11.1.26
«Σταχτοπούτης»
Νάστα
«Σταχτοπούτης»
Εικονογράφηση: Βασίλης Κουτσογιάννης
Εκδόσεις Πουά
Τα κλασικά παραμύθια εξέφραζαν άλλοτε μια κοινωνική κριτική, άλλοτε ενδοοικογενειακές συνθήκες, άλλοτε έδιναν συμβουλές προφύλαξης από ποικίλους κινδύνους, πολύ συχνά περιγράφανε τα όνειρα και τις ελπίδες των καταπιεσμένων, των αδικημένων, των φτωχών.
Είχαν δημιουργηθεί σε εποχές όπου η επικοινωνία μεταξύ των ανθρώπων είχε ανατεθεί στον προφορικό λόγο και όπου το φανταστικό, το μαγικό, το εξωπραγματικό στοιχείο έπαιρνε τις διαστάσεις και της λύτρωσης όσο και της επανάστασης.
Με την πάροδο των ετών αυτά τα στοιχεία κοινωνικής κριτικής και ατομικής έκφρασης καλύφθηκαν από το μαγικό στοιχείο που κι αυτό με τη σειρά του μεταμορφώθηκε σε μια φανταστική εξιστόρηση.
Και όλα τούτα καθώς αυτά τα παραμύθια ολοένα και περισσότερο μετατρεπόντουσαν σε αφηγήσεις για παιδιά -η Κοκκινοσκουφίτσα πρόσφερε μια πρόταση αποκριάτικης στολής για κορίτσια, ενώ τα αγόρια είχαν να επιλέξουν ανάμεσα στο Παπουτσωμένο Γάτο ή στο Πρίγκηπα της Ωραίας Κοιμωμένης.
Μα οι εποχές συνεχώς μεταλλάσσονται, οι ήρωες των κλασικών παραμυθιών έγιναν στη συνέχεια κινηματογραφικοί αστέρες, αμέσως μετά αποστεώθηκαν και οι περιπέτειές τους συρρικνώθηκαν σε ολιγοσέλιδα βιβλία με λίγο πολύ στερεοτυπική πολύχρωμη εικονογράφηση.
Μα η δυναμική των χαρακτήρων εκείνων των ηρώων πάντα μπορεί να κρατά την αντιστοίχισή της με κοινωνικά και ατομικά ζητήματα.
Ο Παπουτσωμένος Γάτος μένει πάντα το σύμβολο της λαϊκής ευφυΐας που ξεγελά τον ατομικισμό του πλούτου* η Κοκκινοσκουφίτσα διατηρεί όλη την παιδική διάθεσή της για ανεξαρτησία και η Χιονάτη τα πιστεύω της σε μια καλύτερη τύχη* η Πεντάμορφη υπενθυμίζει πως η ομορφιά της ψυχής είναι πλέον ερωτική από την ομορφιά της όψης* η Σταχτοπούτα πως ο καταπιεσμένος κάποια στιγμή θα απελευθερωθεί.
Αυτή την απελευθέρωση του ατόμου που θέλει να εκφράσει ελεύθερα την εντελώς δική του ταυτότητα, η δική μας εποχή την έχει με μεγάλη έγνοια και φροντίδα προσεγγίσει. Και με ποικίλους τρόπους την εκφράζει και τη διαδίδει.
Και βέβαια κεντρική θέση στην ελεύθερη έκφραση μιας ταυτότητας έχει και η αναγνώριση του σεξουαλικού προσδιορισμού.
Κάτω από αυτήν την διάθεση απαλλαγής από τα σεξουαλικά στερεότυπα και την προβολή του δικαιώματος το άτομο να επιλέγει με ελευθερία ερωτικό σύντροφό, έχει γραφτεί και αυτή η παραλλαγή τους κλασικού παραμυθιού της Σταχτοπούτας.
Τώρα τη θέση ενός καταπιεσμένου από την οικογένειά του κοριτσιού, την παίρνει ένα αγόρι που οι δικοί του -μητέρα και πατέρας- δεν θέλουν να αποδεχτούν την δική του, εκτός αρσενικής νόρμας, συμπεριφορά. Και τον περιορίζουν μέσα στο σπίτι. Ντρέπονται γι αυτό. Δεν θα το πάρουν μαζί τους στο χορό που διοργανώνει ο πρίγκιπας.
Αλλά εκείνο θα πάει. Θα του δώσει το κουράγιο μια δική του εσωτερική παρόρμηση να πιστέψει στην εμφάνισή του, στην ομορφιά των ρούχων που ο ίδιος επιλέγει.
Και κατά τη διάρκεια του χορού αυτό θα είναι που θα προσέξει το πριγκιπόπουλο και που τελικά θα το αναζητήσει, θα το βρει… Θα ζήσουν μαζί, θα στήσουν τη δική τους οικογένεια.
Με άλλα λόγια μιλάμε για μια queer διασκευή ενός κλασικού παραμυθιού.
Τολμηρό εγχείρημα -το εντελώς νέο και όχι απ’ όλους απόλυτα αποδεχτό, έρχεται να ζητήσει ενίσχυση από ένα κλασικό και στερεοτυπικό πρότυπο γυναικείας μοίρας και μέσω αυτού να μετατρέψει το παλιό σε κάτι νέο.
Τολμηρό μα και επιτυχημένο.
Η νέα και ‘αυθάδης’ αυτή μορφή μιας κλασικής ιστορίας με την οποία μεγάλωσαν πολλές γενιές παιδιών έχει εικονογραφηθεί με την εμπειρία και το ταλέντο του Βασίλη Κουτσογιάννη, εικονογράφου που νομίζω ξέρει τον τρόπο να προσαρμόζει την υλοποίηση των εικόνων του στο ύφος και ήθος των κειμένων που κάθε φορά του προσφέρονται προς εικονογράφηση.
560 λέξεις
Βιβλιοδρόμιο 10/1/2026
8.1.26
Πόση συμπερίληψη αντέχει η ελληνική λογοτεχνία για παιδιά και εφήβους; (Συζητούν Μάνος Κοντολέων και Μαρίζα Ντεκάστρο)
Μ. Ντ. Το πρώτο άρθρο, του πολύ επιτυχημένου δεκάλογου με τα Δικαιώματα του Μικρού Αναγνώστη (βασίζεται στις αρχές του Daniel Pennac), γράφει ότι καθένας έχει δικαίωμα να μη διαβάζει!
Ακούγεται αιρετικό, όμως σκιαγραφεί ένα μέρος της πραγματικότητας. Οποιονδήποτε ρωτήσουμε θα δηλώσει με σθένος ότι το διάβασμα κάνει καλό! Αντιλέγω ότι τα παιδιά ούτως ή άλλως διαβάζουν από πινακίδες μέχρι οδηγίες, και τις κατανοούν. Γιατί είναι υποχρεωτικό να διαβάζουν βιβλία, και γιατί πρέπει να το μάθουν; Φτάνουμε λοιπόν στη ουσία αυτού που ονομάζεται καλλιέργεια της φιλαναγνωσίας, η οποία κατά τη γνώμη μου σημαίνει δημιουργία μιας δια βίου συνήθειας.
Χωρίς πολλά λόγια, τα βιβλία προσφέρουν παντοιοτρόπως στην ανάπτυξη των παιδιών, των νέων και ημών των ενηλίκων.
Μ. Κ. Είναι γεγονός πως η καλλιέργεια της φιλαναγνωσίας ξεκινά από το σπίτι και το σχολείο.
Αλλά αν οι γονείς δεν είχαν μάθει όντες οι ίδιοι παιδιά να αγαπούν τη λογοτεχνία, μα μήτε και μια τέτοια σχέση ανέπτυξαν από μόνοι τους ως ενήλικες, τότε το σχολείο είναι ο μόνος χώρος όπου ο νέος άνθρωπος θα συναντηθεί με τους διαχρονικούς λογοτεχνικούς ήρωες.
Άρα είναι σχεδόν αυτονόητο πως κάθε φορά που συζητάμε για το πώς τα παιδιά μαθαίνουν να αγαπούν το διάβασμα, να καταλήγουμε στο ίδιο σημείο: στο σχολείο.
Για ένα μεγάλο -ίσως το μεγαλύτερο- μέρος παιδιών, η ουσιαστική τους σχέση με τη λογοτεχνία χτίζεται στη σχολική τάξη. Εκεί ανακαλύπτουν ότι η αφήγηση δεν είναι απλώς μια ακόμη εργασία της γλώσσας, αλλά ένας τρόπος να δεις τον κόσμο.
Μ. Ντ. Να βγεις από τον μικρόκοσμό σου. Τι διαβάζουν στο σχολείο; Ας κάνουμε υποθέσεις για το πώς επιλέγει τα βιβλία που βάζει στην τάξη του ένας εκπαιδευτικός. Με βάση έναν υποθετικό μέσο όρο των ενδιαφερόντων της ηλικίας; Με το τι κυκλοφορεί; Με το πόσο ‘ακούγεται’ κάποιο βιβλίο; Τι ρόλο παίζει η αναγνωρισιμότητα του/της συγγραφέως;
Επιπλέον, εδώ εμφανίζονται, από το πλάι, θέματα όπως τα βραβεία, οι επιλογές και η προώθηση που κάνουν οι εκδότες, τα προτεινόμενα βιβλία (που έστειλε ή θα στείλει το Υπ. Παιδείας), το κοινωνικό/μορφωτικό υπόβαθρο των οικογενειών και των σχολικών ομάδων. Όλα συνεισφέρουν στη διαμόρφωση της αναγνωστικής ταυτότητας των παιδιών!
Μ. Κ. Προφανώς. Ο εκπαιδευτικός, με τις επιλογές του, δεν δίνει στα παιδιά απλώς ένα βιβλίο να διαβάσουν· τους ανοίγει ή τους κλείνει πόρτες. Μπορεί, χωρίς καν να το συνειδητοποιεί, να διαμορφώσει το πώς ένα παιδί ή έφηβος αντιλαμβάνεται τον εαυτό του και τι θεωρεί ότι «χωράει» στη δική του ζωή. Αυτός ο ρόλος του εκπαιδευτικού ως άτυπου επιμελητή της αναγνωστικής ταυτότητας των μαθητών είναι καθοριστικός.
Μ. Ντ. Αυτές οι άτυπες, ή και καλοπροαίρετες παρεμβάσεις, οδηγούν σε ποικίλα φαινόμενα που, όπως λες ανοίγουν ή κλείνουν πόρτες. Όταν κλείνουν πόρτες τα ονομάζω λογοκρισίες.
Μ. Κ. Η πρόταση ενός βιβλίου, μια συζήτηση που ανοίγει, μια άλλη που αποφεύγεται — όλα αυτά διαμορφώνουν σιγά σιγά το τοπίο της σχολικής ανάγνωσης. Γι’ αυτό και το σχολείο έχει τόσο μεγάλη επιρροή: δεν προσφέρει απλώς πρόσβαση σε βιβλία, αλλά σε νόημα. Η επιλογή ενός κειμένου δεν αποφασίζει μόνο τι θα μάθει το παιδί, αλλά και τι επιτρέπεται να ειπωθεί δημόσια μέσα στο πλαίσιο μιας κοινωνίας με συγκεκριμένες ευαισθησίες και όρια.
Μ. Ντ. Συνακόλουθα, και λόγω της αγωνιώδους μέριμνας για την ανάπτυξη της ανάγνωσης των νεαρών αναγνωστών, απορρέουν πολλοί διδακτισμοί από την πλευρά των ενηλίκων. Εξηγούμαι. Ο πρώτος εμφανής διδακτισμός, τον οποίο έχουν μάθει να αποφεύγουν, κάπως τουλάχιστον, οι δόκιμοι συγγραφείς είναι η απλή, μη ζυγισμένη και υπερβολική παράθεση γνωστικών πληροφοριών. Για παράδειγμα, προτείνουν στους αναγνώστες ένα αστυνομικό μυστήριο το οποίο στην ουσία λειτουργεί ως αφορμή για μάθηση. Πολλά τέτοια μυθιστορήματα κυκλοφορούν! Ένας δεύτερος, μη ομολογούμενος, αφορά τις αποδεκτές κοινωνικές πρακτικές. Τις περιλαμβάνει η πλειονότητα των εικονογραφημένων βιβλίων για μικρά παιδιά, με θέματα, π.χ. τις παιδικές ομάδες, το σχολείο, τις σχέσεις. Χαρακτηριστικό τους μια τυπική ανάπτυξη, η οποία εισάγει το θέμα με την αρνητική περιγραφή κάποιας κατάστασης και καταλήγει στο επιθυμητό αποτέλεσμα του κοινωνικά σωστού.
Είναι δεδομένο ότι οι ενήλικοι αποφασίζουν τι χωράει και τι δεν χωράει στη ζωή, πώς πρέπει να είναι-παιδί και έφηβος- ώστε να είναι κοινωνικά ορθός. Ωστόσο, πολλά εξαφανίζονται στην αναγνωστική πορεία, και ειδικά αυτά που σχετίζονται με κρίσεις, σκέψεις, στάσεις και αποδοχές. Και ένας τρίτος, που συνδέεται με τα παραπάνω, είναι τα θέματα που συζητιούνται δύσκολα.
Μ. Κ. Αυτός ο ρόλος του εκπαιδευτικού ως άτυπου επιμελητή της αναγνωστικής ταυτότητας των μαθητών είναι καθοριστικός. Ας το παραδεχτούμε: τα περισσότερα παιδιά και έφηβοι γνωρίζουν τη λογοτεχνία μέσα από τους δασκάλους και τους καθηγητές τους. Αν ένας εκπαιδευτικός αγαπά ένα βιβλίο και το φέρει ζωντανά μέσα στην τάξη, μια σπίθα ανάβει. Όμως η ίδια αυτή επιρροή γεννά και το ερώτημα: ποια βιβλία δεν φτάνουν ποτέ στην τάξη — και γιατί; Η απάντηση βρίσκεται συχνά όχι στην ποιότητα ενός βιβλίου, αλλά στους άγραφους κανόνες που διέπουν το σχολικό περιβάλλον. Εκπαιδευτικοί, συχνά από φόβο μήπως προκαλέσουν αντιδράσεις, λειτουργούν με μια συντηρητικότητα που δεν δηλώνεται ανοιχτά αλλά υπάρχει παντού.
Μ. Ντ. Συντηρητικότητα, να ένα παράδειγμα στα όρια του γελοίου. Έχεις διαβάσει, φαντάζομαι, τον Πόλεμο των κουμπιών, του Λουί Περγκώ. Οι παρέες που συγκρούονται στο μυθιστόρημα είναι σκέτα αλάνια. Και φυσικά αλληλοεκτοξεύουν πολλές βρισιές. Πριν καμιά δεκαετία, οι γονείς παιδιών μιας ΣΤ’ δημοτικού το έκριναν ακατάλληλο λόγω των κακών λέξεων και ζήτησαν από το σχολείο να το αποσύρει από τα αναγνώσματα της τάξης!
Μ. Κ. Και πολύ συχνά αυτοί οι μεγάλοι -οι ενήλικες, δηλαδή, με την ιδιότητα του γονέα- στέκονται απέναντι σε διδάσκοντες που προσπαθούν να πλατύνουν τους ορίζοντες και τις ευαισθησίες των μαθητών τους με αναγνώσεις τέτοιων –‘τολμηρών’- βιβλίων.
Έτσι προκύπτει μια άτυπη λογοκρισία, όπως λες, τόσο στις τάξεις της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, όσο -και κυρίως- στις αντίστοιχες της δευτεροβάθμιας, Όχι μέσα από απαγορεύσεις, αλλά μέσα από αποφυγές. Δεν χρειάζεται κάποιος να πει «αυτό το βιβλίο είναι ακατάλληλο»· αρκεί να μην το προτείνει ποτέ. Κι έτσι θέματα όπως αυτά που έχουν να κάνουν με την ανίχνευση εκ μέρους των παιδιών και των εφήβων της πλέον προσωπικής έκφρασης της ταυτότητάς τους -αναφέρομαι στην αναγνώριση και συμφιλίωση με την σεξουαλικότητά τους- απουσιάζουν από το σχολικό σύμπαν. Όχι επειδή τα παιδιά και οι έφηβοι δεν είναι έτοιμοι να συνδιαλλαγούν με αυτή τη γνώση, αλλά επειδή οι ενήλικες νιώθουν άβολα. Είναι πιο εύκολο να διατηρείται μια εικόνα «αθωότητας» παρά να αναγνωριστεί ότι τα παιδιά και οι έφηβοι ζουν σε έναν πολύπλοκο κόσμο και έχουν ανάγκη από λόγια που θα τα βοηθήσουν να τον κατανοήσουν.
Μ. Ντ. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι πρόκειται για μια άρνηση της πραγματικότητας. Πάντως, υπάρχουν και άλλα θέματα. Το πρώτο, η αυτολογοκρισία των συγγραφέων. Διαβάζοντας Έλληνες και ξένους συγγραφείς, παρατηρούμε ότι οι δικοί μας θέτουν, άλλος λιγότερο, άλλος περισσότερο απαλά τα ‘δύσκολα’, για να αποφύγουν τις συνέπειες… Ο ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ είχε ζητήσει το 2018 από συγγραφείς να γράψουν την άποψή τους για το εάν αυτολογοκρίνονται όταν γράφουν για εφήβους. Δημοσιεύτηκαν τον Φεβρουάριο, και μεταξύ αυτών -Π. Κουτσάκης, Α. Κοντολέων, Β. Ηλιόπουλος, Β. Παπαθεοδώρου, Θ. Κούκιας- ήσουν και εσύ.
Το δεύτερο αφορά τους εκδότες και την πολιτική τους: σε ποιο κοινό στοχεύουν, τι εκδίδουν και τι όχι, πόσο επηρεάζονται από τις διεθνείς τάσεις, πόσο είναι διατεθειμένοι να κάνουν ανοίγματα. Ανάμεσα σε άλλα, θυμάμαι το εξαντλημένο πλέον νεανικό μυθιστόρημα Το κάνουμε; του Μέλβιν Μπέρτζες από τις εκδ. ΜΙΝΩΑΣ που εκδόθηκε το 2004.
Το τρίτο η κριτική. Τι κάνει η κριτική, αν όχι να προβάλει απόψεις ανάλογα με τις πεποιθήσεις του γράφοντος; Που σημαίνει κατά ποσόν έχει ανοιχτές ιδέες, δέχεται το καινούργιο, φοβάται και θέλει να προστατέψει τους νεαρούς αναγνώστες;
Μ. Κ. Οι κοινωνικές νόρμες παίζουν εδώ καθοριστικό ρόλο. Ζητούμε -ίσως και επιβάλουμε- από τα παιδιά και τους εφήβους επιλεκτική ωριμότητα: να είναι υπεύθυνα, αποδοτικά, πειθαρχημένα, αλλά ταυτόχρονα «καθαρά» από κάθε τι που μπορεί να διαταράξει το ιδανικό της ομοιομορφίας. Έτσι η όποια αναφορά εντός του σχολείου σε ιστορίες που αγγίζουν την ταυτότητα, την επιθυμία του σώματος, την αναγνώριση της ιδιαιτερότητας του άλλου και το δικαίωμα να αναγνωριστεί η όποια δική μας, απουσιάζει. Δεν είναι ότι αυτά τα θέματα θεωρούνται επικίνδυνα· είναι ότι θέτουν υπό αμφισβήτηση την επικρατούσα κοινωνική εικόνα για τη συμπεριφορά των φύλλων.
Μ. Ντ. Μιλάμε συνεχώς για τα στερεότυπα, τα οποία όμως έχουν πολλά πόδια. Η αμφισβήτηση ξεκίνησε από τα έμφυλα και πέρασε στη συμπερίληψη, ως ιδέα για να παταχθούν τα φυλετικά και τα ρατσιστικά. Πολύ λίγοι συγγραφείς διανοούνται να μην πλάσουν ήρωες διαφόρων μειονοτήτων και οι εικονογράφοι το ίδιο. Από την άλλη, εμφανίζονται καινούργια, του ‘καλού σκοπού’, δηλαδή ένας νέος αποδεκτός διδακτισμός. Βρίσκονται κάτω από την ομπρέλα της κοινωνικής αποδοχής και της συμπερίληψης, η οποία ανιχνεύει διαφορετικών ειδών ‘ιδιομορφίες’- τις πολλαπλές ταυτότητες, τις μορφές της οικογένειας, τα νεαρά άτομα με ψυχικές και άλλες παθήσεις, τον σεξουαλικό προσανατολισμό, τη βία εντός και εκτός οικείου περιβάλλοντος, κ.ά.- και οι οποίες έρχονται στην επιφάνεια προς συζήτηση και οι οποίες συχνά θάβονται…
Μ. Κ. Τα βιβλία που αποκλείονται δεν απειλούν τα παιδιά· απειλείται ο κοινωνικός κομφορμισμός των ενηλίκων. Μια ιστορία για ένα παιδί που αγαπά κάποιον του ίδιου φύλου δεν θέτει σε κίνδυνο τους μαθητές — θέτει σε κίνδυνο τις βεβαιότητες μιας κοινωνίας που δυσκολεύεται να αποδεχτεί την ποικιλομορφία. Ένα βιβλίο που μιλά για την εφηβική σεξουαλικότητα δεν «εκθέτει» τα παιδιά σε κάτι σκοτεινό — εκθέτει τους μεγάλους σε μια πραγματικότητα που θα προτιμούσαν να μην αντιμετωπίζουν.
Όταν ένα σχολείο αποφεύγει τέτοια βιβλία, στην ουσία υπακούει σε μια βαθιά ριζωμένη σύμβαση: ότι η παιδικότητα πρέπει να παραμείνει σιωπηλή για να θεωρείται «ασφαλής». Όμως η σιωπή δεν προστάτεψε ποτέ κανένα παιδί ή έφηβο. Αυτό που τα προστατεύει είναι η δυνατότητα να αναγνωρίσουν την εμπειρία τους, να τη δουν καθρεφτισμένη κάπου, να την ονομάσουν.
Μ. Ντ. Εν κατακλείδι, Μάνο, ας συμφωνήσουμε στο εξής, όπως μου το έστειλες: Το λογοτεχνικό βιβλίο δεν είναι απλώς ένα μέσο διδασκαλίας· είναι δείκτης συμπερίληψης. Η ανάγνωση είναι μια πολιτική πράξη. Κι αν θέλουμε πραγματικά τα παιδιά να αναπτύξουν μια σχέση ουσιαστική με τη λογοτεχνία, πρέπει πρώτα να αποδεχτούμε ότι ο κόσμος τους —και ο δικός μας— δεν μπορεί να περιορίζεται σε παλιές νόρμες. Οι ιστορίες που τους προσφέρουμε καθορίζουν όχι μόνο τι θα διαβάσουν, αλλά και τι θα τους επιτρέψουμε να γίνουν.
https://www.oanagnostis.gr/posi-symperilipsi-antechei-elliniki-logotechnia-paidia-efivoys-syzitoyn/
1630 λέξεις
Ετικέτες
Απόψεις - Κείμενά μου,
Συναντήσεις
3.1.26
Ευάρεστος Πιμπλής «Πέρα από τη συναίνεση»
Ευάρεστος Πιμπλής
«Πέρα από τη συναίνεση»
Μυθιστόρημα
Εκδόσεις Πόλις
Ο Ευάρεστος Πιπλής γεννήθηκε το 1999 στην Αθήνα. Σπούδασε στη Σορβόννη και ζει και εργάζεται στο Παρίσι.
Η πληροφορία -που παρέχεται στο ‘αφτί’ της έκδοσης- πως οι σπουδές του εξειδικεύτηκαν στον ψηφιακό μετασχηματισμό της πολιτιστικής πολιτικής, βοηθά τον αναγνώστη να προσεγγίσει με μεγαλύτερη αναγνωστική αποτελεσματικότητα το πρώτο του αυτό μυθιστόρημα που το έγραψε και στα ελληνικά και στα γαλλικά.
Επίσης χρήσιμη είναι η λεξιλογική σημείωση, στις πρώτες σελίδες του βιβλίου και προτού αρχίσει η ανάπτυξη της μυθιστορίας : η μετάφραση της λέξης της αγγλικής λέξης intimacy (ο πιο μέσα, αυτός που βρίσκεται στην καρδιά του όντος), με τον ελληνικό όρο ‘μυχιότητα’.
Ο όρος αυτός εκφράζει το σύνολο των εμπειριών, σκέψεων, συναισθημάτων και σχέσεων που ανήκουν στη σφαίρα του πιο εσωτερικού, προσωπικού και προστατευμένου χώρου του ατόμου, που διαφεύγει από το δημόσιο βλέμμα και την κοινωνική έκθεση (σελ. 11)
Το έργο χαρακτηρίζεται ως μυθιστόρημα. Αλλά προσωπικά θα το χαρακτήριζα ως υβριδικό μυθιστόρημα, καθώς αποτελείται από δύο διαφορετικά είδη λόγου: πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις και δημοσιεύματα από ποικίλα ΜΜΕ (εφημερίδες, περιοδικά, ραδιόφωνα, Instagram κ.α.).
Η ιστορία διαδραματίζεται το 2032, δεκαπέντε χρόνια μετά το #Me Too.
Η συναίνεση στις σεξουαλικές σχέσεις έχει πλήρως παγιωθεί, αλλά αυτό δε σημαίνει πως το θέμα του πως διαχειρίζεται κάποιος τον σταθερό ή περιστασιακό ερωτικό του σύντροφο μετά την σεξουαλική επαφή είναι ξεκάθαρο.
Αυτό το ασαφές, αυτή η πιθανή διαφοροποίηση της ερωτικής συμπεριφοράς από την αντίστοιχη κοινωνική σε κάποιους έχει δημιουργήσει σημαντικά προβλήματα. Είναι όσοι -κυρίως, αν και όχι μόνο, άντρες- έχουν μεγαλώσει με στερεοτυπικά πρότυπα του αρσενικού μέσα στη δυτική κοινωνία. Δηλαδή με το πρότυπο του άντρα που είναι γυμνασμένος, επαγγελματικά επιτυχημένος, ανταγωνιστικός και βίαιος (μιας και η βιαιότητα είναι κλασική ένδειξη αρρενωπότητας) στην ερωτική συμπεριφορά του. Οι άντρες αυτοί αισθάνονται πως το κίνημα του #Me Too, έτσι όπως έχει πλήρως καθιερωθεί τους στερεί την ανδρική τους ταυτότητα.
Ένας τέτοιου τύπου άντρας είναι και ο Ενζό Πανεκέν που έχοντας απολύτως ενστερνισθεί τους κανόνες ανατροφής του από τον καταπιεστικό πατέρα του και την υποχωρητική μητέρα του, βιώνει υπόγεια, αλλά σαφή, μη αποδοχή από τις γυναίκες. Αυτές έχοντας ενστερνισθεί τους κανόνες του #Me Too δεν αποδέχονται να χρησιμοποιούνται με τον τρόπο που ο παλιός και κλασικός τύπος του βίαιου άντρα θέλει.
Εντάσσεται σε κάποιες διαδικτυακές αντρικές ομάδες που έχουν παρόμοια αδιέξοδα στις σεξουαλικές σχέσεις τους, και κάποια στιγμή υποκύπτει στην ανάγκη να συνεχίσει την βίαιη σεξουαλική συμπεριφορά του με άτομα του ίδιου φύλου, που όμως αν και ανήκουν στο αρσενικό γένος, θέλουν να έχουν ένα ρόλο υποταγής στη σεξουαλική τους ζωή. Και στρέφεται στο χώρο των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων. Εκεί -πιστεύει μέσα από την κλασική αρσενική του άποψη- πως θα συναντήσει άτομα που αρέσκονται στην σεξουαλική υποταγή και δεν πρόκειται να απαιτούν ανεξάρτητο κοινωνικό ρόλο.
Οπότε και θα βρεθεί στο δρόμο του ο Εμίλ Πετρικόρ. Νεότερος αυτός του Ενζό, έχει από τα πρώτα του παιδικά χρόνια εκφράσει μια συμπεριφορά που δεν μοιάζει με την αντίστοιχη των συμμαθητών του. Αυτοί θα αρχίζουν να τον κοροϊδεύουν κι εκείνος όσο περισσότερο τους αντιπαθεί τόσο και περισσότερο θα αναζητά εκφράσεις περισσότερο διαφορετικές από τις δικές τους. Αλλά δεν θα πάψει και να θέλει να τους μοιάσει. Και αυτή η υπόγεια έλξη προς μίμηση αρσενικών τρόπων έκφρασης θα τον οδηγήσει στο να εκφράζεται σεξουαλικά μόνο με άτομα του ίδιου φύλου και με όσο περισσότερη εκ μέρους τους βίαιη συμπεριφορά προς αυτόν.
Αλλά στην καθημερινότητά του παραμένει ένας νέος άντρας που θέλει να τον σέβονται και να τον εκτιμούν.
Αυτό θα ζητήσει και από τον περιστασιακό εραστή του και η συζήτησή τους αυτή θα φέρει τον Ενζό να εκφράσει με βίαιο τρόπο την απόλυτη αντίθεσή του ως προς την πρόταση αυτή. Γι αυτόν η συναίνεση αρχίζει και τελειώνει μόνο όσο διαρκεί η σεξουαλική πράξη. Από εκεί και πέρα ο ομοφυλόφιλος είναι ένας π@@@ και αξίζει την απόλυτη περιφρόνηση ενός γνήσιου αρσενικού.
Η βίαιη συμπεριφορά λαμβάνει χώρα σε δημόσιο χώρο, βιντεοσκοπείται, μεταδίδεται στα μέσα μαζικής δικτύωσης, ο Ενζό θα κατηγορηθεί, θα χάσει τη δουλειά του, θα βρεθεί κατηγορούμενος, ενώ ένα νέο κίνημα θα έχει αρχίσει να διαμορφώνεται ως συνέχεια του #Me Too. Αυτό του #BeyondConsent (του πέρα από τη συναίνεση, δηλαδή).
Και στο σημείο αυτό κάνουν τις εμφάνισή τους οι σελίδες που καταγράφουν τις αντιδράσεις από τον τύπο και τα διάφορα άλλα μέσα ενημέρωσης. Εντός, δηλαδή, στην υβριδική πλοκή, εισχωρεί η κοινή γνώμη, οι απόψεις των ειδικών, οι υποστηριχτές της μιας ή της άλλης θέσης.
Σε κάθε περίπτωση το όλο έργο φωτίζει με μια ιδιαιτέρως εύστοχη καταγραφή το κατά πόσο η κοινωνίας μας είναι έτοιμη να αποδεχτεί τις δικές της κατακτήσεις, το κατά πόσο οι κανόνες του παρελθόντος εξακολουθούν να ισχύσουν και τελικά αν όλοι μας – καθένας από τη θέση του και με τις δικές του επιλογές- είμαστε αποφασισμένοι να αναγνωρίσουμε τους νέους ηθικούς κανόνες και να αποφασίσουμε να εναρμονιστούμε με αυτές.
Η έννοια της μυχιότητας γίνεται ο ακρογωνιαίος λίθος του μυθιστορήματος.
Η γραφή του Ευάρεστου Πιμπλή έχει μια αξιοπρόσεχτη ευελιξία -μπορεί και μιμείται τους λόγους των δυο κεντρικών προσώπων, μπορεί να προσαρμόζεται άλλοτε σε κανόνες δημοσιογραφικής ενημέρωσης, άλλοτε σε επιστημονικές επισημάνσεις. Η προφορικότητα συνυπάρχει με τον έντυπο λόγο.
Μια ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσα και ως προς το θέμα και ως προς τους προβληματισμούς και ως προς την μυθιστορηματική δόμηση, πρώτη -και σαφώς πολλά υποσχόμενη- συγγραφική παρουσία.
(870 λέξεις)
Βιβλιοδρόμιο 3/1/2026
2.1.26
Βασίλης Γκουρογιάννης «Τα κιάλια του Βασίλη Τσουικόφ»
Βασίλης Γκουρογιάννης
«Τα κιάλια του Βασίλη Τσουικόφ»
Μυθιστόρημα
Εκδόσεις Μεταίχμιο
Με μια σταθερή προσήλωση στη λογοτεχνία πολιτικού περιεχομένου μας έχει συνηθίσει ο Βασίλης Γκουρογιάννης.
Γεννημένος το 1951 σε χωριό των Ιωαννίνων, σπούδασε νομικά και εργάστηκε ως δικηγόρος.
Την πρώτη του εμφάνιση στο χώρο του βιβλίου την κάνει το 1985 με μια ποιητική συλλογή, αλλά θα είναι το 1992 που με το μυθιστόρημά του «Το ασημόχορτο ανθίζει» θα καθιερώσει την εντελώς δική του ταυτότητα στο χώρο της πεζογραφίας μας.
Μια ταυτότητα όπου κυριαρχεί η σχέση -θέση και αντίθεση- του ατόμου με το ευρύτερο κοινωνικό και πολιτικό περιβάλλον. Παράλληλα καλλιεργεί και τα εντελώς δικά του εκφραστικά μέσα -φράσεις αδρές, ματιές ΄λοξές΄ που συχνά ακόμα και την ίδια την υπόσταση της αφηγούμενης ιστορίας επιδιώκουν να ναρκοθετήσουν.
Κάτι τέτοιο συμβαίνει -στην ουσία είναι το βασικό στοιχείο δόμησης- και στο τελευταίο του αυτό μυθιστόρημα.
Εδώ η αφήγηση εστιάζεται στον τρόπο με τον οποίο ένας ηλικιωμένος έλληνας κομουνιστής περιγράφει όσα γεγονότα σημάδεψαν τη ζωή τη δική του αλλά και της χώρας του, την πορεία του κόμματος του, την μετεξέλιξη της Σοβιετικής Ένωσης σε μια σύγχρονη όσο και ιδιότυπη καπιταλιστική χώρα.
Μα ο τρόπος αυτής της συνειδητής συγγραφικά αφήγησής είναι ένας ‘λοξός’ τρόπος εξιστόρησης που κάνει τα γεγονότα να αποκτούν μια υπόσταση ειδώλου. Όλα όσα συνέβησαν -ως ιδωμένα μέσα από ένα ζευγάρι κιάλια -παρατηρούνται και βιώνονται αλλοιωμένα από την ψεύτικη απόσταση, για αυτό και καθόλου εν τέλει αντικειμενικά.
Αν στο προηγούμενο μυθιστόρημά του – ‘Αναψηλάφηση’ (2019) - ο Γκουρογιάννης θέλησε να καταγράψει την πλήρη αλλοτρίωση της ελληνικής κοινωνίας, τώρα σκιαγραφεί την αδυναμία μιας μερίδας αριστερών να κατανοήσουν όχι μόνο τα δικά τους λάθη, όχι μόνο τους λόγους αποτυχίας ενός πολιτικού συστήματος, αλλά και το πως όλη αυτή η σύγχυση ανάμεσα στο επιδιωκόμενο όνειρο ενός μέλλοντος και στο τελικά υλοποιημένο παρόν έχει προκαλέσει μια αναταραχή σε επίπεδο κοινωνίας και πολιτικών εκπροσωπήσεων, μια γενικευμένη υστέρηση της αριστερής πολιτικής σκέψης στη χώρα μας.
Οι περιγραφές των απόψεων και των συναισθημάτων του κεντρικού προσώπου -μια γνήσια ενσάρκωση κωμικοτραγικής περσόνας- γίνονται με μια υπόγεια διάθεση σαρκασμού, αλλά και παράλληλα μιας κατανόησης του δράματος ενός ανθρώπου που δεν θέλησε να αποδεχτεί όχι μόνο τη διάψευση των προσδοκιών του, αλλά ούτε και τον μαρασμό των προσωπικών σου σχέσεων.
Όλα ιδωμένα -όπως και προαναφέρθηκε- μέσα από τους φακούς κιαλιών που υποτίθεται ότι ήταν του στρατηγού Βασίλι Τσουικόφ, νικητή της μάχης του Στάλινγκραντ και τα οποία κιάλια ο κεντρικός χαρακτήρας του μυθιστορήματος δεν θέλει να αποχωριστεί.
Μόνο που η πόλη πλέον έχει αλλάξει όνομα -Βόλγκογκραντ, όλοι την ονομάζουν.
Μα και ο ίδιος ο πρωταγωνιστής αν και παρέμεινε πιστός σε ότι στα νιάτα του είχε πιστέψει, η πίστη του αυτή έμεινε μόνο ως θεωρία. Στην πράξη έζησε ως μεγαλοδικηγόρος, έγραψε βιβλία που πιστεύει πως δεν αναγνωρίστηκε η αξία τους και φτιάχνει μόνος του το μαυσωλείο του, μιας και βαθιά μέσα του γνωρίζει πως έχει βγει -αυτοβούλως;- από τις σελίδες μιας Ιστορίας που ο ίδιος αν και θα μπορούσε να είχε συμμετάσχει στη γραφή της, προτίμησε να παραμείνει εγκιβωτισμένος σε διαψευσμένα όνειρα.
«Τις φωτογραφίες των γονέων του τις έχει από καιρό αποσύρει από το οπτικό του πεδίο, δεν θέλει να αισθάνεται ότι τον βλέπουν, παρότι αυτό είναι μια ψυχολογική φοβία, αντιμαρξιαστική. Έχει επίσης κάποια ενοχλητικά βιβλία σκορπισμένα όπου τύχει, μεταξύ αυτών και το ‘Κιβώτιο’* χρόνια τώρα το έχει μισοδιαβασμένο, το πηγαίνει πολύ αργά, επιφυλακτικά σαν ευαίσθητο πυρομαχικό. Το περιεργάζεται επιφυλακτικά όπως ο πυροτεχνουργός και μετά, για ασφάλεια, το κρύβει μέσα σε μεταλλικό κιβώτιο. Έτσι που πάει, αμφιβάλλει αν ποτέ θα το διαβάσει ολόκληρο.» (σελ. 148)
«Τα κιάλια του Βασίλι Τσουικόφ» είναι ένα μυθιστόρημα απεικόνισης μιας σημαντικής πλευράς των εξελίξεων στον χώρο της αριστεράς που καθορίζουν το παρόν, σίγουρα και το μέλλον, αυτού του τόπου.
(610 λέξεις)
https://www.hartismag.gr/hartis-85/biblia/ena-mithistorima-apeikonisis-mias-simantikis-pleiras-ton-ekselikseon-ston-khwro-tis-aristeras
28.12.25
Αντώνης Ζαϊρης "Παράδρομος"
Αντώνης Ζαϊρης
‘Παράδρομος’
Αφήγημα
Εκδόσεις Στιγμός
Το βιβλίο *Παράδρομος – Ο Ηρακλής μου έγινε άντρας* του Αντώνη Ζαΐρη αποτελεί ένα ιδιότυπο υβρίδιο ανάμεσα στην αυτοβιογραφική αφήγηση και το κοινωνικό χρονικό. Δεν επιδιώκει την κλασική μυθιστορηματική πλοκή, ούτε την επιστημονική αντικειμενικότητα ενός ιστορικού δοκιμίου. Αντιθέτως, οργανώνεται ως μια εκτεταμένη, απολύτως προσωπική, προφορικού τύπου εξομολόγηση που αξιοποιεί την ατομική μνήμη για να φωτίσει όψεις μιας ολόκληρης εποχής. Η αφήγηση, καθώς ξετυλίγεται, λειτουργεί σαν ένα χωνευτήρι όπου οι εμπειρίες ενός παιδιού και εφήβου φιλτράρονται μέσα από την ωριμότητα ενός ενήλικα που επανεξετάζει το παρελθόν του—όχι για να το εξωραΐσει, αλλά για να το κατανοήσει.
Έτσι, το έργο προσφέρει μια εξαιρετική βάση για ερμηνευτική ανάγνωση, καθώς τοποθετείται στο μεταίχμιο ανάμεσα στο προσωπικό και το συλλογικό, στο βιωματικό και το κοινωνικά σημασιολογημένο. Το κείμενο κινείται διαρκώς ανάμεσα σε δύο άξονες:
(α) την πορεία ενηλικίωσης του ήρωα-αφηγητή και
(β) τη μνημονική ανασύσταση της λαϊκής ελληνικής πραγματικότητας των δεκαετιών 1960–1980.
Το σημείο τομής αυτών των δύο δεν είναι άλλο από τη συγκρότηση της ανδρικής ταυτότητας—όχι ως βιολογικό γεγονός, αλλά ως κοινωνική και ηθική διαδικασία.
Το περιστατικό που εγκαινιάζει το αφήγημα—η συνάντηση του Ηρακλή με τον φίλο του Ηφαιστίωνα σε μια ταβέρνα στο Μεταξουργείο το 2025—είναι φαινομενικά ασήμαντο. Ωστόσο, αποτελεί κρίσιμο δομικό στοιχείο: λειτουργεί ως «πύλη μνήμης», ως συμβολικός τόπος όπου το παρόν ακουμπάει το παρελθόν. Και στη συνέχεια η ιστορία των ηλικιωμένων πρώην εργαζομένων σε οίκο ανοχής, όπως την αφηγείται ο σερβιτόρος Δαρείος, ανασύρει από τον πυρήνα της μνήμης του αφηγητή ένα δικό του μυστικό: την πρώτη του απόπειρα να «γίνει άντρας».
Αυτή η ανάκληση δεν είναι απλώς επιλεκτική. Διαθέτει τη δύναμη της αφήγησης όχι μόνο να αναπαριστά, αλλά και να *διαμορφώνει* τον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος κατανοεί την ίδια του τη ζωή. Ο ώριμος Ηρακλής ανασυνθέτει το παρελθόν του όχι όπως το έζησε το παιδί, αλλά όπως το κατανοεί ο ενήλικος που στοχάζεται πάνω του.
Το κείμενο, έτσι, δεν αποσκοπεί σε μια «πιστή» απεικόνιση της πραγματικότητας, αλλά σε μια ερμηνευτική. Η μνήμη, ευμετάβλητη και διαμορφωτική, καθίσταται ταυτόχρονα πηγή γνώσης και πεδίο αυτοστοχασμού.
Η πιο εκτεταμένη επεισοδιακή ενότητα του βιβλίου αφορά τη μύηση του Ηρακλή στον κόσμο της σεξουαλικότητας μέσω των μπουρδελότσαρκων στη Νίκαια και στην περιοχή της Κουμουνδούρου. Η εμπειρία αυτή, ενταγμένη απολύτως στην κουλτούρα των λαϊκών συνοικιών της εποχής, λειτουργεί ως άτυπο «τεστ ανδρισμού». Η παρέα των Πολυκατοικιωτών—με τα εύγλωττα παρατσούκλια, τις υπερβολές και την ταραχώδη ζωντάνια της—εκπροσωπεί ένα άγραφο κοινωνικό σύστημα όπου η αξία του άντρα καθορίζεται από την ερωτική του επάρκεια και τη δυνατότητα να συμμετάσχει στις κοινές τελετουργίες του φύλου.
Η αποτυχία του Ηρακλή να ολοκληρώσει την ερωτική πράξη, εξαιτίας του άγχους, αποδομεί εκ των έσω το κυρίαρχο ανδρικό στερεότυπο. Μέσα σε λίγες σελίδες, ο αναγνώστης βλέπει να συμπυκνώνονται:
– η πίεση της «πρώτης φοράς»,
– η ανάγκη για κοινωνική επιβεβαίωση,
– ο φόβος της έκθεσης και της ανεπάρκειας,
– το ψυχικό βάρος της προσδοκίας.
Η αφήγηση έχει ιδιαίτερη βαρύτητα, διότι δεν εξωραΐζει τον έφηβο· τον παρουσιάζει αγχωμένο, αδέξιο, φοβισμένο. Η κοινωνική επιταγή του ανδρισμού, η οποία απαιτεί από το αγόρι να σταθεί στο ύψος μιας τελετουργίας για την οποία κανείς δεν το έχει προετοιμάσει, αναδεικνύεται εδώ ως βίαιη σύγκρουση ανάμεσα στο σώμα του και στο βλέμμα των άλλων.
Η λέξη «άντρας» δεν είναι βιολογική· είναι κοινωνική επιταγή, ένα κανονιστικό πλαίσιο που επιβάλλεται μέσα από το βλέμμα της παρέας, της οικογένειας, της ίδιας της μητέρας («χάρηκε τόσο πολύ που ήθελε να το διαλαλήσει στις γειτόνισσες»).
Έτσι, η «μύηση» δεν γίνεται με την πράξη, αλλά με την εσωτερική κατάρρευση της ψευδαίσθησης και τη μετέπειτα κατανόηση.
Ένα από τα πιο συνεκτικά στοιχεία του βιβλίου είναι η λεπτομερής χαρτογράφηση της Νίκαιας. Οι εργατικές πολυκατοικίες, τα ισόγεια σπίτια με τις αυλές, οι γυρολόγοι που διαλαλούσαν τις πραμάτειές τους, τα χωμάτινα δρομάκια, τα παιχνίδια των παιδιών, οι βεγγέρες των νοικοκυριών, οι φιγούρες των μικροκοινωνικών «μύθων»—όλα αυτά περιγράφονται με μοναδική ακρίβεια.
Δεν πρόκειται όμως για απλή νοσταλγία. Ο συγγραφέας δεν ανακαλεί την παιδική του ηλικία για να την εξιδανικεύσει, αλλά για να δείξει πώς ένα ολόκληρο κοινωνικό σύστημα λειτουργούσε με άγραφους κανόνες, συλλογικές συμπεριφορές και κοινή ηθική.
Η Νίκαια λειτουργεί, επομένως, ως κοινωνιολογικό υπόβαθρο του βιβλίου. Στο έργο, η γειτονιά παρουσιάζεται ως:
– ένα σύστημα κοινωνικής αλληλεγγύης,
– ένας τόπος αντίστασης στη φτώχεια,
– ένας χώρος όπου η παιδική ηλικία είναι «συλλογική» και όχι ατομική,
– ένας πυρήνας πολιτισμού ο οποίος καθορίζει βαθιά τις αντιλήψεις των παιδιών.
Η παρουσία χαρακτήρων όπως ο «Γαλατάς», ο «Χορταράς», ο «Τσίμπλης», ο «Νικολάκης που ρωτά αν είναι όμορφος» ή ο μπαρμπα-Τόλης ο χειροπράκτης δεν αποτελούν απλώς χρωματική πινελιά. Η αφήγηση τους εντάσσει ως λειτουργικά στοιχεία ενός μικρόκοσμου όπου οι ρόλοι είναι αναγνωρίσιμοι, οι σχέσεις προβλέψιμες και η κοινωνική συνοχή ισχυρή.
Η γειτονιά είναι η μήτρα της ταυτότητας.
Και το βιβλίο το υπενθυμίζει σε κάθε σελίδα.
Οι γονείς του Ηρακλή αποτελούν δύο από τις σημαντικότερες φιγούρες του βιβλίου. Ο πατέρας, Σπύρος, είναι άνθρωπος των αντιφάσεων: μεγαλόψυχος, ηθικός, εργατικός, αλλά και παγιδευμένος στο πάθος της χαρτοπαιξίας. Η προσωπικότητά του σκιαγραφείται με αγάπη αλλά και με απογοήτευση—καθώς ο μικρός Ηρακλής τον βλέπει να «χάνεται» σε μια συνήθεια που απειλεί την οικογένεια.
Η μητέρα, Θάλεια, είναι ο σταθερός άξονας του σπιτιού: τρυφερή και αυστηρή, εύστροφη, κοινωνική, φύλακας του νοικοκυριού αλλά και φορέας μιας σοφίας που διαμορφώνει βαθιά τον αφηγητή. Η φράση της «Γιατί όχι και σ’ εμένα;» συνιστά φιλοσοφικό πυρήνα του βιβλίου, μια υπενθύμιση ότι η ζωή δεν είναι δίκαιη ή άδικη «κατ’ επιλογήν»—είναι απλώς κοινή για όλους.
Οι δύο αυτοί γονείς λειτουργούν ως διπλή ηθική κληρονομιά:
– από τη μία, το μάθημα της αξιοπρέπειας, της εργατικότητας και της αγάπης·
– από την άλλη, η πληγή της απώλειας, της αδυναμίας και της ενοχής.
Ο ενήλικος Ηρακλής, κοιτάζοντας πίσω, δεν τους αγιοποιεί. Τους αποδέχεται με την πληρότητα της ανθρώπινης φύσης τους.
Αυτή η ωριμότητα αποτελεί κρίσιμο στοιχείο της ερμηνευτικής αξίας του κειμένου.
Η ιστορία του Σωκράτη και της Ζιζέλ είναι ίσως η πιο εντυπωσιακή και κοινωνικά επαναστατική ενότητα του έργου. Ο Σωκράτης, ένα «φτωχόπαιδο» της Νίκαιας, συνάπτει σχέση με μια τρανς γυναίκα, τη Ζιζέλ, η οποία εργάζεται στον χώρο της πορνείας. Η σχέση αυτή δεν είναι περιθωριακή, ούτε υπόγεια· αντιθέτως, εξελίσσεται σε συντροφικότητα, κοινωνικότητα, ακόμη και γάμο.
Η ισχύς της συγκεκριμένης ιστορίας είναι διπλή:
1. Ανατρέπει τα στερεότυπα: παρουσιάζει έναν άνδρα της λαϊκής τάξης να συνδέεται συναισθηματικά με μια τρανς γυναίκα σε εποχές όπου τέτοια σχέση θα θεωρούνταν κοινωνικά αδιανόητη.
2. Υπονομεύει την ηθική ιεραρχία της εποχής, σύμφωνα με την οποία τα μπουρδέλα ήταν χώροι ντροπής και κοινωνικής αορατότητας. Εδώ γίνονται χώροι συναισθημάτων, επιλογών και ζωών με πληρότητα.
Η Ζιζέλ δεν παρουσιάζεται ως «εξωτική» φιγούρα, αλλά ως γυναίκα δυνατή, ευγενική, με ισχυρή προσωπικότητα και κοινωνική επιρροή. Η αποκάλυψη του φύλου της στη σκηνή του γάμου δεν λειτουργεί ως «σοκ», αλλά ως υπενθύμιση του πόσο περιοριστικές είναι οι κοινωνικές κατηγοριοποιήσεις.
Η ιστορία αυτή προσδίδει στο βιβλίο μια σύγχρονη, προοδευτική διάσταση, δείχνοντας ότι η αγάπη και η συντροφικότητα μπορούν να ανθίσουν σε όποιο περιβάλλον κι αν βρεθούν.
Η προφορικότητα του κειμένου δεν είναι απλώς αισθητική επιλογή· είναι ερμηνευτικό εργαλείο. Το βιβλίο φτιάχνει την εντύπωση ζωντανής αφήγησης, σαν να μιλά ο αφηγητής σε φίλους, με χιούμορ, παύσεις, επιφωνήματα, λαϊκές λέξεις και ιδιωματικούς όρους. Με αυτόν τον τρόπο:
– αποκαθίσταται η αμεσότητα της μνήμης,
– ενισχύεται η αυθεντικότητα,
– δημιουργείται συναισθηματική εγγύτητα με τον αναγνώστη.
Η γλώσσα, επομένως, γίνεται φορέας ταυτότητας. Η ανάμειξη τρυφερότητας, τραχύτητας, αθυροστομίας και ποιητικότητας αντανακλά το ίδιο το μωσαϊκό της λαϊκής ζωής που περιγράφεται. Η αφήγηση γίνεται όχι απλώς φορέας ιστοριών, αλλά φορέας πολιτισμού.
Στο τέλος της ανάγνωσης, ο αναγνώστης συνειδητοποιεί ότι ο τίτλος ‘Παράδρομος’ δεν είναι τυχαίος. Ο παράδρομος είναι ο μικρός δρόμος δίπλα στον κεντρικό· ο δρόμος των παιδιών, των φτωχών, των καθημερινών ανθρώπων—εκείνων που δεν έζησαν μεγάλες ιστορικές στιγμές, αλλά συνέθεσαν τη συλλογική εμπειρία μιας εποχής.
Για τον Ηρακλή, ο παράδρομος είναι η μεταφορά της δικής του ζωής:
ένας δρόμος χωρίς επιτήδευση, γεμάτος μικρά επεισόδια που όμως διαμόρφωσαν τον χαρακτήρα του. Η ενηλικίωση, έτσι όπως παρουσιάζεται στο βιβλίο, δεν είναι γραμμική εξέλιξη. Είναι η συσσώρευση εμπειριών, η μάχη με τις αδυναμίες, η συνάντηση με την πραγματικότητα, η απώλεια και η διατήρηση των αξιών.
Ο ενήλικος αφηγητής, ανατρέχοντας στο παρελθόν, δεν αναζητά ηρωισμό. Αναζητά νόημα. Και τελικά βρίσκει ότι η αληθινή ανδρική ταυτότητα δεν βρίσκεται ούτε στην ερωτική επιτυχία ούτε στην κοινωνική επιβεβαίωση, αλλά στη βαθιά συναισθηματική ωρίμανση και στην ηθική συνέπεια.
Ο *Παράδρομος* δεν είναι απλώς αφήγημα ενηλικίωσης. Είναι μια εντατική άσκηση μνήμης και αυτογνωσίας. Είναι ένα βιβλίο που, χωρίς να κάνει ηθικολογίες, αναδεικνύει τη σημασία της οικογένειας, της γειτονιάς, της συλλογικότητας, των ορίων, της αποδοχής. Με άμεσο, ανθρώπινο λόγο, μεταφέρει μια εποχή που έφυγε, αλλά που συνεχίζει να καθορίζει τους ανθρώπους που μεγάλωσαν μέσα της.
Το έργο του Ζαΐρη έχει κάτι από το υλικό της παράδοσης και κάτι από την τόλμη της σύγχρονης εμπειρίας. Αποτυπώνει τις αντιφάσεις μιας κοινωνίας σε μετάβαση και τις μεταποιεί σε προσωπικό στοχασμό. Ο αναγνώστης φεύγει από το βιβλίο όχι μόνο γνωρίζοντας καλύτερα μια εποχή, αλλά έχοντας κοιτάξει και λίγο βαθύτερα μέσα του· γιατί κάθε παιδική ιστορία που ανασκαλεύεται με ειλικρίνεια είναι τελικά μια ιστορία για τον άνθρωπο.
(1490 λέξεις)
https://diastixo.gr/kritikes/ellinikipezografia/25863-paradromos
4.12.25
Ο Κώστας Λογαράς για το 'Κόντρα ρόλος'
Το καυτο θέμα του γήρατος, τον παραγκωνισμο του ογδονταχρονου ήρωα Λάμπρου Αρνή απο την εργασιακή δραστηριότητα, την μη συμμετοχή πια στο "γίγνεσθαι" του κόσμου , την απώλεια της σεξουαλικης του ικανότητας είναι το θέμα του πρόσφατου μυθιστορηματος του Μάνου Κοντολεων ( Μάνος Κοντολέων Εκδόσεις Πατάκη-Patakis Publishers, Ιούνιος 2025).
Ο πρωταγωνιστής του μυθιστορηματος φέρει βαρέως τον παροπλισμό στον οποίο έχει περιπεσει εξαιτίας ακριβώς των γηρατειών τη στιγμή που σε όλη του τη ζωή ήταν μάχιμος θεατρικός κριτικος και κριτικός Λογοτεχνίας. Οι παρεμβάσεις του καθόριζαν την τύχη πολλών καλλιτεχνών. Τωρα , στα 80 του, αναστοχαζεται το παρελθόν του καθώς και τις σχέσεις του με την νεώτερη κατά 40 χρόνια σύζυγό του Αντρίνα , ηθοποιό στο επάγγελμα.
Ο Κοντολεων βρίσκει τον τρόπο να παρουσιάσει μια ενδιαφέρουσα πλοκή στο μυθιστόρημά του ( τα έργα τού Μάνου Κοντολεων , ειρήσθω εν παρόδω, διακρίνονται για την ευφανταστη πλοκή τους χάρη στην οποία ο συγγραφέας καταφερνει να πετυχαινει την εύλογη, "κατά το εικός και αναγκαίο", τροπή των πραγμάτων, την "εις τουναντίον των πραττομενων μεταβολή").
Πώς τα καταφέρνει αυτή τη φορα; Στο μυθιστόρημα "Κόντρα ρόλος" βάζει σαν σφήνα στη ζωή του ζευγαριού -του Λάμπρου Αρνή και της γυναίκας του Αντρίνας-, έναν γιο του Λαμπρου Αρνή, τον εξώγαμο Πασχάλη , την ύπαρξη του οποίου αγνοούσε έως τώρα ο γηραλέος ήρωας. Το μυθιστόρημα παίρνει άλλη τροπή και συγχρόνως πυροδοτει το ενδιαφέρον του αναγνώστη δεδομένου ότι η ηθοποιος Αντρίνα προετοιμαζεται να ανεβασει στο θέατρο τη "Φαίδρα" του Ρακίνα οπου θα παίξει τον ομώνυμο ρόλο. Θα γίνει άραγε και στη ζωή ό,τι γίνεται και στο έργο μεταξύ του Ιπολλυτου και της μητερας του -μητριάς Φαιδρας; Ο αναγνωστης παρακολουθεί με πολύ ενδιαφέρον την εξέλιξη των σχέσεων καθώς και τις ψυχικές διακυμάνσεις των ηρώων τού μυθιστορηματος.
23.11.25
Θεματοφύλακες λόγω Τεχνών
Υπάρχουν στιγμές που η ζωή μοιάζει με θεατρική σκηνή: άλλος φοράει το κοστούμι του πρωταγωνιστή, άλλος μένει σιωπηλός στο παρασκήνιο, ενώ όλοι μαζί δοκιμάζουν τις αντοχές τους στο φως και στη σκιά. Έτσι ένιωσα διαβάζοντας το «Κόντρα ρόλος» του Μάνου Κοντολέοντος, ένα μυθιστόρημα που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πατάκης και σε φέρνει αντιμέτωπο με τον χρόνο, το πάθος και την ανάγκη για αυτογνωσία.
Κεντρικός ήρωας είναι ο Λάμπρος Αρνής, κριτικός θεάτρου που για χρόνια όριζε με τις λέξεις του τις κατευθύνσεις μιας ολόκληρης σκηνής. Τώρα, κουρασμένος από το σώμα και την εποχή του, μοιάζει να αποσύρεται, κουβαλώντας όμως μαζί του μνήμες και αμφιβολίες. Στο πλευρό του βρίσκεται η νεότερη σύζυγός του, Αντρίνα, ηθοποιός με φιλοδοξίες που δεν θα έπαιρναν σάρκα και οστά χωρίς την καθοδήγησή του. Στη ζωή του επανεμφανίζεται και η Σιμπέλ, μια παλιά αγαπημένη, μαζί με τον γιο της, τον φωτογράφο Πασκάλ. Αυτές οι συναντήσεις φέρνουν ταραχή σε έναν άνθρωπο που νόμιζε ότι είχε κλείσει τους λογαριασμούς του με το πάθος. Εξάλλου η θνητότητα κι η μνήμη σε παγιδεύουν κατά τη συμφιλίωση με το παρελθόν και την αποδοχή της φθοράς.
Το θέατρο διατρέχει όλο το βιβλίο, άλλοτε σαν σκηνικό κι άλλοτε σαν εσωτερικός καθρέφτης. Η «Φαίδρα» του Ρακίνα λειτουργεί σαν πρόπλασμα-υπόμνηση του απαγορευμένου πόθου που μπορεί να οδηγήσει σε καταστροφές, μα και σαν σημείο εκκίνησης για να δούμε πώς ο αντάρτης έρωτας, εκείνος ο απελευθερωτικός μα και αυτοκαταστροφικός, και η επιθυμία δεν γνωρίζουν ηλικία. Ο κύριος Κοντολέων στήνει με μαεστρία τόσες αντιθέσεις: από τη μια το βάρος της φθοράς και του γήρατος, από την άλλη η ακατέργαστη δύναμη των νέων που παρασύρονται από την επιθυμία και το ανίκητο πάθος.
Η γραφή είναι γεμάτη εσωτερικούς μονόλογους, σαν οι ήρωες να στέκονται μόνοι πάνω στη σκηνή και να μιλούν κατευθείαν στον αναγνώστη. Ο συγγραφέας δεν τους λυπάται, ούτε τους εξιδανικεύει· τους κοιτάζει με κατανόηση, αποτυπώνοντας τις αδυναμίες και τις σιωπές τους με εσωτερικούς κραδασμούς. Δίπλα στους ήρωες παρελαύνουν μορφές της λογοτεχνίας και της τέχνης –από τον Προυστ και τον Κάφκα μέχρι τον Μπαλζάκ και τον Τσίρκα–, σαν να συμμετέχουν κι αυτοί στο έργο, θυμίζοντας ότι η δημιουργία δεν παύει ποτέ να συνομιλεί με τη ζωή.
Αυτό που μένει στο τέλος είναι ένα μυθιστόρημα που μιλά για τη φθορά, τον έρωτα, τις γονεϊκές σχέσεις, αλλά και για την ανάγκη να συνεχίσει κανείς να επιθυμεί. Το «Κόντρα ρόλος» δεν περιορίζεται σε μια ιστορία σχέσεων· είναι μια στοχαστική ματιά στον τρόπο που ο έρωτας, η τέχνη και ο χρόνος υφαίνουν μαζί τον ρόλο που καλείται να παίξει ο καθένας μας. Είναι η τολμηρή τέχνη της θνητότητας.
Κλείνοντας το «Κόντρα ρόλος», αναρωτήθηκα: μήπως όλοι μας, κάποια στιγμή, χρειάζεται να παίξουμε τον πιο δύσκολο ρόλο, αυτόν που δεν γράφτηκε ποτέ για μας, αλλά τον απαιτεί η ίδια η ζωή;
Νεκταρία Βαρσαμή-Πουλτσίδη
https://www.thematofylakes.gr/kontra-rolos/
Subscribe to:
Posts (Atom)





