29.10.20

"Χωρίς πρόσωπο" της Κατερίνας Μαλακατέ

 



Κατερίνα Μαλακατέ

«Χωρίς πρόσωπο»

Μεταίχμιο

 

Πάνω σε έναν καβγά με τη μητέρα του, ο 23χρονος Διονύσης αυτοπυροβολείται. Επιζεί, αλλά το μισό του πρόσωπο έχει διαλυθεί. Θα ζήσει στη σκιά, χωρίς μύτη, στόμα, μάγουλα, με μόνη συντροφιά τους γονείς του. Δυσκολεύεται να φάει και να μιλήσει και για αρκετό καιρό ζει μέσα στα σόσιαλ μίντια, κρυμμένος πίσω από την οθόνη του υπολογιστή του. Ώσπου ένα βράδυ τον βρίσκει η ελπίδα, μια γιατρός τού στέλνει υλικό για την εγχείρηση που θα τον σώσει — μεταμόσχευση προσώπου.

Μπορεί όμως το πρόσωπο ενός άλλου να σου δώσει πίσω τα χαμένα χρόνια;

Ένα μυθιστόρημα που πραγματεύεται ζητήματα βιοηθικής, αλλά και τον έρωτα, την οικογένεια, τους μητρικούς και πατρικούς δεσμούς, τις σχέσεις την εποχή του διαδικτύου -αυτό είναι με λίγες λέξεις το θέμα του «Χωρίς πρόσωπο», έτσι όπως παρουσιάζεται στο οπισθόφυλλο της έκδοσης.

Η Κατερίνα Μαλακατέ γεννήθηκε το 1978 στην Αθήνα και σπούδασε  φαρμακοποιός. Είναι παντρεμένη κι έχει δυο γιους. Από το 2009 διατηρεί το βιβλιοφιλικό ιστολόγιο www.diavazontas.blogspot.gr, ενώ είναι συνιδιοκτήτρια του βιβλιοπωλείου - καφέ Booktalks. Έχει ακόμα άλλα τρία προσωπικά βιβλία κυκλοφορήσει ενώ κείμενά της έχουν συμπεριληφθεί σε διάφορες συλλογές διηγημάτων.

Το θέμα αυτό του μυθιστορήματος είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον και νομίζω πως κανείς άλλος έλληνας συγγραφέας δεν έχει ως τα τώρα ασχοληθεί με αυτό.

Από το https://www.yourplasticsurgeon.gr αντιγράφω:

Η αλλομεταμόσχευση προσώπου αποτελεί την πλαστική επέμβαση αποκατάστασης σοβαρά παραμορφωτικών δυσμορφιών ενός λήπτη μεταφέροντας το πρόσωπο από πτωματικό δότη.

Η πρώτη μεταμόσχευση προσώπου πραγματοποιήθηκε στη Γαλλία το 2005.

Από το 2005 έως το 2016 πραγματοποιήθηκαν παγκοσμίως 37 μεταμοσχεύσεις προσώπου (ποτέ έως τώρα στην Ελλάδα).

Η κύρια διαφορά του προσώπου ως αλλομοσχεύματος σε σύγκριση με άλλα όργανα (π.χ. μεταμόσχευση νεφρού ή καρδιάς) είναι η αυξημένη αντιγονικότητα του και η αυξημένη τάση απόρριψης από το ανοσοποιητικό σύστημα του λήπτη, αλλά και άλλες ανεπιθύμητες ενέργειες της ανοσοκατασταλτική αγωγής, όπως  η εμφάνιση νεοπλασμάτων βαριές λοιμώξεις και η νεφροτοξικότητα.

Με βάση αυτά τα δεδομένα η Κ. Μ. θέλησε να γράψει  ένα μυθιστόρημα και με -είναι σαφές αυτό- ιδιαίτερη μελέτη του όλου ζητήματος,  παρακολουθεί τις αντιδράσεις του ήρωά της από την ώρα του τραυματισμού του έως την στιγμή της αποδοχής της νέας του μορφής.

Ως μυθιστορηματικός ήρωας, ο Διονύσης προσφέρει στο συγγραφέα του την ευκαιρία να αναζητηθούν οι σχέσεις του ατόμου με το πρόσωπό του, με τους άλλους, η ποικιλία των αντιδράσεών του και οι επιλογές της καθημερινότητάς του.

Γίνεται προφανές πως αλλιώς πρέπει να αισθάνεται εκείνος στον οποίο μεταμοσχεύτηκε ένα όργανο ζωτικό μεν για τη ζωή του αλλά ‘κρυμμένο μέσα στο σώμα του΄, από τον άλλον που το μόσχευμα που δέχεται είναι και το πρώτο στοιχείο που οι άλλοι θα προσέξουν.

Σημείωσα πιο πριν πως η Κ. Μ. πρέπει με ιδιαίτερη συνέπεια να μελέτησε όλες τις παραμέτρους που επηρεάζουν κάποιον που υφίσταται μια τέτοια μεταμόσχευση. Και με ιδιαίτερη ευαισθησία αυτές τις γνώσεις τις μετέφερε στο πλάσιμο της προσωπικότητας του ήρωά της.

Παράλληλα θέλησε το όλο ζήτημα να το τοποθετήσει μέσα σε ένα οικογενειακό περιβάλλον από τη μια, αλλά και εντός της σύγχρονης κοινωνίας που τη χαρακτηρίζει η χρήση  (δυνατότητες και προκλήσεις του διαδικτύου)

Έτσι αφήνει χώρο να εκφραστούν και άλλα πρόσωπα που ζούνε δίπλα στον κεντρικό της ήρωα και με τον ένα ή τον άλλον τρόπο επεμβαίνουν στις αντιδράσεις του . Η μητέρα του κατά κύριο λόγο, μια γιατρός που του προτείνει στην αρχή τη μεταμόσχευση και στη συνέχεια γίνεται η ερωμένη του, η γυναίκα του δότη, αλλά και ακόμα ο αδελφός και ο πατέρας του Διονύση, όπως και ο ψυχαναλυτής του.

Πιστεύω πως η απόφαση της Κ.Μ. να συμπεριλάβει στο έργο της τις αντιδράσεις πολλών άλλων πέρα του βασικού πάσχοντος, στηρίχτηκε στην ιδέα πως αυτό που είμαστε και το κάθε τι που  πράττουμε, έχουν  άμεση σχέση με  ό,τι οι άλλοι είναι και πράττουν ως προς εμάς.

Με άλλα λόγια -σε μια καθαρώς προσωπική ανάγνωση- διάβασα τους μονολόγους των περιφερειακών ηρώων περισσότερο ως απόψεις  που ο ήρωας είχε γι αυτούς, παρά ως απόλυτα δικές τους σκέψεις και συναισθήματα.

Σε κάθε περίπτωση το μυθιστόρημα κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον αυτού που το διαβάζει, τον κάνει να αναλογιστεί συνθήκες που δεν τις είχε πιο πριν αντιμετωπίσει και βέβαια τον οδηγεί σε ένα βαθύ προβληματισμό των σχέσεων του εσωτερικού κόσμου μας με αυτόν που οι άλλοι καθορίζουν για εμάς.

 

 

(Πρώτη ανάρτηση diastixo 29/10/2020)


23.10.20

Το Νησί με τις Λέξεις που Αγαπάνε

 



Ο Ηγεμόνας και η Αρχόντισσα διοικούν εδώ και πολλά χρόνια το Νησί.  Καθώς οι ίδιοι γερνούνε συνειδητοποιούν πως  το Νησί καταστρέφεται έτσι όπως οι κάτοικοί του το εκμεταλλεύονται με λάθος τρόπο.

Το ίδιο το ζευγάρι δεν έχει φυσικούς απογόνους και αποφασίζει να ανακαλύψει τον διάδοχό του μέσα  στους άξιους  υπηκόους που τυχόν έχουν απομείνει.

Ανακοινώνουν πως η επιλογή θα γίνει ανάμεσα σε όσους στείλουν ανώνυμα μια ιστορία που θα περιέχει Λέξεις που Αγαπούνε.

Λαμβάνουν έξι φακέλους και διαβάζουν έξι ιστορίας που όμως μιλάνε γι αυτά που γεννιούνται από τις Λέξεις που Αγαπάνε.

Ο Ηγεμόνας και η Αρχόντισσα  διαβάζουν (μαζί με τους αναγνώστες του βιβλίου) όλες τις Ιστορίες. Δυσκολεύονται να επιλέξουν. Ζητάνε να γνωρίσουν εκείνους που τις έγραψαν.

Και όταν αυτό συμβεί, τότε ο Ηγεμόνας και η Αρχόντισσα κατανοούν πως ο σωστός διάδοχος, αυτός που θα σώσει όλο το Νησί, δεν μπορεί να είναι μόνο ένας, αλλά όλοι εκείνοι που έγραψαν τις Ιστορίες. Όλοι μαζί.

Μια νέα πρόταση διακυβέρνησης αξίζει να εφαρμοστεί. Η Δημοκρατία.

(Εξώφυλλο και εικόνες της Κατερίνας Βερούτσου)

 

17.10.20

Γιόζεφ Ροτ "Ο Τσίπερ και ο πατέρας του"

 

Joseph Roth

«Ο Τσίπερ κι ο πατέρας του»

Μετάφραση – Επίμετρο: Πελαγία Τσινάρη

Εκδόσεις Ροές

 

     


    

 Ο εβραϊκής καταγωγής γερμανόφωνος συγγραφέας Joseph Roth (1894 – 1939) έζησε μια πολυτάραχη ζωή και μεταξύ των άλλων (αφηγήματα, άρθρα κλπ) έγραψε κάποια ιδιαιτέρως καλά μυθιστορήματα με τα οποία κατάφερε να αποτυπώσει όλο το κλίμα της εποχής της Αυτοκρατορίας των Αψβούργων στο κέντρο της Ευρώπης.

Τα μυθιστορήματά του, την εποχή που ζούσε, προσέχθηκαν και από το πλατύ κοινό και από τους συγχρόνους του συγγραφείς και κριτικούς -ο ίδιος ο Στέφαν Τσβάιχ είχε θετικά εκφραστεί γι αυτόν.

Πρόλαβε να αφήσει τη Γερμανία αρκετά πριν την επικράτηση του Ναζισμού, μα πέθανε σε απόλυτη ένδεια και σχεδόν ξεχασμένος στο Παρίσι.

Τα τελευταία χρόνια και σε παγκόσμιο επίπεδο τα μυθιστορήματά του επανέρχονται στην επικαιρότητα και είναι αλήθεια περίεργο κάτι τέτοιο μιας και ο Joseph Roth περιγράφει ένα κόσμο που δεν υπάρχει πλέον. Όμως αν αναλογιστούμε πως οι ήρωες του είναι στην ουσία πρόγονοι αυτών που και σήμερα κυριαρχούν στην πολιτική και κοινωνική ζωή της Ευρώπης, θα μπορέσουμε να κατανοήσουμε αυτό που ακριβώς ανακαλύπτει ένας σύγχρονος αναγνώστης στις ζωές ατόμων που έζησαν τα πρώτα χρόνια του 20ου αιώνα.

Υπάρχει όμως και μια ακόμα διάσταση στα έργα του Roth που έρχεται να ενεργοποιήσει τη συναισθηματική (και όχι μόνο) ταύτιση του σημερινού αναγνώστη με τους ήρωές του.

Ο Roth από τη μια εκφράζει την αγάπη του προς  εκείνο τον κόσμο που μέσα του ανδρώθηκε, μα αμέσως μετά απέναντι στον ίδιο αυτόν κόσμο δείχνει να είναι θυμωμένος ή πικραμένος, σίγουρα να του καταλογίζει μια προδοσία.

Ο κόσμος που μας άνδρωσε και στη συνέχεια μας πρόσδωσε -αυτός είναι ο κόσμος του Roth και σαφέστατα δείχνει όμοιος  με μια πολύ πιο σύγχρονη, κοντινή μας εποχή.

Στην Ελλάδα νομίζω πως έχουν μεταφραστεί και κυκλοφορούν αν όχι ακόμα όλα , πάντως τα περισσότερο από τα έργα του. Ανάμεσά τους ξεχωριστή θέση κατέχει «Το εμβατήριο του Ραντέτσκυ».

Στην ίδια ενότητα με αυτό μπορεί κανείς να εντάξει και το «Ο Τσίπερ και ο πατέρας του», αν και αυτό το τελευταίο ο ίδιος ο Roth τον θεωρούσε νουβέλα.

Σίγουρα χαμηλότερης μυθιστορηματικής  έντασης, αλλά έτσι δυναμώνει την άποψη πως τα μικρότερα έργα ενός συγγραφέα είναι αυτά που επιβεβαιώνουν το μέγεθος του ταλέντου του.

Η πλοκή του έργου είναι μάλλον απλή. Οι διάφορες φάσεις που ενώνουν  μα και χωρίζουν ένα  πατέρα -τυπικό εκπρόσωπο ενός κόσμου που φεύγει- με τον γιο του -εκφραστή της νέας γενιάς που κληρονομεί την ήττα και το αδιέξοδο. Γύρω τους μια καθημερινότητα που πνίγει και σχέσεις (οικογενειακές, ερωτικές, κοινωνικές) που μονίμως φυτοζωούν ή και προδίδουν.

Και εδώ ακριβώς είναι αυτό που σε συναρπάζει στο έργο. Οι ψυχογραφικές επισημάνσεις που ενώ δίνουν ζωντάνια στους πρωταγωνιστές, παράλληλα είναι και καταγραφές των κοινωνικών συνθηκών που οδήγησαν τον 20ο αιώνα να γίνει ο αιώνας της απόλυτης φρίκης.

Ο ίδιος ο Roth ασφαλώς και δεν έζησε το δράμα που το γερμανικό όραμα του Γ’ Ράιχ για παγκόσμια επικράτηση οδήγησε την ανθρωπότητα. Μα μπόρεσε να το υποψιαστεί και μάλιστα αρκετά χρόνια πιο πριν (τη  συγκεκριμένη νουβέλα τη γράφει το 1927).

Ασφαλώς και πρόκειται για ένα καθαρό και κλασικό εκπρόσωπο του τρόπου συγγραφής των μυθιστορημάτων της γερμανόφωνης λογοτεχνίας. Αλλά ειδικά στο «Ο Τσίπερ και ο πατέρας του» υπάρχει και μια δομή που προαναγγέλλει τις νέες τεχνικές αφήγησης που θα ακολουθήσουν.

Το γενικό, το κοινωνικό στοιχείο δεν φωτίζεται εις βάρος του ατομικού. Αντίθετα, οι προσωπικές στιγμές και αντιδράσεις ενώ σκιαγραφούν με επάρκεια και ζωντάνια τους χαρακτήρες, την ίδια ώρα καταγράφουν τις πολιτισμικές και πολιτικές συνθήκες που τις έχουν δημιουργήσει.

Με άλλα λόγια μυθιστόρημα (ή έστω νουβέλα) που γέρνει προς το ψυχογράφημα.

Ακόμα ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει το πως ο συγγραφέας (η αφήγηση γίνεται σε πρώτο πρόσωπο) κρατά το ρόλο του αφηγητή  και κλείνει το μάτι στον αναγνώστη  του καθώς παίζει μαζί του κάνοντας τον να υποψιαστεί πως υπάρχουν έντονα αυτοβιογραφικά στοιχεία.

Τέλος -και πάντα διατηρώντας τις ισορροπίες ανάμεσα στην προσωπική άποψη και στην εξ αποστάσεως αποτίμηση- πολύ συχνά γίνεται κριτική τόσο ενός γραφειοκρατικού μηχανισμού όσο και μιας  -νέας για την εποχή εκείνη- μεθόδου προώθησης της καλλιτεχνικής δημιουργίας.

Όλα αυτά νομίζω πως ερμηνεύουν την επιστροφή στις αναγνωστικές προτιμήσεις μας προς τα έργα ενός συγγραφέα που χωρίς να είναι από τους μεγάλους μυθιστοριογράφους της εποχής του, έδωσε έργα ικανά να αναπνέουν τόσο χρόνια μετά τη γέννησή τους.

Ιδιαίτερα κατατοπιστικό το επίμετρο της Πελαγίας Τσινάρη που υπογράφει και τη συνετή μετάφραση του έργου.

(Βιβλιοδρόμιο Νέων 17/10/2020)

26.9.20

Αλεχάντρο Παλόμας «Μια μητέρα»

 

Αλεχάντρο Παλόμας

«Μια μητέρα»

Μετάφραση: Αλεξάνδρα Γκολφινοπούλου

Opera, 2020

 

 (Βιβλιοδρόμιο      26/9/2020)

 


Ο Αλεχάντρο Παλόμας (Alejandro Palomas) γεννήθηκε το 1967 στη Βαρκελώνη. Σπούδασε Αγγλική Φιλολογία και ολοκλήρωσε τις σπουδές του με ένα Master in Poetics στο New College του Σαν Φρανσίσκο. Εργάστηκε ως δημοσιογράφος και μετέφρασε έργα σημαντικών συγγραφέων όπως η Κάθριν Μάνσφιλντ, ο Όσκαρ Ουάιλντ, η Γερτρούδη Στάιν, ο Τζακ Λόντον κ.ά. Το 2018 έλαβε το βραβείο Nadal για το βιβλίο του Un amor. Για το μυθιστόρημα του "Ένας γιος" (Opera, 2018) έχει τιμηθεί με πολλά βραβεία μεταξύ των οποίων και το Εθνικό Βραβείο Νεανικής Λογοτεχνίας της Ισπανίας (2016). Βιβλία του έχουν μεταφραστεί σε δεκαπέντε γλώσσες.

Το «Μια μητέρα» είναι το δεύτερο μυθιστόρημά του  μεταφρασμένο στα Ελληνικά.

Γύρω από ένα τραπέζι μια νύχτας παραμονής Πρωτοχρονιάς είναι μαζεμένα τα μέλη μιας οικογένειας. Η μητέρα, ο αδελφός της, ο γιος της, οι δυο της κόρες, η φίλη μιας από αυτές και τα δυο σκυλιά τους.

Έξι άτομα και επτά καρέκλες. Η τελευταία για κάποιον που απουσιάζει -ναι, πάντα θα υπάρχει στην κάθε οικογένεια κάποιος σημαντικός απόντας.

Πάνω σε αυτό το σκηνικό και μέσα στη διάρκεια των πρώτων ωρών της πρώτης μέρας μιας χρονιάς, ο Παλόμας στήνει το έργο του και καταφέρνει να μιλήσει… Για την απώλεια και την παρουσία, για την προσφορά και τη στέρηση, για την ελευθερία και τη δέσμευση, για την κατανόηση και την καταπίεση, για το γέλιο και το δάκρυ, για την αγάπη και τον θυμό… Για την ίδια τη ζωή, εν τέλει.

Ιδιότυπος συγγραφέας ο Παλόμας. Τον γνωρίσαμε στην Ελλάδα με τη νουβέλα του «Ένας γιος» πριν από δυο χρόνια περίπου και τότε είχαμε εντοπίσει την δυναμική με την οποία ανιχνεύει τις διαπροσωπικές σχέσεις, και τώρα, με το πλέον σύνθετο μυθιστόρημά του «Μια μητέρα», αυτή η ικανότητα απλώνεται με τρόπο καθηλωτικό.

Οι σχέσεις αναπτύσσονται την ίδια ώρα που η απώλεια προσπαθεί να τις τραυματίσει.

Και εδώ υπάρχει ένα από τα δυο κεντρικά χαρακτηριστικά του συγγραφικού αποτυπώματος του Ισπανού πεζογράφου -η μετατροπή της απουσίας σε πηγή όπου αναβλύζει η συνύπαρξη.

Στην περίπτωση του «Ένας γιος» ήταν ο θάνατος της μητέρας που ωρίμασε τη σχέση πατέρα και γιου.

Στο «Μια μητέρα»  με τα έξι -εξ ίσου κεντρικά- πρόσωπα της αφήγησης έχουμε πολλούς και ποικίλους αποχωρισμούς, πολλές και πολυσήμαντες απώλειες που όμως αν κα τραυματίζουν δεν σκοτώνουν.

Ο ίδιος ο Παλόμας, στο τέταρτο και τελευταίο μέρος του έργου, θα χρησιμοποιήσει ως εισαγωγή τα πιο κάτω λόγια ένας άλλου συγγραφέα, του Μ. Άλμπομ:

«Όλα τα πράγματα στη ζωή μας έχουν κάποιο νόημα* κάθε τέλος είναι και αρχή. Απλώς δεν το αντιλαμβανόμαστε τη στιγμή που συμβαίνει.»

Αλλά αν το ένα χαρακτηριστικό συγγραφικό αποτύπωμα του Παλόμας είναι η δημιουργική εκμετάλλευση της απώλειας, το άλλο είναι ο συνδυασμός της απλότητας με την εμβάθυνση. Με λόγια απλά και φράσεις συχνά καθημερινές περιγράφει απλές και καθημερινές στιγμές, την ίδια ώρα που καταφέρνει αυτές τις στιγμές να τις φωτίσει με τρόπο τέτοιο όπου βγάζουν στην επιφάνεια κάθε κρυφή, υπόγεια δομή τους. Για να πετύχει αυτή τη συνύπαρξη απλότητας και σύνθεσης καταφεύγει σε μια θεατρική ενατένιση των περιστατικών που περιγράφει.

Ενώ διαβάζουμε ένα καθαρώς πεζογραφικό έργο, τα πρόσωπα -από την πανταχού παρούσα μητέρα ως τα δυο σκυλιά της οικογένειας- μας παρουσιάζονται με την απτή κυκλικότητα προσώπων πάνω σε μια σκηνή θεάτρου και το δωμάτιο με το στρωμένο τραπέζι συχνά μας ξυπνά μνήμες σκηνικού μιας θεατρικής  παράστασης.

Ναι, ο Αλεχάντρο Παλόμας είναι πληθωρικός συγγραφέας, μα επίσης είναι και ένας τεχνίτης του λόγου όπου ξέρει κάθε τι το πληθωρικό να το συγκρατεί ως το σημείο εκείνο που δεν μετατρέπεται σε μελόδραμα.

Μα υπάρχει και μια ακόμα διάσταση στη γραφή με την οποία ολοκληρώθηκε η συγγραφή του «Μια μητέρα» που αν και δεν τη συναντήσαμε στο «Ένας γιος», είναι τόσο άρτια ολοκληρωμένη ώστε να μπορεί να θεωρηθεί ως κεντρικό στοιχείο του τρόπου με τον οποίο ο Παλόμας συγγράφει. Αναφέρομαι στη συνύπαρξη χιούμορ και φιλοσοφικής ματιάς.

Υπάρχουν σελίδες όπου το γέλιο έρχεται να επιβληθεί στις αντιδράσεις του αναγνώστη -γέλιο από τη σάτιρα, τον τρόπο με τον οποίο μπορείς να γελάσεις με τα χούγια και τα λόγια ανθρώπου που αγαπάς και επίσης εκτιμάς. Κι αμέσως μετά ακολουθούν άλλες σελίδες -οι περισσότερες αυτές είναι- όπου ο στοχασμός άλλοτε τέμνει με μαεστρία κι άλλοτε κατανοεί με απόλυτη συμπάθεια.

Μυθιστόρημα ασυνήθιστο. Ευρηματικό. Αρκείται στο να αναζητήσει το όποιο ‘γιατί’ έχει διαμορφώσει το ‘τώρα’ – άλλωστε είναι γεγονός πως είμαστε αυτό που έχουμε προηγούμενα ζήσει.

Προσεγμένο στην κάθε του λεπτομέρεια κι όμως ανάλαφρο όπως ένα σύννεφο που άλλοτε σκιάζει τον ήλιο κι άλλοτε δροσίζει το έδαφος.

Αποδεικνύει πως το αναπάντεχο είναι αυτό που θα φέρει την αληθινή γνώση του άλλου και της ίδιας της ζωής -ο ίδιος ο Παλόμας χρησιμοποιεί ως εισαγωγική φράση στο έργο του: Ο καλός σχοινοβάτης γνωρίζει πως το πραγματικό κενό βρίσκεται επάνω.

Πιστεύω πως η μετάφραση μιας τόσο ευαίσθητης γραφής όπως αυτής του Παλόμας δεν πρέπει να είναι μια εύκολη υπόθεση. Η Αλεξάνδρα Γκολφινοπούλου και πάλι αποδεικνύει πως πρέπει να αγάπησε πολύ αυτήν την ευαίσθητη γραφή και με αποτελεσματικότητα την μετέφερε στη γλώσσα μας.

 

 

 

 

21.9.20

«Η γλώσσα του μέλλοντος θα περιγράφει μόνο ειδήσεις» Εφημερίδα ‘Πελοπόννησος» Συνέντευξη στην Κρίστυ Κοινινιώτη


 

20/09/2020

Εφημερίδα ‘Πελοπόννησος»

Συνέντευξη στην Κρίστυ Κοινινιώτη

 

Μάνος Κοντολέων: «Η γλώσσα του μέλλοντος θα περιγράφει μόνο ειδήσεις»

 

 

Όσοι έχουν διαβάσει την «Ερωτική αγωγή» πριν δεκαεπτά χρόνια, οπότε και πρωτοκυκλοφόρησε, εντυπωσιάζονται με τη φρεσκάδα που διατηρεί, επανερχόμενη στο εκδοτικό προσκήνιο σήμερα. Ο λόγος, ο ευφυής τρόπος με τον οποίο ξεδιπλώνεται η ερωτική εκπαίδευση ενός γιου από τον πατέρα, παράλληλα με τον 20ό αιώνα. Ο Μάνος Κοντολέων μιλά στην «ΠτΚ» για το βιβλίο του, τον τρόπο που γράφει, την καταδίκη της γλώσσας, την επανέκδοση του πρώτου του παραμυθιού και όσα έπονται


1.Η «Ερωτική αγωγή», ετών 17, επανεκδίδεται. Μια πλήρης απεικόνιση του 20ού αιώνα, σε όλα τα επίπεδα -από το πολιτικό και οικονομικό έως αυτό των τεχνών και των γραμμάτων. Πώς θα θέλατε να «συνομιλήσει» με τη γενιά που ζει, σχεδόν, διαδικτυακά;

 

- Μια ουσιαστική αξία των λογοτεχνικών κειμένων που δείχνουν πως αντέχουν στο πέρασμα  των χρόνων είναι και πως μας προσφέρουν μια ευαίσθητη και ουσιαστική γνώση προηγουμένων εποχών. Αλλά μια τέτοια γνώση -ιδίως αν αφορά το πρόσφατο χτες της κοινωνίας μας- έχει σημασία όχι μόνο για λόγους ιστορικούς, αλλά για την καλύτερη κατανόηση του σήμερα και τον υποψιασμό του αύριο.

Η «Ερωτική αγωγή» τελειώνει με αυτό που συμβαίνει πλέον σήμερα -την κυριαρχία του ‘φαίνεσθαι’ πάνω στο ‘είναι΄. Την κυριαρχία δηλαδή της εικονικής πραγματικότητας.

 

2.Χαρακτηρίζετε το μυθιστόρημά σας «ιδιότυπο, προσωπικό και ‘‘ασεβές’’». Η τολμηρότητα είναι κάτι που χαρακτηρίζει τα βιβλία σας. Τι σας κεντρίζει σ’ αυτή;

 

-Ναι η τόλμη με χαρακτηρίζει ως συγγραφέα.  Το τολμηρό -όχι το άηθες- ταράζει τα νερά, αμφισβητεί κατεστημένες καταστάσεις. Προκαλεί σκέψεις και αυτές με τη σειρά τους αντιδράσεις.

 

3.Δύο αρσενικά οι ήρωες της ιστορίας σας -πατέρας και γιος. Με τον πρώτο να εκπαιδεύει ερωτικά τον δεύτερο. Υπήρξαν σημεία που σας ζόρισαν κατά την περιγραφή αυτής της σκυταλοδρομίας;

 

-Όταν ξεκινώ ένα μυθιστόρημα έχω ένα πρώτο και αρκετά γενικό πλάνο. Μετά  φέρνω δίπλα μου τα κεντρικά πρόσωπα. Και από εκεί και πέρα αφήνω τους ήρωές μου να ζούνε τις ζωές τους κι εγώ απλώς τους περιγράφω. Αν κάτι με ‘ζορίζει’ δεν είναι αυτά που θα περιγράψω, αλλά το πως θα τα περιγράψω. Ενώ τα γεγονότα είναι στιγμές της ζωής των ηρώων μου, ο τρόπος που καταγράφονται έχει να κάνει με τις δικές μου και μόνο αποφάσεις.  Με άλλα λόγια το ύφος. Γιατί στη λογοτεχνία από ένα σημείο και μετά δεν έχει τόση σημασία το τι λέγεται, αλλά το πως λέγεται.

4.Χωρίς να κάνουμε σπόιλερ, το τέλος της ιστορίας σάς επιβλήθηκε ευθύς εξαρχής ή σας βασάνισε;

-Ήταν από την αρχή γνωστό. Μιας και το μυθιστόρημα το έγραφα καθώς ο αιώνας τελείωνε και είχα άποψη για το πως υλοποιείτο το τέλος του, δεν μπορούσε παρά να είναι καθοριστικό και δεδομένο από την αρχή, από την πρώτη σελίδα και το δικό του μυθιστορηματικό τέλος.

5.Η «Ερωτική αγωγή» θα μπορούσε κάλλιστα να αποτελέσει μάθημα για τα Ελληνικά. Υπάρχουν κάποιες υπέροχες λέξεις για την κατανόηση των οποίων απαιτείται η χρήση λεξικού. Πώς βλέπετε την εξέλιξη της γλώσσας μας;

-Η γλώσσα κάθε λαού είναι κάτι το ζωντανό. Σε κάποιες περιόδους ανθεί, σε άλλες επιβιώνει, σε άλλες πεθαίνει. Νομίζω πως η εποχή που εδώ και κοντά 50 χρόνια έχουμε μπει, δηλαδή η εποχή της παγκοσμιοποίησης, απαιτεί και επιδιώκει το να μαραζώσουν όλες οι γλώσσες της περιφέρειας, άσχετά του πόσο παλιές και πλούσιες είναι. Μια μόνο γλώσσα -τα αγγλικά- κι αυτή ολοένα και πιο φτωχή. Η γλώσσα της οικονομίας και της εκμετάλλευσης. Η γλώσσα του μέλλοντος δεν θα έχει την ικανότητα να περιγράφει ιδέες και συναισθήματα. Μόνο ειδήσεις. Αλλά ας μου επιστρέψετε να διαφωνήσω σχετικά με την αναγκαιότητα ύπαρξης ενός λεξικού. Χρησιμοποίησα με τέτοιο τρόπο τις λέξεις που νομίζω πως είναι εμφανές το νόημά τους. Αν ο αναγνώστης χρειάζεται λεξικό, τότε έχω αποτύχει ως συγγραφέας. Οι λέξεις μιλάνε από μόνες τους -φτάνει μόνο να σταθείς και να τις ακούσεις.

6. «20ός αιώνας -ο αιώνας της θεοποίησης μα και της μετάλλαξης των αστών» διαβάζουμε, και αλλού «όλα μύριζαν

άρωμα χρήματος». Πώς θα χαρακτηρίζατε, με τα έως τώρα δεδομένα, τον 21ο και τι άρωμα εισπνέετε;

 

-Νομίζω πως πλέον έχει ξεκινήσει η ενοποίηση των τάξεων. Μήτε εργατική, μήτε αστική… Μόνο μία -αυτή των καταναλωτών. Α και άλλη μια ακόμα -αυτή των παραγωγών όσων πρόκειται να καταναλωθούν.

 

7.Επί πανδημίας, έχετε φανταστεί πώς θα αντιδρούσαν Χρήστος και Άρης Βαλλής με την αφή απαγορευμένη;

- Ομολογώ πως δεν το είχα σκεφτεί αυτό. Να πω… Πρόχειρα, ασφαλώς… Να πω πως μάλλον θα προτιμούσαν να πεθάνουν παρά -ιδιότυπα- να ευνουχιστούν. Οι ανδρείοι της ηδονής -έχει πει ο Καβάφης

 

8.Ταυτόχρονα με την «Ερωτική Αγωγή» επανακυκλοφόρησε το πρώτο σας παιδικό βιβλίο «Κάποτε στην Ποντικούπολη» γραμμένο το 1979, με νέο τίτλο: «Οι Δίδυμοι Ήλιοι της Ποντικούπολης». Τι διαπιστώσατε όταν το ξαναγράψατε τόσο για το περιεχόμενο όσο και για εσάς τον ίδιο;

 

-Πριν από 40  τόσα χρόνια ήμουνα ένας παθιασμένος μεν, αλλά άπειρος νέος συγγραφέας που  -όπως και πιο πριν είπα- αναζητούσε την επαναστατικότητα της τόλμης. Και ήταν τόλμη μεγάλη εκείνη την εποχή να γραφτεί ένα βιβλίο για παιδιά με θέμα τις απεργιακές κινητοποιήσεις εργατών. Το βιβλίο αγαπήθηκε και οι σημερινοί πενηντάρηδες ακόμα το θυμούνται. Μου εξομολογούνται -κάποιοι από αυτούς- πως τους άλλαξε τον τρόπο σκέψης. Όμως μετά από τόσα χρόνια θέλησα με βοηθό την εμπειρία της συγγραφικής μου πολυετούς παρουσίας να ξαναγράψω την ίδια ιστορία εμπλουτισμένη με νέα πρόσωπα, νέα σκηνικά, αλλά πάντα με την ίδια τόλμη και πίστη στην αξία της ισότητας. Στην ουσία πρόκειται για ένα άλλο βιβλίο -γεννημένο ίσως από το πρώτο εκείνο- που δυστυχώς παραμένει επίκαιρο. Περισσότερο τώρα από τότε η ανθρώπινη αξιοπρέπεια βάλλεται και το μήνυμα της ισότητας παραμένει επιτακτικά επίκαιρο. Επιτακτικά επίκαιρη και η συγγραφική τόλμη της επανάληψης.

 

 

9.Ζώντας στο σήμερα και ατενίζοντας το μέλλον, ποιος ο μεγαλύτερος φόβος σας και ποια η ελπίδα σας;

 

-Δεν είμαι μελλοντολόγος. Συγγραφέας είμαι. Και κάθε τι που με κάνει να ελπίζω ή να φοβάμαι γίνεται το έναυσμα να γραφτεί ένα βιβλίο μου. Μέσα στα βιβλία μου, λοιπόν, η απάντηση στο ερώτημά σας.

 

10.Στη συνέχεια να περιμένουμε από εσάς…

 

-Σε λίγες μέρες κυκλοφορεί ένα σπονδυλωτό μυθιστόρημά μου για μεγάλα παιδιά. Με αυτό ολοκληρώνεται μια άτυπη τριλογία πάνω στο θέμα «Οι έφηβοι μέσα στην Πολιτεία» Το τρίπτυχο: Ελευθερία, Ισότητα και Δημοκρατία έχει πυροδοτήσει τα τρία πρόσφατα βιβλία μου για παιδιά : «Ο Φωκίων δεν ήταν ελάφι», «Οι Δίδυμοι Ήλιοι της Ποντικούπολης» και τώρα «Το Νησί με τις Λέξεις που Αγαπάνε»

Για το 2021 προγραμματίζονται ένα μυθιστόρημα για ενήλικες και ένα άλλο για νέους.

Με το πρώτο «Οι σκιές της Κλυταιμνήστρας» αναζητώ να φωτίσω με μια σύγχρονη διάθεση κατανόησης τις πράξεις της βασίλισσας των Μυκηνών και τις σχέσεις της κυρίως με τον γιο της, τον Ορέστη.

Το εφηβικό, πάλι, έχει να κάνει με το πως κάποιος μπορεί να χρησιμοποιεί μια μάσκα για να πράξει  ότι δεν τολμά με το καθημερινό του πρόσωπο.

Και τα δυο αυτά νέα μου έργα τα αγαπώ και περιμένω να κοπάσει ο τρόμος της πανδημίας για να τα στείλω να συντροφεύσουν τους αναγνώστες μου.

 

18.9.20

www.popaganda.gr O Μάνος Κοντολέων θεωρεί θεμελιώδη τη σεξουαλικότητα, από την εμβρυακή ζωή μέχρι το βαθύ γήρας

 



Ο συγγραφέας μίλησε στην Έρικα Αθανασίου με αφορμή την επανακυκλοφορία του μυθιστορήματος «Ερωτική Αγωγή» που με παρρησία εκφράζει τις θέσεις του και με αισθητική πληρότητα περιγράφει την ανθρώπινη αγωνία.

Ένα βιβλίο τολμηρό, διαφορετικό δίνει ο Μάνος Κοντολέων στο αναγνωστικό του κοινό. Η «Ερωτική Αγωγή» (εκδόσεις Πατάκη), εμφανίζεται και πάλι στις προθήκες των βιβλιοπωλείων διεκδικώντας να μιλήσει με νέους αναγνώστες. Ένα βιβλίο που εστιάζει στη σεξουαλικότητα των ηρώων, καθώς η κοινωνία εξελίσσεται, καθώς η ιστορία προχωράει.

 

Ο Χρήστος Βαλλής, ο ήρωας του Μάνου Κοντολέων ξεκινάει από κάποιο χωριό στα Γιάννενα, ζώντας κοντά στα πρόβατα, αποφασισμένος να διεκδικήσει μια θέση στην αστική ζωή της Αθήνας.  Μια θέση σε ένα σπίτι με σαλόνι για τον γιο που ακόμα δεν έχει αποχτήσει. Η σεξουαλικότητα όμως του ήρωα είναι αυτή που θα καθοδηγήσει κυρίως τις πράξεις του, αγνοώντας  τις πολιτικές εξελίξεις που συμβαίνουν δίπλα του. Εξελίξεις που δεν αγνοεί  ο δημιουργός του, ο συγγραφέας Μάνος Κοντολέων. Ο Χρήστος ποτέ δεν θα αποσυρθεί εντελώς ούτε από την ιστορία, ούτε από την ενεργή σεξουαλική ζωή, καθώς ο γιος του, ο Άρης μπαίνει στο προσκήνιο.

 

Στο αγαπημένο του Πήλιο βρίσκεται ο Μάνος Κοντολέων, εκεί όπου συχνά γράφει αλλά και απολαμβάνει τις δικές του αναγνώσεις. Έτσι λοιπόν η συζήτησή μας πραγματοποιήθηκε με τη βοήθεια της τεχνολογίας,  μια τεχνολογία που ίσως και να καταδίκασε τον νεότερο ήρωά του, έναν ήρωα κρυμμένο πίσω από διαφορετικές ηλεκτρονικές προσωπικότητες.

-        «Ερωτική Αγωγή» ένα μυθιστόρημα που είναι δύσκολο να το εντάξει κανείς σε κάποια κατηγορία. Εσείς πώς θα το χαρακτηρίζατε;

Νομίζω πως τόσο οι προθέσεις μου- όταν αποφάσιζα να το γράψω-  όσο και το αποτέλεσμα -όταν πια ολοκληρώθηκε- με σαφήνεια κατατάσσουν την Έρωτική Αγωγή’ στα ιστορικό – κοινωνικά  μυθιστορήματα. Αλλά σε εκείνη τη νέα μορφή αυτού του είδους μυθιστορημάτων που στηρίζονται όχι τόσο στα γεγονότα, αλλά στις κοινωνικές και ψυχολογικές καταστάσεις που τα δημιούργησαν. Είναι ένας άλλος τρόπος να διαβάζουμε την Ιστορία -όχι με ήττες και νίκες, όχι με οικονομικές θεωρίες ή αισθητικές τάσεις, αλλά με τις βασικές ανάγκες κάλυψης των ανθρωπίνων παθών. Είναι στην ουσία μυθιστορήματα που φέρνουν στο προσκήνιο τα ατομικά πάθη τόσο του σώματος όσο και των συναισθημάτων.

-        Σε ποιο αναγνωστικό κοινό απευθύνεται;

Ποτέ δεν θέλησα να γράψω ένα έργο έχοντας προαποφασίσει σε ποιο κοινό θα απευθύνεται. Κάτι τέτοιο θα ήταν εντελώς πέρα από την ιδεολογία μου και την πίστη μου στην ελεύθερη δυναμική της Λογοτεχνίας. Θεωρώ, μα και πιστεύω, πως αναγνώστες μου είναι άτομα ξεχωριστά. Αν τους ομαδοποιούσα θα τους αντιμετώπιζα ως καταναλωτές. Οπότε σε μια τέτοια ερώτηση δεν έχω παρά να απαντήσω πως και αυτό το έργο μου απευθύνεται στον κάθε αναγνώστη. Αν μια τέτοια συνάντηση θα επιτευχθεί ή όχι είναι θέμα πολλών παραμέτρων και σίγουρα όχι δικών μου προθέσεων.

-         Στα βιβλία σας ενηλίκων εστιάζετε πολύ στο σεξουαλικό στοιχείο των ηρώων.  Θεωρείτε ότι αυτή η πλευρά μάς ωθεί γενικά τις πράξεις μας;  Πιστεύετε ότι ο Χρήστος Βαλλής, ο κεντρικός σας ήρωας, μπορεί να κυκλοφορεί ανάμεσά μας;

Ναι, θεωρώ θεμελιώδη την σεξουαλικότητα. Από την εμβρυακή κιόλας ζωή μας μέχρι το βαθύ γήρας. Το έχεις αποδείξει αυτό η ψυχολογία.  Και κάτω από αυτήν την άποψη σε όλα μου τα βιβλία η σεξουαλικότητα δηλώνει το παρόν της. Άλλοτε με σαφήνεια και ένταση, άλλοτε περισσότερο υπαινικτικά και διακριτικά.  Τώρα το κατά πόσο όχι μόνο ο Χρήστος Βαλλής, όπως βέβαια και ο γιος του ο Άρης, αλλά και όλοι οι ήρωές των βιβλίων μου μπορεί να κυκλοφορούν ανάμεσά μας ή όχι, δεν θα το απαντήσω εγώ αλλά όσοι αναγνώστες μου πιθανόν να διέκριναν μια ταύτιση  με αυτούς -ή κάποιους από αυτούς- διαβάζοντας τις μέρες και τα έργα τους. Άραγε υπάρχει αγόρι παρόμοιο με το Δαμιανό του έργου για παιδιά  «Ο αδελφός της Ασπασίας» ή των εφήβων Φαίδρας και Οδυσσέα στο εφηβικό μυθιστόρημα «Γεύση Πικραμύγδαλου» ή της Λίας με την ‘αποκλίνουσα’ σεξουαλικότητα του «Δάχτυλα πάνω στο σώμα της»; Με απόλυτη βεβαιότητα σας απαντώ πως ναι -γιατί οι ήρωες των βιβλίων δεν είναι παρά οι απεικονίσεις ανθρώπων σε ιδιωτικούς καθρέφτες.

-        Διασκεδάσατε το γράψιμό του; Ήταν δύσκολο για εσάς;

Το γράψιμο κάθε βιβλίου είναι μια διαδικασία δημιουργίας. Και ως τέτοια εμπεριέχει στιγμές ανάτασης και  στιγμές αμφιβολιών. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, επειδή η μυθιστορηματική σύνθεση απαιτούσε και μεγάλη έρευνα, η συγγραφή ήταν κοπιώδης. Μα όχι δύσκολη. Θα τη χαρακτήριζα απόλυτα δημιουργική -ζούσα μέσα σε μια ευφορία νέων σκέψεων και απελευθέρωσης από στερεότυπα και άσκοπες δεσμεύσεις.

-        Το βιβλίο κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 2003.  Πιστεύετε ότι μπορεί να «συνομιλήσει» διαφορετικά με τον αναγνώστη σχεδόν δύο δεκαετίες μετά;

Ότι τότε είχα διακρίνει να συμβαίνει και προσπάθησα να το περιγράψω, αλλά και να το καταγγείλω, δυστυχώς όχι μόνο εξακολουθεί να υφίσταται, αλλά έχει σε μεγάλο ποσοστό γίνει κατεστημένο.  Οπότε η «Ερωτική Αγωγή» του τέλους  του 20ου αιώνα είναι πολύ επίκαιρη καθώς ολοκληρώνεται η πρώτη εικοσαετία του 21ου.

-        Λόγω του ιδιότυπου του θέματος υπήρξαν σχόλια που σας προβλημάτισαν από αναγνώστες, από το οικείο σας περιβάλλον;

Κανένα σχόλιο από αυτά που υποψιάζομαι πως υπονοείτε. Και γιατί άλλωστε; Δεν έγραψα εγώ, μήτε και οι 5.000 περίπου αναγνώστες του διάβασαν κάτι που θα μας έκανε να ντραπούμε ή να κοκκινήσουμε. Είναι ένα μυθιστόρημα που με παρρησία εκφράζει τις θέσεις του και με αισθητική πληρότητα περιγράφει την ανθρώπινη αγωνία.

-        Στην περίτεχνη χρήση του λόγου κυριαρχούν λέξεις παράξενες και άγνωστες.  Αφορούν κάποια ηπειρώτικη διάλεκτο, έχουν εντοπιστεί σε αρχαίους συγγραφείς ή είναι ο δικός σας τρόπος γραφής;

Νομίζω πως ήταν λογικό για ένα τέτοιο μυθιστόρημα να χρησιμοποιήσω μια γλώσσα αρκούντως τολμηρή. Αλλά πιο σωστός θα ήταν ο χαρακτηρισμός του τρόπου που υλοποίησα αυτό το έργο ως συνεπή σχετικά με τα περιγραφόμενα συναισθήματα των ηρώων μου. Όπως και πιο πριν σημείωσα, αν κάτι θα το έλεγα τολμηρό είναι αυτό που έχει να κάνει με τον τρόπο που βλέπω τα ιστορικά και κοινωνικά γεγονότα. Και ίσως σε αυτόν τον τομέα να ήθελα  και να προκαλέσω, μιας και μετά από μία πρόκληση ίσως να υπήρχε  εν τέλει και μια αντίδραση – αφύπνιση. Βέβαια, ξάφνιασε  η  χρήση αρχαίων τολμηρών λέξεων. Αυτό το έκανα γιατί μιας και δεν πιστεύω ότι  υπάρχουν βρώμικες ή χυδαίες λέξεις, αλλά απλώς λέξεις που περιγράφουν συγκεκριμένα συναισθήματα των ανθρώπων, θέλησα να φέρω στο φως αυτές τις πανέμορφες λέξεις των προγόνων μας που έχουν πια ξεχαστεί, αλλά που μας υπενθυμίζουν ότι όπως κι εμείς έτσι κι αυτοί σε κάποιες φάσεις της καθημερινότητάς τους μιλούσαν με τρόπο τολμηρό.

-        Υπάρχουν στοιχεία αυτοβιογραφίας στο βιβλίο;

Όχι. Αλλά μιας και η ηλικία το Άρη Βαλλή είναι παρόμοια με τη δική μου, φρόντισα κάποιες περιρρέουσες αναμνήσεις  μου να τις χαρίσω και σ΄ εκείνον. Μα αυτό πάντα γίνεται κάπως έτσι. Συγγενείς, στενοί συγγενείς του συγγραφέα είναι οι ήρωές του

-        Στα παιδικά βιβλία έχετε κερδίσει ένα αναγνωστικό κοινό που σας αγαπάει. Πόσο διαφορετική διαδικασία είναι να απευθύνεστε σε ένα νεανικό και σε ένα ενήλικο κοινό;

Ο Μάνος Κοντολέων του «Γάντι σε ξύλινο χέρι», αλλά και του «Αμαρτωλή Πόλη» και του «Η Κασσάνδρα στη Μαύρη Άμμο» είναι ο ίδιος συγγραφέας. Και ως συγγραφέας συνομιλώ με διάθεση επικοινωνίας τόσο με παιδιά όσο και με εφήβους όσο και με συνομηλίκους μου. Δεν απαξιώνω τους μικρούς, δεν οικτίρω τους μεγάλους. Θυμάμαι… Ή μάλλον έχω μέσα σου σε ισχύ όλες τις εμπειρίες μου από τα χρόνια που έζησα. Γράφω λοιπόν για μένα και μόνο. Και από εκεί και πέρα ο κάθε αναγνώστης ανάλογα με τις δικές του εμπειρίες, δυνατότητες, γνώσεις και ανάγκες επιλέγει να διαβάσει το έργο που θέλει. Αν έγραφα διαφορετικά δεν θα ήμουνα συγγραφέας, αλλά καταγραφέας.

https://popaganda.gr/art/manos-kontoleon-interview/

18/9/2020

17.9.20

Για το "Ερωτική Αγωγή"

 

Περί έρωτος

Γράφει η Γιούλη Τσακάλου

 https://www.fractalart.gr/erotiki-agogi/

 

 


 

 

Ο Μάνος Κοντολέων μπορεί να θεωρηθεί ως ο πλέον σημαντικός σύγχρονος έλληνας συγγραφέας της λογοτεχνίας για παιδιά και εφήβους, ενώ είναι και ο πρώτος συγγραφέας που έγραψε ελληνικά μυθιστορήματα που ανήκουν στο είδος του cross over, δηλαδή λογοτεχνικών έργων που στηρίζονται στην ‘περιπέτεια της ενηλικίωσης’.

 

Παράλληλα όμως, ο Μάνος Κοντολέων έχει εκδώσει και δώδεκα μυθιστορήματα και τρεις συλλογές διηγημάτων της ‘καθαρόαιμης’ λογοτεχνίας για ενήλικες αναγνώστες.

 

Τα έργα αυτά έχουν μια ενδιαφέρουσα θεματική ποικιλία και μια ακόμα πλέον ενδιαφέρουσα τοποθέτηση ως προς διαχρονικά μα και σύγχρονα ζητήματα κοινωνίας, διαπροσωπικών σχέσεων, έμφυλων ταυτοτήτων, ερωτικών σχέσεων, πολιτικών αναζητήσεων κ.α.

 

Μια βασική ιδιαιτερότητα του Κοντολέων είναι ο τρόπος που χειρίζεται τη γλώσσα -συχνές όσο και απροσδόκητες παρομοιάσεις, ανορθόδοξη χρήση της θέσης του ρήματος μέσα στη φράση, σύμπλευση λογοτεχνικής και δοκιμιακής καταγραφής.

 

Ανάμεσα στα δώδεκα μυθιστορήματα που έως σήμερα έχει δώσει στη δημοσιότητα, κεντρική θέση κατέχει αναμφίβολα και το έργο «Ερωτική Αγωγή», που για πρώτη φορά κυκλοφόρησε το 2002 και εφέτος οι Εκδόσεις Πατάκη φρόντισαν να ανανεώσουν την εμφάνισή του με ένα νέο εξώφυλλο και να το στείλουν στις προθήκες και στα ράφια των βιβλιοπωλείων.

 

Αν και έχουν περάσει δεκαοχτώ έτη από τη χρονιά της πρώτης κυκλοφορίας της, η ¨Ερωτική Αγωγή» δείχνει όχι μόνο να διατηρεί τη φρεσκάδα της, αλλά και να έχει εμπλουτιστεί από την επιβεβαίωση των θέσεων που υποστηρίζει.

 

Αν και μυθιστόρημα πολλαπλών θεματικών ταυτοτήτων -κοινωνικό, ερωτικό, πολιτικό, φιλοσοφικό, ιστορικό- εντούτοις καταφέρνει να έχει το δικό του διακριτό στίγμα και θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί πως είναι μάλλον και το μόνο λογοτεχνικό έργο  που καταγράφει την ταυτότητα του 20ου αιώνα μέσα από μια ανορθόδοξη ανίχνευσή του – από την αρχή ο συγγραφέας μας δηλώνει πως ο 20ος αιώνας εγγράφεται στην Ιστορία ως  –ο αιώνας που θα ξεκινούσε με τα πιο μεγάλα κινήματα ανθρωπιστικών ιδεών και θα  κατέληγε στις πιο οργανωμένες τάσεις κυριαρχίας των ελαχίστων πάνω στους πάμπολλους* ο αιώνας που αφού θα γεννούσε, πρώτα, τις μεγάλες ανατροπές της Τέχνης, στη συνέχεια  θα υλοποιούσε την εφαρμογή της απόλυτης εμπορευματοποίησής τους. Ο αιώνας που με το λίκνισμα  του έρωτα θα άνοιγε τα μάτια του και θα τα έκλεινε με τους τριγμούς του ηδονισμού –την Ευρώπη, αρχές του 1900 την κατακτούσαν τα τανγκό του Εντουάρντο Μπιάνκο* μετά από ογδόντα με ενενήντα χρόνια, οι κάτοικοι των πρωτευουσών της θα τρώγανε  aux poivre παρακολουθώντας σε video wall τη Μαντόνα  σε εικονικό οργασμό -σαν αστήρ διάττων, σαν ήρως ανεξήγητων … θαυμάτων.

 

20ος αιώνας -ο αιώνας της θεοποίησης, μα και της μετάλλαξης των αστών.

 

Αυτή τη μετάλλαξη σε καθαρά μυθιστορηματική μορφή αναλαμβάνουν να την παρουσιάσουν στον αναγνώστη  ένας πατέρας και ένας γιος. Ο πρώτος, ο Χρήστος Βαλλής θα κατεβεί, κάπου εκεί στα 1920, από τα βουνά της Ηπείρου για να κερδίσει την αστική ταυτότητα του και αμέσως μετά να υποστηρίξει με κάθε τρόπο  της πίστη του στη πολλαπλή δυναμική που έχει το σεξουαλικό ένστιχτο στην καθημερινότητα του κάθε ανθρώπου.

 

Για τον Χρήστο Βαλλή η φράση ‘Ερωτ΄ Εράν’ (που σημαίνει να είναι ερωτευμένος με τον ίδιο τον έρωτα) αποκτά διαστάσεις κοινωνικού έργου και έτσι δημιουργεί ένα ιδιόμορφο δίκτυο προσφοράς σεξουαλικής κάλυψης προς κάθε άτομο που για τον οποιοδήποτε λόγο στερείται την απόλαυσή της.

 

Την θέση του αυτή την μεταβιβάζει στον γιο του Άρη, μόνο που αυτός όταν θα κληθεί να συνεχίσει το πατρικό έργο, θα βρεθεί μπροστά σε αλλαγές της ερωτικής ταυτότητας ως στοιχείο κοινωνικής έκφρασης -στην ουσία ο έρωτας από διαπροσωπική σχέση μετατρέπεται σε διαδικτυακή. Ο νεότερος  Βαλλής  θα αναγκαστεί να διαφοροποιήσει τους χώρους ερωτικής εκτόνωσης που κληρονόμησε κάτω από την πίεση της εξάπλωσης της εικονικής ερωτικής έκφρασης και έτσι θα οδηγηθεί -μαζί με τον αιώνα που τον γέννησε- σε μια πλήρη μετάλλαξη και εν τέλει καταστροφή του.

Πάνω σε αυτό το γενικό πλάνο, ο Μάνος Κοντολέων έχει δημιουργήσει και μια πληθώρα ολοζώντανων χαρακτήρων, αλλά και μια μοναδική σύνδεση της ατομικότητας με τη συλλογικότητα. Γυναίκες που άλλες από αυτές υπηρετούν ανιδιοτελώς τον έρωτα, άλλες τον χρησιμοποιούν, άλλες τον διδάσκουν κι άλλες μαθητεύουν σε αυτόν* άνδρες που μετατρέπουν την ερωτική τους διάθεση σε σχεδόν ιερό σκοπό, άλλοι σε επαγγελματική άνοδο, ενώ κάποιοι άλλοι αποφασίζουν να μετατρέψουν την ερωτική πράξη σε επαναστατική ενέργεια.

 

Το μυθιστόρημα αν και γραμμένο για να κρίνει τον 20ο αιώνα μόλις εκείνος αποχωρούσε από την Ιστορία, δείχνει -κοντά 20 χρόνια μετά- πως όχι μόνο οι επισημάνσεις του δεν είναι βιαστικά διατυπωμένες, αλλά αντίθετα έχουν απολύτως επιβεβαιωθεί.

 

Έργο τολμηρό -ίσως το πλέον τολμηρό  κείμενο της σύγχρονης λογοτεχνίας μας, δίπλα στον αιρετικό ‘Μεγάλο Ανατολικό’ του Εμπειρίκου, αλλά αυτό με ξεκάθαρη μυθιστορηματική οντότητα.

 

Αξίζει κανείς πέρα από τις άλλες ιδιαιτερότητες  της ‘Ερωτικής Αγωγής» να σταθεί και στη καθαρή γλωσσική της ενσάρκωση.

 

Ο Μάνος Κοντολέων χρησιμοποιεί μια γλώσσα εύπλαστη, άλλοτε τρυφερή, άλλοτε καυστική, άλλοτε περιγραφική και ανακαλεί στην επικαιρότητα λέξεις της αρχαιότητας -λέξεις από αυτές που θα τις χαρακτηρίζανε τότε ως και ‘βρώμικες’, που όμως σήμερα δείχνουν να έχουν την γοητεία ξεχασμένων ήχων.

 

Εν τέλει ένα μυθιστόρημα που μπορεί κανείς να θεωρήσει πως ήδη έχει εγγραφεί στο κεντρικό corpus της νεοελληνικής λογοτεχνίας.