16.4.22

Μαρί Ντιάι "Η εκδίκηση είναιι δική μου"

 

Marie Ndiaye

 

«Η εκδίκηση είναι δική μου»

Μετάφραση: Αλεξάνδρα Κωσταράκου

Εκδόσεις Πόλις

 

 

                                   

 

Η Μαρί Ντιάι γεννήθηκε το 1967 στη Γαλλία από Γαλλίδα μητέρα και Σενεγαλέζο  πατέρα.

Είναι μια από τις πλέον γνωστές -όσο και ιδιότυπες- σύγχρονες συγγραφείς της Γαλλίας.  Γράφει και εκδίδει από την ηλικία των δεκαεπτά ετών. Έχει κερδίσει τα βραβεία Femina (2001) και Goncourt (2009).

Εκτός από μυθιστορήματα, γράφει διηγήματα, θεατρικά και παιδικά βιβλία, ενώ παράλληλα εκφράζει και δημόσια τις προοδευτικές αρχές της και μάλιστα συχνά με τρόπους έντονους και χαρακτηριστικούς μιας προσωπικότητας που τολμά να υπερασπίζεται τα πιστεύω της.

Στην Ελλάδα ένα μόνο ακόμα μυθιστόρημά της έχει κυκλοφορήσει –«Η μάγισσα» (Εκδόσεις Αστάρτη, 1997)

Αν και «Η μάγισσα» είναι από τα πρώτα της έργα, εντούτοις διαθέτει στοιχεία που ο αναγνώστης και του «Η εκδίκηση είναι δική μου» θα συναντήσει.

Αναφέρομαι στην επιφανειακά άναρχη δομή* στην φαινομενικά ασύνδετη καταγραφή συναισθημάτων και  γεγονότων* στην συχνά απρόσμενα ιδιαίτερη χρήση της γλώσσας

«…Αλλά πόσο αγαπούσα τον πρωτότοκο γιο μου! Αλλά υπολόγιζα πως δεν θα πάλευε, ότι η θέληση της μητέρας του θα εκμηδένιζε το ένστιχτο της επιβίωσης. Αλλά δώσαμε μάχη.» (σελ. 130)

Η βασική υπόθεση ενός τόσο ανορθόδοξου μυθιστορήματος είναι δύσκολο να δοθεί σε μια περίληψη. Από το οπισθόφυλλο πάντως μπορεί κάποιος να ενημερωθεί:

Ένας άνδρας που ονομάζεται Ζιλ Πρενσιπό επισκέπτεται τη δικηγόρο Σιζάν και της ζητά  να αναλάβει την υπεράσπιση της συζύγου του, που έχει σκοτώσει τα τρία τους παιδιά. Αλλά γιατί  ο Πρενσιπό επέλεξε αυτήν, μια άσημη δικηγόρο, για μια υπόθεση που βρισκόταν στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων και θα

την αναλάμβαναν πρόθυμα όλα τα μεγάλα γραφεία του Μπορντώ; Και η δική της αντίδραση πως ερμηνεύεται; Είναι πράγματι ο Πρενσιπό ο έφηβος που η δικηγόρος είχε συναντήσει ένα απόγευμα πριν από τριάντα χρόνια και καθόρισε την εξέλιξη της ζωής της;

Η ροή του μυθιστορήματος παρακολουθεί την κυρία Σιζάν ( της οποίας πότε δε θα μάθουμε το μικρό της όνομα), σε διάφορες μέρες της καθημερινότητάς της – την επικοινωνία με την πελάτισσά της Μαρλίν Πρενσιπό, τη σχέση με τους γονείς της, με την οικιακή βοηθό της, με τον πρώην εραστή της και τη μικρή κορούλα του. Αλλά όσο προστίθενται νέα στοιχεία και πληροφορίες τόσο πληθαίνουν τα ερωτήματα και οι αμφιβολίες τόσο για τα συναισθήματα της ίδιας της πρωταγωνίστριας, όσο και των άλλων προσώπων.

Οι αμφιβολίες της κυρίας Σιζάν για το παρελθόν αλλά και για το παρόν γίνονται αμφιβολίες και της ίδιας της αφήγησης για να φτάσει το τέλος όπου με ένα τρόπο ευρηματικά ‘εσώκλειστο’ φωτίζεται  ο αποπνικτικός μικρόκοσμος της οικογένειας, όπως επίσης των όποιων διαπροσωπικών σχέσεων και εν τέλει στην τελευταία πλέον σελίδα προσφέρεται μια διευκρίνιση :

«… Τι γνωρίζουμε απ΄ αυτά που συνέβησαν μέσα σ’  αυτό το σπίτι και ποιους καημούς, ποιους φόβους και πικρίες, ποια αποστροφή, ποιες κακίες κρατάει στη μνήμη του. Το σπίτι τα ξέρει όλα και δεν ξεχνάει τίποτε» (σελ. 254)

Το σπίτι ,λοιπόν. Αλλά ποιο σπίτι; Αυτό που έχει με οικοδομικά υλικά χτιστεί και μόνο; Ή μήπως και ο κάθε άλλος συναισθηματικός, ψυχολογικός, ιδεολογικός χωροτόπος, όπως επίσης και ο κάθε ατομικός, οικογενειακός, πολιτιστικός περίκλειστος χώρος στους οποίους φιλοξενήθηκαν ή και δημιουργήθηκαν, ρίζωσαν ή σάπισαν  καημοί, προσδοκίες, διαψεύσεις;

Από τα πλέον ερεβώδη και κλειστά μυθιστορήματα που μπορεί κανείς να συναντήσει στην αναγνωστική του περιπλάνηση, απαιτεί όχι μόνο μια συνεχή επαγρύπνηση εκ μέρους εκείνου που το διαβάζει, αλλά και μια διαρκή αιώρηση της σκέψης του ανάμεσα στο τι ήδη γνώριζε και στο τι νέο του προσφέρεται να γνωρίσει.

Αλλά, αν η προσπάθεια ολοκληρωθεί, τότε θα προσφέρει μια πληρέστατη ικανοποίηση, καθώς θα διατυπωθεί η τελευταία πρόταση: Τώρα νομίζουμε ότι ξέρουμε, αλλά παρ’ όλα αυτά αναρωτιόμαστε: κι αν έκανα λάθος;

Το απολύτως σχετικό, το γοητευτικό όσο και τραυματισμένο ‘εγώ’, το παρεξηγημένο όσο και αναζητούμενο ‘εμείς’, το συχνά εχθρικό μα και επίσης συχνά τρυφερό ‘εσείς’ -όλα συμβαδίζουν και άλλοτε ανατρέπουν δεδομένα, άλλοτε υποκύπτουν σε κάποια άλλα.

Λογοτεχνία της αφύπνισης.

Δεν γνωρίζω το γαλλικό κείμενο. Αλλά αυτό δεν με έκανε να μη θεωρήσω μεταφραστικό άθλο αυτό που έχει επιτελέσει η Αλεξάνδρα Κωσταράκου.

 

(654 λέξεις)

 

Τα Νέα, 16/4/2022

14.4.22

«Στη δίνη του ψυχρού πολέμου»

 

Τηλέμαχος Κώτσιας

«Στη δίνη του ψυχρού πολέμου»

Εκδόσεις Νίκας

                  

 

Ο Τηλέμαχος Κώτσιας γεννήθηκε το 1951 στο χωριό Βρυσερά της Δρόπολης, στη Βόρεια Ήπειρο. Μαθητής του Λυκείου Αργυροκάστρου, διακρίθηκε για την κλίση του στα γράμματα. Φοιτητής στο Ανώτατο Γεωπονικό Ινστιτούτο διώχθηκε για πολιτικούς λόγους. Με την αλλαγή του καθεστώτος άρχισε να δημοσιεύει ξανά στο Λογοτεχνικό Λαϊκό Βήμα, όργανο της Ελληνικής Μειονότητας στην Αλβανία. Ζει στην Αθήνα από το 1990. Εργάστηκε ως μεταφραστής στη μεταφραστική υπηρεσία του Υπουργείου Εξωτερικών. Μέλος της Ένωσης Ελλήνων Συγγραφέων.Έχει δημοσιεύσει διηγήματα σε εφημερίδες και περιοδικά. Έχει εκδώσει ένδεκα  συλλογές διηγημάτων, νουβέλες και μυθιστορήματα. Το μυθιστόρημά του "Στην απέναντι όχθη" ήταν υποψήφιο για το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας, το Βραβείο του περιοδικού Διαβάζω και του περιοδικού (Δε)κατα. Έχει μεταφράσει πλήθος αλβανικών έργων στα ελληνικά και αντίστροφα.

Σχεδόν σε όλα του τα  βιβλία κεντρικό ρόλο διαδραματίζουν τόσο τα γεγονότα της Αλβανίας (κυρίως πριν την αλλαγή του καθεστώτος) και βέβαια πρωταγωνιστούν άτομα που προέρχονται από την ευρύτερη περιοχή της Βορείου Ηπείρου.

Το συγκεκριμένο βιβλίο δεν είναι μυθιστόρημα καθώς περιγράφει τη ζωή και τον θάνατος ενός πραγματικού προσώπου, του βορειοηπειρώτη Βαγγέλη Δήμου που είχε γεννηθεί το 1929 στο ορεινό χωριό Κλεισιάρι και τουφεκίστηκε το 1951 ως κατάσκοπος των ελλήνων.

Η Τηλέμαχος Κώτσιας με τον γνωστό λιτό του τρόπο παρακολουθεί βήμα το βήμα την πορεία της ζωής ενός αγνού αγροτόπαιδου που στην προσπάθειά του από τη μια να δημιουργήσει τις συνθήκες για μια ελεύθερη ζωή  περνά κρυφά τα σύνορα και φτάνει στην Ελλάδα και από την άλλη για να προσφέρει κι αυτός με τις όποιες δυνάμεις του κάτι για την απελευθέρωση της ιδιαίτερης πατρίδας του, βρίσκεται να είναι ένας άφοβος κατάσκοπος των ελληνικών αρχών, έως ότου συλληφθεί, βασανισθεί, δικαστεί και εκτελεσθεί.

Πάντα παραμένοντας ένας ανώνυμος μέσα στο πολύπλοκο και απάνθρωπο δίχτυ του Ψυχρού Πολέμου, που με απάθεια και με στόχο να εξυπηρετηθούν ξένα συμφέροντα χρησιμοποίησε τις αγνές προθέσεις νέων ανθρώπων.

Στην ουσία έχουμε ένα κείμενο που… «Προσπαθεί να ρίξει έστω και ελάχιστο φως στα κατασκοπευτικά ερέβη του Ψυχρού Πολέμου -που διόλου ψυχρός δεν ήταν. Στην κόψη του ξυραφιού των αντιπαραθέσεων μεταξύ δύο κρατών. Δύο εθνών, δύο αντίπαλων πολιτικών στρατοπέδων, χύθηκε αφειδώς και στα κρυφά το αίμα της θυσίας» -όπως χαρακτηριστικά αναγράφεται στο οπισθόφυλλο του βιβλίου.

Έχουμε, λοιπόν,  μια καταγγελία της χρησιμοποίησης των ανθρώπων ως πιόνια για τα οποία κανείς δεν ενδιαφέρεται για τη ζωή τους.

Άνθρωποι που θυσίασαν τη ζωή τους για κάποια ιδανικά και που η Ιστορία αφού πρώτα τους χρησιμοποίησε μετά τους λησμόνησε.

Ένα αληθινά ενδιαφέρον κείμενο που μοιάζει να αποκτά και μια επώδυνη επικαιρότητα καθώς ο κόσμος φαίνεται να οδεύει προς ένα νέο ψυχρό πόλεμο.

 

 

12.4.22

Ο άλλος στο Elniplex

 

Ο άλλος, του Μάνου Κοντολέων

Από Απόστολος Πάππος -11/04/2022


Η δύναμη βρίσκεται στις διαφορές, όχι στις ομοιότητες.

Stephen Covey

Η ικανότητα να εξερευνά διαρκώς νέες περιοχές της ανθρώπινης υπόστασης, η δεινότητα να αφουγκράζεται το καινούριο, το τωρινό, και να το συγκεράζει με το πανταχού παρόν, η αφηγηματική επιδεξιότητα του Μάνου Κοντολέων, τον οδηγούν ακόμα μια φορά στη δημιουργία ενός εξαίσιου Young Adult μυθιστορήματος που εξερευνά το εγώ μέσα από πολλαπλούς καθρεπτισμούς.

Περί τίνος πρόκειται

Στην Οδό Λατομείων. Τελευταίο σπίτι του δρόμου. Εκεί έμενε. Ο άλλος. Ο Φώτος. Η Έλσα, τυχαία, παρατήρησε την ομοιότητα. Ασύλληπτη. Ή καλύτερα… «Είναι απίστευτο!… Απίθανο!«, της άρεσε να χρησιμοποιεί δύο απανωτά επίθετα. Ο συμμαθητής της, ο Βάιος, το αγόρι της, ήταν ίδιος σαν μια σταγόνα νερό με ένα άλλο αγόρι. Για δες…!

Ρώτησαν. Έψαξαν. Πήγαν και τον βρήκαν. Εκεί όπου τελειώνει ο πολύς πολιτισμός. Αμηχανία. Ολόιδιοι. Ακόμα και εκείνος ο κοκκινωπός λεκές στο κέντρο του στέρνου. Βάιος. Φώτος. Γεννημένοι κι οι δυο στις 6 Απριλίου 1974. Δεκάξι χρόνων το καλοκαίρι του 1990 που συνέβη αυτό το πρώτο αντάμωμά τους.

Η Έλσα είναι κορίτσι εύπορης οικογένειας. Με ανέσεις και πισίνα, με υπηρέτρια και μπάτλερ. Ο Βάιος δεν στερείται ενός αντίστοιχου κόσμου. Αλλά ο Φώτος ανήκει σε άλλους δρόμους. Ο πατέρας του κυκλοφορεί με ένα τρίκυκλο, είναι ο… παλιατζής της περιοχής. Το σπίτι τους είναι ένα ρημάδι. Τα λημέρια του, οι συνήθειές του, τα ενδιαφέροντα, ο τρόπος που συμπεριφέρεται απλός και λαϊκός, μακριά από το ρεπερτόριο της Έλσας και του Βάιου. Οι δυο κόσμοι θα ανταμώσουν και σαν δυο ξύλα που τρίβονται μεταξύ τους, θα σπιθίσουν τη φωτιά που θα ανάψει. Κι όταν ανάβει φωτιά, υπάρχει και πολύς καπνός. Τα πράγματα δεν έχουν προφανείς αλήθειες και τα κρυμμένα μυστικά δεν θα ξεκαπνίσουν με τόση ευκολία. Όμως παρά τη συνάντησή τους, παρά το φως που αρχίζει να πέφτει στο σκοτάδι που τύλιγε κομμάτια της ζωής τους, παραμένει αναπάντητο…

Ο ένας είδωλο του άλλου σε ανύπαρκτο καθρέφτη.

Ο ένας και ο άλλος…

Ποιος είναι ο ένας;… Ποιος είναι ο άλλος;

Μέχρι τη συνταρακτική αποκάλυψη όλα θα στέκονται πάνω σε ένα τεντωμένο νήμα όπου ισορροπείς δίχως κοντάρι ακροβάτη…

Εστιάζοντας

Δεν προχωρά σε γενικεύσεις και εύκολες αποφθεγματικές διατυπώσεις ο συγγραφέας. Είναι εύκολο να κυλήσεις τη δοκιμαζόμενη φύση που λέγεται έφηβος πάνω σε μια χαριτωμένη ιστορία εφηβικού έρωτα ενδεδυμένου με όμορφες φράσεις που θα αξιοποιηθούν κατόπιν στα κοινωνικά δίκτυα. Νομίζω, όμως, ότι είναι πολύ σημαντικότερο να εξερευνήσεις την ανθρώπινη ψυχή σε σχέση με τα πεδία όπου εκτείνεται. Τρία παιδιά στα δεκάξι τους. Διαφορετικοί κόσμοι, οικογένειες με άλλες αφετηρίες και χρώματα. Δεν πλαισιώνουν απλώς τους τρεις ήρωες. Είναι τα χέρια που κρατούν τα σχοινιά τους, μέχρι να αρχίσουν να κουνιούνται από άλλα χέρια, ίσως των ίδιων.

Μπορείς να ξεφύγεις από την ιστοριογραμμή, από τη μοίρα που χαράζει η οικογένειά σου; Ορίζει ο πλούτος και η κοινωνική θέση το status σου, την εξέλιξή σου, τους συσχετισμούς σου και την ύπαρξή σου στην κοινωνία; Σε ορίζει ως άνθρωπο; Ως πνεύμα; Πώς ανακαλύπτεται ο έρωτας και τι εκτάσεις παίρνει εκεί, στα μέσα των teens; Τι ρόλο έχει ο πειραματισμός στον εφηβικό έρωτα και πόσο μετέωρη είναι η σεξουαλικότητά τους; Μας ενδιαφέρει ο άνθρωπος, η προσωπικότητα, το περπάτημά του απέναντί μας, ασχέτως των εξωτερικών χαρακτηριστικών, της εμφάνισης; Τι μένει ίδιο και τι διαφοροποιείται αν υποθέσουμε ότι έχουμε έναν κοινό γενετικό κώδικα; Πού μιλά το dna και πού η εκπαίδευση, η αγωγή, το περιβάλλον, το τυχαίο; Το τυχαίο! Τι είναι οικογένεια; Είναι τα παιδιά ιδιοκτησίες και η γονεϊκότητα τίτλος τιμής που μεταβιβάζεται με σπέρμα και αίμα;

Είναι μερικά από τα ερωτήματα που θέτει, δίχως να τα δακτυλογραφεί, το μυθιστόρημα του Μάνου Κοντολέων. Και μια από τις πιο γοητευτικές παραμέτρους στον Άλλο μα και σε όλο σχεδόν το έργο του συγγραφέα, είναι ότι απουσιάζουν οι ακραίες βεβαιότητες. Όχι στον ηθικό κώδικα ή την ακεραιότητα των ηρώων του, αλλά σε ενότητες όπως ο έρωτας, ο αυτοπροσδιορισμός, η ιδεολογική ταυτότητα, ο πλούτος και η φτώχεια, η ετερότητα.

Ποιος είμαι εγώ και ποιος είναι ο άλλος; Είμαστε οντότητες που μας αρκεί να αυτοπροσδιοριζόμαστε σαν ένα νησί μόνοι μας ή επιζητούμε την τοποθέτησή μας στον κόσμο σε σχέση με τους άλλους; Ο συγγραφέας δεν διστάζει να απαντήσει, αλλά πάντα έχει έναν ιδιαίτερο τρόπο να ισορροπεί, όχι διπλωματικά και πολιτικάντικα, αλλά επί της ουσίας, επί τη βάση ενός «εν οίδα ότι ουδέν οίδα«. Αυτή η πνευματική ταλάντευση που απορρέει από την διαρκή κινητικότητα της σκέψης και την ταπεινότητα των ιδεών καθοδηγεί (και) στον Άλλο τους ήρωές του∙ αυτή είναι το χέρι που κρατά τα σχοινιά στο μαύρο θέατρό τους.

Οι ήρωες, οι τρεις έφηβοι, αλλά και τα οικογενειακά τους πλαίσια που δρουν δευτερευόντως ως προς τον χρόνο εμφάνισης αλλά με πρωτεύουσα σημασία ως προς τις εξελίξεις, είναι άνθρωποι σε πάλη, σε αναζήτηση εαυτού. Κι αν αυτό μοιάζει απολύτως λογικό για τους τρεις εφήβους πρωταγωνιστές, είναι άκρως γοητευτικό για τους ενήλικες της υπόθεσης οι οποίοι τσαλακώνονται και αφήνονται στο έλεος του τώρα με όλο το βάρος του παρελθόντος να ορίζει τον σφυγμό τους. Γιατί ο μεγάλος, ο «εδώ στου δρόμου τα μισά» ευρισκόμενος έχει πολλή ζωή πίσω του για να τον κατατρέχει και να τον προσδιορίζει και ίσως άλλη τόση μπροστά του για να ισορροπήσει ή να καταστραφεί.

Ο κόσμος των εφήβων της ιστορίας είναι ένας τυπικός, θα έλεγα κόσμος. Γιατί οι έφηβοι ήταν παντού και πάντα οι ίδιοι (τουλάχιστον μέχρι την τεχνολογική επανάσταση που βιώνουμε τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια). Ανασφάλειες, διστακτικότητες, αμφισβητήσεις, εσωτερικές ταλαντώσεις, αναζήτηση απαντήσεων. Ιχνηλατούν τον εαυτό τους μέσα από τον άλλο, αναζητούν πρόσωπο, βγάζουν τις μάσκες και έπειτα τις ξαναφορούν για να δουν τη δύναμή τους, για να κρύψουν τις αδυναμίες τους. Μα ο Άλλος είναι πάντα εκεί για να καθρεφτιστούμε. Να κοιτάξουμε στο κάτοπτρο των ματιών του και να δούμε τι είμαστε και δεν είμαστε. Είναι ασφαλές; Όχι! Είναι ανθρώπινο; Ναι! Μα έτσι είναι ο έφηβος. Μια χωροχρονική αιώρηση πάνω στο τίποτα που παλεύει να γίνει κάτι.

«Σάρκα σε επιφυλακή«. Αν έπρεπε να βρεις τρεις λέξεις για τον έφηβο, αυτές θα ήταν. Τις βρήκε ο ΜάΓος Κοντολέων πρώτα.

1990. Ο κύκλος των χαμένων ποιητών και ο Τότο Κοτούνιο στη Eurovision. Μα και…

Ο χρόνος δεν μπορεί ποτέ να διορθωθεί.

Οι απρόσεκτοι ψίθυροι ενός καλού φίλου

Στην καρδιά και στο μυαλό

Η άγνοια είναι ευγενική

Δεν υπάρχει παρηγοριά στην αλήθεια

Ο πόνος είναι το μόνο που θα βρεις

ή αλλιώς

Time can never mend

The careless whispers of a good friend

To the heart and mind

Ignorance is kind

There’s no comfort in the truth

Pain is all you’ll find

Πάρε το τ@ίρι σου, αδερφέ, και χόρεψε ένα blues. Ένα αυθεντικό blues. Αυτό είναι η εφηβεία.

2.4.22

Σίνκλαιρ Λιούις «Μπάμπιτ»

 


Σίνκλαιρ Λιούις

«Μπάμπιτ»

Εκδόσεις Λέμβος

 

Ο Σίνκλαιρ Λιούις (Μινεσότα,1885 – Ρώμη, 1951) είναι ο πρώτος συγγραφέας από τις ΗΠΑ που τιμήθηκε με το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας (1930).

Έγραψε και μυθιστορήματα, διηγήματα, ποιήματα και θεατρικά έργα.

Πέντε ήταν τα μυθιστορήματα του που είδα το φως της δημοσιότητας όσο ζούσε, ενώ ένα ακόμα εκδόθηκε μετά τον θάνατό του.

Γενικά αυτό που τον χαρακτήριζε ήταν το  πως  υπήρξε ένας ιδιαίτερα εύστοχος κριτής του καπιταλισμού έτσι όπως εκφραζότανε κατά τα χρόνια του Μεσοπολέμου στην πατρίδα του.

Στην Ελλάδα δεν είναι ιδιαίτερα γνωστός.

Μόλις το 2016 από τις Εκδόσεις Καστανιώτη κυκλοφόρησε το μυθιστόρημά του «Δεν γίνονται αυτά εδώ» όπου περιγράφονται οι συνθήκες δημιουργία ενός απολυταρχικού καθεστώτος στις ΗΠΑ.

Και τώρα, από τις Εκδόσεις Λέμβος, το ελληνικό κοινό έχει την ευκαιρία να πλησιάσει ακόμα περισσότερο ένα συγγραφέα του μεσοπολέμου όπου με μια αξιοθαύμαστη οξυδέρκεια μπόρεσε να συνθέσει μυθιστορήματα κριτικής του αμερικάνικου καπιταλισμού κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου και γενικότερα των συνθηκών καθημερινής ζωής μέσα στα πλαίσια του αμερικάνικου ονείρου.

Η κριτική ματιά του Λιούις έχει ως βάση της ένα υποδόριο χιούμορ κι έτσι γίνεται πλέον εύστοχη και αποτελεσματική.

Στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα, ο κεντρικός ήρωας, ο Μπάμπιτ, είναι ένα μεσήλικας άνδρας που προσπαθεί να μένει πάντα μέσα στο κλίμα των κοινών αποδεχτών αξιών.

Ζει στη  πόλη Ζένιθ (μια μυθιστορηματική, ίσως,  περσόνα της Νέας Υόρκης), είναι μεσίτης ακινήτων, παντρεμένος με τρία παιδιά, έχει ένα άρτια εξοπλισμένο σπίτι με όλες τις νέες ηλεκτρικές συσκευές, είναι φανατικός υποστηρικτής του ρεπουμπλικανικού κόμματος και ακόμα πολλών και διαφόρων Επιμελητηρίων, Λεσχών κλπ.

Στόχος του το να ζει σύμφωνα με τους κανόνες που επικροτούν οι άλλοι. Και βέβαια να έχει συντηρητικές απόψεις και να αποδέχεται φυλετικούς διαχωρισμούς.

Αλλά όσο κι αν προσπαθεί να πείσει τον εαυτό του πως ζει μέσα σε μια ελεγχόμενη ευτυχία, υπάρχουν στοιχεία που κάτι τέτοιο το αντιστρατεύονται.

Αναζητά μια ελευθερία κινήσεων, μια ερωτική αποδέσμευση από τα δεσμά του γάμου. Αναζητά…

Και μέσα από τη σχέση του με ένα φίλο του, που θα τον παροτρύνει να αφεθεί στις καταπιεσμένες επιλογές του, τελικά θα προχωρήσει σε σημαντικές αλλαγές.

Θα αποκτήσει ερωμένη, θα συμμετέχει και διαδηλώσεις ενάντια στο κατεστημένο, θα υποστηρίζει εργατικά αιτήματα και θα εναντιώνεται στις διώξεις κάθε έγχρωμου.

Αλλά όταν κάποια στιγμή θα δει την τραγική κατάληξη που έχει ο φίλος του, τρομαγμένος με τον ίδιο του τον εαυτό θα επιστρέψει στην προηγούμενη στάση ζωής του. Μα τώρα πλέον θα γνωρίζει πως αυτή είναι μια ζωή που την επιβάλει ο φόβος για κοινωνική κατακραυγή.

Αλλά  το όνειρό του δεν θα το εγκαταλείψει. Και θα προσπαθήσει να πείσει το γιο του να ζήσει τη δική του ζωή μέσα από τα απολύτως προσωπικά ‘θέλω’ του.

Και έτσι θα τολμήσει να εξομολογηθεί, μα και να παροτρύνει: «…στην πράξη, ποτέ δεν έκανα αυτό που πραγματικά ήθελα σ’ όλη μου τη ζωή! Δεν ξέρω αν έχω πετύχει… Το μόνο που ξέρω είναι ότι πήρα τον δρόμο μου… Κατάλαβα ότι προχώρησα ένα μόλις εκατοστό στον μακρύ  δρόμο εκατοντάδων χιλιομέτρων… Ίσως εσύ καταφέρεις να προχωρήσεις περισσότερο! Δεν ξέρω. Ωστόσο, νιώθω μέσα μου μια κρυφή ευχαρίστηση, γιατί εσύ ξέρεις τι θέλεις να κάνεις και το διάλεξες… Θα σε υποστηρίξω!» (σελ. 603)

Το μυθιστόρημα «Μπάμπιτ» είναι ένα κλασικών προδιαγραφών μυθιστόρημα. Αλλά παράλληλα είναι και ένας διαχρονικός και επίκαιρος σχολιασμός του κομφορμισμού και της όποιας μορφής παγκοσμιοποιημένης συμπεριφοράς.

Οπότε και με ιδιαίτερο ενδιαφέρον διαβάζεται από το 1922 όπου πρωτοεκδόθηκε μέχρι σήμερα.

Αξίζει να σημειώσει κανείς το πόσο βοηθά τον έλληνα αναγνώστη η μετάφραση της Βασιλικής Λογοθέτη – Παγοπούλου (η ίδια έχει γράψει και το συνοπτικό επίμετρο) στο να χαρεί το σαρκαστικό, μα και τρυφερό ύφος του Σίνκλαιρ Λίουις.

 

Τα Νέα - Βιβλιοδρόμιο (2/4/2022)

(591 λέξεις)

18.3.22

Γιάννης Μακριδάκης "Τα απόνερα της Σοφίας"

 

Γιάννης Μακριδάκης

«Τα απόνερα της Σοφίας»

Εκδόσεις της Εστίας

                             

Αν και πολυγραφότατος ο Γιάννης Μακριδάκης καταφέρνει σε κάθε του βιβλίο να υπάρχει ένα εντελώς ξεχωριστό εύρημα -κέντρο ανάπτυξης της ιστορίας του- ενώ παράλληλα έχει δημιουργήσει το δικό του συγγραφικό σύμπαν -ένα νησί στο οποία τα διάφορα εκεί τεκτενόμενα αντανακλούν καταστάσεις της ελληνικής πραγματικότητας.

Θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί πως ο Μακριδάκης καταγράφει την σημαντική είδηση μετατρέποντάς την σε μυθιστόρημα και με αυτό τον τρόπο προσφέρει στην επικαιρότητα το βάθος μιας λογοτεχνικής υπόστασης.

Το τελευταίο μυθιστόρημά του έχει μια γεύση ψυχολογικού θρίλερ και παράλληλα στηρίζει τη λύση του σε πρόσφατες κοινωνικές συνθήκες έτσι όπως αυτές έχουν διαμορφωθεί από την ύπαρξη του covid19.

Αφηγητής ο Ζαχαρίας Μελιτάκης, ένας νέος άνδρας που έχει σπουδάσει γεωπονική και ο οποίος κατάγεται από ένα νησί. Εκεί, ο από την πλευρά της μητέρας παππούς, του έχει κληροδοτήσει ένα μεγάλο κτήμα και είναι το μέρος όπου για χρόνια -από τον καιρό που ο Ζαχαρίας ήταν παιδί- περνούσε οικογενειακώς τα καλοκαίρια του.

Ο πατέρας του είναι ναυτικός με ιδιαίτερη έφεση στα γράμματα, αλλά και με μια έντονη τάση παρέμβασης στη διαμόρφωση του μέλλοντος των παιδιών του.

Κάποιο, λοιπόν, καλοκαίρι καταφέρνει να ‘φυτεύσει’ στον έφηβο Ζαχαρία την ιδέα πως θα άξιζε μεγαλώνοντας να γίνει συγγραφέας. Είναι μια ιδέα που βρίσκει πρόσφορο έδαφος να καρπίσει μιας και ο νεαρός είναι μέσα στην θλίψη και σε μια έντονη έλλειψη αυτοεκτίμησης μετά από μια ερωτική απογοήτευση.

Αλλά καθώς τα χρόνια θα περνούν όλοι θα έχουν ξεχάσει εκείνη τη παρέμβαση του πατέρα, ο Ζαχαρίας θα τελειώσει τη Γεωπονική και θα αποφασίσει να περάσει μόνος ένα διάστημα στο κτήμα, προσπαθώντας μάλιστα να το καλλιεργήσει.

Τότε όμως θα συμβεί ένα γεγονός που θα αλλάξει όλη του τη ζωή.

Ένας εκδοτικός οίκος θα του τηλεφωνήσει για να τον ενημερώσει πως δέχεται να του εκδώσει τη συλλογή διηγημάτων που τους είχε προτείνει.

Το ζήτημα, όμως είναι πως ο ίδιος ο Ζαχαρίας δεν είχε καταθέσει προς έγκριση κανένα έργο του, αφού άλλωστε τίποτε δεν είχε γράψει και το όποιο σχέδιο να γίνει συγγραφέας θεωρούσε πως ήταν μια εφηβική του αντίδραση.

Τί ακριβώς έχει συμβεί; Ποιος είναι εκείνος που έχει θελήσει να καθοδηγεί έναν άνθρωπο και μέσα από αυτόν να βιώνει το όνειρο που ο ίδιος δεν είχε αποφασίσει -ή και τολμήσει- να πραγματώσει;

Πάνω σε αυτόν τον βασικό καμβά, ο Μακριδάκης σχεδιάζει με λεπτές όσο και λεπτομερείς καταγραφές ενδοοικογενειακές σχέσεις, προσπάθειες γονεϊκών ελέγχων, επιδερμικές όπως καταναλωτικές κοινωνικές συναναστροφές και στήνει μια πλεκτάνη ενός ψυχολογικού θρίλερ, ενώ παράλληλα τοποθετεί απέναντι σε αυτήν την αγχωτική κατάσταση, την ηρεμία και τον πλούτο συναισθημάτων που η Φύση μπορεί να προσφέρει.

Ενδιαφέρουσα γραφή -λυρική άλλοτε, άλλοτε αυτοσαρκαστική, πολύ συχνά σκληρή. Πάντα χειμαρρώδης.

«Σε λίγο είχα πάρει την απόφασή μου. Είχα μεγάλη ανάγκη εκείνη την περίοδο να επικοινωνήσω με άλλα πλάσματα μάλλον και όχι πλέον με τους ανθρώπους. Να αποκτήσω σχέσεις αληθινές και ειλικρινείς, όχι πια υποκριτικές και βασισμένες πάνω σε ένα ζωτικό και θεμελιώδες ψεύδος» (σελ. 194)

 

(480 λέξεις)

Bookpress , 18/3/2022

13.3.22

Μαρία Δριμή "Ρωγμή στον τοίχο"

 

Η Μαρία Δριμή, με σπουδές στη Φιλολογία, αλλά και στην Ιατρική (την οποία και επέλεξε ως επάγγελμά της), ενώ παράλληλα έχει διακριθεί και στη συγγραφή θεατρικών έργων, έδωσε τώρα στην κυκλοφορία το πρώτο της βιβλίο -μια νουβέλα με τον τίτλο «Ρωγμή στον τοίχο»

Χαίρομαι ιδιαίτερα όταν πέφτει στα χέρια μου το πρώτο βιβλίο ενός συγγραφέα και δεν μπορώ να το αφήσω από τα χέρια μου.

Και αυτό είναι που μου συνέβη με τη νουβέλα αυτή.

Πρόκειται για ένα κείμενο που συνδυάζει τη απλότητα της γραφής με το ξάφνιασμα μιας απρόσμενης αφήγησης.

Ο νεαρός φοιτητής της Ιατρικής Μάρκος Σελαβής, διαπιστώνει την ύπαρξη μιας ρωγμής σε μεσοτοιχία του διαμερίσματός του με διαμέρισμα διπλανής πολυκατοικίας. Στην αρχή δε δίνει σημασία, αλλά καθώς η ρωγμή ολοένα και γίνεται πιο μεγάλη, αποφασίζει να επισκεφθεί τους ενοίκους του διπλανού κτηρίου.

Η επίσκεψή του θα είναι η αρχή μιας νέας ενατένησης της ίδιας του της ύπαρξης.

Οι άνθρωποι που θα γνωρίσει, ο τρόπος ζωής τους και το μυστικό που κρύβουν θα είναι η αφορμή ο ίδιος να δει με άλλον τρόπο το παρελθόν του και να θελήσει κάποια στιγμή όλη αυτήν την εμπειρία του να τη γράψει με τη μορφή μιας νουβέλας.

Το έργο του θα το υποβάλει προς έκδοση σε ένα εκδοτικό οίκο και ο εκδότης καθώς θα διαβάσει το χειρόγραφο, θα επανεξετάσει και αυτός το δικό του παρελθόν.

Μια ιστορία μέσα σε μιαν άλλη και όλες τους λες και είναι ιδωμένες μέσα από μια ρωγμή σε ένα τοίχο που από τη μια δίνει τη δυνατότητα να παρακολουθήσεις  τις ζωές των άλλων και από την άλλη να κατανοήσεις τη δική σου.

Τελικά μια  ρωγμή σε ένα τοίχο -ίσως αυτό να είναι ένα λογοτεχνικό κείμενο.

Ένα κείμενο που το γράφει κάποιος και ενώ νομίζει πως καταγράφει τις ζωές των ηρώων που ο ίδιος έπλασε, στην ουσία οδηγείται στο να διακρίνει λεπτομέρειες της δικής του προσωπικότητας.

Ναι, μια τέτοια ρωγμή για τον συγγραφέα είναι το κείμενο του. Αλλά την ίδια στιγμή ρωγμή είναι και για τον αναγνώστη. Γιατί καθώς αυτός διαβάζει για τις ζωές των άλλων, αργά , αργά δημιουργεί μια δική του εσωτερική ρωγμή από την οποία θα μπορέσει -ίσως- να περάσει κάτι πολύ δικό του, κάτι που για χρόνια,  για μια ζωή ήταν κρυμμένο.

Αυτό είναι το θέμα αυτής της νουβέλας και είναι πολύ θετικό για το ταλέντο της νέας συγγραφέα που μια τόσο σύνθετή άποψη, καταφέρνει να την υλοποιήσει με ένα λόγο απλό, και με μικρά, καθημερινά όσο όμως και συμβολικά ευρήματα.

Διέκρινα -όχι στη γλώσσα- αλλά στη δομή της νουβέλας ένα θεατρικό σκελετό. Στην ουσία έχουμε πεζογράφημα δωματίου, που εύκολα μπορεί κανείς να το φανταστεί να παίρνει τη μορφή θεάτρου δωματίου.

Τα δυο επίπεδα αφήγησης -η προς έκδοση νουβέλα και οι αντιδράσεις του εκδότη- είναι διαφορετικά μεταξύ τους.

Το πρώτο γραμμένο σε άμεση, σχεδόν προφορική αφήγηση είναι αυτό που δίνει περισσότερο της αίσθησης ενός θεατρικού έργου.

Το δεύτερο, σε μια τριτοπρόσωπη αυτό αφήγηση, λες και κρατά το ρόλο του θεατή -ενός θεατή που παρακολουθεί τα ‘επί σκηνής’ διαδραματιζόμενα.

Και τα δυο δείχνουν την ικανότητα της Μαρίας Δριμή να χειρίζεται με άνεση τη γλώσσα και μέσω αυτής να διαχειρίζεται τον τρόπο υλοποίησης του θέματός της.

 

 (520 λέξεις)

Περί Ου 912.3.2022

 

 

 

10.3.22

Ντομένικο Σταρνόνε "Τα κορδόνια"

 

Ντομένικο Σταρνόνε

«Τα κορδόνια»

Μετάφραση: Σταύρος Παπασταύρου

Εκδόσεις Πατάκη

 

Το μυθιστόρημα «Τα κορδόνια» είναι το τρίο έργο του Ντομένικο Σταρνόνε  που κυκλοφορεί στη χώρα μας.

Κι όμως ο συγγραφέας αυτός δεν θεωρώ πως έχει προσεχθεί στο  βαθμό που θα του άξιζε από το ελληνικό κοινό.

Ίσως γιατί -τουλάχιστον σε αυτή τη σκέψη με οδήγησε η ανάγνωση τούτου του πρόσφατα μεταφρασμένου στα ελληνικά μυθιστορήματος- ο συγκεκριμένος συγγραφέας διαθέτει έναν τρόπο αφήγησης όπου το απλό μπορεί να θεωρηθεί από κάποιους ως τετριμμένο και ο ρεαλισμός ως κοινοτυπία, ενώ την ίδια στιγμή ο σαρκασμός κρύβει από πίσω του την κοινωνική κριτική και η όλη δομή του έργου αντιστρατεύεται την εφησυχασμένη ανάγνωση.

Ο Ντομένικο Σταρνόνε γεννήθηκε στην Νάπολη το 1943, αλλά ζει στη Ρώμη. Έχει γράψει 13 βιβλία, ένα από αυτά (κυκλοφορεί κι αυτό στα ελληνικά) έχει κερδίσει σημαντικό ιταλικό βραβείο. Ως βασική βιοποριστική του απασχόληση υπήρξε η συγγραφή σεναρίων και η δημοσιογραφία.

Παρόμοια, σχεδόν, και η ζωή του κεντρικού ήρωα στο μυθιστόρημα αυτό -και ίσως αξίζει να το λάβει υπόψιν του ο αναγνώστης.

Ο Άλντο κάπου μέσα στη δεκαετία του ’60 παντρεύτηκε τη Βάντα. Κι οι δυο ζούσανε στην Νάπολη.

Εκείνος με συμβατικές πανεπιστημιακές σπουδές, ονειρευότανε με ασαφείς σχεδιασμούς να παίξει ένα σημαντικό ρόλο στα νεοεμφανιζόμενα κοινωνικά και πολιτιστικά συμβάντα που θα τύχαινε να συναντήσει στα μελλοντικά του χρόνια -λίγο πολύ ένας μέσος νεαρός άντρας εκείνης της εποχής.

Εκείνη, σχεδόν συνομήλική του, από τη μια δεν θα θέλει να αποκοπεί από την παραδοσιακή τοποθέτηση της γυναίκας μέσα σε ένα γάμο και από την άλλη με μια αχώνευτη προοδευτικότητα προσπαθεί να υποστηρίξει την αμφισβήτηση της κυριαρχίας του συζύγου μέσα στην οικογένεια.

Θα ζήσουν μέσα σε μια επιφανειακή γαλήνη για δεκατέσσερα χρόνια, κατά τη διάρκεια των οποίων θα αποκτήσουν και δυο παιδιά. Ένα αγόρι και ένα κορίτσι.

Τότε ο Άλντο θα αισθανθεί πως ο πατροπαράδοτος ρόλος πατέρα και συζύγου τον πνίγει και στο πρόσωπο μιας νεαρής γυναίκας θα αναζητήσει την ελευθερία του, την ίδια στιγμή που με τον αταβισμό ακριβώς αυτού του ίδιου του ρόλου θα πιστεύει πως η αποχώρησή του από το πληκτικό οικογενειακό περιβάλλον  θα είναι και πρόσκαιρη όσο και συγχωρητέα.

Κάτι που ασφαλώς και η Βάντα όχι μόνο δεν έχει πρόθεση  να το αποδεχτεί, αλλά και οι αντιδράσεις της θα είναι έντονες όσο και ως ένα βαθμό μικροπρεπείς.

Η σχέση διαταράσσεται, όχι όμως και ο γάμος. Κανένας από τους δύο δεν είναι ικανός να εφαρμόσει ολοκληρωτικά τις αξίες εκείνες που ενώ μέσα στη δική τους γενιά εμφανίστηκαν, από τη δική τους επίσης γενιά δεν υποστηρίχτηκαν πλήρως.

Ο θεσμός της οικογένειας  θα εξακολουθήσει να επιβάλλεται. Ο Άλντο, έχοντας σε ένα βαθμό αναγνωριστεί κοινωνικά και καλλιτεχνικά, επιστρέφει* η Βάντα κυριαρχεί στα υπόλοιπα χρόνια της ζωής τους. Θα έχουν πλέον μετακομίσει στη Ρώμη.

Η κοινωνική άνοδος σε απόλυτη σύμπνοια με την οικογενειακή συμβατικότητα -ότι, δηλαδή, μπορεί κανείς να ισχυριστεί πως υπήρξε το αποτύπωμα πολλών ανδρών και γυναικών που ένωσαν τις μοίρες του μέσα στα χρόνια μιας εποχής που σε ένα μεγάλο βαθμό αυτοπροδόθηκε.

Αλλά υπήρχαν και τα δυο παιδιά- εκπρόσωποι μιας νέας εποχής και  που μαζί τους θα κάνει τα πρώτα του βήματα ο νέος αιώνας.

Τα δυο παιδιά -ένα αγόρι κι ένα κορίτσι, υπενθυμίζω- ενώ θα υποστηρίζουν, το καθένα με τον τρόπο του και τη δική του ιδιοσυγκρασία, τις νέες απόψεις περί γάμου και οικογένειας,  παράλληλα θα ασφυκτιούν από τις οικογενειακές στρεβλώσεις του παρελθόντος κάτω από τις οποίες έζησαν.

Η απροσδόκητη οικογενειακή έκρηξη που θα ακολουθήσει απλώς και μόνο θα αμφισβητήσει το σκηνικό του μεσοαστικού διαμερίσματος της Ρώμης. Η εφαρμογή του οτιδήποτε νέου επαφίεται σε επόμενες γενιές.

Αυτό σε γενικές γραμμές είναι το πλάνο πάνω στο οποίο ο Σταρνόνε έστησε το γεμάτο αφηγηματικά τεχνάσματα μυθιστόρημά του. Το δόμησε σε τρία μέρη, όπου στο καθένα και ένα άλλο πρόσωπο φωτίζει με τον δικό του τρόπο το παρελθόν και προβληματίζεται για το παρόν.

Η αφήγηση δείχνει να έχει μια απλότητα. Αλλά την ίδια στιγμή η απλή προσωπική εξομολόγηση κάθε αφηγητή διαπερνά το κλίμα μιας εποχής και κριτικά στέκεται απέναντί της.

Ένα μυθιστόρημα που συχνά σε κάνει να χαμογελάς. Συχνά σου δημιουργεί την εντύπωση πως σε έχει οδηγήσει στα ενδότερα της μεσοαστικής τάξης. Αλλά στο τέλος μένεις με ένα πικρό προβληματισμό- αυτό που σε διακατέχει  όταν ακούς την συνειδητοποιημένη αυτοκριτική κάποιου γνωστού και φίλου σου.

Νομίζω πως εδώ έγκειται και η αξιοπρόσεχτη συγγραφική ικανότητα του ιταλού συγγραφέα. Να σε κάνει να πιστέψεις πως σε επέλεξε για να σου  μιλήσει για κάτι πολύ προσωπικό του.

Η ελληνική μετάφραση, με το δικό της τρόπο, υποστηρίζει κάτι τέτοιο.

 

 (730 λέξεις)

(Τα Νέα, 23/12/2021)