12.12.12

Απάντηση μου στο «ΒΗmagazino» για το άρθρο της Λώρης Κέζα


Προς:
Περιοδικό «ΒΗmagazino»
Μιχαλακοπούλου 80,
115 28 Αθήνα                                                                    
                                                                                            Αθήνα, 12 Δεκεμβρίου 2012
                                                                                         
Υπόψη: Διευθυντή του περιοδικού «BΗmagazino»
              κύριο Παύλο Παπαδόπουλο
 
Κοιν:   Εκδότη Εφημερίδας «Το Βήμα»
            κύριο Σταύρο Π. Ψυχάρη                                                                                     
          
            Διευθυντή Εφημερίδας «Το Βήμα»
            κύριο Αντώνη Β. Καρακούση
         
           Αρχισυντάκτη του περιοδικού «BΗmagazino»
           κύριο Δημήτρη Θεοδωρόπουλο

           Συντάκτες Πολιτιστικών Θεμάτων Έντυπων και Ηλεκτρονικών ΜΜΕ


Στο ΒΗmagazino της 9.12.2012 δημοσιεύθηκε στη σελίδα με τίτλο «Περιπαικτικά», άρθρο της κυρίας Λώρης Κέζα με τίτλο: «Σύγκρουση πνευματικών συμφερόντων - Πώς η Ελλάδα των διανοούμενων δεν διαφέρει από την Ελλάδα των πολιτικών».
Το παραπάνω άρθρο της κυρίας Λώρης Κέζα είναι γραμμένο με τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργείται η εντύπωση στους αναγνώστες του περιοδικού σας,  πως εγώ προσωπικά, με την ιδιότητα του μέλους της Επιστημονικής Επιτροπής του Προγράμματος ‘Καινοτόμες δράσεις ενίσχυσης της φιλαναγνωσίας των μαθητών’ που είχε υπό την εποπτεία του το Υπουργείο Πολιτισμού και εκτελούσε το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου, ενήργησα με τρόπο ώστε να ευνοηθώ τόσο εγώ, όσο και μέλη της οικογένειάς μου, στη  σύνταξη του καταλόγου των προς αγορά βιβλίων παιδικής λογοτεχνίας που θα χρησιμοποιηθούν για δράσεις του πιο πάνω αναφερομένου προγράμματος φιλαναγνωσίας.
Συγκεκριμένα η συντάκτρια του άρθρου υπογραμμίζει πως έκρινα ως καλύτερα μεταξύ άλλων και πολλά από τα δικά μου βιβλία. Και στη συνέχεια προσθέτει: η επιτροπή έκρινε ως καλύτερα τα βιβλία της συζύγου μου και της θυγατέρας μου.
Για την πρώτη καταγγελία σας παραθέτω την διευκρίνηση της επιτροπής έτσι όπως δίνεται στο υπόμνημά της προς τον Υπουργό Παιδείας, Θρησκευμάτων, Αθλητισμού και Πολιτισμού και κοινοποιήθηκε επίσης και στον καθ’  ύλην αρμόδιο  Αναπληρωτή Υπουργό Πολιτισμού:
Μετά από συζήτηση και προβληματισμό, αποφασίσαμε ομόφωνα:
α. Να συμπεριλάβουμε στον κατάλογο των βιβλίων και έργα (πρωτότυπα ή μεταφρασμένα) μελών της Επιτροπής, με το σκεπτικό ότι τα έργα αυτά είναι καταξιωμένα τόσο στη χώρα μας όσο και διεθνώς. Έτσι συμπεριελήφθησαν έργα του Βαγγέλη Ηλιόπουλου και του Μάνου Κοντολέων, οι οποίοι υπηρετούν εδώ και χρόνια την παιδική λογοτεχνία με δεκάδες βιβλία βραβευμένα και μεταφρασμένα σε πολλές γλώσσες και είναι βέβαιο ότι καμιά επιτροπή δεν θα τους απέκλειε από ένα «σώμα» 500 τίτλων.
β. Να θέσουμε ως ανώτατο όριο ανά δημιουργό τα έξι πρωτότυπα βιβλία. Αυτό αφορά το έργο 17 συγγραφέων, ιδιαίτερα αναγνωρισμένων και καταξιωμένων στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.
Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει πως μετά από 43 χρόνια παρουσίας μου στο χώρο  της λογοτεχνίας και μετά από τα περίπου 60 βιβλία που έχω εκδώσει , μετά από πολλαπλές διακρίσεις και δύο κρατικά βραβεία, υποψηφιότητες σε διεθνή βραβεία (Άντερσεν και Άστριντ Λίντγκρεν) και μεταφράσεις σε άλλες χώρες,  πως δεν δικαιούμαι να ανήκω ανάμεσα στους 17 αυτούς συγγραφείς.
Ακόμα δε και αν η επιτροπή είχε μια εντελώς διαφορετική σύνθεση και εγώ δεν ήμουνα μέλος της και πάλι τα βιβλία μου θα ήταν ανάμεσα στις πρώτες επιλογές για τη συμπλήρωση του καταλόγου.
Για την άλλη κατηγορία, πως δηλαδή η επιτροπή έκρινε καλύτερα βιβλία της συζύγου και της κόρης μου, έχω να παρατηρήσω για με την πρώτη (που με το μεταφραστικό της έργο συμμετέχει στον κατάλογο) πως δεν υπάρχει κανένα χρηματικό όφελος για εκείνη μιας και η μεταφραστική εργασία αμείβεται εφ΄ άπαξ και όχι με βάση τα ποσοστά επί των πωλήσεων και ακόμα πως (όπως και πάλι στο υπόμνημα της επιτροπής αναφέρεται):
(Αποφασίσαμε) Να επιλέξουμε από την ξένη, σύγχρονη και κλασική, παιδική λογοτεχνία βιβλία συγγραφέων με ιδιαίτερη παγκόσμια αναγνώριση, στις πλέον δόκιμες μεταφράσεις.
Η σύζυγός μου Κώστια Κοντολέων είναι μια από τις πιο αξιόλογες μεταφράστριες, το μεταφραστικό της δε έργο έχει επανειλημμένως βραβευτεί, είναι δε η μόνη μεταφράστρια που έχει τιμηθεί με Κρατικό Βραβείο Μετάφρασης για μυθιστόρημα για παιδιά. Κι άλλωστε με ποια δικαιολογία η επαγγελματική υπόσταση μιας γυναίκας σήμερα καλύπτεται από τις παράλληλες επαγγελματικές δραστηρι’οτητες του συζύγου της;
Για δε την ύπαρξη στο κατάλογο του βραβευμένου από το Ελληνικό Τμήμα της Διεθνούς Οργάνωσης Βιβλίων για Νέους (Κύκλος Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου)  και περιλαμβανόμενου στη βραχεία λίστα των βραβείων του περιοδικού ΔΙΑΒΑΖΩ, «Οι επτά ζωές του Κόμπου» της κόρης μου Άννας Κοντολέων, και πάλι σας παραθέτω το σχετικό απόσπασμα του εν λόγω υπομνήματος:
(Αποφασίσαμε) Να συμπεριλάβουμε βιβλία βραβευμένων και διακριθέντων νέων συγγραφέων και εικονογράφων.
Είναι, λοιπόν, πασιφανές πως καμιά χαριστική και υπόπτων σκοπιμοτήτων διάκριση δεν έγινε μήτε για τα δικά μου έργα, μήτε για εκείνα που υπογράφουν μέλη της οικογένειάς μου, και εν τέλει θα ήταν άδικο έργα καταξιωμένα από την κριτική και αγαπημένα από τους αναγνώστες, να μη συμπεριληφθούν στο κατάλογο λόγω μιας φαρισαϊκής νοοτροπίας.
Στο ίδιο άρθρο, η συντάκτριά σας, παραθέτει διάφορους αριθμούς εκδοθέντων βιβλίων δικών μου και της οικογένειάς μου που δήθεν αποκαλύπτουν την πρόθεσή μου να ευνοήσω με τις επιλογές μου τις Εκδόσεις Πατάκη, εκδότη στον οποίο είναι αλήθεια πως έχω εκδώσει τα περισσότερα βιβλία μου, αλλά και ο οποίος, επίσης είναι αλήθεια, πως είναι ο εκδοτικός οίκος που περιλαμβάνει ανάμεσα στους τίτλους του τους καλύτερους έλληνες συγγραφείς παιδικής λογοτεχνίας.
Και για το ζήτημα αυτό, το υπόμνημα της επιτροπής αναφέρει:
Επίσης, ως επιτροπή, φροντίσαμε στις επιλογές μας να αντιπροσωπεύονται οι περισσότεροι εκδοτικοί οίκοι που εκδίδουν βιβλία για παιδιά, λαμβάνοντας υπόψη την ποιότητα των σχετικών τίτλων τους. Κατά συνέπεια, κάποιοι εκδοτικοί οίκοι εκπροσωπούνται με περισσότερα βιβλία τους.
Και στο σημείο αυτό, για να γίνει περισσότερο κατανοητό το πως οι Εκδόσεις Πατάκη έχουν μεγάλο αριθμό βιβλίων στον κατάλογο, θα ήθελα να δώσω ένα παράδειγμα: όπως σε ένα κατάλογο βιβλίων με ποιήματα ελλήνων ποιητών, οι Εκδόσεις Ίκαρος (εκδότες των: Σεφέρη, Ελύτη, Καρούζου, Καβάφη, Εγγονόπουλου, Δημουλά κ.α) θα είχαν τους περισσότερους τίτλους, με την ίδια λογική και οι Εκδόσεις Πατάκη στα ελληνικά βιβλία για παιδιά έχουν δικαιωματικά τον μεγαλύτερο ποσοστό συμμετοχής. 
Κι άλλωστε είναι, νομίζω, χαρακτηριστικό πως εκδοτικοί οίκοι με ιστορία στο παιδικό βιβλίο (Ψυχογιός, Κέδρος, Καστανιώτης, Άγκυρα κ.α) δεν εκφράσανε κανένα παράπονο και δεν αμφισβήτησαν την ποιότητα του καταλόγου των προς αγορά βιβλίων.  Στο ζήτημα αυτό αξίζει να σας θυμίσω πως Γενικός Γραμματέας του ΕΚΕΒΙ ήταν ο εκδότης κ. Αργύρης Καστανιώτης και ο οποίος μαζί με όλα τα υπόλοιπα μέλη του ΔΣ του ΕΚΕΒΙ είχε εγκρίνει τον κατάλογο που είχε συντάξει η Επιτροπή μας.

Κύριε  Διευθυντά,
Η κυρία Λώρη Κέζα έχει μια πολυετή θητεία στη δημοσιογραφία για θέματα βιβλίου. Έχει γράψει και η ίδια μερικά παιδικά βιβλία ( τα οποία η επιστημονική επιτροπή δεν τα επέλεξε να συμπεριληφθούν στον κατάλογο), υπήρξε ακόμα συνεργάτης των Εκδόσεων Πατάκη, αλλά και δική μου την εποχή που είχα την ευθύνη του in flight περιοδικού της Ολυμπιακής Αεροπορίας. Γνωρίζει, με άλλα λόγια τα πρόσωπα και το έργο τους, τους συγγραφείς και το ήθος του καθενός από αυτούς. 
Προτού αποφασίσει να ασχοληθεί με το θέμα της σύνταξης αυτού του καταλόγου, θα έπρεπε να είχε λάβει υπ΄ όψιν της όλα αυτά τα στοιχεία και να ζητούσε διευκρινήσεις τόσο από μέλη της επιτροπής, όσον και από το ίδιο το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου. Να έπαιρνε και τη γνώμη άλλων σημαντικών συγγραφέων και μελετητών της παιδικής λογοτεχνίας.
Μικρός είναι ο τόπος μας και γνωστό το αποτύπωμα του καθενός μας.
Μετά απ΄ τα όσα σας εξέθεσα ο καθένας μπορεί να διαπιστώσει πως όλο το ύφος με το οποίο γράφτηκε το συγκεκριμένο άρθρο της κυρίας Κέζα δε συνάδει με την αναγνώριση της ποιότητας του έργου μου και ακόμα οι χαρακτηρισμοί όπως κομπιναδόροι και παρατρεχάμενοι με τους οποίους καταλήγει το κείμενό, είναι άδικοι, δυσφημιστικοί και κηλιδώνουν τη ηθική υπόσταση ανθρώπων που έχουν για χρόνια και με τα έργα τους προσφέρει πολλά στο χώρο του παιδικού, κι όχι μόνο, βιβλίου
Θεωρώ, με την εξέλιξη μάλιστα που έλαβε το όλο θέμα (την πέρα από κάθε δεοντολογία απονομής δικαιοσύνης απόφαση του υφυπουργού Πολιτισμού), πως με τα  όλο ανακρίβειες και κακόβουλα ψεύδη άρθρο της, η συνεργάτης του περιοδικού σας έχει θίξει την προσωπική και επαγγελματική μου αξιοπρέπεια και γι αυτό ζητώ από εσάς την αυτονόητη δημοσίευση της επιστολής μου αυτής τόσο στην ηλεκτρονική όσο και στη έντυπη έκδοση του περιοδικού σας.
Δηλώνω δε πως εγώ, έχοντας επί ένα και πλέον έτος εργαστεί αμισθί για τον σχεδιασμό και την υλοποίηση αυτού του προγράμματος και σε πείσμα αυτών που το απεργάζονται, πως θα κάνω ότι θα θεωρήσω  αναγκαίο για την συνέχιση και την πλήρη εφαρμογή  του.
Κατά τα άλλα για το συκοφαντικό και υβριστικό άρθρο της κυρίας Κέζα, που δημοσιεύσατε και το οποίο θίγει την προσωπικότητά μου και την συγγραφική και επαγγελματική μου υπόσταση, επιφυλάσσομαι για κάθε νόμιμο δικαίωμά μου.


Μάνος Κοντολέων
συγγραφέας – κριτικός

2.12.12

Βραβευμένα βιβλία… Λίγα χρόνια μετά..

Πριν από κάποια χρόνια, κάθε φορά που ερχόντουσαν έτσι τα πράγματα  και τύχαινε να συναντηθώ με τον Υπουργό Πολιτισμού κι ο υπεύθυνος της εκάστοτε εκδήλωσης μας σύστηνε, ο Υπουργός  έσπευδε να κουνήσει το κεφάλι του και να πει «Μα βέβαια, τον ξέρω τον κ. Κοντολέων…. Ο πολυβραβευμένος συγγραφέας μας!»






Αυτό έγινε μια φορά, έγινε δυο και τρεις κι εγώ είχα πλέον κατανοήσει πως στην ατζέντα του κ. Υπουργού είχα εγγραφεί ως ο «πολυβραβευμένος συγγραφέας».
Μια τέτοια εγγραφή για το άτομό μου στη μνήμη ενός δημόσιου άνδρα που είχε αναλάβει την τύχη και την πολιτική του βιβλίου στον τόπο μας, μου φαινότανε το λιγότερο φαιδρά. Θεωρούσα και θεωρώ πως κάποιος πρέπει να με εκτιμά για αυτά που έγραψα και όχι για όσα από αυτά βραβευτήκανε. ‘Επαρση; Ίσως… Αλλά έτσι το έβλεπα.
Την τέταρτη, λοιπόν, φορά που συναντηθήκαμε κι άκουσα πάλι την ίδια… ατάκα, χαμογέλασα, φαίνεται με κάπως περίεργο τρόπο κι έτσι ο Υπουργός ξαφνιάστηκε, φοβήθηκε μήπως έκανε κάποια γκάφα και βιάστηκε να ζητήσει εξηγήσεις –«Γιατί δεν είστε πολυβραβευμένος;»
Τον καθησύχασα. Εκείνος προχώρησε στον επόμενο άνθρωπο του βιβλίου που περίμενε να δεχτεί τον χαιρετισμό του κι εγώ αποφάσισα να μετρήσω ένα προς ένα τα βραβεία μου. Τι άλλο να έκανα;
Μα σήμερα… Σήμερα ο τότε Υπουργός Πολιτισμού είναι σε άλλη θέση της Δημόσιας Ζωής, εγώ μπορεί να έχω αυξήσει τη συλλογή βραβείων μου, μα τα βιβλία μου εκείνα που μου χάρισαν την ένδειξη «ο πολυβραβευμένος συγγραφέας μας» στην ατζέντα του κ. Υπουργού, έχουν μπει στα… αζήτητα (σύμφωνα με χαρακτηρισμό που πολύ ακούστηκε τον τελευταίο καιρό).
Και εδώ είναι το θέμα για το οποίο γράφω αυτές τις σκέψεις.
Καθώς πλησιάζουν οι μέρες όπου βραβεία ποικίλων δημόσιων και ιδιωτικών φορέων για βιβλία αυτής της χρονιάς πρόκειται να ανακοινωθούνε, εγώ αναλογίζομαι το τι τάχα να σημαίνει μια βράβευση. Τι σημαίνει για τον δημιουργό και το βιβλίο του,  τι σημαίνει για το κοινό.
Κάθε βράβευση δίνει χαρά. Κάθε βραβείο προσφέρει αναγνώριση στον δημιουργό και στο βιβλίο που ξεχώρισε.
Οι συγγραφείς –οι περισσότεροι, τουλάχιστον- αγωνιούμε αν θα το πάρουμε εμείς ή έστω κάποιος άλλος συγγραφέας που τον εκτιμούμε, αλλά και που μας είναι συμπαθής.
Οι εκδότες –στην περίπτωση αυτή όλοι- αναμένουν την διάκριση έργου που έχουν οι ίδιοι εκδώσει γιατί ελπίζουν σε αύξηση των πωλήσεών του συγκεκριμένου τίτλου από τη μια, αλλά και σε εδραίωση του κύρους του Οίκου τους από την άλλη.
Όλα τα βραβεία δεν έχουν το ίδιο κύρος. Και σχεδόν κανένα δεν έχει αντίκτυπο στις πωλήσεις του βραβευμένου έργου.
Μόνη εξαίρεση το Βραβείο Αναγνωστών. Στην περίπτωσή του, αμέσως το μυθιστόρημα που ανακηρύχτηκε ως το αγαπημένο του κοινού,  πάει και εγκαθίσταται στις πρώτες, πρώτες θέσεις των καταλόγων των ευπώλητων.
Οι αναγνώστες εμπιστεύονται τους άλλους αναγνώστες. Στις επιτροπές των ειδικών φαίνεται πως δεν έχουν και τόση εμπιστοσύνη. Ίσως να θεωρούν πως η διαδικασία βράβευσης στη μια περίπτωση διακρίνεται από αντικειμενικότητα, ενώ στις άλλες από ισορροπίες συντεχνιών.
Όπως όλοι όσοι είναι «εκτός των τειχών», έχουν και δίκιο και άδικο. Τις γενικεύσεις ποτέ δεν πρέπει να τις εμπιστευόμαστε. Απλώς ας τις κρατάμε στα υπ΄ όψιν.
Αλλά νομίζω πως οι ίδιοι οι συγγραφείς όσο κι αν πολλοί από εμάς κάνουν κάθε τι για να δούνε βιβλίο τους στη βραχεία λίστα του Βραβείου Αναγνωστών, τελικά εκείνο που περισσότερο λαχταρούνε είναι ένα βραβείο που μια Επιτροπή ειδικών θα τους προσφέρει.
Πάντα το συνάφι είναι που σε καθιερώνει και ο πιο μεγάλος έπαινος από ανθρώπους του δικού σου επαγγέλματος έρχεται.
Αλλά όλα αυτά κάπου ξεκινούν λίγο προτού σε βραβεύσουνε και τελειώνουν στο εξάμηνο (ίσως και νωρίτερα) από την τελετή απονομής.
Ποιος θυμάται από τα Κρατικά Βραβεία, το βιβλίο που τιμήθηκε με το Βραβείο Μυθιστορήματος το 2003, ή το αντίστοιχο Βραβείο Διηγήματος του 2004; Ποιος θυμάται το μυθιστόρημα που κέρδισε το Βραβείο Διαβάζω 2008  ή του 1998;
 Δεν θέλησα να το ψάξω πιο βαθιά, αλλά απ΄ ότι μπορεί να ξέρω από την προσωπική μου εμπειρία και την αντίστοιχη ενός, δυο άλλων φίλων, βραβευμένα βιβλία μετά από δυο, τρία και πέρα χρόνια, έχουν ξεχαστεί στα ράφια βιβλιοπωλείων και βιβλιοθηκών.
Και τι σημασία έχει κάτι τέτοιο; Γιατί να ενδιαφέρεται ο μέσος αναγνώστης αν το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος του 1997, για παράδειγμα, είναι σε κυκλοφορία ή όχι;

Αλλά αν ο μέσος αναγνώστης ουδόλως πρέπει να ενδιαφέρεται, μήπως τα εκάστοτε μέλη των επιτροπών θα πρέπει να σκέφτονται την υστεροφημία των επιλογών τους;
Και τελικά φταίει το ποιοτικό έργο που δεν μπορεί στα χρόνια τούτα να αντέξει και να ξεφύγει από τη λήθη ή μήπως τα ίδια τα βραβεία αποδυναμώνονται εκ των έσω;
Αν μου επιτρέπεται να εκφράσω το τι μαρτυρεί η δική μου περίπτωση, τότε θα έλεγα πως εκείνα τα βιβλία μου που αξιώθηκαν κάποια μικρή ή μεγάλη διάκριση, θεωρώ πως ήταν από τα πιο καλά ανάμεσα σε όσα έχω γράψει, αλλά επίσης μπορώ να διαβεβαιώσω πως έχουν την μικρότερη κυκλοφορία. Οι επιτροπές τα διέκριναν, το κοινό όμως τους γυρίζει την πλάτη.
Και γιατί όλα αυτά με προβληματίζουν; Τι σημασία έχουν για την καθημερινότητα των αναγνωστών;
Υπάρχει, λέω εγώ, μια μικρή σημασία –μικρή αλλά, κατά τη γνώμη μου, ουσιώδης.
Ανεπαισθήτως όλως, συγγραφείς, κοινό και εκδότες  στρέφονται στη δημιουργία, ανάγνωση και κυκλοφορία βιβλίων που θα προκαλούν μεγάλη εντύπωση στους πρώτους μήνες της κυκλοφορίας τους και που εύκολα θα δίνουν τη θέση τους σε διάδοχα παρόμοια έργα.
Η μεγάλη οικονομική κρίση που όλοι βιώνουμε αναγκάζει κάθε τι που δεν αποδίδει άμεσα και συνεχώς έστω και το ελάχιστο κέρδος, να αποσύρεται.


Μέσα σε αυτήν την κατάσταση το βραβευμένο βιβλίο λάμπει για λίγο και μετά ακολουθεί τη μοίρα κάθε πράγματος που δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της αγοράς– μετατρέπεται σε αζήτητο προϊόν.  

28.11.12

Συνέντευξη στο http://polispost.com


Άνθρωπος των γραμμάτων και του πνεύματος, δίχως παρωπίδες! Προσηνής, μειλίχιος και οπωσδήποτε όχι παθητικός απέναντι στην σημερινή σκληρή πραγματικότητα. Ο Μάνος Κοντολέων, δείχνει να πιστεύει στην δράση και προσφέρει αγάπη με έργα που δεν μπορούν απλώς να αποτυπωθούν σ'ένα λευκό χαρτί, αλλά μένουν για πάντα χαραγμένα στο βιβλίο της ζωής...
Ένας άνθρωπος των θετικών επιστημών όπως εσείς, που αποφοιτήσατε από το τμήμα Φυσικής, πώς παίρνει την απόφαση να ξεκινήσει να γράφει;

Θα έλεγα πως το σωστό είναι να με ρωτούσατε πώς ένας νέος που ήξερε ότι μόνο με τη λογοτεχνία ήθελε να ασχοληθεί, βρέθηκε να σπουδάζει Φυσική στο Πανεπιστήμιο. Αν με ρωτούσατε κάτι τέτοιο, θα σας απαντούσα πως πρόκειται για στρεβλώσεις του συστήματος (εκπαιδευτικού, κοινωνικού, οικογενειακού).

Η κρίση των αξιών ή της οικονομίας θεωρείτε πως επηρεάζει την σύγχρονη λογοτεχνία;
Η λογοτεχνία ενεργοποιείται από αυτό που συμβαίνει στη ζωή τόσο των συγγραφέων της, όσο και των αναγνωστών της. Άρα, η κρίση που βιώνουμε σίγουρα θα επηρεάσει και τα έργα που θα γράψουμε.

Τί επιλέγετε να διαβάσετε στον ελεύθερο χρόνο σας και τί παρακολουθείτε στην τηλεόραση;
Τηλεόραση δεν παρακολουθώ, παρά ελάχιστα και σποραδικά. Διαβάζω ιστορία, φιλοσοφία, δοκίμια φιλοσοφίας και κριτικής.

Είστε αντιπρόεδρος του ελληνικού τμήματος της Unicef. Πείτε μας για την δράση της αυτή την περίοδο και για το τί απαιτείται να προσφέρουμε όλοι εμείς.
Η ανάγκη να συμπαρασταθούμε στον συνάνθρωπό μας και μάλιστα σε αυτόν που είναι ακόμα παιδί, γίνεται επιτακτική σε περιόδους όπου η κρίση ξεφεύγει από τις χώρες τις μακρινές και απλώνεται και στις κοντινές μας, στη δική μας. Η ανθρωπιά σώζει. Η Unicef ζητά αυτή την ανθρωπιά να την κρατάμε ζωντανή και ενεργή.

Μιλήστε μας για το τελευταίο βιβλίο σας και για ό,τι νέο ετοιμάζετε.
Εδώ και μερικές ημέρες κυκλοφορεί ένα παιδικό βιβλίο. Είναι μια ιστορία που ακουμπά τους στόχους της Unicef, αλλά και που μιλά για τη στενή σχέση που μπορεί να συνδέει δυο γενιές. Ο τίτλος του είναι "Κόκκινο καραβάκι, κόκκινο ποδήλατο" και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός. Την άνοιξη του 2013 από τις εκδόσεις Πατάκη, έχει προγραμματισθεί να κυκλοφορήσουν δυο νέα μου βιβλία. Ένα παιδικό με τίτλο "Μάνο και Μανολίτο" και ένα μυθιστόρημα για ενήλικες με τίτλο "Μέλι κόλλησε στα χείλια". Έντονα συμβολικό και ποιητικό το πρώτο, έντονα ρεαλιστικό και κοινωνικό-ερωτικό το δεύτερο.

Δυο λόγια για το polispost και τους αναγνώστες του.
Ένας συγγραφέας αυτό που θέλει να πει και να μοιραστεί με τους άλλους, το γράφει μέσα στα βιβλία του.



                                         ΕΡΩΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ ΤΟΥ ΠΡΟΥΣΤ (ΠΕΙΡΑΓΜΕΝΗ ΕΚΔΟΧΗ...)

Περιγράψτε με τρείς λέξεις τον εαυτό σας.
Καταπιεστικός, γι'αυτούς που αγαπώ.
Κυκλοθυμικός, με τον εαυτό μου.
Απαιτητικός, σε ό,τι γράφω.

Ποιά είναι η καλύτερη συμβουλή που σας έχουν δώσει και από ποιόν;
"Να ζητάς πάντα κάτι που θα είναι λογικό". Από τον πατέρα μου.

Ποιό εν ζωή πρόσωπο εκτιμάτε/απεχθάνεστε περισσότερο (οικείο-μη) και γιατί;
Εκτιμώ αυτούς που αγαπώ. Απεχθάνομαι τους φτηνούς, τους χυδαίους, τους ψεύτες, τους δήθεν.

Αν δεν ήσασταν εσείς, ποιός θα θέλατε να είστε και γιατί;
Δεν μπορώ να φανταστώ κάπως αλλιώς να είναι ο εαυτός μου.

Ποιός ο ιδανικός τόπος και ποιά η ιδανική χρονική περίοδος να ζήσετε και γιατί;
Για να επιλέξω τόπο και χρόνο, θα έπρεπε να είχα ζήσει σε πολλά μέρη και σε πολλές περιόδους. Ζω στην Ελλάδα του σήμερα.

Με ποιό φυσικό ταλέντο θα θέλατε να είστε προικισμένος και γιατί;
Α, δεν ξέρω αν είναι ταλέντο, αλλά θα ήθελα να τρώω πολλά γλυκά χωρίς να παχαίνω.

Οικογένεια ή φίλοι και γιατί;
Και οικογένεια και φίλοι! Δεν υπάρχει γιατί... Γιατί έτσι!

Φοβάστε τον θάνατο;
Πολύ!

Το αγαπημένο σας μόττο-απόφθεγμα;
Τίποτα από εμένα δεν φαίνεται...

Αν είχατε την δύναμη να αλλάξετε δυο πράγματα από την εποχή μας, ποιά θα ήταν αυτά και γιατί;
Θα ήθελα να είχα την δύναμη να πείσω τους συνανθρώπους μου να επαναστατήσουν. Το γιατί μπορεί εύκολα ο καθένας να το φανταστεί...

http//polispost.com/article/4583/synenteyksi-28112012




25.11.12

Μουρακάμι -μια δεύτερη ανάγνωση




Χαρούκι Μουρακάμι
«Νότια των συνόρων, δυτικά του ήλιου»
μετάφραση: Βασίλης Κιμούλης
Εκδόσεις Ωκεανίδα

Τρία χρόνια τώρα έχω την ευθύνη του συντονισμού σε μια Λέσχη Ανάγνωσης που την φροντίζει η Βιβλιοθήκη "Καίτη Λασκαρίδου" στο υπέροχο νεοκλασικό της οδού Πραξιτέλους στον Πειραιά.
Μου αρέσει να συμμετέχω σε τέτοιες Λέσχες. Μου αρέσει να μοιράζομαι σκέψεις και συναισθήματα που δημιουργεί η ανάγνωση ενός λογοτεχνικού έργου.
Αλλά προχτές αυτό που συνέβη στη Λέσχη ήταν κάτι παραπάνω από μοίρασμα σκέψης και συναισθήματος.
Μιλούσαμε για το μυθιστόρημα του Μουρακάμι «Νότια των συνόρων, δυτικά του ήλιου», για το οποίο είχα εδώ και κάμποσο καιρό εκφράσει τις απόψεις μου σε αυτό το blog.
Μεταξύ των άλλων είχα τότε σημειώσει:

Η ιστορία ενός κοντά σαραντάχρονου γιαπωνέζου, εκπρόσωπου της σημερινής μεγαλοαστικής τάξης, δίνεται μέσα από την καταγραφή των σχέσεών του με τις τρεις γυναίκες – ερωτικές συντρόφους του.
...χαϊδεμένες μεν, αλλά συνετές κόρες πλούσιων μπαμπάδων, διαθέτουν μια μυστηριώδη γοητεία και αφήνονται –όταν αυτές το αποφασίσουν- στους παραδοσιακούς ρόλους θηλυκών εκφράσεων ερωτικής προσφοράς.
Λοιπόν, από τότε κάτι υπήρχε στο όλο έργο που με έκανε να μην είμαι σίγουρος πως το είχα κατανοήσει.
Κι αυτό το κάτι η συζήτηση με 20 άλλους αναγνώστες με έκανε -μας έκανε, στην ουσία- να το ανακαλύψω.
Και έτσι το ίδιο έργο απέκτησε μια άλλη διάσταση, καθώς το κεντρικό γυναικείο πρόσωπο του έργου αποφασίσαμε να το δούμε όχι ως μια γυναίκα πραγματική, αλλά ως ένα είδωλο γυναίκας που ο ίδιος ο ήρωας έστησε για να μπορέσει να οδηγήσει τον εαυτό του στην τελική συγκατάβαση.
Αυτό που ο Μουρακάμι εν τέλει καταθέτει είναι κάτι βαθύτερο από ένα "γαλάζιο" μυθιστόρημα (όπως είχα βιαστεί να διατυπώσω). Κάτι πολύ βαθύτερο. Είναι η πορεία ενός σύγχρονου παγκοσμιοποιημένου άντρα προς την αυτογνωσία του συμβιβασμού του.
Κι έτσι βέβαια, ξετυλίχτηκε στα μάτια και των 20 μελών της ομάδας, η αφάνταστη μαεστρία ενός αληθινού και μεγάλου και ευρηματικού συγγραφέα.
Ας το πως ξεκάθαρα -για κάτι τέτοιες ανακαλύψεις αξίζουν να υπάρχουν οι Λέσχες Ανάγνωσης.  Οι όποιες άλλες παρεμβάσεις τους στο χώρο του βιβλίου, μπορεί να έχουν μια σημασία, αλλά είναι δευτερεύουσα.




14.11.12

Ο Παραμυθητής για το Κόκκινο Καραβάκι

Αυτό το βιβλίο να το διαβάσετε δυνατά.
Να μπουν τα λόγια στη καρδιά και στο μυαλό σας.
Όταν οι αλήθειες λέγονται με παραμύθια
γίνονται πιο γλυκές.

Είναι παραμονές Χριστουγέννων και ο μικρός Μάνος
διάλεξε με τη μαμά του ένα στολίδι για να στολίσει
το χριστουγεννιάτικο δέντρο της τάξης του.
Έπειτα την μέρα που θα κλείσουν τα σχολεία για τις γιορτές
η δασκάλα θα μοιράσει τα στολίδια σε παιδιά
που έχουν έρθει από ξένα μέρη και δεν έχουν χρήματα
για να αγοράσουν στολίδια και δέντρο.
Ο Μάνος βρήκε και διαλέξε με τη μαμά του ένα καραβάκι..''Ένα καραβάκι φτιαγμένο από χαρτόνι,
πασπαλισμένο με χρυσόσκονη και με πανιά χάρτινα
κι αυτά, μα κατακόκκινα -ένα λαμπερό,
σαν φωτιά, κόκκινο χρώμα είχαν τα πανιά του.
Το είχε βρει. Μαζί με τη μανούλα του το είχαν βρει
και διαλέξει. Και να, τώρα το είχε ακουμπήσει εδώ δίπλα του. Πάνω στο χαλί, κάτω από το δέντρο

που η μητέρα στόλιζε με τα άλλα τα στολίδια
ου είχαν αγοράσει.'' (απόσπασμα από το βιβλίο)

Όμως κάτι ιδιαίτερο είχε αυτό το καραβάκι.
Ο Μάνος ήταν σχεδόν σίγουρος πως ένα βράδυ
το είδε να δακρύζει. Όχι, δεν μπορεί να το εγκαταλείψει..
Το καραβάκι είναι τόσο σημαντικό για αυτόν.
Είναι κάτι που διάλεξε με τη μανούλα του,
και δεν μπορεί να το αποχωριστεί.
Το σκέφτεται με λύπη πάνω στη θεατρική σκηνή
της χριστουγεννιάτικης σχολικής γιορτής,
ακόμη και την παραμονή Χριστουγέννων.
Ούτε το μεγάλο πακέτο που του έφερε ο παππούς του,
για το οποίο ήταν σίγουρος ότι έκρυβε ένα κόκκινο ποδήλατο δεν κατάφερε να τον κάνει να ξεχάσει
το όμορφο κόκκινο καραβάκι.. που ένοιωθε παρατημένο.

Βλέπετε ο μικρός Μάνος περιμένει αδελφούλα,
η οποία θα γεννηθεί αρχές καλοκαιριού και ο Μάνος φοβάται ότι θα χάσει την αγάπη
της μανούλας του και του πατερούλη του, όπως ακριβώς το κόκκινο καραβάκι
που έμεινε μοναχό του και ξεχασμένο.
''Το διαλέξανε με τη μητέρα του και τώρα  ποιός ξέρει που να είναι!''

Το βιβλίο του Μάνου Κοντολέων ''Κόκκινο καραβάκι, κόκκινο ποδήλατο'', αγκαλιάζει με τρυφερότητα τη παιδική αθωότητα και την ανασφάλεια ενός παιδιού, που νοιώθει ότι η αγάπη των γονιών του είναι το πιο σημαντικό πράγμα στον κόσμο.
Δεν ξέρει όμως πως όσο πιο μεγάλη αγάπη δώσει κάποιος, τόσο πιο πολλή αγάπη θα πάρει.
Επίσης, πως όταν μοιράζεσαι την αγάπη  και την χαρά αυτή μεγαλώνει.
Στο βιβλίο ξεχωρίζουν η σχέση του μικρού Μάνου  με τον μεγάλο Μάνο, τον παππού του,
που τον προσεγγίζει με σεβασμό. Μαζί επισκέπτονται τον καταυλισμό των προσφύγων
για να βρουν το κόκκινο καραβάκι, και βέβαια το τέλος του βιβλίου όπου το κόκκινο ποδήλατο θα βρεθεί δίπλα στο κόκκινο καραβάκι για να του κάνει παρέα.

Δεν είναι μια χριστουγεννιάτικη ιστορία, δεν είναι ένα χαριτωμένο παραμύθι για να προετοιμάσετε
το παιδί σας για τον ερχομό του αδερφού του..
Είναι ένα κομμάτι της ψυχολογίας των περισσότερων ανθρώπων που φοβόμαστε να μοιραστούμε
γιατί έτσι νομίζουμε ότι χάνουμε.
Σκεφτόμαστε τον εαυτό μας, πως θα διατηρήσουμε αυτά που έχουμε, και πως θα αποκτήσουμε ακόμη περισσότερα που ξεχνάμε τους συνανθρώπους μας, ξεχνάμε ότι είμαστε κομμάτι του κόσμου.. Πλησιάζουν οι γιορτές και εμείς σκεφτόμαστε πώς θα στολίσουμε το σπίτι μας,
και με τι χρήματα θα αγοράσουμε τα δώρα μας και αποφεύγουμε να σκεφτούμε γιατί δεν θέλουμε
να το κάνουμε πως υπάρχουν σπιτικά  χωρίς τα απαραίτητα αγαθά της επιβίωσης.
Υπάρχει όμως ελπίδα.. γιατί πρόκειται για μια ημιτελή ιστορία..  όπως αυτή του παππού Μάνου
που ο μικρός Μάνος έδωσε το φινάλε.
Η δική σας ιστορία πώς θα τελειώσει;

Ο συγγραφέας στήνει σιγά σιγά την πλοκή της ιστορίας, αυξάνοντας την περιέργεια και την αγωνία.
Ο αναγνώστης νοιώθει συμπόνια για τον Μάνο, όμως πιστεύω νοιώθει και σιγουριά ότι θα ''κατανοήσει'' τι σημαίνει να αγαπάς  και να μοιράζεσαι. Μέχρι όμως να φτάσει στη συνειδητοποίηση βιώνουμε μαζί του μια σειρά γεγονότων πολύ συγκινητικών και ρεαλιστικών.

Η γλώσσα του κειμένου είναι λιτή αλλά όχι απλή, με πολλά επίθετα που αγκαλιάζουν τις λέξεις και κουβαλούν πολύ συναίσθημα.
Η εικονογράφος Μυρτώ Δεληβοριά έχει επιμεληθεί τις ζωγραφιές του βιβλίου οι οποίες δεν θα μπορούσαν να αποδώσουν καλύτερα την αίσθηση της ιστορίας.
Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός
Μέρος των εσόδων από το βιβλίο  θα διατεθούν στη Unicef.

Καλή ανάγνωση!

 Δημοσιεύτηκε στο blog http://paramythitis.blogspot.gr/


11.11.12

Ο τρίτος άνθρωπος -το βιβλίο και η ταινία


Υπάρχει για γενική άποψη πως τα περισσότερα μυθιστορήματα που μεταφέρονται στον κινηματογράφο είναι καλύτερα από τις ταινίες που βασίζονται σε αυτά.

Και ίσως να είναι κάπως έτσι. Αλλά υπάρχουν και εξαιρέσεις.
Μυθιστορήματα που ευτύχησαν στη κινηματογραφική τους μεταφορά, όπως για παράδειγμα η "Οδύσσεια του Διαστήματος" όπου η ταινία που υπέγραψε ο Κιούμπρικ είναι σαφώς σημαντικότερος σταθμός στην ιστορία του κινηματογράφου απ΄ ότι είναι το έργο του Κλαρκ για τη λογοτεχνία.
Άλλοτε πάλι μυθιστόρημα και ταινία έχουν την ίδια αξία -εδώ θυμάμαι το "Όσα παίρνει ο άνεμος", όπου η Σκάρλετ Ο' Χάρα και ο Ρετ Μπάτλερ κρατούν την μυθιστορηματική τους αυτονομία, ενώ είναι και απόλυτα ταυτισμένοι με τις μορφές της Βίβιαν Λη και του Κλαρκ Γκέημπλ.
Άλλοτε πάλι ένα πολύ καλό μυθιστόρημα όπως το "Σολάρις" του Στανισλάβ Λεμ, στέκεται η αφορμή να δημιουργηθεί μια μοναδική ταινία -"Σολάρις" του Αντρέι Ταρκόφσκι.
Τα σκέφτηκα όλα αυτά όταν αποφάσισα να διαβάσω ένα μυθιστόρημα που διαθέτει μια διαχρονική αξία, ακριβώς γιατί την ίδια διαχρονική αξία έχει και η ταινία που πάνω του δημιουργήθηκε.
Στο βιβλίο και ταινία "Ο τρίτος άνθρωπος" αναφέρομαι.
Το βιβλίο γράφτηκε από τον Γκράχαμ Γκριν.
Η ταινία έχει τη υπογραφή του Κάρολ Ριντ.
Ο Ριντ έχει γυρίσει μια από τις ταινίες εκείνες που συντρόφευαν τα παιδικά μου χρόνια -"Βαριετέ" (1956) με ένα μοναδικό τρίο ηθοποιών. Λάγκαστερ, Κέρτις, Λολομπριγκίτα.
Αλλά ο "Τρίτος άνθρωπος" ίσως να είναι η ταινία που τον σημάδεψε.
Από την άλλη ο Γκριν είναι ένας μάστορας του μυθιστορήματος αγωνίας. Είδος που του χάρισε ένα βάθος καθώς το εμπλούτισε με προβληματισμούς άλλοτε θρησκευτικούς και άλλοτε ηθικούς.
Σε ένα τέτοιο είδους προβληματισμό στηρίζεται και "Ο τρίτος άνθρωπος".
Αναζήτησα, λοιπόν, πρώτα την ανάγνωση και μετά την παρακολούθηση.
Δεν είμαι λάτρης των αστυνομικών μυθιστορημάτων. Παρόλα αυτά το μυθιστόρημα του Γκριν μου κράτησε το ενδιαφέρον. Αλλά δεν μπόρεσε να με πείσει πως αυτό ήταν η αιτία που ο τίτλος "Ο τρίτος άνθρωπος" διαθέτει ένα τόσο μεγάλο κύρος. Ο στόχος ήταν προφανής, τα πρόσωπα κάπως επιδερμικά παρουσιασμένα. Και έμενε μονάχα το εύρημα των υπονόμων να κάνει την καρδιά ενός βιβλιόφιλου να σκιρτά ένωνε το Παρίσι του Ιαβέρη με τη Βιέννη του Χάρυ Λάιμ.
Σειρά είχε η ταινία. Το είδος του φιλμ νουάρ μου αρέσει. Αλλά αυτό που παρακολούθησα ξέφευγε από μια απλή ατμοσφαιρική ταινία κατασκοπίας κλπ.
Ο Ριντ φτιάχνει ένα σύνολο εικόνων όπου η βομβαρδισμένη Βιέννη γίνεται μια πόλη που δεν θέλει να πεθάνει την ίδια ώρα που αντιστέκεται σε μια αναγέννησή της. Παίζει με τις σκιές. Με σκιές φωτίζει δρόμους, κτήρια και -κυρίως- ανθρώπινα πρόσωπα.
Και ακόμα κάνει κάτι το αφάνταστα ευρηματικό. Χρησιμοποιεί μια μουσική που ενώ παρακολουθεί τις σκοτεινές πληγές μιας πόλης του Βορρά, παράλληλα στέλνει τους ήχους ένα αισιόδοξου και έντονα μαχητικού νότου.
Και βέβαια υπάρχει μια επιτυχημένη επιλογή ηθοποιών -δεν είναι τυχαίο που ο Όρσον Ουέλες, αν και σε ρόλο δεύτερο όχι μόνο κλέβει την παράσταση μα και κατορθώνει όλη η ταινία να γίνει μια αναφορά σε αυτόν.
Βέβαια -θα πρέπει να το πω κι αυτό- ο Γκριν είχε δηλώσει πως ο "Τρίτος άνθρωπος" γράφτηκε για να χρησιμοποιηθεί ως σενάριο. Απλούστατα ο ίδιος δεν μπορούσε να γράψει σενάριο προτού δει όλη την υπόθεση με τη μορφή ενός μυθιστορήματος.
Ριντ και Γκριν συνεργάστηκαν και σε μια ακόμα ταινία -"Ο άνθρωπός μας στην Αβάνα".
Μήτε το έργο έχω δει, ούτε και το μυθιστόρημα διαβάσει.
Θα το κάνω σύντομα.
Θέλω να δώσω μια ακόμα ευκαιρία στη λογοτεχνία να πάρει πίσω το αίμα της από το σινεμά.

8.11.12

Σαν τη βροχή πριν πέσει




Τζόναθαν Κόου
"Σαν τη βροχή πριν πέσει
μετάφραση: Μαργαρίτα Ζαχαριάδου
Εκδόσεις Πόλις


Δεν είναι ο Κόου από τους συγγραφείς που αγαπώ. Μάλλον φλύαρο τον θεωρώ και πιστεύω πως πιάνει θέματα ενδιαφέροντα που όμως τα αναπτύσσει με έναν κάπως επιφανειακό τρόπο.
Αρέσει όμως σε ένα πλατύ κοινό. Κι ανάμεσα σε αυτούς που τον αγαπούν υπάρχουν και αναγνώστες απαιτητικοί.
Άρα μπορεί να είμαι εγώ η εξαίρεση. Εγώ να κάνω λάθος.
Όπως και να είναι, αυτό το μυθιστόρημά του -"Σαν τη βροχή πριν πέσει"- εμένα μου άρεσε.
Και δεν ξαφνιάζομια, λοιπόν, που οι φανατικοί θαυμαστές του το θεωρούν βιβλίο που δεν μπορούν να πιστέψουν πως ο αγαπημένος τους συγγραφέας το έχει γράψει.
Λείπει εδώ ο έντονος σαρκασμός, απουσιάζει η εμφανής πολιτική στάση.
Φλύαρο κι αυτό το βρήκα. Αλλά από την άλλη είχε μια τόσο έντονη ατμόσφαιρα εξομολογήσεων που με έκανε να το αγαπήσω.
Ιστορίες τριών, τεσσάρων γυναικών... Στο δεύτερο μισό του 20ου αιωνα. Στην Αγγλία βασικά.
Ιστορίες που συνδέουν μάνες με κόρες. Φιλενάδες με φιλενάδες. Γυναικές που αγαπούν τον έρωτα να τον ανακαλύπτουν στο σώμα άλλων γυναικών.
Γυναίκες που προσπαθούν να μεταφέρουν την εμπειρία τους η μια στην άλλη.
Γυναίκες που οι άντρες ή τις απογοήτευσαν ή τις πλήγωσαν ή πέρασαν δίπλα τους χωρίς καν να τις δούνε.
Κι αυτές τις εμπειρίες η μια θέλει να τις μεταγγίσει στην άλλη.
Αλλά η ζωή δεν είναι παραμύθι να το αφηγηθείς.
Αν προσπαθήσεις να την κλείσεις μέσα σε μια σειρά φωτογραφιών, το μόνο που θα επιτύχεις είναι φασματικές αναπαραστάσεις της.
Κι ότι θα θελήσεις να το εμποδίσεις να συμβεί στον άνθρωπο που σε ακολουθεί και εσύ τον αγαπάς και θες να τον προστατεύσεις, αυτό θα βρει τρόπο να κάνει εμφανή την παρουσία του.
Τη βροχή την αισθάνεσαι πάνω στο δέρμα σου.
Ότι δεν το έχεις με τον ίδιο τρόπο βιώσει, τότε δεν υπάρχει.
Είναι σαν τη βροχή πριν πέσει...
Ατμοσφαιρικό, λοιπόν, μυθιστόρημα και με έντονους όσο και πολλούς χαρακτήρες.
Δεν είναι εύκολο γα ένα συγγραφέρα να κινήσει τόσο πολλά πρόσωπα συγχρόνως και να μπορέσει το καθένα να το κάνει μια ξεχωριστή προσωπικότητα ικανή να μιλήσει με δύναμη για τα πάθη, τα λάθη, τα όνειρά της.
Τελικά πρέπει να το παραδεχτώ.
Ο Κόου είναι με τον δικό του τρόπο ένα μάστορας.
Αλλά εγώ εξακολουθώ να μην τον αγαπώ.
Καθόλου παράξενο. Τα βιβλία και οι ήρωές τους είναι σαν τη ζωή.
Με όλους τους ανθρώπους που εκτιμούμε τη δουλειά τους, δεν σημαίνει και πως με όλους τους θέλουμε να κάνουμε παρέα.