28.5.07

Στην αρχή ένα ΓΡΑΜΜ... μόνο


Λάκης Κουρετζής
«Στην αρχή ένα ΓΡΑΜΜ… μόνο»
Εκδόσεις Ταξιδευτής

Ο Λάκης Κουρετζής είναι μια Εποχή.
Όχι, δεν εννοώ πως εκφράζει το παρελθόν. Εννοώ πως σηματοδοτεί μια στάση καλλιτεχνική που μέσα σε μια συγκεκριμένη εποχή δημιουργήθηκε και από τότε παραμένει ένα σημείο αναφοράς σε ότι έχει να κάνει με την ποιότητα, τη συνέπεια, το ήθος.
Ο Λάκης Κουρετζής γίνεται γνωστός κάπου προς το τέλος της δεκαετίας του ’70. Τότε που η Ομάδα Πάροδος –ψυχή και νους της ο Λάκης- έφερνε την Τέχνη σε μικρούς και μεγάλους με πρωτοποριακά προγράμματα και εκρηκτικές ιδέες.
Η Πάροδος –δηλαδή, για εκείνα τα χρόνια, ο Λάκης Κουρετζής- ήταν ένα φυτώριο ανάπτυξης νέων ταλέντων στη λογοτεχνία, στο θέατρο, στη μουσική, στα εικαστικά.
Μια εποχή και μια ομάδα ανθρώπων που την ιδεολογία τους δεν τη ξεχώριζαν από την πρακτική τους, που το όραμά τους ήταν και προσωπικό και ομαδικό.
Στην ουσία μια επανάσταση συνέβαινε κι όπως όλες οι επαναστάσεις κάποια στιγμή ή γίνονται κατεστημένο ή μετατρέπονται σε εστίες συνεχούς αντίστασης.
Νομίζω πως το δεύτερο έχει συμβεί, αλλά το σημείωμα αυτό δεν γράφεται μήτε για την Ομάδα Πάροδο, μήτε, βέβαια και για την γενικότερη πορεία του Λάκη Κουρετζή.
Απλά και μόνο παρουσιάζει το πιο πρόσφατο βιβλίο του .
Αλλά αν έκανα μια σύντομη αναφορά στο παρελθόν, ήταν γιατί αυτό το παρελθόν, με τη συλλογή κειμένων «Στην αρχή ένα ΓΡΑΜΜ… μόνο», δείχνει πως μπορεί και παρόν να είναι και μέλλον να διαθέτει.
Με άλλα λόγια, ο Λάκης Κουρετζής παραμένει πάντα εκείνος ο οραματιστής, ο ανθρωπιστής και ο επαναστάτης που στα τέλη του ’70 ήταν.
«Τα τζιτζίκια δεν τραγουδούν. Κάνουν κάτι σπουδαιότερο* κραυγάζουν» -έτσι έχει γράψει σε ένα από τα κείμενα του βιβλίου.
Και νομίζω πως κι ο ίδιος δεν τραγουδά με τις λέξεις, αλλά κραυγάζει.
Κραυγάζει άλλοτε διαμαρτυρόμενος και άλλοτε προπαγανδίζοντας. Κραυγάζει θυμωμένος, φοβισμένος, μα και πάντα ατρόμητος.
Δεν είναι εύκολο να κατατάξει κανείς τα κείμενα αυτού του βιβλίου σε ένα λογοτεχνικό είδος. Όχι διηγήματα, όχι ποιήματα. Όχι χρονογραφήματα. Τότε τι;
Γιατί όχι, λοιπόν, κραυγές. Όπως και λυγμοί, αλλά και χαμόγελα και σαρκασμοί.
«Όσο πληθαίνουν τα μουσεία, μου φαίνεται πως χάνεται η ζωή» -μια κραυγή
Και μια άλλη : «Ανοίχτε τα πάντα… αφήστε τη φαντασία να περάσει» -ίσως να συμπληρώνει την πρώτη.
Κι ένας λυγμός :»Οι μεγάλες ιστορίες δεν τελειώνουν. Αλλάζουν μορφή. Καμιά φορά γίνονται σιωπή»
Η σιωπή λοιπόν είναι στάση ζωής; Ίσως στις μέρες που ζούμε να είναι στάση ζωής και άμυνα. Αλλά υπάρχουν και στιγμές που σαλπίζει κανείς την επίθεση
«Ένα πουλί πετάει πάνω από τον Δούναβη. Σε λίγες μέρες μπορεί να βρίσκεται επάνω από τον Πηνειό. Χωρίς διαβατήριο. Παραποτάμιοι πολιτισμοί»
Και με το χαμόγελο καμιά φορά μπορείς να πεις πολλά . Να για παράδειγμα:
«Γιατί όμως οι άνθρωποι, θέλοντας να μιλήσουν αρνητικά για κάποιον λένε : «Άστον αυτόν. Μην του έχεις εμπιστοσύνη. Πάει όπου φυσάει ο άνεμος΄ Αφού, καμιά φορά , ο άνεμος σε πάει εκεί που πρέπει»
Και βέβαια ο σαρκασμός – «Η σιδερένια καρέκλα φοβήθηκε να πλησιάσει περισσότερο τη φωτιά, μήπως τη λιώσει. Και σηκώθηκε όρθια. Γι αυτό μια σιδερένια καρέκλα είναι πάντα κρύα»

Τα κείμενα είναι 48. Ανά δύο ξεκινούν από το ίδιο γράμμα. Το δυαδικό στοιχείο είναι άποψη για τον Κουρετζή. Ο κόσμος –μάλλον αυτό θέλει να μας πει- ερμηνεύεται και βιώνεται όταν ο ένας συναντά τον άλλον. Κι αυτός ο άλλος μπορεί να είναι απέναντί σου, αλλά μπορεί να είναι και εντός σου. Όπως όλα τα γράμματα του αλφαβήτου που το καθένα είναι ουδέτερο, αλλά που όταν ενωθούν τότε φτιάχνουν λέξεις –αρσενικές ή θηλυκές, πάντως με φύλο, δηλαδή με ταυτότητα.
48 κείμενα γραμμένα σε διάφορους τόπους. Εντός και εκτός Ελλάδας. Γιατί η σκέψη μπορεί να γίνει συναίσθημα την κάθε στιγμή και ώρα.
Κι έχει σημασία να προσέξει κανείς και τη μορφή του βιβλίου. Σαν παλιό τετράδιο, με προσεγμένα γράμματα γεμάτο. Στην εποχή της τεχνολογίας, ας κρατήσουμε τη δυναμική μιας αισθητικής που βγαίνει από το χέρι ενός παιδιού.

Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ταξιδευτής. Σπάνια έχω συναντήσει βιβλίο που το νόημα του να ταιριάζει τόσο με το όνομα του εκδότη που το έβγαλε στην αγορά

23.5.07

Καλά μόνο να βρεις


Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης
«Καλά μόνο να βρεις»
Εκδόσεις Κέδρος


Ο Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης ανήκει στη νέα γενιά των πεζογράφων μας.
Αν και γεννημένος το 1970, μόλις το 2005 κυκλοφορεί το πρώτο του βιβλίο.
Δηλαδή, στα 35 του χρόνια. Θα έλεγα πως η πρώτη του εμφάνιση, για τα δεδομένα της εποχής μας όπου όλα γίνονται κάτω από την πίεση του χρόνου και της ταχύτητας, είναι μάλλον καθυστερημένη.
Αλλά ο αναγνώστης εκείνης της συλλογής διηγημάτων –«Τρεις μνήμες και δύο ζωές» (εκδ. Μεταίχμιο)- μπορεί εύκολα να κατανοήσει το γιατί ο συγγραφέας της κάνει με αυτή την καθυστέρηση την εμφάνισή του.
Θέματα από την ιστορία, αλλά και από την καθημερινότητα. Τα πρώτα απαιτούν μια βιωματική γνώση των γεγονότων του χτες, τα δεύτερα ζητούν μια ώριμη κατανόηση των συνθηκών του σήμερα. Και βέβαια είναι η γλώσσα. Μια γλώσσα πυκνή, έντονα δουλεμένη. Λέξεις που αισθάνεσαι πως διόλου τυχαία δεν επελέγησαν. Φράσεις που υποψιάζεσαι τον κόπο που χρειάστηκε για να δημιουργηθούνε.
Θεματική και γλώσσα, λοιπόν, που δεν δείχνουν να ενδιαφέρονται και τόσο ούτε για την γρήγορη ανάγνωση, μήτε και για την πλατιά αναγνώριση.
Παρόλα αυτά, ο τροχός της συγγραφής είχε ξεκινήσει –ή πιο σωστά, για να στηρίζομαι σε ότι έχω διαβάσει- το μεράκι της έκδοσης έχει πια ενεργοποιηθεί.
Κι έτσι, δυο χρόνια αργότερα, βλέπει το φως στις βιτρίνες και στους πάγκους των βιβλιοπωλείων το δεύτερο βιβλίο –«Καλά μόνο να βρεις»
Ο συγγραφέας του με συνέπεια ως προς τον αναγνώστη του και ήθος ως προς τη λογοτεχνική δομή, το ονομάζει νουβέλα –αλλά, αλήθεια, ποιος διαβάζει νουβέλες στις μέρες μας, μέρες των πολυσέλιδων μυθιστορημάτων;
Άρα ο νέος συγγραφέας εξακολουθεί να υποστηρίζει πως μήτε την εύκολη ανάγνωση επιζητεί, μήτε την πλατιά αναγνώριση.
Νουβέλα, πράγματι είναι. Αλλά παράλληλα κρατά και τις πρακτικές γραφής και σύνθεσης του διηγήματος.
Επτά τα κεφάλαια, τρία τα κεντρικά πρόσωπα.
Από τα τρία, αν πρέπει να θεωρήσουμε ένα το κεντρικό πρόσωπο, νομίζω πως θα πρέπει να επιλέξουμε εκείνο που δίνει τελικά και το στίγμα του όλου έργου.
Το στίγμα είναι οι ενοχές. Οι ενοχές ενός σύγχρονου νέου άντρα που δίχως να το καταλάβει –ανεπαισθήτως όλως- συμβιβάζεται και ξεχνά τα όνειρα της πρώτης νεότητάς του. Αυτός ο νέος άντρας και το κεντρικό πρόσωπο. Δικηγόρος το επάγγελμα. Αφημένος μέσα στο ισοπεδωτικό μποτιλιάρισμα μιας πόλης, αφημένος μέσα στην ψυχική νάρκη μιας πιθανής επαγγελματικής επιτυχίας.
Αυτό το κεντρικό πρόσωπο του έργου, μόνο μι αφορά θα συναντήσει το δεύτερο πρόσωπο της νουβέλας και καμιά το τρίτο.
Το δεύτερο πρόσωπο, άντρας κι αυτός. Κούρδος οικονομικός πρόσφυγας. Η στιγμή που θα συναντηθεί με τον νεαρό δικηγόρο θα είναι και η απόλυτα καθοριστική για τη ζωή του.
Το τρίτο πρόσωπο, μια γυναίκα. Από τη Ρωσία αυτή, κι αυτή θύμα της οικονομικής ανάπτυξης, σαπίζει σε φτηνά δωμάτια ξενοδοχείων.
Ο Κούρδος κι η Ρωσίδα θα συναντηθούνε –ο αναγνώστης κάτι απλώς μαθαίνει για τις συναντήσεις, κάποιους μονολόγους τους ακούει. Αλλά περισσότερο ως ωτακουστής, ως παρατηρητής στιγμών της προηγούμενης ζωής τους και κάποιων σκέψεων που ο ένας απευθύνει στην άλλη.
Ο αναγνώστης τον νεαρό δικηγόρο βασικά παρακολουθεί, με αυτόν θέλει ο συγγραφέας να ταυτιστεί, με τις δικές του ενοχές να ενεργοποιηθεί. Γιατί το έργο όλο είναι μια κραυγή κι έχει δύο θύματα και ένα θύτη-θύμα.
Μια ιστορία που ξετυλίγεται άλλοτε προς τα μπροστά κι άλλοτε προς τα πίσω. Που άλλοτε υλοποιείται με μονολόγους κι άλλοτε με διάλογους. Με τριτοπρόσωπες αναφορές. Και σκληρές αφηγήσεις συμβάντων.
Ένα κείμενο -νουβέλα , πολύ σωστά- που θέλει να μιλήσει για τη μοίρα αυτών που κυνηγούνε το λάθος όνειρο –το κυνηγούνε είτε σπρωγμένοι από την ανάγκη, είτε από την παραπλάνηση. Αλλά κάποιοι οφείλουν τη μοίρα να την παίρνουν στα χέρια τους. Κάποιοι; Ή μήπως όλοι;
Ο Π. Χ. αποφάσισε να γράψει ένα πολιτικό λογοτεχνικό κείμενο. Και ακριβώς επειδή είναι γνήσια πολιτικό, είναι και γνήσια ανθρώπινο.
Διαβάζεις και μυρίζεις τον ιδρώτα, το αίμα, το σπέρμα.
Διαβάζεις και συγκινείσαι, θυμώνεις, επαναστατείς.
Διαβάζεις και αυτοενοχοποιείσαι.
Σαφέστατα οι χαρακτήρες και τα συμβάντα, θα μπορούσαν μέσα σε μια άλλη φόρμα γραφής και σύνθεσης να είχαν γίνει ένα πλούσιο -σε σελίδες, εννοώ- μυθιστόρημα.
Αν δεχτούμε πως ο συγγραφέας επέλεξε αυτή τη ελλειπτική μορφή γιατί αισθάνθηκε πως δεν είναι ακόμα έτοιμος για να προχωρήσει στις τοιχογραφίες των μυθιστορηματικών συνθέσεων, θα πρέπει να τον συγχαρούμε για το ήθος με το οποίο αντιμετωπίζει το αναμφισβήτητο ταλέντο του.
Αν δεχτούμε, πάλι, πως η επιλογή αυτής της μορφής έγινε γιατί ίσως έτσι η αφηγούμενη ιστορία αποκτά μια κινηματογραφική αφηγηματικότητα, που ίσως αρμόζει και στο κλίμα της εποχής μας, τότε θα πρέπει να τον συγχαρούμε γιατί κατάφερε να τιθασεύσει το πάθος του.
Με άλλα λόγια πέτυχε. Το στόχο του.
Για μένα ο στόχος αυτός –ως προς την απόλυτα λογοτεχνική του υπόσταση- είναι να πει κάτι καθημερινό με τρόπο εντελώς προσωπικό.

22.5.07


Ποια είναι μεγάλη λογοτεχνία;
Απαντήσεις πολλές, ίσως όλες ασαφείς. Αλλά για μένα το βιβλίο εκείνο που θα μου προσφέρει μαζί με την αισθητική ικανοποίηση και ένα άλλο κοίταγμα του γνωστού κόσμου, αυτό -ναι!- είναι, ανήκει στη μεγάλη λογοτεχνια.
"Τα μελένια λεμόνια" του Θανάση Τριαρίδη είναι ένα περίεργο κείμενο, δεν εντάσσεται σε κάποιο συγκεκριμένο λογοτεχνικό είδος, αλλά είναι καθαρή και μεγάλη λογοτεχνική σύνθεση. Γιατί δεν μένει μόνο στο τι θέλει να πει, αλλά κυρίως στο πως το λέει.
Αιρετικά ηθικό, αχαλίνωτα ερωτικό, τρυφερά αγωνιστικό. Υπαρξιακά πολιτικό.
Μπορεί να προκαλέσει συζητήσεις έως και πάθη, μπορεί και κανείς να μην το προσέξει.
Μου είναι αδιάφορο. Σημασία έχει πως γράφτηκε και κυκλοφορεί -υπάρχει.
Υπάρχει, την ίδια ώρα που σεμνά αναρωτιέται:
"Τι του απέμενε, λοιπόν;
Μπροστά στο τρομερό το πεπρωμένο που τον κύκλωνε,
μέσα στη μεγάλη νύχτα των δολοφόνων αστών
ο Ρέμπραντ Βαν Ρέιν στάθηκε απέναντι από την αγαπημένη γυναίκα
και προσπάθησε να ζωγραφίσει αυτό που ζούσε και συνάμα αυτό που έχανε*
τον αγώνα για ένα χαμόγελο, το τρέμουλο του χείλους,
το δισταγμό του χεριού, τη μυρωδιά του κόκκινου γαρύφαλλου-
κυρίως εκείνη την ασθενική τη μυρωδιά"
... Ασθενική μυρωδιά. Ναι, κάπως έτσι κυκλοφορεί ανάμεσά μας η λογοτεχνία που είναι προορισμένη να ζήσει.

21.5.07

Το όμορφο που δεν είναι δικό μας

Ναι, η Σαντορίνη είναι όμορφη. Κάτι περισσότερο -εντυπωσιακή.
Αλλά σίγουρα δεν είναι η συννεφιά και η βροχή που της ταιριάζουν.
Απόγευμα Σαββάτου, μετά από τη νεροποντή και στο πλακόστρωτο από το Φηροστεφάνι στό Φηρά, τουρίστες από κάθε μεριά της γης, πηγαινοέρχονται με μια αμηχανία -τα πέδιλά τους δεν είναι ότι αρμόζει να φορά κανείς καθώς πέφτει στους λεκέδες της βροχής.
Αλλά, προς το βράδυ, η Οία χαίρεται που απογοητεύει όσους την είχαν επισκεφτεί για το ηλιοβασίλεμα.
Μα από το μπαράκι του Πελεκάνου, ο Μπίλυ τραγουδά τα μπλουζ του σε θαμώνες που έχουν έρθει από τον τόπο του.
Η Σαντορίνη είναι όμορφη και εντυπωσιακή, σαν την Αντζελίνα Τζόλι.
Αλλά εγώ δεν έχω σκοπό με την Αντζελίνα να ζήσω τη ζωή μου. Πέρα από το να την κοιτώ από απόσταση, τι άλλο έχω να κάνω μαζί της; Να μοιραστώ κοινό παρελθόν ή να σχεδιάσω κοινό μέλλον;
Και ξαφνικά νοσταλγώ τα Άνω Πορόια και εκείνο το ξύλινο μπαλκόνι που έβλεπε προς της θαμπή Κερκίνη.
Και τότε "ήλιος και βροχή, που παντεύονται οι φτωχοί", αλλά κατέβαινα στο σαλόνι του Βιγλάτορα και μόνος μου έριχνα το κούτσουρο στο τζάκι.
Σήμερα, το απόγευμα, ο υπάλληλος στο αεροδρόμιο της Σαντορίνης, μου ευχήθηκε "Have a nice flight".
Κι εγώ αποχαιρέτησα την ομορφιά που πια δεν μου ανήκει.

18.5.07

Διάψευση ή ανέλπιστο;

Η πρόσκληση για μια παρουσιάση των βιβλίων μου στη Σαντορίνη είχε γίνει από το τέλος του περασμένου Δεκέμβρη.
Τη δέχτηκα με χαρά μιας και το νησί αυτό τη μια και μοναδική φορά που το είχα (εδώ και χρόνια) επισκεφτεί, με είχε μαγέψει.
Επέλεξα τα μέσα του Μάη πιστεύοντας πως είναι η πιο όμορφη εποχή για να χαρεί κανείς ένα νησί σαν κι αυτό.
Αύριο, λοιπόν, φεύγουμε, η Κώστια κι εγώ.
Αλλά η πρόγνωση του καιρού μας κάνει να βάζουμε στη βαλίτσα μας ρούχα σχεδόν φθινοπωρινά. Μέχρι και ομπρέλα.
Θα δω, λοιπόν, το νησί με συνθήκες διάψευσης ή μήπως θα με περιμένει κάτι το ανέλπιστα διαφορετικό;
Τελικά, σε μένα που το καλοκαίρι μου προκαλεί απέχθεια, μπορεί η Σαντορίνη των εαρινών βροχών να είναι η ανακάλυψη. Μπορεί όμως και να είναι μια αποτυχημένη συνάντηση. Κάποιοι τόποι ταιριάζουν μόνο με μια εποχή -οι Πρέσπες τον Χειμώνα, το Πήλιο το Φθινόπωρο, η Άνοιξη ακόμα και την Αθήνα την κάνει όμορφη...
Η Σαντορίνη με σύννεφα;...

Νέα... Εποχή

Η τεχνολογία έχει κάνει διαφορετική τη ζωή μας.
Αλλά παραμένει ένας χώρος που ο απλός χρήστης της δεν μπορεί πάντα να τον ελέγχει.
Έτσι βρέθηκα στην άβολη θέση να δημιουργήσω ένα νέο blog, αγνοώντας αν θα μπορέσω από το παλιό να βλέπω -και να βλέπετε- όλα όσα εκεί είχαν περάσει.
Όλη αυτή η περίπετεια μου θύμισε τον σεισμό του 1981. Τότε, καθώς άφηνα βιαστικά το σπίτι μου, είχα πάρει μαζί μου εκτός από τα κάποια απαραίτητα εφόδια και χρήματα και το χειρόγραφο του βιβλίου που εκείνο τον καιρό μόλις είχα τελειώσει.
Είχα μαζί μου τις δαχτυλογραφημένες σελίδες. Και αισθανόμουνα πως το βιβλίο μου ήταν ασφαλισμένο.
Αναρωτιέμαι, αν τώρα συμβεί κάτι παρόμοιο, θα πάρω μαζί μου τον ηλεκτρονικό υπολογιστή μου; ... Όχι, μάλλον θα πρέπει να σκεφτώ να χώσω στην τσέπη μου εκείνο το "φλασάκι" που αποθηκεύω ότι γράφω.
Παρόλα αυτά, μάλλον θα αισθάνομαι ανασφαλής.
Βλέπετε όσο κι αν η χρήση του υπολογιστή με έχει αποδεσμεύσει από μεγάλο συγγραφικό κόπο, εντούτοις παραμένω άνθρωπος του χαρτιού.... Άνθρωπος μιας άλλης εποχής;
Δεν το νομίζω, τελικά. Όσοι σαν κι εμένα είμαστε άνθρωποι που πάτησαν σε δυο αιώνες, έχουν μια ιδιαίτερη ικανότητα προσαρμοστικότητας.
Αλλά η νοσταλγία είναι τόσο γλυκειά.
Ακριβώς όσο ερεθιστική είναι και η προσμονή της επόμενης μέρας.

25.4.07

Με τα λόγια ενός δασκάλου

Με τα λόγια ενός δασκάλου
Για όλους εμάς εδώ είναι καταρχήν μεγάλη χαρά που έχουμε σήμερα κοντά μας τον «συγγραφέα των παιδιών», τον Μάνο Κοντολέων. Επιχειρώντας να σας παρουσιάσω τον συγγραφέα Μάνο Κοντολέων δεν σας κρύβω ότι βρέθηκα σε αμηχανία! Άραγε τι να πρωτοπεί κανείς για έναν άνθρωπο με ένα τόσο πλούσιο συγγραφικό και λογοτεχνικό έργο όπως είναι ο Μάνος Κοντολέων;Ο Μάνος Κοντολέων είναι χωρίς αμφιβολία ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους Έλληνες συγγραφείς. Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1946 και σπούδασε Φυσική στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και ασχολείται με τη λογοτεχνία από τα παιδικά του χρόνια, γράφοντας μυθιστορήματα, διηγήματα, παραμύθια και κριτικά σημειώματα, ενώ συνεργάζεται ή έχει συνεργαστεί με πολλές εφημερίδες, περιοδικά, τηλεοπτικούς και ραδιοφωνικούς σταθμούς.Ο Μάνος Κοντολέων έχει βραβευθεί με το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας το 1998.Μυθιστορήματά του έχουν μεταφραστεί και κυκλοφορούν στη Γαλλία στην Γερμανία και στην Ταϋλάνδη. Μέχρι σήμερα έχουν κυκλοφορήσει πάνω από 40 βιβλία του: άλλα από αυτά ανήκουν στην παιδική λογοτεχνία, άλλα στην λογοτεχνία για νέους και άλλα στη λογοτεχνία που απευθύνεται σε ενήλικες αναγνώστες.Είναι ίσως ο μόνος Έλληνας συγγραφέας που και το κοινό και η κριτική του έχει αναγνωρίσει την ικανότητα να μπορεί αποτελεσματικά ν’ απευθύνεται σε αναγνώστες διαφορετικών ηλικιών. Τα βιβλία του Μάνου Κοντολέων είναι όπως γράφει κάπου «σαν ένα χτύπημα στον ώμο αφυπνιστικό και συνθηματικό, κάτι σαν επιδέξιο, αποφασιστικό και μετρημένο σπρώξιμο στο κατώφλι της ζωής, ή μάλλον στον σκοτεινό και δαιδαλώδη διάδρομο της εφηβείας, όπου παραμονεύουν εμπειρίες τραυματικές, σκιές και φαντάσματα».Κυρίως όμως το έργο του Μάνου Κοντολέων εισάγει τον αναγνώστη σε ένα σύμπαν λογοτεχνικό που θα του αποφέρει απόλαυση και προσωπική εξέλιξη και απολαμβάνει συνεχώς να βλέπει τον συγγραφέα να πειραματίζεται συνεχώς και να διευρύνει τα λογοτεχνικά του όρια και παρότι έχει ταυτιστεί με την παιδική και νεανική λογοτεχνία πετυχαίνει με την πολυσημία των θεματολογικών του κατηγοριών στα περισσότερα έργα του να «γεφυρώνει» αναγνωστικά διαφορετικές ηλικίες.Ο Μάνος Κοντολέων είναι πολυγραφότατος έχοντας συγγράψει στα είκοσι δύο χρόνια της έως τώρα λογοτεχνικής του πορείας ένα σεβαστό αριθμό έργων: μυθιστορήματα, διηγήματα, παραμυθικές ιστορίες συνταιριάζοντας με αξιοθαύμαστο τρόπο το πλήθος του έργου με την ποιοτική αξία.Στα έργα του συγγραφέα, γεμάτα πλήθος σύγχρονων μηνυμάτων, αγωνία, περιπέτεια, αλλά και πολλές διασκεδαστικές ιστορίες είναι παντού φανερή η αγάπη και η μόνιμη μέριμνά του για τα παιδιά, και γενικά τους νέους ανθρώπους. Πηγαίνοντας στην πλευρά των παιδιών πασχίζει να γίνει εκφραστής των σκέψεών και των συναισθημάτων τους, του μοναδικού συχνά αιτήματος τους, της αγάπης της κατανόησης και της αληθινής αποδοχής από τους άλλους - συνομήλικους ή μεγαλύτερους.Στο θαυμαστό ταξίδι που οδηγεί τον άνθρωπο - εμάς όλους - από την παιδική στην εφηβική ηλικία και από κει στον κόσμο των ενηλίκων, ο Μάνος Κοντολέων, σαν ένας άλλος παραμυθάς, μας αποκαλύπτει πολύτιμα μυστικά της ζωής και μας βοηθάει να ξεδιπλώσουμε το πολύχρωμο και φαντασμαγορικό καλιδοσκόπιο, την πραγματική ζωή μας, αυτή που εσείς τα παιδιά ζείτε τώρα και αυτή που εμείς ζήσαμε όταν βρεθήκαμε απρόσμενα στην παιδική ηλικία. Και καθώς από τη μία τα παιδιά προγεύονται μέσα από το έργο του συγγραφέα τη ζωή που αμέσως μετά θα ζήσουν και από την άλλη οι μεγαλύτεροι αναπολούν εκείνη τη μακρινή παιδική τους ανάμνηση, σε χρόνους γνήσιους, άδολους και πηγαίους, γίνεται έτσι ο Μάνος Κοντολέων μια αληθινή γέφυρα ψυχής που ενώνει τους μεγαλύτερους (εμάς) με τα παιδιά.Αλήθεια πόσο αληθινοί είναι οι ήρωες στα βιβλία του συγγραφέα, είναι όμως αληθινοί χωρίς να τους σκιάζει η μολυβένια βαριά ατμόσφαιρα ενός κόσμου πεζού, πνιγμένου σε συμβατικότητες και κοινωνικές τυπικότητες. Κι αυτό γιατί οι ήρωες του συγγραφέα δεν είναι άϋλοι, άψυχοι, αλλά γεμάτοι καρδιά και συναισθήματα που παλεύουν να συνθέσουν έναν ανθρώπινο κόσμο, έναν κόσμο όπου εξακολουθούν ακόμη να λάμπουν σαν αστερισμός η αγάπη, τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα, η φιλία, η χαρά της δημιουργίας, αλλά και η απογοήτευση και η μοναξιά σε έναν κόσμο συχνά αφιλόξενο και σκληρό στον οποίο καλούνται τα παιδιά να καταθέσουν τον δικό τους αδιαμόρφωτο κόσμο, γεμάτο από το άπειρο σε μικρογραφία, η παιδιακή σοφία που σαν ξάφνιασμα τη γνωρίζει ο συγγραφέας μας και σαν τέτοια μας τη μεταδίδει μέσα από τα έργα του.Αλλά οι ήρωες του Μάνου Κοντολέων θα ήταν σφάλμα να νομίσει κανείς πως κινούνται σε έναν αθώο κόσμο ζαχαρωτών και ανέμελων παιδικών χρόνων: μας τονίζει με κάθε τρόπο πως πέρα, εκτός από τη Χώρα των Θαυμάτων, απλώνεται ο κόσμος της σκιάς και του φόβου, το φοβερό και τρομερό ταξίδι του στην πικρή και θανατερή χώρα των ναρκωτικών. Ο Κοντολέων, γνώστης της εξάπλωσης των ναρκωτικών μέσα στα σχολεία δίνει το δικό του καταγγελτικό τόνο με έναν τρόπο ρεαλιστικό και συνάμα γλωσσικά άμεσο απέναντι σε αυτή τη μάστιγα που πέφτει σαν πανούκλα πάνω στα νεαρά βλαστάρια της κοινωνίας μας. Ο φόβος εξαπλώνεται και έτσι μέσα στο έργο του συγγραφέα αθώα πάρτι, καφετέριες, ποτό, τσιγάρα, «σκόνη»… χρήστης και διακινητής ναρκωτικών, ο θάνατος ενός φίλου… γίνεται «Το ταξίδι που σκοτώνει» και μια σαφής προειδοποίηση και αποκάλυψη για όλους.Κάθε στάδιο της ανθρώπινης ηλικίας παρουσιάζει ιδιαίτερα προβλήματα, εμείς, εκπαιδευτικοί και γονείς, το γνωρίζουμε άλλωστε πολύ καλά. Σε καθένα από αυτά τα στάδια το παιδί προβάλλει τον δικό του κόσμο. Ο Μάνος Κοντολέων είναι φανερό πως έχει μελετήσει ιδιαίτερα τον ψυχικό κόσμο του παιδιού και τα προβλήματά του. Εμφανίζεται όμως να κατέχει ιδιαίτερη γνώση και μια πολύ σημαντική αντίληψη για την παιδαγωγική διαδικασία, κυρίως για τη μετάβαση του παιδιού από το ένα στάδιο στο άλλο. Επιστρατεύοντας το θεατρικό παιχνίδι στο έργο του «Μάσκα στο φεγγάρι» επιχειρεί - και το επιτυγχάνει - να αναδείξει τη σημαντική συμβολή του στην εκπαιδευτική διαδικασία και να μας θυμίσει, σαν ένας άλλος ανθρωπολόγος, πως η παιδαγωγική διαδικασία δεν είναι παρά μια τελετή μύησης από το ένα στάδιο (παιδική ηλικία) στο άλλο (εφηβική ηλικία κ.οκ.).Τα βιβλία του συγγραφέα δεν αντιγράφουν τη ζωή: ως έργα μόχθου μιας πηγαίας λογοτεχνικής δραστηριότητας, ανασυνθέτουν και ξαναπλάθουν μία κοινωνική πραγματικότητα, μια πραγματικότητα που είναι ανάγκη κατά την προτροπή του συγγραφέα να αποκτήσει κάτι από τη χαμένη της φαντασία, έναν γόνιμο ιδεολογικό προσανατολισμό και συσφίγγοντας ακόμη περισσότερο την αμφίδρομη σχέση της με τη λογοτεχνία, ιδίως μέσα από έργα όπως αυτά του Μάνου Κοντολέων.Δημήτρης ΓαρουφαλήςΔάσκαλος στο 59ο Δημ. Σχολείο ΑθηνώνΑρχαιολόγος –συγγραφέας του βιβλίου : ΟΔΥΣΣΕΙΑ – Ένα Ταξίδι στη Μεσόγειου του Μύθου (Εκδόσεις ΜΙΛΗΤΟΣ)