11.10.23

Πατρίκ Μοντιανό “Chevreuse”

 

Πατρίκ Μοντιανό

Chevreuse

Μετάφραση :Αχιλλέας Κυριακίδης

Εκδόσεις Πόλις

  

Μπορεί να εμπιστευόμαστε τη μνήμη για να συνθέσουμε το παρελθόν μας;

Αυτό που κάποτε ζήσαμε είναι ίδιο με αυτό που πιστεύουμε πως γνωρίσαμε, βιώσαμε;

Ο γάλλος συγγραφέας Πατρίκ Μοντιανό (Βραβείο Νόμπελ 2014) ακολουθεί τα ίχνη του Προυστ και καταγράφει τις αντιδράσεις του ήρωά του καθώς στιγμές του ‘τώρα’ φέρνουν στο νου αντίστοιχες στιγμές κάποιου ‘τότε’.

Αλλά τα στάδια ζωής κάθε ανθρώπου πόσο συνδέονται μεταξύ τους; Πόσο στην ουσία μπορεί κανείς να εμπιστευθεί τις μεταξύ τους συνδέσεις;

«… Οι διαφορετικές περίοδοι μιας ζωής -παιδική ηλικία, εφηβεία, ωριμότητα, γηρατειά- αντιστοιχούν σε πολλούς διαδοχικούς θανάτους» -διαβάζουμε από τις πρώτες κιόλας σελίδες ενός σύντομου μυθιστορήματος που φλερτάρει με την αγωνιώδη εξέλιξη μιας αστυνομικής πλοκής καθώς ο ήρωας του έργου «…κάποιες εικόνες μιας περιόδου της ζωής  (που) τις έβλεπε να ξετυλίγονται γρήγορα προτού εξαφανιστούν στη λήθη».

Κεντρικό πρόσωπο  ένας συγγραφέας, ο Ζαν Μποσμάν και είναι αυτός που καθώς σε μια ώριμη πλέον ηλικία θα βρεθεί σε μέρη όπου πέρασε τα παιδικά του χρόνια και άλλα της νεότητάς του, θα αναζητά να αναγνωρίσει το πόσο σημαντικό ρόλο έπαιξαν αυτά τα μέρη και οι άνθρωποι που αντίστοιχα είχε γνωρίσει, στη τωρινή του κατάσταση.

Και αν τα μέρη προσδιορίζονται με μια υποκειμενική λεπτομέρεια –«… οφειλόταν στο ότι είχε περπατήσει πολλές φορές στην περιοχή, σε διαφορετικές περιόδους της ζωής του, κι ότι ο χρόνος είχε συντομεύσει τις αποστάσεις», αυτά που ενεργοποιούν τη μνήμη είναι πράγματα μικρά, συχνά ασήμαντα -ο ήχος ενός ρολογιού, η φλόγα ενός αναπτήρα.

Και βέβαια οι άνθρωποι. Που καθώς έχουν περπατήσει για μεγάλα ή και σύντομα διαστήματα δίπλα στον ήρωα, μπορούν να διεκδικήσουν το δικαίωμα να μορφοποιήσουν το παρελθόν του.

Συγγραφέας, ο Μοντιανό, της λεπτομέρειας και των αποσιωπήσεων, μα και μανιώδης καταγραφέας του περιβάλλοντος (πάντα όμως μέσα από μια εντελώς δική του ματιά όπου το ‘είναι’ γίνεται ισότιμο του ‘φαίνεσθαι’) δημιουργεί με εντελώς αυθαίρετες προσωπικές του περιγραφές, έναν δικό του γεωγραφικό χώρο -την κοιλάδα της κωμόπολης Σερβέζ- και μια δική του παρισινή συνοικία -το Οτέιγι, όπως και ανασυνθέτει σπίτια, ξενοδοχεία και καφέ από το παρελθόν . Και μέσα σε αυτούς τους χώρους θα κυκλοφορήσει όχι μόνο ο ήρωάς του (ως ένα alter ego του) αλλά και κάποια πρόσωπα που ο αναγνώστης θα αναζητά συνέχεια να κατανοήσει την υφή των εγκλημάτων του. Μα που τελικά δεν είναι άλλη από την ακούσια ή μη επέμβασή τους στο μέλλον του άλλου, στην ουσία στη διαμόρφωση της μνήμης του.

Και αν ο Προυστ αναζητούσε τον Χαμένο Χρόνο, ο Μοντιανό μιας και ξέρει πως ο όποιος κρυμμένος θησαυρός ενός παιδιού τελικά θα αποδειχτεί παλιά χαρτονομίσματα ληγμένα, περιγράφει τον ήρωά του να παρακολουθεί τη λευκή γραμμή που αφήνει πίσω του ένα αεροπλάνο, χωρίς όμως να μπορεί να πει αν έρχεται από το παρελθόν ή αν επιστρέφει σε αυτό.

Εσωτερικών και ήσυχων σπασμών το μυθιστόρημα, κρατά αυτόν τον ρυθμό και στη γλώσσα μας. Τη μετάφραση την υπογράφει ο πολλαπλά δόκιμος και στον τομέα αυτό, Αχιλλέας Κυριακίδης.

https://www.fractalart.gr/chevreuse/

(480 λέξεις)


9.10.23

Τζον Γκριν "Το λάθος αστέρι"


 

Τζον Γκριν

«Το λάθος αστέρι»

Μετάφραση: Δημήτρης Μελικέρτης

Εκδόσεις Ψυχογιός

 

Τα μυθιστορήματα που απευθύνονται σε νεαρούς ενήλικες αναγνώστες -δηλαδή μαθητές του Γυμνασίου και των πρώτων τάξεων του Λυκείου- δεν είναι ιδιαιτέρως δημοφιλή στη  χώρα μας. Το εκπαιδευτικό σύστημα από τη μια που ακόμα και στο Δημοτικό δεν προωθεί ικανοποιητικά τη φιλαναγνωσία, στο χώρο της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης δεν έχει φροντίσει να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις εκείνες με τις οποίες ο δεκατριάχρονος  ή και ο δεκαεξάχρονος έφηβος θα γνωρίσει τη λογοτεχνία που περιγράφει και τον δικό του κόσμο και φωτίζει τα δικά του συναισθήματα και προβλήματα. Μα και από την άλλη -ας το παραδεχτούμε κι αυτό- όλοι μας, ως λαός, δεν διαθέτουμε εκείνα τα χαρακτηριστικά που θα μας βοηθήσουν να τολμήσουμε να προσφέρουμε στους εφήβους μας τις ευκαιρίες να γνωρίσουν τη χαρά μιας λογοτεχνικής ανάγνωσης.

Γεμάτες -και σωστά- οι γειτονιές από κέντρα σωματικών δραστηριοτήτων, αλλά σε ελάχιστες γειτονιές  θα δούμε να λειτουργούν βιβλιοθήκες και να δημιουργούνται λέσχες ανάγνωσης για εφήβους.

Παρόλα αυτά, έλληνες συγγραφείς υπάρχουν που γράφουν καλά -στην πλειοψηφία τους- νεανικά μυθιστορήματα, όπως και αρκετοί εκδοτικοί οίκοι μεταφράζουν έργα αυτής της κατηγορίας.

Οι επιλογές των τελευταίων γίνονται βασισμένες στο πως τα επιλεγμένα προς μετάφραση μυθιστορήματα έχουν κριθεί στη χώρα που δημιουργήθηκαν, αλλά και σε άλλες χώρες του δυτικού κόσμου.

Ως ένα βαθμό ο τρόπος αυτός επιλογής προσφέρει μια ασφάλεια ως προς την ποιότητα των έργων, συχνά όμως δεν λαμβάνονται υπόψιν οι κοινωνικές συνθήκες που επικρατούν στον τόπο καταγωγής του συγγραφέα.

Ο Τζον Γκριν είναι ένας από τους πλέον γνωστούς αμερικάνους συγγραφείς βιβλίων για νέους. Πολλά τα μυθιστορήματά του και όλα σχεδόν ιδιαιτέρως αγαπήθηκαν από το κοινό των εφήβων τόσο της Αμερικής όσο και άλλων χωρών της Δύσης.

Στην Ελλάδα κυκλοφορούν εδώ και μια δεκαετία αρκετά από τα έργα του και -χωρίς να έχω επιβεβαιωμένα στοιχεία- μάλλον έχουν βρει κι εδώ ένα πιστό κοινό.

Ανάμεσα στα μυθιστορήματα του «Το λάθος αστέρι» μπορεί κανείς να πει πως είναι το πλέον δημοφιλές κι άλλωστε πάνω του στηρίχτηκε και μια κινηματογραφική διασκευή.

Θέμα του μυθιστορήματος ο καρκίνος και οι νέοι. Οι δυο έφηβοι πρωταγωνιστές του πάσχουν από ανίατες μορφές αυτής της αρρώστιες και θεωρούνται ως μελλοθάνατοι.

Ο Γκριν καταφέρνει ένα τόσο ζοφερό θέμα να το μετατρέψει σε μια ερωτική ιστορία που χωρίς να αποκρύπτει την τραγική αλήθεια της, καταφέρνει να την περιβάλει με μια μορφή αισιοδοξίας.

Υποθέτω πως αυτή η μείξη θανάτου- νεότητας – έρωτα είναι και το στοιχείο που έχει κάνει αυτό το έργο τόσο δημοφιλές.

Αλλά όπως κάθε τι, έτσι και εδώ η δημοφιλία έχει το κόστος της και αυτό καλείται να το πληρώσει η ρεαλιστική προσέγγιση αυτού του θέματος.

Ο Γκριν χαρίζει μια σκωπτική ωριμότητα στους ήρωές του είτε αυτοί είναι οι έφηβοι καρκινοπαθείς είτε το άμεσο οικογενειακό τους περιβάλλον. Στολίζει ακόμα την αφήγησή του με πολλές φιλοσοφικές, απλά όμως διατυπωμένες, σκέψεις, όπως και ενσωματώνει στην πλοκή μια λογοτεχνική νότα καθώς ένα από τα κομβικά πρόσωπα του έργου είναι και κάποιος διάσημος συγγραφέας.

Το πως αντιμετωπίζονται οι καρκινοπαθείς έφηβοι στην Αμερική είναι εντελώς διαφορετικό από τον τρόπο που κάτι αντίστοιχο συμβαίνει στην Ελλάδα. Αλλά ο έλληνας αναγνώστης δε νομίζω πως θα σταθεί σε αυτό καθώς θα τον παρασύρει η περιγραφή μιας εφηβικής ερωτικής εμπειρίας κάτω από τη σκιά, μα και την επέλαση του θανάτου.

Τελικά έχουμε ένα μυθιστόρημα που περιγράφει αυτό που θα θέλαμε να συμβαίνει και που καλύπτει μέσα από μια συχνά στερεοτυπικά φιλοσοφική ματιά το βάθος αυτής της ίδιας της μοίρας εκείνου του ανθρώπου που από νεαρή ηλικία έρχεται αντιμέτωπος με την ύπαρξη της αρρώστιας και του θανάτου.

Μπορεί κανείς -όπως εγώ, για παράδειγμα- να διαφωνεί με αυτή τη συγγραφική προσέγγιση. Αλλά από την άλλη δεν γίνεται -και αυτό κάνω κι εγώ- να μην εκτιμήσει τις συγγραφικές ικανότητες του Γκριν που καταφέρνει να πείσει πως ο τραγικός  κόσμος που περιγράφει έχει τη δική του γοητεία.

(630 λέξεις)

https://diastixo.gr/kritikes/efivika/21093-to-lathos-asteri

2.10.23

Όσκαρ Ουάιλντ "Ο εγωιστής γίγαντας' (Μετάφραση Μάνος Κοντολέων) στον 'Χάρτη'

Ο εγωιστής Γίγαντας Τα απογεύματα που τα παιδιά επέστρεφαν από το σχολείο, τους άρεσε να περνάνε από τον κήπο του Γίγαντα κι εκεί να σταματούν για να παίξουν. Ήταν ένα μεγάλος και πολύ όμορφος κήπος, στρωμένος όλος με καταπράσινο γρασίδι που δώθε , κείθε το στόλιζαν πολύχρωμα λουλούδια, ίδια όπως στολίζουν τ΄ αστέρια τον ουρανό. Υπήρχαν ακόμα και δώδεκα ροδακινιές που την μεν άνοιξη γεμίζαν με ανθάκια σε απαλούς χρωματισμούς, το δε φθινόπωρο με τους ζουμερούς καρπούς τους. Πάνω τους τα πουλιά κούρνιαζαν κι αρχίζαν ένα τόσο γλυκό κελάηδισμα που ακόμα και τα παιδιά σταματούσαν το παιχνίδι τους για να χαρούνε τους τρυφερούς ήχους. «Πόσο ευτυχισμένα είμαστε σε αυτό το μέρος!» έλεγαν μεταξύ τους. Μα μια μέρα ο Γίγαντας επέστρεψε. Έλειπε για επτά ολόκληρα χρόνια καθώς είχε πάει να δει τον παλιό του φίλο, τον Δράκο της Κορνουάλης. Ότι είχε να πει ο Γίγαντας στον φίλο του το είχε πει κι όπως άλλωστε δεν του αρέσαν και πολύ οι χωρίς περιεχόμενο συζητήσεις, πήρε την απόφαση να επιστρέψει στο κάστρο του. Με το που επέστρεψε ε’ιδα τα παιδιά να παίζουν στον κήπο του. «Ε, τί κάνετε εδώ!» φώναξε και η άγρια φωνή του τρόμαξε τα παιδιά που το βάλανε στα πόδια. «Ο κήπος είναι δικός μου!» συνέχιζε να φωνάζει ο Γίγαντας, «Νομίζω πως αυτό όλοι το ξέρουν! Και στον δικό μου κήπο κανείς άλλος εκτός από του λόγου μου δεν επιτρέπεται να παίζει» Έχτισε, λοιπόν, ολόγυρα έναν ψηλό τοίχο και κρέμασε και μια πινακίδα που προειδοποιούσε: ΟΣΟΙ ΠΑΡΑΝΟΜΑΙ ΕΙΣΕΡΧΟΝΤΑΙ ΘΑ ΔΙΩΚΟΝΤΑΙ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ Α, ναι! Ήταν ένα πολύ εγωιστής γίγαντας. Και τα καημένα τα παιδιά δεν είχαν πια που να παίξουν. Πήγαν στον δρόμο, μα ήταν όλο χώμα και μυτερές πέτρες. Κανένα παιχνίδι εκεί δεν μπορούσαν να ευχαριστηθούνε. Κι έτσι το μόνο που τους έμενε ήταν , όταν σχολούσανε, να περνάνε έξω από τον ψηλό μαντρότοιχο, να θυμούνται τον όμορφο κήπο που τους έκρυβε και να αναστενάζουν και να λένε, «Θυμάστε πόσο όμορφα κάποτε διασκεδάζαμε σε αυτό το μέρος;» Έπειτα ήρθε η άνοιξη και η εξοχή γέμισε από τα χρώματα των λουλουδιών και από τα τιτιβίσματα των πουλιών. Μα μέσα στον κήπο του Γίγαντα εξακολουθούσε να βασιλεύει ο χειμώνας. Τα πουλιά μιας και δεν είχαν τη συντροφιά των παιδιών, δε είχαν και κέφι να τραγουδάνε, μα και τα δέντρα δεν θέλανε να στολίζονται με τα άνθη τους. Μόνο μια φορά, ένα μικρό λουλουδάκι πρόβαλε μέσα από το γρασίδι, μα μόλις είδε την πινακίδα, τόσο λυπήθηκε, που προτίμησε να γείρει προς τα κάτω το κεφαλάκι του και να κοιμηθεί. Οι μόνοι που χαιρόντουσαν με όλα αυτά ήταν το Χιόνι και η Παγωνιά. «Η Άνοιξη ξέχασε να περάσει εφέτος από εδώ κι έτσι όλη η χρονιά είναι δικιά μας!» πανηγύρισαν. Το Χιόνι με τον άσπρο μανδύα του κάλυψε όλο το χορτάρι και η Παγωνιά στόλισε με ασήμι όλα τα δέντρα. Και στη συνέχεια, σκέφτηκαν να φωνάξουν και τον Βοριά να έρθει να μείνει μαζί τους. Κι αυτός άλλο που δεν ήθελε. Τυλιγμένος με τις βαριές γούνες του, τριγύρναγε μέσα στον κήπο και άλλοτε μούγκριζε κι άλλοτε ξεφυσούσε τόσο δυνατά που τα καπελάκια από τις καπνοδόχους πέφτανε χάμω. «Αυτός είναι ο τόπος που τόσο καιρό ψάχναμε» είπε ο Βοριάς, «Λέω να προσκαλέσουμε και το Χαλάζι να μας κάνει μια επίσκεψη» Νάσου, λοιπόν, και το Χαλάζι. Κάθε μέρα και για τρεις ολόκαιρες ώρες έπεφτε με δύναμη πάνω στις στέγες του κάστρου μέχρις ότου σπάσανε οι περισσότερες από τις πλάκες τις σκεπάζανε. Και δεν έφτανε αυτό. Πήρε και να τρέχει ασταμάτητα μέσα στον κήπο κι όλα πήρανε το χρώμα των ρούχων που φορούσε -γκρίζα- και παγώσανε από τις ανάσες του. «Μπα σε καλό! Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί εφέτος η Άνοιξη άργησε τόσο να έρθει» αναρωτιότανε ο Γίγαντας, καθώς πίσω από το τζάμι κοιτούσε τον κάτασπρο και παγωμένο κήπο του. «Δεν γίνεται, κάποια στιγμή θα αλλάξει ο καιρός!» μουρμούριζε. Μα μήτε η Άνοιξη έφτασε ποτέ, μήτε και το Καλοκαίρι. Και το Φθινόπωρο, όταν ήρθε, δώρισε χρυσούς καρπούς στα δέντρα των άλλων κήπων… Μα όχι και σε αυτά που βρίσκονταν στον κήπο του Γίγαντα. «Αυτός ανήκει σε ένα πολύ εγωιστή Γίγαντα» είπε. Κι έτσι σ΄ εκείνο τον κήπο υπήρχε πάντα ο Χειμώνας και ο Βοριάς, η Παγωνιά και το Χιόνι και το Χαλάζι. Όλοι αυτοί γλεντοκοπούσαν και χορεύανε ανάμεσα στα δέντρα. Ένα πρωινό, ο Γίγαντας είχε ξυπνήσει και χουζούρευε στο κρεβάτι του, όταν άκουσε μια όμορφη μουσική. Τόσο γλυκιά ήταν η μελωδία που ο Γίγαντας σκέφτηκε πως απ΄ έξω πρέπει να περνούσε η βασιλική μπάντα. Μα όχι -απλώς ένας τόσος δα Σπίνος που κελαηδούσε έξω από το παράθυρο. Αλλά ο Γίγαντας είχε τόσο καιρό να ακούσει κελάηδισμα πουλιού στον κήπο του, που του φάνηκε πως άκουγε τραγούδι παιγμένο από σπουδαίους μουσικούς. Και όχι μόνο αυτό, αλλά το Χαλάζι σταμάτησε να χοροπηδά πάνω στο κεφάλι του και ο Βοριάς να ουρλιάζει μέσα στα αυτιά του και μέσα από το ανοιχτό παράθυρο μπήκε μια εξαίσια μυρωδιά. «Επιτέλους ,η Άνοιξη έφτασε!» φώναξε ο Γίγαντας και πήδηξε από το κρεβάτι του για να κοιτάξει έξω. Μα τί ήταν αυτό που είδε; Από μια μικρή τρύπα του μαντρότοιχου, τα παιδιά είχαν καταφέρει να μπούνε μέσα στον κήπο και -νάτα!- σκαρφαλωμένα στα κλαριά των δέντρων. Σε κάθε δέντρο πάνω κι ένα παιδί. Και τα δέντρα, χαρούμενα που τα παιδιά είχαν επιστρέψει, γέμισαν αμέσως με άνθη τα κλαριά τους και τα πηγαινοφέρνανε πάνω από τα παιδικά κεφαλάκια. Ολόγυρα τους πετούσαν τα πουλιά με χαρούμενα τιτιβίσματα και τα λουλούδια ξεφύτρωνα χαμογελαστά μέσα από το πράσινο χορτάρι. Α, ήταν μια πανέμορφη εικόνα! Και μόνο σε μια γωνιά είχε απομείνει ακόμα η χειμωνιά. Ήταν μια τόση δα γωνίτσα κι εκεί βρισκόταν ένα αγοράκι.. Όπως ήταν πολύ μικρό, δεν μπορούσε να σκαρφαλώσει στο κλαρί και τριγύρναγε γύρω από το δέντρο κλαίγοντας με παράπονο. Μα και το δύστυχο το δέντρο, ήταν κι αυτό ακόμα σκεπασμένο με χιόνι και ανάμεσα στα κλαριά του ο Βοριάς λυσσομανούσε. «Έλα, σκαρφάλωσε πάνω μου!» το Δέντρο προσπαθούσε να χαμηλώσει τα κλαδιά του και έδινε θάρρος στο αγοράκι. Μα εκείνο ήταν πολύ μικρό ακόμα. Μια εικόνα που έκανε την σκληρή καρδιά του Γίγαντα να λιώσει. Κι έτσι «Μα πόσο εγωιστής ήμουνα!» ομολόγησε στον εαυτό του, «Τώρα καταλαβαίνω γιατί η άνοιξη δεν ήθελε να έρθει στον κήπο μου… Λοιπόν, να τι θα κάνω. Θα βοηθήσω πρώτα το αγοράκι να ανέβει στα κλαριά και μετά θα πάω και θα γκρεμίσω τη μάντρα. Κι έτσι ο κήπος μου θα γίνει και πάλι ο παράδεισος για τα παιχνίδια των παιδιών» Ήταν στ΄ αλήθεια πολύ λυπημένος με όλο αυτό το κακό που είχε κάνει. Κι έτσι κατέβηκε κάτω και πολύ σιγά και προσεχτικά άνοιξε την εξώπορτα του σπιτιού του και έκανε ένα βήμα προς τον κήπο. Μα μόλις τον είδαν τα παιδιά, το βάλανε στα πόδια, ο κήπος άδειασε και ο Χειμώνας επέστρεψε και πάλι. Μόνο το μικρό αγοράκι είχε απομείνει στη γωνιά του. Το βλέμμα του ήταν τόσο θολό από τα δάκρυά που δεν είχε δει τον Γίγαντα που τώρα το πλησίαζε και ήρεμα πήγε από πίσω του και το ανασήκωσε απαλά και το απόθεσε πάνω στο δέντρο. Κι αμέσως το δέντρο γέμισε με μπουμπούκια και τα πουλιά δεν καθυστέρησαν κι αυτά να έρθουν να κάτσουνε στα κλαριά πάνω και να πιάσουν το τραγούδι. Και το αγοράκι τότε άπλωσε τα χεράκια του, τα τύλιξε γύρω από τον λαιμό του Γίγαντα και του έδωσε ένα φιλί. Τα είδαν όλα αυτά τα άλλα παιδιά και πήραν θάρρος και επέστρεψαν στον κήπο και μαζί τους επέστρεψε και η Άνοιξη. «Δικός σας και πάλι ο κήπος, παιδιά μου!» είπε ο Γίγαντας και αμέσως πήρε ένα μεγάλο γκασμά και γκρέμισε τον μαντρότοιχο. Κι όταν το μεσημέρι, πέρασαν από εκεί πηγαίνοντας προς υην αγορά, είδαν το Γίγαντα να παίζει με τα παιδιά μέσα στον πανέμορφο κήπο του. Κι έπειτα βράδιασε και τα παιδιά αποχαιρέτησαν τον νέο του φίλο. Αυτός αναζήτησε ανάμεσά τους το αγοράκι που είχε βοηθήσει να ανέβει στο δέντρο. «Πού είναι ο μικρός σας φίλος» ρώτησε. Ο Γίγαντας αισθανότανε μια ιδιαίτερη αγάπη για το μικρό εκείνο παιδί που του είχε χαρίσει ένα φιλί. «Δεν ξέρουμε… θα έχει φύγει» είπαν τα παιδιά. «Να θυμηθείτε να του πείτε πως αύριο τον περιμένω» τους ζήτησε ο Γίγαντας. Αλλά τα παιδιά του απάντησαν πως δεν ξέρανε που μένει μιας και δεν είχε τύχει να τον δούνε πιο πριν. Και τότε ο Γίγαντας στεναχωρήθηκε πολύ. Κάθε απόγευμα, τα παιδιά ερχόντουσαν να παίξουν με τον Γίγαντα. Μα εκείνο το αγαπημένο του αγοράκι, δεν ξαναφάνηκε. Κι εκείνος, αν και κανένα παιδί δεν ξεχώριζε και όλα τα αγαπούσε, εντούτοις για το χαμένο μικρό αγόρι είχε μια αδυναμία και κάθε λίγο και λιγάκι το θυμότανε και μιλούσε γι αυτό. «Πόσο θα ήθελα να το έβλεπα ξανά!» αναστέναζε. Και τα χρόνια περνούσαν και ο Γίγαντας γερνούσε και όλο και πιο αδύναμος γινότανε. Δεν άντεχε πια να παίζει τα παιχνίδια των παιδιών. Προτιμούσε να καμαρώνει αυτά και όλον τον κήπο του καθισμένος σε μια πολυθρόνα. «Πολλά λουλούδια στολίζουν τον κήπο μου, αλλά περισσότερο από τα λουλούδια τον στολίζουν τα παιδιά» έλεγε. Κι ήταν ένα πρωινό το Χειμώνα που φόραγε τα ρούχα του, έριξε και τη ματιά του έξω από το παράθυρό του. Τώρα πια δεν μισούσε τον Χειμώνα μιας και ήξερε πως κάποια μέρα η Άνοιξη θα ερχότανε και μέχρι τότε τα λουλούδια του απλώς ξεκουραζόντουσαν κάτω από το χώμα. Μα ξαφνικά αυτό που είδε ήταν θαυμάσιο, τόσο απίστευτο που έτριψε τα μάτια του για να το δει πιο καθαρά. Κάτι εξαίσιο υπήρχε εκεί έξω. Στην πιο απόμερη και μακρινή γωνιά του κήπου υπήρχε ένα δέντρο σκεπασμένο ολάκερο με πανέμορφα ολόλευκα μπουμπουκάκια. Ασημένιοι καρποί κρεμόντουσαν από ολόχρυσα κλαριά. Και από κάτω τους στεκόταν ο αγοράκι εκείνο που τόσο είχε αγαπήσει ο Γίγαντας. Με χαρά, ο Γίγαντας όρμησε στον κήπο. Με μεγάλες δρασκελιές πάνω στα χορτάρια πλησίασε το παιδί. Μα όταν το πλησίασε και είδε… Κοκκίνισε το πρόσωπό του και «Ποιος τόλμησε να σε πληγώσει;» ούρλιαξε. Πάνω στις δυο παιδικές παλάμες δυο αιμάτινα σημάδια. Κι άλλα δυο στα ποδαράκια. Όλα τους ήταν σημάδια από καρφιά. «Πες μου ποιος το έκανε αυτό! Ποιος σε πλήγωσε; Θα πάρω το σπαθί μου και θα τον λιανίσω!» ο Γίγαντας είχε αληθινά θυμώσει πάρα πολύ. «Όχι!» το παιδί είπε, «Αυτές είναι οι πληγές της Αγάπης!» Και τότε ο Γίγαντας ξαφνιασμένος και με δέος ψιθύρισε, «Ποιος είσαι;» Αλλά είχε καταλάβει ποιος ήταν Εκείνος που στεκότανε μπροστά του και γονάτισε και το αγοράκι χαμογέλασε και του είπε, «Κάποτε με άφησε να παίξω στον κήπο σου. Σήμερα ήρθα να σε πάρω στον δικό μου κήπο, στον Παράδεισο» Κι έτσι, όταν το απομεσήμερο φτάσανε τα παιδιά για να παίξουν στον κήπο, είδαν μπροστά τους το νεκρό σώμα του Γίγαντα σκεπασμένο με τα λευκά λουλουδάκια της αγάπης. (1760 λέξεις) https://www.hartismag.gr/hartis-58/hartaki/o-eghoistis-ghighantas

27.9.23

Θόδωρος Φέστας "Stiu" (Ξέρω)

 

Θόδωρος Φέστας

Stiu (Ξέρω)

Μυθιστόρημα

Εκδόσεις Άγρα

 

                                         

Οδοντίατρος ο Θόδωρος Φέστας, με συγκροτημένη όσο και διακριτική ενεργό δράση σε ζητήματα πολιτικής και κοινωνικής προσφοράς.

Έχει γεννηθεί στην Αθήνα το 1959, αλλά ζει και εργάζεται στη Θεσσαλονίκη.

Μέχρι τώρα στο χώρο της λογοτεχνίας είχε κάνει γνωστή την παρουσία του με δυο συλλογές διηγημάτων. Το τρίτο του αυτό βιβλίο -πάντα από τις Εκδόσεις Άγρα- είναι μυθιστόρημα.

Δεν έτυχε να διαβάσω τις δυο συλλογές διηγημάτων, παρότι είχα ακούσει καλά λόγια γι αυτές.

Η ανάγνωση του τρίτου βιβλίου του Φέστα, που είναι μυθιστόρημα, με κάνει να μπορώ να υποψιαστώ το γιατί ο συγκεκριμένος συγγραφέας θέλησε να κάνει γνωστή την παρουσία του στο λογοτεχνικό χώρο πρώτα με δυο συλλογές διηγημάτων.

Η συνοπτικότητα της αφήγησης είναι με τόση σαφήνεια επιλεγμένη, ώστε ακόμα και μέσα στην άνεση ενός μυθιστορήματος, ο Φέστας δείχνει πως δεν θέλει να την εγκαταλείψει.

Το ενδιαφέρον θέμα του το απλώνει σε 192 σελίδες και ο κεντρικός χαρακτήρας του μυθιστορήματος δείχνει πως μπορεί να μας το αφηγηθεί μέσω της γραφής του δημιουργού του. Δηλαδή έχουμε μια τριτοπρόσωπη μεν αφήγηση, που όμως καλύπτει απόλυτα τις σκέψεις και τις απόψεις του πρωταγωνιστή.

Ο Φέστας ακολουθεί μια όχι και τόσο συχνά απαντούμενη την νεοελληνική λογοτεχνία τεχνική εξιστόρησης γεγονότων.  Αν και ο αναγνώστης καλείται να γνωρίσει τον ήρωα από τα χρόνια της εφηβείας του,  και ακολουθώντας τον θα εισέρχεται στα όσα μελλοντικά θα συμβαίνουν, εντούτοις ο συγγραφέας του δίνει συχνά ερεθίσματα που λες και φανερώνουν ότι η εξιστόρηση εκτελεί εντολές του πρωταγωνιστή και όχι του δημιουργού. Με άλλα λόγια δεν είναι ο συγγραφέας που επιλέγει το τι και το πως θα ειπωθεί, αλλά ο πρωταγωνιστής.

Αυτός, λοιπόν, ο κεντρικός χαρακτήρας είναι ένας άνδρας εκεί γύρω στα 55 του χρόνια που σημαίνει πως μπορεί να θεωρηθεί ως εκπρόσωπος μιας γενιάς που δεν γνώρισε πόλεμο, που κληρονόμησε το όραμα της προηγουμένης για ένα δικαιότερο κόσμο, που εμπιστεύθηκε ιδεολογίες για να τις προδώσει μετά από κάποια χρόνια, που μαγεύτηκε από  το εντυπωσιακό περιτύλιγμα μιας ζωής δοσμένης στην κατανάλωση και υπάκουης προς τους νόμους ενός ανερμάτιστου καπιταλισμού. Εκπρόσωπος εκείνων που γρήγορα ανέβηκαν και γι αυτό και πολύ γρήγορη και οδυνηρή ήταν η πτώση τους.

Ο Παύλος, νεαρός μεσοαστός, με ασαφή σχέδια για το μέλλον του, βρίσκεται να σπουδάζει οικονομικά στη Ρουμανία και εκεί πολύ γρήγορα θα ξεκινήσει να αντιστέκεται με ερασιτεχνική νεανικότητα στο απολυταρχικό καθεστώς. Ως λογική συνέπεια μιας τέτοιας δράσης, θα είναι η απέλαση του και ο νεαρός Παύλος θα ολοκληρώσει τις σπουδές του στην Αθήνα, ενώ θα έχει αρχίσει να πιστεύει περισσότερο στο ‘εγώ’ από το ‘εμείς’. Θα ακολουθήσουν μεταπτυχιακά στο εξωτερικό και επιστρέφοντας στην πατρίδα  θα αναρριχηθεί σε θέσεις με υψηλούς μισθούς που όμως θα απαιτούν ένα θάψιμο ιδεολογικών και συναισθηματικών προβληματισμών.

Καθώς θα έχει εμπιστευθεί και μαγευτεί από τις προτάσεις της κατανάλωσης, η οικονομική κρίση θα τον χτυπήσει χωρίς να το περιμένει και θα τον στείλει στην ανεργία, ενώ τα όσα χρήματα είχε επενδύσει στο χρηματιστήριο χάνονται

Από εκεί και πέρα θα πρέπει μόνος του να  επιλέξει όχι μόνο το πως θα συνεχίσει τη ζωή του, αλλά και το με ποιους.

Στην ουσία η πτώση του είναι παρόμοια με πολλών άλλων που τους έχει κι αυτούς βρει στο μέσο της ζωής τους και που γι αυτό χρειάζεται ένα ριζικό ανασχεδιασμό στόχων και απόψεων για να μπορέσουν να βρούνε μια νέα ισορροπία.

Θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί πως ο Θόδωρος Φέστας με το μυθιστόρημά του αυτό περιγράφει την ιστορία της χώρας μας από τα χρόνια της μεταπολίτευσης έως τις μέρες μας.

Η περιγραφή του είναι ρεαλιστική, σκληρή, σαφέστατα πολιτική, μα προς το τέλος δείχνει πως υιοθετεί μια αισιόδοξη άποψη. Αισιόδοξη, αλλά όχι ανερμάτιστη. Και πάντα πολιτική.

Ο Φέστας ως πολιτικό ον, δείχνει πως εναποθέτει τη συνέχεια της ύπαρξης μιας ατομικής ευτυχίας πάνω σε βάσεις θεμελιωμένες στη συμμετοχή στα κοινά και στην εσωτερική γαλήνη του καθενός ανθρώπου. Στάση άξια σεβασμού, που δυστυχώς δεν είναι συχνά απαντούμενη.

Το μυθιστόρημα αν και κρατά πάντα το φώτα του πάνω στον κεντρικό χαρακτήρα, διαθέτει και αρκετά ακόμα άλλα πρόσωπα που όλα μαζί μπορεί κανείς να πει πως δημιουργούν μια συνοπτική απεικόνιση της ελληνικής κοινωνίας προς τα τέλη του 20ου αιώνα και στα πρώτα χρόνια του 21ου.

Ενδιαφέρον αφήγημα που -τελευταίο το αναφέρω, αν και είναι ένα από τα βασικά προσόντα του- έχει μια αρσενική τρυφερότητα, μια διαρκώς παρούσα αναζήτηση χαμένης παιδικότητας.

«Όταν ο κόσμος σηκώθηκε να χορέψει κοιτούσε τις γυναίκες και σκεφτόταν πόσο περισσότερο ευρηματικές και αποτελεσματικές γίνονται όταν ξεφεύγουν απ΄ τους κατεστημένους ρόλους. Μετά κατέβασε μερικά ποτηράκια, πριν αρχίσει να τραγουδάει με την πονεμένη του φωνή που έκανε κάτι ανυπόφορα κοκοράκια» (σελ. 189)

 

(750 λέξεις)

https://bookpress.gr/kritikes/elliniki-pezografia/18352-stiu-ksero-tou-thodorou-festa-kritiki-ena-skliro-kai-vathia-politiko-mythistorima

11.9.23

Αντονί Πασερόν "Τα παιδιά κοιμήθηκαν"

 

Αντονύ Πασσερόν

«Τα παιδιά κοιμήθηκαν»

Μετάφραση: Μήνα Πατεράκη – Γαρέφη

Εκδόσεις Πατάκη

 

 

Το 1983 στη Νίκαια της Γαλλίας έχει γεννηθεί ο Αντονύ Πασσερόν και είναι καθηγητής της γαλλικής λογοτεχνίας στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση.

Το μυθιστόρημα «Τα παιδιά κοιμήθηκαν» αν και είναι το πρώτο που εκδίδει, αμέσως κέρδισε την προσοχή κοινού και κριτικών καθώς αποδεικνύουν τα δυο βραβεία που μέσα στο 2022 κέρδισε.

Και ομολογουμένως είναι ένα ιδιαιτέρως ενδιαφέρον ως προς το θέμα του έργο, αλλά και επίσης ιδιαιτέρως πρωτότυπο ως προς τη δομή του.

Ο ίδιος ο συγγραφέας δεν κρύβει το ότι ο κεντρικός ήρωας του έργου του, ο Ντεζιρέ, υπήρξε θείος του. Και τη ζωή του αφηγείται βασισμένος στο γεγονός πως ο θείος του αυτός υπήρξε ένα από τα θύματα του έιτζ στη Γαλλία.

Η αφηγούμενη ιστορία ξεκινά στις αρχές του ’80 όταν η Γαλλία βρίσκεται αντιμέτωπη με τη μάστιγα αυτής της επιδημίας. Ο Ντεζιρέ, γιος μιας ευκατάστατης οικογένειας κρεοπωλών σε επαρχία κοντά στη Νίκαια, θα αναζητήσει έναν τρόπο για να ξεφύγει από την σταθερότητα και την πλήξη μιας προκαθορισμένης ζωής βασισμένης στα οικογενειακά πρότυπα της εποχής που προτείναν την ατομική συμμόρφωση στους κανόνες μιας μεσοαστικής κοινωνικής τάξης.

Ανήκει στη γενιά εκείνη που απλώς έχει ακούσει για τα οράματα του Μάη του ’68 και -συνειδητά ή μη- θέλει και η ίδια να τα εκφράσει. Αλλά η γαλλική πολιτική τάξη πραγμάτων, ακολουθώντας μια τάση όλου του δυτικού κόσμου, παρεμποδίζει την όποια επαναστατικότητα, ίσως και τελικά να την εκτρέπει σε πλασματικές φυγές, μια από αυτές είναι και η χρήση ναρκωτικών.

Οπότε ο Ντεζιρέ, ο χαϊδεμένος και χαρισματικός πρωτότοκος γιος της οικογένειας, ανακαλύπτει την διέξοδο των ναρκωτικών και από εκεί και πέρα το μέλλον τόσο του ίδιου όσο και των δικών του, μοιάζει προκαθορισμένο. Είναι η εποχή που ένας νέος ιός εξαπλώνεται στην Υφήλιο, ο ιός που θα γίνει γνωστός ως Έιτζ και ο οποίος μέχρις ότου οι επιστήμονες μπορέσουν όχι μόνο να τον αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά αλλά και να ταξινομήσουν τους τρόπους μετάδοσης του, θα στιγματίζει ηθικά και όσους ασθενούν, αλλά και τις οικογένειές τους.

Αυτή η πορεία αναζήτησης του τρόπου καταπολέμησης της νέας πανδημίας αποτελεί και το άλλο μέρος του μυθιστορήματος.

Ο Πασσερόν με μια έξυπνη μα και άψογα εκτελεσμένη τεχνική, δόμησε το έργο του πάνω σε μικρά κεφάλαια που συνεχώς εναλλάσσονται και έτσι από τη μια ο αναγνώστης παρακολουθεί την πορεία του ατομικού και οικογενειακού δράματος και από την άλλη τις προσπάθειες της διεθνούς επιστημονικής κοινότητας να βρει τα μέσα αντιμετώπισης και καταπολέμησης ενός ιού που έχει ρίξει σκοτεινές σκιές πάνω στην ερωτική πράξη, αλλά και στοχοποιεί κάποιες κοινωνικά ομάδες.

Το προσωπικό δράμα και οι οικογενειακές διαψεύσεις και από την άλλη η συστράτευση των επιστημόνων, μα και οι επιβολή πολιτικών που αλλάζουν τις οικονομικές συνθήκες μεγάλων περιοχών -προς το τέλος του αιώνα και τις αρχές του επομένου η πατρίδα του Ντεζιρέ θα αρχίζει να υφίσταται τις συνέπειες μιας κρατικής και ευρωπαϊκής πολιτικής πάνω στον τρόπο λειτουργίας των κτηνοτροφικών μονάδων της -είναι που τελικά συνθέτουν αυτό το μυθιστόρημα.

Περίπου 40 χρόνια καλύπτει η διπλή αυτή αφήγηση και αξίζει κανείς να τονίσει τις ικανότητες του Πασσερόν από τη μια να περιγράφει με συναισθηματισμό και καίριες επισημάνσεις αντιδράσεων των χαρακτήρων το οικογενειακό δράμα και από την άλλη με ένα τρόπο απλό, μα και τέλεια τεκμηριωμένο, την επιστημονική μάχη και το πάθος κάποιων ερευνητών να σταθούν όρθιοι και αποτελεσματικοί απέναντι σε ένα παγκόσμιο κίνδυνο.

Και κάτω από αυτήν την οπτική αν διαβαστεί το μυθιστόρημα «Τα παιδιά κοιμήθηκαν» προσφέρει και ένα καίριο προβληματισμό πάνω στο πως αντιμετωπίστηκε η επόμενη παγκόσμια πανδημία που ο πλανήτης μας έζησε.

Ο ίδιος ο Πασσερόν μήτε μια λέξη δεν αφιερώνει στον covid, αλλά ο αναγνώστης του μυθιστορήματός του δεν μπορεί παρά να προβληματιστεί πάνω στις νέες μεθόδους, μα και συνθήκες, με τις οποίες η νέα αυτή απειλή αντιμετωπίστηκε. Και αυτόν τον προβληματισμό τον επιτείνει το γεγονός πως  για την αντιμετώπιση του έιτζ είχαν μπει στην πρώτη γραμμή επίθεσης διεθνή ερευνητικά κέντρα όπως το Ινστιτούτο Παστέρ στη Γαλλία, αλλά και Πανεπιστημιακές Μονάδες τις ΗΠΑ, τα οποία ήταν κι αυτά που από τη μια πιέζανε τις κυβερνήσεις να ‘σταθούν΄ απέναντι στο αναδυόμενο πρόβλημα και από την άλλη και πάλι αυτά ζητούσαν την παραγωγή συσκευασμάτων για τις διάφορες επιτυχημένες ή μη προσπάθειές τους από αντίστοιχες φαρμακοβιομηχανίες.

Οι κοινωνικές, πολιτικές, οικονομικές και ερευνητικές δομές -φαίνεται να μας λέει ο Πασσερόν- μπορεί να έχουν ποικιλόμορφα διαφοροποιηθεί μέσα στα τελευταία αυτά σαράντα τόσα χρόνια,  αλλά ο ανθρώπινος πόνος παραμένει πάντα ο ίδιος. Απλώς οι νέες τεχνολογίες, μα και οι νέες πολιτικές υγείας δείχνουν να έχουν επιλέξει άλλους ρυθμούς και άλλες στοχεύσεις.

Οπότε και λογικά,  ο αναγνώστης στέκεται με προβληματισμό απέναντι στο γεγονός της μετά 25 χρόνια απονομής του Βραβείου Νόμπελ σε δυο από τους αρκετούς εκείνους επιστήμονες που ο καθένας με τον τρόπο του βοήθησε στον εντοπισμό του ιού του έιτζ, αλλά και στην ανακοίνωση της Επιτροπής βράβευσης που δικαιολόγησε την καθυστερημένη αναγνώριση επειδή θεώρησε πως έπρεπε η ανακάλυψη να εκτιμηθεί σφαιρικά και μακροπρόθεσμα.

Τελικά και για μια ακόμα φορά, ένα λογοτεχνικό έργο δείχνει πως μπορεί να αποτελέσει μια αφετηρία προβληματισμών και τοποθέτησης καίριων ερωτημάτων.

Συναισθηματικά φορτισμένη η γραφή του έργου -και στα δυο είδη κεφαλαίων  που πάνω τους δομείται- μα παράλληλα και ένα καθαρώς πολιτικοποιημένο κείμενο, με απόλυτη γνώση πως το κέντρο κάθε επιστημονικής μα και πολιτικής σκέψης πρέπει να είναι ο αντίκτυπος που μπορεί η εφαρμογή της να έχει πάνω στο άτομο και σε όλη την κοινωνία.

Η μετάφραση της Μήνα Πατεράκη – Γαρέφη υποστήριξε αποτελεσματικά και τα δυο είδη γραφής διατηρώντας την αναγκαία ενότητα όλου τους κειμένου.

 (Βιβλιοδρόμιο, 26-27/8/2023)

(900 λέξεις)

10.9.23

Φωτεινή Φραγκούλη «Η ιστορία βλέπει»

 


Φωτεινή Φραγκούλη

«Η ιστορία βλέπει»

Εικονογράφηση: Εύη Τσακνιά

Εκδόσεις Πατάκη

 

                              

Ολιγοφράφο θα τη χαρακτήριζα την Φωτεινή Φραγκούλη (1958 – 2018), αλλά αν και λίγα τα βιβλία που έχουν την υπογραφή της, εντούτοις της έχουν προσφέρει μια ξεχωριστή θέση στη λογοτεχνία για παιδιά και νέους.

Κι αυτό γιατί διαθέτουν κάποια ποιοτικά στοιχεία που σπάνια κανείς τα συναντά σε σχετικώς σύντομα κείμενα που ‘δείχνουν’ τη διάθεσή τους να ενταχθούν στην κατηγορία εκείνη των εικονογραφημένων βιβλίων που η ματιά τους  αγκαλιάζει ένα ευρύτερο ηλικιακά κοινό.

Γεγονός ακόμα πως η περίπτωση γραφής της Φραγκούλη μάλλον σπάνια είναι για τα ελληνικά δεδομένα. Αν θελήσω να βρω ‘συνοδοιπόρους’ της θα στεκόμουνα στον Χρήστο Μπουλώτη και στην Αργυρώ Πιπίνη.

Και οι τρεις αυτοί συγγραφείς μας έχουν χαρίσει βιβλία που δομή τους έχει έντονη μίξη πεζογραφίας και ποίησης, η θεματική τους ένα πλουραλισμό ανίχνευσης της σχέσης ρεαλισμού και φαντασίας και η γραφή τους μια ξεκάθαρη διάθεση να μην υποκύπτει στην ευκολία του ευκολοδιάβαστου.

Και βέβαια, να κρατήσει κανείς και τις πολύ προσεγμένες εκδόσεις που τύχανε -και τυχαίνουν- τα βιβλία τους.

Ξεχωριστή, λοιπόν, περίπτωση η Φωτεινή Φραγκούλη που είχε την ατυχία να φύγει νωρίς από τη ζωή και μάλιστα όταν πλέον η αναγνώριση της ιδιαιτερότητας του ταλέντου της έβρισκε ολοένα και μεγαλύτερη ανταπόκριση όχι μόνο από ένα απαιτητικό κοινό ειδικών (συχνά είχε τιμηθεί με σημαντικά βραβεία) αλλά και από ένα πλατύτερο πεδίο αναγνωστών.

Σχεδόν σε όλα τα βιβλία της συναντά κανείς μια τρυφερή ματιά μέσα από την οποία άλλοτε φωτίζεται η παράδοση, άλλοτε η Φύση, άλλοτε οι σχέσεις μεταξύ ανθρώπων και ζώων.

Και θα πρέπει κανείς να σημειώσει την υποστήριξη προς το έργο της των Εκδόσεων Πατάκη που αν και έχουν περάσει πέντε χρόνια από το θάνατό της, συνεχίζουν να εκδίδουν κείμενα της τα οποία ή θα πρέπει η ίδια να τα είχε παραδώσει στον εκδότη ή να έχουν βρεθεί στα κατάλοιπά της και πλέον να υποστηρίζονται από τις άξιες (και από την ίδια επιλεγμένες) διαχειρίστριες του έργου της.

Μέσα στον Ιούλιο του 2023 είδε το φως της έκδοσης και το βιβλίο «Η ιστορία βλέπει». Το έχει εικονογραφήσει η Εύη Τσακνιά, η οποία μαζί με την Φωτεινή Στεφανίδη υπήρξαν οι σταθερές εικονογράφοι των βιβλίων της Φραγκούλη.

Κεντρικό θέμα -όπως άλλωστε και ο τίτλος φανερώνει- η ιστορία. Μα που στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν πρόκειται για ένα μεμονωμένο ιστορικό συμβάν, αλλά για μια ολόκληρη περίοδο που αν και φαίνεται να έχει ιστορικά ολοκληρωθεί στην ουσία συνεχίζει να υπάρχει μέσα από την Τέχνη που είχε δημιουργήσει.

Ο νεαρός Αχμέτ, κάτοικος της Πόλης, μετά το θάνατο του πατέρα του αναγκάζεται να γίνει βοηθός χτίστη υπό την επίβλεψη κάποιου θείου του. Οι δουλειές του συνεργείου θα φέρουν τον νεαρό μέσα σε ένα εγκαταλελειμμένο ορθόδοξο ναΐσκο που ο νέος ιδιοκτήτης του θέλει να τον χρησιμοποιήσει ως αποθηκευτικό χώρο και ζητά να καλυφθούν οι αγιογραφίες που υπάρχουν στους τοίχους του.

Ο Αχμέτ, στα πρόσωπα των μορφών που μέσα στο ημίφως τον κοιτούν θα δει τη θλίψη του από τον θάνατο του πατέρα του, στην ουσία θα συλλάβει την αίσθηση μιας διαχρονικής και καθόλου εξαρτώμενης από θρησκευτικές δοξασίες έκφρασης του ανθρώπινου πόνου.

Αν τα βλέμματα προσώπων στις τοιχογραφίες θα καλυφθούν, τότε μαζί τους θα σβηστεί και ο πόνος που συνδέει τον κάθε άνθρωπο της κάθε εποχή, του κάθε θρησκεύματος.

Πάνω σε αυτόν τον καμβά η Φραγκούλη είχε στήσει την αφήγησή της και έτσι μας χάρισε ένα κείμενο που μιλά για την ανθρώπινη αγωνία του θανάτου και για το πως αυτή μετουσιώνεται πρώτα σε θρησκεία και στη συνέχεια επανέρχεται σε μια ατομική στάση διαχείρισης της ιστορικής μνήμης.

Ενδιαφέρον κείμενο, ευαίσθητα γραμμένο, ευρηματικά εικονογραφημένο και άψογα τυπωμένο.

(590 λέξεις)

https://diastixo.gr/kritikes/paidika/20888-i-istoria-vlepei

13.8.23

Διακοπές στο Ουέσσεξ

 


Διακοπές στο Ουέσσεξ

 

Καλοκαίρι του 2023, μήνας Ιούλιος και με δυσκολία ανασαίνω. Καπνοί από τις φωτιές στο Βελεστίνο έχουν φτάσει στις πλαγιές του Πηλίου και την άλλη μέρα ολόκληρο το πέτρινο σπίτι τραντάζεται από τις εκρήξεις στα πυρομαχικά του στρατοπέδου στην Νέα Αγχίαλο.

Ο καύσωνας έχει εγκατασταθεί μόνιμα εδώ και μέρες και ο τρόμος πως αυτό θα συνεχιστεί και στα χρόνια του μέλλοντός μου, με κάνει να νοιώθω ανασφαλής.

Και το ξέρω πως δεν είμαι ο μόνος. Στην παραλία του Βόλου τα γκαρσόνια δείχνουν θυμωμένα, τα βήματα των περιπατητών φανερώνουν συναισθηματική ανασφάλεια και οι αδειούχοι υπάλληλοι οδηγούν με ασαφή επιθετικότητα τα αυτοκίνητά τους. Στο roof garden του ξενοδοχείου οι νέες κοπέλες έχουν στρέψει τις ράχες τους στα παλικάρια που τις συνοδεύουν, μα κι αυτά μεταξύ τους συνομιλούν για θέματα που αφορούν οτιδήποτε άλλο εκτός από τον έρωτα.

Πνίγομαι και καταφεύγω σε τόπο γαλήνιο, τόπο υγρό, τόπο μιας άλλης εποχής. Κι εκεί θα αναζητήσω τη συντροφιά της ατάλαντης ποιήτριας που θα γεννήσει το παιδί το οποίο θα μοιάζει με τον ποιητή που ποτέ της δεν συνάντησε αλλά πάντα της τον θαύμαζε. Μα και την άλλη τη γυναίκα, την πρωτοπόρο χρήστρια (ακόμα το διαδίκτυο δεν έχει ανακαλυφθεί) της τεχνικής να χρησιμοποιείς την ταυτότητα τρίτου και μέσω αυτής να εκφράζεσαι και να βιώνεις τον έρωτα που έκλεψες από μιαν άλλη.

Λοιπόν, επέλεξα να κάνω τις δικές μου διακοπές σε τόπο τόσο μακρινό όσο και μη υπάρχοντα πλέον. Και το κέντρο της Αγγλίας γίνεται κέντρο του δικού μου κόσμου. Έχω αφήσει πίσω μου τις παραλίες του Αιγαίου και τις πλαγιές του Πηλίου. Τώρα βρίσκομαι στην ηρεμία της αγροτικής αγγλικής επαρχίας μιας δεδομένα περασμένης εποχής -στις μεγάλες, καταπράσινες, θαμνώδεις πλαγιές, τις στενές κοιλάδες, τα βοσκοτόπια με τα ψηλά χορτάρια που απλώνονται σε μεγάλες εκτάσεις, το διακριτικό ανθρώπινο στοιχείο που παίρνει συνήθως τη μορφή μιας μοναχικής αγροικίας ενός βοσκού.

Και βυθίζομαι στις… Ιστορίες από το Ουέσσεξ, που έγραψε ο Τόμας Χάρντυ.

 

Βιβλιοδρόμιο, 12/8/2023

 

(310 λέξεις)