28.2.12

"Φεύγω" -ότι γράφτηκε σε ένα blog μέσα σε ένα χρόνο



Λοιπόν, μπορεί να έχω δει να κυκλοφορούνε πάνω από 60 βιβλία που έχουν ως όνομα συγγραφέα το δικό μου όνομα, αλλά πιστέψτε με πως η αίσθηση να βλέπεις να κυκλοφορεί ένα βιβλίο που το έγραψε ένας άλλος, αλλά που αυτός ο άλλος είναι το πιο κοντινό σου πρόσωπο –ε, τότε, αυτή η αίσθηση είναι ιδιαίτερα περίεργη.
Ο δικός μου άνθρωπος, το δικό του βιβλίο και στη συνέχεια όλοι οι άλλοι –εσείς και όσοι ακόμα έχουν διαβάσει το μυθιστόρημα- γίνονται ένας κόσμος που δεν μπορώ να ελέγξω.
Κι όμως, υπήρξα εκείνος που είδα βήμα το βήμα να παίρνει σάρκα και οστά –χάρτινα σάρκα και χάρτινα οστά- η Ρόζα, η ηρωίδα του «Φεύγω». Τόσο κοντά μου συντελέστηκε η γέννησή της, τόσο είχα μια προσωπική άποψη για κείνη, ώστε ξαφνιάστηκα όταν διάβασα την απάντηση της Κώστιας στην ερώτηση της συνέντευξης που η Ειρήνη Σπυριδάκη της πήρε για το διαδικτυακό περιοδικό ArtMag

- Ποια είναι η Ρόζα, η ηρωίδα του καινούργιου σας βιβλίου. Πως θα την περιγράφατε;


Η Ρόζα η κεντρική ηρωίδα του τελευταίου μυθιστορήματος μου, του ''Φεύγω'', είναι μια γυναίκα με πολλαπλά πρόσωπα, μια διχασμένη προσωπικότητα σε συνεχή σύγκρουση με τον εαυτό της και το περιβάλλον της που την καταπιέζει. Μπαινοβγαίνει με άνεση στους ρόλους που ηθελημένα παίζει εναλλάσσοντας την κατ' επίφαση συνετή και υπάκουη Ρόζα, με την άλλη Ρόζα την επαναστατημένη, την γεμάτη πάθη, αδιέξοδα και ανατροπές στη ζωή της. Που τολμά ν' αγγίζει τα όρια της, ν' αμφισβητεί πρόσωπα και καταστάσεις, να στήνει παιχνίδια στους άλλους αλλά και στην ίδια της τη ζωή. Μια γυναίκα που μέσα από την συνεχή τάση της για φυγή αναζητά να κατακτήσει την εσωτερική της ελευθερία.

Ώστε έτσι, λοιπόν, Κώστια;… Το μυθιστόρημα που έγραψες και που αφιέρωσες στον Μάνο, σ΄ ένα Μάνο που πίστεψα πως ήμουνα εγώ… Και που το πιθανότερο σωστά το πίστεψα… Πάντως αυτό το μυθιστόρημα που μέρες και νύχτες το συζητούσαμε συμφωνώντας άλλοτε κι άλλοτε διαφωνώντας, άλλοτε βάζοντας και την Πόλυ Μηλιώρη στο παιχνίδι κι άλλοτε ζητώντας από τον Θανάση Τριαρίδη να μας επιβεβαιώσει πως τα λόγια που είχε εσύ διαλέξει ως μότο της αρχής:
Αυτό που οι περισσότεροι άνθρωποι λογαριάζουν για φανταστικό και απίθανο είναι για μένα η πιο βαθιά πραγματικότητα
ήταν του Ντοστογιέφσκι… Πάντως αυτό το μυθιστόρημα πρέπει να αποδεχτώ πως είχε να κάνει με τη ζωή μιας γυναίκας που έστηνε παιχνίδια στους άλλους…
Στους άλλους;… Και σε μένα;
Πιάνω και πάλι το βιβλίο, και διαβάζω την πρώτη του κιόλας φράση – Φεύγει η Ρόζα.
Και τότε δεν μπορώ παρά να θυμηθώ αυτό που μεταξύ άλλων σου είχε γράψει η υπέροχη φίλη, η τόσο απροσδόκητα χαμένη… Την φίλη και συγγραφέα Άννα Γκέρτσου – Σαρρή θυμάμαι και αν μπω στο blog του «Φεύγω», ανακαλύπτω τα λόγια της και τα αντιγράφω:

Η πρώτη κιόλας πρόταση, Φεύγει η Ρόζα..., δημιουργεί σκεπτικισμό. Οι λέξεις έχουν προσεγμένη (ή αυθόρμητη;) διάταξη. Γιατί Η Ρόζα φεύγει αποτελεί απλή δήλωση, ενώ Φεύγει η Ρόζα... είναι πολυσήμαντη. Υποκρύπτει πολλές πιθανότητες: Θλίψη για το τι αφήνει πίσω της. Άνοιγμα σε νέους ορίζοντες. Ελπίδα για καινούργιες προοπτικές. 'Η και θρίαμβο για μια απόφαση.

Μας λείπει η καθαρή και συνετή σκέψη της Άννας. Κι εγώ τώρα θέλω –έτσι όπως έχω μπλεχτεί ξανά και ένα χρόνο μετά από τότε που πίστεψα πως είχα ξεμπερδέψει μαζί του- θέλω, λοιπόν, τώρα εγώ να ταξινομήσω το βιβλίο που έγραψε η γυναίκα που αγαπώ, με την αντικειμενικότητα που συνήθως διαβάζω όχι μόνο τα βιβλία των άλλων, μα και τα δικά μου. Αλλά τα δικά σου; Το δικό σου Κώστια;
Και με το ποντίκι ανεβοτατεβάζω της σελίδες του blog, πολλοί, πολλές πιο σωστά σου γράψανε και μπορεί όσα παρατηρήσανε εμένα να με βοηθήσουν σε κάτι…
Όπως ας πούμε αυτό που έχει γράψει η Άντα Κάτσίκη – Γκίβαλου:

Το θέμα διέτρεχε τον κίνδυνο να "κυλήσει" στο μελό.Κατάφερες το εντελώς αντίθετο ,να το μετατρέψεις σε κείμενο που προκαλείτο στοχασμό και την ενδοσκόπηση

Α, ώστε έτσι, λοιπόν!... Θρίαμβο από τη μια και ενδοσκόπηση από την άλλη… Όχι, Κώστια! Η δεύτερη ανάγνωση μου δεν σου υποκύπτει τόσο έυκολα.
Σε ανιχνεύω και επειδή γνωρίζω με τι πάθος αναζητούσες τα λόγια άλλων να περιγράψουν την ηρωίδα σου, σε αυτά κι εγώ καταφεύγω...
Δεν θα εξοικειωθώ ποτέ με το κορμί μου – φράση του Λέοναρντ Κοέν.
Που φαίνεται πως καθόλου αστόχαστα δεν την είχε επιλέξει. Καθόλου… Να που με τα δικά της λόγια το έχει επισημάνει και η Πέρσα Κουμούτση:

Το βιβλίο της Κώστια είναι ένα ταξίδι αυτεπίγνωσης.Κάθε νέα φυγή της Ρόζας είναι και ένα σκαλοπάτι προς την αυτογνωσία και ένα βήμα μακριά από τα διλήμματα της εποχής. Σκοντάφτει αρκετές φορές, ώσπου επιτέλους ανακαλύπτει την ύπαρξη του πραγματικού της εαυτού.

Ξέρεις Κώστια… Θέλω κάτι εδώ μπροστά σε όλους να εξομολογηθώ. Πολλές φορές έχω παίξει μαζί σου. Συγγραφικά εννοώ. Υπονοώντας πολύ συχνά πως ηρωίδες μου έχουν δικά σου στοιχεία. Και ήξερα πως χωρίς να μας το λένε, αρκετοί από όσους αναγνώστες μου τύχαινε και να μας γνωρίζουν, θα φανταζόντουσαν πολλά για σένα και για μένα. Κι εσύ νομίζω πως αποδείχτηκες πολύ πιο μαστόρισσα σε αυτό το παιχνίδι… Έστησες ένα αλλόκοτο τρίο και να που η Κωστούλα Τωμαδάκη, καθώς αναζητά την ταυτότητα του τρίτου προσώπου γράφει γι αυτό και βάζει αναγκαστικά το δεύτερο –που ίσως κάποιοι να το ταύτισαν μαζί μου- σε θέση αναμονής εντός των παρασκηνίων:

Τι ψάχνει να βρει στο Νικόλα; Καθώς διάβαζα το ``Φεύγω``, Είχα την αίσθηση ότι αυτός ο χαρακτήρας είναι περισσότερα πρόσωπα και ικανοποιεί διαφορετικές ανάγκες της Ρόζας. Είναι κάπως έτσι;
Ο Νικόλας είναι το εισιτήριο της Ρόζας για μια νέα φυγή, αυτή τη φορά από όσα σηματοδοτεί ο γάμος της με τον Φλάβιο. Ωστόσο, είναι και το άλλοθι της για να καθυστερήσει όσο ακόμη μπορεί το πέρασμα της από την ανεμελιά της νιότης στην αλλοτρίωση της ωριμότητας και ότι αυτή συνεπάγεται. Συχνά η Ρόζα αναρωτιέται "Τι είναι τελικά γι’ αυτήν ο Νικόλας". Ο μικρός αδελφός που δεν είχε ποτέ; Ο γιος που δεν θέλησε ν’ αποκτήσει; Ο ακίνδυνος αντίζηλος του Φλάβιου; Κάθε ένα χωριστά και όλα μαζί. Μα κυρίως το όχημα μιας φυγής.


Ένα καλό μυθιστόρημα πάντα καταφέρνει να κάνει τον αναγνώστη του να αναζητά πίσω από τα ονόματα των ηρώων του, ποια άλλα κρύβονται. Να θέλει να πιστέψει πως γεγονότα και συναισθήματα δεν είναι μόνο προϊόντα συγγραφικής φαντασίας, αλλά και κάποιες ρίζες με αλήθειες διαθέτουνε. Λοιπόν, κοίτα να δεις που έγραψες ένα τόσο καλό μυθιστόρημα που ακόμα κι εμένα που όλα σου τα γνωρίζω και όλα τα δικά μου τα ξέρεις, ακόμα κι εμένα λέω με έκανε να αρχίσω να ψάχνω αντιστοιχίες των ηρώων σου με ανθρώπους με τους οποίους σε είδα να συνομιλείς ή να τους σφίγγεις το χέρι.
Μα γιατί ξαφνιάζομαι; Ως ο πρώτος αναγνώστης σου το ήξερα καλά πως είχες ένα καλό μυθιστόρημα γράψει.. Κι άλλωστε στο περιοδικό ΔΙΑΒΑΖΩ, η Έλσα Καραγιαννοπούλου, το έχει υπογραμμίσει:

Υποβλητικό μυθιστόρημα. Σαν θεατρική παράσταση με τίποτ’ άλλο πάνω στη σκηνή∙ μόνο τους τρεις πρωταγωνιστές και την τέταρτη φωνή, την «άλλη» Ρόζα, αυτήν που την επισκέπτεται με το άσπρο φόρεμα. Ένας νοητός σταυρός, ένα σταυροδρόμι που μόνο κύκλους κάνει γιατί δεν μπορεί να οδηγήσει πουθενά αλλού∙ ο ένας θα πέφτει πάνω στον άλλο.
Παίζει με τους τρεις ήρωες και με τα τρία θέματα όπως έκαναν παλιά οι γελωτοποιοί που μπορούσαν να ζογκλάρουν ώρες ατελείωτες και να μην τους πέσει τίποτα κάτω. Και στο τέλος, τα πιάνει όλα στο χέρι της, σταματά και με μια μικρή υπόκλιση αποχωρεί αφήνοντας το έργο της σαν πέρασμα μπρος από τα μάτια σου. Φεύγει…

Θα μου επιτρέψεις καλή μου να φανερώσω στους φίλους που είναι σήμερα κοντά σου, πως αυτές οι τελευταίες προτάσεις της κριτικού, ιδιαίτερα σου αρέσανε. Υπονοούσαν την σωστή συνύπαρξη τεχνικής και μαγείας.
Κι έτσι είναι. Πρέπει να το ομολογήσεις στον ίδιο σου τον εαυτό (ξέχνα για μια στιγμή την έμφυτη διακριτικότητά σου) πως έχεις ταλέντο.
Κι άλλωστε, να το βλέπω και στο blog σημειωμένο, από την πρώτη που δημοσίευσε την άποψή της, τη Λένα Μαντά:

Διάβασα το βιβλίο σχεδόν μέσα σε μια μέρα. Είναι η πρώτη φορά που διαβάζω βιβλίο της κ. Κοντολέων, ενώ την ίδια την έχω γνωρίσει και είναι ένας άνθρωπος με έμφυτη ευγένεια και ιδιαίτερη γλύκα. Αυτή που αναδύεται από το βιβλίο της. Δεν είναι ένα εύπεπτο μυθιστόρημα που το ξεχνάς την άλλη στιγμή. Όσο κι αν το θέμα του μοιάζει περίεργο, κάνει τον αναγνώστη να σκεφτεί και να επαναπροσδιορίσει δικές του σκέψεις. Αγάπη σημαίνει εγκλωβίζω;

Είναι μερικές λέξεις που προκαλούν ενοχές. Αγάπη σημαίνει εγκλωβίζω;… Να που ακόμα –ένα χρόνο μετά- η μαγεία της γραφής σου με εξαναγκάζει να βλέπω πάντα τον εαυτό μου ως το πρότυπο πάνω στο οποίο έπλασες τον Φλάβιο…
Αλλά κάτι τέτοιο δεν μπορώ μήτε να το πιστέψω, μήτε και να το αποδεχτώ. Λογοτεχνία έκανες, μυθιστόρημα γραμμένο από σένα διαβάζω και μάλιστα τέτοιας ποιότητας που η αναγνωρισμένου κύρους κριτικός Ελένη Γκίκα, στη στήλη της στο Έθνος, το έγραψε ξεκάθαρα

Η Κώστια Κοντολέων, κατορθώνει, τελικά, να υπογράψει ένα υποδειγματικό μυθιστόρημα για την αλήθεια και την ψευδαίσθηση του έρωτα, αλλά πάνω απ' όλα για την αντιφατική γυναικεία φύση, για τα προσωπεία και το πρόσωπο που φορτώνεται μια γυναίκα από παιδί, για την ελευθερία που είναι κατάσταση εσωτερική και γι' αυτό τόσο δύσκολα κατακτιέται από τους πάντες.
Το αποτέλεσμα, η αιώνια γυναικεία κραυγή. Να μην ανήκει αλλά να διεκδικεί συνεχώς η ίδια την ίδια της τη ζωή και ο έρωτας που είναι κατάκτηση ολοκληρωτική, η ζωή και το ερωτικό πάθος που γίνεται τέχνη.


Βάζει, λοιπόν, τα πράγματα στη θέση τους η Ελένη. Αλλά… Αλλά το μυθιστόρημά σου το είπες «Φεύγω»… Κι ο Ντύρερ είχε κάποτε σημειώσει κι εσύ το αντέγραψες Κλέφτες των έργων και της ψυχής των άλλων κρατηθείτε μακριά…

Κρατηθείτε μακριά… Διαφορετικά… Φεύγω!
Με τρομάζεις Κώστια! Και τρομάζω ακόμα περισσότερο καθ.ως διαβάζω το τι σου είχε στείλει η Πασχαλία Τραυλού:

Φεύγω... Το ρήμα της απόγνωσης. Το απόσταγμα της ανάγκης για μια νέα αρχή και συνάμα η λέξη που δηλώνει την παραίτηση από μια εξάρτηση που έχει τσακίσει τα όρια της ψυχής. Αλλά και το ρήμα της ελευθερίας. Της εξόδου από την όποια φυλακή, τη φυγή από τις συμβάσεις, από τα λάθη, από τα όρια, από το τέλμα...
Δε θα μπορούσε να υπάρχει ιδανικότερος τίτλος γι‘ αυτό το μυθιστόρημα, καθώς δίνει το στίγμα με απόλυτη ακρίβεια του ψυχικού αδιεξόδου και της πνευματικής διαδρομής που διανύει η κεντρική ηρωίδα του, η Ρόζα.


Υπάρχουν μερικές στιγμές που κάποια λόγια άλλων αποκτούν μια ξεχωριστή σημασία για τον καθένα μας.
Και καθώς εγώ έχω απόλυτα εγκλωβιστεί στη δυναμική των όσων κρύβονται μέσα στις φράσεις σου (αχ και πόσο καλά το ξέρω πόσα πολλά μπορεί ένας συγγραφέας να καταχωνιάσει μέσα σε φράσεις που υποτίθεται πράγματα άλλα, ακόμα και ουδέτερα περιγράφουν!) αναζητώ στο πλούσιο υλικό του blog σου, σκέψεις και αντιδράσεις άλλων, για να ανακαλύψω, να επανεύρω την αντικειμενική θεώρηση που έχω τόσο ανάγκη, πέφτω πάνω στο σημείωμα της Γεωργίας Γαλανοπούλου και έτσι να που απεμπολώ κάθε τάση αντικειμενικότητας και ανακαλύπτω της απενοχοποίηση των συναισθημάτων:

Το μοτίβο της φυγής είναι τόσο παλιό, έχει σχεδόν την ηλικία της ίδιας της λογοτεχνίας. Όμως, αυτή εδώ η φυγή της Ρόζας --και του Φλάβιου Κομνηνού-- μέσα από τη δική σου τη νουβέλα έχει το δικό της χαρακτήρα. Ξεχωρίζει όχι τόσο γιατί η έκβασή της διαφέρει και εκπλήσσει, αλλά γιατί μέσα από μία αφηγηματική ατμόσφαιρα που θυμίζει τεχνικές ιμπρεσιονιστών ζωγράφων αφήνει περιθώρια στον αναγνώστη να ερμηνεύσει πέρα από τα όρια του αφηγήματος.

Λοιπόν, δεν υπάρχει άλλος δρόμος, άλλος τρόπος ανάγνωσης εκ μέρους μου ενός μυθιστορήματός δικού σου. Μόνο αν ενεργοποιήσω την αναγνωστική μου εμπειρία, μόνο αν καταφέρω να βάλω να συνοδοιπορήσουν η αγάπη μου για την καλή λογοτεχνία και η αγάπη μου για σένα, μόνο τότε θα χαρώ αυτά που γράφεις και –αχ, τι καλά!- θα αρχίσω να παίζω με τις υπόνοιες και να κανακεύω τις υποψίες των αναγνωστών σου, πως ένας από τους ήρωές σου ίσως να είμαι κι εγώ. Από συγγραφέας ήρωας στο βιβλίο ενός άλλου…
Όχι, μη με κατηγορήσεις κανείς –ούτε εσύ, ούτε η Πόλυ ( ο Θανάσης αμέσως θα με καταλάβαινε αν ήταν μαζί μας και τα άκουγε όλα αυτά)- μη με κατηγορήσει κανείς πως προσπαθώ να θολώσω τα νερά και να κλέψω μια παράσταση που ανήκει σε σένα.
Η Μάρω Κερασιώτη με εκείνη την ακρίβεια της ματιάς του εικαστικού και λογοτέχνη συνάμα, έχει σημειώσει κάτι πολύ σημαντικό –στο blog σου πάντα:


Η ηρωϊδα της Κώστιας Κοντολέων η άτολμη, τυφλή και μοιραία γωνία ενός ερωτικού τριγώνου «φεύγει» για 177 σελίδες. Φεύγει αποφασισμένη-και πάντα αναποφάσιστη- εγκλωβισμένη στο σχήμα που η ίδια έχει δημιουργήσει, φεύγει σε απόπειρες με ημερομηνία λήξεως που δεν οδηγούν πουθενά. Χτυπάει και χτυπιέται, πληγώνει και πληγώνεται χωρίς να σκέφτεται τις συνέπειες σε μια ηλικία που θα έπρεπε να έχει αποδεχτεί , και να έχει αγαπήσει, τον εαυτό της, τον μόνο από τον οποίο-θα έπρεπε να ξέρει ότι- δεν μπορεί να ξε-φύγει. Σε μια ηλικία που ονομάζεται λανθασμένα «ώριμη», αφού η ωριμότητα δεν είναι θέμα χρόνου αλλά νοητικών διεργασιών που δεν ολοκληρώνονται πάντοτε, θέλει να φύγει απ’ αυτά που γνωρίζει και κατέχει με προορισμό αυτά που αγνοεί και ονειρεύεται, γι’ αυτά που ο κι ο πιο ανυποψίαστος αναγνώστης ξέρει ότι δεν υπάρχουν.
Το τέλος της ιστορίας και η λύση για το μπερδεμένο κουβάρι που αποτελούν οι ήρωες της ιστορίας είναι η απόλυτη καταστροφή, το μόνο «φεύγω» που μπορεί να βάλει τέλος σε κάποια τραγικά διλήμματα: Το φεύγω που έχει προορισμό την κόλαση ή τον Παράδεισο που ο καθένας έχει μέσα του την ώρα της οριστικής αναχώρησης.

Έτσι είναι. Ο καθένας γράφει το βιβλίο που οι άλλοι τον έχουν κάνει να θέλει να γράψει και ο καθένας διαβάζει ένα βιβλίο με τον τρόπο που ο συγγραφέας του προσπαθεί να τον πείσει να το κάνει.
Και τώρα που η δικιά μου παρουσία στη βραδιά σου φτάνει στο τέλος της, άσε με να διαβάσω εδώ, τώρα στους φίλους μας όλους, ένα ακόμα μικρό απόσπασμα από το βιβλίο σου, που ξέρω πως είναι κι αυτό ένα από εκείνα που περισσότερο αγαπάς –αν δεχτεί κανείς πως ο συγγραφέας αγαπά κάποιες σελίδες του περισσότερο από της άλλες.

Σελ 83-84

27.2.12

Κάτι θα γίνει, θα δεις



Το κάθε βραβείο που ένα βιβλίο κερδίζει είναι αναμφίβολα και μια τιμητική διάκριση για το έργο και μια ευκαιρία αναγνώρισης του δημιουργού.

Πολύ συχνά ο αναγνώστης έχε την άποψη πως κάποιο άλλο έργο θα έπρεπε να βραβευότανε και επίσης πολύ συχνά εμείς οι συγγραφείς γνωρίζουμε ( ή νομίζουμε πως γνωρίζουμε) πως η βράβευση υπήρξε προϊόν μια κάποιος συναλλαγής.

Αλλά να μην ξεχνάμε πως τις περισσότερες φορές άξια προς βράβευση είναι περισσότερα του ενός έργα, μα το βραβείο παραμένει ένα.

Κι ακόμα -προσωπικά αυτό είναι κάτι που ιδιαίτερα πιστεύω- πως το βραβείο δεν δίνει τόσο κύρος σε αυτόν που το παίρνει, όσο σε αυτόν που το δίνει.

Από τον καιρό που αισθάνθηκα να στέκομαι συγγραφικά και εκδοτικά στα δυο μου πόδια, στράφηκα προς τους νεώτερους εμού συγγραφείς και θέλησα να τους βοηθήσω να βρούνε κι αυτοί τον δικό τους συγγραφικό και εκδοτικό δρόμο.

Πάντα χαίρομαι διπλα όταν ένας νέος συγγραφέας διαρκίνεται και το έργο του δίκαια ξεχωρίζει.

Έτσι, λοιπόν, δεν μπορώ παρά να εκφράσω τα συγχαρητήρια μου στην Επιτροπή Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνίας που έδωσε την διάκρισή της στη συλλογή διηγημάτων "Κάτι θα γίνει, θα δεις" του νέου συγγραφέα (το δεύτερο βιβλίο του είναι αυτό) Χρήστου Οικονόμου.

Και βέβαια να εκφράσω ακόμα προς τον ίδιο τον διηγηματογράφο την απόλαυση που είχα όχι μόνο όσο κράτησε η αναγνώση του έργου του, αλλά και για καιρό μετά... Ακόμα έως τώρα.

Η γλώσσα και η ματιά του Οικονόμου χώνεται μέσα στην ψυχή και στην καρδιά του αναγνώστη.

Πολλά έχουν γραφτεί για το βιβλίο αυτό. Δεν θα είχε νόημα, πιστεύω, να γράψω κι εγώ κάτι ακόμα. Ίσως μόνο αυτό -αυτό που οι πολλοί θεωρούμε ως επικαιρότητα, για κάποιους ευαίσθητους συγγραφείς είχε λειτουργήσει πιο πριν ως διαίσθηση.

Και κάτι τέτοιο είναι -όταν συμβαίνει- πολύ σημαντικό.


16.2.12

Για τις "Ερωτικές Ιστορίες" στο www.artmag.gr

Ερωτικές Ιστορίες Μιας Παιδικής Ηλικίας
Συντάκτης: Ειρήνη Σπυριδάκη
Τετάρτη, 15 Φεβρουάριος 2012 14:22
Πριν από μερικούς μήνες ανατυπώθηκε από τις εκδόσεις «Δήγμα» η συλλογή διηγημάτων του Μάνου Κοντολέων με τίτλο «Ερωτικές ιστορίες μιας παιδικής ηλικίας», βιβλίο το οποίο πρωτοκυκλοφόρησε τον Οκτώβριο του 1992. Η παραπάνω συλλογή, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Μάνος Κοντολέων στο επιλογικό σημείωμα, εκφράζει το συγγραφικό του στίγμα। Ο Κοντολέων στην έως τώρα λογοτεχνική του διαδρομή αντλεί πρωτογενές υλικό για το έργο του από το χώρο της παιδικής και εφηβικής ηλικίας, δύο δεξαμενών που, σύμφωνα με τον ίδιο, παρέχουν οδούς «(επ)ανάγνωσης της ζωής από τον κάθε ενήλικο».Το ερωτικό συναίσθημα είναι στενά συνδεδεμένο με την εφηβική περίοδο της ζωής, μια περίοδο σεξουαλικής αφύπνισης και αναζητήσεων που σχετίζονται με την ανάπτυξη των πρώτων ερωτικών σχέσεων. Στη ζωή, όπως και στη λογοτεχνία, από την προεφηβική λανθάνουσα σεξουαλικότητα έως τη μετέπειτα εφηβική σεξουαλική έκρηξη, τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα με την αγωνία και τα έντονα συναισθήματα που τα συνοδεύουν χαράσσονται ανεξίτηλα στη μνήμη των ανθρώπων. Αν λάβουμε δε υπόψη μας την άποψη του Freud ότι η libido (σεξουαλική ενόρμηση) συνιστά πρωτογενές αίτιο και κίνητρο κάθε ανθρώπινης ενέργειας, είναι σαφές ότι η λειτουργία της επενεργεί καταλυτικά στην ανάπτυξη της προσωπικότητας του ανθρώπου.Στους εφήβους, των οποίων η προσωπικότητα είναι υπό διαμόρφωση και η εμπειρία ζωής δεν είναι επαρκής, οι πρώτοι νεανικοί έρωτες, ως εμπειρίες ζωής, επηρεάζουν σ' ένα μεγάλο βαθμό τη διαμόρφωση της προσωπικότητάς τους, προσδιορίζοντας δυνάμει τις μετέπειτα επιλογές της ζωής τους. Οι έφηβοι των διηγημάτων της εν λόγω συλλογής, μέσα από την αφύπνιση της libido, η πηγή της οποίας βρίσκεται στη αναπτυσσόμενη σωματική τους δομή, αρχίζουν να ανακαλύπτουν τη σεξουαλική τους ταυτότητα, διανύοντας μια περίοδο πόθου και ερωτικών φαντασιώσεων που ζητούν επιτακτικά αντικείμενο.Οι έφηβοι ήρωες ειδικότερα αυτονομούνται από τις αξιώσεις του γονεϊκού περιβάλλοντος, στην προσπάθειά τους να αποκρυσταλλώσουν τις δικές τους ηθικές και αισθητικές τους αξίες (χαρακτηριστική είναι η απελπισία των τριών μανάδων στο διήγημα «Γάτες»). Μέσα από το ερωτικό βίωμα αναζητούν την προσωπική τους ταυτότητα δια της μετάβασής τους από τον κόσμο της αθωότητας σ' αυτόν της ωρίμανσης. Η διαδικασία ωρίμανσής τους πραγματοποιείται στο βιβλίο μέσα από διττές διπολικές σχέσεις: αφενός του έρωτα και της γνώσης, όταν οι έφηβοι αναζητούν την πληρότητα έξω από τον εαυτό τους, στη σχέση που αναπτύσσουν με τον άλλο (ως μέτοχοι στο διήγημα «Αίμα για αργότερα», είτε ως παρατηρητές στο διήγημα «Κυπαρίσσι» λόγου χάριν). Αφετέρου του έρωτα και του θανάτου, είτε ο τελευταίος βιώνεται ως το βιολογικό αμετάκλητο τέλος (στα διηγήματα «Αφρικάνικο βιολί» και «Πάντα Αύγουστος είναι»), είτε ως μια εξόχως οδυνηρή ανικανοποίητη ερωτική φαντασίωση (στο διήγημα «Το Κυπαρίσσι»).Κεντρικά μοτίβα που διατρέχουν τα διηγήματα της συλλογής, η σεξουαλική έκρηξη, το παιχνίδι των ρόλων και των υπονοούμενων, ο ανικανοποίητος έρωτας, η αγωνία της σεξουαλικής αυτοπραγμάτωσης, οι απρόβλεπτες καταστάσεις και οι κίνδυνοι που επιφέρει η ανατρεπτική δύναμη του έρωτα. Η διαχείριση του στοιχείου της έκπληξης και της ανατροπής της όποιας προσδοκίας και τάξης πραγμάτων καθαίρει τον αναγνώστη που βιώνει την άνευ όρων εθελούσια καθυποταγή των ηρώων στο σκοτεινό τις πιο πολλές φορές κάλεσμα του έρωτα.Ο πλούτος των εκφραστικών μέσων, η εικονοποιητική δύναμη της γλώσσας, η γλαφυρότητα των περιγραφών, μέσω των οποίων ο χώρος αισθηματοποιείται και ο ταχύτατος ρυθμός της πλοκής συνθέτουν ορισμένα μόνο από τα εμφανή υφολογικά στοιχεία του βιβλίου. Σε ό,τι αφορά την αφήγηση, οι αφηγητές- ήρωες που πρωταγωνιστούν, αφηγούνται την ιστορία μέσα από τη δική τους οπτική γωνία (γεγονός που δεν αποκλείει την ύπαρξη και δεύτερου αφηγητή, όπως για παράδειγμα ο Άλκινος στο διήγημα «Αφρικάνικο βιολί»), ενώ ενυπάρχουν στο κείμενο μορφές ανισοχρονίας (εγκιβωτισμένες ιστορίες, προσημάνσεις). Η μυθοπλασία προσδιορίζεται από το φυσικό σχεδόν μεταφυσικό περιβάλλον της ελληνικής υπαίθρου με τις ενδιαφέρουσες δοξασίες των ανθρώπων της. Οι συναισθηματικές αποχρώσεις της ερωτικής συνάντησης με τον άλλο και γενικότερα οι έντονες ψυχικές διεργασίες των ηρώων διαγράφονται με ενάργεια μέσα από τις εξωτερικευμένες σκέψεις, τους εσωτερικούς μονολόγους, τους κοφτούς διαλόγους που διαμοίβονται μεταξύ των ηρώων. Η γενική αίσθηση παραπέμπει στο όνειρο, την ανάμνηση, τον ερωτισμό μέσα από χρώματα, ήχους αρώματα και υφές.Στα διηγήματα εντοπίζονται περιστασιακά ορισμένα από τα βασικά μορφικά και αφηγηματικά χαρακτηριστικά του λαϊκού και δη του μαγικού παραμυθιού. Ορισμένοι ήρωες διαθέτουν χαρακτηριστικά σχεδόν υπερφυσικά, ο προσδιορισμός του χωροχρόνου να είναι αλληγορική. Ο συγγραφέας επιχειρεί τη μίξη του πραγματικού με το φανταστικό μέσα και από την τεχνική των συμβολισμών, καθώς επιχειρεί να συμβολοποιήσει την πραγματικότητα της αφήγησης που αναπαρίσταται μέσα από το φίλτρο της νεανικής ματιάς.Αν θέλαμε να συμπυκνώσουμε τις βασικές λειτουργίες που προσδιορίζουν τη σχέση του κειμένου με την πραγματικότητα και τον συγγραφέα, θα καταλήγαμε στις τρεις ακόλουθες: τη μνήμη (οι ήρωες αποτυπώνουν όσα θυμούνται ή όσα έχουν ακούσει από το παρελθόν), την παρατήρηση (της φύσης, των ανθρώπων, των κοινωνικών – ηθικών προβλημάτων και στάσεων) και κυρίως τη φαντασία που τελικά υπερβαίνει το χρόνο, τον χώρο και την ίδια την πραγματικότητα.Αντί επιλόγου, παραθέτουμε ένα ενδεικτικό απόσπασμα της ατμόσφαιρας των κειμένων από το διήγημα του Μάνου Κοντολέων με τίτλο «Γάτες» (σελ. 66):«Μα πάντα οι νύχτες έχουν μια σκοτεινιά που σου θυμίζει τα μυστικά ενός κορμιού, και πάντα τα μεσημέρια έχουν τη λάμψη των μαλλιών της αγαπημένης γυναίκας, και πάντα τα πρωινά έχουν εκείνη τη δροσιά που κρύβουν τα κόκκινα χείλη, κι έτσι ο Κλώδιος, ο Χάρμης κι ο Αλέπας δεν έβρισκαν μια στιγμή να ξαποστάσουν το κορμί τους από την έξαψη του πάθους, δεν έβρισκαν μια στιγμή να ξεκουράσουν την καρδιά τους από τους παλμούς του έρωτα. Κι ο ιδρώτας έκανε τα μάγουλά τους να φέγγουνε σαν τα φύλλα μετά τη βροχή και το σαράκι των λαγονιών έκανε το βλέμμα τους να έχει τη θολούρα του καινούριου κρασιού».


http://www.artmag.gr/art-articles/provlimatismoi/3426-erotic-story-of-a-childhood

22.1.12

Συνέντευξη στο Τaλκ -18.01.'12

Μάνος Κοντολέων: Ονειρεύομαι μιαν επανάσταση





της Δώρας Αμαραντίδου






Στο ξεκίνημα της συζήτησής μας θα ήθελα να μου πείτε ποια είναι η εικόνα της ψυχικής και σωματικής υγείας των ανήλικων πολιτών στην Ελλάδα εν τω μέσω μεγάλης οικονομικής κρίσης.
Κατά πόσο έχει ταράξει τη ψυχολογία των παιδιών η απότομη μετάβαση από την υπερκατανάλωση στην μέγιστη μείωση καταναλωτικών προϊόντων στην οποία βρίσκεται σήμερα η μέση ελληνική οικογένεια και ποιους τρόπους αντιμετώπισης του προβλήματος προτείνετε;
Με κάθε ειλικρίνεια σας απαντώ… Δεν ξέρω! Όχι πως δεν έχω τι να πω, όχι πως δεν θα ήθελα κάτι να είχα να πω και να προτείνω, όχι πως δεν αναγνωρίζω την ύπαρξη του προβλήματος και το πόσο πιεστική αυτή η ύπαρξη είναι, αλλά… Αλλά δεν ξέρω τι να πω. Ξέρω όμως τι φοβάμαι και τι εύχομαι… Φοβάμαι τη βία που θα ακολουθήσει –ίσως και να έχει πλέον φτάσει- την κάθε μορφή πίεσης και στέρησης. Και εύχομαι… Ελπίζω σε μια Επανάσταση. Αλλά την ίδια τη στιγμή που εύχομαι κάτι τέτοιο, την ίδια στιγμή και το φοβάμαι.
Τώρα μέσα σε ένα τέτοιο κλίμα πώς θα μεγαλώσουν τα παιδιά μας, οι έφηβοί μας; Τι να πω;… Σκέφτομαι πάντως πως τα τελευταία μου μυθιστορήματα σε τέτοιες κοινωνικές αναταραχές στηρίζονται. Άρα κάποιο λόγο προσπαθώ κι εγώ να αρθρώσω… Αδύναμος ο λόγος της Λογοτεχνίας; Μπορεί, αλλά είναι ο μόνος που εγώ ξέρω. Και ο μόνος τρόπος για να κάνω εγώ την επανάστασή μου.


Ποιος είναι ο μεγαλύτερος εχθρός των παιδιών και των νέων σε παγκόσμιο επίπεδο στις μέρες μας;
Πως οι μόνες αξίες που προβάλλονται είναι όσες έχουν να κάνουν με το χρήμα.


Θα ήθελε να μου μιλήσετε από τη θέση του αντιπροέδρου του ελληνικού τμήματος της UNICEF, για τις τρέχουσες προτεραιότητες στις δραστηριότητες της UNICEF και για την ανταπόκριση ή μη των Ελλήνων στο κάλεσμα σας;
Η Unicef έχει το πιο μεγάλο μέρος των προσπαθειών της στραμμένο στα παιδιά χωρών που έχουν προβλήματα επισιτισμού, υγιεινής διατροφής, μητρικής μέριμνας… Εμείς στην Ευρώπη, εμείς στην υπό πτώχευση Ελλάδα, όσο κι αν ζούμε το δικό μας δράμα, δεν θα πρέπει να ξεχνάμε πως είμαστε και θα είμαστε σε πολύ καλύτερη μοίρα σε τέτοια θέματα. Είναι λοιπόν και ένδειξη αντίστασης σε μια νοοτροπία που όλα τα μετρά με οικονομικούς όρους, να εκφράζουμε την ανθρωπιά μας και την συμπαράστασή μας σε συνανθρώπους μας που δεν τους απασχολεί στην ουσία το επιτόκιο δανεισμού, αλλά η ύπαρξη καθαρού νερού και εμβολιασμών. Με ρωτάτε αν ανταποκρίνονται οι Έλληνες. Απαντώ με ένα ξεκάθαρο ναι… Και το χαίρομαι αυτό το Ναι, ίσως γιατί σημαίνει πως ως λαός αντιστεκόμαστε.


Ποια πρέπει να είναι τα κριτήρια επιλογής ενός λογοτεχνικού βιβλίου για τα παιδιά και τους εφήβους ώστε να μάθουν να αγαπούν το βιβλίο και στην μετέπειτα ενήλικη ζωή τους;
Για να μάθει ένας νέος άνθρωπος να αγαπά το βιβλίο, θα πρέπει κατά τη διάρκεια όλης της μέρας του να μπορεί να το ανακαλύπτει δίπλα του. Δεν έχει πάντα σημασία το να διαβάζουμε ένα βιβλίο. Αξίζει να σκεφτούμε πως έχει αξία να το έχουμε έστω και δίπλα μας, κάπου μέσα στο σπίτι μας, μέσα στην τάξη του σχολείου μας. Έτσι εξοικειώνεται ο νέος άνθρωπος και μπορεί μόνος του να κάνει τις επιλογές του. Αλλά όλα αυτά αποκτούν μια άλλη διάσταση , καθώς η καθημερινότητά μας αλλάζει. Η διασκέδαση περιορίζεται και οι ώρες μέσα στο σπίτι θα είναι πολλές. Μόνο με τηλεόραση και με σερφάρισμα θα τις περνάει ο νέος; Η συνήθεια της ανάγνωσης λογοτεχνικών βιβλίων, γίνεται πλέον αναγκαία. Αξίζει να τη μάθουμε στα παιδιά μας… Αλλά θα πρέπει πρώτα εμείς να την εξασκήσουμε.


Ποιο θέμα πραγματεύεται το μυθιστόρημά σας για νέους ‘’Δε με λένε Ρεγγίνα… Άλεχ με λένε’’ και ποια η πηγή έμπνευσή σας για αυτό το βιβλίο;
Θέμα του η σεξουαλική εκμετάλλευση των εφήβων σε κοινωνίες όπου η δημοκρατικές αρχές έχουν καταπατηθεί ή και απλώς υποχωρήσει. Με άλλα λόγια σε κοινωνίες που δεν είναι κατ΄ ανάγκη και μόνο καταπιεσμένες από δικτατορικά καθεστώτα. Μέσα από τις ιστορίες ενός κοριτσιού κι ενός αγοριού, προσπάθησα να αναφερθώ σε κάτι που συμβαίνει δίπλα μας.
Πηγή έμπνευσής μου η πολυετής ενασχόλησή μου με τους στόχους της Unicef, αλλά και η επίσης πολυετής παρακολούθηση του Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου για Νέους, που διοργανώνεται στον Πύργο και όπου η Ελληνική Επιτροπή Unicef δίνει το δικό της βραβείο σε μια ταινία που στηρίζεται και υποστηρίζει τους στόχους της.
Μέσα από αυτές τις δυο μεγάλες εμπειρίες μου –εμπειρίες ζωής θα τις έλεγα- η συγγραφικές μου εμπνεύσεις έχουν σπάσει το κλειστό περιβάλλον της δικής μου και μόνο κοινωνίας και αναζητούν τρόπου επικοινωνίας με τους ανθρώπους -μικρούς και μεγάλους- όλου του κόσμου. Για μένα, ξέρετε, παγκοσμιοποίηση δεν είναι μόνο τα spreads, αλλά και ο ανθρώπινος πόνο, όπως και το δικαίωμα κάθε ανθρώπου στο όνειρο.


Μιλήστε μου και για τα παραμύθια σας ‘’Πολύτιμα δώρα’’। Μέσα από αυτά ποια πορτούλα της παιδικής ψυχής ανοίγετε;


Μα και σε αυτά για τα ίδια θέματα μιλώ, για τα ίδια θέματα τα έχω γράψει. Την ανθρωπιά, την συμπαράσταση, την ειρήνη, τη δημιουργία, το δικαίωμα στον έρωτα. Προσπάθησα να τα γράψω με τέτοιο τρόπο ώστε να μπορούν να επικοινωνούνε και με μικρής ηλικίας αναγνώστες και με μεγαλύτερης. Χρησιμοποίησα μια γλώσσα λυρική για να κάνω πιο έντονη τη σκληράδα των περιγραφών. Χρησιμοποίησα σύμβολα για να δείξω πιο έντονα τα μεγάλα τα διαχρονικά πάθη και όνειρα. Ανοίγω, άραγε, πορτούλες και παραθύρια; Δεν είμαι εγώ αυτός που θα το πει αυτό. Εκείνο που μπορώ πάντως να δηλώσω είναι πως και τα «Πολύτιμα Δώρα» μου ευαγγελίζονται εκείνη την επανάσταση που πιο πριν σας περιέγραψα.
















20.1.12

Μάριος Χάκκας























Στην Εταιρεία Συγγραφέων ξεκινήσαμε μια Λέσχη Ανάγνωσης.
Έχουμε προγραμματίσει να διαβάσουμε βιβλία σύγχρονων μεν ελλήνων συγγραφέων (και λέγοντας σύγχρονων εννοούμε εκείνους που κυκλοφόρησαν το πρώτο τους βιβλίο μετά τον Β Παγκόσμιο Πόλεμο), αλλά που το έργο τους, λόγω θανάτου, είναι πλέον ολοκληρωμένο.
Στην Λέσχη αυτή συμμετέχουν και τα μέλη της ομάδας πεζογραφίας της Ε. Σ., αλλά και άλλα άτομα –αναγνώστες που ενδιαφέρονται να προσεγγίσουν και να συζητήσουν λογοτεχνικά κείμενα ελλήνων δημιουργών.
Η πρώτη συνάντηση ήταν στην ουσία μια συνάντηση γνωριμίας των μελών αναμεταξύ τους, αλλά βρέθηκε και ο χρόνος να συζητήσουμε και για το έργο που κατά τη διάρκεια της σύντομης ζωής του, πρόλαβε να καταθέσει ο Μάριος Χάκκας.
Ο Μάριος Χάκκας είχε γεννηθεί το 1931 και πέθανε το 1972.
Μετά από μια ποιητική συλλογή, κυκλοφορεί το 1966 τη συλλογή διηγημάτων «Ο τυφεκιοφόρος του εχθρού», το 1971 την επόμενη (που και τον καθιερώνει) «Ο μπιντές και άλλες ιστορίες» και μια μέρα ακριβώς μετά την ταφή του, βλέπει το φως της δημοσιότητας η συλλογή «Το κοινόβιο».
Μέσα στα χρόνια της δικτατορίας, η ματιά του Χάκκα (κυρίως αυτή του ‘Μπιντέ’) δημιουργεί αίσθηση και στο λογοτεχνικό συνάφι, όσο και σ΄ ένα πλατύτερο κοινό. Όλοι ανακαλύπτουν στο διηγηματογράφο στοιχεία μιας νέας αριστερής ματιάς και μιας ιδιότυπης κριτικής αποτίμησης κοινωνικών αλλαγών.
Σαφώς το έργο του δεν μπορεί να θεωρηθεί ολοκληρωμένο. Μα υπάρχουν στοιχεία σε αυτό που μας κάνουν να πιστεύουμε πως αν ο Μάριος Χάκκας είχε μια καλύτερη τύχη στη ζωή του και ζούσε περισσότερα χρόνια, θα είχε γράψει κείμενα που με εκείνη την απρόβλεπτη ματιά που συχνά ενεργοποιούσε την έμπνευσή του, θα ήταν από τα πλέον σημαντικά λογοτεχνικά έργα της σύγχρονης ελληνικής πεζογραφίας.
Αλλά –αξίζει ίσως να το επισημάνει κανείς- αυτά τα σύντομα αφηγήματα του Χάκκα (πχ Ο φωτογράφος) ήταν εκείνα που λιγότερα είχαν συνεισφέρει στην φήμη που τότε ο συγγραφέας τους είχε αποκτήσει.
Το τότε αναγνωστικό κοινό (και η κριτική σε πιο μεγάλο της μέρος) είχε περισσότερο εντυπωσιασθεί από τα αφηγήματα με κοινωνικό και ελεύθερα αριστερό περιεχόμενο. Κάθε εποχή έχει τις απαιτήσεις της, αλλά το ταλέντο του δημιουργού είναι εκείνο που τελικά θα διακρίνει από αυτές ποιες είναι επίκαιρες και ποιες διαχρονικές.
Ο Χάκκας μετά από την πρώτη του συλλογή όπου ψάχνει το προσωπικό του ύφος και προτού φτάσει στην τρίτη όπου ο επικείμενος θάνατος ενεργοποιεί την έμπνευσή του, προσφέρει (μέσα στη δεύτερη) τη δυνατότητα στην ελληνική πεζογραφία να δηλώσει παρούσα στα μεγάλα ευρωπαϊκά κινήματα της δεκαετίας του ’60.


19.1.12

Για τη Ρεγγίνα και τον Άλεχ

Η Μαρίζα Ντεκάστρο γράφει στο περιοδικό ΔΙΑΔΑΖΩ (Ιαν.२०१२) για το:








Ακουσα μια εκπαιδευτικό να λέει σε ένα σεμινάριο για τη λογοτεχνία στο σχολείο:
«Στην τάξη μου, B' Γυμνασίου, με ρώτησαν γιατί όλα τα βιβλία που προτείνω είναι
τόσο θλιβερά. Δεν βρήκα όμως κάτιπειστικό να τους απαντήσω!»
Ας διαβάσουμε τι προτείνουν οι δημιουργοί, εάν απαντούν και πώς στο ερώτημα.
Ο κοινωνικά ευαίσθητος Μάνος Κοντολέων απαντά γράφοντας ανθρώπινα για
τα δύσκολα της ζωής -θυμηθείτε το Μια ιστορία του Φιοντόρ για τους οικονομικούς
μετανάστες। Στο Δε με λένε Ρεγγίνα... Αλεχ με λένε γράφει για τη σεξουαλική
εκμετάλλευση των νέων σε μια κοινωνία που αξίες και δικαιώματα έχουν
διαρραγεί από τον πόλεμο και οδηγεί σε κανιβαλισμό για την επιβίωση και ευθύνες
ασήκωτες για τους ώμους τους। Δύο παράλληλες ιστορίες, από την πλευρά του
κοριτσιού και του αγοριού, καθρέφτης ο ένας του άλλου, που μπαίνουν στο κύκλωμα
της πορνείας για να μπορέσουν να αντεπεξέλθουν στα νέα δεδομένα που
ορίζουν τη ζωή τους σε συνθήκες που τα ξεπερνούν. Η πορεία τους προς την εξαθλίωση
κοινή, κορυφώνεται μέσω της επανάληψης των ίδιων λόγων, βλεμμάτων
και κινήσεων που παγιδεύουν τα θύματα.
Ακραίες καταστάσεις, οπωσδήποτε υπαρκτές και το παιχνίδι χαμένο! Αρκεί μια
βόλτα στο κέντρο της Αθήνας, πολύ κοντά μας. Ο Κοντολέων είναι από τους
συγγραφείς που σπάνια έχουν ψυχογραφήσει με τόση ευαισθησία και αποχρώσεις
τους χαρακτήρες των ηρώων

27.12.11

Η ξεριζωμένη καρδιά

...Ίσως ό,τι πιο επικαίρο γι αυτές τις τελευταίες μέρες του '11 και τις πρώτες του '12


Κάποτε, εκείνος που ονόμαζε τον εαυτό του γιο του ανθρώπου, συνάντησε έξω από τη Χεβρώνα ένα μεγάλο καραβάνι με άντρες και γυναικόπαιδα που 'χαν σταματήσει σε μια πηγή με λιγοστό νερό। Τα μωρά έκλαιγαν, καθώς τα στήθη των μανάδων τους είχανε ξεραθεί, τα παιδιά ήταν σκελετωμένα, τα μάτια των αντρών είχαν αδειάσει απ' την απόγνωση. Κι όταν ο γιος του ανθρώπου πήγε να πιει λίγο νερό περνώντας απ' ανάμεσά τους, ούτε ένας δεν του 'δωσε σημασία, μήτε καν έστρεψε κανείς το βλέμμα προς το μέρος του· τότε εκείνος ρώτησε κάποιον γέρο που ξαπόσταινε κοντά στην πηγή, γιατί ξενιτεύτηκαν απ' τον τόπο τους. Ο γέρος άρχισε να του μιλά αργά και κομπιάζοντας: «Αν είχες νιώσει, ξένε, εκείνο το φριχτό μούδιασμα που φέρνει στη ραχοκοκαλιά η πείνα, δεν θα ρωτούσες... Δυο χρονιές τώρα ο Θεός μάς στέρησε το νερό του ουρανού, τα χωράφια μας ξεράθηκαν, τα ζώα μας ψόφησαν από ανεξήγητους πυρετούς, κι όσα άντεξαν τα σφάξαμε, για να χορτάσουμε για λίγο την πείνα μας. Κάποτε άρχισαν να αρρωσταίνουν τα παιδιά κι οι γεροντότεροι σαν και του λόγου μου· κι όποιος αρρώσταινε, σε έναν μήνα το πολύ πέθαινε. Δεν περνούσε μέρα που να μην κλείνουμε κι από έναν τάφο. Έτσι, όσοι απομείναμε πήραμε την απόφαση να φύγουμε από το χωριό μας μήπως και βρούμε άλλον τόπο να ζήσουμε· βαδίζουμε δέκα μέρες μες την έρημο και τρώμε σαύρες της άμμου. Ήδη στο δρόμο χάσαμε εννιά ψυχές· μα κι οι υπόλοιποι πόσο θ' αντέξουμε ακόμη; – ίσαμε να γεμίσει το μισό φεγγάρι θα 'μαστε όλοι μας τροφή για τα κοράκια...» Όταν ο γέρος απόσωσε τη διήγησή του και αδιάφορος για απάντηση, έγειρε εξαντλημένος στο πλάι, προσπαθώντας να ξεγελάσει τον ύπνο, ο γιος του ανθρώπου είπε κοιτώντας στο κενό: «Όσοι πεινάσατε ώς τούτη την ώρα, αύριο θα είστε χορτασμένοι...». Στο άκουσμα αυτών των λόγων ένα παλικαράκι που ξάπλωνε λίγο πιο πέρα, θα 'ταν δεν θα 'ταν δεκαοχτώ χρονών, μισοσηκώθηκε στους αγκώνες του και, ρίχνοντάς του μια απερίγραπτα περιφρονητική ματιά, έφτυσε στο χώμα και του είπε με θυμό: «Λες ψέματα...» Τότε ο γιος του ανθρώπου σηκώθηκε όρθιος και με σταθερή φωνή ζήτησε ένα μαχαίρι και έναν τσίγκινο δίσκο, κι ήτανε τόσο υποβλητικά γαλήνια η μορφή του, ωστόσο σχεδόν αμέσως κάποιος άντρας, που τον κρατούσαν ακόμη κάπως τα πόδια του, πήγε ώς την καρότσα με τα λιγοστά σκεύη και του 'φερε ό,τι ζήτησε. Εκείνος γύμνωσε το στήθος του κι ευθύς έμπηξε δυο μαχαιριές στην ίδια του τη σάρκα σε σχήμα Χι κι έπειτα μπροστά στα έκπληκτα μάτια των πεινασμένων έβαλε το δεξί του χέρι βαθιά μες στην πληγή και, τραβώντας το απότομα, ξερίζωσε την καρδιά του. Κι αφού απόθεσε και την καρδιά και το μαχαίρι στον τσίγκινο δίσκο, πήγε ώς την πηγή και έπλυνε τα χέρια του απ' το αίμα. Οι πεινασμένοι πάλι, βλέποντας ένα κομμάτι σπλάχνου μες στο δίσκο, συγκέντρωσαν και την τελευταία ικμάδα της δύναμής τους, κι έχοντας στα μάτια τους μία λάμψη που δεν θύμιζε τίποτε το ανθρώπινο, όρμησαν στα μουγγά να το φάνε· κι ο καθένας έκοβε ένα κομμάτι της καρδιάς με το μαχαίρι και το έτρωγε ωμό, μα η καρδιά δεν λιγόστευε, έμενε πάντοτε η ίδια, όσα κομμάτια κι αν κόβονταν. Κι έτσι χόρτασε όλο το καραβάνι, άντρες, γυναίκες και παιδιά, την πείνα τόσων ημερών και η καρδιά ήταν ολόκληρη στον τσίγκινο δίσκο. Τότε αυτοί που πριν από λίγο ήταν πεινασμένοι, με πρόσωπα που 'χαν πάρει και πάλι ανθρώπινη έκφραση, πλησίασαν με βήμα διστακτικό προς εκείνον που καθόταν πλάι στην πηγή, και το παλικάρι, που λίγο πριν τον είχε βρίσει για ψεύτη, προχώρησε και γονάτισε μπροστά του και του είπε με λυγμούς: «Συγχώρεσέ με, κύριε· εσύ είσαι στ' αλήθεια αυτός που είσαι...» Και εκείνος που ονόμαζε τον εαυτό του γιο του ανθρώπου πάλεψε να σηκώσει όρθιο το παλικάρι, άγγιξε με το δάχτυλό του τα χείλη του, το μάγουλό του που ξάναψε από το άγγιγμα. Τότε ένας ψίθυρος γέμισε τον αέρα – κάτι σαν «γκάβλα, γκάβλα, γκάβλα»· το αγόρι δεν ήταν βέβαιο αν μίλησε εκείνος που είχε βγάλει την καρδιά του ή ήταν ένα φτερούγημα του νου, μια ανάσα του ανέμου. Κατόπιν ο ξένος σηκώθηκε όρθιος, πήρε απ' το χώμα ένα μικρό κομμάτι ξεραμένου ξύλου, που ποιος ξέρει πώς είχε βρεθεί εκεί πέρα, και με το δεξί του χέρι το έμπηξε μες στην πληγή του, στη θέση της ξεριζωμένης του καρδιάς. Κι έπειτα έφυγε δίχως να κοιτάξει πίσω...

(Απόσπασμα από "Τα Μελένια Λεμόνια" - Εκδόσεις Τυπωθήτω- του Θανάση Τριαρίδη)