7.12.24

Συνέντευξη στο femalevoice

1. Πόσο δύσκολο ήταν να περιγράψετε την απώλεια με τρόπο που να απευθύνεται σε παιδιά; -Η απώλεια μαζί με την πληγή στην ψυχή φέρνει και μια ενδυνάμωση της μνήμης. Το πρόσωπο που έφυγε από δίπλα μας υπήρξε σημαντικό για εμάς διότι μαζί του μοιραστήκαμε και βιώσαμε μεγάλες στιγμές, καθοριστικές για τη ζωή μας. Μπορείς κανείς, λοιπόν, αυτό ακριβώς να τονίσει σε ένα παιδί που θέλει να του περιγράψει την απώλεια. Συνηθίζω να λέω πως όσο κάποιον τον θυμόμαστε και μιλάμε για αυτόν, στην ουσία παραμένει δίπλα της. Μπορεί να μην τον βλέπουμε, να μην τον αγγίζουμε… Αλλά είναι δίπλα μας… Ακόμα περισσότερο -μέσα μας. 2. Ποια συναισθήματα θέλατε να προκαλέσετε στους αναγνώστες σας μέσα από την ιστορία; - Μα ακριβώς αυτό που πιο πριν σας είπα. Και κάτι ακόμα -το πόσο σημαντικό είναι όχι μόνο για ουσιαστικό λόγο να χαμογελάμε, αλλά και για εξίσου σημαντικό λόγο να δακρύζουμε. Η χαρά και η λύπη -το ‘γεια σου’ και το ‘αντίο’. Η ζωή όλων μας ανάμεσα στα δυο αυτά άκρα κινείται. Ας το μαθαίνουμε από τα πρώτα χρόνια της ζωής μας. 3. Υπάρχει κάτι ιδιαίτερο που θέλατε να εκφράσετε μέσω του χαρακτήρα της γάτας; - Όχι. Το γατί απλώς είναι το εύρημα για να αισθανθεί ο ήρωας όλα όσα αισθάνθηκε. Στην ουσία αυτό το γατί δεν είναι παρά ο ‘άλλος΄ που μας βοηθά να μετατρέψουμε το ‘εγώ’ στο ‘εμείς’. 4. Πώς επιλέξατε να παρουσιάσετε το παιδί και την αντίδρασή του στην απώλεια; - Εννοείται πως επέλεξα αυτήν την ίδια την ιστορία που αφηγήθηκα; Μα δεν έκανα τίποτε περισσότερο παρά να αφηγηθώ όσα είχα εγώ ο ίδιος ως παιδί είχα ζήσει. Βέβαια τα αφηγήθηκα βασισμένος όχι μόνο στα όσα θυμάμαι πως είχα τότε αισθανθεί, αλλά και με την ερμηνεία που ως ενήλικος πλέον τους δίνω. Να το πω με άλλα λόγια -αφήγηση με τη βοήθεια μιας ενήλικης παιδικότητας. Μόνο αυτήν γράφονται καλά βιβλία για παιδιά… Για παιδιά και όχι μόνο 5. Ποιος ήταν ο μεγαλύτερος στόχος σας με τη διαδρομή αυτής της σχέσης; - Η σχέση μου με εκείνο το μικρό γατί κράτησε στην ουσία κάποιους μήνες. Αλλά επηρέασε όλη μου την ζωή. Μια διαδρομή που στην ουσία ακόμα συνεχίζεται. Μα πολλούς ακόμα άλλους συνεπιβάτες. 6. Το τέλος της ιστορίας αφήνει περιθώρια για ελπίδα; Πώς αντιμετωπίζει το παιδί την απώλεια; - Δεν είναι τόσο αν αφήνει ή όχι περιθώρια για ελπίδα, όσο το ότι ανοίγει όλα τα παράθυρα στην αισιοδοξία. Γιατί -σκεφτείτε το!- για ποια απώλεια μιλάμε; Έχουν περάσει κοντά εξήντα χρόνια και ακόμα συζητάμε για εκείνο το γατάκι. Στέκεται δίπλα μας και καθορίζει την κουβέντα μας. 7. Ποιος είναι ο ρόλος της αγάπης και των αναμνήσεων στο να ξεπεράσει κανείς την απώλεια; - Ο άνθρωπος είναι το μόνο πλάσμα στον πλανήτη μας που διαθέτει μνήμη. Πάνω σε αυτήν την ιδιότητα χτίστηκε όλος ο πολιτισμός μας. Γιατί μπορεί όλοι μας να φοβόμαστε τον δικό μας θάνατο και τον θάνατο των αγαπημένων άλλων, αλλά επίσης όλοι μας και από τα πρώτα, πρώτα χρόνια της ζωής μας γνωρίζουμε πως θα συμβεί κάτι τέτοιο. Αυτά τα δυο ακραία συναισθήματα τα συμφιλιώνουν κατά κάποιον τρόπο οι αναμνήσεις. 8. Θεωρείτε ότι η απώλεια ενός ζώου είναι καλή ευκαιρία για να μάθει ένα παιδί για την έννοια του θανάτου; - Πάντα ήταν. Και μάλιστα σε εποχές που ο άνθρωπος από τη μικρή του ηλικία εντάσσονται μέσα στη καθημερινότητα της Φύσης. Τώρα όλοι ζούμε -και μαζί με εμάς και τα παιδιά μας- μέσα στην ψευδαίσθηση ενός κελύφους προστασίας. Λάθος -τόσο εμείς οι ενήλικες μένουμε απροστάτευτοι, μα και τα παιδιά μας τα μεγαλώνουμε χωρίς βασικά εφόδια ουσιαστικής και με περιεχόμενο επιβίωσης. 9. Αν μπορούσατε να γράψετε μια συνέχεια, πώς θα εξελισσόταν η ζωή του παιδιού μετά την απώλεια της γάτας; - Δεν χρειάζεται να τη γράψω. Την έχω ζήσει. 10. Αν η γάτα είχε «φωνή» στην ιστορία, τι πιστεύετε ότι θα ήθελε να πει στο παιδί πριν φύγει; - Πολλές φορές για τα πλέον σημαντικά μας συναισθήματα δεν μιλάμε. Απλώς τα δείχνουμε. https://femalevoice.gr/o-manos-kontoleon/

4.12.24

«H έμπνευση και η γέννηση ενός συγγραφέα»

«H έμπνευση και η γέννηση ενός συγγραφέα» Είναι γνωστό ότι Κοντολέων πολλά χρόνια τώρα δημιουργεί με επιτυχία βιβλία για όλες τις ηλικίες: για ενηλίκους, για εφήβους, για παιδιά. Τονίζω τη λέξη επιτυχία, γιατί έχει αποδειχτεί ότι αναγνωρισμένοι συγγραφείς της «ενήλικης» λογοτεχνίας, στην προσπάθειά τους να γράψουν για παιδιά, μάλλον δεν έχουν την ίδια τύχη. Τούτο δείχνει το πόσο δύσκολο εγχείρημα αποτελεί η σχετική συγγραφή. Αρκετά από τα βιβλία του Κοντολέων είναι διηλικιακά κι είναι εκείνος που, ως υπεύθυνος για την επιλογή νεανικών βιβλίων στις εκδόσεις Πατάκη, είχε προτείνει για μετάφραση σειρά εφηβικών μυθιστορημάτων, τα περισσότερα crossover, ήδη από τη δεκαετία του 90. Μυθιστορήματα που ώθησαν περαιτέρω και την εγχώρια λογοτεχνική παραγωγή με σχετικά βιβλία για εφήβους. Τα δε βιβλία του για πολύ μικρά παιδιά διαβάζονται ευχάριστα από τους ενήλικες κι είναι σαν να «υπαγορεύουν» μια ατμόσφαιρα συνανάγνωσης στην οικογένεια ή στη σχολική τάξη. Το πρόσφατο «Τα Δώρα», στον πυρήνα του, κρύβει την έννοια της έμπνευσης που μπορεί να ξεκινήσει από συγκεκριμένη πηγή γεμάτη αισθήματα και αισθήσεις. Σε πολλά βιβλία του ο Κοντολέων είναι αυτοαναφορικός, κυρίως με την έννοια ότι αποκαλύπτει στοιχεία της συγγραφικής του πορείας αλλά και τα εργαλεία της τέχνης του. Εδώ με έναν αποκαλυπτικό και συνάμα δημιουργικό τρόπο, φανερώνει ίσως το πιο εμβληματικό στοιχείο για έναν δημιουργό: την αφορμή της δημιουργίας του ως συγγραφέας. Βέβαια, δεν μπαίνει καν το ερώτημα αν ο ίδιος θα γινόταν συγγραφέας χωρίς το συγκεκριμένο στοιχείο. Ένα ηφαίστειο ακόμη κι αν εμποδιστεί, θα εκραγεί. Αλλά στο βιβλίο μιλάμε για τον Μάρκο όχι για τον …Κοντολέων. Ή για τη Νεφερτίτη και όχι για τον …Ποκοπίκο, όπως θα δούμε στη συνέχεια. Είναι το συγγραφικό παιχνίδι ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη φαντασία… Ή ανάμεσα στο «Τίποτα από εμένα δεν φαίνεται», το moto του Κοντολέων. Από τη θεωρία είναι γνωστό ότι ένα βιβλίο λειτουργεί πάντα σε τρία αλληλοσυνδεόμενα περιβάλλοντα: στο πριν της συγγραφής, στη συγγραφή, στο μετά τη συγγραφή. Έτσι, ο Κοντολέων μάς δεικνύει το «πριν» πληροφορώντας μας για την εμπειρία που είχε ο μικρός μοναχικός Μάρκος, η περσόνα του, δηλαδή, με ένα γατάκι, τη Νεφερτίτη, περσόνα του Ποκοπίκο, το οποίο στη συνέχεια μέχρι που έφυγε από τη ζωή τον γέμιζε με δώρα, που αργότερα θα τα βρει στη ζωή του και θα τα αποτυπώσει στα βιβλία του, παράλληλα, προσφέροντάς τα στους αναγνώστες και στις αναγνώστριες. Γιατί με αφορμή την αναχώρηση της Νεφερτίτης, ο μικρός Μάρκος έγραψε το πρώτο του κείμενο με ήρωα το γατάκι Ποκοπίκο, το οποίο δημοσίευσε, στο μακρινό 1960, με το ψευδώνυμο «Αρχιδούξ» στο περιοδικό Διάπλασις των Παίδων. Στο τέλος του βιβλίου παρατίθεται τα κείμενο μαζί με δύο άλλα που είχε δημοσιεύσει στο ίδιο περιοδικό, κείμενα που «προαναγγέλλουν» τον μελλοντικό συγγραφέα. Επίσης, υπάρχει και όλη η ιστορία, τώρα, σε πρώτο πρόσωπο μαζί με άλλες πληροφορίες για το πρώτο συγγραφικό εγχείρημά του. Στις εικόνες της Ιφιγένειας Καμπέρη αναδύονται ωσάν να μιλούν, τα συναισθήματα που προκαλούνται από τη σχέση αγάπης των δύο φίλων, τα οποία αποκρυπτογραφώντας την υπόθεση αυτής της ευαίσθητης ιστορίας και στοχεύοντας προς το μέλλον, μεταβιβάζονται και στον αναγνώστη, όπως: συντροφιά, μέλλον, ανακαλύψεις, φιλία, σχέση, φόβοι, πόνος, προσμονή, ελπίδα, απώλεια, αποχαιρετισμός, μνήμη, απόφαση, ανταπόδοση και τέλος: δημιουργία. Η τελευταία λέξη κλείνει το μάτι στον αναγνώστη, για το «μετά». Κι όταν βλέπω «ανοιχτά βιβλία» θα πω ότι, παρόλο που το συγκεκριμένο είναι βραχείας έκτασης, εντούτοις παραπέμπει σε πολλές σύνθετες αλλά και απλές χρήσεις. Ας πούμε, στο πανεπιστήμιο σε μαθήματα, όταν τα περικειμενικά-αυτοαναφορικά στοιχεία ξεκλειδώνουν περαιτέρω την κύρια υπόθεση, αλλά και ότι το κάθε βιβλίο, πραγματώνεται πέρα από τις σελίδες του, διαφορετικά από κάθε αναγνώστη και σε κάθε περίπτωση είναι πλουσιότερο από τις ατομικές του πραγματώσεις. Επίσης, το βιβλίο μπορεί να χρησιμοποιηθεί, ιδίως στο σχολείο της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, για παρακίνηση των παιδιών στη δημιουργική γραφή και για την ανάπτυξη της ζωοφιλίας μέσα από τις προτιμήσεις τους για διάφορα ζώα. Όπως επίσης, τα παιδιά, μπορούν να στείλουν επιστολές σε συγγραφείς με το ερώτημα τι τους ώθησε, ώστε να ασχοληθούν με τη συγγραφή. Άλλωστε το συγκεκριμένο ερώτημα είναι σύνηθες των παιδιών προς τους συγγραφείς κατά τις επισκέψεις τους στα σχολεία. Άλλο ένα βιβλίο, λοιπόν, του Κοντολέων με πολλαπλές προεκτάσεις. *Ο Γιάννης Σ. Παπαδάτος είναι συγγραφέας, κριτικός, τ. πανεπιστημιακός https://www.fractalart.gr/manos-kontoleon-ta-dora/

1.12.24

Μάνος Κοντολέων. Ο επιδέξιος ζωγράφος της εφηβείας

Μάνος Κοντολέων. Ο επιδέξιος ζωγράφος της εφηβείας Δεν του απάντησα. Καμιά φορά το να σωπαίνεις είναι σοφότερο του να απαντάς - συμβουλή της γιαγιάς μου (αυτής που μένει στον κάτω όροφο). Προτίμησα να κλείσω τη σύνδεση μ' ένα άντε γεια! Περί τίνος πρόκειται Ο έφηβος είναι διαχρονικό σύμβολο. Είναι ο αναδυόμενος άνθρωπος, ο ενήλικας που υφαίνεται από τα άπαυστα ελάσματα της φύσης, στέκοντας σαν αγαλμάτινος κολοσσός με το ένα πόδι του στη δύση της παιδικής ηλικίας και το άλλο στην ανατολή της ενηλικίωσης και της νεότητας. Οι έγνοιες του διατρέχουν τις εποχές εγκάρσια. Οι κώδικές του κρύβονται σε παρόμοια κρησφύγετα και απαιτούν συναφείς προσεγγίσεις αποσυμβολοποίησης, ανεξαρτήτως εποχών. Αυτό το σύμβολο, είτε στην πρώιμή του αποτύπωση, στην ανάδυση, είτε στο περβάζι της ενηλικίωσης, ο Μάνος Κοντολέων αποδεδειγμένα, μέσα από πλήθος βιβλίων, το γνωρίζει όπως ελάχιστοι ομότεχνοί του παγκοσμίως. Το γνωρίζει γιατί διατήρησε το ανοιχτό βλέμμα προς αυτές τις ηλικίες, όσο κι αν απομακρύνθηκε χρονικά ο ίδιος. Το γνωρίζει γιατί πυρπολείται από ιδέες, μακριά από βεβαιότητες και η ιδιοσυγκρασία του, βρίσκεται συχνά εγγύτερα σε εκείνη την ηλικία παρά στη δική του τωρινή βιολογική. Η χρήση ναρκωτικών, η αναζήτηση του εαυτού και του άλλου, η συνάντηση του εγώ με την ετερότητα, ο αυτοπροσδιορισμός, η ενηλικίωση, οι εσωτερικές και ευρύτερες συγκρούσεις, οι διαγενεακές σχέσεις, οι έμφυλες διερευνήσεις, είναι ζητήματα τα οποία ο επιδέξιος τεχνίτης του λόγου Μ. Κοντολέων ιχνηλάτησε και ανέδειξε, ρίχνοντας φως με λέξεις, χαρακτήρες και πλοκή που προχώρησαν τη λογοτεχνία για εφήβους σε ψηλά σκαλοπάτια, όχι μόνο στην εγχώρια παραγωγή. Ο Κοντολέων, παρότι δεν άφησε τις ιστορίες του να διαβούν το κατώφλι των λογοτεχνικών ή καλύτερα των εκδοτικών τάσεων, κατόρθωσε να μένει πάντα κοντά στην επικαιρότητα, ενίοτε και προφητικά μιλώντας. Μα και όταν έδειχνε ανεπίκαιρος, εκείνος χάραζε par excellence ιστορίες που εγκιβώτιζαν υποδειγματικά τον διαχρονικό ψυχισμό των εφήβων: μετέωροι, εύθραυστοι, εκρηκτικοί, επιταχυντές συναισθημάτων, ασύμμετροι, ονειροπόλοι, ετερόφωτοι που παλεύουν για την αυτοφώτιση, βόμβες έτοιμες να εκραγούν από θυμό, οργή, επαναστατικότητα, σεξουαλικότητα. Στο παρόν βιβλίο, Ο Μάρκος τα λέει… όλα! το ύφος είναι γλαφυρό, παραστατικό, η γλώσσα ζωντανή, ανάλαφρη, με το δικό της ειδικό βάρος, χιουμοριστική, χαριτωμένη, απολύτως συμβατή με τον σημερινό προέφηβο και αναδυόμενο έφηβο, με αρκετές ξένες λέξεις που έχουν στεριώσει γρήγορα στην καθημερινότητα και την επικοινωνία παιδιών και όχι μόνο, παγκοσμίως (Blogger, followers, bye buddies, podcast, youTube, post, grimy, viber, horror movie, cool, instagram, TikTok), από το βαθύ οπλοστάσιο της τεχνολογίας, των social media και των διεθνοποιημένων κωδικών αλληλεπίδρασης. Η πρώτη σύσταση του Μάρκου είναι επαρκής και ξεκάθαρη. Εδώ και έναν μήνα ξεκίνησε το γυμνάσιο - αυτή είναι η χωροχρονική του εκκίνηση- και ύστερα από λίγο αποφάσισε να φτιάξει ένα blog, μέσα από το οποίο μας αφηγείται σε πρώτο πρόσωπο. "Δεν είμαι πορωμένος για βαθμούς, δεν έχω κόλλημα με τα video games (όχι με όλα τουλάχιστον), δε γουστάρω όλες τις σειρές του Netflix, μου αρέσουν τα καλά παιχνίδια στρατηγικής, ξέρω τις σημαίες όλων των κρατών και το βάρος όλων των δεινοσαύρων. Φανατικός follower στα ντοκιμαντέρ στο YouTube — κυρίως σε όσα δείχνουν τα μυστικά του διαστήματος, αλλά και σε κάποια άλλα, όπως, για παράδειγμα, σ' εκείνα που γυρίστηκαν σε μέρη μακρινά, στον Αμαζόνιο ή στους Πόλους". Από εκεί ξετυλίγεται ένας ήρωας, άρτια αποτυπωμένος, οικοδομημένος στο τώρα, ο οποίος ακολουθεί ξεκάθαρα τη δική του εποχή, προσπαθώντας να διατηρήσει, μέσα στην επιθετική μονοχρωμία της, τα δικά του χρώματα, κάποια παιδικότητα, κάποια ανεμελιά. Το τετράδιο του παππού με τις σημειώσεις στην καθαρεύουσα, έγινε για τον Μάρκο blog στη σημερινή δημοτική, οι λέξεις, οι τρόποι έκφρασης, η ίδια η γλώσσα, οι συνθήκες, άλλαξαν, από λίγο έως πάρα πολύ, η βαθύτερη, ωστόσο, επικράτεια των αναδυόμενων εφήβων έμεινε στέρεη, αμετάβλητη, αγεωμέτρητη και τόσο κοντά, ανά τις δεκαετίες και τους αιώνες. Ο συγγραφέας δια μέσω του Μάρκου και του παππού του αποτυπώνει αυτό το πολιτισμικό και τεχνολογικό χάσμα γενεών που μοιάζει διπλό και τρίδιπλο σε σχέση με παλαιότερα ηλικιακά δίπολα. Γιατί ο κόσμος και η γενιά του Μάρκου έχουν τρέξει πάρα πολύ γρήγορα πια, τα data και η γνώση έχει δεκαπλασιαστεί σε ελάχιστο χρόνο, σχεδόν όσο όλους τους αιώνες πριν. Τι θίγει όμως ο Κοντολέων μέσα από τη ροή λόγου του Μάρκου πέρα από τέτοια χάσματα; Είναι η σημασία της επικοινωνίας μέσα στη σύγχρονη οικογένεια και οι συγκρούσεις που λαμβάνουν χώρα εντός και εκτός του παιδιού αυτής της ηλικίας. Είναι η δομή της σκέψης του, οι αγωνίες, οι φόβοι, οι αντιφάσεις, ένα ολόκληρο περίγραμμα 12χρονου ανθρώπου σε ανάπτυξη που σμιλεύεται μέσα από το διαδικτυακό αυτό ημερολόγιο. Όσα χρόνια κι αν περάσουν, όσο κι αν αλλάξουν οι εποχές ή αν βιαστούν τα παιδιά να μεγαλώσουν, οι μαγικές λέξεις που σπιτώνονται και φυλλορροούν μέσα σε κάθε προσωπικότητα είναι η αποδοχή, η αναγνώριση, η κατανόηση, η αγάπη, η εμπιστοσύνη, η ειλικρίνεια, η πίστη, η φιλία, η συμπόρευση. Είναι οι ανθρώπινες σχέσεις που δομεί ένα παιδί, έωλα ή στέρεα. Είναι τα συναισθήματα που δεν εγκλωβίζονται σε μονοδρομημένες κατευθύνσεις, αλλά είναι πολυποίκιλα, ευμετάβλητα, αμφίσημα, αχαρτογράφητα συχνά. Ο Μάρκος τα λέει όλα, γιατί ο νέος άνθρωπος που εκπροσωπεί έχει απασφαλίσει, το δάχτυλο βρίσκεται στον υποφυλακτήρα της σκανδάλης, ψάχνει τη θέση του στον κόσμο, τον μικρόκοσμο και τον μεγάκοσμο και στην αναζήτηση διαρρέει σκέψεις άτακτες, ανάγκες ασχηματοποίητες μα και πρόδηλες. Ο Μάρκος προσπαθεί να επικοινωνήσει, να ακουστεί, να πει εκείνα που οι μεγάλοι αρνούνται ή αδιαφορούν να ακούσουν, όσα δεν προλαβαίνουν ή θεωρούν επουσιώδη. Μέσα από ευτράπελα περιστατικά της καθημερινότητας ο Μ. Κοντολέων, πιστός στις λογοτεχνικές αρχές που θεμελίωσε με τόλμη και συνέπεια 45 χρόνια τώρα, προσκαλεί τον αναγνώστη να περάσει ευχάριστο αναγνωστικό χρόνο, αφού δεν φιλοδοξεί να του διδάξει, να του υποδείξει, να νουθετήσει, αλλά του παραδίδει έναν ήρωα προς ταύτιση, γήινο, απλό, προσιτό, στο μέτρο και το ύψος του, με έναν μικρότερο αδερφό, με έναν παππού συνταξιούχο καθηγητή φιλοσοφίας, μαθητή, με φίλους, με κατοικίδιο. Η αφήγηση του Μάρκου, φυσική, ρέουσα, ιεραρχεί τις όψεις, απόψεις και κατόψεις του, την ίδια ώρα που ο Κοντολέων υπαινίσσεται μέσα από την απλότητα και τους αφηγηματικούς του δακτύλιους αισθητική, αξιακό κώδικα και ανθρωποκεντρισμό, δίχως να παραχωρεί το ελάχιστο από το λογοτεχνικό βάθος του. Στην εικονογράφηση, με κομίστικα σχέδια και ανάλαφρη διάθεση η έμπειρη και καταξιωμένη Τέτη Σώλου. Για αναγνώστες από 9-10 περίπου ετών. Εκδόσεις Πατάκη. Απόστολος Πάππος www.elniplex.com

24.11.24

Μίρτσεα Καρταρέσκου «Τραβεστί»

Μετάφραση Άντζελα Μπράτσου Εκδόσεις Καστανιώτη Ο Μίρτσεα Καρταρέσκου είναι ένας από τους πλέον γνωστούς -και με το δικό του συγγραφικό ύφος- ρουμάνους συγγραφείς. Ποιητής, πεζογράφος, δοκιμιογράφος και κριτικός, γεννήθηκε στο Βουκουρέστι το 1956. Στο πανεπιστήμιο της ίδιας πόλης σπούδασε Φιλολογία και διδάσκει εκεί ως καθηγητής. Στην Ελλάδα τον έκαναν γνωστό οι Εκδόσεις Καστανιώτη πρώτα με την κυκλοφορία του σπονδυλωτού μυθιστορήματος «Νοσταλγία» (έργο που γράφτηκε το 1993, και που στη χώρα μας κυκλοφόρησε του 2021) και εφέτος με το μυθιστόρημα «Τραβεστί» (στη Ρουμανία είχε κυκλοφορήσει το 1994). Με αρκετά μεγάλη καθυστέρηση, λοιπόν, το ελληνικό αναγνωστικό κοινό γνώρισε αυτόν τον τόσο ιδιόρρυθμο συγγραφικά ρουμάνο συγγραφέα. Και χαρακτηρίζω τον Μ.Κ. συγγραφικά ιδιόρρυθμο γιατί ο τρόπος που χρησιμοποιεί την γλώσσα για να μεταφέρει ιδέες και να περιγράψει πλοκή και χαρακτήρες έχει ένα εντελώς δικό του αποτύπωμα. Όπως για παράδειγμα η περιγραφή του ερωτισμού στην περίοδο της εφηβείας: «Αποδεχόμασταν με φυσικότητα ένα αθώο ερωτισμό, σα να υπήρχαν τρία φύλα κι όχι δύο, σε εμβρυακή κατάσταση. Στην κοιλάδα η σκέψη γινόταν έρωτας κι ο έρωτας στοχασμός… Το μεσημέρι σηκωνόμασταν βρεγμένοι από τα χόρτα, τινάζαμε τα μερμήγκια και τις πασχαλίτσες από τα ρούχα μας και παίρναμε τον δρόμο της επιστροφής. Καθόμασταν στον λόφο, που δονούνταν κι έτρεμε κάθε φορά που περνούσε κανένα φορτηγό TIR ή κάποιο τρακτέρ* ήταν σαν να υπήρχε ζωντανή και αισθησιακή σάρκα κάτω από το στρωμένο με γρασίδι φλοιό της γης» Πίσω από τις προσεχτικά δομημένες εικόνες, το ίδιο προσεχτικά ό Μ. Κ. κρύβει και ένα από τα πολλά άλλα ίχνη που ο αναγνώστης πρέπει υπομονετικά να μαζέψει για να φτάσει -στις τελευταίες πλέον σελίδες- να ανακαλύψει την εξήγηση του τίτλου. Αντιγράφω αποσπάσματα από το οπισθόφυλλο της έκδοσης: «Ο Βίκτωρας έχει γίνει ένας άνθρωπος αντικοινωνικός, ένα συγγραφέας βασανισμένος από το τρικυμιώδες μυαλό του… Απομονώνεται και καταφεύγει σε μια εξοχική κατοικία στα Καρπάθια Όρη… για να ξορκίσει την εμμονή που τον καταδυναστεύει» Πάνω σε αυτόν το βασικό καμβά θα στηθεί όλο το μυθιστόρημα. Και ο αναγνώστης θα παγιδευτεί σε έναν ιστό αφήγησης ίδιο με ιστό γιγαντιαίας αράχνης -άλλωστε και μια τερατώδης αράχνη θα είναι μόνιμος εφιάλτης του κεντρικού χαρακτήρα που οι αφηγήσεις του θα απευθύνονται προς τον ίδιο του τον εαυτό και θα είναι μια συνεχής εναλλαγή από το παρόν των Καρπαθίων σε μια κατασκήνωση του τέλους της εφηβείας του. Ο ενήλικος Βίκτωρας μέσα στην επιλεγμένη απομόνωσή του θα σημειώσει: «Ήμουν τελειωμένος, παγιδευμένος, είχα προδώσει εκείνον που ήμουν πριν δεκαεφτά χρόνια… Η ωριμότητα με βασανίζει και με αηδιάζει» Δηλώνει την αποτυχία να ολοκληρωθεί το όνειρο της εφηβείας –«ένα βιβλίο που δεν ήταν μόνο δημιούργημα του μυαλού μου αλλά και έκκριση αδένων, φλέμματα πτυόμενα από τους πνεύμονές μου, στυμμένα από τους όρχεις μου και εκσπλαχνισμένα από την κοιλιά μου για να χύνονται στα έντερα μου» Σίγουρα υπάρχει ένα εσωτερικό μυστικό που απαιτεί να φανερωθεί καθώς ο ίδιος ο Βίκτωρας προσπαθεί να το καταγράψει, ενώ την ίδια στιγμή αναγνωρίζει πως… «Είμαι ένα με το κείμενο που κόλλησε στο σώμα μου και με δηλητηριάζει» Οι μέρες της κατασκήνωση της εφηβείας πρέπει να ήταν αυτές που κατά τη διάρκειά τους άρχισε η πορεία της συνειδητοποίησης εκείνου που στην παιδική ηλικία είχε γίνει προσπάθεια να αποκρυπτεί. Να σκεπαστεί έτσι ώστε να δοθεί η ευκαιρία να ζήσει το ενήλικο πρόσωπο ευτυχισμένο. Αλλά «δεν υπάρχει μεγαλύτερο μαρτύριο και χειρότερη κόλαση από την ευτυχία» Ναι, ο Βίκτωρας, αυτός ο επιτυχημένος συγγραφέας, έχει έρθει η στιγμή «που πρέπει να αγνοήσει τις ψεύτικες στοές του σεξουαλικού έρωτα και να επιστρέψει στον εαυτό του να είναι ταυτόχρονα άντρας και γυναίκα και να κάνει έρωτα εγκεφαλικά, μόνος με τον εαυτό του. Στον εγκέφαλο βρίσκεται το πραγματικό φύλο» Το μυθιστόρημα «Τραβεστί» είναι μια βαθιά όσο και δαιδαλώδης καταβύθιση στην ύπαρξη μιας εφηβείας που αναζητά την απόλυτη ιδιαιτερότητα μιας ταυτότητας, ενώ παράλληλα περιγράφει τις σκοτεινές διαδρομές που συχνά έχουν οι καλλιτεχνικές εκφράσεις. Κείμενο που στηρίζεται εξολοκλήρου στη δυναμική που μπορεί να αποχτήσουν οι λέξεις όταν απροσδόκητα συνενώνονται σε φράσεις και αυτές σε παραγράφους. Και επίσης κείμενο που δηλώνει την απόλυτη εμπιστοσύνη του στη δύναμη του γραπτού λόγου, μιας και αυτός είναι που φέρνει στην επιφάνεια ότι είχε σκεπαστεί, αυτός είναι που καλωσορίζει το νέο και με απόλυτη βεβαιότητα εξαφανίζει το σαπισμένο παλαιό. ΕΞΑΦΑΝΙΣΟΥ -η τελευταία λέξη του μυθιστορήματος. Που μπορεί όμως και να διαβαστεί ως -ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΟΥ. Η μετάφραση από τα ρουμανικά της Άντζελα Μπράτσου κατάφερε να φέρει στη γλώσσα μας όλο τον σύνθετο πλούτο των εκφράσεων του Καρταρέσκου Βιβλιοδρόμιο, 23/11/2024 (726 λέξεις)

20.11.24

Κυριάκος Χαρίτος 'Το Μεταξένιο'

Κυριάκος Χαρίτος «Το μεταξένιο» Εικονογράφηση: Βασίλης Κουτσογιάννης Εκδόσεις Μεταίχμιο Τα βιβλία με πολύχρωμη εικονογράφηση και σύντομο κείμενο ολοένα και περισσότερο γίνονται δημοφιλή, όπως ολοένα και περισσότερο μπορούν να αξιώσουν την απαίτηση να χαρακτηρίζονται ως μικρά έργα Τέχνης. Ασφαλώς και αυτό οφείλεται στο ότι οι σύγχρονοι εικονογράφοι πέρα από το ταλέντο που ο καθένας μπορεί να διαθέτει, έχουν στα χέρια τους και μια μεγάλη γκάμα εργαλείων που η τεχνολογία τους προσφέρει. Θα έλεγα πως το ιδανικό εικονογραφημένο βιβλίο είναι εκείνο που τόσο την εικονογράφησή του, όσο και το κείμενό του το υπογράφει ο ίδιος άνθρωπος. Στο εξωτερικό κάτι τέτοιο είναι ιδιαιτέρως σύνηθες. Στη χώρα μας, αν και αρκετές φορές το έχουμε δει, στην ουσία δεν είναι ο κανόνας. Τα περισσότερα εικονογραφημένα βιβλία έχουν δυο δημιουργούς -συγγραφέα και εικονογράφο. Και στο σημείο αυτό είναι που παρατηρεί κανείς πως στα περισσότερα βιβλία αυτής της κατηγορίας ενώ οι εικόνες έχουν μια αξιοθαύμαστη αρτιότητα, αντιθέτως το κείμενο υστερεί. Γιατί άραγε αυτό συμβαίνει; Θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί πως οι εικονογράφοι έχουν σπουδάσει την τέχνη τους, ενώ οι συγγραφείς όχι; Ίσως αυτό να είναι μια απάντηση που θα κάλυπτε ένας μέρος του προβληματισμού. Αλλά θεωρώ πως η ερμηνεία αλλού θα πρέπει να αναζητηθεί. Στο ότι τα βιβλία αυτά από ένα μεγάλο μέρος του κοινού θεωρούνται βιβλία για παιδιά και μάλιστα για μικρά παιδιά, άρα αυτό το μεγάλο μέρος του κοινού πιστεύει πως είναι η εικόνα εκείνη που βασικά θα κρατήσει το ενδιαφέρον του μικρού αναγνώστη, ενώ το κείμενο για να το πετύχει αυτό θα πρέπει να έχει μια απλοϊκότητα, μια επιτηδευμένη αφέλεια, ίσως και ένα διδακτισμό. Οπότε τα περισσότερα από τα εικονογραφημένα βιβλία που γράφονται από έλληνες συγγραφείς παρουσιάζουν μια ανισοβαρή ολότητα -όμορφες εικόνες, άτεχνο κείμενο. Κι όμως το εικονογραφημένο βιβλίο και ανέκαθεν, αλλά και πλέον έντονα στην εποχή μας -εποχή της εικόνας- μπορεί κάλλιστα να διεκδικήσει μια άρτια και ολοκληρωμένη οντότητα αφήγησης. Μέσα από την συνύπαρξη εικόνας και τον λόγου πολλά μπορεί να ειπωθούν, πολλά μπορεί να επισημανθούν ή και να υπονοηθούν και με τρόπους που οι αναγνώστες ανάλογα με την ηλικία τους θα τα χαρούνε όπως και θα προβληματιστούν. Στην ουσία το καλό εικονογραφημένο βιβλίο είναι κι αυτό ένα βιβλίο cross over, ένα βιβλίο δηλαδή που μπορεί να διαπεράσει ηλικίες και να επικοινωνήσει με αναγνώστες διαφορετικών εμπειριών. Σκέψεις όλα τα παραπάνω που προέκυψαν από την ανάγνωση του εικονογραφημένου βιβλίου «Το Μεταξένιο» που έγραψε ο Κυριάκος Χαρίτος και εικονογράφησε ο Βασίλης Κουτσογιάννης. Στο βιβλίο αυτό η εικονογράφηση του Κουτσογιάννη είναι πάρα πολύ εντυπωσιακή και ευρηματική, αλλά είναι κυρίως το κείμενο τoυ Χαρίτου που δίνει -κατά την άποψή μου- τον χαρακτηρισμό cross over στην όλη έκδοση. Μεταξένιο -έτσι ονομάζεται το αγόρι που ο αναγνώστης από την πρώτη κιόλας σελίδα θα διαβάσει πως η μάνα του του έλεγε: ‘Μεταξένιο μου και απαλένιο μου, εσύ δεν είσαι σαν τα άλλα’ Με ουδέτερο όνομα λοιπόν ο ήρωας του έργου και με μια προσωπικότητα ευάλωτη- σαν τα μεταξένια ρούχα του. Οπότε και όταν θα θελήσει να συμμετάσχει σε μια μαζική κοινωνική εκδήλωση, οι άλλοι -οι τόσο όμοιοι ο ένας με τους άλλον- θα ξαφνιαστούν με την παρουσία του στην αρχή και στη συνέχεια θα θελήσουν να αμφισβητήσουν την ιδιαιτερότητά -ότι διαφέρει το φοβάται το πλήθος- οπότε …’Με τα χέρια τους, τα δάχτυλά τους, η βαρβαρότητά τους τρομακτική’. Το Μεταξένιο νόμιζε πως πέθανε, έσβηνε και αυτό θα γινότανε αν δεν τύχαινε να βρεθεί στο δρόμο του ένα άλλο πλάσμα -Το Ραφτάκι- που φορά και ράβει ρούχα φτιαγμένα όχι από μετάξι, αλλά από βαμβάκι -υλικό πάντα τρυφερό, μα πλέον ανθεκτικό από το μετάξι. Ίσως και όχι τόσο προκλητικό -οι άλλοι δεν το προσέχουν, ίσως και το αποδέχονται. Το Ραφτάκι είναι αυτό που θα φροντίσει τα σχισίματα στα ρούχα του Μεταξένιου, είναι αυτό που τελικά θα επουλώσει τις πληγές και μέσα στο καθρέφτη αυτά τα δυο πλάσματα θα σταθούν αγκαλιαστά και θα κλάψουν από χαρά, από αγάπη. Είναι νομίζω σαφές πως έχουμε μια queer ιστορία και στο βαθμό που μπορώ να γνωρίζω είναι και η πρώτη που καταγράφεται στην ελληνική παραγωγή εικονογραφημένων βιβλίων. Τολμηρή συγγραφικά επιλογή; Σίγουρα επιλογή που αγγίζει ένα ζήτημα της εποχής μας. Και από αυτή την σκοπιά θεωρώ αυτό το εικονογραφημένο βιβλίο ως ένα βιβλίο cross over. Ξεφυλλίζοντας τώρα την όλη έκδοση, έχω να παρατηρήσω πως οι εικόνες του Βασίλη Κουτσογιάννη έχουν μια εκρηκτική δυναμική, άλλοτε έντονες κι άλλοτε πλέον διακριτικές αποχρώσεις, πάντα όμως πολύχρωμες, σε κάθε ‘σαλόνι’ του βιβλίου διαθέτουν μια άλλη ισορροπία. Το κείμενο του Κυριάκου Χαρίτου εισέρχεται μέσα στις εικόνες, συνήθως με μια τυπογραφική δωρικότητα, αλλά επίσης συχνά και με μια ανάλαφρη καμπυλότητα. Φράσεις πολύ μικρές, ακόμα και μονολεκτικές. Ο συγγραφέας δεν κρύβει την εξομολογητική πρόθεσή του και με αυτήν φέρνει κοντά του τον αναγνώστη. «Ναι. Τι; Δεν το πιστεύεις; Αλήθεια…» οι πρώτες φράσεις και ίδιες ακριβώς και οι τελευταίες. Πολλαπλά ενδιαφέρουσα έκδοση. (790 λέξεις) https://018.bookpress.gr/kritikes/eikonografimena/16342-to-metaksenio-tou-kyriakou-xaritou-cross-over-paramythi-me-eksomologitiki-diathesi??utm_source=Newsletter&utm_medium=email

18.11.24

Η Μαρίζα Ντεκάστρο για 'Τα δώρα'

Η Marisa De Castro διάβασε 'Τα δώρα' μου και σημείωσε στο https://www.oanagnostis.gr/10-vraveymenoi-monternoi.../ : …κι επειδή πραγματικά και ο χρόνος είναι άπιαστος, ο Μάνος Κοντολέων με Τα δώρα (εικ. Ιφιγένεια Καμπέρη, Πατάκης) οδηγεί γλυκά τα παιδιά να καταλάβουν ότι στο πέρασμα του χρόνου, και από το ένα στο άλλο, οι μικρές καθημερινές χαρές και λύπες δεν χάνονται αλλά μεταμορφώνονται σε ευτυχία… Η Marisa De Castro διάβασε 'Τα δώρα' μου και σημείωσε στο https://www.oanagnostis.gr/10-vraveymenoi-monternoi.../ : …κι επειδή πραγματικά και ο χρόνος είναι άπιαστος, ο Μάνος Κοντολέων με Τα δώρα (εικ. Ιφιγένεια Καμπέρη, Πατάκης) οδηγεί γλυκά τα παιδιά να καταλάβουν ότι στο πέρασμα του χρόνου, και από το ένα στο άλλο, οι μικρές καθημερινές χαρές και λύπες δεν χάνονται αλλά μεταμορφώνονται σε ευτυχία…

9.11.24

Βιρτζίνια Γουλφ «Φλας»

Βιρτζίνια Γουλφ «Φλας» Μετάφραση: Σπάρτη Γεροδήμου Εκδόσεις Ερατώ Η Ελίζαμπεθ Μπάρρετ Μπράουνινγκ (Αγγλία, 1806 – Ιταλία, 1861) ήταν μία από τις σημαντικότερες Βρετανίδες ποιήτριες της Βικτωριανής εποχής. Αν και το έργο της αναγνωρίστηκε κατά τη διάρκεια της ζωής, μπορεί κανείς να τη θεωρήσει και ως μια εκπρόσωπο της πρώιμης γυναικείας χειραφέτησης -αν και φιλάσθενη μορφώθηκε, αντιτάχθηκε στη βούληση του πατέρα της, παντρεύτηκε εκείνον που η ίδια ήθελε, άφησε την πατρίδα της και έζησε μέχρι το τέλος της σε άλλη χώρα, συχνά μέσα από τα έργα της έπαιρνε θέση σε κοινωνικά ζητήματα (κατάργηση της δουλείας). Είκοσι περίπου χρόνια μετά το θάνατος της Μπάρρετ, γεννήθηκε η εμβληματική Αγγλίδα μυθιστοριογράφος Βιρτζίνια Γουλφ (1882 – 1941). Με τα μυθιστορήματά της και τα δοκίμια της αναδείχθηκε ως μια από τις πρωτοποριακές φωνές της δυτικής λογοτεχνίας. Με ουσιαστική παιδεία, αλλά με ταραγμένη ψυχολογική κατάσταση, προχωρημένες για την εποχή της ερωτικές επιλογές, όπως και με τον τρόπο αυτοκτονίας της, θα σημαδέψει το πρώτο μισό του 20ου αιώνα και θα γίνει ένα σύμβολο της γυναικείας χειραφέτησης. Ανάμεσα στα μυθιστορήματα που η Γουλφ έγραψε, μια θέση έχει και αυτό που ως αφηγητή έχει ένα σκύλο. Το κόκερ σπάνιελ Φλας -σκύλο λατρεμένο της Ελίζαμπεθ Μπάρρετ Μπράουνινγκ. Μέσα από τις δικές του σκέψεις και συναισθήματα ο αναγνώστης παρακολουθεί τη ζωή της ποιήτριας. Το μυθιστόρημα κυκλοφορεί το 1933 και η ίδια η Γουλφ έχει αντιθετικά συναισθήματα γι αυτό της το έργο –άλλοτε πιστεύει πως θα διαβαστεί με λάθος τρόπο κι άλλοτε ως ένα ανόητο μυθιστόρημα, καθόλου αντάξιο των προηγουμένων έργων της, που της είχαν χαρίσει ξεχωριστή θέση στους λογοτεχνικούς και όχι μόνο κύκλους. Όμως με το «Φλας» η Γουλφ έχει καταφέρει να συνθέσει από τη μια τη βιογραφία της Μπάρρετ και από την άλλη να δημιουργήσει ένα εντελώς πρωτότυπο ήρωα. Ο Φλας κρατά όλα τα ένστιχτα ενός ζώου και οι σκέψεις που κάνει διαθέτουν την απλότητα και την αμεσότητα που απαιτεί μια ουσιαστική κριτική αποτίμηση κοινωνικών και οικονομικών συνθηκών, μια βαθιά όσο και απλή αναζήτηση συναισθηματικών φορτίσεων που καθορίζουν τη συμπεριφορά ενός ανθρώπου. Ασφαλώς και το μυθιστόρημα μπορεί κάλλιστα να διαβαστεί και ως ένα γνήσια φιλοζωικό κείμενο. Μα μια τέτοια ανάγνωση χωρίς να το απαξιώνει, σίγουρα το προδίδει -αποσιωπά ή παραβλέπει το πως η Γουλφ επισημαίνει τους κοινωνικούς διαχωρισμούς, τις οικονομικές ανισότητες, τον αγώνα χειραφέτησης των γυναικών, τη σχέση έρωτα και ηθικών κανόνων και πολλά άλλα ζητήματα που στην ουσία περικυκλώνουν διαχρονικά το θέμα της γυναίκας σε σχέση με την καλλιτεχνική δημιουργία. Παράλληλα πλάθει και μια ιδιότυπα μυθιστορηματική περσόνα. Ο Φλας δεν εξαναγκάζεται από την μυθιστοριογράφο του σε έναν μιμητισμό ανθρώπινης συμπεριφοράς. Η περιγραφή της σκηνής όπου για πρώτη φορά η ποιήτρια συναντά τον σκύλο που μέλλει να τη συνοδεύει για πολλά χρόνια, είναι χαρακτηριστική: «Υπήρχε κάποια ομοιότητα μεταξύ τους. Καθώς κοιτάζονταν, ο καθένας ένιωθε: Να΄μαι εγώ -κι αμέσως μετά ένιωθε: Μα πόσο διαφορετικός! Το δικό της ήταν το ωχρό κουρασμένο πρόσωπο μιας ανάπηρης, αποκομμένης από τον αέρα, το φως, την ελευθερία. Το δικό του ήταν το ζεστό κοκκινωπό πρόσωπο ενός μικρού ζώου* ένστικτο, συν υγεία και ενεργητικότητα. Όντως η μέρα με τη νύχτα, καμωμένοι ωστόσο στο ίδιο καλούπι, λες ο ένας να συμπλήρωνε αυτό που βρισκόταν σε νάρκη στον άλλον; Εκείνη, κάλλιστα θα μπορούσε να είναι … όλα αυτά κι εκείνος – Μπα, όχι. Ανάμεσά τους ανοιγόταν το πιο πλατύ χάσμα που μπορεί να χωρίσει μια ύπαρξη από μιαν άλλη. Εκείνη μιλούσε. Αυτός ήταν άλαλος. Ήταν γυναίκα* εκείνος σκύλος. Τόσο στενά ενωμένοι, τόσο απέραντα χωρισμένοι, ατένιζαν ο ένας τον άλλον» Αληθινά απαιτείται γνήσια συγγραφική μαεστρία για να περιγράψει κανείς τη ζωή μιας τόσο περίπλοκης προσωπικότητας όσο αυτής της Ελίζαμπεθ Μπάρρετ Μπράουνινγκ χρησιμοποιώντας ως άξονα της αφήγησης -μα και συμπρωταγωνιστή- ένα σκύλο. Μπορεί το μυθιστόρημα «Φλας» να μην έχει τη φήμη και το κύρος των άλλων έργων της Βιρτζίνα Γουλφ -όπως για παράδειγμα του «Η κα Νταλογουέη»- αλλά ο αληθινά μεγάλος συγγραφέας αναγνωρίζεται στα έργα εκείνα που ο ίδιος πίστευε πως το κοινό του δεν θα τα εκτιμήσει όσο τους αξίζει. Βιβλιοδρόμιο, 9/111/2024 (650 λέξεις)