9.11.24
Βιρτζίνια Γουλφ «Φλας»
Βιρτζίνια Γουλφ
«Φλας»
Μετάφραση: Σπάρτη Γεροδήμου
Εκδόσεις Ερατώ
Η Ελίζαμπεθ Μπάρρετ Μπράουνινγκ (Αγγλία, 1806 – Ιταλία, 1861) ήταν μία από τις σημαντικότερες Βρετανίδες ποιήτριες της Βικτωριανής εποχής.
Αν και το έργο της αναγνωρίστηκε κατά τη διάρκεια της ζωής, μπορεί κανείς να τη θεωρήσει και ως μια εκπρόσωπο της πρώιμης γυναικείας χειραφέτησης -αν και φιλάσθενη μορφώθηκε, αντιτάχθηκε στη βούληση του πατέρα της, παντρεύτηκε εκείνον που η ίδια ήθελε, άφησε την πατρίδα της και έζησε μέχρι το τέλος της σε άλλη χώρα, συχνά μέσα από τα έργα της έπαιρνε θέση σε κοινωνικά ζητήματα (κατάργηση της δουλείας).
Είκοσι περίπου χρόνια μετά το θάνατος της Μπάρρετ, γεννήθηκε η εμβληματική Αγγλίδα μυθιστοριογράφος Βιρτζίνια Γουλφ (1882 – 1941). Με τα μυθιστορήματά της και τα δοκίμια της αναδείχθηκε ως μια από τις πρωτοποριακές φωνές της δυτικής λογοτεχνίας. Με ουσιαστική παιδεία, αλλά με ταραγμένη ψυχολογική κατάσταση, προχωρημένες για την εποχή της ερωτικές επιλογές, όπως και με τον τρόπο αυτοκτονίας της, θα σημαδέψει το πρώτο μισό του 20ου αιώνα και θα γίνει ένα σύμβολο της γυναικείας χειραφέτησης.
Ανάμεσα στα μυθιστορήματα που η Γουλφ έγραψε, μια θέση έχει και αυτό που ως αφηγητή έχει ένα σκύλο. Το κόκερ σπάνιελ Φλας -σκύλο λατρεμένο της Ελίζαμπεθ Μπάρρετ Μπράουνινγκ. Μέσα από τις δικές του σκέψεις και συναισθήματα ο αναγνώστης παρακολουθεί τη ζωή της ποιήτριας.
Το μυθιστόρημα κυκλοφορεί το 1933 και η ίδια η Γουλφ έχει αντιθετικά συναισθήματα γι αυτό της το έργο –άλλοτε πιστεύει πως θα διαβαστεί με λάθος τρόπο κι άλλοτε ως ένα ανόητο μυθιστόρημα, καθόλου αντάξιο των προηγουμένων έργων της, που της είχαν χαρίσει ξεχωριστή θέση στους λογοτεχνικούς και όχι μόνο κύκλους.
Όμως με το «Φλας» η Γουλφ έχει καταφέρει να συνθέσει από τη μια τη βιογραφία της Μπάρρετ και από την άλλη να δημιουργήσει ένα εντελώς πρωτότυπο ήρωα.
Ο Φλας κρατά όλα τα ένστιχτα ενός ζώου και οι σκέψεις που κάνει διαθέτουν την απλότητα και την αμεσότητα που απαιτεί μια ουσιαστική κριτική αποτίμηση κοινωνικών και οικονομικών συνθηκών, μια βαθιά όσο και απλή αναζήτηση συναισθηματικών φορτίσεων που καθορίζουν τη συμπεριφορά ενός ανθρώπου.
Ασφαλώς και το μυθιστόρημα μπορεί κάλλιστα να διαβαστεί και ως ένα γνήσια φιλοζωικό κείμενο. Μα μια τέτοια ανάγνωση χωρίς να το απαξιώνει, σίγουρα το προδίδει -αποσιωπά ή παραβλέπει το πως η Γουλφ επισημαίνει τους κοινωνικούς διαχωρισμούς, τις οικονομικές ανισότητες, τον αγώνα χειραφέτησης των γυναικών, τη σχέση έρωτα και ηθικών κανόνων και πολλά άλλα ζητήματα που στην ουσία περικυκλώνουν διαχρονικά το θέμα της γυναίκας σε σχέση με την καλλιτεχνική δημιουργία.
Παράλληλα πλάθει και μια ιδιότυπα μυθιστορηματική περσόνα. Ο Φλας δεν εξαναγκάζεται από την μυθιστοριογράφο του σε έναν μιμητισμό ανθρώπινης συμπεριφοράς. Η περιγραφή της σκηνής όπου για πρώτη φορά η ποιήτρια συναντά τον σκύλο που μέλλει να τη συνοδεύει για πολλά χρόνια, είναι χαρακτηριστική:
«Υπήρχε κάποια ομοιότητα μεταξύ τους. Καθώς κοιτάζονταν, ο καθένας ένιωθε: Να΄μαι εγώ -κι αμέσως μετά ένιωθε: Μα πόσο διαφορετικός! Το δικό της ήταν το ωχρό κουρασμένο πρόσωπο μιας ανάπηρης, αποκομμένης από τον αέρα, το φως, την ελευθερία. Το δικό του ήταν το ζεστό κοκκινωπό πρόσωπο ενός μικρού ζώου* ένστικτο, συν υγεία και ενεργητικότητα. Όντως η μέρα με τη νύχτα, καμωμένοι ωστόσο στο ίδιο καλούπι, λες ο ένας να συμπλήρωνε αυτό που βρισκόταν σε νάρκη στον άλλον; Εκείνη, κάλλιστα θα μπορούσε να είναι … όλα αυτά κι εκείνος – Μπα, όχι. Ανάμεσά τους ανοιγόταν το πιο πλατύ χάσμα που μπορεί να χωρίσει μια ύπαρξη από μιαν άλλη. Εκείνη μιλούσε. Αυτός ήταν άλαλος. Ήταν γυναίκα* εκείνος σκύλος. Τόσο στενά ενωμένοι, τόσο απέραντα χωρισμένοι, ατένιζαν ο ένας τον άλλον»
Αληθινά απαιτείται γνήσια συγγραφική μαεστρία για να περιγράψει κανείς τη ζωή μιας τόσο περίπλοκης προσωπικότητας όσο αυτής της Ελίζαμπεθ Μπάρρετ Μπράουνινγκ χρησιμοποιώντας ως άξονα της αφήγησης -μα και συμπρωταγωνιστή- ένα σκύλο.
Μπορεί το μυθιστόρημα «Φλας» να μην έχει τη φήμη και το κύρος των άλλων έργων της Βιρτζίνα Γουλφ -όπως για παράδειγμα του «Η κα Νταλογουέη»- αλλά ο αληθινά μεγάλος συγγραφέας αναγνωρίζεται στα έργα εκείνα που ο ίδιος πίστευε πως το κοινό του δεν θα τα εκτιμήσει όσο τους αξίζει.
Βιβλιοδρόμιο, 9/111/2024
(650 λέξεις)
7.11.24
Paul Auster «Μπαουμγκάρτνερ»
Έχει μια ιδιαίτερη αίσθηση το να διαβάζει κανείς το τελευταίο έργο ενός συγγραφέα που έχει ήδη πεθάνει, καθώς υποψιάζεται ότι ο δημιουργός του κατά τη διάρκειά της συγγραφής του γνώριζε πως πλησίαζε ο θάνατός του.
Ο Πολ Όστερ πέθανε την Άνοιξη του 2024 από καρκίνο. Το μυθιστόρημά του «Μπαουμγκάρτνερ» είχε κυκλοφορήσει το 2023. Και είναι ένα μυθιστόρημα που μιλά για την απώλεια, το γήρας, τον θάνατο.
Κεντρικός ήρωας ο καθηγητής Πανεπιστημίου Σ. Μπαουμγκάρτνερ, που έχει πατήσει την όγδοη δεκαετία της ζωής του και εδώ και δέκα χρόνια έχει μείνει χήρος μετά από τον ξαφνικό θάνατο της γυναίκας του, Άννας, από ένα ατύχημα.
Δέκα χρόνια που προσπαθεί να ξεπεράσει την απώλεια. Οι σχέσεις του ζευγαριού ήταν ιδανικές και η Άννα μια γυναίκα με ποιητικό ταλέντο και πολλά άλλα χαρίσματα.
Δέκα χρόνια που ο Μπαουμγκάρτνερ συνεχίζει να ζει την καθημερινότητά του, καλύπτοντας τη μοναξιά του με περιστασιακές και επιδερμικές σχέσεις, με τα πανεπιστημιακά του καθήκοντα, με τη συγγραφή ενός ακόμα βιβλίου. Δεν ασχολείται ιδιαίτερα με το σπίτι του -ο κήπος έχει ξεραθεί, μια οικιακή βοηθός έρχεται μια φορά την εβδομάδα και φροντίζει την καθαριότητα. Με δυο λόγια μια ζωή που δεν μπορεί να βρει τα νέα της πατήματα, που προσπαθεί να ξεφύγει από την κατά μέτωπό αντιμετώπιση του γεγονότος πως το γήρας προελαύνει και ο θάνατος έχει ήδη παρουσιαστεί και έχει αφήσει τα ίχνη του.
Ένα εντελώς τυχαίο μικροατύχημα, θα κάνει τον Μπαουμγκάρτνερ να αποφασίσει πως με κάποιον τρόπο πρέπει να αντιδράσει. Αλλά όταν έχεις περάσει τα εβδομήντα η αντίδρασή σου το πιθανότερο να σε οδηγεί σε μια επανεξέταση όλου του βίου σου. Όμως μνήμη της ζωής είναι εκείνη που στέκεται απέναντι στη λήθη του θανάτου και πόσο άραγε αποτελεσματικά;
«Συλλογίζεται μανάδες και πατεράδες που θρηνούν τα νεκρά παιδιά τους, παιδιά που θρηνούν τους νεκρούς γονείς τους, γυναίκες που θρηνούν τους νεκρούς άντρες τους, άντρες που θρηνούν τις νεκρές γυναίκες τους και πόσο βαθιά ομοιάζει η οδύνη τους με τα επακόλουθα ενός ακρωτηριασμού, γιατί το πόδι ή το χέρι που λείπει ήταν κάποτε συνδεδεμένο με ένα ζωντανό σώμα και το άτομο που λείπει ήταν κάποτε συνδεδεμένο με ένα άλλο ζωντανό άτομο, και, όταν είσαι εσύ αυτός που συνεχίζει να ζει, διαπιστώνεις ότι το ακρωτηριασμένο κομμάτι σου, το μέλος φάντασμα του εαυτού σου, μπορεί να συνεχίσει να είναι η πηγή ενός βαθύτατου, βέβηλου πόνου. Ορισμένες θεραπείες μπορούν ενίοτε να απαλύνουν τα συμπτώματα, μα δεν υπάρχει απόλυτη γιατρειά»
Αλλά ακόμα κι αν η απόλυτη γιατρειά δεν μπορεί να υπάρξει, η προσπάθεια να γλυκάνεις τον πόνο σου παρουσιάζεται σχεδόν με αυτόματο μηχανισμό επιβίωσης σου. Και έτσι ο Μπαουμγκάρτνερ ολοκληρώνει το νέο του βιβλίο, ενώ τολμά να ξεφυλλίσει τα αρχεία της Άννας και να ξεκινήσει στη συνέχεια μια αναδρομή στο παρελθόν της σχέσης τους, αλλά και στο παρελθόν της δικής του οικογένειας.
Όταν όσοι έζησαν στο παρελθόν εξακολουθούν να υπάρχουν μέσα στις σκέψεις και τα συναισθήματά μας, μπορούμε να έχουμε την ψευδαίσθηση πως η λήθη δεν θα αγγίξει και εμάς… Τουλάχιστον κερδίζουμε χρόνο.
Και ο Μπαουμγκάρτνερ φαίνεται πως θα τον κερδίσει καθώς μια νέα παρουσία θα μπει στη ζωή του -μια νέα γυναίκα, όχι ως υποκατάστατο της συντρόφου του, αλλά ως ένα άτομο που μπορεί να μεταφέρει τη μνήμη σε μια επόμενη γενιά.
Έτσι θα γίνει;
Ο Πόλ Όστερ δείχνει να το αμφισβητεί.
Οι τελευταίες φράσεις του έργου είναι: «Και έτσι, με τον άνεμο στο πρόσωπό του και το αίμα να τρέχει ακόμα από την πληγή στο μέτωπό του, ο ήρωάς μας ξεκινάει προς αναζήτηση βοήθειας και, όταν φτάνει στο πρώτο σπίτι και χτυπάει την πόρτα, το τελευταίο κεφάλαιο στην ιστορία του Σ. Τ. Μπαουμγκάρτνερ αρχίζει».
Ο Πόλ Όστερ δεν θέλησε να γράψει το τελευταίο κεφάλαιο του μυθιστορήματος της δική του ζωής. Ίσως γιατί αξία έχει η πορεία από το χθες προς το σήμερα. Κι άλλωστε ο συγγραφέας μπορεί να γνωρίζει πως θα φύγει, μα ελπίζει ο αναγνώστης του να μην αποφασίσει να διαβάσει το τελευταίο κεφάλαιο όλου του έργου του.
Έργο βαθιάς περισυλλογής, αποστασιοποιημένο από την όποια έκφραση θρήνου, γραμμένο με μια ποικιλία τεχνικών αφήγησης -συχνά υποκύπτει στη φλυαρία αναζητώντας περισσότερο χώρο ύπαρξης, ενώ άλλοτε πάλι ενσωματώνει στην μυθιστορηματική του οντότητα και πλέον σύντομες αφηγήσεις διηγηματικής δομής.
Συνετή και αποτελεσματική η μετάφραση της Ιωάννας Ηλιάδη.
(700 λέξεις)
https://www.literature.gr/mpaoymgkartner-paul-auster/
1.11.24
Η Κατερίνα Ζαμαρία στο diastixo.gr για Τα Δώρα
Όταν είμαι –ή θέλω να είμαι– αισιόδοξος, τότε γράφω για παιδιά.
Όταν ονειρεύομαι μια επανάσταση, τότε γράφω για τους εφήβους.
Όταν φοβάμαι, τότε είναι που γράφω για τους ενήλικες.
Κι όμως, τελικά... Τίποτε από εμένα δε φαίνεται.
Έτσι συστήνεται ο Μάνος Κοντολέων στην ιστοσελίδα του στο διαδίκτυο. Με το τελευταίο παιδικό του βιβλίο, όμως, αφήνει μια μικρή χαραμάδα για να φανεί κάτι από εκείνον, προκειμένου οι αναγνώστες να γνωρίσουν ακόμα καλύτερα έναν από τους πολυγραφότερους και επιδραστικότερους Έλληνες συγγραφείς λογοτεχνίας για παιδιά – και όχι μόνον.
Πριν από 15 χρόνια ο Κοντολέων έγραψε τα Πολύτιμα δώρα, ένα βιβλίο που προσεγγίζει το είδος του παραμυθιού, προσδίδοντας σε αυτό πολλά επίπεδα ανάγνωσης για ένα κοινό διαφορετικών ηλικιών και απαιτήσεων (Α. Γιαννικοπούλου), αλλά και με τον ανάλογο μαγικό ρεαλισμό και την ποιητική που διέπουν τα κείμενά του (Γ. Παπαδάτος). Με αφορμή εκείνο το βιβλίο του, σε συνέντευξή του στα Επίκαιρα (11/12/2009), είχε δηλώσει: «Μπορεί ακόμα να διαβαστούν τα τρία αυτά κείμενα και ως ένα είδος αυτοβιογραφίας μου, αυτά που μου δώσανε οι γονείς μου είναι τα διαμάντια, όσα εγώ μόνος μου κατάφερα να δημιουργήσω είναι τα μαργαριτάρια, όλα όσα προσφέρω σε εκείνους που με αγαπούν και αγαπάω είναι τα σμαράγδια. […] Ξαφνιάζονται πολλοί πώς γίνεται ο ίδιος συγγραφέας να γράφει τόσο διαφορετικά πράγματα σχετικά με την ηλικία των αναγνωστών στους οποίους απευθύνεται. Μα είναι τόσο απλό. Υπήρξαμε όλοι παιδιά και έφηβοι. Φτάνει να θελήσουμε να συνομιλήσουμε με τους τοτινούς εαυτούς μας. Φτάνει να έχεις το θάρρος να επιστρέφεις σε ηλικίες που ήξερες να μη φοβάσαι τα όνειρα».
Λέγεται πως η «πατρίδα» του καθενός είναι η παιδική του ηλικία. Ο Μάνος Κοντολέων με Τα δώρα θα μοιραστεί με τους μικρούς του αναγνώστες εμπειρίες από τη δική του «πατρίδα». Στο νέο βιβλίο του, ως ένα είδος αυτοβιογραφίας, αποκαλύπτεται ο συγγραφέας Κοντολέων. Με λογοτεχνικούς όρους, Τα δώρα είναι ένα βιβλίο στο οποίο διακρίνει κάποιος στοιχεία αυτοαναφορικότητας, της διαδικασίας δηλαδή που υιοθετεί ένας δημιουργός προκειμένου να αποκαλύψει την τεχνική του, τα εκφραστικά του μέσα, τις ιδέες του ή τον εαυτό του ως λογοτέχνη.
Ο μικρός πρωταγωνιστής του βιβλίου, ο Μάρκος, εμφανώς είναι η persona του συγγραφέα. Μέσα από την τριτοπρόσωπη αφήγηση, ο ενήλικος αφηγητής θα βάλει τον αναγνώστη στο δωμάτιο του συγγραφέα, εκεί που γεννιούνται οι ιστορίες, προσπαθώντας να απαντήσει στο διαχρονικό ερώτημα μικρών και μεγάλων αναγνωστών, αλλά και θεωρητικών της λογοτεχνίας: «Πώς γίνεται κάποιος συγγραφέας;»
Ο Μάρκος, έντεκα περίπου χρονών, «μοναχοπαίδι – πάει να πει η μοναξιά του στο σπίτι βαριά. Κανένας φίλος μέσα στα δωμάτια». Ώσπου «μια μέρα στον κήπο ο Μάρκος βρήκε ένα νιογέννητο γατί – ίδιο τιγράκι έμοιαζε. Τα μάτια του – όταν μετά από λίγο καιρό θα τα άνοιγε […] “θυμίζουν νεφρίτη” είπε η μητέρα, κι όπως ήταν θηλυκό, ο Μάρκος το βάφτισε Νεφερτίτη».
Πάει πια η μοναξιά! Μαζί άρχισαν να εξερευνούν τον κόσμο. Ο κήπος, τα δέντρα, η γειτονιά γίνονται πεδίο ανακαλύψεων. Κι όταν γυρνούν στο σπίτι «ξεφυλλίζανε τις περιπέτειες του Μικρού Πρίγκιπα. Μαζί διαβάζανε τις ιστορίες που ενώνανε τα πλάσματα του κόσμου». Μοιράζονται τα πάντα, ακόμα και τα όνειρά τους. Όμως το μικρό γατάκι θα αρρωστήσει. Και κάποιο πρωί θα έρθει η ώρα του μεγάλου αποχαιρετισμού. Το ίδιο κιόλας απόγευμα ο Μάρκος «πήρε χαρτί και μολύβι και ξεκίνησε να γράφει. Κι έγραψε… Κι έγραψε… και κατάλαβε πως μια ολάκερη ζωή θα κρατούσαν τα δώρα που το γατάκι τού είχε κάνει».
Ο Μάνος Κοντολέων αποτελεί μία από εκείνες τις περιπτώσεις δημιουργών που, άσχετα με το ηλικιακό κοινό στο οποίο απευθύνεται, δημιουργεί άρτιες ιστορίες – νοηματικά, εκφραστικά, υφολογικά. Εν προκειμένω, με λόγο μεστό και ακριβόλογο, στον οποίο δεν περισσεύει ούτε λέξη, με μια αφηγηματική φωνή που γνωρίζει ότι απευθύνεται σε κοινό από τεσσάρων ετών και πάνω, με ισορροπία και μέτρο στη συναισθηματική φόρτιση που δημιουργεί η σχέση με ένα ζώο αλλά και η απώλεια, θα καταφέρει να μιλήσει για πολλά πράγματα. Για τη μοναξιά και τη φιλία, για τα όνειρα και τον χρόνο που περνά, για τους φόβους, τον πόνο, την ελπίδα, το παρόν και το παρελθόν, τη μνήμη, τη δημιουργία.
Στο τέλος του βιβλίου, ο Κοντολέων παραθέτει τα αποκόμματα από το περιοδικό Διάπλαση, εκεί που φιλοξενήθηκε τον Μάιο του 1960 η ιστορία του γατούλη Ποκοπίκου. Η ιστορία που υπήρξε το βάπτισμά του στη συγγραφική κολυμπήθρα. Η ιστορία που ξαναπλάθει (όχι πια με το ψευδώνυμο Αρχιδούξ, αλλά ως Μάρκος/Μάνος) για να τη μοιραστεί μαζί μας. Κυρίως, όμως, για να πει πώς μια απόπειρα γραφής μετουσιώνεται σε λογοτεχνία. Αλλά και τι είναι αυτό που οδηγεί κάποιον στο να μοιραστεί μια ιστορία του με όλους τους άλλους. Γιατί αυτά είναι τα δώρα που έκανε το μικρό γατάκι στον Μάρκο.
Mε ισορροπία και μέτρο στη συναισθηματική φόρτιση που δημιουργεί η σχέση με ένα ζώο αλλά και η απώλεια, θα καταφέρει να μιλήσει για πολλά πράγματα.
Ο Μάνος Κοντολέων είναι από εκείνους τους συγγραφείς που συνεχώς δοκιμάζουν τα λογοτεχνικά τους όρια. Έχοντας κερδίσει πλήθος διακρίσεων (μόνο το 2024, για το εφηβικό του βιβλίο Ποτέ πιο πριν τιμήθηκε με το Βραβείο του Ελληνικού Τμήματος της ΙΒΒΥ και το Βραβείο του λογοτεχνικού περιοδικού Ο αναγνώστης, ενώ αναγράφηκε και στη στήλη των White Ravens), έχοντας διαγράψει μια μεγάλη πορεία στον χώρο της λογοτεχνίας, με τούτο το βιβλίο είναι σαν να ρίχνει ένα βλέμμα πίσω, σε εκείνη τη στιγμή που έπιασε το νήμα της γραφής, που τόσο γερά κρατά. Τότε που «πήρε χαρτί και μολύβι και ξεκίνησε να γράφει. Κι έγραψε… Κι έγραψε…». Και που συνεχίζει να γράφει.
Κι επειδή οι πραγματικά καλές ιστορίες για παιδιά, με έναν μαγικό τρόπο, έχουν τη δύναμη να «συνομιλούν» και με το ενήλικο κοινό, Τα δώρα αποτελούν ένα κείμενο που καταδεικνύει όλα τα υλικά που οδηγούν στην καλλιτεχνική δημιουργία. Με πρώτο και καλύτερο την ικανότητα του δημιουργού να ξεφεύγει από τον μικρόκοσμό του, την ικανότητα να αφουγκράζεται τον κόσμο γύρω του. Να μετουσιώνει στιγμές, γεγονότα, συναισθήματα, ανάγκες σε λέξεις. Και να τις κάνει ιστορίες. Ο Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ στον Τελευταίο μεγιστάνα γράφει πως «αυτό για το οποίο ντρέπονται οι άνθρωποι γίνεται μια καλή ιστορία». Στο βιβλίο του Κοντολέων θα ανακαλύψουμε μια πλειάδα υλικών που οδηγούν σε μια καλή ιστορία. Κι αν το μικρό γατάκι έκανε στον Μάρκο/Μάνο το δώρο της γραφής, ο Μάνος/Μάρκος μάς χαρίζει ως αντίδωρο ένα ακόμα σπουδαίο βιβλίο.
Σε αγαστή συνεργασία με το κείμενο, οι εικόνες της Ιφιγένειας Καμπέρη. Το βιβλίο πολλά χρωστάει στις εικόνες της, που με μια πανδαισία χρωμάτων μάς ξεναγούν σε έναν κόσμο ενήλικης παιδικότητας. Η Καμπέρη εικονογραφεί με τον δικό της, ιδιαίτερο και αναγνωρίσιμο πια, τρόπο. Με εικόνες που ξεχωρίζουν για την παιδικότροπη προσέγγιση της ιστορίας, με εύρος στη χρωματική της παλέτα, με εικόνες που σηματοδοτούν ένα δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης της ιστορίας, αλλά και τη συμπληρώνουν. Εξαιρετικό εύρημα ο τρόπος που ενσωμάτωσε μέσα στις εικόνες τις επιλεγμένες από τον συγγραφέα λέξεις, με τις οποίες μας ξεναγεί σε καίριες στιγμές της παιδικής του ηλικίας. Με κεφαλαιογράμματη γραφή, η Ιφιγένεια Καμπέρη θα αναδείξει αυτές τις λέξεις που εμπεριέχουν τη διττή λειτουργία της λογοτεχνίας. Η μοναξιά και η φιλία, τα όνειρα και ο χρόνος που περνά, ο φόβος, ο πόνος, η ελπίδα, το παρόν και το παρελθόν, η μνήμη, η δημιουργία, δεν είναι μόνο η πηγή μέσα στην οποία βουτά την πένα του ο συγγραφέας. Είναι κι όλα αυτά μέσα στα οποία αναγνωρίζει ή αναζητά κι ο αναγνώστης ένα μέρος της δικής του ταυτότητας. Η οπτική αφήγηση της Καμπέρη ακολουθεί βήμα-βήμα την κειμενική του Κοντολέων, δημιουργώντας μια σχέση λογικής αλληλουχίας, νοηματοδοτώντας και ταυτόχρονα πηγαίνοντας την ιστορία ένα βήμα παρακάτω.
«Έζησα μέσα στα βιβλία. Τα αγάπησα και με αγαπήσανε. Ό,τι πιο δικό μου, ό,τι πιο πολύτιμο, σε βιβλία το βρήκα, σε βιβλία το έχω κρύψει», είχε δηλώσει παλιότερα ο Μάνος Κοντολέων. Αυτά «τα πολύτιμα» είναι οι τροφοδότες του έργου του αλλά και «τα δώρα» του στους αναγνώστες.
Κατερίνα Ζαμαρία 01 Νοεμβρίου 2024
Diastixo.gr
30.10.24
Ο Μάρκος τα λέει όλα στο Fractal
«Ένας ήρωας εντελώς εντεταγμένος μέσα στον σύγχρονο τρόπο ζωής»
Ο Μάνος Κοντολέων έχει πολλάκις αποδείξει ότι μπορεί να προσαρμόζει εξαιρετικά εύστοχα κάθε νέα συγγραφική του δουλειά στα προβληματισμούς των νέων της εκάστοτε εποχής. Πράγματι, από τότε που εμείς ήμασταν έφηβοι και διαβάζαμε μετά μανίας βιβλία του όπως «Το ταξίδι που σκοτώνει» ή το «Γεύση πικραμύγδαλου», πολλά έχουν αλλάξει για τους σημερινούς νέους-πολλά άλλα όμως, όπως τα ναρκωτικά ή οι νεανικοί έρωτες, θέματα των παραπάνω βιβλίων, έχουν παραμείνει ψηλά στη λίστα σχετικά με τους προβληματισμούς των νέων τότε, αλλά και σήμερα.
Παράλληλα, επομένως, με τα πονήματα που εξέδωσε τελευταία για τους ενήλικες, με θεματική σχετική με την Ελληνική Μυθολογία, ο Κοντολέων συνεχίζει να παρευρίσκεται στον χώρο της παιδικής και εφηβικής λογοτεχνίας, γράφοντας αυτή τη φορά ένα πόνημα το οποίο βρίσκεται εξαιρετικά κοντά στον τρόπο σκέψης και τους προβληματισμούς των σύγχρονων νέων.
Τί θα σκεφτόταν άραγε ένα παιδί που φοιτά στην πρώτη τάξη του γυμνασίου; Πού θα έγραφε τις σκέψεις του; Ποια θα ήταν τα θέλω του, ο κόσμος του; Τί θα το ενοχλούσε και τί θα του άρεσε στη σημερινή κοινωνία μας και στην οικογένειά του; Ποιες θα ήταν οι εμπειρίες του;
Όλα τα παραπάνω φιλοδοξεί να καταγράψει ο Κοντολέων μέσω του Μάρκου, ενός συμπαθέστατου μαθητή της πρώτης γυμνασίου που καταγράφει τις καθημερινές εμπειρίες του όχι σε ημερολόγιο, αλλά σε ένα blog στον υπολογιστή. Διότι φυσικά σήμερα ελάχιστα παιδιά θα κρατούσαν ένα παραδοσιακού τύπου ημερολόγιο, πολλά όμως θα κατέγραφαν ευχαρίστως τις σκέψεις και τις εμπειρίες τους στον υπολογιστή.
Blogger, follower, Netflix, wi fi, podcast, Y tube, videogeames, tablet, viber, grimy post, looser και άλλοι πολλοί τέτοιοι όροι συναντώνται μέσα στο βιβλίο του Κοντολέων, που δημιουργεί έναν ήρωα εντελώς εντεταγμένο μέσα στον σύγχρονο τρόπο ζωής. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο το πόνημά του είναι εξαιρετικά ευκολοδιάβαστο ακόμη και από παιδιά που δεν έχουν επαφή με τα βιβλία. Το εν λόγω πόνημα, επομένως, αποτελεί την καλύτερη πρόταση για να αρχίσει ένα παιδί το διάβασμα, ακόμη και αν δεν έχει διαβάσει ποτέ του.
Η αφήγηση που αφορά τις εμπειρίες του Μάρκου είναι δοσμένη με άφθονο χιούμορ και εντελώς προσαρμοσμένη στον τρόπο που βλέπει τον κόσμο ένα δωδεκάχρονο παιδί. Πρόκειται για αφήγηση που εστιάζει σε ευτράπελα γεγονότα που αφορούν την καθημερινότητα μιας σημερινής ελληνικής οικογένειας. Πρωταγωνιστής είναι φυσικά ο Μάρκος, ο μικρότερος αδελφός του ο Νέστορας, οι παππούδες, οι γιαγιάδες, ακόμη και ο γάτος της οικογένειας ο Σιλβέστρος. Ο παππούς που έχει τελειώσει τη Φιλοσοφική-είναι συνταξιούχος καθηγητής Φιλοσοφίας- και μιλά στην καθαρεύουσα αποτελεί τη φωνή από το παρελθόν που αποπειράται να γεφυρώσει το χάσμα μεταξύ των διαφορετικών γενεών.
Το βιβλίο αυτό, επομένως, πιο σύγχρονο από ποτέ, δεν καταρρίπτει τους δεσμούς με το παρελθόν. Ο Κοντολέων χρησιμοποιεί μεν το καθημερινό, απλό λεξιλόγιο που είναι απολύτως κατανοητό στα παιδιά, αλλά δεν διστάζει να προσθέσει και κάποιες λόγιες πινελιές που αποσκοπούν στο να μάθουν κάτι παραπάνω στο παιδί με εύληπτο και προσιτό τρόπο, δίχως όμως ίχνος διδακτισμού. Δεν είναι επίσης κακή ιδέα να διαβάσουν και οι ενήλικες το πόνημα αυτό προκειμένου να κατανοήσουν τον τρόπο σκέψης ενός δωδεκάχρονου. Συμπεραίνουμε, επομένως, πως ο κύριος Κοντολέων παραμένει παιδί βαθιά μέσα του, εφόσον μπορεί να ανατέμνει την παιδική ψυχολογία με τόσο επιτυχημένο τρόπο!
Λεύκη Σαραντινού
https://www.fractalart.gr/o-markos-ta-leei-ola/
28.10.24
Μαρίζα Ντεκάστρο "2194 ημέρες πολέμου"
Σκέψεις με την ευκαιρία ανάγνωσης ενός βιβλίου γνώσεων
Μαρίζα Ντεκάστρο
«2194 ημέρες πολέμου / 1 Σεπτεμβρίου 1939 -2 Σεπτεμβρίου 1945»
Εικόνες Αχιλλέας Ραζής
Εκδόσεις Μεταίχμιο
Το ηλιόλουστο πρωινό της 28ης Οκτωβρίου ξεκίνησα για τον καθιερωμένο περίπατό μου στους ήσυχους δρόμους του προαστείου όπου κατοικώ. Περπατούσα ενώ παράλληλα με το ακουστικό στο αυτί μου άκουγα μια εκπομπή στο ραδιόφωνο αφιερωμένη στην επέτειο της μέρας.
Ζεστή και πολυποίκιλη εκπομπή-με τραγούδια της εποχής που άλλα από αυτά αφορούσαν το Αλβανικό Μέτωπο, άλλα που είχαν να κάνουν με την καθημερινότητα των ανθρώπων που ζούσαν εκεί κάπου στα τέλη της δεκαετίας του ’30. Και παράλληλα σχολιασμοί που υπεύθυνου της εκπομπής -αναγνώσεις από μαρτυρίες ανθρώπων που ζήσανε την έναρξη του πολέμου, αποσπάσματα από δημοσιεύματα του τύπου.
Περπατούσα, σιγομουρμούριζα τα τραγούδια της Βέμπο, ονειροπολούσα με τη φωνή της Δανάης -έχω γεννηθεί μετά το τέλος του Β’ παγκόσμιου Πολέμου, αλλά τα πρώτα μου ακούσματα, ακόμα και οι σχετικές αναμνήσεις της εφηβείας μου είναι σε ένα μεγάλο βαθμό σφραγισμένα από τα όσα είχαν συμβεί κάπου κατά τη διάρκεια εκείνης της περιόδου της δεκαετίας ’35 –’45.
Μπορεί να μην είχα -εγώ και οι συνομήλικοί μου- ζήσει οι ίδιοι όλα εκείνα τα συμβάντα, αλλά οι αφηγήσεις των γονιών μας μας τα είχαν κάνει γνωστά.
Κι ενώ περπατούσα, σκέφτηκα πως σε κοντά δυο μήνες, θα έχουμε μπει σε μια νέα χρονιά και από το 1945 που ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος είχε τελειώσει μέχρι το 2025 που καταφθάνει συμπληρώνονται 80 χρόνια. Που σημαίνει πως τα σημερινά παιδιά είναι πάνω κάτω η τέταρτη γενιά μετά από εκείνη που ζούσε το 1945.
Σε αυτά τα παιδιά -τους ενήλικες της αυριανής μέρας- τι μπορεί να σημαίνει η Άννα Καλουτά που ερμήνευε τον ‘Τσολιά’ ή η Βέμπο όταν τραγουδούσε το ‘Βάζει ο Ντούτσε τη στολή του, μα και το τόσο ρομαντικό ‘Αγκαλιά εγώ κι εσύ’.
Τί μπορεί να σημαίνει -προχώρησε ανεξέλεγκτα η σκέψη- το Περλ Χάμπορ, η απόβαση στη Νορμανδία, η Δίκη της Νυρεμβέργης, η Χιροσίμα και το Ναγκασάκι* πόσο γνωρίζουν -έστω και σαν όνομα- πέρα από τον Χίτλερ και τον Τσώρτσιλ, το ποιος ήταν ο Ρόμελ, ο Μοντγκόμερυ, ο Στάλιν, ο δικός μας Μεταξάς, μα και ο Τσολάκογλου* το ανδραγάθημα των Γλέζου και Σάντα* και τη συμφωνία της Γιάλτας, όπως βέβαια και το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ ή το γιατί -σε όσους ζούνε στην Καλλιθέα- μια πλατεία εκεί τη λένε Πλατεία Δαβάκη;
Τα 80 χρόνια έχουν πλέον εξαφανίσει της προσωπικές μνήμες που μέσα στην οικογένεια και στα σοκάκια της γειτονιάς παίρνανε τη μορφή αφηγήσεων. Όλα αυτά είναι πλέον Ιστορία.
Μα την Ιστορία τη διδάσκουμε… Και όλοι γνωρίζουμε πόσο άνευρα, άψυχα και επιλεγμένα η Ιστορία διδάσκεται στους νέους.
Λυπάμαι, αλλά πρέπει να εκφράσω την άποψή μου πως το εκπαιδευτικό μας σύστημα δεν έχει καταφέρει -ίσως και να μην θέλει- να μετατρέψει μέσα στις αίθουσες διδασκαλίας το ιστορικό παρελθόν σε βιωμένη γνώση.
Αυτές ήταν οι σκέψεις μου καθώς ολοκλήρωνα τον περίπατό μου το πρωινό της 28ης Οκτωβρίου και σε λίγο, μέσα στο γραφείο μου, πήρα να διαβάζω το πλέον πρόσφατο βιβλίο της Μαρίζας Ντεκάστρο «2194 ημέρες πολέμου / 1 Σεπτεμβρίου 1939 -2 Σεπτεμβρίου 1945».
Βιβλίο για μεγάλα παιδιά που εντάσσεται στην κατηγορία Βιβλία Γνώσεων. Στην κατηγορία αυτή των βιβλίων η Μαρίζα Ντεκάστρο έχει να δείξει μια σημαντική όσο και ιδιαιτέρως εκτιμηθήσα συγγραφική πορεία. Τα βιβλία γνώσεων που έχει γράψει απλώνονται σε ένα ευρύ φάσμα πληροφοριών (ιστορικών, επιστημονικών, κοινωνικών, οικονομικών κ.α)
Και όπως όλα τα προηγούμενα έτσι και αυτό το τελευταίο διακρίνεται από την αισθητική του τελειότητα (μεγάλη στο τομέα αυτό η συμβολή των εικόνων του ζωγράφου Αχιλλέα Ραζή), τις τεκμηριωμένες πληροφορίες και κυρίως την εμπεδωμένη γνώση του πως μεταφέρεται μια πληροφορία σε ένα παιδί.
Η Ντεκάστρο βλέπει την Ιστορία ως ένα ολοκληρωμένο παζλ μικρότερων ιστοριών. Κι έτσι δίπλα στην αναφορά των γεγονότων, πλάι στην παρουσίαση των κεντρικών πρωταγωνιστών του Β’ παγκοσμίου Πολέμου, φροντίζει να στήσει τα συναισθήματα, τις μαρτυρίες απλών ανθρώπων. Γιατί τελικά είναι λάθος να μαθαίνει κανείς σε ένα παιδί πως το παρελθόν έχει σχηματισθεί μόνο από τις αποφάσεις εκείνων που καταγράφουν τα λεξικά ή βλέπουμε τα ονόματά τους σε οδούς και πλατείες. Συμμετοχή στα ιστορικά γεγονότα έχουμε όλοι μας -συμμετέχοντας ή όχι σε πράξεις* αντιδρώντας ή εκφράζοντας τις θέσεις μας.
Τελικά η Δημοκρατία -με όποια παραλλαγή κι αν έχει μέχρι σήμερα παρουσιαστεί- είναι και πρέπει να είναι πάντα μια συμμετοχική διαδικασία, όπως επίσης και μια αναλογική συνυπευθυνότητα. .
Γιατί δημοκρατία υπάρχει όπου υπάρχει και δηλώνει το παρών του ο πολίτης.
Κάτω από αυτό το σκεπτικό νομίζω πως πρέπει να διαβάζεται και αυτό το βιβλίο. Στην ουσία είναι μια εύστοχή και αποτελεσματική ευκαιρία να ανακαλύψουν τα σημερινά παιδιά και έφηβοι αυτά που έχουν διαμορφώσει στο παρόν και θα διαμορφώσουν το μέλλον του.
Τα βιβλία γνώσεων είναι ευκαιρίες επικοινωνίας ενηλίκων με ανήλικους. Και μέσα στην οικογένεια και μέσα στις τάξεις.
Οι συγγραφείς και οι εκδότες τα τελευταία χρόνια έχουν γράψει και εκδώσει ιδιαιτέρως σημαντικά βιβλία γνώσεων. Οπότε είναι πλέον στην ευθύνη των γονιών να τα φέρουν μέσα στο σπίτι τους και να τα συζητήσουν μαζί με τα παιδιά τους.
Μα επίσης ευθύνη -γιατί όχι και υποχρέωση;- της Πολιτείας αυτά τα βιβλία να τα προωθήσει μέσα στις αίθουσες διδασκαλίας και να εντάξει την ανάγνωση και των σχολιασμό τους μέσα στα σχολικά προγράμματα.
Η πλουραλιστική γνώση του χτες είναι βασική προϋπόθεση για η δημιουργία ενός υγειούς μέλλοντος.
Και τα βιβλία γνώσεων για παιδιά μπορούν να έχουν σημαντικό ρόλο σε μια τέτοια δημιουργία.
(890 λέξεις)
https://slpress.gr/politismos/2194-imeres-polemou-ta-paidia-mathainoun-gia-ton-v-pagkosmio-polemo/
24.10.24
Η Άντα Κατσίκη - Γκίβαλου για τα δυο πρόσφατα βιβλία μου
ΜΑΝΟΣ ΚΟΝΤΟΛΕΩΝ «Ο Μάρκος τα λέει …όλα!» και «Τα δώρα», εκδόσεις Πατάκη
Πριν λίγες μέρες έλαβα με το ταχυδρομείο δυο εκπληκτικά βιβλία του Μάνος ΚοντολέωνΜάνου Κοντολέων. Πρώτο κατέφθασε «Ο Μάρκος τα λέει …όλα!». Ένα εξαιρετικό βιβλίο, γεμάτο δράση, χιούμορ, περιπέτεια, αγωνία που κυριαρχούν σ’ ένα σπίτι χάρη στα δυο αγόρια με διαφορετικό χαρακτήρα που φέρνουν τα πάνω κάτω σε όλη τη διευρυμένη οικογένεια, γονείς και παππούδες.
Ο Μάνος Κοντολέων, άριστος γνώστης της παιδικής ψυχολογίας (μας το έχει δείξει ήδη εδώ και πολλά χρόνια με τον «Αδερφό της Ασπασίας» και τις συνέχειές του), καθώς και άριστος τεχνίτης της γλώσσας ασχολείται με την καθημερινή ζωή των δυο αυτών παιδιών σε ένα σύγχρονο τεχνολογικά περιβάλλον, ιδιαίτερα θελκτικό για το σημερινό μικρό αναγνώστη. Το βιβλίο αυτό «γράφεται» από τον Μάρκο, τον μεγάλο αδερφό που πάει στην α΄Γυμνασίου, στο προσωπικό του blog. Στην πραγματικότητα έχουμε ένα σύγχρονο ημερολόγιο γεμάτο γεγονότα και περιπέτειες, που αποκαλύπτουν στοιχεία της πραγματικής ζωής που πολλά παιδιά αναγνώστες αναγνωρίζουν στο δικό τους σπίτι. Η παιδική ματιά, κυρίαρχη, δεν αφήνει περιθώρια για διδακτισμούς, αντίθετα προωθεί την παιδική πρωτοβουλία και συμβάλλει στην παρουσίαση παιδιών ανεξάρτητων, με εμπιστοσύνη στον εαυτό τους, με προωπικότητα, τα οποία, παρά την παιδικότητά τους, εμφανίζουν σημάδια ωριμότητας που θα ζήλευαν και ενήλικοι. Η εικονογράφηση της Τέτης Σώλου με τα χαρακτηριστικά σκίτσα της αποτυπώνει στιγμές της καθημερινότητας της οικογένειας και ζωντανεύει με τις εκφράσεις των προσώπων τον χαρακτήρα των ηρώων.
Τον Μάρκο, λοιπόν, δεν πρόλαβα να τον απολαύσω καλά -καλά και να σου εμφανίζεται όχι ο ίδιος, αλλά πάντως ένας εντεκάχρονος Μάρκος (τυχαίο;) που κυριαρχεί στο βιβλίο του Κοντολέων «Τα δώρα». Ο τίτλος, προτού ανοίξω το βιβλίο, με παρέπεμπε στα «Πολύτιμα δώρα», ιδιαίτερο από κάθε άποψη παλαιότερο βιβλίο του Μάνου. Μόλις άνοιξα το βιβλίο, το διάβασα απνευστί μέσα σε λίγη ώρα και σκέφτηκα: Αυτό το βιβλίο δεν πρέπει να λείπει από κανένα σχολείο, όχι μόνο από το δημοτικό, στα παιδιά του οποίου κυρίως απευθύνεται, αλλά και από το Γυμνάσιο, καθώς και από τα Παιδαγωγικά Τμήματα των Πανεπιστημίων όπου διδάσκεται η Παιδική Λογοτεχνία. Ο Μάρκος ως Μάνος -φανερή persona του συγγραφέα - πρωταγωνιστεί στην αφήγηση που πηγάζει από το πρώτο δημοσίευμα του συγγραφέα: «Στο μικρό μου γατάκι», δημοσιευμένο στη «Διάπλαση των παίδων». Στο παιδικό βιβλίο "Τα δώρα" με θέμα τη μοναξιά ενός μικρού παιδιού η παρέα με το μικρό γατάκι στάθηκε η αφορμή ο Μάρκος να ωριμάσει και να μπορεί να αντιμετωπίζει καταστάσεις, όπως η συντροφικότητα, όνειρα,οι φόβοι η αρρώστια και ο θάνατος.
Το κυριότερο όμως σημείο του αφηγήματος είναι αυτό όπου από τη μοναξιά μεταβαίνει στη δημιουργία. Είναι αυτό το δεύτερο θέμα για το οποίο θέλησε να μιλήσει ο Κοντολέων. Οι τελευταίες φράσεις του κειμένου το ομολογούν : «Μια ολάκερη ζωή – τόσο θα κρατούσαν τα δώρα που το γατάκι του είχε κάνει. Του είχε προσφέρει την πρώτη του ιστορία. Τον είχε κάνει συγγραφέα». Με αυτά τα απλά λόγια μιλά ο Μάνος Κοντολέων στο μικρό παιδί με τρόπο άμεσα αντιληπτό για το πως γίνεται κανείς συγγραφέας, θέμα που έχει απασχολήσει όχι μόνο συγγραφείς αλλά και θεωρητικούς και μελετητές, παγκοσμίως. Η συμπερίληψη στο βιβλίο των πρώτων δημοσιευμάτων του Μάνου Κοντολέων είναι η απτή απόδειξη ότι η μοναξιά του μικρού Μάνου Κοντολέων μέσα από τη ζωή του με το γατάκι και τα όσα αυτό του πρόσφερε ήταν το κίνητρο για να ξεκινήσει το μακρύ ταξίδι της συγγραφής. Η εικονογράφηση του βιβλίου από την Ιφιγένεια Καμπέρη συμβάλλει καθοριστικά στην ανάπτυξη της ιστορίας.
Μη γελιόμαστε όμως. Τα δώρα των εμπειριών των παιδικών του χρόνων δεν θα ήταν ικανά να τον αναδείξουν σε έναν από τους μεγαλύτερους συγγραφείς όχι μόνο της παιδικής και εφηβικής λογοτεχνίας άλλά της λογοτεχνίας γενικώς, αν δεν συνοδεύονταν από το ταλέντο, τη θεωρητική γνώση, την αγάπη για τη λογοτεχνία ελληνική και ξένη, τη ματιά στη ζωή και στην κοινωνία που στάθηκαν οι τροφοδότες του έργου του.
Αγαπητέ μου Μάνο, συνέχισε με το ίδιο όραμα για τη γραφή και την ίδια αγάπη για τον άνθρωπο στον οποίο απευθύνεσαι!
23.10.24
Subscribe to:
Posts (Atom)







