13.5.24

Η Χρύσα Φάντη στην Εφημερίδα των Συντακτών για το "Σαν Μήδεια"

 

Η Μήδεια ως διαχρονική θηλυκότητα

 ΝΗΣΙΔΕΣ / Εφημερίδα των Συντακτών

11.05.24 06:00

Χρύσα Φάντη

Με γραφή λυρική και γλώσσα ρυθμική που συχνά εμπλουτίζεται και με λέξεις αρχαϊκές συγκροτώντας στο σύνολο έναν λόγο αισθητικά και εννοιολογικά ενιαίο, αμφισβητεί τόσο τη γυναικεία όσο και την αντρική εικόνα –όπως αυτές διαμορφώθηκαν και παγιώθηκαν διαχρονικά κάτω από συγκεκριμένες κοινωνικές και πολιτισμικές αντιλήψεις και συγκυρίες–, και μακριά από κάθε στείρο πολιτικό και ιστορικό διδακτισμό προσβλέπει στην πραγματική φύση των δύο φύλων.

ΟΜάνος Κοντολέων, συγγραφέας πολυγραφότατος και καταξιωμένος (και στην παιδική και τη νεανική λογοτεχνία) τόσο ως μυθιστοριογράφος όσο και ως κριτικός και δοκιμιογράφος, με το πιο πρόσφατο έργο του («Σαν Μήδεια», 2023) ολοκληρώνει έναν κύκλο με κεντρικά πρόσωπα τρεις μυθικές γυναικείες φιγούρες· τρεις σκοτεινές και αμφιλεγόμενες περσόνες, γνωστές κυρίως από το αρχαίο δράμα.

 

Αρχίζοντας από την Κασσάνδρα («Η Κασσάνδρα στη Μαύρη Αμμο», 2018) περνά στην Κλυταιμνήστρα («Οι σκιές της Κλυταιμνήστρας», 2021), για να καταλήξει στη Μήδεια, μια ηρωίδα που φαίνεται να υπήρξε τόσο στη συνείδηση πολλών σύγχρονων συγγραφέων και διανοητών όσο και στην αντίληψη των αναγνωστών τους η πλέον αμφίσημη και παρεξηγημένη. Και είναι αυτή ακριβώς η αμφισημία που πρωτίστως τον παρακινεί να κλείσει την τριλογία του επιλέγοντας τη μορφή της και επιχειρώντας μια νέα προσέγγιση και επαναδιαπραγμάτευση της εικόνας της, καθώς και των συνθηκών που πιθανόν την οδήγησαν στην παιδοκτονία.

 

Το γεγονός ότι για την Κασσάνδρα και την Κλυταιμνήστρα σώζονται κάποιες ιστορικές καταγραφές, ενώ σχετικά με τη Μήδεια, που έχει προηγηθεί εκείνων, όλα όσα γνωρίζουμε κινούνται στη σφαίρα του μύθου, φαίνεται να εντείνει το ενδιαφέρον του, αφού χάρη σ’ αυτό το κενό και την απόλυτη έλλειψη ιστορικής αλήθειας θα φτάσει την έρευνά του μέχρι τις αρχές της Δημιουργίας και της Μυθολογίας, κρατώντας παράλληλα το δικαίωμα και τη δυνατότητα να υποστηρίξει τη δική του μυθιστορηματική εκδοχή, στο πλαίσιο μιας πιο ανοιχτής αλλά και πιο πειστικής ερμηνείας και εστιάζοντας στην ελάχιστα φωτισμένη πλευρά της πρωταγωνίστριάς του, που δεν είναι άλλη από τη γυναικεία και την ανθρώπινη.

 

Είναι προφανές ότι η αναγωγή του εγκλήματος της παιδοκτονίας αποκλειστικά σε λόγους ερωτικής εκδίκησης δεν τον πείθει και δεν τον ικανοποιεί. Αλλωστε, δεν είναι ο μόνος. Πριν από αυτόν υπήρξαν κι άλλοι που διέκριναν σ’ αυτή την αναγωγή την ακαμψία και την προκατάληψη αιώνων σκληρής και άκαμπτης πατριαρχίας. Ο Βασίλης Μπουντούρης, στην εισαγωγή του έργου του «Η άλλη Μήδεια» (1990), επισημαίνει: «2.410 χρόνια μετά την πρώτη παράσταση της Μήδειας του Ευριπίδη καμιά γυναίκα δεν ξαναέφερε το όνομα Μήδεια […] Το όνομα που σημαίνει “σοφή κυρία”* ρίχτηκε στη λάσπη».

 

Αν η Μήδεια ήταν απλώς μια δαιμονική μάγισσα, αν δεν ήταν τίποτα περισσότερο από μια κοινή ψυχοπαθής που δεν δίστασε να δολοφονήσει τα παιδιά της για να εκδικηθεί τον άπιστο άντρα της, τότε πώς εξηγείται ότι ο Ευριπίδης δεν την καταδικάζει αλλά τη βάζει να φεύγει πάνω στο άρμα του Ηλιου; Η υπερφυσική και κάθε άλλο παρά ταπεινωτική ή τιμωρητική κατάληξη που της επιφυλάσσει ο αρχαίος τραγωδός ενισχύει την υποψία του συγγραφέα ότι εδώ κάτι άλλο συμβαίνει, επικυρώνοντας την πρόθεσή του να θέσει αυτά που κατά τη γνώμη του ήταν ή θα μπορούσαν να είναι οι σκέψεις και τα όνειρα αυτής της άκριτα δαιμονοποιημένης ύπαρξης, κάτω από το πρίσμα της σύγχρονης ψυχανάλυσης και μιας φεμινιστικής οπτικής και προοπτικής.

 

Με τις μεταμορφώσεις του μύθου της, έτσι όπως αυτός πέρασε μέσ’ από τον Ευριπίδη και όπως τον συνέλαβε στο ομώνυμο θεατρικό έργο του ο Ζαν Ανούιγ ή αργότερα τον αποτύπωσε στον κινηματογραφικό φακό του ο Λαρς φον Τρίερ στη δική του «Medea», να τον εμπνέουν και να του παρέχουν τα πρώτα πατήματα και επιλέγοντας για μότο στην αρχή του βιβλίου του τη διερώτηση του Α. Κ. Γκρέιλινγκ: «Υπάρχει, λοιπόν, γνώση του παρελθόντος ή μήπως υπάρχει απλώς, στην καλύτερη περίπτωση, ερμηνευτική ανακατασκευή και ίσως, πάρα πολύ συχνά, απλώς εικασία;» – ο Κοντολέων προχωρεί στη δική του άποψη, παραλλάσσοντας και αναθεωρώντας εκείνες που προηγήθηκαν και αποκαλύπτοντας τις εξουσιαστικές πατριαρχικές δομές που διαχώρισαν αυθαίρετα τον άντρα από τη γυναίκα, αφού «ακόμα και οι θεοί, καθ’ ομοίωση των ανθρώπων, πλέον είναι άνδρες και γυναίκες κατά τις κοινωνικές επιταγές, έχοντας απολέσει την αρχέγονη φύση του άρρενος και του θήλεος».

 

Με γραφή λυρική και γλώσσα ρυθμική που συχνά εμπλουτίζεται και με λέξεις αρχαϊκές συγκροτώντας στο σύνολο έναν λόγο αισθητικά και εννοιολογικά ενιαίο, αμφισβητεί τόσο τη γυναικεία όσο και την αντρική εικόνα –όπως αυτές διαμορφώθηκαν και παγιώθηκαν διαχρονικά κάτω από συγκεκριμένες κοινωνικές και πολιτισμικές αντιλήψεις και συγκυρίες–, και μακριά από κάθε στείρο πολιτικό και ιστορικό διδακτισμό προσβλέπει στην πραγματική φύση των δύο φύλων, υιοθετώντας μια σφαιρική αντίληψη για τη γυναικεία ταυτότητα και μια «ιδεατή –ακόμη και ουτοπική– πρόταση ισότιμης συνύπαρξης».

 

*Το όνομα Μήδεια προέρχεται από το ρήμα μέδομαι, το οποίο σημαίνει προνοώ, μελετώ, διαλογίζομαι και φροντίζω, καθώς και επινοώ, μηχανεύομαι.

Άννα Κουππάνου «Όταν μας άφησε η θάλασσα» Εκδόσεις Πατάκη

 Άννα Κουππάνου

«Όταν μας άφησε η θάλασσα»





 

Η κυπριακή λογοτεχνία για παιδιά και νέους θα έλεγα πως παρακολουθεί τις θεματικές όσο και ποιοτικές εξελίξεις της αντίστοιχης ελλαδικής.

Αμέσως μετά τη Μεταπολίτευση οι Κύπριες και οι Κύπριοι συγγραφείς αυτού του είδους στράφηκαν προς μια πολιτική στάση ενημέρωσης του κοινού τους και βέβαια λογικό ήταν στη στάση αυτή να κυριαρχούν το μεγάλα τραύματα της Τουρκικής Εισβολής και Κατοχής, όπως και το δράμα των αγνοουμένων και των προσφύγων.

Αρκετά από τα βιβλία εκείνης της περιόδου είχαν εκδοθεί από εκδοτικούς οίκους που είχαν την έδρα τους στην Ελλάδα κι έτσι αρκετοί από τους συγγραφείς τους -κυρίως γυναίκες- έγιναν ευρύτερα γνωστοί (Μαρία Πυλιώτου, Κίκα Πουλχερίου, Φιλίτσα Χατζηχάνα, Έλλη Παιονίδου κ.α)

Στα χρόνια που ακολούθησαν η Κυπριακή Λογοτεχνία για Παιδιά και Νέους   συνέχισε να αναζητά νέες θεματικές και με την ιδιαίτερη υποστήριξη τόσο της Κυπριακής Πολιτείας όσο και του Κυπριακού Συνδέσμου Παιδικού Νεανικού Βιβλίου διατήρησε τη ζωντάνια της, ενώ νέες παρουσίες ήρθαν για να της προσφέρουν ευρύτερους θεματικούς κύκλους.

Οι σύγχρονοι Κύπριοι συγγραφείς Παιδικής και Εφηβικής Λογοτεχνίας ή ήταν πολύ μικρά παιδιά όταν έγινε η Τουρκική Εισβολή ή γεννήθηκαν μετά από μερικά χρόνια. Αλλά αυτό δε σημαίνει πως το τραύμα δεν τους έχει επηρεάσει, ακριβώς όπως κάτι παρόμοιο βλέπουμε να συμβαίνει και σε όσους Κύπριους συγγραφείς γράφουν για ενήλικες ή και για ενήλικες.

Μέσα στα δικά τους έργα, εκείνη η εποχή συχνά επανέρχεται και περιγράφεται με ένα πλέον πολυεδρικό τρόπο. Η πληγή χωρίς να έχει κλείσει σαφώς δεν έχει κακοφορμίσει. Οπότε το συλλογικό τραύμα υπεισέρχεται στα έργα ως αιμάτινη διαδρομή ή περιγράφεται με την αντικειμενικότητα της απόστασης.

Αρκετοί και συγγραφείς αυτής της γενιάς που είναι γνωστοί και στην Ελλάδα. Ανάμεσά τους και η Άννα Κουππάνου.

Πρόκειται για μια από τις πλέον δραστήριες παρουσίες στο χώρο της Παιδικής Λογοτεχνίας στην Κύπρο. Συγγραφέας, λειτουργός του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου, συντονίστρια Προγραμμάτων Φιλαναγνωσίας, έχει να παρουσιάσει σημαντικό ερευνητικό έργο και δράσεις.

Τα βιβλία της έχουν τιμηθεί  με Κρατικό Βραβείο της Κύπρου, και με Βραβεία του Κυπριακού Συνδέσμου Παιδικού Νεανικού Βιβλίου, του λογοτεχνικού περιοδικού ‘Ο Αναγνώστης’, της Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς και έχουν αναγραφεί στον Διεθνή Τιμητικό Πίνακα της ΙΒΒΥ, ενώ υπήρξε και υποψήφια για του Διεθνές Βραβείο Άντερσεν.

Τα περισσότερα από τα βιβλία της έχουν κυκλοφορήσει από ελληνικούς εκδοτικούς οίκους, όπως άλλωστε και αυτό το πλέον πρόσφατο – «Όταν μας άφησε η θάλασσα»

Στο μυθιστόρημα αυτό η Κουππάνου μας παρουσιάζει ένα γεγονός από την εποχή της Εισβολής που δεν είναι ιδιαιτέρως γνωστό. Έχει να κάνει με την μεταφορά εκατοντάδων κυπριόπουλων από τα κατεχόμενα εδάφη στην Ελλάδα για να φιλοξενηθούν από Ελληνικές οικογένειες ή Ιδρύματα.

Ένα από τα παιδιά αυτά είναι και η αφηγήτρια της ιστορίας αυτού του βιβλίου. Η μικρή Κατερίνα, από ένα χωριό της Κερύνειας, και ο δίδυμος αδελφός της Μιχάλης αφήνουν την οικογένειά τους και μαζί με άλλα παιδιά έρχονται στην Ελλάδα για να φιλοξενηθούν.

Πώς αισθάνεται ένα παιδί που ξαφνικά ότι είχε γνωρίσει ως οικογενειακή θαλπωρή χάνεται; Τί σημαίνει να εξαναγκάζεται να αποχωριστεί τόσο τους δικούς του όσο και το μέρος που μεγάλωσε, τους φίλους που μαζί τους μοιραζότανε την καθημερινότητά του; Ποιες οι αντιδράσεις του όταν φτάνει στο νέο, άγνωστο τόπο;

Η Άννα Κουππάνου χαρίζει στην ηρωίδα της μια ευαίσθητη ματιά μέσα από την οποία μας μεταφέρει σκέψεις και συναισθήματα, μας περιγράφει γεγονότα που δεν εγγράφονται στην επίσημη Ιστορία.

Και ο λόγος της μικρής Κατερίνας είναι και το μεγάλο προτέρημα του μυθιστορήματος. Πως αυτό που όλοι εμείς οι ενήλικες έχουμε συνηθίσει με ένα συγκεκριμένο τρόπο να το αντιμετωπίζουμε, μετατρέπεται σε κάτι εντελώς διαφορετικό όταν το βιώνει ένα παιδί.

«Ο οδηγός κατεβάζει το γυαλί και εξηγεί  σε κάποιον: ‘Τα προσφυγόπουλα από την Κύπρο, αδελφέ. Αυτά είναι’.                                                                                                                     Μέσα μου ανάβει ξαφνικά μια φλόγα. Θέλω να φύγουμε. Θέλω να με ρωτήσει κάποιος να του πω ότι θέλω να φύγουμε. Θέλω να ζω μακριά από εκείνη τη λέξη. Δεν είμαι προσφυγόπουλο. Είμαι η Κατερίνα. Θέλω να φύγω από τα ξένα χωριά και τις θάλασσες…» (σελ. 114)

Μυθιστόρημα που στηρίζεται στις μικρές μεν αλλά ουσιαστικές διακυμάνσεις συναισθημάτων και σε μια γλώσσα όπου έχει πλαστικότητα, ευρήματα και κυρίως την αμεσότητα της παιδικότητας.

Με αυτά τα εφόδια το «Όταν μας άφησε η θάλασσα» δεν είναι μόνο ένα μυθιστόρημα για ένα γεγονός του 1974, αλλά μια αφήγηση απόλυτα καίρια ως προς την επικαιρότητά της.

Πρόσφυγες, μετανάστες, ξεριζωμένοι συνεχίζουν να διασχίζουν θάλασσες πιστεύοντας σε ένα καλύτερο αύριο.


(700 λέξεις)

https://diastixo.gr/kritikes/paidika/22446-otan-mas-afise-i-thalassa


9.5.24

Πέδρο Αλμοδόβαρ "Το τελευταίο όνειρο"

 

Πέτρο Αλμοδόβαρ

«Το τελευταίο όνειρο»

Εκδόσεις Διόπτρα

 

                                               

Ο ίδιος ο Αλμοδόβαρ χαρακτηρίζει τα κείμενα που περιλαμβάνονται σε αυτή τη συλλογή ως αφηγήματα, μιας και δεν αποδέχεται ειδολογικούς διαχωρισμούς.

Και θα συμφωνήσω μαζί του. Γιατί τι άλλο παρά αφήγηση είναι ένα κείμενο στο οποίο η πραγματικότητα έχει ανάγκη τη μυθοπλασία για να γίνει πιο ολοκληρωμένη.

Όμως αφήγηση δεν υλοποιείται μόνο με τις λέξεις, αλλά και με τις εικόνες. Και ο Αλμοδόβαρ κυρίως σκηνοθέτης είναι, δηλαδή ένας καλλιτέχνης που αφηγείται με εικόνες. Και σε όλες του τις ταινίες συμπλέουν πραγματικότητα και μυθοπλασία. Αυτή είναι η προσωπική κινηματογραφική γραφή του, εμπλουτισμένη βέβαια με στοιχεία υπερβολικού ρεαλισμού, αλλά και σουρεαλισμού, με στιγμές μελοδραματισμού και απόψεις αποκλίνουσες από τις απολύτως αποδεκτές. Με ένα ολότελα δικό του τρόπο έχει σχηματίσει το επαναστατικό και αντισυμβατικό του λόγο.

Οι δώδεκα αφηγήσεις του -έτσι όπως τις διαβάζει κανείς μέσα στη συλλογή «Το τελευταίο όνειρο»- μοιάζουν να είναι μεταγραφές κινηματογραφικών εικόνων σε γραπτό λόγο. Και σε αυτήν τη μορφή τους διατηρούν όλα  τα χαρακτηριστικά που έχουμε μάθει να αναμένουμε από τις ταινίες του Αλμοδόβαρ.

Ποικιλία  θεμάτων -από την ανατροπή κλασικών παραμυθιών σε εξομολογητικές αναμνήσεις* από ρομαντικές εξιστορήσεις σε καταγγελτικές συνθέσεις* από ημερολογιακές καταγραφές σε σπαρακτικούς αποχαιρετισμούς. Κι άλλοτε όλα αυτά να διαθέτουν μια μυθοπλαστική ταυτότητα, άλλοτε πάλι να παραμένουν μέσα στα όρια πραγματικού συμβάντος.

Πολύ συχνά οι αφηγήσεις παραπέμπουν σε κάποιες λεπτομέρειες ταινιών -το σύμπαν του δημιουργού είναι ενιαίο. Όπως τελικά και οι χαρακτήρες -αρκετοί τουλάχιστον- των ταινιών του θα βρεθούν να υπάρχουν και μέσα στις σελίδες της συλλογής.

Πιστεύω πως ο Αλμοδόβαρ εκδίδοντας αυτήν τη συλλογή δεν αναζήτησε λογοτεχνικές δάφνες, αλλά να καταθέσει αποσπασματικά και σίγουρα ιδιότυπα τις πηγές της καλλιτεχνικής του έμπνευσης. Μια μορφή ημερολογιακών καταγραφών, με άλλα λόγια. Άλλωστε και ο ίδιος στην εισαγωγή το ξεκαθαρίζει: «…αυτό το βιβλίο μοιάζει με μια αποσπασματική, ατελή και κάπως αινιγματική αυτοβιογραφία»

Δώδεκα, λοιπόν, αφηγήσεις -όχι όλες με την ίδια στόχευση. Μα σίγουρα εκείνη που προεξέχει είναι και η συντομότερη, ίσως και πλέον απλή. Η περιγραφή της τελευταίας συνάντησης του Αλμοδόβαρ με τη μητέρα του, στο νοσοκομείο, λίγες ώρες πριν από το τέλος της. Η απλότητα αφήνει όλο το συναίσθημα να ξεδιπλωθεί.

Και αν πάνω σε κάποιες από τις αφηγήσεις ήδη έχουν στηριχτεί ταινίες του, σε κάποιες άλλες μπορεί κάτι παρόμοιο να συμβεί στο μέλλον.

 

Άλλες ξεχωρίζουν με την εκκεντρικότητά τους. Κάποιες τις διακρίνει μια συμβατικότητα. Σε κάθε περίπτωση πάντως μπορεί κανείς να ισχυριστεί πως διαθέτουν την αυτονομία μιας συλλογής κειμένων με λογοτεχνική επικάλυψη, που κατατίθεται στο σύνολο του έργου ενός δημιουργού.

Όμως άλλο είναι αυτό πού σίγουρα έχει το δικό του ενδιαφέρον και που κάνει την έκδοση ελκυστική ως προς την ανάγνωσή της Είναι το πως λειτουργεί συμπληρωματικά και με κάποιον τρόπο και επιβεβαιωτικά ως προς την ιδεολογική και καλλιτεχνική ταυτότητα ενός κινηματογραφιστή που έχει σε απόλυτο βαθμό διακριθεί από τους ειδικούς και αγαπηθεί από το πλατύτερο κοινό.

Θα σταθώ σε ένα σύντομο απόσπασμα από την εισαγωγή όπου και στην ουσία ο Αλμδόβαρ -πάντα με τον δική του οπτική- εξηγεί σχεδόν όλο του το έργο: «Ως κινηματογραφιστής γεννιέμαι στο απόγειο της μεταμοντέρνας έκρηξης: οι ιδέες έρχονται από οπουδήποτε, όλα τα στιλ και οι εποχές συνυπάρχουν, δεν υπάρχουν φυλετικές προκαταλήψεις και γκέτο, ούτε και οι αγορές, μοναχά η όρεξη να ζήσεις και να κάνεις  πράγματα. Ήταν το ιδανικό περιβάλλον  που, όπως εγώ, ποθούσε να κατακτήσει τον κόσμο»

Ο Πέτρο Αλμοδόβαρ γεννήθηκε στην Ισπανία του Φράνκο, το 1949. Οπότε σε εμένα προσωπικά γεννήθηκε το ερώτημα: Είναι οι εποχές που δημιουργούν τους καλλιτέχνες που θα τις εκφράσουν  ή οι ίδιοι οι δημιουργοί που δίνουν ο καθένας τη  δική του απόχρωση στην εποχή που ζούνε και δημιουργούνε;

Την πολυποίκιλη γλωσσική υπόσταση των αφηγήσεων, η Μαρία Παλαιολόγου κατάφερε να την μεταφέρει και στη δική μας γλώσσα.

 

(615 λέξεις)

 

https://www.tanea.gr/print/2024/05/03/lifearts/san-skines-sinema-lfpou-ginontai-diigimata/





Ελένη Πριοβόλου «Βαθύ σκοτάδι πριν την αυγή»

 


Ελένη Πριοβόλου

«Βαθύ σκοτάδι πριν την αυγή»

Μυθιστόρημα

Εκδόσεις Καστανιώτη

 

Η Ελένη Πριοβόλου είναι μια από τις πλέον πολυσύνθετες σύγχρονες συγγραφικές παρουσίες.

Ανάμεσα στους τίτλους των βιβλίων της συναντά κανείς από εικονογραφημένες παιδικές ιστορίες έως ιστορικά πολυσέλιδα μυθιστορήματα, από λογοτεχνικά εφηβικά έργα έως σύγχρονου προβληματισμού νουβέλες.

Τόσο το σύνολο σχεδόν του έργου της, όσο και η ίδια ως δρώσα πνευματική προσωπικότητα μπορεί κανείς να πει πως χαρακτηρίζονται από μια καλά τεκμηριωμένη πολιτική συνείδηση. Η Πριοβόλου δίνει με διάφορους τρόπους το παρόν της στις κοινωνικές διεκδικήσεις.

Σίγουρα πάντως το πλατύτερο αναγνωστικό της κοινό είναι εκείνο των ιστορικών μυθιστορημάτων της. Και διόλου τυχαίο κάτι τέτοιο – έχει ήδη επισημανθεί η αύξηση της διάδοσης των ιστορικών μυθιστοριών καθώς ο μέσος έλληνας θέλει να γνωρίσει πρόσωπα και πτυχές του παρελθόντος μέσα από μια ευαίσθητη όσο και τεκμηριωμένη μυθοπλασία.

Όλα αυτής της κατηγορίας έργα της Πριοβόλου είναι συνθέσεις που βασίζονται σε ερευνητικά στοιχεία και προσπαθούν να φωτίσουν περιόδους όπου υπήρξε μια αντιπαράθεση ανάμεσα στην προοδευτική σκέψη και στη συντήρηση.

Αυτό ακριβώς συμβαίνει και σε αυτό το τελευταίο της έργο –«Βαθύ σκοτάδι πριν την αυγή».

Πρόκειται για την μυθιστορηματική βιογραφία του Χριστόδουλου Παμπλέκη.

Αντιγράφω κάποια στοιχεία από την el.wikipedia:

‘Ο Χριστόδουλος Παμπλέκης γεννήθηκε το 1733 στον οικισμό Επάνω Χώρα του χωριού Μπαμπίνη Ξηρομέρου Αιτωλοακαρνανίας. Από μικρός έμεινε ορφανός από μητέρα και προσβλήθηκε από ευλογιά, ασθένεια που του σημάδεψε το πρόσωπο και του στοίχισε το αριστερό του μάτι. Ο πατέρας του ήταν κλέφτης στην περιοχή του Ολύμπου. Το 1740 ενεπλάκη σε αιματηρό επεισόδιο με Τούρκους και αναγκάστηκε να φύγει ξανά για τον Όλυμπο παίρνοντας μαζί του και τον μικρό Χριστόδουλο. Σύντομα όμως συνελήφθη από τους Τούρκους και γδάρθηκε ζωντανός. Κάποιος Λιτοχωρίτης ονόματι Καλλίας πήρε υπό την προστασία του τον μικρό Χριστόδουλο ο οποίος παρακολούθησε το σχολείο στο Λιτόχωρο και κατόπιν στη Ραψάνη. Ήταν ανήσυχο πνεύμα και φιλομαθής, γι' αυτό σε μικρή ηλικία ο Καλλίας τον έστειλε στο Άγιο Όρος όπου γράφτηκε στην περίφημη Αθωνιάδα Ακαδημία. Εκεί είχε δάσκαλο τον Ευγένιο Βούλγαρη και διακρίθηκε στα μαθηματικά. Κατά τη φοίτησή του έλαβε και το μοναχικό σχήμα. Σε ηλικία 25 ετών, τον Ιανουάριο του 1759 απογοητευμένος από την κατάσταση στην Αθωνιάδα έφυγε για την Ευρώπη. Εκεί συνέχισε τις σπουδές του μελετώντας φιλοσοφία, θεολογία και μαθήματα θετικών επιστημών. Σύντομα θα εκδώσει και ο ίδιος φιλοσοφικά έργα που θα προκαλέσουν ευμενή σχόλια από τους μεγάλους διαφωτιστές εκείνης της εποχής -Ντιντερό, Ντ΄αλαμπέρ, Μπέικον, Καρτέσιου κ.α. Οι απόψεις του, όμως, θα είναι αντίθετες από την επίσημη θέση της Ορθόδοξης Εκκλησίας, η οποία και θα αφορίσει τόσον αυτόν όσο και τους μαθητές του και θα καταδικάσει τα έργα του και τις απόψεις τους.’

Αυτήν την σχεδόν άγνωστη στην εποχή μας προσωπικότητα, η Ελένη Πριοβόλου αποφάσισε να την φέρει στην επικαιρότητα, με σαφή στόχο να αντιστοιχήσει τις αντιδράσεις του τότε με αυτές του σήμερα.

Άρα έχουμε και πάλι ένα βαθιά πολιτικό μυθιστόρημα που αναφέρεται εμμέσως στην εποχή μας, ενώ παράλληλα περιγράφει με πολλές λεπτομέρειες γεγονότα, καταστάσεις και διαπροσωπικές σχέσεις μέσα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και σε μια Ευρώπη που είχε ξεκινήσει την μετάλλαξή της.

Η Ελένη Πριοβόλου ανήκει στους σύγχρονους συγγραφείς μας που - ο καθένας με τον τρόπο του-  επιζητούν να γνωρίσουν στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό πρόσωπα και συνθήκες της Ελληνικής Ιστορίας που δεν έχουν βρει τη θέση τους στα ποικίλα ιστορικά αφηγήματα που τόσο ως νέοι όσο και ως ενήλικες οι νεοέλληνες δεν είχαν -μάλλον δεν τους δόθηκε- ευκαιρία να γνωρίσουν.

Μια τέτοια προσωπικότητα και ο Χριστόδουλος Παμπλέκης.

Η επιλογή της Πριοβόλου η αφήγηση να έχει τη μορφή απομνημονευμάτων προσφέρει τη δυνατότητα ο αναγνώστης να ξεναγηθεί με αμεσότητα και χωρίς τυπικότητές στην καθημερινή ζωή στα διάφορα μέρη της ελληνικής επικράτειας κατά τη διάρκεια της οθωμανικής αυτοκρατορίας, αλλά και στην Ευρώπη του 16ου αιώνα.

Γνωρίζουμε οικονομικές συνθήκες, τον τρόπο ζωής πλουσίων και φτωχών, τη στενή σύνδεση της επιστήμης με τη θρησκεία, τη τόλμη κάποιων φωτισμένων διανοούμενων να αναζητούν τρόπους ενημέρωσης των πολλών, τις σκληρές αντιδράσεις συντηρητικών κύκλων.

Και πέρα από την μεγάλη έρευνα που πρέπει να είχε προηγηθεί της συγγραφής του συγκεκριμένου έργου, πιστώνεται στο ταλέντο της Πριοβόλου και η ικανότητα της να αφηγείται με μια γλώσσα που διατηρεί τη ζωντάνια όσο και το χρώμα εκείνων των εποχών.

«Έπειτα μιλούσαν για τους χρόνους της Αναγέννησης, όπου το φως άρχισε να αμπώχνςι το σκοτάδι, και για τα φωτεινά πνεύματα που έφεραν και φέρουν -και θα συνεχίσουν να προσφέρουν- το φως της γνώσεως και της σοφίας. Όλες τους οι κουβέντες επικεντρώνονταν στον φόβο που σπέρνουν οι λογής εξουσίες και στο συμφέρον τους να παραμείνει ο λαός αμαθής υπό τον ζυγό της ζοφερής τους εποπτείας και ελέγχου» (σελ.109 -110)

Ένα μυθιστόρημα ιστορικό που όπως όλα τα καλά ιστορικά μυθιστορήματα αφορά και το σήμερα.

(767 λέξεις)

https://diastixo.gr/kritikes/ellinikipezografia/22409-vathi-to-skodadi-prin-tin-avgi

25.4.24

Απόστολος Στραγαλινός "Το πρωί που θα φύγουμε"

 



Ο Απόστολος Στραγαλινός είναι γνωστός ως ένας από τους καλύτερους μεταφραστές γερμανικών λογοτεχνικών κειμένων. Ανάμεσα στους συγγραφείς που έργα τους έχει μεταφέρει στη γλώσσα μας συγκαταλέγονται οι: Bernhard Schlink, Wofgang Herrndorf, Hermann Hesse, Franz Kafka, André Kubiczek κ.α

Πρόσφατα και έχοντας την μεταφραστική εμπειρία μιας ευθύβολης αναζήτησης της σχέσης ατόμου και κοινωνίας / πολιτικής, κυκλοφόρησε και τη συλλογή «Το πρωί που θα φύγουμε» όπου περιλαμβάνονται δέκα δικά του διηγήματα μέσω των οποίων καταγράφεται αυτή η σχέση έτσι όπως εκφράζεται σε άτομα κυρίως της χώρας μας, μετά από την εμπειρία της οικονομικής κρίσης της δεύτερης δεκαετίας του 21ου αιώνα, αλλά και τη διάψευση όσων προσδοκιών είχαν δημιουργηθεί εκεί κάπου στα τελευταία χρόνια του 20ου.

Ο ίσιος ο Στραγαλινός, καθώς γεννήθηκε το 1972, μπορεί κανείς να ισχυριστεί πως δικαιούται να ομιλεί εκ μέρους εκείνης της γενιάς των Ελληνίδων και Ελλήνων, μα και γενικότερα των Ευρωπαίων που αν και ξεκίνησαν με τη διάθεση να εξερευνήσουν αισιόδοξα των μέλλον τους, τελικά πολύ γρήγορα οι διαψεύσεις αντικατέστησαν κάθε όνειρο.

Οπότε και το απόσπασμα από ένα διήγημα που υπάρχει στο οπισθόφυλλο της έκδοσης, εκφράζει και το λόγο, μα κα την ανάγκη συγγραφής όλης της συλλογής:

«Ύπουλη ερώτηση: Γίνεται να ξυπνάς και να τα βλέπεις όλα για πρώτη και τελευταία φορά; Γιατί μαζί μ’ αυτήν έρχεται και η επόμενη: Τα έζησες τελικά, τα έκανες όλα; Τη στιγμή που έπρεπε; Προτού χαθεί η ευκαιρία;…»

Ευκαιρίες χαμένες, λοιπόν, διαπερνούν τις σελίδες και ποικιλοτρόπως στοιχειώνουν όχι μόνο τους ήρωες, μα και τον ίδιο τον αναγνώστη.

Τα κεντρικά πρόσωπα στο κάθε διήγημα άλλοτε είναι έφηβοι έτοιμοι με ανέμελο τρόπο να ξεπεράσουν το ίδια τους τα όρια, άλλοτε νέες γυναίκες που δε θελήσανε να συμβιβαστούν, άλλοτε νέοι άνδρες που πιστέψανε σε ιδέες σαθρές, άλλοι πάλι είναι οραματιστές που την επανάσταση τους μόνο ως σύνθημα σε τοίχους την υλοποιήσανε, κάποιοι πάλι άστεγοι που απλώς ως δυσάρεστα περιστατικά θα αντιμετωπίζονται από τους κατέχοντες, σίγουρα και υπάρχουν μερικοί που έχουν αποφασίσει μέχρι τέλους να υπερασπιστούν την αξιοπρέπεια μιας ιδεολογίας, όπως και κάποιοι άλλοι που στην προσπάθεια τους να αναζητήσουν μια νέα ζωή χαθήκανε χωρίς κανείς ποτέ να τους αναζητήσει.

Ιστορίες, στην ουσία, ηττημένων -μα πιο σωστά, ιστορίες ξεγελασμένων. Γιατί άλλο να έχεις ηττηθεί σε αγώνα δίκαιο κι άλλον να έχεις ξεγελαστεί από κάποιους που σε είχαν πείσει πως θα σε προστατεύανε.

Ιστορίες, στην ουσία πολιτικές μιας και όλες τους φροντίζουν να συνδέουν το άτομο με την πολιτεία.  Γιατί ο Στραγαλινός αυτό που  θέλει να καταστήσει σαφές είναι πως η όποια προσωπική ιστορία άμεσα συνδέεται με τις πολιτειακές πρακτικές.

Και τα διηγήματά του διαθέτουν ακριβώς αυτή τη διάθεση αντιστοίχισης -από τη μια γραφή απλή, χαρακτήρες καθημερινοί, διάλογοι όπως αυτούς που μπορεί να ακούσεις σε μια στάση λεωφορείων ή σε ένα καφενείο και από την άλλη επισημάνσεις πολιτικών και οικονομικών συμβάντων.

Αυτό που κάνει  τη συλλογή τούτη να ξεχωρίζει είναι ακριβώς το ότι έχει περικυκλώσει τα όσα όλοι ζήσαμε, μα όμως σιγά, σιγά τείνουμε να τα λησμονήσουμε.

Κι όμως, σ’ αυτήν την πιθανότητα λήθης ο ίδιος ο Απόστολος Στραγαλινός αφιερώνει το πρώτο από τα κείμενα της συλλογής -αυτό που μοιάζει να διαφοροποιείται δομικά από τα άλλα –‘Undead’ ο τίτλος του. Ένας σύντομος μονόλογος είναι… Κάποιου που νομίζουμε πως έχει πεθάνει πλέον, πως από αυτόν δεν κινδυνεύει το μέλλον μας. Πώς έφυγε και πήρε μαζί του τον εφιάλτη τόσων χρόνων. Αλλά, εκείνος είναι ζωντανός και έχει το θράσος -όχι το θάρρος- να μας προειδοποιεί: «Εγώ είμαι ακόμα εκεί έξω, κάνω τις βόλτες μου στον κόσμο των ανθρώπων, ζωντανών ή νεκρών -δεν ξέρω- Λάζαρος ή ερασιτέχνης του Ρομέρο ( *) κι ο ίδιος. Δεν θα σας αποκαλύψω άλλα. Μη με αναζητείτε λοιπόν σε λάθος διεύθυνση. Κάποια στιγμή  μπορεί να με δείτε μπροστά σας. Φάντης μπαστούνι. Νύχτα βεβαίως, βεβαίως…»

Μια ενδιαφέρουσα και κυρίως πρωτότυπα πολιτικοποιημένη πρώτη εμφάνιση στο χώρο της σύγχρονης ελληνικής διηγηματογραφίας.

(*) Τζορτζ Ρομέρο (1940 -2017) Αμερικανοκαναδός σκηνοθέτης, γνωστός για τις ταινίες τρόμου που σκηνοθέτησε με θέμα μια φανταστική κυριαρχία των ζόμπι

 

https://diastixo.gr/kritikes/ellinikipezografia/22348-to-proi-pou-tha-figoume

(640 λέξεις)

 

 


24.4.24

Brigitte Giraud "Αγνοείται"

 

Ο Λίβιο κατάγεται από την Ιταλία, αλλά ζει σε επαρχιακή πόλη της Γαλλίας με τους γονείς του. Μαθητής  της τελευταία τάξης του Λυκείου ετοιμάζεται να δώσει εξετάσεις για να πάρει το μπακαλορέα.

Είναι ένα κάπως ιδιαίτερο νεαρό αγόρι -λεπτός, καλός στο άλμα σε μήκος, μα προτιμά να μην ασχολείται με τα ενδιαφέρονται των άλλων αγοριών, σε εκείνον αρέσει η ποίηση και ποτέ δεν κάνει τολμηρά και χυδαία σχόλια για τις συμμαθήτριες του. Του αρέσει να τραγουδά, η φωνή του έχει κάποιες ιδιόμορφες αποχρώσεις.

Αν και διατηρεί στενή σχέση με την συμμαθήτρια του την Καμίγ, σε πολλούς μέσα στην τάξη του, μα και ακόμα και στον ίδιο εργολάβο οικοδομών πατέρας του, περνάει ιδέα πως ο Λίβιο μπορεί να έχει διαφορετικές σεξουαλικές προτιμήσεις από εκείνες που θα περίμενε κανείς από ένα νεαρό αγόρι της ηλικίας του.

Αλλά τίποτε χειροπιαστό δεν υπάρχει έως τη μέρα που ο Λίβιο, στα πλαίσια του μαθήματος της Ιστορίας, αναλαμβάνει να παρουσιάσει μέσα στην τάξη του κάποιές από πράξεις του ναζιστικού κόμματος στη Γερμανία.

Το γεγονός που έχει επιλέξει είναι το κάψιμο  της μεγάλης και σπουδαίας βιβλιοθήκης του Γερμανοεβραίου γιατρού Μάγκνους Χίρσφελντ που είχε παλέψει για την ισότητα των φύλων και είχε με επιστημονικό τρόπο αποδείξει πως η ομοφυλοφιλία δεν είναι μια ασθένεια.

Ο Λίβιο έχει μελετήσει τη ζωή και το έργο του συγκεκριμένου γιατρού, έχει πολλά να περιγράψει για τον τρόπο που οι χιλιάδες τόμοι της σημαντικής βιβλιοθήκης του είχαν βρεθεί στην πυρά, γνώριζε ακόμα πως μετά από εκείνο το γεγονός που είχε συμβεί στα 1932, ο Χίρσφελντ είχε καταφύγει στην Κυανή Ακτή όπου και λίγα χρόνια αργότερα είχε πεθάνει.

Στην ουσία ο Λίβιο στην κρίση ηλικία που βρισκότανε και έχοντας αποδεχτεί την σεξουαλική του ταυτότητα, ζήτησε να χρησιμοποιήσει το ιστορικό αυτό γεγονός όχι μόνο για να φανερώσει τις σεξουαλικές του προτιμήσεις, αλλά και για να αντιπαραθέσει στη διαχρονική ναζιστική νοοτροπία το δικαίωμα στη ελεύθερη γνώση και στην ελεύθερη επιλογή σεξουαλικού προσδιορισμού.

Η παρουσίαση του Λίβιο δημιουργεί απρόβλεπτες αντιδράσεις. Δυο συμμαθητές του τον κοροϊδεύουν και στη συνέχεια μέσω των γονιών τους τον καταγγέλλουν στη διεύθυνση του σχολείου.

Κι όπως το γεγονός αποκτά μη ελεγχόμενες αντιδράσει, ο Λίβιο χωρίς κανένα να ενημερώσει εξαφανίζεται.

Η μικρή κοινωνία μέσα στη οποία έζησε -οι γονείς του, η καθηγήτρια του, η στενή του φιλενάδα, οι συμμαθητές του, αλλά και η αστυνομία τον αναζητούν. Αλλά εκείνος αγνοείται.

Ζει; Κι αν ναι πού μπορεί να έχει πάει;

Πάνω σε αυτήν την πλοκή η βραβευμένη με το Goncourt του 2022 ,Γαλλίδα συγγραφέας Brigitte Giroud, στήνει ένα μυθιστόρημα ανατομίας των κοινωνικών, ενδοοικογενειακών και ψυχολογικών αντιδράσεων απέναντι στην απόφαση ενός νέου ανθρώπου να διεκδικήσει το δικαίωμα του σε ένα προσωπικό προσδιορισμό της ταυτότητάς του και παράλληλα να συνδέσει αυτές τις αντιδράσεις με μια φασιστική νοοτροπία που εξακολουθεί να ισχύει, έστω και κρυμμένη κάτω από μια δήθεν απαλλαγμένη από προλήψεις κοινωνία.

Αληθινά πρωτότυπη όσο και ενδιαφέρουσα συγγραφική σύλληψη. Και η Brigitte Giroud την υλοποιεί με σύντομα κεφάλαια -πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις των πρωταγωνιστών του γεγονότος. Από τη φίλη του νεαρού έως την καθηγήτρια του, από τη μητέρα του έως τον πατέρα του, από τον αντίπαλο συμμαθητή του έως και αυτόν τον ίδιο τον Λίβιο, ο αναγνώστης ανασκάπτει όσα είχαν προηγηθεί και τα οποία τελικά ο καθένας που τα έζησε τα αφηγείται και τα ερμηνεύει με τον δικό του τρόπο.

Υπάρχουν πολλοί, όμως, τρόποι για να φωτίσει κανείς ένα ιστορικό γεγονός; Το παρελθόν πόσο αντικειμενικά το προσεγγίζει ο καθένας μας; Και οι διαπροσωπικές σχέσεις πόσο ελεύθερα εκφράζονται; Οι επιστημονικές ανακαλύψεις και οι ηθικές τοποθετήσεις πόσο  και από πόσους είναι αποδεχτές; Και τελικά ποιος είναι αυτός -ή μάλλον ποιος άλλος μπορεί να έχει το δικαίωμα διαμόρφωσης μιας ζωής πέρα από εκείνον που καλείται να τη ζήσει;

Όλα αυτά τα ερωτήματα τίθενται σε αυτό το μυθιστόρημα που παράλληλα με την κοινωνική ανάλυση του σήμερα, προσφέρει και πολλές όσο και ενδιαφέρουσες γνώσεις για το χτες.

Ο Γερμανοεβραίος γιατρός και σεξολόγος Μάγκνους Χίρσφελντ την εποχή του είχε  θεωρηθεί εφάμιλλης επιστημονικής αξίας με τον Αϊνστάιν, στο Ινστιτούτο που διεύθυνε είχε γίνει η πρώτη εγχείρηση αλλαγής φύλου, ήταν αυτός που υπερασπίστηκε τα δικαιώματα των ομόφυλων και των τρανς ατόμων και όταν εκδιώχθηκε από τους Ναζί έσπευσαν να τον υπερασπιστούν προσωπικότητες όπως αυτές των Τσβάιχ, Μαν, Ρίλκε, Ζολά κ.α.

Η Brigitte Giroud  το έργο και τη δίωξη αυτού του ανθρώπου, παράλληλα με το κάψιμο της σημαντικής βιβλιοθήκης που είχε το Ινστιτούτο του, τα συνδέει με την ιδεολογία του Ναζισμού και δε διστάζει να υπενθυμίσει πόσο εύκολα από την ελευθερία επιλογών της εποχής μας μπορούμε να επιστρέψουμε στην ανελευθερία προηγούμενων καιρών.

Η μετάφραση της Μαρίζας Ντεκάστρο είχε να αντιμετωπίσει τις διαφορετικές εκφορές του λόγου των διαφόρων αφηγητών. Με βαθιά γνώση των δύο γλωσσών μετέφερε το Γαλλικό κείμενο στα Ελληνικά. Οι φωνές των προσώπων που αφηγούνται διατηρούν τις ιδιαιτερότητες τους.

Αξίζει ακόμα να σταθεί κανείς και στην προσεγμένη εκδοτική  μορφή του έργου. Οι τρυφερές εικόνες της Laurie Lecou που ορίζουν την αρχή κάθε κεφαλαίου, πέρα από την αισθητική απόλαυση προσφέρουν με τον τρόπο τους και ένα άξονα ανάγνωσης του έργου.

ΣΗΜ. Ένα ακόμα σημείο που θα ήθελα να επισημάνω σχετικά με την έκδοση και κυκλοφορία του μυθιστορήματος αυτού στα ελληνικά είναι πως στη Γαλλία έχει εκδοθεί από τις Εκδόσεις Lecole des loisirs, τον σημαντικότερο γαλλικό εκδοτικό οίκο στον τομέα που ποιοτικού βιβλίου για παιδιά και νέους. Σε μια από τις σειρές του που απευθύνονται σε εφήβους έχει ενταχθεί το έργο αυτό με τον τίτλο Porte disparu.

Στην Ελλάδα τα μυθιστορήματα που απευθύνονται σε εφήβους -μα και όχι μόνο- αυτά δηλαδή που πλέον τα ονομάζουμε ‘μυθιστορήματα cross over’, έχουν μικρή κυκλοφορία καθώς το εκπαιδευτικό μας σύστημα, αλλά και γενικότερα ο κοινωνικός συντηρητισμός μας δεν τα προωθεί έτσι ώστε να βρούνε τον κοινό στο οποίο βασικά είναι στραμμένα.

Οι Εκδόσεις Διόπτρα με την ένταξη του έργου σε μια γενική σειρά ξένης λογοτεχνίας προσπαθεί να παρακάμψει αυτό το εμπόδια επαφής του έργου με ένα πλατύτερο κοινό. Και εν τέλει ίσως με αυτήν την επιλογή να προτείνει και μια νέα εκδοτική τακτική -αυτού τους είδους τα μυθιστορήματα να συνυπάρχουν εκδοτικά και με όλα τα άλλα που διαθέτουν ποιότητα και μια σύνθεση ικανή να αγαπηθεί από αναγνώστες διαφορετικών ηλικιών.

 

 https://018.bookpress.gr/kritikes/vivlia-gia-efivous/16071-agnoeitai-tis-brizit-ziro-kritiki-ena-mythistorima-gia-efivous-kai-gia-olous

(1020 λέξεις)

7.4.24

«ΤΟ ΜΕΣΟ ΑΦΗΓΗΣΗΣ ΤΟΥ ΜΕΛΛΟΝΤΟΣ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ Η ΕΙΚΟΝΑ» -συνέντευξη ΟW Ε. Μπουλιά

 

ΜΑΝΟΣ ΚΟΝΤΟΛΕΩΝ: «ΤΟ ΜΕΣΟ ΑΦΗΓΗΣΗΣ ΤΟΥ ΜΕΛΛΟΝΤΟΣ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ Η ΕΙΚΟΝΑ»

Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Παιδικού Βιβλίου, ο Μάνος Κοντολέων, ο σπουδαίος Έλληνας συγγραφέας που μεγαλώνει πλέον την τρίτη γενιά μικρών αναγνωστών, μιλά στο OW για την ανάγκη της αφήγησης, που δεν πρέπει να καταλαγιάσει.

Είναι μεγάλη η συγκίνηση όταν από την κεντρική βιβλιοθήκη του σπιτιού, το παιδί σου –που δεν είναι πια τόσο παιδί– αναζητά το κάτι παραπάνω. Βλέπω τη μεγάλη μου κόρη να έχει σκύψει στα πολύ χαμηλά ράφια, εκεί που φυλάω σαν θησαυρούς τα βιβλία που διάβαζα εγώ ως έφηβη και που δεν χάρισα ποτέ μεγαλώνοντας στα μικρότερα ξαδέρφια μου, λες και ήξερα ότι μια μέρα θα τα κληροδοτούσα στα παιδιά μου. Και να τη τώρα να τραβά έξω ένα που είχα να δω πάρα πολλά χρόνια, ρωτώντας με αν θα της αρέσει. «Γεύση πικραμύγδαλου», Μάνος Κοντολέων. Έτος έκδοσης 1996. Ήμουν ακριβώς 13 – όσο είναι η κόρη μου σήμερα. Την πρωταγωνίστρια τη λένε Φαίδρα – την κόρη μου το ίδιο. «Καταλαβαίνεις ότι είναι σημαδιακό, ε;» της λέω.

 

Μάνος Κοντολέων. Οι γονείς μου είχαν μόλις χωρίσει όταν έπεσε στα χέρια μου το «Οι δύο τους κι άλλοι δύο», με πρωταγωνιστές έναν μπαμπά και μια κόρη που πρώτος αναγκάζεται να μεγαλώσει μόνος του. Βούτηξα μέσα του χωρίς σωσίβιο. Το «Γεύση πικραμύγδαλου» με συγκλόνισε, τότε έμαθα τι σημαίνουν τα γράμματα AIDS. Ζήτησα από τον μπαμπά μου κι άλλα. Με πήγε στο βιβλιοπωλείο των εκδόσεων Πατάκη, στην Εμ. Μπενάκη, και πήρα το «33» και τη «Μάσκα στο Φεγγάρι», που χάρισε στον Κοντολέων το Κρατικό Βραβείο Παιδικού Λογοτεχνικού Βιβλίου για το 1998.

Τα βιβλία αυτά με πέρασαν στο επόμενο στάδιο. Είχα ήδη πάρει μια γεύση από τον κόσμο των μεγάλων, όμως τα βιβλία αυτά με αγκάλιασαν, μου έδειξαν πως δεν είμαι μόνη σε αυτή την τρικυμία, λειτούργησαν ως πυξίδα με τον δείκτη στραμμένο στο Σωστό, ακόμα κι αν δεν μου ήταν πάντα εύκολο να προσανατολιστώ. Τα βιβλία αυτά ήταν η συντροφιά μου τα κυριακάτικα πρωινά που ο μπαμπάς διάβαζε εφημερίδα, ήταν το καταφύγιο τα μοναχικά μεσημέρια των διακοπών. Ο Μάνος Κοντολέων έγινε τότε φίλος μου. Μετά ήρθε η ενηλικίωση και τον έχασα. Και τα χρόνια πέρασαν, έγινα μαμά και τυχαία κάποιος μου χάρισε το χριστουγεννιάτικο «Κόκκινο καραβάκι, κόκκινο ποδήλατο», όταν η κόρη μου ήταν πολύ μικρούλα, οπότε Κοντολέων από την αρχή!

Ο Μάνος Κοντολέων, ο πολυβραβευμένος συγγραφέας της παιδικής και εφηβικής (μας) ηλικίας που έχει βέβαια γράψει χίλια δύο άλλα (βιβλία ενηλίκων, άρθρα σε εφημερίδες, περιοδικά και sites, σενάρια τηλεοπτικών προγραμμάτων), μίλησε στο OW με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Παιδικού Βιβλίου 2024.

 

 

– Σπουδάσατε Φυσική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Πώς βρεθήκατε από έναν αμιγώς θετικό κλάδο στη λογοτεχνία;

Το ανάποδο θα έλεγα πως συνέβη. Από μικρός λάτρευα τη λογοτεχνία και ήθελα συνέχεια με αυτήν να ασχολούμαι. Αλλά παράλληλα δεν μπορώ να πω πως με ενθουσίαζε και ο τρόπος με τον οποίο στο σχολείο μας την δίδασκαν. Κι όπως παράλληλα μου άρεσαν τα μαθηματικά, στράφηκα προς τις θετικές επιστήμες. Μα τελικά οι παλιές αγάπες δεν ξεχνιούνται.

 

– Ήσασταν, λοιπόν, παιδί που διάβαζε. Ποια βιβλία θα λέγατε ότι «κίνησαν» κάτι μέσα σας, ωθώντας σας να ασχοληθείτε κι εσείς με τη συγγραφή;

Ναι, διάβαζα πολλά βιβλία. Τα κλασικά που εκείνα τα χρόνια φτάνανε στα χέρια των παιδιών – Ντίκενς, Τουαίην. Μα και πολλά ιπποτικά και ιστορικά μυθιστορήματα. Και στην εφηβεία μου πια, κατάλαβα πως ήθελα να γίνω κι εγώ συγγραφέας.

 

– Τα παιδιά σήμερα δείχνει να έχουν απομακρυνθεί από το βιβλίο. Θα πρέπει να μας ανησυχεί αν μεγαλώνουμε ένα παιδί που δεν διαβάζει; Τι επιπτώσεις μπορεί να έχει αυτό στη ζωή του;

Όχι, δεν με ανησυχεί. Άλλωστε, δεν είμαι παιδοψυχολόγος για να πω ποιες θα είναι οι επιπτώσεις στη ζωή ενός ανθρώπου από το γεγονός πως ως παιδί δεν διάβαζε λογοτεχνικά έργα. Μα σίγουρα  μπορώ να πω πως η λογοτεχνία έχει πολλά να προσφέρει στη διαμόρφωση χαρακτήρα. Και όχι μόνο κατά την παιδική ηλικία.

– Τι είναι αυτό που σας ωθεί σε ένα νέο βιβλίο κάθε φορά; Κάποιο κοινωνικό φαινόμενο; Κάποιο συναίσθημα; Και τι ετοιμάζετε τώρα, μετά τα «Ποτέ πιο πριν» και «Με το ίδιο όνομα»;

Δεν ξέρω ποτέ ποιο θα είναι το επόμενο βιβλίο μου. Σίγουρα αυτά που συμβαίνουν γύρω μου είναι μια «αποθήκη» ιδεών για ένα νέο έργο. Μα πρέπει να περάσουν πιο βαθιά μέσα στη σκέψη  και στην ψυχή μου για να διεκδικήσουν τη μετατροπή τους σε έργο. Ασφαλώς σημαντικό ρόλο παίζουν και τα όσα σε προσωπικό επίπεδο βιώνω.

 

Όσον αφορά το τι ετοιμάζεται δικό μου να κυκλοφορήσει, μπορώ να σας πω πως μέσα σε αυτή τη χρονιά θα βγουν στα βιβλιοπωλεία ένα εικονογραφημένο, που θα αναφέρεται στη σχέση που είχα ως παιδί με ένα μικρό κατοικίδιο, και ένα μυθιστόρημα για μεγάλα παιδιά, που με χιούμορ θα καταγράφει την καθημερινότητα μιας οικογένειας. Παράλληλα γράφω ένα «ενήλικο» μυθιστόρημα γύρω από τη σχέση έρωτα και γήρατος.

– Όταν δεν γράφει ο Μάνος Κοντολέων, τι του αρέσει να κάνει;

Συνεχώς γράφω. Τα δικά μου βιβλία ή κριτικές για βιβλία άλλων.

 

– Οι ειδικοί χτυπούν καμπανάκια τα τελευταία χρόνια ανησυχώντας για τις επιπτώσεις μιας παιδικότητας βυθισμένης στις οθόνες. Ποια είναι η άποψή σας;

Σκέφτομαι πως δεν μπορούμε να σταματήσουμε την εξέλιξη της τεχνολογίας. Αυτό που θα πρέπει να προσπαθήσουμε –ή, πιο σωστά, να ευχηθούμε– είναι το να διατηρηθεί η ανάγκη των ανθρώπων να αφηγούνται οι ίδιοι, μα και να θέλουν να παρακολουθούν τις αφηγήσεις των άλλων. Το μέσο αφήγησης του μέλλοντος μπορεί να μην είναι η γραφή αλλά η εικόνα. Μικρή ίσως σημασία θα έχει. Φτάνει να υπάρχει, να συνεχίσει να υπάρχει, η ανάγκη αφήγησης. Γιατί όταν αναζητώ την αφήγηση, στην ουσία αναζητώ την επικοινωνία με τον άλλον.

– Εσάς τι σας ανησυχεί αναφορικά με τα σημερινά παιδιά;

Το ότι μεγαλώνουνε σε έναν κόσμο χωρίς όραμα ιδεολογικό. Και με μια αβεβαιότητα για το αύριο.

 

– Ποια είναι τα βιβλία ελληνικής και ξένης λογοτεχνίας που θεωρείτε απαραίτητο να διαβάσει μεγαλώνοντας το παιδί;

Αδύνατον να τα καταγράψω. Είναι τόσα πολλά και συνεχώς έρχονται και νέα. Κι άλλωστε, καθένας ας κάνει μόνος του τις επιλογές του.

 

– Θα μας γράψετε μία ευχή για τα σημερινά παιδιά με αφορμή την Ημέρα Παιδικού Βιβλίου;

Να ζήσουν σε έναν κόσμο που θα τα φροντίζει.

 

https://www.ow.gr/empnefsi/gia-tin-imera-paidikou-vivliou-o-manos-kontoleon-efxetai-ta-paidia-na-zisoun-se-enan-kosmo-pou-tha-ta-frontizei/?fbclid=IwAR1vwG9-gcij97P53Ag5B1j9V3AS3ETrUCDxcSrBUEvqPRB9nFgeXOJMvZ0_aem_AXDLI7owCe_aG40T0GwYK3Wi7cRl71U-_aboKXQ2biVNRHXGLY-bmPKjSGkOECMcp-naFCRbrj_6oNgkoMqRSJBn