2.10.23

Όσκαρ Ουάιλντ "Ο εγωιστής γίγαντας' (Μετάφραση Μάνος Κοντολέων) στον 'Χάρτη'

Ο εγωιστής Γίγαντας Τα απογεύματα που τα παιδιά επέστρεφαν από το σχολείο, τους άρεσε να περνάνε από τον κήπο του Γίγαντα κι εκεί να σταματούν για να παίξουν. Ήταν ένα μεγάλος και πολύ όμορφος κήπος, στρωμένος όλος με καταπράσινο γρασίδι που δώθε , κείθε το στόλιζαν πολύχρωμα λουλούδια, ίδια όπως στολίζουν τ΄ αστέρια τον ουρανό. Υπήρχαν ακόμα και δώδεκα ροδακινιές που την μεν άνοιξη γεμίζαν με ανθάκια σε απαλούς χρωματισμούς, το δε φθινόπωρο με τους ζουμερούς καρπούς τους. Πάνω τους τα πουλιά κούρνιαζαν κι αρχίζαν ένα τόσο γλυκό κελάηδισμα που ακόμα και τα παιδιά σταματούσαν το παιχνίδι τους για να χαρούνε τους τρυφερούς ήχους. «Πόσο ευτυχισμένα είμαστε σε αυτό το μέρος!» έλεγαν μεταξύ τους. Μα μια μέρα ο Γίγαντας επέστρεψε. Έλειπε για επτά ολόκληρα χρόνια καθώς είχε πάει να δει τον παλιό του φίλο, τον Δράκο της Κορνουάλης. Ότι είχε να πει ο Γίγαντας στον φίλο του το είχε πει κι όπως άλλωστε δεν του αρέσαν και πολύ οι χωρίς περιεχόμενο συζητήσεις, πήρε την απόφαση να επιστρέψει στο κάστρο του. Με το που επέστρεψε ε’ιδα τα παιδιά να παίζουν στον κήπο του. «Ε, τί κάνετε εδώ!» φώναξε και η άγρια φωνή του τρόμαξε τα παιδιά που το βάλανε στα πόδια. «Ο κήπος είναι δικός μου!» συνέχιζε να φωνάζει ο Γίγαντας, «Νομίζω πως αυτό όλοι το ξέρουν! Και στον δικό μου κήπο κανείς άλλος εκτός από του λόγου μου δεν επιτρέπεται να παίζει» Έχτισε, λοιπόν, ολόγυρα έναν ψηλό τοίχο και κρέμασε και μια πινακίδα που προειδοποιούσε: ΟΣΟΙ ΠΑΡΑΝΟΜΑΙ ΕΙΣΕΡΧΟΝΤΑΙ ΘΑ ΔΙΩΚΟΝΤΑΙ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ Α, ναι! Ήταν ένα πολύ εγωιστής γίγαντας. Και τα καημένα τα παιδιά δεν είχαν πια που να παίξουν. Πήγαν στον δρόμο, μα ήταν όλο χώμα και μυτερές πέτρες. Κανένα παιχνίδι εκεί δεν μπορούσαν να ευχαριστηθούνε. Κι έτσι το μόνο που τους έμενε ήταν , όταν σχολούσανε, να περνάνε έξω από τον ψηλό μαντρότοιχο, να θυμούνται τον όμορφο κήπο που τους έκρυβε και να αναστενάζουν και να λένε, «Θυμάστε πόσο όμορφα κάποτε διασκεδάζαμε σε αυτό το μέρος;» Έπειτα ήρθε η άνοιξη και η εξοχή γέμισε από τα χρώματα των λουλουδιών και από τα τιτιβίσματα των πουλιών. Μα μέσα στον κήπο του Γίγαντα εξακολουθούσε να βασιλεύει ο χειμώνας. Τα πουλιά μιας και δεν είχαν τη συντροφιά των παιδιών, δε είχαν και κέφι να τραγουδάνε, μα και τα δέντρα δεν θέλανε να στολίζονται με τα άνθη τους. Μόνο μια φορά, ένα μικρό λουλουδάκι πρόβαλε μέσα από το γρασίδι, μα μόλις είδε την πινακίδα, τόσο λυπήθηκε, που προτίμησε να γείρει προς τα κάτω το κεφαλάκι του και να κοιμηθεί. Οι μόνοι που χαιρόντουσαν με όλα αυτά ήταν το Χιόνι και η Παγωνιά. «Η Άνοιξη ξέχασε να περάσει εφέτος από εδώ κι έτσι όλη η χρονιά είναι δικιά μας!» πανηγύρισαν. Το Χιόνι με τον άσπρο μανδύα του κάλυψε όλο το χορτάρι και η Παγωνιά στόλισε με ασήμι όλα τα δέντρα. Και στη συνέχεια, σκέφτηκαν να φωνάξουν και τον Βοριά να έρθει να μείνει μαζί τους. Κι αυτός άλλο που δεν ήθελε. Τυλιγμένος με τις βαριές γούνες του, τριγύρναγε μέσα στον κήπο και άλλοτε μούγκριζε κι άλλοτε ξεφυσούσε τόσο δυνατά που τα καπελάκια από τις καπνοδόχους πέφτανε χάμω. «Αυτός είναι ο τόπος που τόσο καιρό ψάχναμε» είπε ο Βοριάς, «Λέω να προσκαλέσουμε και το Χαλάζι να μας κάνει μια επίσκεψη» Νάσου, λοιπόν, και το Χαλάζι. Κάθε μέρα και για τρεις ολόκαιρες ώρες έπεφτε με δύναμη πάνω στις στέγες του κάστρου μέχρις ότου σπάσανε οι περισσότερες από τις πλάκες τις σκεπάζανε. Και δεν έφτανε αυτό. Πήρε και να τρέχει ασταμάτητα μέσα στον κήπο κι όλα πήρανε το χρώμα των ρούχων που φορούσε -γκρίζα- και παγώσανε από τις ανάσες του. «Μπα σε καλό! Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί εφέτος η Άνοιξη άργησε τόσο να έρθει» αναρωτιότανε ο Γίγαντας, καθώς πίσω από το τζάμι κοιτούσε τον κάτασπρο και παγωμένο κήπο του. «Δεν γίνεται, κάποια στιγμή θα αλλάξει ο καιρός!» μουρμούριζε. Μα μήτε η Άνοιξη έφτασε ποτέ, μήτε και το Καλοκαίρι. Και το Φθινόπωρο, όταν ήρθε, δώρισε χρυσούς καρπούς στα δέντρα των άλλων κήπων… Μα όχι και σε αυτά που βρίσκονταν στον κήπο του Γίγαντα. «Αυτός ανήκει σε ένα πολύ εγωιστή Γίγαντα» είπε. Κι έτσι σ΄ εκείνο τον κήπο υπήρχε πάντα ο Χειμώνας και ο Βοριάς, η Παγωνιά και το Χιόνι και το Χαλάζι. Όλοι αυτοί γλεντοκοπούσαν και χορεύανε ανάμεσα στα δέντρα. Ένα πρωινό, ο Γίγαντας είχε ξυπνήσει και χουζούρευε στο κρεβάτι του, όταν άκουσε μια όμορφη μουσική. Τόσο γλυκιά ήταν η μελωδία που ο Γίγαντας σκέφτηκε πως απ΄ έξω πρέπει να περνούσε η βασιλική μπάντα. Μα όχι -απλώς ένας τόσος δα Σπίνος που κελαηδούσε έξω από το παράθυρο. Αλλά ο Γίγαντας είχε τόσο καιρό να ακούσει κελάηδισμα πουλιού στον κήπο του, που του φάνηκε πως άκουγε τραγούδι παιγμένο από σπουδαίους μουσικούς. Και όχι μόνο αυτό, αλλά το Χαλάζι σταμάτησε να χοροπηδά πάνω στο κεφάλι του και ο Βοριάς να ουρλιάζει μέσα στα αυτιά του και μέσα από το ανοιχτό παράθυρο μπήκε μια εξαίσια μυρωδιά. «Επιτέλους ,η Άνοιξη έφτασε!» φώναξε ο Γίγαντας και πήδηξε από το κρεβάτι του για να κοιτάξει έξω. Μα τί ήταν αυτό που είδε; Από μια μικρή τρύπα του μαντρότοιχου, τα παιδιά είχαν καταφέρει να μπούνε μέσα στον κήπο και -νάτα!- σκαρφαλωμένα στα κλαριά των δέντρων. Σε κάθε δέντρο πάνω κι ένα παιδί. Και τα δέντρα, χαρούμενα που τα παιδιά είχαν επιστρέψει, γέμισαν αμέσως με άνθη τα κλαριά τους και τα πηγαινοφέρνανε πάνω από τα παιδικά κεφαλάκια. Ολόγυρα τους πετούσαν τα πουλιά με χαρούμενα τιτιβίσματα και τα λουλούδια ξεφύτρωνα χαμογελαστά μέσα από το πράσινο χορτάρι. Α, ήταν μια πανέμορφη εικόνα! Και μόνο σε μια γωνιά είχε απομείνει ακόμα η χειμωνιά. Ήταν μια τόση δα γωνίτσα κι εκεί βρισκόταν ένα αγοράκι.. Όπως ήταν πολύ μικρό, δεν μπορούσε να σκαρφαλώσει στο κλαρί και τριγύρναγε γύρω από το δέντρο κλαίγοντας με παράπονο. Μα και το δύστυχο το δέντρο, ήταν κι αυτό ακόμα σκεπασμένο με χιόνι και ανάμεσα στα κλαριά του ο Βοριάς λυσσομανούσε. «Έλα, σκαρφάλωσε πάνω μου!» το Δέντρο προσπαθούσε να χαμηλώσει τα κλαδιά του και έδινε θάρρος στο αγοράκι. Μα εκείνο ήταν πολύ μικρό ακόμα. Μια εικόνα που έκανε την σκληρή καρδιά του Γίγαντα να λιώσει. Κι έτσι «Μα πόσο εγωιστής ήμουνα!» ομολόγησε στον εαυτό του, «Τώρα καταλαβαίνω γιατί η άνοιξη δεν ήθελε να έρθει στον κήπο μου… Λοιπόν, να τι θα κάνω. Θα βοηθήσω πρώτα το αγοράκι να ανέβει στα κλαριά και μετά θα πάω και θα γκρεμίσω τη μάντρα. Κι έτσι ο κήπος μου θα γίνει και πάλι ο παράδεισος για τα παιχνίδια των παιδιών» Ήταν στ΄ αλήθεια πολύ λυπημένος με όλο αυτό το κακό που είχε κάνει. Κι έτσι κατέβηκε κάτω και πολύ σιγά και προσεχτικά άνοιξε την εξώπορτα του σπιτιού του και έκανε ένα βήμα προς τον κήπο. Μα μόλις τον είδαν τα παιδιά, το βάλανε στα πόδια, ο κήπος άδειασε και ο Χειμώνας επέστρεψε και πάλι. Μόνο το μικρό αγοράκι είχε απομείνει στη γωνιά του. Το βλέμμα του ήταν τόσο θολό από τα δάκρυά που δεν είχε δει τον Γίγαντα που τώρα το πλησίαζε και ήρεμα πήγε από πίσω του και το ανασήκωσε απαλά και το απόθεσε πάνω στο δέντρο. Κι αμέσως το δέντρο γέμισε με μπουμπούκια και τα πουλιά δεν καθυστέρησαν κι αυτά να έρθουν να κάτσουνε στα κλαριά πάνω και να πιάσουν το τραγούδι. Και το αγοράκι τότε άπλωσε τα χεράκια του, τα τύλιξε γύρω από τον λαιμό του Γίγαντα και του έδωσε ένα φιλί. Τα είδαν όλα αυτά τα άλλα παιδιά και πήραν θάρρος και επέστρεψαν στον κήπο και μαζί τους επέστρεψε και η Άνοιξη. «Δικός σας και πάλι ο κήπος, παιδιά μου!» είπε ο Γίγαντας και αμέσως πήρε ένα μεγάλο γκασμά και γκρέμισε τον μαντρότοιχο. Κι όταν το μεσημέρι, πέρασαν από εκεί πηγαίνοντας προς υην αγορά, είδαν το Γίγαντα να παίζει με τα παιδιά μέσα στον πανέμορφο κήπο του. Κι έπειτα βράδιασε και τα παιδιά αποχαιρέτησαν τον νέο του φίλο. Αυτός αναζήτησε ανάμεσά τους το αγοράκι που είχε βοηθήσει να ανέβει στο δέντρο. «Πού είναι ο μικρός σας φίλος» ρώτησε. Ο Γίγαντας αισθανότανε μια ιδιαίτερη αγάπη για το μικρό εκείνο παιδί που του είχε χαρίσει ένα φιλί. «Δεν ξέρουμε… θα έχει φύγει» είπαν τα παιδιά. «Να θυμηθείτε να του πείτε πως αύριο τον περιμένω» τους ζήτησε ο Γίγαντας. Αλλά τα παιδιά του απάντησαν πως δεν ξέρανε που μένει μιας και δεν είχε τύχει να τον δούνε πιο πριν. Και τότε ο Γίγαντας στεναχωρήθηκε πολύ. Κάθε απόγευμα, τα παιδιά ερχόντουσαν να παίξουν με τον Γίγαντα. Μα εκείνο το αγαπημένο του αγοράκι, δεν ξαναφάνηκε. Κι εκείνος, αν και κανένα παιδί δεν ξεχώριζε και όλα τα αγαπούσε, εντούτοις για το χαμένο μικρό αγόρι είχε μια αδυναμία και κάθε λίγο και λιγάκι το θυμότανε και μιλούσε γι αυτό. «Πόσο θα ήθελα να το έβλεπα ξανά!» αναστέναζε. Και τα χρόνια περνούσαν και ο Γίγαντας γερνούσε και όλο και πιο αδύναμος γινότανε. Δεν άντεχε πια να παίζει τα παιχνίδια των παιδιών. Προτιμούσε να καμαρώνει αυτά και όλον τον κήπο του καθισμένος σε μια πολυθρόνα. «Πολλά λουλούδια στολίζουν τον κήπο μου, αλλά περισσότερο από τα λουλούδια τον στολίζουν τα παιδιά» έλεγε. Κι ήταν ένα πρωινό το Χειμώνα που φόραγε τα ρούχα του, έριξε και τη ματιά του έξω από το παράθυρό του. Τώρα πια δεν μισούσε τον Χειμώνα μιας και ήξερε πως κάποια μέρα η Άνοιξη θα ερχότανε και μέχρι τότε τα λουλούδια του απλώς ξεκουραζόντουσαν κάτω από το χώμα. Μα ξαφνικά αυτό που είδε ήταν θαυμάσιο, τόσο απίστευτο που έτριψε τα μάτια του για να το δει πιο καθαρά. Κάτι εξαίσιο υπήρχε εκεί έξω. Στην πιο απόμερη και μακρινή γωνιά του κήπου υπήρχε ένα δέντρο σκεπασμένο ολάκερο με πανέμορφα ολόλευκα μπουμπουκάκια. Ασημένιοι καρποί κρεμόντουσαν από ολόχρυσα κλαριά. Και από κάτω τους στεκόταν ο αγοράκι εκείνο που τόσο είχε αγαπήσει ο Γίγαντας. Με χαρά, ο Γίγαντας όρμησε στον κήπο. Με μεγάλες δρασκελιές πάνω στα χορτάρια πλησίασε το παιδί. Μα όταν το πλησίασε και είδε… Κοκκίνισε το πρόσωπό του και «Ποιος τόλμησε να σε πληγώσει;» ούρλιαξε. Πάνω στις δυο παιδικές παλάμες δυο αιμάτινα σημάδια. Κι άλλα δυο στα ποδαράκια. Όλα τους ήταν σημάδια από καρφιά. «Πες μου ποιος το έκανε αυτό! Ποιος σε πλήγωσε; Θα πάρω το σπαθί μου και θα τον λιανίσω!» ο Γίγαντας είχε αληθινά θυμώσει πάρα πολύ. «Όχι!» το παιδί είπε, «Αυτές είναι οι πληγές της Αγάπης!» Και τότε ο Γίγαντας ξαφνιασμένος και με δέος ψιθύρισε, «Ποιος είσαι;» Αλλά είχε καταλάβει ποιος ήταν Εκείνος που στεκότανε μπροστά του και γονάτισε και το αγοράκι χαμογέλασε και του είπε, «Κάποτε με άφησε να παίξω στον κήπο σου. Σήμερα ήρθα να σε πάρω στον δικό μου κήπο, στον Παράδεισο» Κι έτσι, όταν το απομεσήμερο φτάσανε τα παιδιά για να παίξουν στον κήπο, είδαν μπροστά τους το νεκρό σώμα του Γίγαντα σκεπασμένο με τα λευκά λουλουδάκια της αγάπης. (1760 λέξεις) https://www.hartismag.gr/hartis-58/hartaki/o-eghoistis-ghighantas

27.9.23

Θόδωρος Φέστας "Stiu" (Ξέρω)

 

Θόδωρος Φέστας

Stiu (Ξέρω)

Μυθιστόρημα

Εκδόσεις Άγρα

 

                                         

Οδοντίατρος ο Θόδωρος Φέστας, με συγκροτημένη όσο και διακριτική ενεργό δράση σε ζητήματα πολιτικής και κοινωνικής προσφοράς.

Έχει γεννηθεί στην Αθήνα το 1959, αλλά ζει και εργάζεται στη Θεσσαλονίκη.

Μέχρι τώρα στο χώρο της λογοτεχνίας είχε κάνει γνωστή την παρουσία του με δυο συλλογές διηγημάτων. Το τρίτο του αυτό βιβλίο -πάντα από τις Εκδόσεις Άγρα- είναι μυθιστόρημα.

Δεν έτυχε να διαβάσω τις δυο συλλογές διηγημάτων, παρότι είχα ακούσει καλά λόγια γι αυτές.

Η ανάγνωση του τρίτου βιβλίου του Φέστα, που είναι μυθιστόρημα, με κάνει να μπορώ να υποψιαστώ το γιατί ο συγκεκριμένος συγγραφέας θέλησε να κάνει γνωστή την παρουσία του στο λογοτεχνικό χώρο πρώτα με δυο συλλογές διηγημάτων.

Η συνοπτικότητα της αφήγησης είναι με τόση σαφήνεια επιλεγμένη, ώστε ακόμα και μέσα στην άνεση ενός μυθιστορήματος, ο Φέστας δείχνει πως δεν θέλει να την εγκαταλείψει.

Το ενδιαφέρον θέμα του το απλώνει σε 192 σελίδες και ο κεντρικός χαρακτήρας του μυθιστορήματος δείχνει πως μπορεί να μας το αφηγηθεί μέσω της γραφής του δημιουργού του. Δηλαδή έχουμε μια τριτοπρόσωπη μεν αφήγηση, που όμως καλύπτει απόλυτα τις σκέψεις και τις απόψεις του πρωταγωνιστή.

Ο Φέστας ακολουθεί μια όχι και τόσο συχνά απαντούμενη την νεοελληνική λογοτεχνία τεχνική εξιστόρησης γεγονότων.  Αν και ο αναγνώστης καλείται να γνωρίσει τον ήρωα από τα χρόνια της εφηβείας του,  και ακολουθώντας τον θα εισέρχεται στα όσα μελλοντικά θα συμβαίνουν, εντούτοις ο συγγραφέας του δίνει συχνά ερεθίσματα που λες και φανερώνουν ότι η εξιστόρηση εκτελεί εντολές του πρωταγωνιστή και όχι του δημιουργού. Με άλλα λόγια δεν είναι ο συγγραφέας που επιλέγει το τι και το πως θα ειπωθεί, αλλά ο πρωταγωνιστής.

Αυτός, λοιπόν, ο κεντρικός χαρακτήρας είναι ένας άνδρας εκεί γύρω στα 55 του χρόνια που σημαίνει πως μπορεί να θεωρηθεί ως εκπρόσωπος μιας γενιάς που δεν γνώρισε πόλεμο, που κληρονόμησε το όραμα της προηγουμένης για ένα δικαιότερο κόσμο, που εμπιστεύθηκε ιδεολογίες για να τις προδώσει μετά από κάποια χρόνια, που μαγεύτηκε από  το εντυπωσιακό περιτύλιγμα μιας ζωής δοσμένης στην κατανάλωση και υπάκουης προς τους νόμους ενός ανερμάτιστου καπιταλισμού. Εκπρόσωπος εκείνων που γρήγορα ανέβηκαν και γι αυτό και πολύ γρήγορη και οδυνηρή ήταν η πτώση τους.

Ο Παύλος, νεαρός μεσοαστός, με ασαφή σχέδια για το μέλλον του, βρίσκεται να σπουδάζει οικονομικά στη Ρουμανία και εκεί πολύ γρήγορα θα ξεκινήσει να αντιστέκεται με ερασιτεχνική νεανικότητα στο απολυταρχικό καθεστώς. Ως λογική συνέπεια μιας τέτοιας δράσης, θα είναι η απέλαση του και ο νεαρός Παύλος θα ολοκληρώσει τις σπουδές του στην Αθήνα, ενώ θα έχει αρχίσει να πιστεύει περισσότερο στο ‘εγώ’ από το ‘εμείς’. Θα ακολουθήσουν μεταπτυχιακά στο εξωτερικό και επιστρέφοντας στην πατρίδα  θα αναρριχηθεί σε θέσεις με υψηλούς μισθούς που όμως θα απαιτούν ένα θάψιμο ιδεολογικών και συναισθηματικών προβληματισμών.

Καθώς θα έχει εμπιστευθεί και μαγευτεί από τις προτάσεις της κατανάλωσης, η οικονομική κρίση θα τον χτυπήσει χωρίς να το περιμένει και θα τον στείλει στην ανεργία, ενώ τα όσα χρήματα είχε επενδύσει στο χρηματιστήριο χάνονται

Από εκεί και πέρα θα πρέπει μόνος του να  επιλέξει όχι μόνο το πως θα συνεχίσει τη ζωή του, αλλά και το με ποιους.

Στην ουσία η πτώση του είναι παρόμοια με πολλών άλλων που τους έχει κι αυτούς βρει στο μέσο της ζωής τους και που γι αυτό χρειάζεται ένα ριζικό ανασχεδιασμό στόχων και απόψεων για να μπορέσουν να βρούνε μια νέα ισορροπία.

Θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί πως ο Θόδωρος Φέστας με το μυθιστόρημά του αυτό περιγράφει την ιστορία της χώρας μας από τα χρόνια της μεταπολίτευσης έως τις μέρες μας.

Η περιγραφή του είναι ρεαλιστική, σκληρή, σαφέστατα πολιτική, μα προς το τέλος δείχνει πως υιοθετεί μια αισιόδοξη άποψη. Αισιόδοξη, αλλά όχι ανερμάτιστη. Και πάντα πολιτική.

Ο Φέστας ως πολιτικό ον, δείχνει πως εναποθέτει τη συνέχεια της ύπαρξης μιας ατομικής ευτυχίας πάνω σε βάσεις θεμελιωμένες στη συμμετοχή στα κοινά και στην εσωτερική γαλήνη του καθενός ανθρώπου. Στάση άξια σεβασμού, που δυστυχώς δεν είναι συχνά απαντούμενη.

Το μυθιστόρημα αν και κρατά πάντα το φώτα του πάνω στον κεντρικό χαρακτήρα, διαθέτει και αρκετά ακόμα άλλα πρόσωπα που όλα μαζί μπορεί κανείς να πει πως δημιουργούν μια συνοπτική απεικόνιση της ελληνικής κοινωνίας προς τα τέλη του 20ου αιώνα και στα πρώτα χρόνια του 21ου.

Ενδιαφέρον αφήγημα που -τελευταίο το αναφέρω, αν και είναι ένα από τα βασικά προσόντα του- έχει μια αρσενική τρυφερότητα, μια διαρκώς παρούσα αναζήτηση χαμένης παιδικότητας.

«Όταν ο κόσμος σηκώθηκε να χορέψει κοιτούσε τις γυναίκες και σκεφτόταν πόσο περισσότερο ευρηματικές και αποτελεσματικές γίνονται όταν ξεφεύγουν απ΄ τους κατεστημένους ρόλους. Μετά κατέβασε μερικά ποτηράκια, πριν αρχίσει να τραγουδάει με την πονεμένη του φωνή που έκανε κάτι ανυπόφορα κοκοράκια» (σελ. 189)

 

(750 λέξεις)

https://bookpress.gr/kritikes/elliniki-pezografia/18352-stiu-ksero-tou-thodorou-festa-kritiki-ena-skliro-kai-vathia-politiko-mythistorima

11.9.23

Αντονί Πασερόν "Τα παιδιά κοιμήθηκαν"

 

Αντονύ Πασσερόν

«Τα παιδιά κοιμήθηκαν»

Μετάφραση: Μήνα Πατεράκη – Γαρέφη

Εκδόσεις Πατάκη

 

 

Το 1983 στη Νίκαια της Γαλλίας έχει γεννηθεί ο Αντονύ Πασσερόν και είναι καθηγητής της γαλλικής λογοτεχνίας στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση.

Το μυθιστόρημα «Τα παιδιά κοιμήθηκαν» αν και είναι το πρώτο που εκδίδει, αμέσως κέρδισε την προσοχή κοινού και κριτικών καθώς αποδεικνύουν τα δυο βραβεία που μέσα στο 2022 κέρδισε.

Και ομολογουμένως είναι ένα ιδιαιτέρως ενδιαφέρον ως προς το θέμα του έργο, αλλά και επίσης ιδιαιτέρως πρωτότυπο ως προς τη δομή του.

Ο ίδιος ο συγγραφέας δεν κρύβει το ότι ο κεντρικός ήρωας του έργου του, ο Ντεζιρέ, υπήρξε θείος του. Και τη ζωή του αφηγείται βασισμένος στο γεγονός πως ο θείος του αυτός υπήρξε ένα από τα θύματα του έιτζ στη Γαλλία.

Η αφηγούμενη ιστορία ξεκινά στις αρχές του ’80 όταν η Γαλλία βρίσκεται αντιμέτωπη με τη μάστιγα αυτής της επιδημίας. Ο Ντεζιρέ, γιος μιας ευκατάστατης οικογένειας κρεοπωλών σε επαρχία κοντά στη Νίκαια, θα αναζητήσει έναν τρόπο για να ξεφύγει από την σταθερότητα και την πλήξη μιας προκαθορισμένης ζωής βασισμένης στα οικογενειακά πρότυπα της εποχής που προτείναν την ατομική συμμόρφωση στους κανόνες μιας μεσοαστικής κοινωνικής τάξης.

Ανήκει στη γενιά εκείνη που απλώς έχει ακούσει για τα οράματα του Μάη του ’68 και -συνειδητά ή μη- θέλει και η ίδια να τα εκφράσει. Αλλά η γαλλική πολιτική τάξη πραγμάτων, ακολουθώντας μια τάση όλου του δυτικού κόσμου, παρεμποδίζει την όποια επαναστατικότητα, ίσως και τελικά να την εκτρέπει σε πλασματικές φυγές, μια από αυτές είναι και η χρήση ναρκωτικών.

Οπότε ο Ντεζιρέ, ο χαϊδεμένος και χαρισματικός πρωτότοκος γιος της οικογένειας, ανακαλύπτει την διέξοδο των ναρκωτικών και από εκεί και πέρα το μέλλον τόσο του ίδιου όσο και των δικών του, μοιάζει προκαθορισμένο. Είναι η εποχή που ένας νέος ιός εξαπλώνεται στην Υφήλιο, ο ιός που θα γίνει γνωστός ως Έιτζ και ο οποίος μέχρις ότου οι επιστήμονες μπορέσουν όχι μόνο να τον αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά αλλά και να ταξινομήσουν τους τρόπους μετάδοσης του, θα στιγματίζει ηθικά και όσους ασθενούν, αλλά και τις οικογένειές τους.

Αυτή η πορεία αναζήτησης του τρόπου καταπολέμησης της νέας πανδημίας αποτελεί και το άλλο μέρος του μυθιστορήματος.

Ο Πασσερόν με μια έξυπνη μα και άψογα εκτελεσμένη τεχνική, δόμησε το έργο του πάνω σε μικρά κεφάλαια που συνεχώς εναλλάσσονται και έτσι από τη μια ο αναγνώστης παρακολουθεί την πορεία του ατομικού και οικογενειακού δράματος και από την άλλη τις προσπάθειες της διεθνούς επιστημονικής κοινότητας να βρει τα μέσα αντιμετώπισης και καταπολέμησης ενός ιού που έχει ρίξει σκοτεινές σκιές πάνω στην ερωτική πράξη, αλλά και στοχοποιεί κάποιες κοινωνικά ομάδες.

Το προσωπικό δράμα και οι οικογενειακές διαψεύσεις και από την άλλη η συστράτευση των επιστημόνων, μα και οι επιβολή πολιτικών που αλλάζουν τις οικονομικές συνθήκες μεγάλων περιοχών -προς το τέλος του αιώνα και τις αρχές του επομένου η πατρίδα του Ντεζιρέ θα αρχίζει να υφίσταται τις συνέπειες μιας κρατικής και ευρωπαϊκής πολιτικής πάνω στον τρόπο λειτουργίας των κτηνοτροφικών μονάδων της -είναι που τελικά συνθέτουν αυτό το μυθιστόρημα.

Περίπου 40 χρόνια καλύπτει η διπλή αυτή αφήγηση και αξίζει κανείς να τονίσει τις ικανότητες του Πασσερόν από τη μια να περιγράφει με συναισθηματισμό και καίριες επισημάνσεις αντιδράσεων των χαρακτήρων το οικογενειακό δράμα και από την άλλη με ένα τρόπο απλό, μα και τέλεια τεκμηριωμένο, την επιστημονική μάχη και το πάθος κάποιων ερευνητών να σταθούν όρθιοι και αποτελεσματικοί απέναντι σε ένα παγκόσμιο κίνδυνο.

Και κάτω από αυτήν την οπτική αν διαβαστεί το μυθιστόρημα «Τα παιδιά κοιμήθηκαν» προσφέρει και ένα καίριο προβληματισμό πάνω στο πως αντιμετωπίστηκε η επόμενη παγκόσμια πανδημία που ο πλανήτης μας έζησε.

Ο ίδιος ο Πασσερόν μήτε μια λέξη δεν αφιερώνει στον covid, αλλά ο αναγνώστης του μυθιστορήματός του δεν μπορεί παρά να προβληματιστεί πάνω στις νέες μεθόδους, μα και συνθήκες, με τις οποίες η νέα αυτή απειλή αντιμετωπίστηκε. Και αυτόν τον προβληματισμό τον επιτείνει το γεγονός πως  για την αντιμετώπιση του έιτζ είχαν μπει στην πρώτη γραμμή επίθεσης διεθνή ερευνητικά κέντρα όπως το Ινστιτούτο Παστέρ στη Γαλλία, αλλά και Πανεπιστημιακές Μονάδες τις ΗΠΑ, τα οποία ήταν κι αυτά που από τη μια πιέζανε τις κυβερνήσεις να ‘σταθούν΄ απέναντι στο αναδυόμενο πρόβλημα και από την άλλη και πάλι αυτά ζητούσαν την παραγωγή συσκευασμάτων για τις διάφορες επιτυχημένες ή μη προσπάθειές τους από αντίστοιχες φαρμακοβιομηχανίες.

Οι κοινωνικές, πολιτικές, οικονομικές και ερευνητικές δομές -φαίνεται να μας λέει ο Πασσερόν- μπορεί να έχουν ποικιλόμορφα διαφοροποιηθεί μέσα στα τελευταία αυτά σαράντα τόσα χρόνια,  αλλά ο ανθρώπινος πόνος παραμένει πάντα ο ίδιος. Απλώς οι νέες τεχνολογίες, μα και οι νέες πολιτικές υγείας δείχνουν να έχουν επιλέξει άλλους ρυθμούς και άλλες στοχεύσεις.

Οπότε και λογικά,  ο αναγνώστης στέκεται με προβληματισμό απέναντι στο γεγονός της μετά 25 χρόνια απονομής του Βραβείου Νόμπελ σε δυο από τους αρκετούς εκείνους επιστήμονες που ο καθένας με τον τρόπο του βοήθησε στον εντοπισμό του ιού του έιτζ, αλλά και στην ανακοίνωση της Επιτροπής βράβευσης που δικαιολόγησε την καθυστερημένη αναγνώριση επειδή θεώρησε πως έπρεπε η ανακάλυψη να εκτιμηθεί σφαιρικά και μακροπρόθεσμα.

Τελικά και για μια ακόμα φορά, ένα λογοτεχνικό έργο δείχνει πως μπορεί να αποτελέσει μια αφετηρία προβληματισμών και τοποθέτησης καίριων ερωτημάτων.

Συναισθηματικά φορτισμένη η γραφή του έργου -και στα δυο είδη κεφαλαίων  που πάνω τους δομείται- μα παράλληλα και ένα καθαρώς πολιτικοποιημένο κείμενο, με απόλυτη γνώση πως το κέντρο κάθε επιστημονικής μα και πολιτικής σκέψης πρέπει να είναι ο αντίκτυπος που μπορεί η εφαρμογή της να έχει πάνω στο άτομο και σε όλη την κοινωνία.

Η μετάφραση της Μήνα Πατεράκη – Γαρέφη υποστήριξε αποτελεσματικά και τα δυο είδη γραφής διατηρώντας την αναγκαία ενότητα όλου τους κειμένου.

 (Βιβλιοδρόμιο, 26-27/8/2023)

(900 λέξεις)

10.9.23

Φωτεινή Φραγκούλη «Η ιστορία βλέπει»

 


Φωτεινή Φραγκούλη

«Η ιστορία βλέπει»

Εικονογράφηση: Εύη Τσακνιά

Εκδόσεις Πατάκη

 

                              

Ολιγοφράφο θα τη χαρακτήριζα την Φωτεινή Φραγκούλη (1958 – 2018), αλλά αν και λίγα τα βιβλία που έχουν την υπογραφή της, εντούτοις της έχουν προσφέρει μια ξεχωριστή θέση στη λογοτεχνία για παιδιά και νέους.

Κι αυτό γιατί διαθέτουν κάποια ποιοτικά στοιχεία που σπάνια κανείς τα συναντά σε σχετικώς σύντομα κείμενα που ‘δείχνουν’ τη διάθεσή τους να ενταχθούν στην κατηγορία εκείνη των εικονογραφημένων βιβλίων που η ματιά τους  αγκαλιάζει ένα ευρύτερο ηλικιακά κοινό.

Γεγονός ακόμα πως η περίπτωση γραφής της Φραγκούλη μάλλον σπάνια είναι για τα ελληνικά δεδομένα. Αν θελήσω να βρω ‘συνοδοιπόρους’ της θα στεκόμουνα στον Χρήστο Μπουλώτη και στην Αργυρώ Πιπίνη.

Και οι τρεις αυτοί συγγραφείς μας έχουν χαρίσει βιβλία που δομή τους έχει έντονη μίξη πεζογραφίας και ποίησης, η θεματική τους ένα πλουραλισμό ανίχνευσης της σχέσης ρεαλισμού και φαντασίας και η γραφή τους μια ξεκάθαρη διάθεση να μην υποκύπτει στην ευκολία του ευκολοδιάβαστου.

Και βέβαια, να κρατήσει κανείς και τις πολύ προσεγμένες εκδόσεις που τύχανε -και τυχαίνουν- τα βιβλία τους.

Ξεχωριστή, λοιπόν, περίπτωση η Φωτεινή Φραγκούλη που είχε την ατυχία να φύγει νωρίς από τη ζωή και μάλιστα όταν πλέον η αναγνώριση της ιδιαιτερότητας του ταλέντου της έβρισκε ολοένα και μεγαλύτερη ανταπόκριση όχι μόνο από ένα απαιτητικό κοινό ειδικών (συχνά είχε τιμηθεί με σημαντικά βραβεία) αλλά και από ένα πλατύτερο πεδίο αναγνωστών.

Σχεδόν σε όλα τα βιβλία της συναντά κανείς μια τρυφερή ματιά μέσα από την οποία άλλοτε φωτίζεται η παράδοση, άλλοτε η Φύση, άλλοτε οι σχέσεις μεταξύ ανθρώπων και ζώων.

Και θα πρέπει κανείς να σημειώσει την υποστήριξη προς το έργο της των Εκδόσεων Πατάκη που αν και έχουν περάσει πέντε χρόνια από το θάνατό της, συνεχίζουν να εκδίδουν κείμενα της τα οποία ή θα πρέπει η ίδια να τα είχε παραδώσει στον εκδότη ή να έχουν βρεθεί στα κατάλοιπά της και πλέον να υποστηρίζονται από τις άξιες (και από την ίδια επιλεγμένες) διαχειρίστριες του έργου της.

Μέσα στον Ιούλιο του 2023 είδε το φως της έκδοσης και το βιβλίο «Η ιστορία βλέπει». Το έχει εικονογραφήσει η Εύη Τσακνιά, η οποία μαζί με την Φωτεινή Στεφανίδη υπήρξαν οι σταθερές εικονογράφοι των βιβλίων της Φραγκούλη.

Κεντρικό θέμα -όπως άλλωστε και ο τίτλος φανερώνει- η ιστορία. Μα που στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν πρόκειται για ένα μεμονωμένο ιστορικό συμβάν, αλλά για μια ολόκληρη περίοδο που αν και φαίνεται να έχει ιστορικά ολοκληρωθεί στην ουσία συνεχίζει να υπάρχει μέσα από την Τέχνη που είχε δημιουργήσει.

Ο νεαρός Αχμέτ, κάτοικος της Πόλης, μετά το θάνατο του πατέρα του αναγκάζεται να γίνει βοηθός χτίστη υπό την επίβλεψη κάποιου θείου του. Οι δουλειές του συνεργείου θα φέρουν τον νεαρό μέσα σε ένα εγκαταλελειμμένο ορθόδοξο ναΐσκο που ο νέος ιδιοκτήτης του θέλει να τον χρησιμοποιήσει ως αποθηκευτικό χώρο και ζητά να καλυφθούν οι αγιογραφίες που υπάρχουν στους τοίχους του.

Ο Αχμέτ, στα πρόσωπα των μορφών που μέσα στο ημίφως τον κοιτούν θα δει τη θλίψη του από τον θάνατο του πατέρα του, στην ουσία θα συλλάβει την αίσθηση μιας διαχρονικής και καθόλου εξαρτώμενης από θρησκευτικές δοξασίες έκφρασης του ανθρώπινου πόνου.

Αν τα βλέμματα προσώπων στις τοιχογραφίες θα καλυφθούν, τότε μαζί τους θα σβηστεί και ο πόνος που συνδέει τον κάθε άνθρωπο της κάθε εποχή, του κάθε θρησκεύματος.

Πάνω σε αυτόν τον καμβά η Φραγκούλη είχε στήσει την αφήγησή της και έτσι μας χάρισε ένα κείμενο που μιλά για την ανθρώπινη αγωνία του θανάτου και για το πως αυτή μετουσιώνεται πρώτα σε θρησκεία και στη συνέχεια επανέρχεται σε μια ατομική στάση διαχείρισης της ιστορικής μνήμης.

Ενδιαφέρον κείμενο, ευαίσθητα γραμμένο, ευρηματικά εικονογραφημένο και άψογα τυπωμένο.

(590 λέξεις)

https://diastixo.gr/kritikes/paidika/20888-i-istoria-vlepei

13.8.23

Διακοπές στο Ουέσσεξ

 


Διακοπές στο Ουέσσεξ

 

Καλοκαίρι του 2023, μήνας Ιούλιος και με δυσκολία ανασαίνω. Καπνοί από τις φωτιές στο Βελεστίνο έχουν φτάσει στις πλαγιές του Πηλίου και την άλλη μέρα ολόκληρο το πέτρινο σπίτι τραντάζεται από τις εκρήξεις στα πυρομαχικά του στρατοπέδου στην Νέα Αγχίαλο.

Ο καύσωνας έχει εγκατασταθεί μόνιμα εδώ και μέρες και ο τρόμος πως αυτό θα συνεχιστεί και στα χρόνια του μέλλοντός μου, με κάνει να νοιώθω ανασφαλής.

Και το ξέρω πως δεν είμαι ο μόνος. Στην παραλία του Βόλου τα γκαρσόνια δείχνουν θυμωμένα, τα βήματα των περιπατητών φανερώνουν συναισθηματική ανασφάλεια και οι αδειούχοι υπάλληλοι οδηγούν με ασαφή επιθετικότητα τα αυτοκίνητά τους. Στο roof garden του ξενοδοχείου οι νέες κοπέλες έχουν στρέψει τις ράχες τους στα παλικάρια που τις συνοδεύουν, μα κι αυτά μεταξύ τους συνομιλούν για θέματα που αφορούν οτιδήποτε άλλο εκτός από τον έρωτα.

Πνίγομαι και καταφεύγω σε τόπο γαλήνιο, τόπο υγρό, τόπο μιας άλλης εποχής. Κι εκεί θα αναζητήσω τη συντροφιά της ατάλαντης ποιήτριας που θα γεννήσει το παιδί το οποίο θα μοιάζει με τον ποιητή που ποτέ της δεν συνάντησε αλλά πάντα της τον θαύμαζε. Μα και την άλλη τη γυναίκα, την πρωτοπόρο χρήστρια (ακόμα το διαδίκτυο δεν έχει ανακαλυφθεί) της τεχνικής να χρησιμοποιείς την ταυτότητα τρίτου και μέσω αυτής να εκφράζεσαι και να βιώνεις τον έρωτα που έκλεψες από μιαν άλλη.

Λοιπόν, επέλεξα να κάνω τις δικές μου διακοπές σε τόπο τόσο μακρινό όσο και μη υπάρχοντα πλέον. Και το κέντρο της Αγγλίας γίνεται κέντρο του δικού μου κόσμου. Έχω αφήσει πίσω μου τις παραλίες του Αιγαίου και τις πλαγιές του Πηλίου. Τώρα βρίσκομαι στην ηρεμία της αγροτικής αγγλικής επαρχίας μιας δεδομένα περασμένης εποχής -στις μεγάλες, καταπράσινες, θαμνώδεις πλαγιές, τις στενές κοιλάδες, τα βοσκοτόπια με τα ψηλά χορτάρια που απλώνονται σε μεγάλες εκτάσεις, το διακριτικό ανθρώπινο στοιχείο που παίρνει συνήθως τη μορφή μιας μοναχικής αγροικίας ενός βοσκού.

Και βυθίζομαι στις… Ιστορίες από το Ουέσσεξ, που έγραψε ο Τόμας Χάρντυ.

 

Βιβλιοδρόμιο, 12/8/2023

 

(310 λέξεις)

6.8.23

Afonso Cruz "Ο Χριστός έπινε μπύρα"

 




Afonso Cruz

«Ο Ιησούς Χριστός έπινε μπύρα»

Μετάφραση – Σημειώσεις: Νίκος Πρατσίνης

Εκδόσεις Ευρασία- Στιγμός

 

Για πρώτη φορά το ελληνικό αναγνωστικό κοινό γνωρίζει τον Πορτογάλο συγγραφέα Afonso Cruz.

Πρόκειται για μια πολυδιάστατη καλλιτεχνική προσωπικότητα στη χώρα του, μα και γενικότερα στον ισπανόφωνο κόσμο.

Γεννημένος το 1971, άρχισε να ασχολείται με τη συγγραφή  το 2008  και μέχρι σήμερα έχει εκδώσει περίπου σαράντα βιβλία διαφόρων ειδών -μυθιστορήματα, δοκίμια, ποιήματα, νεανικές νουβέλες και εικονογραφημένα άλμπουμ. Παράλληλα ασχολείται  με την εικονογράφηση, τον κινηματογράφο  και είναι μέλος μουσικού συγκροτήματος.

Θεωρείται από τους πλέον επιτυχημένους συγγραφείς της χώρας του. Χαρακτηριστικό είναι πως βιβλία του έχουν μεταφραστεί σε πάνω από είκοσι γλώσσες, ενώ είναι πολλά και σημαντικά τα βραβεία με τα οποία διάφορα έργα του έχουν κατά καιρούς τιμηθεί.

Όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε, το μυθιστόρημα «Ο Ιησούς Χριστός έπινε μπύρα» είναι το πρώτο μυθιστόρημα του Cruz που μεταφράζεται στη γλώσσα μας. Και είναι ένα τόσο ιδιαίτερο έργο που ο έλληνας αναγνώστης θα θελήσει να έχει στο μέλλον την δυνατότητα να διαβάσει και άλλα βιβλία του Πορτογάλου αυτού καλλιτέχνη.

Ο τίτλος ασυνήθιστος και  από το οπισθόφυλλο αντιγράφω: Στο Αλεντέζου της Νότιας Πορτογαλίας, ένας εκκεντρικός ηλικιωμένος καθηγητής θα βοηθήσει μια φτωχή χωρική, τη Ρόζα, στο σχέδιό της να μεταμορφώσει το χωριό της σε απομίμηση της Ιερουσαλήμ, ώστε να εκπληρωθεί η επιθυμία τής σχεδόν κατάκοιτης πια γιαγιάς της να επισκεφτεί τους Αγίους Τόπους προτού πεθάνει. Στο σχέδιό τους θα συμβάλουν μια βαθύπλουτη Αγγλίδα, απόμαχη των μυστικιστικών αναζητήσεων, ένας Νιγηριανός μάγος, ένας Ινδός γυμνοσοφιστής, μια ιερόδουλη και πολλοί φιλοπερίεργοι κάτοικοι του Αλεντέζου, υπό την απειλητική παρουσία ενός μαζοχιστή ιερέα, ενός νταή χωροφύλακα κι ενός ερωτοχτυπημένου βοσκού, που εχθρεύονται τον καθηγητή, καθένας για δικούς του λόγους.

Ένας τίτλος μυθιστορήματος που δεν δείχνει να εξηγείται στο οπισθόφυλλο, σημαίνει πως το έργο διαθέτει ένα εκρηκτικό μείγμα γεγονότων και σχολιασμών, που δύσκολα περικλείεται μέσα σε λίγες αράδες.

Σε εκείνους που θα θελήσουν να ξεκινήσουν την ανάγνωση, θα τους πρότεινα να έχουν κατά νου το κλίμα που δημιουργεί μια ταινία του Αλμοδόβαρ και την πολλαπλή εστίαση που χρησιμοποιεί ο Πεσόα.

Ο Cruz με μια εντελώς δική του μαεστρία πλάθει τους χαρακτήρες του έργου και άλλους από αυτούς τους χρίζει κινητήριες δυνάμεις της πλοκής, άλλους απλώς υποστηρικτές των δικών του θέσεων.

Και μόνο με την αναφορά του ονόματος του Αλμοδόβαρ, νομίζω πως έκανα σαφές πως πρόκειται για ένα μυθιστόρημα ιδιότυπων παθών και εντελώς απρόσμενων περιγραφών. Ενώ η μνεία του Πεσόα θα έλεγα πως παραπέμπει σε μια βασική αφηγηματική γραμμή που αρκετοί ισπανόφωνοι συγγραφείς ακολουθούνε.

Τα δυο κεντρικά πρόσωπα -η νεαρά Ρόζα και ηλικιωμένος καθηγητής Μπόρζα- έλκουν ολόγυρά τους ένα πλήθος άλλων χαρακτήρων που όλοι πλέον μαζί -μα και ο καθένας ξέχωρα- περιγράφουν μια περιοχή της Πορτογαλίας με τρόπο που ενώ δείχνει ρεαλιστικός, στην ουσία δημιουργεί την αίσθηση του μαγικού τρόπου αφήγησης.

Μαγικός ρεαλισμός; Όχι ακριβώς ή τουλάχιστον όχι με την γνωστή αναλογία περιεχομένου των δυο λέξεων.

Αλλά ας επανέλθουμε στον τίτλο –«Ο Ιησούς Χριστός έπινε μπύρα». Η φράση δεν στηρίζεται μόνο σε ιστορική έρευνα, αλλά παράλληλα σημειώνει πως όλα αξίζει -ίσως και πρέπει- να επαναδιατυπωθούν.

Κι έτσι στη ρήση : Ένας εργολάβος κατασκευάζει ένα σπίτι, όμως μια γυναίκα κατασκευάζει ένα νοικοκυριό όπου ο αναγνώστης θα βρει μια παραδοσιακή θέση της σχέσης των δυο φύλων, θα αντιπαρατεθεί μια άλλη παράγραφος που φωτίζει αλλιώς ότι μπορεί να συνδέει ερωτικά δυο ανθρώπους που είναι εντελώς διαφορετικοί μεταξύ τους: Ανάμεσά τους υπάρχει ολόκληρη ζωή που δεν φαίνεται. Η ζωή που έζησε αυτός και εκείνη δεν έζησε. Κρατιούνται χέρι χέρι αλλά ανάμεσά τους υπάρχει άβυσσος. Απόδειξη για το ότι το Τίποτα όχι απλώς υπάρχει αλλά είναι πανταχού παρόν, υπάρχει ακόμα και στο δυνατό σφίξιμο του χεριού κάποιου.

Παρόμοια αποσπάσματα συναντάμε συνεχώς και αναγνωρίζουμε την ικανότητα του Cruz να πρωτοτυπεί χωρίς να πέφτει σε εκζήτηση. 

Θα πρότεινα αυτό το μυθιστόρημα να διαβαστεί με όσο περισσότερο ανοιχτή ματιά μπορεί κανείς να διαθέσει. Κι αυτό για να μπορέσει από τη μια να χαρεί τη ροή του λόγου, τα συνήθως σύντομα κεφάλαια που ως κινηματογραφικά πλάνα διαδέχονται το ένα το άλλα και από την άλλη τις προτάσεις που προσφέρουν πολλαπλές ερμηνείες της ανθρώπινης συμπεριφοράς.

Μυθιστόρημα που αιματώνεται από τα κληροδοτήματα της λατινικής λογοτεχνίας και προτείνει μια νέα άποψη αφηγηματικής τεχνικής.

Την μετάφραση την υπογράφει ο Νίκος Πρατσίνης, όπως και τη εισαγωγή και τις σημειώσεις. Καλός γνώστης όχι μόνο της πορτογαλικής γλώσσας, αλλά και έμπειρος μεταφραστής, είναι αυτός που πρότεινε την κυκλοφορία του συγκεκριμένο έργου στη χώρα μας. Λογικά και το αποτέλεσμα της εργασίας του να είναι απολύτως επιτυχημένο.

 (730 λέξεις)

(Βιβλιοδρόμιο, 6/8/2023)

 

 


Υλλιέτ Αλίτσκα "Το βαλς της ευτυχίας"

 

Υλλιέτ Αλίτσκα

«Το βαλς της ευτυχίας»

Μετάφραση: Ανδρέας Ζαρμπαλάς

Εκδόσεις Πληθώρα

 

Αν και υπάρχουν αρκετοί τίτλοι λογοτεχνικών βιβλίων γραμμένων από σύγχρονους Αλβανούς συγγραφείς που έχουν μεταφραστεί στη γλώσσα μας, εντούτοις δεν θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί πως στο ελληνικό βιβλιόφιλο κοινό είναι γνωστό το στίγμα της αλβανόφωνης λογοτεχνίας του σήμερα.

Οπότε παραμένει ένα ζητούμενο η ανακάλυψη της λογοτεχνικής ταυτότητας μιας χώρας που και συνορεύει με τη δική μας και που ένα μεγάλο μέρος των ανθρώπων που έχουνε εκεί γεννηθεί ζει δίπλα μας.

Η Εκδόσεις Πληθώρα -θυγατρικός εκδοτικός οίκος των Εκδόσεων Ευρασία-  έχουν επιχειρήσει και στο παρελθόν να καλύψουν αυτό το κενό και συνεχίζοντας αυτήν την προσπάθειά τους, έδωσαν σε κυκλοφορία το έργο «Το βαλς της ευτυχίας» του Αλβανού συγγραφέα Υλλιέτ Αλίτσκα.

Ο Υλλιέτ Αλίτσκα γεννήθηκε και ζει στα Τίρανα της Αλβανίας. Είναι συγγραφέας, σεναριογράφος, και πρώην πρέσβης της Αλβανίας στην UNESCO, τη Γαλλία, την Πορτογαλία και το Μονακό. Κατέχει θέση Μέλους στην Επιτροπή Αλβανών Διπλωματικών Αντιπροσώπων, και από το 2016 θέση Καθηγητή στο Μεσογειακό Πανεπιστήμιο της Αλβανίας.

Ο Αλίτσκα έχει γράψει πλήθος μυθιστορημάτων και συλλογών με σύντομες ιστορίες, όπως και σενάρια βασισμένα στα βιβλία του. Η μεταφορά τους στον κινηματογράφο έχει συνοδευτεί με διεθνή αναγνώριση, όπως με τη βράβευση της ταινίας Slogans στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου των Καννών και στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Τόκιο το 2001, ενώ είχε σταθεί και η ευκαιρία να τον γνωρίσουμε στο φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης του 2008.

Τα βιβλία του έχουν εκδοθεί στα Αγγλικά, τα Γαλλικά, τα Γερμανικά, τα Ιταλικά, τα Αραβικά, τα Πολωνικά, τα Τσέχικα, τα Νορβηγικά, τα Περσικά, τα Μακεδονικά, τα Κινεζικά και στην Εσπεράντο.

Το έργο του «Το βαλς της ευτυχίας» στηρίζεται πάνω σε ένα πραγματικό γεγονός που έλαβε χώρα στην Αλβανία το 1985.

Μια οικογένεια Αλβανών -έξι αδέλφια- κατά τη διάρκεια της τελετής της κηδεία του Ενβέρ Χότζα, καταφεύγουν στην Ιταλική Πρεσβεία και ζητούν πολιτικό άσυλο.

Μέσα στο όλο κλίμα εκείνης της εποχής, η πράξη τους κυριολεκτικά συγκλονίζει όλη τη χώρα και πολύ γρήγορα αποκτά διεθνείς διαστάσεις.

Οι διπλωματικές ενέργειες  απέναντι  στις άτεγκτες αντιδράσεις του καθεστώτος που έχει ήδη αρχίσει να καταρρέει, δε φέρνουν κάποιο αποτέλεσμα, τα έξι άτομα της οικογένειας Τότα βιώνουν μια νέα μορφή εγκλεισμού και αφού πρώτα το παράδειγμά τους θα προσπαθήσουν να το επαναλάβουν κάμποσες εκατοντάδες συμπατριωτών τους, τελικά θα δούνε τα χρόνια να φεύγουν, το νέο καθεστώς να εγκαθίσταται χωρίς και να μπορεί να αποτινάξει από πάνω του κατάλοιπα του παρελθόντος, ενώ ο Δυτικός Κόσμος αδυνατεί να απεμπλακεί  από τις γραφειοκρατικές συμβάσεις προστασίας των ανθρώπινων δικαιωμάτων.

Τελικά, τα έξι αδέλφια θα φτάσουν στην Ιταλία, θα τους δοθεί και η άδεια παραμονής, μαζί με κάποιες στοιχειώδεις βοήθειες επιβίωσης, αλλά τα ίδια θα έχουν στην ουσία αποδεχτεί μια περιθωριοποίηση που θα τους κρατά μακριά από ενέργειες ουσιαστικής προσαρμογής τους στις νέες συνθήκες που πλέον επικρατούν. 

Η μέρα εκείνη που με μια αυθόρμητη κίνηση τους οδήγησε να ζητήσουν άσυλο, θα αποδειχτεί μέρα καθοριστική για όλη τους τη ζωή.

Οι μεταξύ τους δεσμοί θα τραυματίζονται, οι κατά κάποιον τρόπο ευνουχισμένες από ένα απολυταρχικό καθεστώς προσωπικότητές τους θα τους εμποδίζουν να διαβούν δυναμικά στους νέους δρόμους που οι άλλοι συμπατριώτες τους ακολουθούν και τελικά ένας, ένας θα οδηγηθού σε ψυχολογικό ή και βιολογικό αδιέξοδο.

Πάνω σε αυτόν τον καμβά εξιστόρησης, ο Αλίτσκα στήνει την αφήγησή του και με μια γραφή ιδιαιτέρως λιτή, όσο και στιγμές σαρκαστική, φωτίζει το πόσο το άτομο αν θέλει να επιβιώσει θα πρέπει να πάρει στα δικά του χέρια το μέλλον του.

Βέβαια, η θέση αυτή -και χωρίς κάτι τέτοιο εμφανώς να καταγράφεται-  υποστηρίζει το πως ένα αυταρχικό καθεστώς που στηρίζεται στη βία και στην έλλειψη κοινωνικής σύμπνοιας τελικά δημιουργεί άτομα που ή θα ζητάνε μόνιμα την κάλυψή  τους από μια ανωτέρα Αρχή ή θα καταλήγουν σε σπασμωδικές ενέργειες απελευθέρωσης τους.

Ενδιαφέρουσα πρόταση που κινείται ανάμεσα στη λογοτεχνία και στο ντοκουμέντο, που δίπλα στον σαρκασμό στήνει την κατανόηση και που έτυχε μιας καλής και συνετής μεταφοράς της στη γλώσσας μας από τον Ανδρέα Ζαρμπαλά.

Μετά το δείπνο κάθισε στη βεράντα μπροστά στην καμπίνα και ατένιζε τον ήλιο καθώς έδυε στη θάλασσα. Θυμήθηκε πως είχε καθίσει ξανά στο ίδιο σημείο, ατενίζοντας τη θάλασσα, σε μια εποχή  τόσο μακρινή που αμφέβαλλε αν είχε ζήσει πραγματικά σ΄ αυτήν. Μετά έδιωξε απ΄΄ το νου του την αμφιβολία και βάλθηκε να ανακαλύψει γιατί το μεγαλύτερο μέρος του πλανήτη είναι καλυμμένο με νερό.

«Γιατί να συμβαίνει αυτό;» αναρωτιόταν, μέχρι που αποκοιμήθηκε ελαφρά υπό τον μονότονο φλοίσβο των κυμάτων, δίχως να λύσει το αίνιγμα.

Ξύπνησε νωρίς απ΄ τους θορύβους των ποντικιών που έτρεχαν από καμπίνα σε καμπίνα.

(σελ. 189)

https://bookpress.gr/kritikes/xeni-pezografia/18163-to-vals-tis-eftyxias-tou-ylliet-alitska-kritiki-ena-vivlio-anamesa-sti-logotexnia-kai-sto-dokoumento