13.1.22

Ο Λευκάτας, η Φαγιουμάτα και οι 888 Νάνοι

 


Κωστής Α. Μακρής

«Ο Λευκάτας, η Φαγιουμάτα και οι 888 Νάνοι»

Εικονογράφηση του ιδίου

Εκδόσεις Φίλντισι

 

Ο Κωστής Α. Μακρής είναι μια διακριτή παρουσία στο χώρο της παιδικής λογοτεχνίας καθώς τα δυο προηγούμενα βιβλία  του –«Ο Πιοζ Νάμε και οι πέντε γάτες» (2010) και «Η Εβίτα που νίκησε τα Αποθαρρύνια» (2015)- που είχαν κυκλοφορήσει από τις Εκδόσεις Πατάκη, διακρίθηκαν σε διαγωνισμούς και αγαπήθηκαν από ένα πλατύ φάσμα ανηλίκων και ενηλίκων αναγνωστών.

Πριν από λίγες μέρες κυκλοφόρησε το τρίτο του βιβλίο – «Ο Λευκάτας, η Φαγιουμάτα και οι 888 Νάνοι» από τις Εκδόσεις Φίλντισι, με ασπρόμαυρες εικόνες που ο ίδιος ο συγγραφέας υπογράφει.

Στην ουσία πρόκειται για ένα παραμύθι που έχει τη μορφή μυθιστορήματος και που χρησιμοποιεί τη φαντασία για να αναπτύξει κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα.

Μέσα από την καταγραφή των περιπετειών δυο νέων -του Λευκάτα και της Φαγιουμάτα- που αν και ερωτευμένοι, δεν θα τους είναι εύκολο να ενωθούν καθώς πολιτικές και κοινωνικές συμβάσεις θα στέκονται εμπόδιο στην επιθυμία τους αυτή, ο Κωστής Α. Μακρής βρίσκει την ευκαιρία να καταγγείλει πρακτικές όπως αυτές των απολυταρχικών καθεστώτων, της διαφθοράς της εξουσίας, του φυλετικού ρατσισμού, αλλά και να προωθήσει την αξία στην εφαρμογή κοινωνικής συμπαράστασης, αναγνώρισης της ταυτότητας του άλλου, πίστης στα ιδανικά και μαχητικότητα στην εκπλήρωσή τους.

Στην ουσία έχουμε ένα φανταστικό μυθιστόρημα όπου δίπλα στη δράση υπάρχει ο αναστοχασμός.

Και σε μια περίοδο όπου η πλατιά αφήγηση για παιδιά δεν είναι το είδος εκείνο που ιδιαίτερα -δυστυχώς- προωθείται, ο Κωστής Α. Μακρής καταθέτει μια εξιστόρηση που τολμά να ανασαίνει χωρίς το άγχος της σύντομης δόμησης.

Παράλληλα και εδώ -το ίδιο έχει πετύχει και στα προηγούμενα έργα του-  απλώνει την ικανότητά του να κατασκευάζει ονόματα που το καθένα από αυτά έχει τη μοναδικότητα του, καθώς βγαίνουν από τη συνύπαρξη λέξεων που η κάθε μια τους συμβολίζει ένα ή και περισσότερα χαρακτηριστικά του προσώπου που φέρει αυτό το όνομα.

Για παράδειγμα Λευκάτας από το λευκό χρώμα (σύμβολο της αγνότητας), Φαγιουμάτα από τα πορτραίτα με τα εκφραστικά μάτια, Μαυρώπας από το χρώμα το μαύρο (σύμβολο της κακίας), Κρατιστοβία η χώρα με το αυταρχικό πολίτευμα κ.α.

Ένα ιδιαίτερο ανάγνωσμα γραμμένο με προσεχτική χρήση της γλώσσας και εμπνευσμένο από διαχρονικές αξίες και επίκαιρους προβληματισμούς.

Μια ιδιαιτέρως προσεγμένη έκδοση.

 

(300 λέξεις)


https://iporta.gr/%ce%b3%ce%b9%ce%b1-%cf%84%ce%bf-%ce%b2%ce%b9%ce%b2%ce%bb%ce%af%ce%bf-%cf%84%ce%bf%cf%85-%ce%ba%cf%89%cf%83%cf%84%ce%ae-%cf%84%ce%bf%cf%85-%ce%bc%ce%ac%ce%bd%ce%bf%cf%85-%ce%ba%ce%bf%ce%bd%cf%84%ce%bf/

9.1.22

Συνέντευξη στο Liberal

 Κυριακή 9 Ιανουαρίου 2022, 09:00

Μάνος Κοντολέων: «Οι δεσμοί αίματος ίσως να είναι σημαντικότεροι από ότι οι δεσμοί έρωτα ή φιλίας»

Μάνος Κοντολέων: «Οι δεσμοί αίματος ίσως να είναι σημαντικότεροι από ότι οι δεσμοί έρωτα ή φιλίας»

«Τη σημερινή Κλυταιμνήστρα μπορεί κανείς να τη διακρίνει σε κάθε γυναίκα που κακοποιήθηκε από τους άντρες, αλλά και σε κάθε γυναίκα που έκανε το λάθος να θελήσει να ηγεμονεύσει στον όποιο δικό της χώρο με προδιαγραφές αρσενικής ιδεολογίας.» Υποστηρίζει ο Μάνος Κοντολέων μιλώντας μας στο Liberal.gr για το καινούργιο του μυθιστόρημα: «Οι σκιές της Κλυταιμνήστρας» ο τίτλος του, κυκλοφόρησε πρόσφατα από τον Πατάκη.

«Όπως οι περισσότεροι από εμάς που μόλις ακούσουν το όνομα Κλυταιμνήστρα σκέφτονται ένα φόνο εκδίκησης, έτσι κι εγώ αναζήτησα να μεταφέρω σε ένα δικό μου μυθιστόρημα την ανάπτυξη του χαρακτήρα μιας γυναίκας που για συγκεκριμένους λόγους αποφασίζει να δολοφονήσει τον άνδρα της», μας εξηγεί ο συγγραφέας, αποκαλύπτοντας το πολύπλοκο της υπόθεσης:

«Μα πολύ σύντομα κατανόησα πως η μεγάλη στιγμή της Κλυταιμνήστρας, αυτή που την τοποθετεί στην θέση που κατέχει μέσα στο πάνθεο των τραγικών ηρωίδων, δεν μπορεί να είναι ο φόνος που διέπραξε αλλά η δολοφονία της από τον ίδιο της το γιο. Μια μάνα την ώρα που βλέπει το ίδιο της το παιδί να την σκοτώνει -αυτή ήταν η Κλυταιμνήστρα που εγώ ήθελα να αναπλάσω.»

Πολυβραβευμένος και αγαπημένος συγγραφέας μικρών και μεγάλων, ο Μάνος Κοντολέων, έχει συνδέσει την ενήλικη μυθιστοριογραφία του με θέματα τολμηρά και δύσκολα, με ηρωίδες αγαπημένες κι αλησμόνητες, ενώ τελευταία δείχνει την προτίμησή του σε αρχετυπικά πρόσωπα, όπως η Κασσάνδρα στο προηγούμενο βιβλίο του «Η Κασσάνδρα στην μαύρη άμμο» και η Κλυταιμνήστρα στις «Σκιές της Κλυταιμνήστρας» τώρα:

«Ένα από τα πράγματα που μας έχουν διδάξει οι αρχαίοι τραγικοί είναι και πως ανάμεσα στο καλό και το κακό η απόσταση δεν είναι και τόσο μεγάλη», θα μας πει και θα μιλήσει για πολλά: πρώτα απ’ όλα για το 2022 και την Μικρασιατική του καταγωγή.

Συνέντευξη στην Ελένη Γκίκα

- Κύριε Κοντολέων, μετά την Κασσάνδρα σας (Η Κασσάνδρα στην μαύρη άμμο), η Κλυταιμνήστρα (Οι σκιές της Κλυταιμνήστρας), σας ελκύουν οι αρχετυπικοί, τραγικοί γυναικείοι ρόλοι, η γυναίκα ως ηρωίδα σας ή η αντανάκλασή τους στα καθ’ ημάς;

Όλα ισχύουν. Τα περισσότερα από τα κεντρικά πρόσωπα των μυθιστορημάτων μου ανήκουν στο γυναικείο φύλο. Στα πρώτα μου βιβλία δεν είχα καταλάβει το γιατί συνέβαινε κάτι τέτοιο. Αλλά κάποια στιγμή και αφού είχα αναπτύξει μυθιστορηματικά και αντρικές προσωπικότητες, επέστρεψα συνειδητά στις γυναικείες περσόνες μιας και μέσα από αυτές έχω την αίσθηση πως κατανοώ καλύτερο την δική μου αρσενική ταυτότητα.

Τώρα τελευταία με τα δυο μυθιστορήματά μου που αναφέρατε, αυθόρμητα σχεδόν στράφηκα προς αρχετυπικούς τύπους γυναικών. Ίσως γιατί χρειάζομαι να εμβαθύνω περισσότερο το πως αισθάνεται και αντιδρά μια γυναίκα κατά τη διάρκεια των αιώνων.

- Δηλαδή, ποια θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι η Κλυταιμνήστρα των ημερών;

Τα πρόσωπα που κυριαρχούν στις αρχαίες τραγωδίες έχουν την ικανότητα να παραμένουν ολοζώντανα μέχρι τις μέρες μας -και θα συνεχίσουν έτσι κάπως να αναπνέουν και στο μέλλον- γιατί εκφράζουν διαχρονικές όσο και καθημερινές πλευρές των ανθρώπινων παθών. Τη σημερινή Κλυταιμνήστρα μπορεί κανείς να τη διακρίνει σε κάθε γυναίκα που κακοποιήθηκε από τους άντρες, αλλά και σε κάθε γυναίκα που έκανε το λάθος να θελήσει να ηγεμονεύσει στον όποιο δικό της χώρο με προδιαγραφές αρσενικής ιδεολογίας.

- Θα μπορούσαμε να αναφερθούμε στην αρχική σύλληψη; Είναι μια ηρωίδα που είχατε στο νου σας για καιρό; Συνέβη κάτι και ξαφνικά άστραψε μέσα σας;

Όχι δεν την είχα στο νου από καιρό. Αυτήν που από τα νιάτα ζητούσα να πλησιάσω ήταν η Κασσάνδρα- για μένα το σύμβολο της λογικής που δεν μπορεί να πείσει τα παθιασμένα πλήθη. Πάντα επίκαιρο σύμβολο. Αλλά καθώς ο απόηχος του βιβλίου μου «Η Κασσάνδρα στη Μαύρη Άμμο» με περικύκλωνε, αισθάνθηκα πως θα έπρεπε για λόγους δικαιοσύνης να προσφέρω και στην αντίπαλο της Κασσάνδρας την ευκαιρία να μιλήσει. Κι έτσι ξεκίνησα να γνωρίζω την Κλυταιμνήστρα.

- Φαντάζομαι ότι και ο Ορέστης είχε ως έμπνευση ρόλο πρωταγωνιστικό, αλλά και στο βιβλίο σας: Μητέρα και γιος αυτή η παράδοξη, ανερμήνευτη, άλυτη σχέση…

Όπως οι περισσότεροι από εμάς που μόλις ακούσουν το όνομα Κλυταιμνήστρα σκέφτονται ένα φόνο εκδίκησης, έτσι κι εγώ αναζήτησα να μεταφέρω σε ένα δικό μου μυθιστόρημα την ανάπτυξη του χαρακτήρα μιας γυναίκας που για συγκεκριμένους λόγους αποφασίζει να δολοφονήσει τον άνδρα της.

Μα πολύ σύντομα κατανόησα πως η μεγάλη στιγμή της Κλυταιμνήστρας, αυτή που την τοποθετεί στην θέση που κατέχει μέσα στο πάνθεο των τραγικών ηρωίδων, δεν μπορεί να είναι ο φόνος που διέπραξε αλλά η δολοφονία της από τον ίδιο της το γιο. Μια μάνα την ώρα που βλέπει το ίδιο της το παιδί να την σκοτώνει -αυτή ήταν η Κλυταιμνήστρα που εγώ ήθελα να αναπλάσω.

Αλλά τότε δίπλα της ήρθε και στάθηκε αυτός ο γιος -ο Ορέστης. Και η μεγάλη στιγμή ενός άνδρα που δολοφονεί την ίδια τη μάνα του.

Οπότε το μυθιστόρημα μου απέκτησε δυο κεντρικούς φορείς ιδεών και δυο μεγάλες πηγές παθών. Μια όμως άποψη* μια καταγγελία. Την καταδίκη της φυλετικής υφής του άρχειν.

- Κατά την άποψή σας ποια σχέση είναι σχεδόν γόρδιος δεσμός; Η σχέση μητέρας- γιού ή μητέρας- κόρης;

Η κάθε μια ένας αληθινά γόρδιος δεσμός. Μα και επίσης γόρδιοι δεσμοί κι αυτοί πατέρα – γιου και πατέρα – κόρης.

Οι σχέσεις αυτές είναι απόλυτα κομβικές -χαρακτηρίζουν και τους κατιόντες και τους ανιόντες.

Και μιας και μιλάμε για τέτοιους κομβικούς δεσμούς, ας βάλουμε δίπλα και όσους αφορούν τα αδέλφια στις διάφορες παραλλαγές τους.

Τελικά οι δεσμοί αίματος ίσως να είναι σημαντικότεροι -από ψυχαναλυτική πλευρά- απ΄ ότι οι δεσμοί έρωτα ή φιλίας.

- Ο αφηγηματικός λόγος σας θυμίζει – όπως και στην Κασσάνδρα- σύγχρονη τραγωδία, είναι καθαρά ποιητικός. Διεκδικούν τον αφηγητή τους οι ηρωίδες, οι ήρωες; Αυτοί μας υποβάλουν – τρόπο τινά- τον αφηγηματικό ρυθμό;

Κάθε φορά που έχω αποφασίσει να ξεκινήσω ένα νέο μου έργο και ασχέτως αν θα απευθύνεται κυρίως σε μικρής ηλικίας αναγνώστες ή σε ενήλικες, προτού γράψω την πρώτη φράση, πρέπει να έχω αποφασίσει ποιος θα αφηγείται την ιστορία μου.

Ανάλογα, λοιπόν, με την εκάστοτε επιλογή μου, είναι και η επιλογή του αφηγηματικού μου λόγου.

Στις δυο περιπτώσεις που αναφέρετε, επέλεξα αυτή την ποιητική γραφή -περισσότερο ποιητική στην Κασσάνδρα- και την αρκούντως υπαινικτική -κυρίως στην Κλυταιμνήστρα.

- Είχατε εκπλήξεις σ’ αυτό σας το βιβλίο με τον δεδομένο μύθο;

Οι μύθοι που συνοδεύουν αυτά τα πρόσωπα είναι πολλοί και συχνά αντικρουόμενοι μεταξύ τους. Όσο τους μελετάς όλο και περισσότερες διακλαδώσεις τους συναντάς. Κάποτε πρέπει να επιλέξεις και τελικά να στήσεις κι εσύ από αυτούς όλους τους μύθους, ένα και μοναδικό που θα είναι ο δικός σου.

Είναι πάντως κρίμα που Έλληνες γνωρίζουμε τόσο μονοδιάστατα την προϊστορία εκείνων που κατοίκησαν σε αυτόν τον τόπο. Οι πολύπλευρες και συχνά αντικρουόμενες πληροφορίες αν μας γινόντουσαν γνωστές θα είχαμε και μια κάπως περισσότερο ουσιαστική σχέση με το παρελθόν μας. Ένα από τα πράγματα που μας έχουν διδάξει οι αρχαίοι τραγικοί είναι και πως ανάμεσα στο καλό και το κακό η απόσταση δεν είναι και τόσο μεγάλη.

- Αλήθεια, πόσες ηρωίδες γεννήθηκαν στα χέρια σας; Ξεχωρίζετε κάποιαν;

Όπως και πιο πριν είπα, είναι πολλές. Πόσες; Μα δεν μπορώ, ίσως και να μην θέλω να τις μετρήσω. Όπως και δεν τις ξεχωρίζω… Τουλάχιστον δημόσια. Προς το παρόν, πάντως… κανακεύω την Κλυταιμνήστρα.

- Τι είναι εκείνο που έχει μια ηρωίδα που δεν έχει επουδενί ένας ήρωας;

Α, ούτε γι αυτό μπορεί να είμαι βέβαιος. Άλλωστε ρωτάτε ένα συγγραφέα που μεταξύ των άλλων χαρακτήρων που έχει αναπλάσει είναι και ένας ευνούχος όπως και μια λεσβία, αλλά και ένας ομοφυλόφιλος.

- Στην εποχή μας, ξαφνικά, η γυναίκα σα να χάνει έδαφος, τόσες πολλές συζυγοκτονίες, περνάμε ξανά έναν μεσαίωνα όσον αφορά με τη θέση, τη ζωή των γυναικών;

Μεγάλο και βαθύ ερώτημα. Μιας και είμαι από εκείνους που πιστεύουν πως τα ένα φύλο επεμβαίνει στη διαμόρφωση του άλλου, θεωρώ πως ως σύνολο η κοινωνία μας ρέπει προς μια πολλαπλά βίαιη έκφραση που ένα από τα αποτελέσματά της είναι και το φαινόμενο της ακραίας ενδοοικογενειακής βίας.

- Κύριε Κοντολέων, καινούργια χρονιά εν μέσω πανδημίας, μετάλλαξης όμικρον, γυναικοκτονιών, μητροκτονιών, τι περιμένουμε να γεννηθεί το 2022;

Δεν θέλω να εκφράσω -ούτε και να σκεφθώ- τι φοβάμαι πως γεννιέται με τη νέα χρονιά. Προτιμώ να ονειρεύομαι κάτι καλύτερο… Το όποιο καλύτερο. Εδώ που φτάνουμε, ακόμα και η κάθε μικρή νίκη του καλού, είναι στοιχείο ελπίδας.

- Αλλά μικρασιατικής καταγωγής για σας το 2022, φαντάζομαι, θα σημαίνει πολλά….

Όχι πάντως περισσότερα απ΄ ότι σήμαινε για μένα σε όλη μου τη ζωή η μικρασιατική καταγωγή μου.

- Να τελειώσουμε με τα κρατήματά μας στα δύσκολα; Υπάρχουν καταφύγια για τον άνθρωπο; Εσείς στα δύσκολα, τι κάνετε;

Πολύ εγωιστής γίνομαι. Θέλω να επιβιώσω κι έτσι γράφω, διαβάζω και επικοινωνώ με τους αγαπημένους μου.

- Αλλά καλύτερα να τελειώσουμε με μιαν ευχή, έτσι δεν είναι; Εφόσον διανύουμε μαζί τη νέα χρονιά….

Yγεία για όλους. Για όλο τον πλανήτη.

5.1.22

Η Ερωτική αγωγή στον Σίσυφο (τεύχος 19)

 

Τι εστί ερωτική αγωγή;

(Ερωτική αγωγή/ Μάνος Κοντολέων/ Πατάκης, Α΄ έκδοση 2003, Ε΄ έκδοση 2020)

 

Πολλές φορές διαβάζοντας αυτό το βιβλίο αναρωτήθηκα αν η ματιά του είναι η υποκειμενική των πρωταγωνιστών, του Χρήστου και του Άρη Βελλή, ή αν πρόκειται για «καθαρές» απόψεις του τριτοπροσώπου παντογνώστη αφηγητή. Θεωρώ ότι η απάντηση είναι πολύ δύσκολη και μόνο ο ίδιος ο συγγραφέας μπορεί να τη δώσει. Η αίσθηση μου είναι ότι η ενσυναίσθηση του συγγραφέα είναι τόσο ισχυρή που υπάρχει μια παροδική και μερική ταύτιση στις σελίδες του έργου. Πάντως, θα μπορούσα να πω, ότι μέρος αυτών των απόψεων δεν είναι κοινά αποδεκτές, κάτι όμως που δεν αποκλείει φυσικά την πιθανή ορθότητά τους.

   Το έργο όμως σαφώς δεν είναι ουδέτερο. Εγείρει ερωτήματα, μάλιστα καταιγιστικά, σε αρκετά σημεία προκαλεί και αυτό αποτελεί πλεονέκτημα, μια και η λογοτεχνία απευθύνεται σε αναγνώστες.

   Η ανδρική λίμπιντο και η ερωτογενής ματιά των αντρών είναι οδηγοί του και αυτό αυτομάτως το καθιστά υπό μια ιδιαίτερη οπτική γωνία. Γίνεται αισθητό ότι ο αφηγητής είναι άντρας, γιατί δεν θα μπορούσε να εκφραστεί με αυτόν τον τρόπο μια γυναίκα, ούτε θα διατύπωνε μάλλον αυτές τις θέσεις και αυτό ακριβώς αποτελεί την πρωτότυπη ιδιαιτερότητά του. Η ειρωνική του ματιά το διαπερνάει και το ηλεκτρίζει και κρατά τον αναγνώστη σε εγρήγορση, ενώ χαρακτηριστική είναι και η πυκνότητα νοημάτων. Αρκεί να σκεφτούμε πόσο διαφορετικό θα ήταν το βιβλίο αν γραφόταν υπό μερική εστίαση κάποιου άλλου πρωταγωνιστή. Θα ήταν αγνώριστο. Το αντρικό συγγραφικό ύφος είναι η ταυτότητά του.    Οι ήρωές του διασχίζουν την ιστορία και αυτή τους διαποτίζει. Κοινωνία και άνθρωποι είναι μαζί και μαζί προχωρούν. Η μέθοδός του είναι περισσότερο παραγωγική και ελάχιστα επαγωγική, μια  και πάντα στην αρχή του κεφαλαίου, αλλά και διαρκώς εντός  του, σκιαγραφεί το κοινωνικό, πολιτικό και οικονομικό κλίμα, που θα αποτυπωθεί ή θα ενεργοποιήσει τις αντιδράσεις των ηρώων.

   Ο συγγραφέας είναι πολίτης του 20ου αιώνα, που γνωρίζει τα γεγονότα και τις προσωπικότητες της εποχής. Διερευνά διαρκώς τη σημειολογία τους, η οποία συχνά είναι υπαινικτική και μεταφορική, και όλα αυτά λειτουργούν αιτιολογικά, για τις συμπεριφορές των ηρώων του, αλλά και για γενικότερα θέματα. Είναι ενίοτε μια φευγαλέα, αλλά σφαιρική ματιά, όλου του αιώνα, με συχνές άμεσες κρίσεις.

   Η αθυροστομία και η ρεαλιστική ωμότητα των σεξουαλικών περιγραφών αποδίδει ένα ιδιαίτερο τόνο στο βιβλίο και στην αξιολόγηση των χαρακτήρων. Οι κεντρικοί ήρωες άγονται από τις σεξουαλικές παρορμήσεις τους (εδώ μας θυμίζει και τους ήρωες του Καραγάτση), τόσο στη συμπεριφορά, όσο και στην κοινωνική νοοτροπία τους, στην κοσμοαντίληψή τους και, εμμέσως, στις συγκαλυμμένες πολιτικές θέσεις τους. Γιατί ακόμα και η έλλειψη της ιδεολογικής τοποθέτησής τους αποτελεί πολιτική θέση, ειδικά όταν ο «προβολέας» φωτίζει, έστω και φευγαλέα, πολιτικές καταστάσεις. Έτσι κινούνται σε έναν κόσμο που βράζει και διακατέχονται από πλήρη αδιαφορία και ατομισμό.

   Αλλάζοντας θέμα, ένα πολύ ουσιαστικό και χαρακτηριστικό στοιχείο της τεχνοτροπίας του είναι ο δηλωτικός τρόπος γραφής. Υπάρχει σαφής έλλειψη εκτενών διαλόγων, η συνεχής αφηγηματική δράση είναι σπάνια, οι περιγραφές στιγμιαίες ή σύντομες και η καρέ-καρέ αποτύπωση της «πραγματικότητας» ανύπαρκτη. Έτσι δηλώνει τις καταστάσεις και τα συναισθήματα («tell») και το βιβλίο μοιάζει με ψηφιδωτό. Η τεχνική αυτή βοηθάει στη γρήγορη και σφαιρική αντίληψη της ψυχολογίας των ηρώων και τη σκιαγράφηση των νοοτροπιών και της κοινωνικής αντίληψης σε σχέση με αυτά. Έτσι δικαίως μπορούμε να πούμε ότι αποδίδει ερωτικά και σεξουαλικά (δύσκολα διαχωρίζονται αυτά τα δύο στο έργο), αλλά και κοινωνικά τον 20ο αιώνα, κάτι που αποτελεί και στόχο του βιβλίου.

  Ας αναφέρουμε επιγραμματικά μερικές ακόμα αφηγηματικές τεχνικές. Α) Συχνή χρήση του προϊδεασμού και της προοικονομίας.

Β) Σύντομες δοκιμιακού τύπου παρεμβάσεις.

Γ) Χρήση σπάνιων λέξεων που ξαφνιάζουν, συχνά αρχαιοπρεπών ή δανεισμένων από την επιστήμη. Σε κάποιες περιπτώσεις υπάρχουν και λεξιπλασίες ή όροι νεολογισμού (π.χ. «homo faber», σ.313). Γενικά η γραφή του είναι σύνθετη, τόσο από πλευράς λέξεων, όσο, ως ένα βαθμό, και προτάσεων.

Δ) Ανάμιξη αγοραίων και λογίων λέξεων, που κάποτε έχουν στόχο την ειρωνεία.

Ε) Ηδονιστικές περιγραφές, με ρεαλισμό, συχνά με λόγιες λέξεις ή έμμεσες περιφράσεις, που αγγίζουν το γκροτέσκο, μια και δημιουργούν ανάμικτα, ερωτισμό, αηδία, ειρωνεία, μέχρι και παιγνιώδες χιούμορ.

ΣΤ) Και όλα όσα αναφέρθηκαν στο κείμενό μας.

   Νομίζω, κλείνοντας, ότι επιβάλλεται να κάνουμε μνεία για το αγωνιώδες και σε δεύτερη ανάγνωση συμβολικό τέλος. Το κομμάτιασμα του ήρωα, από τους δυνάμει εραστές του, σηματοδοτεί το τέλος του 20ου αιώνα, πραγμάτων που φεύγουν ανεπιστρεπτί και άλλων που έρχονται, που πολλά από αυτά έχουν προαναγγελθεί.

   Το ανοίκειο του συμβάντος, η ευρηματικότητα, η αφηγηματική κλιμακούμενη ένταση και η ποιητική έκφραση και υπαινικτικότητα τού δίνουν αξία. Μοιάζει με την κατακλείδα της ποιήσεως που τραντάζει συθέμελα τον αναγνώστη.

Γρηγόρης Τεχλεμετζής


Μαρούλα Κλιάφα "Τη νύχτα που το σκυλί μας μεταμορφώθηκε σε λύκο"

 



Η Μαρούλα Κλιάφα είναι μια από τις πλέον στιβαρές παρουσίες της καλής και πολυσήμαντης λογοτεχνίας για μεγάλα παιδιά και εφήβους. Παράλληλα είναι και ιδιαίτερα άξια λαογράφος γύρω από σχετικά θέματα που αφορούν την πατρίδα της Θεσσαλία.

Ανήκει στην ομάδα εκείνων των συγγραφέων που μετά την μεταπολίτευση έδωσαν νέα πνοή στο είδος αυτό της λογοτεχνίας -και με εμπλουτισμό των θεμάτων και με άνοδο της ποιότητας γραφής και με εξαφάνιση του όποιου διδακτισμού.

Συχνά στα βιβλία της ο κοινωνικός προβληματισμός κινητοποιεί τη δράση, όπως επίσης και με τον ίδιο προβληματισμό ‘διαβάζεται’ η Ιστορία.

Αυτό ακριβώς συμβαίνει και με το τελευταίο της μυθιστόρημα.

Σε αυτό διαβάζουμε την ιστορία της Αντριάνας, ενός κοριτσιού από τα Τρίκαλα, που έζησε τα προεφηβικά της χρόνια στη δίνη του Εμφυλίου. Η εξιστόρησή της για όσα θυμάται και όσα νομίζει πως θυμάται άλλοτε είναι οδυνηρή σαν εφιάλτης και άλλοτε τρυφερή σαν νανούρισμα.

Με φρέσκια ματιά, χωρίς κομματικές εξαρτήσεις και προκαταλήψεις έχει γραφτεί  ένα (μυθ)ιστόρημα για τον Εμφύλιο στη Θεσσαλία. Ένα αφήγημα όπου δεν υπάρχουν καλοί και κακοί, πατριώτες και προδότες, νικητές και ηττημένοι, παρά μόνο θύματα. Θύματα και από τις δυο αντιμαχόμενες πλευρές, τα οποία ήταν ταυτόχρονα και θύτες.

Με αυτά, περίπου τα λόγια, το οπισθόφυλλο του βιβλίου μας συστήνει ηρωίδα και θέμα.

Και ο αναγνώστης από τις πρώτες κιόλας σελίδας θα εισχωρήσει μέσα στα συναισθήματα της νεαρής ηρωίδας, θα βλέπει με τα δικά της μάτια, θα ακούει με  τα δικά της αυτιά, θα προβληματίζεται με τον δικό της συχνά αυθόρμητο, συχνά αγχωμένο, συχνά τρομαγμένο, συχνά αισιόδοξο τρόπο σκέψης.

Και εδώ ακριβώς εντοπίζει κανείς την ποιότητα της γραφής και της όλης σύνθεσης του έργου.

Η Μαρούλα Κλιάφα δεν κάνει το λάθος, επειδή απευθύνεται κυρίως σε παιδιά, να φορτώσει την ιστορία της με πληροφορίες που είναι εκτός της όποιας λογοτεχνικής σύνθεσης. Οι αναγνώστες, ταυτισμένοι με την ηρωίδα, θα ανακαλύπτουν, θα κατανοούν ή όχι όλα όσα ένα παιδί ανακαλύπτει, κατανοεί ή όχι από τα γεγονότα που ζει το ίδιο.

Οι εμπειρίες του αναγνώστη θα είναι οι εμπειρίες της ίδια της Αντριάνας. Πρόσωπα (Στάλιν, Ζαχαριάδης, Ζέρβας κ.α), εμπόλεμες ομάδες (Δημοκρατικός Στρατός, Χίτες κλπ) καταγράφονται μέσα στις αράδες της εξιστόρησης με το ίδιο τρόπο που καταγράφονται στα ακούσματα ενός παιδιού εκείνης της περιόδου. (Στις τελευταίες σελίδες υπάρχουν οι σχετικές σημειώσεις για όσους θα ενδιαφερθούν να έχουν περισσότερες πληροφορίες)

Παράλληλα με ένα ολοζώντανο τρόπο περιγράφεται η καθημερινότητα της παιδικής ηλικίας έτσι όπως βιώνεται σε κάθε εποχή και κάτω από τις όποιες συνθήκες -τα παιχνίδια, οι παρέες, τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα.

Κι όμως η κάθε εποχή δεν είναι παρόμοια με μια άλλη. Οπότε δίπλα σε όλα αυτά, υπάρχει ο θάνατος, ο φόβος, η σπιουνιά, ο διχασμός.

Μέσα σε τέτοιες αντιφατικές συνθήκες η Αντριάνα μεγαλώνει και η Μαρούλα Κλιάφα ενεργοποιεί το συγγραφικό τέχνασμα να μας φανερώσει πως η όλη εξιστόρηση γίνεται μεν από την ίδια την ηρωίδα, αλλά όταν πια αυτή είναι ενήλικη και ανασκαλεύει μνήμες και αρχεία, αναζητά μαρτυρίες επιζώντων ώστε να τεκμηριώσει τις όποιες αναμνήσεις της.

Μυθιστόρημα αντικειμενικό, αλλά και με πάθος γραμμένο. Η αντικειμενικότητα του κατασταλαγμένου ενήλικα σε συνδυασμό με το πάθος ενός παιδιού που εξαναγκάζεται να προχωρήσει με βίαιο τρόπο προς την ενηλικίωση.

Ένα (μυθ)ιστόρημα που θα ήταν ένα αποτελεσματικό βοήθημα στα χέρια του κάθε ενήλικα ο οποίος θα ήθελε να βοηθήσει τους νέους να μάθουν με τρόπο ζωντανό και αντικειμενικό μια περίοδο της ιστορίας μας που επηρεάζει ακόμα και σήμερα τον τόπο μας.

(550 λέξεις)

 https://diastixo.gr/kritikes/efivika/17552-skili-liko

2.1.22

Παραμύθια Vs Videogames: Δυο διαφορετικές μορφές τέχνης και αφήγησης με κοινά σημεία

 

Μάνος Κοντολέων: Να συνεχίσουν οι νέες γενιές να θέλουν να επικοινωνούν μέσα από την όποια μορφής αφήγηση

Το παραμύθι -αυτό που μάθαμε να θεωρούμε παραμύθι και που με αυτό μεγαλώσανε γενιές και εξακολουθούν να μεγαλώνουν- είναι ο διάδοχος του λαϊκού παραμυθιού, μιας δηλαδή ανώνυμης αφήγησης που είχε ως στόχο της -αρχικό στόχο της- να μεταφέρει τις εμπειρίες του ενός προς τους άλλους.
Η αφήγηση, λοιπόν, με την έννοια της μετάδοσης συναισθημάτων και γνώσεων υπήρξε ο λόγος δημιουργίας του παραμυθιού.
Και στα πλαίσια των μικρών κοινωνιών εκείνων των παλαιών ετών ήταν λογικό η αφήγηση παραμυθιών να στηρίζεται στη φαντασία. Ότι, ο άνθρωπος δεν κατανοεί με τη λογική, προσπαθεί να το πλησιάσει και να το κατακτήσει με τη φαντασία.
Καθώς οι κοινωνίες εξελίχθηκαν, το παραμύθι απέκτησε επώνυμους δημιουργούς, η φαντασία του λειτουργούσε πλέον και ως κοινωνική κριτική, αλλά και ως ψυχαναλυτική ανασκαφή.
Στις μέρες μας, το παραμύθι έχει περιοριστεί ως μια τεχνική αφήγησης προς τα μικρά παιδιά, ενώ για τους ενήλικες πολύ συχνά παίρνει τους όρους μιας εξιστόρησης μαγικού ρεαλισμού.
Οι ήρωές του ανασκευάζονται, εκσυγχρονίζονται, συχνά χρησιμοποιούνται και ως διαφημιστικοί πόλοι έλξης.
Αλλά ακόμα κι έτσι παραμένει ένας τρόπος επαφής μικρών παιδιών και ενήλικες.
Παράλληλα όμως η τεχνολογία έχει προχωρήσει πολύ στην ανάπτυξη των χρήσεων της εικόνας. Και όπως η εποχή μας, αλλά και αυτές που θα τη διαδεχτούν, στην τεχνολογία και στα μέσα της θα στηρίζονται ολοένα και περισσότερο, θεωρώ βέβαιο το γεγονός πως η αφήγηση που κάποτε γινότανε με τις λέξεις, θα γίνεται με την εικόνα.
Με άλλα λόγια ας προετοιμαστούμε να αποδεχτούμε μια νέα παραλλαγή της γιαγιάς που λέει παραμύθια, με μια γιαγιά που παίζει με το εγγόνι της ηλεκτρονικά παιχνίδια.
Με χαροποιεί μια τέτοια εξέλιξη; Δε νομίζω πως έχει την όποια σημασία η δική μου ή του όποιου άλλου στάση. Ο κόσμος προχωρά τις περισσότερες φορές ερήμην μας.
Να θυμηθώ τις αντιδράσεις πολλών, πάρα πολλών στη δεκαετία του ’90 ως προς τη χρήση των κινητών τηλεφώνων. Σήμερα το κινητό αποτελεί προέκταση της ύπαρξής μας. Ίσως όχι μόνο προέκτασης μα και επιβεβαίωσής της.
Αυτό που αξίζει να ευχηθούμε και που ακόμα περισσότερο αξίζει να προσπαθήσουμε είναι το να φροντίσουμε οι άνθρωποι να συνεχίσουν να έχουν την ανάγκη και οι ίδιοι να αφηγούνται και το ίδιο να απολαμβάνουν τις αφηγήσεις άλλων.
Πολλά από τα ηλεκτρονικά παιχνίδια -ίσως και όλα- έχουν δομηθεί πάνω σε μια αφήγηση.
Συχνά αυτή η αφήγηση μπορεί να είναι βίαιη. Αλλά ας σκεφτούμε πόσο βίαιη υπήρξε η αφήγηση των παθών του Κοντορεβυθούλη ή και της Κοκκινοσκουφίτσας.
Αντιπαλότητα ανάμεσα στο παραμύθι και το videogame δεν βλέπω να υπάρχει. Αυτό που με απασχολεί είναι να συνεχίσουν οι νέες γενιές να θέλουν να επικοινωνούν μέσα από την όποια μορφής αφήγηση.

(420 λέξεις)
https://www.newsbomb.gr/synenteyxeis/story/1268636/paramythia-vs-videogames-dyo-diaforetikes-morfes-texnis-kai-afigisis-me-koina-simeia?fbclid=IwAR2SgMmYhgQH7K9Q6pf_tIfhMYdX3rXipPvemcl5JVeVwnFIYatz8Xf4HRw

1.1.22

Ένα ποίημα για ένα μυθιστόρημα

 


Η Λία Μεγάλου - Σεφεριάδη έγραψε το παρακάτω ποίημα εμπνευσμένο από το μυθιστόρημά μου     "Οι σκιές της Κλυταιμνήστρας"

                             ΠΟΛΥΧΡΥΣΕΣ ΜΥΚΗΝΕΣ    

Την πύλη των λεόντων

ενδεδυμένος ιαχές θριάμβου

διέρχεται ο βασιλεύς -

πίσω του λάφυρα, σκλάβες, κουρνιαχτός

το σκίρτημα της κόρης στο αστραφτερό λεπίδι.

Ούριος άνεμος

εφύσηξε στον πόντο

ούριος άνεμος

 στα δώματα της άνασσας φυσά

 και στο λουτρό της.

                             Απέναντι, το πέτρινο βουνό αντηχεί

οργασμικές κραυγές

τον ρόγχο του θανάτου-

περιρραντήριο αίματος

ίπταται πάνω από τη χρυσαφένια πόλη. 


Την ευχαριστώ γι αυτόν τον -και ασυνήθιστο, μα και αισθαντικό-  τρόπο επικοινωνίας ανάμεσα και σε δυο συγγραφείς , αλλά και σε δυο λογοτεχνικά είδη.

ΧΑΡΤΗΣ 37 {ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 2022}

22.12.21

Οι σκιές της Κλυταιμνήστρας" στο fractal

 

Έρωτας κι εξουσία

Γράφει η Νάντια Τράτα //

 

“Οι σκιές της Κλυταιμνήστρας” του Μάνου Κοντολέων, Εκδόσεις Πατάκη

 

«Η ύπαρξη των υπαρκτών είναι ένα ενεργούμενο πώς, όχι ένα συντελεσμένο τι. Ενεργείται η ύπαρξη, γίγνεται. Τη συνιστούν σχέσεις, είναι πραγματικότητα σχέσεων.».

Οντολογία του προσώπου, Χρήστος Γιανναράς

Το πρόσφατο λογοτέχνημα του Μάνου Κοντολέων «Οι σκιές της Κλυταιμνήστρας» είναι ένα έργο βαθιά ψυχογραφικό, ουσιαστικά φιλοσοφικό, ερευνά σύγχρονους κοινωνικούς προβληματισμούς πιάνοντας το νήμα από την αρχή, από την ανατολή της ανθρώπινης σκέψης, πέρα στα βάθη των αιώνων καθώς οι τραγικοί συγγραφείς καταπιάνονται με τα πάθη και τους πόθους της ανθρώπινης φύσης όπως εκδηλώνονταν τότε, όπως εξακολουθούν να εκδηλώνονται ακόμη. Στο χθες βρίσκεται η αλήθεια του σήμερα, κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί ότι η τραγικότητα, όσο και αν προσπαθούμε να την ξορκίσουμε και να αποτινάξουμε το θλιβερό της αγκάλιασμα, ακολουθεί σα σκιά τα βήματα του ανθρώπου καθώς δρασκελίζει το χρόνο, καθώς φορτώνεται με τα όποια καλούδια της προόδου και της επιστήμης, μα η ουσία της φύσης μας παραμένει αρχέγονη, γήινη, τα ένστικτά μας χαραγμένα με φωτιά στους κρίκους της αλυσίδας του DNA μας ενώνουν αέναα με τα προγονικά μας πνεύματα και, την ίδια στιγμή, γίνονται προάγγελος των μελλούμενων, άγνωστων εν πολλοίς, τόσο οικείων, από την άλλη.

Ο Μάνος Κοντολέων, άξια πολυβραβευμένος και ιδιαίτερα αγαπητός, αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία, grand maître της συγγραφής για κάθε κοινό, μεστός, ουσιαστικός, ευθύβολος μα πάνω απ’ όλα ένας αισθαντικός αφηγητής της περιπλάνησής μας σε τούτη εδώ τη γη, ειλικρινής μα και καλοπροαίρετος σχολιαστής της ανθρώπινης φύσης καθώς με κάθε του έργο καταθέτει μία εμπεριστατωμένη θέση με την οποία μετουσιώνει σε πάλλουσα λογοτεχνία τους κοινωνικούς/ψυχολογικούς/ηθικούς προβληματισμούς και αναζητήσεις του, χαρίζοντας στον αναγνώστη απλόχερα την πιο ρεαλιστική απεικόνιση της ανθρώπινης συνθήκης.

Στο τελευταίο του έργο «Οι σκιές της Κλυταιμνήστρας», ο συγγραφέας με τόλμη αλλά και μία ιδιαίτερη διαίσθηση, ανασύρει μέσα από τις σκιές τους ήρωες και τις ηρωίδες του. Δύο τα κυρίαρχα πρόσωπα, μία βασίλισσα (αλλά και σύζυγος, μητέρα, ερωμένη, κόρη και αδελφή) και ένας διάδοχος (αλλά και γιος και αδελφός και φίλος και εραστής), η Κλυταιμνήστρα και ο Ορέστης, θύτες και θύματα, θύτες και ταυτόχρονα θύματα, η έννοια της θεατρικής μάσκας με λογοτεχνικούς όρους και η δυναμική της συγγραφικής σκέψης που επιτρέπει την εναλλαγή ρόλων ανάλογα με τις κοινωνικές συμβάσεις εντός των οποίων κινούνται οι ήρωές του. Η Κλυταιμνήστρα, συζυγοκτόνος βασίλισσα, έχει ήδη βιώσει τη δολοφονία του πρώτου της συζύγου και του νεογέννητου γιου της, έχει χάσει την κόρη της Ιφιγένεια, θυσία στο βωμό από τον αιμοδιψή, αδίστακτο Αγαμέμνονα, προσωποποιεί για πρώτη φορά τον διπλό ρόλο του θύματος και του θύτη καθώς δεν έχει άλλο τρόπο να διεκδικήσει το δικαίωμά της στον πόνο ως πληγωμένης μητέρας και προδομένης συζύγου παρά μόνο αναλαμβάνοντας να εκφράσει με τον πλέον βίαιο τρόπο το μίσος της για τον βασιλιά αλλά και τον κόσμο που την περιβάλλει.

Το ασυνείδητο περνά και γίνεται συνείδηση, μία βασίλισσα χωρίς το βασιλιά της για δέκα έτη, η Κλυταιμνήστρα διοικεί με σθένος, ο Αίγισθος είναι μία παγιωμένη κατάσταση εξουσίας (αρσενικό-θηλυκό) και όχι αναγκαιότητα, η ίδια αποτελεί «παραφωνία» στο  κοινωνικό περιβάλλον της εποχής της, αταίριαστο θηλυκό όχι μόνο εξαιτίας της αδυσώπητης μοίρας που επιφυλάσσει στον Αγαμέμνονα αλλά, κυρίως γιατί κρύβει μέσα της μία δύναμη σχεδόν αρρενωπή, διακρίνεται από μία επιδραστική ρητορική ικανότητα που μάλλον χαρακτήριζε τους άρρενες ήρωες της εποχής της, μία αδιασάλευτη αποφασιστικότητα έως τέλους, καθώς με λόγια γεμάτα πειθώ παρασύρει τον βασιλιά της στο χαμό που του επιφυλάσσει, τον πληρώνει με το ίδιο νόμισμα, ασκεί την τέχνη της εξαπάτησης με τον πλέον ικανό τρόπο, δολοπλοκεί ασύστολα, λόγια λιγοστά, μια καρδιά που έμαθε να δίνει τα ελάχιστα. Εκεί, ανάμεσα στο αιώνιο δίπολο έρωτα και εξουσίας, στο ανταριασμένο ταίριασμα που, όπως ο Jung μας υπενθυμίζει, μοιάζουν ασυμβίβαστοι πόλοι, επιτελείται η αποδόμηση όλων των πολυσχιδών σχέσεων της Κλυταιμνήστρας, διαλύονται όλοι οι ρόλοι για να μείνει μόνο ένας: συζυγοκτόνος. Δίπλα του όμως στέκει ακόμη ένας : μάνα χαμένη από το χέρι του αγαπημένου της γιου…..

Ξαναδιαβάζοντας την ηρωίδα μέσα από το έργο του Μάνου Κοντολέων, ο αναγνώστης του σήμερα αφουγκράζεται πλέον πολλά περισσότερα : η Κλυταιμνήστρα γίνεται σύμβολο μίας μοίρας από την οποία αδυνατεί να ξεφύγει, βαθιά ριζωμένος μέσα της ένας πόνος που έρχεται από πολύ μακριά, μία απελπισία που δεν βρίσκει ανάπαυση στη λήθη αλλά επανέρχεται καθημερινά σε έναν κόσμο που ακόμη και η μητρότητα έρχεται σε δεύτερη μοίρα καθώς τα παιδιά ανήκουν στον πατέρα, η αδικία, η δυστυχία, η καταπίεση οπλίζουν το χέρι της Κλυταιμνήστρας, η βία της οποίας εναντιώνεται στην αρσενική κυριαρχία, στην οικογενειακή αδιαφορία, στη σκληρότητα. Δίνοντας μία αιματοβαμμένη απάντηση στο κάλεσμα της μοίρας της, παίρνει στα χέρια της τον κόσμο που ήδη την έχει τοποθετήσει σε μία θέση αναγκαστικής χηρείας. Πόσο δρόμο πρέπει να διανύσει το θηλυκό γένος, πόσα δάκρια πρέπει να χυθούν, πόσο πόνο θα πρέπει να αντέξει για να καταφέρει να διατρανώσει την αυτοδιάθεσή της, να διεκδικήσει τη θέση που κάθε φορά δικαιούται στη διανομή ρόλων, να πάψει να είναι το θύμα μίας σκληρής μοίρας που τσακίζει ευασθησίες, όνειρα, τρυφερότητα, νοιάξιμο; Με ποιον τρόπο μπορεί κάθε Κλυταιμνήστρα να περισώσει το μυαλό της από την απόγνωση, να ξεφύγει από την αρπαγή μίας μέγγενης που τη συνθλίβει αφού, πρωτύτερα, την εξαθλιώσει συναισθηματικά;

Δίπλα στην Κλυταιμνήστρα και στους ίσκιους που την πλαισιώνουν, ο Μάνος Κοντολέων σκύβει με ενδιαφέρον δίπλα σ’ έναν άλλο ήρωα: τον Ορέστη, αυτόν που θα σηκώσει στους ώμους του το βάρος της εκδίκησης για το φόνο του Αγαμέμνονα, ερμηνεύοντας διπλά την ιδέα μίας βίας που οι σπείρες της κόβουν σα μαχαίρι, κρύβοντας στα πιο μύχια μέρη της ψυχής την δική του εκδοχή: πόσο ελεύθερος μπορεί να είναι ο πρίγκηπας/διάδοχος του φονευμένου βασιλιά, υπάρχει περίπτωση να μπορέσει να προβάλλει τη δική αυτοδιάθεση αφού σπρώχνεται να γίνει ό,τι δεν φαντάστηκε ο ίδιος ποτέ, μητροκτόνος;

 

Μάνος Κοντολέων

 

Στις σκιές κρύβεται καθώς νιώθει άβολα μέσα στον κόσμο, διπλός ο λογισμός του, η απώλεια τον βαραίνει, είναι έτοιμος, υπό καθεστώς πίεσης, να κάνει οτιδήποτε, ένας «μικρός» αδερφός κάτω από την επήρεια της μεγάλης αδελφής, η Ηλέκτρα καθοδηγεί σκέψεις και συναισθήματα. Ο Μάνος Κοντολέων δραματοποιεί την παιδική του ηλικία, έμαθε να υποδύεται το ρόλο αυτού που πρέπει να είναι, αυτού που περιμένουν από αυτόν να γίνει, υπάρχουν πολλά για τα οποία ο Ορέστης αποφασίζει να σωπάσει, εύκολα γίνεται όργανο εκείνων που είναι στη μοίρα τους να διατάζουν.

Σε πρώτο πρόσωπο ο Ορέστης μιλά, σε τρίτο πρόσωπο η Κλυταιμνήστρα αφηγείται, η ιστορία της ιδωμένη μέσα από τις σκιές της, εκείνος καταγράφει, παρατηρεί, αναμένει, εκτελεί, κρατά τον άμεσο λόγο για τον εαυτό του. Συγγραφέας που αγγίζει με σεβασμό τη γυναικεία ψυχή, εδώ νοιάζεται και για τον Ορέστη που παραμένει σε μία κατάσταση παρατεταμένης εφηβείας, ένας γιος που ποτέ δεν μεγάλωσε, με το σπαθί εκδικείται για τον πατέρα, κοντά στη μεγάλη αδελφή αναζητά παρηγοριά, ανδρώνεται βίαια, δεν χρειάζεται να πολυσκεφθεί, ενεργεί χωρίς δεύτερη σκέψη. Μόνιμη συντροφιά του μία βαθιά αίσθηση μοναξιάς, μοιάζει να μην ανήκει στον κόσμο αυτό, η συνειδητοποίηση, εκ των υστέρων, του κρίματός του, ολοένα τον σπρώχνει στη θλίψη. Φαίνεται πως κατά βάθος, πειθήνιο όργανο είναι και αυτός των καταστάσεων που επιβάλλονται έξωθεν, σφαλερή η στάση του, η ψυχή του ανάπαυση δεν βρίσκει καθώς ο κύκλος του αίματος τον βυθίζει στην απελπισία.

Έργο εκπληκτικής δύναμης, πρωτότυπο στη σύλληψη και φορτισμένο συγκινησιακά, παίρνει τους δύο ήρωες από το χέρι για να τους οδηγήσει στο φως, καταυγάζοντας την τραγικότητά τους από μία νέα οπτική. Ποια η πορεία τους, ποιο το εσωτερικό τους άχθος, ποιο το αθεράπευτο τραύμα τους, ποια η ανερμήνευτη ροπή τους προς το κακό; Τιμωροί και τιμωρούμενοι την ίδια στιγμή, αέναα παγιδευμένοι στη θανάσιμη παγίδα της εκδίκησης….σιωπηλός ο  πόνος τους, ηχηρή η πράξη τους, καταδικασμένοι αιώνια σ’ εκείνο το τελευταίο βλέμμα…..τι είδε άραγε ο ένας στα μάτια του άλλου, ποια καρδιά μάτωσε πρώτη εκείνη προτού το κορμί στάξει το αίμα του; Ένας κόσμος καταπιεσμένος που ξεσπά, οργή χωρίς όρια, θυμός χωρίς αντίκρισμα, σιωπή που ηχεί υπόκοφα, ρόλοι που προβάρονται χωρίς παραγγελία, μία κοινωνία που επιτάσσει και ένας κόσμος που υποτάσσεται, η εξουσία μέσα από τα πολλά της πρόσωπα και η ασύμπτωτη κατάληξη όσων βρίσκονται μπλεγμένοι στον ιστό της αποκαλύπτονται στον αναγνώστη με την αφοπλιστική ειλικρίνεια ενός αρχαίου στη σύλληψη αλλά απόλυτα σύγχρονου στην εκτέλεση δράματος.

 

«Αφού ο Χρόνος είναι το αίμα των ζωντανών, η Αιωνιότητα θα πρέπει να είναι το αίμα ίσκιων.».

Φωτιές, Marguerite Yourcenar