σημασία και τουλάχιστον την όφειλα προς εκείνον τον νέο συγγραφέα που ξεκινούσε -πριν από 41 χρόνια-  μια καριέρα από την οποία πήρε πολλές χαρές και εμπλουτίστηκε με πάρα πολλές εμπειρίες.

9.6.20

Ευγενία Φακίνου «Γράμματα στη Χιονάτη»


Ευγενία Φακίνου
«Γράμματα στη Χιονάτη»
Εκδόσεις Καστανιώτη

            


Μια ηλικιωμένη γυναίκα φτάνει σε ένα μικρό χωριό, το οποίο οι κάτοικοί του σύντομα θα αναγκαστούν να το εγκαταλείψουν λόγω κατολισθήσεων.
Η γυναίκα (ποτέ δε θα μάθουμε το όνομά της) είχε σε μακρινό παρελθόν επισκεφθεί και πάλι το ίδιο μέρος και τώρα το επιλέγει ξανά καθώς κάτι σοβαρό έχει συμβεί στη ζωή της και θέλει…
Αλήθεια, τί να ζητά αυτή η γυναίκα με το ξυρισμένο κεφάλι και τα φρύδια; Από ποια μεγάλη στεναχώρια –όπως η ίδια δηλώνει- θέλει να αναρρώσει ή να ξεφύγει;
Βρίσκει στην άκρη του χωριού  ένα σπίτι για να νοικιάσει και εκεί εγκαθίσταται.
Πολύ σύντομα θα μας αφήσει να μάθουμε πως είναι η ίδια συγγραφέας, πως πιο πριν είχε ασχοληθεί με τη ζωγραφική, πως αν και έχει στην κατοχή της έχει δικό της σπίτι σε μέρος επίσης απομονωμένο, εντούτοις επέλεξε αυτό τον τόπο, από τον οποίο κρατά αναμνήσεις μιας νεότητας.
Δεν θα αναμειχθεί στην καθημερινότητα των άλλων κατοίκων του χωριού, όσο τουλάχιστον εκείνοι δεν θα έχουν εγκαταλείψει τα σπίτια τους.
Αλλά αμέσως μετά την αναχώρησή τους, θα κυκλοφορήσει στους έρημους δρόμους, θα έχει κάποιες περίεργες συναντήσεις με άτομα που ίσως είναι υπαρκτά, ίσως όμως και δημιουργήματα της φαντασίας της, θα συνεχίζει να ζει μέσα στην απόλυτη μοναξιά και ενώ ο χειμώνας έρχεται με βαριές χιονοπτώσεις, έξω από το σπίτι της θα δει ένα μικρό κορίτσι, αμίλητο και  βρώμικο, να κάθεται κάτω από τις νιφάδες που της στολίζουν το σώμα.
Θα το περιμαζέψει, θα αναζητήσει τρόπους να κερδίσει την εμπιστοσύνη του, να το κάνει να μιλήσει. Θα το ονομάσει Χιονάτη. Μα η μόνη λέξη που αυτό το κορίτσι κάποια στιγμή θα προφέρει είναι ο ήχος από τη συνύπαρξη τριών γραμμάτων, ένα μαμ…
Κι όπως ξαφνικά το κορίτσι παρουσιάστηκε, το ίδιο ξαφνικά θα χαθεί και πάλι και η γυναίκα θα μείνει μόνη ξανά, αλλά έχοντας μέσα της δεμένα ένα όνομα -Χιονάτη- και μια ιδιότητα -μαμά.
Αυτή είναι, σε πολύ γενικές γραμμές, η κεντρική υπόθεση του τελευταίου μυθιστορήματος της Ευγενίας Φακίνου.
Η Φακίνου έχει συχνά χρησιμοποιήσει στοιχεία ενός μαγικού ρεαλισμού (αν και μόνο ένα της μυθιστόρημα, το ‘Τρένο των νεφών’,  θα μπορούσε πλήρως να ενταχθεί σε αυτό το είδος). Όποτε το έχει κάνει, χρησιμοποιεί το μαγικό στοιχείο για να φωτίσει την εσωτερική στιγμή που καθορίζει την κεντρική απόφαση ενός ανθρώπου.
Ανθρώπου, έγραψα, αλλά μάλλον θα έπρεπε να γράψω: γυναίκας. Η Φακίνου σχεδόν πάντα ηρωίδες έχει πλάσει  και μέσα από αυτές αναζητά το μαγικό στοιχείο που διαπερνά το κάθε πλάσμα που μπορεί να γεννήσει -ένα άλλο πλάσμα, μια άλλη ζωή, μια άλλη στάση και ιδέα. Η Φακίνου αναζητά και ανασυνθέτει το θήλυ.
Τα μυθιστορήματά της σαφώς μπορεί κανείς να τα εντάξει κάτω από τον χαρακτηρισμό ‘θηλυκή λογοτεχνία’ -όρος αδόκιμος, το ξέρω, αλλά και η χρήση του όρου ‘γυναικεία’ όχι μόνο θα αδικούσε, αλλά και θα παραπλανούσε.
Γιατί αυτό που η Ευγενία Φακίνου καταφέρνει να κάνει γράφοντας είτε τη «Μεγάλη Πράσινη» είτε την «Αστραδενή» (για να αναφέρω δυο από τα πλέον γνωστά της, αλλά και τα πλέον χαρακτηριστικά της έργα) δεν είναι να φωτίσει τον εσωτερικό κόσμο γυναικών, αλλά την ίδια την υπόσταση θηλυκών όντων.
Η πρόταση μου, με άλλα λόγια, είναι πως τέτοια μυθιστορήματα πρέπει και αξίζει να διαβάζονται ως καθρέφτες εσωτερικών χαρακτηριστικών που κάθε πλάσμα που συναισθάνεται μπορεί -γνωρίζοντας τα ή όχι- να τα διαθέτει. Άλλωστε μέσα σε κάθε αρσενικό ενυπάρχει  το θηλυκό, όπως και εντός του θήλεος θα βρούμε το άρρεν.
Πέρα όμως από αυτό το γενικό όσο και κεντρικό χαρακτηριστικό -μα και πάντα κάτω από τη δικιά του σκιά-  το «Γράμματα στη  Χιονάτη» στέκεται και σε συγκεκριμένα θέματα όπως αυτά της μοναξιάς που μπορεί να φέρνουν μαζί τους το γήρας, η αρρώστια και ασφαλώς ο επικείμενος θάνατος. Αλλά ακόμα και στη λειτουργία της μνήμης, της επιστροφής σε κατακτήσεις που πάνω τους στήθηκε ο τρόπος σκέψης και ζωής και βέβαια στην βασική σχέση που συνδέει παιδί με γονιό.
Η ηρωίδα της Φακίνου δεν έχει όνομα γιατί επιστρέφει στην εποχή της ενδομήτριας ζωής της. Και το κορίτσι που θα το φέρει το χιόνι, με την απόλυτη λευκότητα του -χωρίς μνήμη, και λέξεις- θα προσπαθήσει να σχηματίσει το όνομα που περιγράφει την πλέον βασική σχέση -τη μητρότητα.
Επιστρέφουμε από εκεί που ξεκινήσαμε -αυτό είναι το τελικό συμπέρασμα που κρατά ο αναγνώστης του έργου.
Όπως σχεδόν σε όλα τα άλλα της έργα, έτσι και σε αυτό η γραφή της Φακίνου αν και απλή, καταφέρνει να σκάβει στη σκέψη, να φέρνει στο φως κρυμμένες αποχρώσεις ιδεών και συναισθημάτων, να περιγράφει με λεπτομέρειες το πως το άψυχο μπορεί να πάρει τη μορφή μιας έμψυχης κατάθεσης και τελικά να αφηγηθεί μια ιστορία που ακουμπά στο παραμύθι και είναι γαντζωμένη στην πραγματικότητα.


(bookpress 9/6/2020)