22.3.25

Η Κατερίνα Δημόκα για το 'Ποτέ πιο πριν" στο 'Περί ου"

‘ΠΟΤΕ ΠΙΟ ΠΡΙΝ’ (Πατάκης, 2023) τιτλοφορείται το τελευταίο cross over μυθιστόρημα του Μάνου Κοντολέων .
Αυτό γράφει στο μοντέρνο εξωφύλλου με τα δύο χρώματα, που δεν παραπέμπει σε μικρό ηλικιακά κοινό. Αινιγματικός ο τίτλος, συνάδει και με το αινιγματικό μυστικό που διατρέχει την αφήγηση και προοιωνίζεται βαρύ, τραυματικό. Μια οικογένεια από την Ανατολή ζει στη Σκανδιναβία, όπου κατέφυγε έπειτα από 15 χρόνια σταδιακών μετατοπίσεων προς Βορρά. Και όσο κάτι τους κυνηγά και τους αποξενώνει από την πατρίδα, άλλο τόσο δείχνουν απόξενοι στη σκανδιναβική χερσόνησο. Και νιώθουν. Η 17χρονη ηρωίδα Ανίκα, ορφανή από μητέρα, μπορεί να θεωρηθεί δεύτερης γενιάς μετανάστρια, αφού δεν έχει καθόλου μνήμες από τον γενέθλιο τόπο. Επιζητά λοιπόν ως έφηβη τη διαμόρφωση ταυτότητας κοντά στα χαρακτηριστικά των ομηλίκων αλλά και του πολιτισμού στον τόπο υποδοχής. Εντούτοις, την ένταξή της δυσκολεύουν το χρώμα του δέρματος και τα εξωτερικά γνωρίσματα, παράλληλα με την κουλτούρα που φέρει (γεύσεις, μουσικές, έθιμα, ακούσματα, αισθητικά μοτίβα). Όλα αυτά απέχουν θεαματικά από την τρέχουσα συνθήκη. Ο έρωτας του Γιαν για την εξωτική, λιγομίλητη Ανίκα (και αμφίδρομα) θα επιταχύνει τη λήψη απόφασης για το πού θέλει το κορίτσι να ανήκει. Θέματα, αν όχι αυτονόητα, τουλάχιστον συζητήσιμα, για τους εφήβους στη Δύση (απόκτηση κινητού, έξοδοι, κατανάλωση αλκοόλ, συναναστροφή με το άλλο φύλο) ορθώνονται για την Ανίκα σκόπελοι. Η θεία Νεράν εμμένει στα πατροπαράδοτα και πιέζει τον πατέρα Αγκίπ να επιβάλει την απαράβατη αρσενική εξουσία. Η σχέση (συμφωνίας ή διάστασης) των δύο κυρίαρχων αυτών μορφών στοιχειοθετεί την πλοκή, κάνοντας την έφηβη πρωταγωνίστρια να κινείται άλλοτε προς τη μια κι άλλοτε προς την άλλη κατεύθυνση μιας διελκυστίνδας. Όλα εξάλλου τα βασικά πρόσωπα της ιστορίας υπακούνε σε μια τραγικότητα, που πλέκεται από δίπολα συγκρούσεων, διλημμάτων και αντιφάσεων. Ξεχωριστή θέση κατέχει ο πατέρας Αγκίπ με τη διπλή απώλεια, αδελφής και συζύγου, που τον σημάδεψε και τον διχασμό του ως προς τον ρόλο του άρρενος αλλά και του φορέα γονικής αγωγής. Το 5ο και τελευταίο κεφάλαιο είναι αφιερωμένο σε αυτόν, μολονότι αφουγκραζόμαστε κυρίως τη Νεράν, εξαναγκασμένη από τις επιλογές του αδερφού να παλιννοστήσει. Το δυσβάσταχτο μυστικό της Λούρα έχει έρθει πια στην επιφάνεια και εξαναγκάζει την οικογένεια να πάρει θέση απέναντί του. Τα ατομικά δικαιώματα και ο διαφορετικός σεβασμός τους ανά πολιτισμό, οι έμφυλες ανισότητες, η εξουθένωση της γυναίκας από άκαμπτα θρησκευτικά συστήματα, το δικαίωμα στο συναίσθημα να εκφράζεται και να εμπνέει τη σωματικότητα τίθενται εύστοχα από τη συγγραφική πένα. Ο Μάνος Κοντολέων επιλέγει ακόμα να θίξει, χωρίς να υψώνει τους τόνους της φωνής, μια σειρά κρίσιμων προβληματισμών για την ταυτότητα και τους κραδασμούς στην εφηβεία, τη μετανάστευση και την προσαρμογή στον τόπο υποδοχής, τη σύγκρουση στους πολιτισμικούς κώδικες, που μπορεί να αποβαίνει αβυσσαλέα. Η επιλογή της οπτικής του μετανάστη βοηθά τη συμπόνια και την ενσυναίσθηση. Στον δυτικό πολιτισμό μάλλον θεωρούμε το αίτημα περί γυναικείας παρθενίας παρωχημένο. Αντανάκλαση μιας εξουσιαστικής αντίληψης της ανδροκρατίας πάνω στο «ασθενές φύλο». Ωστόσο, η κοινωνική ζωή -με όσες εκδοχές της φωτίζει η επικαιρότητα- μας αναγκάζει να δούμε κατάματα την αλήθεια: πολλές οι ωμές συμπεριφορές ελέγχου πάνω στη γυναίκα, που κορυφώνονται με την αποτρόπαια πράξη της γυναικοκτονίας. Και μόνο η πρόσφατη καθιέρωση του όρου φανερώνει και την έκταση ενός προβλήματος που ως τώρα συγκαλυπτόταν με γενικόλογα ονόματα. Στο μυθιστόρημα, το μισόφως και το παγερό κλίμα της Σκανδιναβίας μουδιάζουν τα θερμόαιμα ένστικτα της Ανατολής και η πολιτισμική σύγκρουση υφαίνει ένα αραχνοΰφαντο δίχτυ, όπου πάνω του κινούνται οι ήρωες. Έχει μια παραμυθική διάσταση η αφήγηση, τα ονόματα και οι περιγραφές του Βορρά, που συνάδουν με τη Βασίλισσα του χιονιού, την παράσταση – διακύβευμα για την Ανίκα. Όμως, η ιστορία της Λούρα διαρρηγνύει ανεπανόρθωτα αυτόν τον ιστό, θυμίζοντάς μας ότι σε πολλά σημεία του πλανήτη η γυναίκα εξακολουθεί να λιθοβολείται από βάρβαρες αντιλήψεις και κτηνώδεις πρακτικές. Σε βάρος κάθε διακήρυξης περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων υψώνεται πάντα ένα ΑΛΛΑ. Όπως ακριβώς ξεκινά και το βιβλίο του ο Μάνος Κοντολέων- Αλλά είχε αρχίσει να νυχτώνει νωρίς. Ολοένα και πιο μεγάλη γινότανε η νύχτα… https://www.periou.gr/katerina-dimoka-manos-kontoleon-pote-pio-prin-patakis-2023/

10.3.25

Εκκωφαντική σιωπή (Μάνος Κοντολέων - Μαρίζα Ντεκάστρο)

Σχόλια και απόψεις σχετικά με το: Επιμορφωτικό Συνέδριο Εκπαιδευτικών με θέμα Η διδασκαλία της Νέας Ελληνικής Γλώσσας και της Λογοτεχνίας στην Α’/Βάθμια και Β’/Βάθμια εκπαίδευση. Διδακτικές προτάσεις και προσεγγίσεις εν όψει της καθιέρωσης των νέων προγραμμάτων σπουδών και των νέων εγχειριδίων. Καθώς διαβάζαμε το πρόγραμμα του Επιμορφωτικού Συνεδρίου Εκπαιδευτικών με θέμα: Η διδασκαλία της Νέας Ελληνικής Γλώσσας και της Λογοτεχνίας στην Α’/Βάθμια και Β’/Βάθμια εκπαίδευση - Διδακτικές προτάσεις και προσεγγίσεις εν όψει της καθιέρωσης των νέων προγραμμάτων σπουδών και των νέων εγχειριδίων, που διοργανώθηκε σε τρεις διήμερες συναντήσεις (15 -16/2, 22-23/2 και 8-9/3), με έκπληξη διαπιστώσαμε πως στην ουσία όλο το Συνέδριο είναι αφιερωμένο στη Β’ βάθμια Εκπαίδευση και μάλιστα στα δυο -ίσως και το ένα και τελευταίο χρόνο της. Στην Δευτέρα και κυρίως στην Τρίτη Λυκείου. Και η διαπίστωσή μας αυτή στηρίχτηκε πρώτα απ΄ όλα στο ότι κανείς (εκτός από τους Ελένη Πριοβόλου και του ενός από εμάς που υπογράφει αυτό το κείμενο) άλλος συγγραφέας που με το έργο του έχει απευθυνθεί σε μαθητές του Δημοτικού και του Γυμνασίου δεν είναι ανάμεσα στους ομιλητές. Αλλά μήτε και κανείς από τους πανεπιστημιακούς καθηγητές Παιδικής και Νεανικής Λογοτεχνίας των Παιδαγωγικών Τμημάτων των Πανεπιστήμιων μας δεν είχε προσκληθεί για να καταθέσει τις απόψεις του πάνω στα λογοτεχνικά κείμενα που μπορούν να κρατήσουν το ενδιαφέρον παιδιών και εφήβων και έτσι να τους μεταφέρουν στη συνέχεια προς την ομάδα των μόνιμων αναγνωστών λογοτεχνίας κατά τη διάρκεια όλης τους της ζωής. Για μια ακόμα φορά έγινε φανερό πως πάρα πολλοί –ίσως η πλειοψηφία- από εκείνους που είτε επανδρώνουν είτε έχουν φοιτήσει στις Φιλοσοφικές Σχολές αγνοούν -και στην χειρότερη περίπτωση απαξιώνουν- τα λογοτεχνικά βιβλία που διαβάζουν παιδιά και έφηβοι. Κι όμως το γεγονός ότι διοργανώθηκε αυτό το 6ήμερο Επιμορφωτικό Συνέδριο Εκπαιδευτικών με θέμα Η διδασκαλία της Νέας Ελληνικής Γλώσσας και της Λογοτεχνίας στην Α’/Βάθμια και Β’/Βάθμια εκπαίδευση, και μάλιστα υπό την Αιγίδα του ΥΠΕΠΘ, των Φιλολογικών Τμημάτων των πανεπιστημίων Αθηνών, Κρήτης, Πελοποννήσου, Ινστιτούτου Ιστορικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, θα έπρεπε να φανέρωνε την αποφασιστικότητα της πολιτείας να υποστηρίξει ένα σύγχρονο και λειτουργικό πρόγραμμα διδασκαλίας της νέας ελληνικής και της λογοτεχνίας, το οποίο θα υπακούει σε μια κοινή διδακτική γραμμή, εξελικτικά από την α’ τάξη του δημοτικού μέχρι τη γ’ λυκείου, και το οποίο θα συνεπικουρείται από τα νέα εγχειρίδια του γλωσσικού μαθήματος. [Αναλυτικά το αντικείμενο του Συνεδρίου, τις ενότητες, τους εισηγητές και γενικές πληροφορίες στην ανακοίνωση του Πανεπιστημίου Κρήτης. https://www.philology.uoc.gr/uploads/2.-PROGRAMMA-EISHGHSEWN-A.pdf] Το συνέδριο, λοιπόν, αποτελείτο από τρεις ενότητες: Α’, Νέα Ελληνική Γλώσσα: με τη συμμετοχή ακαδημαϊκών (μέλη ΔΕΠ και διδάκτορες του γνωστικού αντικειμένου), οι περισσότεροι από τους οποίους είναι συγγραφείς των νέων σχολικών εγχειριδίων. Β΄: Νέα Ελληνική Λογοτεχνία: με τη συμμετοχή κριτικών λογοτεχνίας, καθηγητών νεοελληνικής λογοτεχνίας, φιλολόγων, κ.ά. Γ’: Οι λογοτέχνες «διδάσκουν» το έργο τους: με συμμετοχή των πεζογράφων και ποιητών: Ρέας Γαλανάκη, Αγγέλας Καστρινάκη, Ανδρέα Μήτσου, Ιωάννας Καρυστιάννη, Ζυράννας Ζατέλη, Γιώργου Παπαδάκη, Γιώργου Βέη, Στάθη Κουτσούνη, Γιώργου Μαρκόπουλου, Παντελή Μπουκάλα, Ελένη Πριοβόλου, Μάνου Κοντολέων κ.π.ά. Ανάμεσα στις ομιλίες των συγγραφέων παρεμβλήθησαν «ερμηνευτικές αναγνώσεις λογοτεχνίας» από γνωστούς ηθοποιούς: Θέμις Μπαζάκα, Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, Φιλαρέτη Κομνηνού, Στέλιος Μάινας, Γιάννης Μπέζος, Κατερίνα Λέχου, Κατερίνα Διδασκάλου, Κάρμεν Ρουγγέρη, Λάζαρος Γεωργακόπουλος, Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος, Βασίλης Ασημάκης. Μουσικές ακροάσεις: 10 μουσικά σύνολα, ορχήστρες και χορωδίες από σχολεία της Α΄ Αθήνας σε συνεργασία με διαπρεπείς αοιδούς. Από την ανάγνωση του προγράμματος τίθενται κάποια θέματα προς συζήτηση 1. Ο προσανατολισμός του συνεδρίου είναι σαφέστατο πως αφορά σχεδόν αποκλειστικά τη Β’/Βαθμια εκπαίδευση -και μάλιστα κυρίως με το μέρος της εκείνο που έχει να κάνει με το Λύκειο. Ο προσανατολισμός, υποθέτουμε, ορίστηκε από τα συμμετέχοντα πανεπιστημιακά τμήματα. Ωστόσο, είναι απορίας άξιο ότι κανένας δεν σκέφτηκε ότι απουσιάζουν ηχηρά τα τμήματα της Δημοτικής Εκπαίδευσης των ιδρυμάτων τους. 2. Είναι τουλάχιστον απαράδεκτο να οργανώνεται τέτοιο συνέδριο απ’ όπου απουσιάζει ένα εξαιρετικά ζωντανό κομμάτι λογοτεχνικής δημιουργίας που αφορά την Α’/Βάθμια εκπαίδευση και ένα μέρος της Β’ / Βάθμιας και μάλιστα που αυτές τις ημέρες το ΥΠΕΠΘ στέλνει στα σχολεία όλων των βαθμίδων λογοτεχνικά βιβλία! 3. Μερικά ακόμα ζητήματα που προκύπτουν είναι και τα παρακάτω: -Η λογοτεχνία προσεγγίζεται και διδάσκεται με τον ίδιο τρόπο σε όλες τις ηλικίες; -Πώς θα δημιουργηθεί η μαγιά που θα οδηγήσει στην απόλαυση της λογοτεχνίας αν δεν μιλήσουν εκείνοι οι πανεπιστημιακοί και παιδαγωγοί για τις ιδιαιτερότητες (μορφή, έκταση, πλοκή, πληροφορία, γνώσεις, κ.ά.) των λογοτεχνικών βιβλίων για αναγνώστες μικρότερων ηλικιών; -Πώς θα προσλαμβάνουν τον ποιητικό λόγο τα παιδιά; Για το θέμα αυτό θα μπορούσαν να είχαν κληθεί να καταθέσουν τις απόψεις τους έμπειροι πανεπιστημιακοί διδάσκαλοι. - Η ποικίλων ειδών και τεχνοτροπιών εικονογράφησης στα βιβλία ΠΛ λογοτεχνίας «διαβάζεται» και αποτελεί μέρος του οπτικού γραμματισμού, ο οποίος ούτως ή άλλως καλλιεργείται ιδιαίτερα στην Α’/Βαθμια εκπαίδευση. Κι όμως η απουσία εικονογράφων και μελετητών της εικονογράφησης ανάμεσα στους ομιλητές είναι πλήρης! 3. Οι πεζογράφοι και ποιητές που προσκλήθηκαν, γράφουν λογοτεχνικά κείμενα που απευθύνονται σε ενήλικες αναγνώστες, ενώ συγγραφείς που με τα έργα τους αγγίζουν τα ενδιαφέροντα των παιδιών, εφήβων και νεαρών ενήλικων αναγνωστών απουσιάζουν (η παρουσία δυο μόνο εξ αυτών δεν καλύπτει το κενό). Να σημειωθεί δε πως αυτοί οι ‘απόντες’ συγγραφείς με την πολυετή παρουσία τους ως προσκεκλημένοι σε σχολεία Α’ Βάθμιας και Β΄Βάθμιας Εκπαίδευσης διαθέτουν μεγάλη εμπειρία για τους τρόπους με τους οποίους ένας ανήλικος μπορεί να μυηθεί στη λογοτεχνική μέθεξη. Στην ουσία, λοιπόν, από το Συνέδριο απουσίαζε η προσέγγιση της Π/Ν Λ για το Δημοτικό και το Γυμνάσιο! Αλλά το να είναι «απούσα και άγνωστη» η παιδική/νεανική λογοτεχνία, τη στιγμή, μάλιστα, που εκπρόσωποι της βραβεύονται από φορείς -παραρτήματα διεθνών οργανώσεων- αλλά και από το ελληνικό κράτος, ενώ τα έργα τους μεταφράζονται (συχνά και με κρατική επιχορήγηση) σε άλλες γλώσσες, και οι ίδιοι με κρατικά έξοδα συμμετέχουν σε διεθνή συνέδρια και διεκδικούν διεθνή βραβεία, αν μη τι άλλο δείχνει μια μονόπλευρη τάση μύησης των μαθητών μας στη λογοτεχνία. Κι όμως το αντικείμενο, οι προσεγγίσεις και οι άξονες του Συνεδρίου έδειχναν πως θα ήθελαν να είναι εξαιρετικά ευρείς. Θα ήταν λοιπόν εύλογο να τεθούν και να συμπεριληφθούν ζητήματα όπως τα παρακάτω: -Τα παιδιά και οι έφηβοι διαβάζουν; Και αν ναι τί είδους λογοτεχνία; Και με ποιους τρόπους μπορεί η αναγνωστική τους συμπεριφορά να ενισχυθεί όχι μόνο ποσοτικά, αλλά και ποιοτικά; -Τα μέλη της οργανωτικής επιτροπής στάθηκαν πάνω στα πιο πάνω ερωτήματα; Κι αν ναι, γιατί δεν ζήτησαν τη συνδρομή στις εργασίες του Συνεδρίου, εκείνων των συναδέλφων τους, των μελετητών της εφηβικής λογοτεχνίας, που έχουν εδώ και χρόνια ασχοληθεί με τη διδασκαλία της; -Και ακόμα τα μέλη της οργανωτικής επιτροπής γιατί δεν σκέφτηκαν να προσκαλέσουν (εκτός από δύο και μόνο) δόκιμους και πεπειραμένους και βραβευμένους συγγραφείς της λογοτεχνίας που απευθύνεται σε παιδιά και εφήβους; Καταγράψαμε όλους τους παραπάνω προβληματισμούς και πιστεύουμε πως εκφράζουμε τις σκέψεις πολλών άλλων που εδώ και χρόνια έχουν αφιερώσει τον χρόνο και το έργο τους στην προσπάθεια οι μαθητές όλων των βαθμίδων να γνωρίσουν και να αγαπήσουν τη λογοτεχνία. Και ελπίζουμε πως σύντομα και μέσα στα πλαίσια των νέων προγραμμάτων σπουδών και των νέων εγχειριδίων, αυτές οι σκέψεις και αυτοί οι προβληματισμοί να υιοθετηθούν και από τους επίσημους φορείς της Πολιτείας. Μάνος Κοντολέων & Μαρίζα Ντεκάστρο Μέλη της ΙΒΒΥ και της Εταιρείας Συγγραφέων (1156 λέξεις) https://www.oanagnostis.gr/ekkofantikes-apoysies-se-synesrio-gia-ti-didaskalia-tis-neas-ellinikis-glossas-mariza-ntekastro-manos-kontoleon/ https://www.elniplex.com/%ce%b5%ce%ba%ce%ba%cf%89%cf%86.../ https://018.bookpress.gr/teleutaia-nea/16567-enstaseis-gia-to-epimorfotiko-synedrio-ekpaideftikon-i-ekkofantiki-apousia-tis-paidikis-kai-neanikis-logotexnias%20??utm_source=Newsletter&utm_medium=email https://www.periou.gr/mariza-ntekastro-manos-kontoleon.../ https://slpress.gr/.../ena-endiaferon-epimorfotiko.../ https://www.elniplex.com/%ce%b5%ce%ba%ce%ba%cf%89%cf%86.../ https://diastixo.gr/epikaira/eidiseis/24184-keimeno-diamartirias-tou-manou-kondoleon-kai-tis-marizas-decastro-gia-synedrio-me-thema-ti-didaskalia-tis-logotexnias-sto-sxoleio https://www.literature.gr/provlimatismoi-se-schesi-me-to.../

7.3.25

Μαριάνθη Νταφούλη «Δεν είναι έτσι τα χαμόγελα» Διηγήματα Εκδόσεις Ο μωβ σκίουρος Η Μαριάνθη Νταφούλη έχει γεννηθεί στη Λάρισα, αλλά ζει και εργάζεται ως δικηγόρος στην Αθήνα. Το 2020 -η ίδια έχει γεννηθεί το 1979- κάνει την πρώτη της λογοτεχνική εμφάνιση με το μυθιστόρημα «Ίκλη αβρίκ» και μετά από τέσσερα χρόνια επανέρχεται με τη συλλογή διηγημάτων «Δεν είναι έτσι τα χαμόγελα». Νέα, λοιπόν, φωνή στο χώρο της πεζογραφίας μας, που όμως η γλώσσα κυρίως που χρησιμοποιεί, αλλά και ο εστιασμός της συγγραφικής ματιάς προς μια σαφέστατα έντονα και άγρια ρεαλιστική περιγραφή, φανερώνουν δομημένη γνώση αφηγηματικών τεχνικών. «Στρίβει στη γωνία και μπαίνει απ΄ την κεντρική είσοδο κι είναι σαν να την παρασέρνει στο μεθυστικό από αίμα και κρεατίλα ρυθμό του αυτό το ποτάμι των ανθρώπων που κοχλάζει εκεί μέσα στις στοές, πλάι στα σφαγμένα πασχαλιάτικα αρνιά, τις κατακόκκινες συκωταριές και τ΄ άντερα για το κοκορέτσι και τη μαγειρίτσα». (σελ. 43) Αυτό που αξίζει όμως περισσότερο να σχολιαστεί -και μάλιστα θετικά- είναι πως αυτές οι ρεαλιστικές και σκληρές περιγραφές δεν μένουν μόνο σε μια διάθεση χρήσης των λέξεων για απεικονίσεις εξωτερικών χώρων και καταστάσεων, αλλά με αφηγηματική ταχύτητα εισχωρούν στα συναισθήματα και στις αντιδράσεις των χαρακτήρων του κάθε διηγήματος. «Κι εκείνη ακόμα δεν ξέρει τι να πει, μόνο πισωπατάει να μην αγγίξει τον ώμο του, πέφτοντας πάνω στον πάγκο του χασάπη απ΄ την Άμφισσα και σπρώχνοντας με τον αγκώνα της τον μπαλτά σε μια πορεία προς τη γη, μια πορεία που την διακόπτει μόνο αυτή η σακούλα η ξέχειλη από αίμα. Και τότε της έρχονται οι λέξεις που μπορεί να ταιριάζουν στην περίσταση. ‘Αμαρτία να σφάζεις θηλυκό’». (σελ. 46) Και τα δυο αποσπάσματα από το ίδιο διήγημα της συλλογής -το πρώτο είναι η αρχή του, με το δεύτερο τελειώνει- νομίζω πως επιβεβαιώνουν την άποψή μου πως η γραφή της Νταφούλη γραπώνεται από στοιχεία του περιβάλλοντος χώρου για να βρει το σταθερό σημείο που πάνω του θα στηρίξει την θέση και άποψη του λόγου για τον οποίο και γίνεται η αφήγηση. Το κάθε άτομο λειτουργεί ως μέλος μιας ευρύτερης ομάδας, την ίδια στιγμή που και βιώνει την απόλυτη μοναδικότητά του -μοναδικότητα στα όρια της απομόνωσης-«…άδικα κι αυτή η προσμονή να πει δυο κουβέντες μαζί του και να πάρει το φιλί του στο μάγουλο λίγο πριν φύγει». (σελ. 55) Ο αναγνώστης των διηγημάτων θα ακολουθήσει τον ταχύ ρυθμό της αφήγησης και θα ανατριχιάσει κάποιες στιγμές από την αγριότητα που έχουν οι πράξεις κάποιων προσώπων, θα εξεγερθεί με τον αναίσχυντο φαλλοκράτη, θα ταυτιστεί με την εκδικητικότητα του καταπιεσμένου θηλυκού, θα αναγκαστεί να αναρωτηθεί αν ποτέ μπορεί κανείς να απαλλαγεί από την καταπίεση ‘ιερών’ σχέσεων. Κάτι που επίσης θα πρέπει να σημειωθεί σε αυτό το σημείωμα είναι η ικανότητα της Νταφούλη να μετακινείται με άνεση από τις θηλυκές ψυχοσυνθέσεις στις αρσενικές. Άλλοτε με πρωτοπρόσωπες κι άλλοτε με τριτοπρόσωπες αφηγήσεις οι χαρακτήρες φωτίζονται ανάλογα με το φύλλο τους και παράλληλα ξεσκεπάζουν τις συνδέσεις τους με κοινωνικές ομάδες. Γιατί αυτό θεωρώ πως είναι το κεντρικό και ουσιαστικό νήμα που συνδέει όλα -και τα δεκαπέντε- διηγήματα της συλλογής: η κοινωνική κριτική μαζί με τον φωτισμό της ιδιαιτερότητας κάθε περίπτωσης. https://bookpress.gr/kritikes/elliniki-pezografia/22340-den-einai-etsi-ta-xamogela-tis-marianthis-dafoyli-kritiki-realistiki-apeikonisi-ton-sxeseon-kai-koinoniki-kritiki-2 (514 λέξεις)

22.2.25

Αλεχάντρο Παλόμας «Ένας τόπος με το όνομά σου»

Αλεχάντρο Παλόμας «Ένας τόπος με το όνομά σου» Μετάφραση : Αλεξάνδρα Γκολφινοπούλου Εκδόσεις Opera Ο Αλεχάντρο Παλόμας (Βαρκελώνη 1967)vσπούδασε Αγγλική Φιλολογία και ολοκλήρωσε τις σπουδές του μ’ ένα Master in Poetics στο New College του Σαν Φρανσίσκο. Εργάστηκε ως δημοσιογράφος και μετέφρασε έργα σημαντικών συγγραφέων όπως, μεταξύ πολλών άλλων, η Κάθριν Μάνσφιλντ, ο Όσκαρ Ουάιλντ, η Γερτρούδη Στάιν και ο Τζακ Λόντον. Βιβλία του έχουν μεταφραστεί σε περισσότερες από δέκα γλώσσες. Από τις εκδόσεις Οpera κυκλοφορούν στα ελληνικά τα βιβλία του: Ένας γιος (Εθνικό Βραβείο Παιδικής και Εφηβικής Λογοτεχνίας της Ισπανίας), Ένα μυστικό, Ένας σκύλος, Μια μητέρα (Βραβείο Nadal) και τώρα το «Ένας τόπος με τ΄όνομά σου» Ομολογώ πως έχοντας διαβάσει όλα αυτά τα βιβλία, θεωρώ τον Παλόμας ως ένα από τους πλέον ικανούς συγγραφείς της εποχής μας στο να καταγράφει τις διαπροσωπικές σχέσεις. Και κυρίως αυτές που συνδέουν τα μέλη μιας οικογένειας. Στο τελευταίο του αυτό μυθιστόρημα, η ικανότητά του αυτή ξεδιπλώνεται και περιλαμβάνει πολλά ζεύγη σχέσεων, τα οποία και παράλληλα συνδέει μεταξύ τους. Μια εβδομηνταπεντάχρονη γυναίκα που η σύντροφός της αν και νεκρή πλέον, παραμένει δίπλα της και συνομιλεί μαζί της* μια σαραντάχρονη κόρη που έχει επιλέξει να εργάζεται σε διαφορετικά γεωγραφικά μήκη και πλάτη μιας και δεν τολμά να ξεκαθαρίσει τις σχέσεις της με τη μητέρα της* ένας κτηνίατρος υπεύθυνος για τους ελέφαντες ενός ζωολογικού πάρκου που δεν τολμάει να αποδεχτεί τον θάνατο της αδελφής του* ένα μικρό κορίτσι που προσπαθεί να κατανοήσει τις αντιδράσεις μιας κακοποιημένης ελεφάντινας -αυτοί είναι τα κεντρικά πρόσωπα του μυθιστορήματος. Πρόσωπα που το καθένα από αυτά κινείται σε μοναχικούς ατραπούς, μα την ίδια στιγμή και καταφέρνουν να μεταφέρουν τα συναισθήματα του ενός προς τους άλλους. Με μια κάπως γεωμετρική προσέγγιση θα έλεγα πως τα δυο σημεία που ορίζουν μια ευθεία, εμπλουτίζονται με ένα τρίτο και δημιουργούν ένα τρίγωνο, που όμως κι αυτό με τη σειρά του προσκαλεί ένα τέταρτο σημείο και δημιουργείται ένα τετράπλευρο. Κι όλοι αυτοί οι σχηματισμοί πάνω σε ένα επίπεδο -άλλωστε μιλάμε για γεωμετρία και όχι στερεομετρία. Κι αυτό ίσως γιατί ο Παλόμας έχει επιλέξει όλα να εξελίσσονται σε καθορισμένο τόπο, που αν και ξεχασμένος για χρόνια από την εξέλιξη ξαφνικά θα υποστεί τις συνέπειες της οικονομικής εκμετάλλευσή του. Οπότε όλα ανατρέπονται -άνθρωποι και ζώα επιλέγουν ή εξαναγκάζονται σε μετοικίσεις και έτσι όμως κατακερματίζεται η όποια συνήθεια έχει επιβληθεί, ο καθένας από αυτούς θα πρέπει να επιλέξει μια νέα ζωή που υποστηρίζεται από το πλέον βαθιά κρυμμένο όνειρό του. ‘Ένα τόπος με το όνομά σου’ -ο τίτλος του μυθιστορήματος υποδηλώνει πως είναι ο άνθρωπος που δίνει ταυτότητα σε ένα τόπο, μια ταυτότητα που αν δεν της δοθεί η ευκαιρία να καταγραφεί και αναγνωριστεί θα παραμένει πάντα μετέωρη, ευάλωτη και ημιθανής. Οπότε με το τελευταίο του αυτό έργο, ο Παλόμας τις διαπροσωπικές σχέσεις τις προεκτείνει σε ένα φυσικό περιβάλλον, στην ουσία συνδέει το άτομο με την ίδια τη Φύση. Και όπως το κάθε άτομο είναι μοναδικό, εντελώς διαφορετικό από το κάθε άλλο, έτσι και οι φυσικοί τόποι αποκτούν μια αυτοτέλεια σε κατευθείαν όμως συσχέτιση με τη ματιά και το περιεχόμενο που ο καθένας μας τους δίνει. «Είμαστε ένας μικρός πλανήτης* ένας πλανήτης-τραπέζι με τα φωτεινά του σημεία, τα πιάτα του που πρέπει να μαζευτούν, τα μισογεμάτα ποτήρια της σαμπάνιας και δυο γατιά ξαπλωμένα σε μιαν άκρη, κοιμισμένα πάνω στο τραπεζομάντιλο.» Μυθιστόρημα που δεν στηρίζεται στη δράση, αλλά στα συναισθήματα και στις αναπολήσεις όσων έχουν επιτελεστεί. Οι χαρακτήρες του λες και ξεφεύγουν από το πλήθος και αποφασίζουν να υποστηρίξουν την ιδιαιτερότητά τους. «Κινούνταν ανάμεσα στα ερείπια σαν να ήταν τα δωμάτια ενός μεγάλου αρχοντικού που κατοικούσαν όντα με τα οποία μοιραζόταν τον χώρο και την εγκατάλειψη: Νυχτερίδες, σπουργίτια, φωλιές ασβών, χορτάρια παντός είδους… Η Έντιθ ήταν εμποτισμένη με αυτό που της ανήκε, και καθώς το μοιραζόταν μαζί μου, μου έλεγε πράγματα για την ίδια, για τη ζωή της εκεί με την Αντρέα, για τις αρχές και τα φινάλε που ακόμα δεν είχαν έρθει» Ένας στοχαστικός συγγραφέας του καιρού μας και παράλληλα ένας διαχρονικός στοχαστής -αυτός είναι ο Αλεχάντρο Παλόμας που ξέρει να φιλοσοφεί με απλότητα, να προσεγγίζει τον άλλον με τολμηρή κατανόηση και κυρίως να επιμένει πως ουσία έχει ο απόλυτος αυτοσχεδιασμός της ζωής, την ίδια όμως στιγμή kai πως δε θα πρέπει να λησμονούμε πως –‘πρέπει να γυρίζουμε πίσω* στο σπίτι.» Δύσκολα μπορώ να θυμηθώ άλλον σύγχρονο συγγραφέα που έχει ασχοληθεί τόσο βαθιά -με ρεαλισμό όσο και με μαγεία- με τις διαπροσωπικές και κατ΄ επέκταση και με τις ενδοοικογενειακές σχέσεις και το πως εντέλει ο άνθρωπος ήταν, είναι και πρέπει να παραμείνει μέρος της ιδίας της Φύσης. Θα ήθελα να ολοκληρώσω αυτό το σημείωμα πάνω σε ένα τόσο απλό όσο και βαθιά στοχαστικό έργο, με ένα ακόμα απόσπασμα, που νομίζω πως δίνει και το στίγμα όλου μυθιστορήματος: « Με αυτόν τον τρόπο, δείχνοντας μπροστά μου το συναίσθημά του, μου το δώριζε όπως μόνο ένα μικρό παιδί δωρίζει κάτι στη φίλη του. Είσαι φίλη μου και είμαστε δικοί σου, η λύπη μου κι εγώ. Αυτό ήταν το μήνυμα. Ο Ίων μου έδειχνε τη λύπη του, την πιο βαθιά, που ράγιζε καθώς μιλούσε. Και μου την έδειχνε όπως αφήνουμε να φανεί αυτό το μικρό και σκληρό κοκαλάκι που κρατάμε κρυμμένο πίσω από την πιο εύθραυστη ιστορία μας». Πολυσέλιδο και προσφερόμενο σε πολλαπλές αναγνώσεις μυθιστόρημα που η Αλεξάνδρα Γκολφινοπούλου το μετέφερε με επιτυχία στη γλώσσα μας. (870 λέξεις) (Βιβλιοδρόμιο, 22/2/2025)

11.2.25

Claire Keegan «Ανταρκτική»

Claire Keegan «Ανταρκτική» Διηγήματα Μετάφραση: Μαρτίνα Ασκητοπούλου Εκδόσεις Μεταίχμιο Γεννημένη στον Ιρλανδία το 1968, η Claire Keegan είναι σήμερα μια από τις πλέον αναγνωρίσιμες παρουσίες στο χώρο των αγγλόφωνης λογοτεχνίας. Και η αναγνώριση αυτή έχει έρθει από την πρώτη κιόλας συλλογή της που κυκλοφόρησε το 1999 και που στη χώρα μας μόλις πρόσφατα μεταφράστηκε, μετά από την μεγάλη επιτυχία που το ελληνικό αναγνωστικό κοινό επεφύλαξε στα άλλα της βιβλία -«Μικρά πράγματα σαν κι αυτά», «Τα τρία φώτα» και «Πολύ αργά πια». Τα βιβλία της Claire Keegan έχουν μεταφραστεί σε είκοσι γλώσσες, έχουν τιμηθεί με σημαντικά βραβεία, οι ιστορίες της έχουν μεταφερθεί στον κινηματογράφο. Σαφέστατα μπορεί κανείς να ισχυριστεί πως είναι και η ίδια μια σημαντική εκπρόσωπος της ιρλανδικής λογοτεχνίας -θυμίζω κάποιους μόνο από τους συγγραφείς της- Τζαίημς Τζόις, Όσκαρ Ουάιλντ, Σάμιουελ Μπέκετ, Σεμπάστιαν Μπάρρυ κ.α. Η Claire Keegan είναι συγγραφέας της σύντομης φόρμας -εννοώ πως είτε γράφει μυθιστόρημα / νουβέλα, είτε διηγήματα, επιλέγει ένα τρόπο αφήγησης όπου η πλοκή απλώνεται σε λίγες σελίδες. Περισσότερο την ενδιαφέρει να υπονοήσει συναισθήματα βαθιά κρυμμένα, παρά να καταγράψει γεγονότα και αντιδράσεις Κι αυτή η τεχνική της είναι σαφής από το πρώτο της κιόλας βιβλίο -τη μοναδική έως τώρα συλλογή διηγημάτων της «Ανταρκτική». Οι χώροι όπου θα ξεναγήσει τον αναγνώστη της είναι ή οι επαρχίες της Ιρλανδίας, ή κάποιες απομονωμένες περιοχές της Βόρειας Αμερικής. Στην ουσία είναι συγγραφέας της υπαίθρου και των απόμακρων κωμοπόλεων καθώς αναζητά αποτυπώματα της Φύσης για να πλησιάσει τον ψυχισμό των ανθρώπων. «Το αγόρι σωπαίνει. Πίσω από την ασφάλεια των ώμων της, αντιλαμβάνεται τον κίνδυνο, Πέρα από κείνη, τίποτα. Μόνο βαθιά, μαύρα νερά και από κάτω ένας κόσμος απαλής, βελούδινης λάσπης. Ατέλειωτη λάσπη, βαθιά όσο δύο άντρες ο ένας πάνω στον άλλο» Στο συγκεκριμένο βιβλίο κυριαρχούν οι αναζητήσεις γυναικείων αδιεξόδων, που παρουσιάζονται άλλοτε από τις ίδιες τις πρωταγωνίστριες, μα άλλοτε και από παιδιά που με κάποιον τρόπο συνδέονται με μια γυναικεία παρουσία. Υπάρχει μια συνεχής περιπλάνηση στον ψυχισμό των απλών αυτών γυναικών, στα όνειρα τους, στην τραυματισμένη παιδικότητά τους, στους έρωτές τους -εξεγερμένους ή καταπιεσμένους. Με προσεκτικά επιλεγμένες λέξεις, με φράσεις ιδιαίτερα δουλεμένες, η Keegan μεταφέρει την ποιητική ενόραση μέσα στην πεζογραφία και συνθέτει μια καθαρή γυναικεία οπτική: «Το βράδυ βάζουμε τα καλά μας. Η μαμά φοράει ένα σκούρο κόκκινο φόρεμα, στο χρώμα της βραχυκέρατης αγελάδας. Το δέρμα της είναι γεμάτο φακίδες λες και κάποιος βούτηξε μια οδοντόβουρτσα σε μπογιά και την πιστίλισε. Μου ζητάει να της κουμπώσω το μαργαριταρένιο κολιέ. Παλιά στεκόμουν όρθια πάνω στο κρεβάτι για να το κάνω αυτό, τώρα όμως είμαι ψηλή, το πιο ψηλό κορίτσι στην τάξη μου* μας μέτρησε ο διευθυντής. Η μαμά είναι ψηλή και λεπτή, όμως το δέρμα στα χέρια της είναι σκληρό. Αναρωτιέμαι αν κάποτε θα μοιάζει στην Μπρίντι Νοξ, μισή άντρας, μισή γυναίκα». Η καθημερινότητα, λοιπόν, αποκαλύπτει τα δικά της μυστικά, ενώ στο κάθε διήγημα έχει εισχωρήσει μια υποδόρια απειλή -το παραπάνω απόσπασμα το ακολουθεί αυτό εδώ: «Ο μπαμπάς δεν φτιάχνεται. Δεν τον έχω δει ποτέ να κάνει μπάνιο ή να πλένει τα μαλλιά του* απλώς αλλάζει καπέλο και παπούτσια. Τώρα χώνει το κεφάλι του μέσα στο καλό του καπέλο και φοράει τα παπούτσια του. Είναι μεγάλα, μαύρα παπούτσια που τα αγόρασε όταν πούλησε το κριάρι». Με κάποιες τέτοιες τεχνικές αφήγησης η Keegan με την πρώτη της κιόλας εμφάνιση -υπενθυμίζω πως η συγκεκριμένη συλλογή πρωτοκυκλοφόρησε το 1999- έδωσε το ιδιαίτερο παρόν της στη λογοτεχνία μιας χώρας που έτσι κι αλλιώς έχει σφραγίσει και συνεχίζει να καθορίζει την αγγλόφωνη λογοτεχνία. Η συνέχεια επιβεβαίωσε την άποψη κοινού και κριτικής πως η συλλογή «Ανταρκτική» σίγουρα ήταν έργο ενός ταλέντου που θα μπορεί να προξενεί ανατριχίλες όπως ακριβώς… «Ένα κρύο αεράκι γλιστράει κάτω από τη σχισμή της πόρτας». Η μετάφραση της Μαρτίνας Ασκητοπούλου έχει απόλυτα εξοικειωθεί με το συγγραφικό ύφος της Claire Keegan και με άνεση το μεταφέρει στη γλώσσα μας. https://diastixo.gr/kritikes/xenipezografia/24003-claire-keegan-adartiki (620 λέξεις)

7.2.25

Αντώνιος Ρουσοχατζάκης «Ιστορίες από την Αθήνα που φεύγει» ΑΩ Εκδόσεις Γράφει ο Μάνος Κοντολέων Ο Αντώνιος Ρουσοχατζάκης είναι ποιητής, πεζογράφος και εικαστικός καλλιτέχνης και ζει ανάμεσα στην Αθήνα και το Παρίσι τα τελευταία 25 χρόνια. Έργα του κυκλοφορούν σε ανθολογίες διηγημάτων και ποίησης στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Έχει εκδώσει δύο μυθιστορήματα, δύο συλλογές διηγημάτων και τρεις συλλογές ποίησης. Ομολογώ πως τίποτε δικό του δεν είχε τύχει να έχω διαβάσει, οπότε η ανάγνωση των σύντομων ιστοριών που περιλαμβάνονται σε αυτό το βιβλίο υπήρξε μια ιδιαιτέρως ευχάριστη έκπληξη. «Τους χώριζε μια κουρτίνα από γάζα που κρεμόταν ανάμεσα στο σαλόνι και τη βεράντα, αφήνοντας το δυνατό φως του ήλιου να πλημμυρίζει το σπίτι» -από την πρώτη κιόλας φράση της πρώτης ιστορίας σε εντυπωσιάζει ο τονισμός τη σημαντικής λεπτομέρειας –‘κουρτίνα από γάζα’. Ο διαχωρισμός είναι σαφής στην δισυπόστατη μορφή του -κάτι διαχωρίζει, κάτι αφήνει να ιδωθεί… Ακριβώς όπως η αναπόληση στιγμών του χθες που έχουν εγγραφεί στη μνήμη. Πάνω σε αυτή τη δυναμική της μνήμης, ο Α.Ρ. διαμορφώνει τις ιστορίες του. Και με συνέπεια ποιητικής υπόμνησης κάτω από τον τίτλο της κάθε ιστορίας, σημειώνει το πότε και το που είχε συμβεί. Με οχτώ, μόλις, σύντομες ιστορίες διατρέχει πενήντα περίπου χρόνια τους δρόμους της Αθήνας. Ξεκινά από το 2023 και καταβυθίζεται στο 1974. Μια πορεία προς τα πίσω, ακριβώς όπως προς το παρελθόν και η ίδια η μνήμη συνηθίζει να ταξιδεύει. Διαφορετικές εποχές, διαφορετικά και πρόσωπα που ενθυμούνται… Ή μήπως-και με πιο ακριβή διατύπωση- διαφορετικά είναι τα γεγονότα που ο ίδιος ο αφηγητής με διακριτικότητα ανασύρει από τις προσωπικές του αναμνήσεις και τις μοιράζεται μαζί μας; Ξεκινώντας από ένα σημερινό ζευγάρι μιας κάποιας ηλικίας που διάνυσε τον κοινό του βίο πάντα διαχωρισμένο, μα και πάντα ενωμένο με μια λευκή κουρτίνα από γάζα, περνά στην εμπειρία ενός άνδρα που μπορεί πλέον ελεύθερα να χαρεί την εφαρμογή της επιλογής από τον ίδιο του φύλου που θα θέλει ανήκει, προχωρά στην αδιέξοδη συνύπαρξη της ηθικής ευθύνης με την συναισθηματική απελευθέρωση μιας γυναίκας που βλέπει τον γονιό της να πεθαίνει, τριγυρνά στη συνέχεια σε κεντρική πλατεία της πόλης για να περιγράψει τη σύγκρουση γενεών, κρυφοκοιτάζει τη φωτογραφία ενός ζευγαριού που κατάφερε να αρπάξει την έκρηξη ενός έρωτα ικανού να διεκδικήσει τη μονιμότητα, κοντοστέκεται σε στέκια των δρόμων που τους έχουν στερήσει το αποτύπωμα προηγούμενων εποχών, επαναστατεί ως πάλαι ποτέ νεαρός αμφισβητίας αντιδημοκρατικών πρακτικών και φτάνει στο τέλος να αναζητήσει το κέντρο ίσως της μνήμης του που δεν είναι άλλο παρά η σχέση με τη γυναίκα που τον έχει γεννήσει και που πλέον τον συντροφεύει ως φωτογραφία σε κομοδίνο. Από την παραπάνω εξιστόρηση των κεντρικών ζητημάτων κάθε αφηγήματος, είναι νομίζω σαφές πως προσωπικά εγώ διάβασα τη συλλογή ως μια ιδιότυπα σπονδυλωτή νουβέλα και ομολογώ πως το αρχικό ξάφνιασμα της ανάγνωσης μετατράπηκε σε μια χαμηλόφωνη συζήτηση με τις προσωπικές μου αναμνήσεις. Τελικά το παρελθόν του καθενός, πάντα θα έχει την ευκαιρία να διατηρεί την παρουσία του στο παρόν και πέρα από αυτό να μπορεί και να διεκδικεί τον ρόλο του αφηγητή κάθε μιας μικρής ατομικής ιστορίας που βέβαια αποτελεί μέρος και συστατικό της γενικότερης Ιστορίας. Η πόλη είναι μία, αλλά οι γειτονιές και οι γωνιές της πολλές. Κλείνοντας ας υπογραμμίσω και την ευαισθησία της γραφής -η πεζογραφία δανείζεται τις καμπυλότητες της ποίησης: « Μάνα μου. Μάνα μου. Μάνα μου. Κάποτε η φωτογραφία μου κι εγώ θα ενωθούμε στο ίδιο σύννεφο. Εκεί δεν έχει ρυτίδες. Δεν έχει βάσανα, δεν έχει θλίψη. Μπορεί να είσαι εκεί. Μπορεί και όχι. Το ξέρω πως θα με αγαπάς για πάντα. Σαν κουτάβι θες; Σαν κουτάβι. Άμα αυτό σε κάνει χαρούμενη, ποιος είμαι εγώ για να σου χαλάσω το χατίρι;» ΥΓ. Ιδιαίτερη μνεία και στο σχεδιασμό του εξωφύλλου -μια μαύρη γάτα που φεύγει λες από το περιθώριο του σχήματος του βιβλίου και χάνεται μέσα στις σελίδες που πρόκειται να διαβαστούν. Λέω πως συμβολίζει το αινιγματικό τώρα που θέλει να κουρνιάσει στη θαλπωρή μιας περασμένης βεβαιότητας. (640 λέξεις) https://www.periou.gr/manos-kontoleon-antonios-rousochatzakis-istories-apo-tin-athina-pou-fevgei-ao-ekdoseis/

Αντώνιος Ρουσοχατζάκης «Ιστορίες από την Αθήνα που φεύγει» ΑΩ Εκδόσεις
Ο Αντώνιος Ρουσοχατζάκης είναι ποιητής, πεζογράφος και εικαστικός καλλιτέχνης και ζει ανάμεσα στην Αθήνα και το Παρίσι τα τελευταία 25 χρόνια. Έργα του κυκλοφορούν σε ανθολογίες διηγημάτων και ποίησης στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Έχει εκδώσει δύο μυθιστορήματα, δύο συλλογές διηγημάτων και τρεις συλλογές ποίησης. Ομολογώ πως τίποτε δικό του δεν είχε τύχει να έχω διαβάσει, οπότε η ανάγνωση των σύντομων ιστοριών που περιλαμβάνονται σε αυτό το βιβλίο υπήρξε μια ιδιαιτέρως ευχάριστη έκπληξη. «Τους χώριζε μια κουρτίνα από γάζα που κρεμόταν ανάμεσα στο σαλόνι και τη βεράντα, αφήνοντας το δυνατό φως του ήλιου να πλημμυρίζει το σπίτι» -από την πρώτη κιόλας φράση της πρώτης ιστορίας σε εντυπωσιάζει ο τονισμός τη σημαντικής λεπτομέρειας –‘κουρτίνα από γάζα’. Ο διαχωρισμός είναι σαφής στην δισυπόστατη μορφή του -κάτι διαχωρίζει, κάτι αφήνει να ιδωθεί… Ακριβώς όπως η αναπόληση στιγμών του χθες που έχουν εγγραφεί στη μνήμη. Πάνω σε αυτή τη δυναμική της μνήμης, ο Α.Ρ. διαμορφώνει τις ιστορίες του. Και με συνέπεια ποιητικής υπόμνησης κάτω από τον τίτλο της κάθε ιστορίας, σημειώνει το πότε και το που είχε συμβεί. Με οχτώ, μόλις, σύντομες ιστορίες διατρέχει πενήντα περίπου χρόνια τους δρόμους της Αθήνας. Ξεκινά από το 2023 και καταβυθίζεται στο 1974. Μια πορεία προς τα πίσω, ακριβώς όπως προς το παρελθόν και η ίδια η μνήμη συνηθίζει να ταξιδεύει. Διαφορετικές εποχές, διαφορετικά και πρόσωπα που ενθυμούνται… Ή μήπως-και με πιο ακριβή διατύπωση- διαφορετικά είναι τα γεγονότα που ο ίδιος ο αφηγητής με διακριτικότητα ανασύρει από τις προσωπικές του αναμνήσεις και τις μοιράζεται μαζί μας; Ξεκινώντας από ένα σημερινό ζευγάρι μιας κάποιας ηλικίας που διάνυσε τον κοινό του βίο πάντα διαχωρισμένο, μα και πάντα ενωμένο με μια λευκή κουρτίνα από γάζα, περνά στην εμπειρία ενός άνδρα που μπορεί πλέον ελεύθερα να χαρεί την εφαρμογή της επιλογής από τον ίδιο του φύλου που θα θέλει ανήκει, προχωρά στην αδιέξοδη συνύπαρξη της ηθικής ευθύνης με την συναισθηματική απελευθέρωση μιας γυναίκας που βλέπει τον γονιό της να πεθαίνει, τριγυρνά στη συνέχεια σε κεντρική πλατεία της πόλης για να περιγράψει τη σύγκρουση γενεών, κρυφοκοιτάζει τη φωτογραφία ενός ζευγαριού που κατάφερε να αρπάξει την έκρηξη ενός έρωτα ικανού να διεκδικήσει τη μονιμότητα, κοντοστέκεται σε στέκια των δρόμων που τους έχουν στερήσει το αποτύπωμα προηγούμενων εποχών, επαναστατεί ως πάλαι ποτέ νεαρός αμφισβητίας αντιδημοκρατικών πρακτικών και φτάνει στο τέλος να αναζητήσει το κέντρο ίσως της μνήμης του που δεν είναι άλλο παρά η σχέση με τη γυναίκα που τον έχει γεννήσει και που πλέον τον συντροφεύει ως φωτογραφία σε κομοδίνο. Από την παραπάνω εξιστόρηση των κεντρικών ζητημάτων κάθε αφηγήματος, είναι νομίζω σαφές πως προσωπικά εγώ διάβασα τη συλλογή ως μια ιδιότυπα σπονδυλωτή νουβέλα και ομολογώ πως το αρχικό ξάφνιασμα της ανάγνωσης μετατράπηκε σε μια χαμηλόφωνη συζήτηση με τις προσωπικές μου αναμνήσεις. Τελικά το παρελθόν του καθενός, πάντα θα έχει την ευκαιρία να διατηρεί την παρουσία του στο παρόν και πέρα από αυτό να μπορεί και να διεκδικεί τον ρόλο του αφηγητή κάθε μιας μικρής ατομικής ιστορίας που βέβαια αποτελεί μέρος και συστατικό της γενικότερης Ιστορίας. Η πόλη είναι μία, αλλά οι γειτονιές και οι γωνιές της πολλές. Κλείνοντας ας υπογραμμίσω και την ευαισθησία της γραφής -η πεζογραφία δανείζεται τις καμπυλότητες της ποίησης: « Μάνα μου. Μάνα μου. Μάνα μου. Κάποτε η φωτογραφία μου κι εγώ θα ενωθούμε στο ίδιο σύννεφο. Εκεί δεν έχει ρυτίδες. Δεν έχει βάσανα, δεν έχει θλίψη. Μπορεί να είσαι εκεί. Μπορεί και όχι. Το ξέρω πως θα με αγαπάς για πάντα. Σαν κουτάβι θες; Σαν κουτάβι. Άμα αυτό σε κάνει χαρούμενη, ποιος είμαι εγώ για να σου χαλάσω το χατίρι;» ΥΓ. Ιδιαίτερη μνεία και στο σχεδιασμό του εξωφύλλου -μια μαύρη γάτα που φεύγει λες από το περιθώριο του σχήματος του βιβλίου και χάνεται μέσα στις σελίδες που πρόκειται να διαβαστούν. Λέω πως συμβολίζει το αινιγματικό τώρα που θέλει να κουρνιάσει στη θαλπωρή μιας περασμένης βεβαιότητας. (640 λέξεις) https://www.periou.gr/manos-kontoleon-antonios-rousochatzakis-istories-apo-tin-athina-pou-fevgei-ao-ekdoseis/

Βάσια Τζανακάρη "Γεννιέται ο κόσμος"

Βάσια Τζανακάρη «Γεννιέται ο κόσμος» Αφήγημα Εκδόσεις Καστανιώτη Γράφει ο Μάνος Κοντολέων Το αφήγημα «Γεννιέται ο κόσμος» είναι το πρώτο έργο της Βάσιας Τζανακάρη που διαβάζω. Από το βιογραφικό της σημείωμα ενημερώνεται κανείς πως η ίδια έχει γράψει ακόμα δυο μυθιστορήματα, δυο συλλογές διηγημάτων και ένα βιβλίο για παιδιά, ενώ έχει συμμετάσχει σε συλλογικά έργα, μα και ακόμα έχει μεταφράσει πολλά βιβλία, ενώ τα έργα της υπήρξαν υποψήφια για διάφορα βραβεία. Η δική μου αυτή πρώτη επαφή με τη γραφή της υπήρξε ιδιαίτερα θετική, καθώς η πεζογραφική οντότητα του κειμένου έρχεται και ‘ακουμπά’ πάνω σε μια ποιητική περιγραφή συναισθημάτων. «Δεν είχα δει ποτέ αστέρια και φεγγάρι απ΄το μπαλκόνι μου. Τα πορτοκαλί φώτα θαμπώνουν το βλέμμα, τα κτίρια γύρω είναι ψηλά, με φωτισμένα ρετιρέ, ρετιρέ πρώτο, δεύτερο, τελευταίο (καμιά φορά και δώμα), μπήγονται στην κοιλιά του ουρανού σαν χοάνες, καταπίνουν αστέρια, φεγγάρια, σύννεφα, χαμένα μπαλόνια, που φτάνουν στους υπονόμους και γίνονται βαρκούλες -λεία για αλιγάτορες αστικών μύθων» (σελ. 22) Θέμα του αφηγήματος -που είναι δομημένο πάνω σε μικρά κεφάλαια και χωρισμένο βασικά σε τέσσερα μέρη, που το καθένα έχει το όνομα και μιας από της τέσσερεις εποχές του χρόνου- είναι η περιγραφή των ερωτικών συναισθημάτων που μια γυναίκα αισθάνεται για έναν άνδρα. Συναισθημάτων που γεννήθηκαν κάποια μέρα χειμώνα και με το τέλος του φθινοπώρου ολοκληρώνονται, μα και ετοιμάζονται να συνεχιστούν με μια νέα μορφή : «Θα έλεγε κανείς ότι ταξιδέψαμε παντού μαζί. Εγώ, που χάνω εύκολα την πίστη μου, σου λέω ότι φοβάμαι μήπως δεν έχει άλλο κόσμο να δούμε, κι εσύ, που είσαι ποτήρι μισογεμάτο, μου λες πως ο κόσμος δεν τελειώνει. Φυλάμε τα βήματά μας στο ντουλαπάκι του αυτοκινήτου και συνεχίζουμε» Η αφήγηση γίνεται από την πλευρά της γυναίκας και διαθέτει ένα συνεχόμενο τρόπο όρασης της καθημερινότητας όπου το απλό, συχνά και το τετριμμένο, αποκτά μια άλλη διάσταση -γίνεται σύμβολο επανεκκίνησης της εμπειρίας ζωής. Γιατί αυτό που η Τζανακάκη προτείνει είναι η χρησιμοποίηση του ερωτικού πάθους ως μέθοδο επικοινωνίας με τον πολύτιμο άλλον, μα και μέσω αυτού με όλη τη Φύση. Σε αυτή την ερωτική συνύπαρξη, ο άντρας είναι το πλάσμα εκείνο όπου άλλοτε θα υμνείται –«Είσαι κολόνα που γεμίζει το κενό», άλλοτε θαυμάζεται – «Ο μηρός σου ακουμπούσε στον γοφό μου κι εξαφάνιζε τα ρούχα μας», άλλοτε θα γίνεται ένα πολυσήμαντο παιχνιδάκι –«Έχεις ένα ζωάκι κάτω από το δέρμα σου, όλο τρέχει πέρα δώθε, εισαι η πελώρια ρόδα του σε σχήμα ψηλού άντρα» Η Τζανακάκη με τη γραφή της μεταφέρει το ερωτικό συναίσθημα έτσι όπως μια γυναίκα το βιώνει, στο χώρο ενός ιδιότυπου ποιητικού συμβολισμού. Στην ουσία η γυναικεία φύση είναι αυτή που σχηματοποιεί την ανδρική ταυτότητα και της προσφέρει τη δυνατότητα να κυκλοφορεί μέσα σε καθημερινές συνθήκες χωρίς να χάνει -αντίθετα να εμπλουτίζει- τις ιδιότητές της. Ο άνδρας ως προστάτης, ως σύντροφος, ως συμπαραστάτης, ως μέντορας, ως δύναμη μα και ως αδυναμία. Η ερωτική συνύπαρξη έχει στο συγκεκριμένο κείμενο τις αποχρώσεις ενός ουρανού που ενώ οι εποχές καθώς διαβαίνουν δείχνουν να επεμβαίνουν στην εικόνα του, στην ουσία εκείνος παραμένει κυρίαρχος και επόπτης των πάντων. «Κρύφτηκα πίσω από τον φακό της μηχανής μου, ‘Έλα να σε βγάλω μια φωτογραφία, στάσου εκεί, στην άκρη’, και σκέφτηκα ότι στο σημείο που στάθηκες θα έπρεπε να μπει μια σημαία, αν όχι σημαία χώρας, έστω μια γαλάζια σημαία έγκρισης, καθαρότητας, ασφάλειας, μια σημαία ‘βουτήξτε άφοβα’, και τότε, μπροστά στα μάτια μου, ξεδιπλώθηκες ως τον ουρανό κι ανέμισες, κι εγώ, γεμάτη χαρά και περηφάνια, στάθηκε προσοχή και απαθανάτισα τη γαλανόλευκη έπαρσή σου». Ιδιαίτερο κείμενο. Ιδιαιτέρως ευαίσθητο όσο και απρόσμενα ρεαλιστικό. Πλούσιο σε ποικιλία λέξεων και ευέλικτο στον σχηματισμό εικόνων. (590 λέξεις) https://www.literature.gr/gennietai-o-kosmos-vasia-tzanakari-ekdoseis-kastanioti/