6.11.21

Ο Γιώργος Βέης για το "Οι σκιές της Κλυταιμνήστρας"


 

Γράφει ο Γιώργος Βέης

 (Βιβλιοδρόμιο, 6/11/2021) 

 

Οι μεταξύ των δημιουργών λόγου ιδιαζόντως ευρηματικοί εκείνοι είθισται, ως γνωστόν στην ευρύτερη διεθνή αισθητική σκηνή, να επεμβαίνουν ενίοτε στις παρακαταθήκες του μυθικού, προκειμένου να προσαρμόσουν τα ήδη υπάρχοντα τιμαλφή δεδομένα στις απαιτήσεις των δικών τους νεωτερικών κατά κανόνα κειμενικών δομών. Πολλές φορές δεν διστάζουν να «πειράξουν», εκτός όλων των άλλων, και τη δεδηλωμένη φύση του τραγικού. Η φύση της τραγωδίας ευνοεί άλλωστε στην πράξη όχι μόνον ενοφθαλμισμούς αλλά και ολικές αναπλάσεις. Η παράδοση αναδεικνύεται έτσι ως να ήταν η ζώσα υπερ-ύλη. Ανάμεσα στους πρώτους διδάξαντες συγκαταλέγεται βεβαίως, όπως έχει προ αιώνων αποδειχθεί, και ο ημέτερος Ευριπίδης.

    Σπεύδω να θυμίσω για τις ανάγκες της εποπτικής στιγμής τα εξής ενδεικτικά: «Ο Ορέστης, ένα λαμπρό έργο, αλλά γεμάτο μηχανορραφίες και κακεντρέχεια, συχνά θεωρείται ότι αντανακλά την πικρία του Ευριπίδη  την εποχή που ετοιμαζόταν να φύγει από την Αθήνα στο τέλος της όχι και τόσο σπουδαίας σταδιοδρομίας του, καθώς πλησιάζει το τέλος του πολέμου με τη Σπάρτη. Ο συγγραφέας έκοβε και έραβε τους μύθους εντελώς ελεύθερα, χωρίς τον παραμικρό σεβασμό στην παράδοση –  «η ιστορία δεν απαντά πουθενά αλλού», λέει η αρχαία εισαγωγή - και παρουσιάζει μορφές του ηρωικού μύθου με καθόλου κολακευτικό τρόπο – «Όλοι είναι φρικτοί», συνεχίζει, «εκτός από τον Πυλάδη». «Τρελή», αποκαλεί αυτή την αξιολόγηση ο William Arrowsmith: «η πικρία είναι ακαταπράυντη, ο εφιάλτης διάχυτος», D. Greene και R. Lattimore (επιμ.), The Complete Greek Tragedies:Euripides IV (Σικάγο, 1958), 108 (βλ. Οι Έλληνες και ο ελληνικός έρως, μια ριζοσπαστική επανεκτίμηση της ομοερωτικής φιλίας στην αρχαία Ελλάδα, μετάφραση: Λύο Καλοβυρνάς, εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 2019).

      Αυτός ακριβώς ο Ορέστης, στην εξαίρετη μάλιστα μετάφραση του Κ. Χ. Μύρη, που εκδόθηκε από τις εκδόσεις Πατάκη το 2008,  συνιστά τη μία από τις δύο σταθερές κειμενικές βάσεις του προκείμενου άρτια επεξεργασμένου μυθιστορήματος. Εξομολογείται, αυτο-ψυχαναλύεται, ωριμάζει μέσα στο δάσος των συμβόλων. Ο ίδιος μάλιστα ο τραγικός ήρως αποδελτιώνει τις ψηφίδες του φαντασιακού, προκειμένου να φτάσει εν τάχει στο πραγματικό. Ήτοι στη μητροκτονία και στα παρεπόμενά της. Η ομολογουμένως συναρπαστική αφήγηση δεν παραλείπει να φωτίσει σε κρίσιμες στιγμές την αιμομικτική σχέση, η οποία προφανώς τον συνδέει με την Ηλέκτρα, την αδελφή του. Παραπέμπω απλώς εξ όνυχος: «Ενηλικιωνόμουνα  - βίαια και πρόωρα! Κι άλλωστε, κάποια στιγμή βρέθηκα μέσα στην απαιτητική αγκαλιά της Ηλέκτρας…Τώρα, πια, λέω πως μέσα σ΄ εκείνη την αγκάλη καταβυθίστηκα…Και από αγόρι έγινα νεανίας!(σε.113).  Και αργότερα στη σελ. 202, διαβάζουμε: «‘Ηλέκτρα’, πρέπει να συλλάβισα. Αναγνώριζα στα χαρακτηριστικά γυναίκας στεγνής το πρόσωπο νεάνιδος που το φλόγιζε ένα πάθος; ‘Αδερφέ μου… Δικέ του γιε… Σύντροφε στους εφιάλτες και στα όνειρά μου… Των παθών μου ηγέτη… Νέε άνακτα των Μυκηνών!...’ Με αυτή τη σειρά οι λέξεις και οι προτάσεις που βγήκαν από το στόμα της και ίσα που τις ακούμπησαν τα κίτρινα δόντια της». Συγκρατώ ότι κι εδώ τα αποσιωπητικά είναι πολύ χρήσιμα, επειδή «συμβάλλουν στην ψυχανάλυση του στίχου» κατά τον Γκαστόν Μπασελάρ.

     Ομοίως προβάλλεται, περισσότερο διακριτικά η ερωτική σχέση, η οποία τον συνδέει με τον ιδιαιτέρως προσφιλή του Πυλάδη. Διακρίνω τα εξής χαρακτηριστικά: «Ο Πυλάδης άπλωσε το χέρι του. Μέσα στα δάχτυλά μου έκλεισα τα δικά του[. . .] Μα ο Πυλάδης με άγγιξε στον ώμο» (βλ. σσ. 150 και 174 αντίστοιχα). Τον λίαν ευδιάκριτο δεύτερο κειμενικό πυλώνα συνιστά η τριτοπρόσωπη αφήγηση της Κλυταιμνήστρας. Η παρουσία της στο διηγητικό πλαίσιο ρυθμίζεται από την ορμή προς τη ζωή και ό, τι την χαρακτηρίζει περισσότερο: δηλαδή η ροπή για απόλαυση και η ροπή για εξουσία. Ο λεκτικά πολύπειρος συγγραφέας μας προσφέρει μιαν εναργή βασίλισσα του πόθου. Ο έρωτας είναι σχεδόν πάντα ανεκπλήρωτος βέβαια. Εξ ου και η πορεία προς το άλλο άκρο, τον θάνατο. Ήδη από τη σελίδα 63 η Κλυταιμνήστρα οσμίζεται φόνο: είναι κατά λέξη: «η οσμή του ψοφιμιού που η ανάσα του Αγαμέμνονα έστελνε στα ρουθούνια της». Η ίδια ακριβώς οσμή την ερεθίζει και στην εμφανώς κρίσιμη σελ. 170. Η οσμή διαβρώνει το ήθος. Οι διακριτές παραλλαγές, τις οποίες κομίζει το μυθιστόρημα αυτό, με τυπική επιμέλεια στο γλωσσικό πλαίσιο, συναποτελούν τα αίτια και τα αιτιατά της ομολογούμενης επιτυχίας του. Ο κανών επαληθεύεται λοιπόν: «H τέχνη δεν είναι το τίθεσθαι – εν- έργω της αλήθειας αλλά το τίθεσθαι – εν- γυμνώ του έργου. Ούτε μίμηση ούτε αναπαραγωγή ούτε αντίγραφο, αλλά η πλέον γενική των ιδεών μέσα στο πλέον ενικό των σωμάτων» (βλ. Φεντερίκο Φερράρι- Ζαν -Λυκ Νανσύ, Nus sommes, (Γυμνοί είμαστε), Βρυξέλλες 2002, σ. 75, 115, 134, βλ. περιοδικό αληthεια, τχ. 7,s. 139, εκδόσεις Πατάκη, Άνοιξη 2013).

 

 

 

5.11.21

Ο Στέφανος Δάνδολος για το "Οι σκιές της Κλυταιμνήστρας"

 <<Με μια γραφή σύνθετη, πυκνή και γεμάτη αλληγορίες, ο Κοντολέων παραδίδει ένα λυρικό έργο για τον έρωτα, την εξουσία και τον θάνατο>>

O Στέφανος Δάνδολος έγραψε στο https://diastixo.gr/.../ellini.../17195-skies-klutaimnistras
«Μόνο πάθη αφήνει να καθορίζουν τον ρυθμό των βημάτων της», γράφει ο Μάνος Κοντολέων λίγο μετά τη μέση του καινούργιου βιβλίου του. «Πάθη σάρκας και ψυχής». Σε αυτές τις δεκατέσσερις λέξεις συμπυκνώνεται όλη η τραγική πολυπλοκότητα όχι μόνο της βασικής ηρωίδας του, της Κλυταμνήστρας, αλλά και του υπόλοιπου μοιραίου θιάσου που πλαισιώνει την εξαιρετική νέα δουλειά του πολύπειρου συγγραφέα. Τίτλος του μυθιστορήματος, Οι σκιές της Κλυταιμνήστρας, και στον πυρήνα του η ζοφερή ιστορία της βασιλικής οικογένειας των Μυκηνών, με επίκεντρο τη γυναίκα που έμελλε να φονευθεί από το ίδιο της το παιδί.
Η Κλυταιμνήστρα του Κοντολέων είναι μια γυναίκα με σάρκα και οστά, με πάθη, με ανασφάλειες και με μια αφόρητη μοναξιά, που την κουβαλάει από την παιδική της ηλικία. Είναι μια γυναίκα σαν όλες περίπου τις γυναίκες, με τη διαφορά ότι έχει επωμιστεί τη σκληρή μοίρα που γνωρίζουμε όλοι. Και αυτή ακριβώς η μοίρα, το αμετάκλητο ριζικό της που μας είναι γνωστό από τα αρχαία κείμενα, σε συνδυασμό με τις περίτεχνες πινελιές της αισθαντικότητας που της χαρίζει ο Κοντολέων, είναι το εξαίσιο μείγμα που δίνει στις σελίδες του έργου του μια απόλαυση μοναδική. Αυτό, και οι πρωτοπρόσωπες παρεμβάσεις του Ορέστη, που διαδέχονται τα τριτοπρόσωπα κεφάλαια της μητέρας του. Ο συγγραφέας χτίζει με περίτεχνη δομή το δημιούργημά του, και έπειτα από κάθε μέρος που είναι αφιερωμένο στην Κλυταιμνήστρα, μας εντάσσει μαεστρικά στο μυαλό του μοιραίου Ορέστη, ο οποίος με λέξεις ξυράφια μάς παίρνει μαζί του στην προσωπική του κόλαση. Μυρίζουν αίμα αυτές οι εξομολογήσεις, συνεπώς είναι ένα ταξίδι αγωνίας και τρόμου για το οποίο θα πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι. Η κατάδυση στο σκότος ενός τραγικού γιου, που επί χρόνια απλώνει το χέρι για να πιάσει ένα μαχαίρι. Η φθορά της ύπαρξής του μέσα από τη ζήλια και τα σύνδρομα του ανικανοποίητου αποτυπώνονται με μια αμεσότητα σπάνιας δραματουργίας, λες και διαβάζεις ένα ημερολόγιο χαμένο στη λήθη του χρόνου.
Πλάι σε αυτό το εκπληκτικό αφηγηματικό δίπολο της Κλυταιμνήστρας και του Ορέστη, υπάρχουν και οι υπόλοιπες φιγούρες του δράματος και όλες σκιαγραφούνται με οξυδέρκεια και βάθος: η λίγη Λήδα και ο πολύς Αγαμέμνων, η απλοϊκή Ελένη και η πολύπλοκη Ηλέκτρα, ο ευαίσθητος Τάνταλος και ο ιδιότυπα τραχύς Αίγισθος. Τα δίπολα στην οπτική του Κοντολέων γίνονται σύμβολα ιδεών και διαδέχονται συνεχώς το ένα το άλλο στις σελίδες, με αποτέλεσμα το μυθιστόρημα να μοιάζει με ένα σπίτι, άψογα στημένο θεατρικά, στα δωμάτια του οποίου ζουν καταπιεσμένες γυναίκες και φιλόδοξοι άντρες. Και όλη η κατάρα του Οίκου των Ατρειδών τυλίγει σιγά σιγά σαν καπνός αυτό το οικοδόμημα, μέχρι που τα θεμέλια αρχίζουν να τρίζουν και οι τοίχοι κουνιούνται συθέμελα.
«Σκότος και έρεβος στον βράχο των Μυκηνών», γράφει στη σελίδα 143 ο Μάνος Κοντολέων. «Κι ως συνηθίζεται, το σκοτάδι καταργεί ό,τι τρυφερό και γαλήνιο. Δημιουργεί αγριότητες... Μόνο εφιάλτες». Γι’ αυτούς τους εφιάλτες της ψυχής μάς μιλάει ο συγγραφέας. Για τα ένστικτα που κρύβονται στις σκιές. Για τη μισαλλοδοξία, τον φθόνο, τη βία και το σαράκι της μοναξιάς, που γίνεται θηλιά και σε πνίγει. Για την ανάγκη να αγαπηθούμε και να πεθάνουμε αγκαλιά με ένα όνειρο. Και εν τέλει για την ίδια τη ζωή, που αλλιώς ξεκινάει και άλλους δρόμους εγκυμονεί στην εξέλιξή της. Με μια γραφή σύνθετη, πυκνή και γεμάτη αλληγορίες, ο Κοντολέων παραδίδει ένα λυρικό έργο για τον έρωτα, την εξουσία και τον θάνατο. Και μας αφήνει παρακαταθήκη ένα έξοχο μυθιστόρημα, που κατά την άποψή μου είναι ένα από τα καλύτερα ελληνικά βιβλία της χρονιάς που διανύουμε.
Μπορεί να είναι εικόνα ένα ή περισσότερα άτομα, βιβλίο και κείμενο που λέει "ΜΑΝΟΣ ΚΟΝΤΟΛΕΩΝ ΣΚΙΕΣ ΟΙΣΚΙΕΣΤΗΣ ΤΗΣ ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ YOIETO S"
Dominikos Kontoleon και Τέσυ Μπάιλα

30.10.21

Μπέρνχαρντ Σλινκ «Χρώματα του αποχαιρετισμού»

 Μπέρνχαρντ Σλινκ

«Χρώματα του αποχαιρετισμού»
Μετάφραση: Απόστολος Στραγαλινός
Εκδόσεις Κριτική
Διαβάζω με ιδιαίτερο πάντα ενδιαφέρον λογοτεχνικά κείμενα που ασχολούνται με την τρίτη ηλικία και είναι γραμμένα από δόκιμους συγγραφείς οι οποίοι διανύουν πλέον κι αυτοί οι ίδιοι την βιολογική τους ωριμότητα. Τα θεωρώ ως ένα ιδιαίτερα πολύτιμο λογοτεχνικό ντοκουμέντο.
Αλλά δεν συναντώ συχνά στις αναγνωστικές μου περιπλανήσεις τέτοια έργα, τα οποία στηρίζονται σε προβληματισμούς και οπτικές γωνίες που αφορούν τα άτομα τα οποία έχουν ολοκληρώσει την επαγγελματική τους καριέρα και τις οικογενειακές τους ανησυχίες και με ειλικρίνεια όσο και αμεσότητα στέκονται κριτικά απέναντι στα όσα είχαν σε προηγούμενα χρόνια ζήσει.
Παράλληλα διαβάζω πάντα με ενδιαφέρον τα έργα που έχει γράψει ο Γερμανός πεζογράφος Μπέρνχαρντ Σλινκ. Κι αυτό γιατί μέσα στους συγγραφικούς του προβληματισμούς πολύ συχνά υπάρχει η επανεξέταση του παρελθόντος ή και ακόμα η υπόγεια επιβολή του χτες στο σήμερα.
Ο ίδιος γεννημένος το 1944, αυτή του την διάθεση, βιωμένα πλέον, την χρησιμοποίησε και αυτή τη φορά ως βάση που πάνω της συνέθεσε εννέα διηγήματα -μελέτες αποχαιρετισμών.
Ο Σλινκ ξέρει τους τρόπους εκείνους με τους οποίους ενώ αφηγείται μια ιστορία με ενδιαφέρουσα πλοκή, παράλληλα καταθέτει φιλοσοφικούς στοχασμούς και ψυχολογικές ανασκαφές.
Η συλλογή αυτή -κυκλοφόρησε στη Γερμανία το 2020- είναι το έργο το οποίο και λόγω συγγραφικής εμπειρίας του δημιουργού του, αλλά και λόγω ηλικίας του θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί πως αποτελεί συμπύκνωση όλης της λογοτεχνικής πορείας του.
«Η μνήμη είναι ένα ποτάμι το οποίο παρασύρει όλο και πιο μακριά το καραβάκι των αναμνήσεων που ρίχνουμε μέσα» -νομίζω πως η φράση αυτή, από ένα διήγημα παρμένη, μπορεί να αποτελέσει και το συμπύκνωμα όλης της συλλογής.
Και καθώς οι αναμνήσεις κινδυνεύουν να χαθούν, αναζητάμε με ποια χρώματα θα τις αποχαιρετήσουμε. Γιατί είναι άλλη χρωματικής απόχρωσης ο οριστικός αποχαιρετισμός ενός φίλου που πρόδωσες, άλλη ενός έρωτα που άφησες να ξεθυμάνει, άλλη ενός αδελφού που δεν δέχτηκες ποτέ πως τον ανταγωνιζόσουνα, άλλη ενός πάθους που αν και εκδηλώθηκε ποτέ δεν αναγνωρίστηκε…
Ο Σλινκ επιλέγει κυρίως άντρες να κρατάνε τον κεντρικό ρόλο σε κάθε διήγημα του -μόνο σε ένα από τα εννέα η οπτική της αφήγησης είναι από την πλευρά μιας γυναίκας. Και είναι άτομα σε μια λιγότερο ή περισσότερο προχωρημένη ηλικία, με αναγνωρισμένη κοινωνική θέση και με καλλιτεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις. Άντρες και γυναίκες του εικοστού αιώνα και γι αυτό δεν μπορούν να συνταιριαστούν με την ταχύτητα της νέας εποχής. Αναζητούν και τον βρίσκουν το χρόνο της περισυλλογής και της επανεξέτασης των όσων έζησαν. Και στο σημείο αυτό είναι που ο Σλινκ δείχνει το πόσο καλός ανατόμος της σχέσης παρελθόντος και παρόντος είναι.
Οι επανεξετάσεις του ξεφεύγουν από την όποια προκατασκευασμένη ανάλυση. Λες και σχίζει ένα πέπλο που διαχωρίζει το ‘ήταν’ από το ‘φαινότανε’ και αποκαλύπτει τους άλλοτε ασταθείς κι άλλοτε φοβισμένους βηματισμούς των ηρώων του μέσα στην καθημερινότητα τους.
Και τον καθένα του τον οδηγεί στο να βιώσει τον αποχαιρετισμό που τελικά και θα τον λυτρώσει. Γιατί αυτό που είναι -πιο σωστά αυτό που θα έπρεπε να είναι- το μέγιστο επίτευγμα της ωριμότητας της τρίτης ηλικίας έχει να κάνει με την ανασύνθεση του παρελθόντος και τη συγκεκριμενοποίηση όσων είχαν παραμείνει στην ασάφεια της ταχύτητας με την οποία κινείται η νεότητα.
Ο Μπέρνχαρντ Σλινκ, λοιπόν, για να το επιτύχει αυτό χρησιμοποιεί μια γλώσσα φαινομενικά απλή, μα παράλληλα ικανή άλλοτε να δημιουργεί συμβολισμούς κι άλλοτε απροσδόκητες θέσεις.
«Ήταν η απόλυτη ευτυχία. Την αρνήθηκε τότε υπό την πίεση του ηθικού καθήκοντος να μην εγκαταλείψει την έγκυο γυναίκα και το αγέννητο παιδί. Τώρα μόνο, με την ανάμνησή της, ήταν σε θέση να αποδεχτεί ότι δεν είχε σταματήσει μια απιστία, αλλά είχε καταστρέψει μια ευτυχία»
Μια ιδιόμορφη, λοιπόν, γλωσσική ενσάρκωση που θεωρώ πως την ελληνική της μεταφορά με ιδιαίτερη αποτελεσματικότητα την υπογράφει ο Απόστολος Στραγαλινός.
Μπορεί να είναι εικόνα 2 άτομα, συμπεριλαμβανομένου του χρήστη Μάνος Κοντολέων
Αιμίλιος Σολωμού, Giorgos Hatzopoulos και 1 ακόμη

28.10.21

Βασίλης Τσιαμπούσης "Ο κήπος των ψυχών"

 



Μια ουσιαστικά συνεπής παρουσία στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία είναι ο Βασίλης Τσιαμπούσης.

Γεννήθηκε και ζει στη Δράμα και πάντα από την πόλη αυτή δείχνει να παίρνει τις περισσότερες από τις εμπνεύσεις του, τις οποίες και τις ολοκληρώνει άλλοτε με τη μορφή μυθιστορημάτων, άλλοτε ως διηγήματα, πολύ συχνά και ως έρευνες γύρω από τη λαογραφία  αυτής της πόλης.

Τη γραφή του τη διακρίνει η απλότητα, μια απλότητα που θα τη χαρακτήριζα και σεμνότητα, με την έννοια πως ο Β. Τ. αποφεύγει τους λεκτικούς ακκισμούς, αφηγείται με τρόπο καθαρό, τρόπο που σε κάνει να αισθάνεσαι πως στα χέρια σου κρατάς τις αφηγήσεις ενός φίλου.

Μα πίσω από την απλότητα της αφήγησης εύκολα μπορεί κανείς να διακρίνει πως τα κείμενά του έχουν άποψη και θέση και αναζητούν τρόπους να φωτίσουν το παρελθόν, όσο και το παρόν.

Το τελευταίο του αυτό βιβλίο -ο ίδιος το ονομάζει νουβέλα- αν και βασικά εξιστορεί μέσα από τα γεγονότα της ζωής ενός εφήβου που ζει στη Δράμα τα χρόνια λίγο πριν και λίγο μετά τον ελληνοαλβανικό πόλεμο, τόσο την κατοχή της πόλης από τον Βουλγαρικό στρατό όσο και τα μετέπειτα συμβάντα της εμφύλιας σύρραξης στην περιοχή, παράλληλα κάνει αφηγηματικά άλματα και μέσα από τις σκέψεις του κεντρικού αφηγητή -σε ώριμη πλέον ηλικία- κρίνεται το παρελθόν, το παρόν, μα και φωτίζεται -αυτό κυρίως- η δυναμική των διαπροσωπικών σχέσεων που μπορούν να αμφισβητήσουν εθνικές και ιδεολογικές διαφορές.

Παράλληλα και με τη βοήθεια από τη μια της απλής εξιστόρησης και από την άλλη με την καλή γνώση των ιστορικών λεπτομερειών, η μυθιστορηματική υπόσταση του έργου εμπλουτίζεται με τις επεμβάσεις των γεγονότων πάνω στην πλοκή και στη ζωή των κεντρικών ηρώων.  

Όλο το έργο το διακρίνει επίσης η ματιά, τα συναισθήματα, οι ιδεολογικοί προβληματισμοί και οι ποικίλες ορμές ενός εφήβου, έτσι ώστε να μπορεί κανείς άφοβα να το κατατάξει και στο είδος του cross over μυθιστορήματος, με άλλα λόγια ενός ιδανικού αναγνώσματος για νέους που μέσα από αυτό θα  γνωρίσουν ένα ουσιαστικό μέρος της Ιστορίας εκείνων των χρόνων.

Κρατώντας πάντα τις αποστάσεις από μια αυθαίρετη και τυχόν επιφανειακή σύγκριση έργων που γραφτήκανε σε άλλες εποχές και ίσως από διαφορετικές αφορμές, μπορώ να ισχυριστώ πως "Ο κήπος των ψυχών" συχνά με έκανε να φέρνω στη μνήμη μου το πεζογράφημα "Τζιοκόντα" του Νίκου Α. Κοκάντζη,  ένα από τα βασικά έργα που πριν από σαράντα πέντε περίπου χρόνια ανέπτυξε τις αντιδράσεις της εφηβείας απέναντι τόσο στο θέμα του φασισμού/ ναζισμού, όσο και του Ολοκαυτώματος, μα και των εφηβικών ερωτικών αναταράξεών.

Με δυο λόγια - η νουβέλα αυτή θα μπορούσε κάλλιστα να χρησιμοποιηθεί στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση έτσι ώστε οι σημερινοί έφηβοι να γνωρίσουν με αμεσότητα μια σημαντική περίοδο της Ελλάδας κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα.

(https://www.fractalart.gr/o-kipos-ton-psychon/


11.10.21

Αφιέρωμα στο Culture Book

 

'Ένα μικρό αφιέρωμα του Culture Book στην εφημερίδα "Πελοπόννησος"
1.Ποιο ήταν το πρώτο λογοτεχνικό βιβλίο που θυμάστε να κρατήσατε στα χέρια σας ως παιδί και με ποια αφορμή;
- Έχω ακόμα σε ράφι μιας από τις βιβλιοθήκες μου τα πρώτα μου βιβλία. Και για ένα παιδί εκείνης την εποχής είναι πολλά. Προτού ακόμα μάθω μόνος μου να διαβάζω η μητέρα μου μου διάβαζε παραμύθια κι ο πατέρας μου όταν τον ρωτούσα κάτι για τους ιππότες που λαχταρούσα να μοιάσω, ξεφύλλιζε την εγκυκλοπαίδεια του Ηλίου και μαζί διαβάζαμε για τις ζωές και τα κατορθώματά τους.
2. Υπάρχουν συγγραφείς, Έλληνες και ξένοι, που επηρέασαν καθοριστικά
τον τρόπο γραφής σας;
-Νομίζω ναι. Από ποιητές ο Ρίτσος και ο Ουράνης. Από πεζογράφους ο Καραγάτσης, ο Κοσμάς Πολίτης και ο Σόμερσετ Μώμ, όπως και η Άννε-Μαρί Σελίνκο. Από το χώρο της λογοτεχνίας για παιδιά η Γαλάτεια Γρηγοριάδου – Σουρέλη και αργότερα η Άλκη Ζέη.
3. Η πεζογραφία απαιτεί σχεδιασμό και μεγάλη διάρκεια συγγραφικής
αφοσίωσης. Πώς ακριβώς γράφετε μια ιστορία; Κάνετε ένα προσχέδιο,
κρατάτε σημειώσεις, υιοθετείτε ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα εργασίας;
-Ξεκινώ από μια ιδέα. Ένα θέμα πιο σωστά. Και αναζητώ τους ανθρώπους -τους ήρωες του μυθιστορήματος, δηλαδή- που θα μπορούσαν να το υλοποιήσουν. Έχω ένα γενικό, αλλά αρκούντως αναλυτικό πλάνο της εξέλιξης. Μπορεί -αν και σπάνια- να το τροποποιήσω. Μα στην ουσία από μια στιγμή και μετά ακολουθώ και περιγράφω τις πράξεις και τις σκέψεις των ηρώων μου. Και βέβαια γράφω πάντα στο γραφείο μου, στο laptop μου (εδώ και χρόνια αυτό) και πάντα κατά τη διάρκεια της μέρας.
4. Οι χαρακτήρες των έργων σας είναι προϊόν μυθοπλασίας ή εμπνέονται από βιωμένες εμπειρίες της προσωπικής σας ζωής; Υπάρχουν κάποιοι που
συγγενεύουν με εσάς;
-Σπάνια, πολύ σπάνια οι ήρωές μου στηρίζονται εξολοκλήρου σε υπαρκτά πρόσωπα ή σε προσωπικές μου καταστάσεις. Μου αρέσει να οδηγώ τα πρόσωπα των έργων μου σε καταστάσεις που εγώ μάλλον δεν έζησα. Κι αυτοί -λογικό δεν είναι;- μου ανταποδίδουν τη δωρεά. Μετά από κάθε έργο μου αισθάνομαι πιο πλούσιος σε εμπειρίες ζωής.
5. Οφείλει ο σύγχρονος πεζογράφος να «αποδράσει» από το ιδιωτικό του
όραμα και να γίνει συμμέτοχος ή δημιουργός ενός κοινωνικού οράματος;
-Ανήκω σε εκείνους τους συγγραφείς που θεωρούν το ιδιωτικό τους όραμα ως μέρος του κοινωνικού. Και δεν μπορώ διαφορετικά να δω τη δημιουργία της λογοτεχνίας. Άλλωστε και ως αναγνώστης αυτό αναζητώ σε έργα άλλων συγγραφέων. Να με αφήνουν να τοποθετήσω το δικό μου όραμα (αλλά και φόβο) εντός του οράματος (ή του φόβου) του έργου τους που διαβάζω.
6. Κατά πόσο και σε ποιο βαθμό επηρεάζει το διαδίκτυο έναν ανάλογο τρόπο σκέψης;
-Μεγάλο θέμα αυτό. Η παρουσία του διαδικτύου στην καθημερινότητα όλων μας, αλλάζει συνεχώς όλα όσα θεωρούσαμε ως δεδομένα εδώ και πολλά, πάρα πολλά χρόνια. Προσωπικά δεν έχω καταφέρει να γράψω μια ιστορία όπου τα νήματα θα τα κινεί το διαδίκτυο. Και ούτε έχω πολλά τέτοια έργα διαβάσει. Ίσως να είναι πολύ νωρίς ακόμα για να αποκτήσουμε εκείνη τη βιωμένη γνώση που θα καρποφορήσει το όποιο συγγραφικό μας ταλέντο. Το περιμένω από μια επόμενη γενιά συγγραφέων.
6. Ποια είναι εκείνα τα χαρακτηριστικά στοιχεία που θεωρείτε ότι «κάνουν»
ένα βιβλίο να είναι πολύ σημαντικό και να «αντέχει» στον χρόνο;
-Θα έλεγα η διαχρονικότητα των ιδεών του και η αθανασία των ηρώων του. Αλλά αυτά τα διαπιστώνουμε εκ των υστέρων. Ποτέ δεν μπορεί κανείς να ισχυριστεί πως γνωρίζει εκ των προτέρων αν ένα λογοτεχνικό έργο θα αντέξει στο χρόνο.
7. Η πεζογραφία μπορεί να «θρέψει» τον συγγραφέα; Πώς αντιμετωπίζετε
επαγγελματικά τον βίο σας;
-Ελάχιστους ναι. Αλλά ελάχιστους -στην ελληνική πραγματικότητα αναφέρομαι. Και ίσως και αυτούς όχι για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα. Είναι όσοι ή γράφουν με ένα τέτοιο τρόπο ώστε να ‘επικοινωνούν’ με ένα πλατύ κοινό ή που για κάποιο λόγο έχουν καταφέρει να γίνουν γνωστοί για κάποιο άλλο (όχι κατ΄ ανάγκη λογοτεχνικό) λόγο. Οι περισσότεροι συγγραφείς κάνουμε κάποια άλλη βιοποριστική εργασία -συνήθως γραφείου, εκπαιδευτική ή δημοσιογραφική
8. Ο χώρος της λογοτεχνίας γενικότερα και της πεζογραφίας ειδικότερα,
όπως έχει δείξει η ιστορία, συνιστά τόπο μικρών και μεγάλων αψιμαχιών.
Εσείς πώς τις βιώνετε;
-Οι αψιμαχίες υπάρχουν. Υπάρχουν και …μάχες. Μικρός ο τόπος μας για να χωρέσει τόσους πολλούς συγγραφείς. Προσωπικά αν και παρακολουθώ τέτοιες καταστάσεις, αν και πολύ συχνά αισθάνομαι πως φτάνουν και ως εμένα …τα βόλια, νομίζω πως καταφέρνω να τις αποφεύγω. Έχω λίγους φίλους από το συγγραφικό χώρο… Η μάλλον σε πιο σωστή διατύπωση, αποφεύγω να κυκλοφορώ στα συγγραφικά στέκια.
9. Ποιες συμβουλές θα επιθυμούσατε να δώσετε σε νεότερους συγγραφείς;
-Αν ένας νέος άνθρωπος θέλει να ασχοληθεί με τη λογοτεχνία, θα βρει μόνος του τον τρόπο που θα τον βοηθήσει να οδηγήσει το όνειρό του σε μια πραγμάτωση. Εγώ συνήθως συμβουλεύω να διαβάζει κανείς πάρα πολύ και με πάθος και να γράφει επίσης πάρα πολύ και με έντονο πάθος. Αλλά -πιστέψτε με- δεν είναι βέβαιος αν αυτές οι συμβουλές έχουν αποτέλεσμα στη σημερινή εποχή μας. Είπαμε και πιο πριν πως η παρουσία του διαδικτύου αλλάζει ραγδαία τις συνθήκες. Στη θέση του κόπου του χειρόγραφου, έχουμε την άνεση του word.

https://www.culturebook.gr/grafeio-pezografias/pezografika-portreta/2021-10-11-12-51-13.html

8.10.21

Ήλίας Φραγκάκης "Μαρίκες"

 




Ηλίας Φραγκάκης: «Μαρίκες» Μυθιστόρημα, Εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της Εστίας

 

Ο γεννημένος το 1963 στην Αθήνα, Ηλίας Φραγκάκης είναι βασικά ένας άνθρωπος του θεάτρου και του κινηματογράφου.

Στη λογοτεχνία έκανε την εμφάνισή του μόλις το 2019 με μια ποιητική συλλογή.

Και τώρα εισέρχεται και στο χώρο της πεζογραφίας με ένα ιδιόμορφο ως προς την ροή της αφήγησης μυθιστόρημα.

Σε ένα κάμπινγκ αποκλήρων της κοινωνίας βρίσκεται το πτώμα μιας άγνωστης γυναίκας. Δυο από τους ηλικιωμένους κατοίκους του κάμπινγκ το ανακαλύπτουν και τόσο αυτοί όσο και ο αναγνώστης αναρωτιούνται για το πως και το γιατί βρέθηκε εκεί το πτώμα.

Αλλά ο συγγραφέας έχει επιλέξει τον δικό του τρόπο ξεδίπλωσης των γεγονότων κι αυτός στηρίζεται στις κάπως ανορθόδοξες διαδρομές στους δρόμους της Αθήνας ενός γάτου, του Τιτάκου. Και ο αναγνώστης -που θα πρέπει να αποδεχτεί πως ο γάτος είναι το alter ego του συγγραφέα- θα συναπαντηθεί με μια σειρά διαφορετικών τύπων που μπορεί κανείς να συναντήσει τη νύχτα στους δρόμους της πόλης: δυο ασυνόδευτα προσφυγόπουλα και τον άνθρωπο που στη δομή όπου ζούνε με ιδιαίτερη έγνοια και αγάπη τα προσέχει, μιας και ο ίδιος με κάποιο παρόμοιο τρόπο έζησε την παιδική του ηλικία* κάτι νεοναζί τύπους που έχουν βάλει στο μάτι σκουρόχρωμους αλλοδαπούς* αστυνομικούς που χρησιμοποιούν τη στολή τους για να καλύψουν την βίαιη συμπεριφορά τους* κι ακόμα μια πόρνη που προσπαθεί να ζήσει χωρίς την απάνθρωπη ματιά εκείνου που την ελέγχει.

Όλοι αυτοί θα φωτίσουν το σκοτεινό πρόσωπο μιας πόλης που για τους περισσότερους από τους κατοίκους της δεν υπάρχει.

Ο Ηλίας Φραγκάκης, καταφέρνει να συνδέσει όλα αυτά τα πρόσωπα μέσα σε μια κατ΄ επίφαση αστυνομική πλοκή, αλλά στην ουσία γράφει ένα μυθιστόρημα πολιτικού και κοινωνικού στοχασμού, μα και καταγγελίας.

Με μια γραφή απόλυτα λες καθημερινού λόγου και με συχνές, αλλά εντελώς σωστά τοποθετημένες μέσα στη ροή των φράσεων, ρήσεις άλλων στοχαστών και λογοτεχνών, μετατρέπει τη δράση σε σκέψη. Οι διάλογοι μεταξύ των διαφόρων προσώπων ολοζώντανοι. Και βέβαια, αξίζει να σημειώσει κανείς το χιούμορ που διαπερνά όλο το έργο.

Τελικά και με τον επίλογο που κλείνει και ολοκληρώνει όχι τόσο την υπόθεση όσο τη πολιτική και κοινωνική στάση του συγγραφέα (μα και του γάτου), ο Φραγκάκης κατέθεσε ένα έξυπνο και απόλυτα σύγχρονο πεζογράφημα που διαβάζεται με ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

Πρώτη ανάρτηση:

https://www.fractalart.gr/marikes/


29.9.21

Χρήστος Αρμάντο Γκέζος: «Χάθηκε βελόνι», Μεταίχμιο


 


Το άτομο εκείνο που είτε μόνο του είτε μαζί με την οικογένειά του εξαναγκάζεται να επιλέξει για οικονομικούς ή πολιτικούς λόγους μια μετανάστευση, τις περισσότερες φορές κρύβει μέσα στην ψυχή του πολλά και αντιθετικά μεταξύ τους συναισθήματα. Από την πίκρα του αποχωρισμού έως την έωλη προσμονή μιας νέας κατάστασης* από τον θυμό της εκδίωξης έως τον τραυματισμό της μη αποδοχής στο νέο περιβάλλον.

Πέρα, λοιπόν, από τις όποιες πολιτικές ή οικονομικές αναλύσεις ειδικών, πέρα από τις καταγραφές των ιστορικών, πέρα από τις περιγραφές των δημοσιογράφων, υπάρχει η ανάγκη -αξίζει πιο σωστά- να γίνει και μια καταγραφή των συναισθημάτων ενός μετανάστη και εκ μέρους ενός συγγραφέα.

Η Ελλάδα είναι μια περιοχή της Ευρώπης που έχει πολλαπλή και στενή, όσο και αμφίδρομη σχέση με το φαινόμενο της μετανάστευσης.

Καθώς ο προηγούμενος αιώνας τέλειωνε το μεταναστευτικό κύμα προς τη χώρα μας είχε συγκεκριμένη γεωγραφικό ονομασία -η Αλβανία ήταν η χώρα από την οποία κατέβαιναν πλήθη ανθρώπων. Άλλοι από αυτούς έλληνες της Βορείου Ηπείρου (ή αν θέλετε της Νότιας Αλβανίας) αλλά και άλλοι από αυτούς γνήσιοι Αλβανοί.

Τους υποδεχόμαστε με ανάμεικτα συναισθήματα και αντιφατικές συμπεριφορές. Σχεδόν ποτέ δεν σκύψαμε από πάνω τους να αφουγκραστούμε τον εσωτερικό παλμό τους, μήτε και με διάθεση συμπαράστασης να ζητήσουμε πληροφορίες για το παρελθόν και το παρόν τους.

Σήμερα και μετά από τριάντα και βάλε χρόνια, όσοι από τους ανθρώπους εκείνους παρέμειναν εδώ και δεν επέστρεψαν πίσω στο γενέθλιο τόπο τους, έχουν ενσωματωθεί στην οικονομική, πολιτική και πολιτιστική μας καθημερινότητα.

Και κάποιοι από αυτούς έχουν καταθέσει τις προσωπικές τους εμπειρίες από το ‘εκεί’ και το ‘εδώ’ τους με αξιόλογους, ιδιαίτερα αξιόλογους λογοτεχνικούς τρόπους.

Θα αναφέρω τον Τηλέμαχο Κώτσια -τον πρώτο που με τα μυθιστορήματά του έφερε ανάμεσα στους λογοτεχνικούς ήρωες μας και άτομα από την Αλβανία.

Μια παρόμοια περίπτωση κατάθεσης εσωτερικών αναταράξεων που η μετανάστευση από την Αλβανία έχει πυροδοτήσει τη δημιουργία λογοτεχνικών ηρώων, τη συναντάμε και στο μυθιστόρημα του Χρήστου Αρμάντο Γκέζου «Χάθηκε βελόνι».

Ο συγκεκριμένος -ηλικιακά νεότατος- συγγραφέας έχει γίνει γνωστός και με την ποίησή του, όπως και με ένα ακόμα προηγούμενο μυθιστόρημά του.

Εκείνο που βασικά χαρακτήριζε τη θεματική των προηγούμενων λογοτεχνικών καταγραφών του ήταν η ανίχνευση της φυγής -μιας φυγής εσωτερικής όσο και εξωτερικής. Το άτομο που αναζητά το είναι του και τον τόπο του. Κάτι παρόμοιο -μα σε πληρέστερο βαθμό ανάπτυξης- θα συναντήσουμε και στο «Χάθηκε βελόνι».

Μια οικογένεια Βορειοηπειρωτών, που μόλις ανοίξουν τα σύνορα με την Ελλάδα, μεταναστεύει. Ο πατέρας, η μητέρα, έξι παιδιά -το ένα από αυτά, το πιο μικρό, θα εξαφανιστεί προτού περάσουν τον τελωνειακό έλεγχο.

Η εξαφάνιση αυτή θα σφραγίσει το μέλλον της οικογένειάς, κυρίως όμως του ενός αδελφού. Παράλληλα όμως το μέλλον τους είναι επίσης σφραγισμένο από τα όσα είχαν και στις προηγούμενες γενιές συμβεί. Γεγονότα τραγικά που ως ένα μεγάλο βαθμό η εμφάνιση τους ήταν αποτέλεσμα της φυλετικής διαφορετικότητάς τους. Έλληνες ανάμεσα σε Αλβανούς.

Και στο σημείο αυτό, νομίζω πως εστιάζεται ένα από το κύρια και ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του μυθιστορήματος.

Ο Γκέζος δεν ενεργοποιείται μόνο από την μετανάστευση, αλλά και από το τι μπορεί να συμβαίνει στα άτομα όταν διαβιώνουν σε τόπο όπου τους έχουν στερήσει το δικαίωμα να εκφράζουν την εθνικότητά τους.

Με άλλα λόγια έχουμε ένα μυθιστόρημα διπλής απομόνωσης.

 

Χρήστος Αρμάντο Γκέζος

 

Μέσα σε τέτοιες συνθήκες κάποιοι πορεύτηκαν. Κάποιοι -σαφώς οι περισσότεροι- βρήκαν το νέο τους δρόμο, μια νέα ισορροπία. Κάποιοι -ελάχιστοι τάχα;- όμως όχι.

Αυτούς τους τελευταίους αφορά το «Χάθηκε βελόνι».

Τσιμπι -τσιμπιτόνι

Χάθηκε βελόνι

Πάω να το βρω

Εχάθηκα κι εγώ

Το παιδικό τραγουδάκι -όπως κάθε που διαθέτει την αυτοφυή παιδική γνώση- δεν χαρίζει μόνο τον τίτλο στο μυθιστόρημα, αλλά και εκφράζει το δράμα των κεντρικών προσώπων, κυρίως βέβαια τους ενός από αυτούς.

Παράλληλα όμως -και με μια υπόγεια διαδρομή- επεμβαίνει και στη δομή του όλου έργου. Και με απόλυτη σύμπνοια θέματος και κατασκευής, οδήγησε σε μια μυθιστορηματική σύνθεση που τη διακρίνει η πολλαπλή πολυπρισματικότητα -θα μπορούσα και να τη χαρακτηρίσω ως  μια συνεχή υφολογική μετανάστευση. Αρκετοί οι αφηγητές και ο καθένας με το δικό του ύφος αφηγείται. Αλλά και αρκετοί οι τρόποι αφήγησης. Από άτυπες ημερολογιακές καταγραφές έως σπαρακτικούς μονολόγους σε ντοπιολαλιά, μέχρι και παραληρηματικές εξιστορήσεις αναζήτησης του ‘εγώ’ με πρόφαση τον ‘άλλον’, αλλά και ποιήματα -εκφράσεις κι αυτά της ψυχοσύνθεσης του κεντρικού ήρωα.

Και κάπως έτσι -με θάρρος στα όρια του λογοτεχνικού θράσους- ολοκληρώθηκε το μυθιστόρημα. Άλλοτε με μακροσκελείς προτάσεις, άλλοτε με σύντομες περιγραφές. Πάντα όμως με μια τάση ανίχνευσης της ταυτότητας- «Μωρέ, το πατρικό σας, το σπίτι του τάτα σας, δε θέλετε να το φτιάσετε;» (σελ. 170) και επίσης «…μαζί θα μπορούσαν να γεμίσουν τις ξεχειλωμένες ρωγμές του χρόνου και να κατοικήσουν αυτό το ερείπιο όπως θα έπρεπε από την αρχή να είχε κατοικηθεί…» (σελ233)

Μια ιδιαίτερη, λοιπόν, παρουσία το «Χάθηκε βελόνι» ανάμεσα στα μυθιστορήματα νεότερων ελλήνων συγγραφέων που με τον τρόπο του αποδεικνύει το πόσο και σε πόσους τομείς η μετανάστευση μπορεί να λειτουργήσει ως άνοιγμα προς νέους κοινωνικούς προβληματισμούς και συγγραφικές τεχνικές.