20.7.21

Ελένη Κατσαμά «Η ζωή και οι θάνατοι της Αλεξάνδρας Δελλή»

 

Ελένη Κατσαμά

«Η ζωή και οι θάνατοι της Αλεξάνδρας Δελλή»

Εκδόσεις Πατάκη

 

                      

Λίγοι είναι εκείνοι οι έλληνες πεζογράφοι που έχουν μια ισοδύναμη παρουσία τόσο στο χώρο της λογοτεχνίας για ενήλικες αναγνώστες, όσο και σε εκείνη που είναι στραμμένη προς τα παιδιά και τους έφηβους.

Και έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον να δει κανείς αν πίσω από τις όποιες διαφορές στη γλώσσα, στην ανάπτυξη του θέματος, στο κύκλωμα των χαρακτήρων του έργου, υπάρχουν εκείνα τα κοινά σημεία που φανερώνουν  την ταύτιση της πατρότητας του δημιουργού.

Γράφω τα πιο πάνω έχοντας -όπως είναι φυσικό- ως βασικό παράδειγμα τον ίδιο μου τον εαυτό και τα ίδια μου τα έργα.

Γνωρίζω πολύ καλά πως οι κεντρικές εμμονές της συγγραφικής  μου παρουσίας τόσο στην ενήλικη λογοτεχνία όσο και στην παιδική/εφηβική είναι οι ίδιες.

Αλλά κάτι παρόμοιο έχω διαπιστώσει και σε έργα άλλων ‘διπολικών’ συγγραφέων. Για παράδειγμα, στην Ελένη Πριοβόλου την πολιτική ματιά, στον Παντελή Καλιότσο την σκωπτική άποψη, στην Ελένη Σαραντίτη την αισθαντικότητα της γραφής κ.α.

Με μια παρόμοια διάθεση ανακάλυψης  κοινού τόπου ανάμεσα στην εφηβική και την ενήλικη γραφή της Ελένης Κατσαμά, θέλησα να διαβάσω το τελευταίο βιβλίο  της που οι Εκδόσεις Πατάκη κυκλοφόρησαν ενταγμένο στη σειρά της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας.

Δεν είναι η πρώτη  φορά που η Κατσαμά έγραψε κείμενο προορισμένο  να διαβαστεί από ενήλικο κοινό. Αλλά είναι επίσης γεγονός πως το κυρίως έως τα τώρα έργο της ανήκει στην εφηβική λογοτεχνία και μάλιστα  άνετα μπορεί να θεωρηθεί πως διαθέτει τα στοιχεία μιας cross over γραφής.

Και εδώ ακριβώς συνάντησα τα βασικά στοιχεία της συγγραφικής της ταυτότητας.

Η γλώσσα -όχι μόνο και τόσο ως εργαλείο καταγραφής γεγονότων, όσο επίσης και ως τρόπος ανάγνωσης του περιγραφόμενου θέματος.

Η Ελένη Κατσαμά χρησιμοποιεί πολλά στοιχεία μαγικού ρεαλισμού για να φωτίσει από τη μια τον εσωτερικό κόσμο των ηρώων της και από την άλλη για να περιγράψει και τις πολιτικο-κοινωνικές συνθήκες  εντός των οποίων οι ήρωές της ζούνε και πεθαίνουν.

Κεντρική της ηρωίδα η Αλεξάνδρα, μια κοπέλα γεννημένη κάπου στα μέσα του 20ου αιώνα σε κάποιο ξεχασμένο χωριό.

Έχει απάνω της τη μοίρα που συνοδεύει όλες τις γυναίκες του σογιού της. Άλλες συνομιλούν με τον θάνατο, άλλες γνωρίζουν πότε αυτός θα έρθει, η Αλεξάνδρα μπορεί να διακρίνει τα χνάρια του πάνω στα πρόσωπα που κάποτε θα επισκεφθεί.

Κι όμως είναι ένα πλάσμα αδικημένο κοινωνικά -σε μια ανδροκρατούμενη κοινωνία η θέση της γυναίκας είναι μέσα στο χώρο του υπερβατικού και μόνο. Το ατομικό της μέλλον δεν της ανήκει.

Και καθώς η Αλεξάνδρα θα μεγαλώνει ολοένα και θα βιώνει και από ένα προσωπικό της θάνατο. Αποκόπτεται από τις ίδιες της δυνάμεις του φύλου της και με σκυμμένο το κεφάλι θα υποτάσσεται στις αποφάσεις των αρσενικών στους οποίους ανήκει. Στον πατέρα, στον άντρα της.

Και μαζί με τον τελευταίο θα βρεθεί να είναι εσωτερική μετανάστης. Από τους ελεύθερους  αναστεναγμούς της φύσης, στους περιοριστικούς θορύβους της πόλης -και όλα αυτά  καθώς ένας αιώνας κρύβεται στην ασφάλεια της ιστορικής καταγραφής του.

Μαζί με την Αλεξάνδρα και μια ολόκληρη χώρα ξεκόβεται από τα νήματα του παρελθόντος της.

Πάνω σε αυτό το γενικό πλάνο η Ελένη Κατσαμά έστησε την ιστορία της και την αφηγήθηκε με γλωσσική συνέπεια ως προς τις τεχνικές του μαγικού ρεαλισμού.

Το μυθιστόρημα δομείται με μικρά κεφάλαια, συχνά η εξιστόρηση ξεφεύγει από την πορεία της, ακριβώς όπως το μαγικό στοιχεία βγάζει εκτός προγραμματισμένης διαδρομής την επίτευξη του στόχου.

Ένα απρόσμενο μυθιστόρημα που έχει γερά γλωσσικά θεμέλια και σίγουρα τις φρέσκες αναζητήσεις αφηγηματικών τεχνασμάτων- το τελευταίο αυτό πολλά οφείλει στην θητεία της Ελένης Κατσαμά στην εφηβική λογοτεχνία.

Με δυο παραδείγματα  το επιβεβαιώνω:

-«Στα πόδια της κούρνιαξε νυσταγμένο κι ανυπόμονο το κρύο που τρύπωσε κάτω από το νυχτικό της και την τύλιξε ασφυχτικά, ψάχνοντας κι αυτό για λίγη ζέστη» (σελ. 15)

-«Από το χώμα ανάβλυζε νερό λες και το δάσος ήταν φυτρωμένο μέσα σε λίμνη και ρούφαγε, πνιγόταν και ξεχείλιζε. Ως κι οι πέτρες έσταζαν» (σελ. 20)


https://diastixo.gr/kritikes/ellinikipezografia/16675-zoi-thanatoi-delli

18.7.21

Ολυμπιακοί Λονδίνο 1948: Τα όνειρα μιας εφηβείας

 

Λονδίνο, 1948. Η Ολλανδέζα Φάνι Μπλάνκερς Κοέν, μητέρα δύο παιδιών, κερδίζει τέσσερα χρυσά μετάλλια στα 100μ, 200μ, 80μ εμπόδια και 4Χ100. Είχε πρωτοεμφανιστεί τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Βερολίνου, αλλά ο πόλεμος που ενδιάμεσα είχε ξεσπάσει, διέκοψε την αναμενόμενη αθλητική της πορεία.

Μετάλλια κρεμασμένα πάνω από μωρουδιακά κρεβατάκια. Υποθέτω πως όταν ήταν παιδί θα προτιμούσε να τρέχει στους ίσιους δρόμους της πατρίδας της, παρά να χρησιμοποιεί ένα ποδήλατο… Αστειεύομαι… Αλλά και γιατί να μην είχε συμβεί κάτι τέτοιο; Η χώρα της ήταν, έτσι κι αλλιώς, τόσο επίπεδη, με τόσο πλούσιο και υγρό χώμα, με τόσο πράσινο χορτάρι… Μια χώρα που σε προκαλεί να την περπατήσεις… Γιατί όχι και να μην την διασχίσεις τρέχοντας.

Ναι, αυτό εκείνη έκανε! Έτρεχε! Τα λιβάδια απλωνόντουσαν έως εκεί που έφτανε η ματιά της. Οι αγελάδες και κάποια πρόβατα μένανε σχεδόν ακίνητα καθώς βοσκούσαν. Και μόνο κάποια κανάλια έδειχναν μια διάθεση κίνησης. Τα νερά τους, γκρίζα και σκοτεινά, αφήνονταν σε μια χαμηλών διαθέσεων μετακίνηση.

«Πετάω!»

Ο ήλιος συνήθως φλερτάριζε με τα σύννεφα. Τις περισσότερες φορές δεχότανε να δαμασθεί από την μελαγχολική κυριαρχία τους. Και οι άνθρωποι περνούσαν από δίπλα της ανεβασμένοι σε λαμπερά ποδήλατα. Την προσπερνούσαν ίδια με στιγμιαίες αστραπές μιας μακρινής μπόρας. Αλλά εκείνη προτιμούσε να υπάρχει ανάμεσα σε όλα αυτά, τρέχοντας. Της άρεσε, πόσο της άρεσε να τρέχει.

Της λέγανε πως έμοιαζε με μικρή καμηλοπάρδαλη –λεπτή, αδύνατη, φωτεινή– που είχε βρεθεί από τους τόπους της πυκνής βλάστησης, στα μέρη του χορταριού και των ήσυχων μικρών ποταμιών. Κι εκείνη γελούσε. Μα προτιμούσε να παρομοιάζει τον εαυτό της με ένα μικρό γλάρο. Ένα γλάρο που αντί να έχει επιλέξει τον αέρα για τις πτήσεις του, είχε διαλέξει το πυκνό χορτάρι και τους δρόμους που θυμίζανε καλοτεντωμένες κορδέλες.

«Δεν τρέχω!» δήλωνε, «Πετάω!» Πετούσε. Μαζί με τα όνειρα των παιδικών και εφηβικών της χρόνων. Πετούσε αφήνοντας τις σφιχτοπλεγμένες ξανθιές κοτσίδες της να ανεμίζουν στο ρυθμό ενός σταθερού τρεχαλητού. Πετούσε. Ήταν γρήγορη. Κάποιοι της είπανε πως έχει ταλέντο. Τι ταλέντο; –αναρωτήθηκε εκείνη. Θέλει ταλέντο για να αγαπάς το χάδι του ανέμου στα πρόσωπό σου; Ταλέντο θέλει να αισθάνεσαι ίδια με πτηνό του εδάφους; Θέλει ταλέντο για να επιτρέψεις στα πόδια σου να γευτούν όχι μόνο την μονότονα κυκλική κίνηση των πεντάλ, αλλά και την υπέροχη αίσθηση να πιέζουν τον υγρό χώμα;

Τα όνειρα και το ταλέντο

«Θέλει ταλέντο!» της επιμένανε. «Τα σκέφτεσαι όλα αυτά, γιατί ακριβώς έχεις ταλέντο», της εξηγούσανε. «Προορισμένη είσαι να διαπρέψεις. Μια αθλήτρια θα γίνεις. Μια πρωταθλήτρια των δρόμων ταχύτητας!». Της σχεδιάζανε το μέλλον. Εκείνη ήταν μια κοπελίτσα. Και λαχταρούσε να φτιάχνει όνειρα, ποια είναι τα όνειρα που αρέσουν σε ένα κορμί που αναπτύσσεται διασχίζοντας τις αποστάσεις με την ταχύτητα μιας άγριας περιστέρας ή ενός ατίθασου γλάρου;

Είναι τα όνειρα που μιλάνε για τον θρίαμβο και τη δόξα. Για το χειροκρότημα και τις επευθυμίες. Τα όνειρα της αναγνώρισης. Τα όνειρα… Όνειρα που σε κάνουν να θες να γίνεις μια Ολυμπιονίκης. Η χώρα της ήταν μικρή. Οι συμπατριώτες της ήταν λίγοι. Σε μικρή χώρα, με λίγους κατοίκους, λίγα και τα ταλέντα.

«Είναι μικρή, ακόμα!» κάποιοι διστάζανε. «Ας βρεθεί μέσα στο κλίμα των αγώνων. Ό,τι κι αν καταφέρει κέρδος θα της είναι!… Εμπειρία!» Κι έτσι έγινε και βρέθηκε στην καρδιά μιας πόλης που διοργάνωνε τη γιορτή της ειρήνης, την ίδια στιγμή που στελέχωνε τις στρατιές του τρόμου. Εκείνη δεν κατάλαβε, δεν μυρίστηκε το φόβο που κυκλοφορούσε στους υπονόμους της πόλης. Εκείνη αφέθηκε στους ήχους των αγωνισμάτων και στις υπέροχες ζητωκραυγές για όσους προσπαθούσαν τον ειρηνικό αγώνα.

Εκείνη δεν έμεινε στον όποιο προβληματισμό που μπορεί να σημείωνε τον επερχόμενο κίνδυνο. Ντύθηκε τα ρούχα της άμιλλας και γεύτηκε τον δροσερό ιδρώτα της προσπάθειας.
Η αποτυχία δεν την κλόνισε. Κι έπειτα της είχαν πει, το είδε και μόνη της, πως αυτός ήταν ο κόσμος της, ο χώρος που θα μπορούσε να κάνει το παιδικό όνειρο, πράξη αναγνώρισης της ενήλικης γυναίκας.

Το όνειρο της εφηβείας

Μέστωνε, άλλωστε. Το σώμα δυνάμωνε, τα πόδια ξέρανε τους τρόπους να διασχίζουν πιο γρήγορα τις αποστάσεις. Μέστωνε και ωρίμαζε. Στους επόμενους αγώνες θα ήταν μια πρωταγωνίστρια. Οι επόμενοι αγώνες… δεν το ήξερε πως θα αργούσαν τόσο πολύ να γίνουν. Εκείνα που της το έμαθαν ήταν ο ήχος των όπλων, οι κραυγές της απόγνωσης, η μυρωδιά της τρομοκρατίας. Ο θάνατος.

Κι έτσι της έμεινε… το τρέξιμο! Μόνο το τρέξιμο θα μπορούσε πια να τη σώσει. Όχι, δε θα της χάριζε την ενσάρκωση του ονείρου, μα θα της πρόσφερε το σωσίβιο της ψυχικής επιβίωσης. Θεέ, πόσο γρήγορα γερνά το σώμα ενός αθλητή! Και πόσα είναι αυτά που το κορμί μιας γυναίκας δε θέλει να στερηθεί, θέλει να γνωρίσει.

Το χάδι της αντρικής παλάμης, την ανάσα του έρωτα να της συντροφεύει στον ύπνο, το κάρπισμα της μήτρας, τη μετατροπή αυτού του κορμιού από σάρκα σε κοίτη νέας ζωής. Και μετά το κανάκεμα του ίδιου σου του βλασταριού και το ξεκούρασμα πλάι στον σύντροφο…

Δεν τολμήσανε να της πούνε πως η απόλαυση όλων αυτών ίσως να έδιωχνε μακριά το όνειρο της εφηβείας. Για ποιο όνειρο να της μιλούσαν, όταν ένας ολόκληρος κόσμος χανότανε, όταν εκείνο το περιστέρι της ειρήνης είχε ή κρυφτεί στα πιο απόκρημνα βράχια μιας παραλίας ή και –γιατί όχι– θανάσιμα πληγωθεί, καθώς προσπαθούσε να λουφάξει στα καπνισμένα απομεινάρια πόλεων και μικρών χωριών.

Η ανάσα της ειρήνης

Δεν της το είπανε αυτό. Αλλά εκείνη το είχε σκεφτεί. Είχε σκεφτεί και το θάψιμο του ονείρου και το πόσο μπορεί να της κόστιζε όλο αυτό το απόλυτο δόσιμο στον έρωτα και τη μητρότητα. Αλλά επειδή τα είχε όλα σκεφτεί, είχε και αποφασίσει πως ήταν τα μόνα που μπορούσε να κάνει. Ήθελε να ζήσει. Και μέσα σε ένα πόλεμο ζεις μόνο όταν όχι απλώς και μόνο επιβιώνεις, αλλά και πιστεύεις στην τελική νίκη της ειρήνη. Δεν ελπίζεις, μα πιστεύεις.

Εκείνη θα συντηρούσε την ανάσα της ειρήνης ανακαλύπτοντας και πιστεύοντας στον έρωτα, υπηρετώντας την μητρότητα και… –εδώ κρυφοχαμογελούσε– μηδέποτε εγκαταλείποντας το όνειρο που της ανέμιζε, κάποτε, τις δυο κοτσίδες. Πάντα έτρεχε. Πάντα συνέχιζε να τρέχει. Πάντα τα πόδια της απαξιούσαν την κυκλικές και επαναλαμβανόμενες κινήσεις. Έτρεχε και περίμενε. Ήταν ο δικός της αγώνας.

Ο πόλεμος θα τελειώσει και θα τελειώσει δίκαια, όταν πιστεύεις πως από το δικό σου προσωπικό όραμα κρατιέται όλη η ύπαρξη μιας παγκόσμιας επαναφοράς της ειρήνης.
Στα παιδιά της μίλαγε για εκείνη την ανάμνηση από τους Ολυμπιακούς Αγώνες που είχε γνωρίσει.

Τα παιδιά όλου του κόσμου

Την ακούγανε, ήταν πολύ μικρά για να την καταλάβουν, αλλά τα λόγια της κυκλοφορούσανε μέσα στα τρυφερά τους όνειρα και σκεπάζανε τους απόηχους από τις κραυγές των θυμάτων, τα κλάματα και τα αγκομαχητά των επιζώντων, προσφέρανε τη φρεσκάδα της μυρωδιάς τους στα τρυφερά ρουθούνια τους που τα κάλυπτε η σκόνη των βομβαρδισμών. Και ήταν μια βραδιά που τους υποσχέθηκε πως κάποια μέρα πάνω από τα κρεβάτια τους θα τους έστηνε για να τα φωτίζει και να παίζει μαζί τους, ένα χρυσό ήλιο.

Ήλιο δικό της, χαρισμένο σε αυτά. Η προσπάθεια της ήταν στηριγμένη στο όνειρο που δεν παραδόθηκε, στην ελπίδα που νίκησε, σε δυο παιδιά που συμβολίζανε το πιο ελπιδοφόρο μέλλον. Κράτησε την υπόσχεσή της. Οι ήλιοι κρεμαστήκανε στα κρεβατάκια των παιδιών της. Την ώρα που τα κοίταζε να κλείνουν τα βλέφαρα θαμπωμένα από τη λάμψη της ελπίδας, ήταν τόσο ανθρώπινα ευτυχισμένη.

Τα παιδιά της, ήταν σαν όλα τα παιδιά όλου του κόσμου. Και πάνω από τα κρεβατάκια των παιδιών όλου του κόσμου μπορούσε να δει τους χρυσούς ήλιους των ονείρων που αξιώθηκαν την ενσάρκωσή τους. Όλων των ονείρων. Των δικών της, των φίλων, των συμπατριωτών… Της ανθρωπότητας.

https://slpress.gr/politismos/olympiakoi-londino-1948-ta-oneira-mias-efiveias/?fbclid=IwAR2ZUH38aBZQQ2KtukVngJRX0XvxoYb1EetsIujr1b_7nYigAzW_1K5861Q

Μέρες και νύχτες της ζωής μας, της Λίας Μεγάλου-Σεφεριάδη

 

lia seferiadi

Για το μυθιστόρημα της Λίας Μεγάλου-Σεφεριάδη «Μέρες και νύχτες της ζωής μας» (εκδ. Κέδρος).

Του Μάνου Κοντολέων

Η Λία Μεγάλου-Σεφεριάδη είναι μια χαρακτηριστική παρουσία στη σύγχρονη πεζογραφία μας. Γεννημένη στη Θεσσαλονίκη το 1945, μετοικεί μόνιμα από το 1965 στην Αθήνα και σχεδόν αμέσως δίνει το λογοτεχνικό της παρόν με ένα διήγημα σε σοβαρό περιοδικό εκείνης της εποχής. Από τότε μέχρι σήμερα έχει κυκλοφορήσει σημαντικό αριθμό πεζογραφικών, κυρίως, έργων και μπορεί κανείς να της αναγνωρίσει μια πολυετή θητεία στον χώρο του μυθιστορήματος.

Το ιστορικό παρελθόν ως βίωμα ατομικής εμπειρίας υπήρξε πολύ συχνά ο καμβάς όπου η Λία Μεγάλου-Σεφεριάδη στήριξε την ανάπτυξη μυθιστορηματικών αφηγήσεων.

Το ιστορικό παρελθόν ως βίωμα ατομικής εμπειρίας υπήρξε πολύ συχνά ο καμβάς όπου η Λία Μεγάλου-Σεφεριάδη στήριξε την ανάπτυξη μυθιστορηματικών αφηγήσεων. Θα έλεγα, μάλιστα, πως δυο είναι οι άξονες που γύρω τους περιστρέφει τους προβληματισμούς της: η συλλογική ευθύνη, από τη μια, και από την άλλη η ατομική αδελφή της.

Ο απλός καθημερινός άνθρωπος μέσα στο ιστορικό συμβάν. Πώς αντιδρά αυτός που ζει ένα γεγονός; Και τελικά η όποια δική του ευθύνη κληροδοτείται στους απογόνους του; Ακριβώς αυτές οι δυο ερωτήσεις αποτελούν τον πυρήνα του τελευταίου μυθιστορήματός της, όπως βέβαια και οι απαντήσεις τους.

Για το μυθιστόρημα 

Αλλά η Λία Μεγάλου-Σεφεριάδη είναι πεζογράφος και μάλιστα ιδιαιτέρως έμπειρη. Κι έτσι αποφάσισε σ’ αυτόν τον διπλό προβληματισμό να χαρίσει μια ιδιότυπα διπλή μυθιστορηματική οντότητα. Το έργο βασικά χωρίζεται σε δύο μέρη. Αν και τα δυο περιγράφουν σκέψεις και συναισθήματα με τριτοπρόσωπη εκφορά εμπλουτισμένη όμως με ολοζώντανους διαλόγους, εντούτοις είναι εστιασμένα σε δυο διαφορετικούς χαρακτήρες.

Στο πρώτο μέρος παρακολουθούμε την καθημερινότητα μιας αστής, της Δέσποινας, που ξαφνικά μέσα στην απόλυτα τακτοποιημένη και σε ένα βαθμό αποστειρωμένη ζωή της, εισβάλει μια πληροφορία από το παρελθόν που θα ανατρέψει όλα τα συναισθήματα και τις ιδέες που πάνω τους είχε στηρίξει τη ζωή της.

 Αλλά η όποια κατάληξη που μπορεί να υποψιαστεί κανείς πως είναι πιθανή, το δεύτερο μέρος του έργου, έρχεται αν όχι να την ανατρέψει, σίγουρα πάντως να τη διευρύνει.

Θα είναι μια απόλυτη ανατροπή που η Δέσποινα θα θελήσει να την ανιχνεύσει σε κάθε της λεπτομέρεια και να ξεκαθαρίσει αν αυτή η γονιδιακή εγγραφή αποτελεί ή όχι κεντρικό θεμέλιο της ίδια της ταυτότητας της. Με τρόπο διεξοδικό όσο σπαρακτικό ο αναγνώστης παρακολουθεί την αυτομαστίγωση της ηρωίδας. Αλλά η όποια κατάληξη που μπορεί να υποψιαστεί κανείς πως είναι πιθανή, το δεύτερο μέρος του έργου, έρχεται αν όχι να την ανατρέψει, σίγουρα πάντως να τη διευρύνει.

seferiadi meres kai nixtesΕδώ το κεντρικό πρόσωπο είναι ο Κουρτ, ένας Γερμανός άνδρας που δεν μπορεί να βρει ψυχική ισορροπία καθώς ολοένα και πιο βαθιά συνειδητοποιεί πως οι δικοί του υπήρξαν πιστοί οπαδοί του ναζισμού, ειδικά δε πατέρας του ένας ψυχρός εκπρόσωπος της πολεμικής μηχανής του Γ’ Ράιχ.

Τα δυο αυτά πρόσωπα, η μυθιστορηματική ευρηματικότητα της Λίας Μεγάλου-Σεφεριάδη θα τα φέρει σε επαφή και τότε πλέον θα ξεδιπλωθεί απόλυτα ο προβληματισμός πάνω στη συλλογική ευθύνη ενός έθνους, αλλά και στην ατομική συνείδηση εκείνων που καλούνται, δίχως να έχουν από τα πριν ρωτηθεί, να πάρουν μια θέση απέναντι στο τι μπορεί να σημαίνει να έχουν εγγεγραμμένη στα κύτταρά τους την εγκληματική συμπεριφορά των πατέρων τους.

Ιδιαιτέρως πρωτότυπη η μυθιστορηματική ιδέα, αλλά και πολύ επιτυχημένη η γλωσσική της υλοποίηση. Στο πρώτο μέρος η γραφή έχει κάτι το ψυχρό, το αποστασιοποιημένο. Κι έτσι ταιριάζει με την γενικότερη στάση της ηρωίδας που άξαφνα καλείται να γνωρίσει το αποτρόπαιο που την είχε γεννήσει. Το δεύτερος μέρος είναι γραμμένο με περισσότερη εσωτερική αναταραχή. Ακριβώς όπως αναταραγμένη είναι και η συναισθηματική κατάσταση του ήρωα αυτού του μέρους.

Δίπλα στις αισθαντικές και εύστοχες περιγραφές συναισθημάτων, υπάρχουν πολλές πληροφορίες ιστορικών συμβάντων, από αυτά που ίσως δεν θα τα συναντήσει κανείς σε επίσημα ιστορικά γραφτά. Λεπτομέρειες που όμως αποτέλεσαν συνθήκες σκληρής διαβίωσης και αιτίες σκληρών θανάτων, που όλες μαζί εκφράζουν μια συλλογική μνήμη και η οποία με τη σειρά της, και καθώς τα χρόνια περνάνε, μετατρέπεται σε προσωπική πλέον εμπειρία που απαιτεί να δηλώσει κι αυτή το παρόν της.

Ενδιαφέρον μυθιστόρημα. Με καλή δόμηση. Και γλωσσική ευστοχία.

(https://bookpress.gr/kritikes/elliniki-pezografia/13848-meres-kai-nyxtes-tis-zois-mas-tis-lias-megalou-seferiadi?fbclid=IwAR3prRc-QB31eiuYbFIRB8rC-Gh6SbPYFCaS8itBdYXoIrnnyJA14blgczA)

12.7.21

Ζαν – Πολ Ντιντιελοράν «Η ζωή που μένει»

 Ζαν – Πολ Ντιντιελοράν

«Η ζωή που μένει»

Μετάφραση: Σταύρος Παπασταύρου

Εκδόσεις Πατάκη

 

Με μόνο  δυο μυθιστορήματα, ο γεννημένος το 1962 γάλλος συγγραφέας  Ζαν – Πολ Ντιντιελοράν, έχει αποδείξει πως μπορεί κανείς να γράψει έργα όπου το χιούμορ να είναι σφιχταγκαλιασμένο με το δάκρυ, το τρυφερό με το άγριο, η φιλοσοφική σκέψη με το καθημερινό συναίσθημα, το ευτελές με το πολύτιμο, η απαιτητική λογοτεχνία με την αδελφή της που προσφέρει ξεκούραση.

Με δυο λόγια ο Ζαν – Πολ Ντιντιελοράν μπορεί να χαρακτηριστεί ως ένας ταλαντούχος όσο και έξυπνος συγγραφέας.

Τον πρωτογνωρίσαμε με το «Ο αφηγητής του πρωινού τρένου» όπου εκεί αντικείμενα που η ασθμαίνουσα εποχή μας τα πετά δίχως να τα σέβεται, βρέθηκαν να συνυπάρχουν με άτομα από εκείνα που ζούνε στο καθημερινό αστικό μας περιβάλλον και τα οποία κανείς δεν τους δείχνει την προσοχή που αξίζουν. Σελίδες που τυχαίως διασώθηκαν από την πολτοποίηση βιβλίων θα σταθούν οι αφορμή δυο νέοι, κοινωνικά ξεχασμένοι, να ανακαλύψουν τον έρωτα.

Στο «Ο αφηγητή του πρωινού τρένου» διαβάσαμε μια μυθιστορηματικά δομημένη κριτική της ζωής σε μια σύγχρονη μεγαλούπολη.

Τώρα, στο «Η ζωή που μένει» ερχόμαστε αντιμέτωποι με δυο σκληρές εκφράσεις της ζωής. Τα γηρατειά και τον θάνατο.

Ο ήρωας του μυθιστορήματος είναι ταριχευτής νεκρών. Η ηρωίδα είναι οικιακή βοηθός σε σπίτια ηλικιωμένων.

Θα περίμενε κανείς ένα έργο που στηρίζεται στο γήρας και στον θάνατο να δημιουργεί μια κλειστή διάθεση και οι όποιοι στοχασμοί προκαλούνται να θλίβουν.

Αλλά συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Ο Ντιντιελοράν καταφέρνει να περιγράφει την φθορά των σωμάτων έτσι όπως κανείς θα περιέγραφε την υφή ενός κίτρινου, ξεραμένου φύλλου του φθινοπώρου. Δηλαδή ανακαλύπτοντας και προβάλλοντας την ομορφιά.

Κι αυτή η ομορφιά έχει όλα τα χαρακτηριστικά μια φιλοσοφημένης σκέψης, την τόλμη να σταθεί και να συζητήσει θέματα όπως αυτά της ευθανασίας, το θάρρος να καταγράψει την φθορά που οδηγεί στον θάνατο, να σπρώξει δυο ηλικιωμένους να χρησιμοποιήσουν τη ξεχασμένη ηδονή ενός φλερτ, να ενώσει δυο νέους ανθρώπους που ακριβώς γιατί εκτιμούν την νεότητά και την ομορφιά τους φροντίζουν όσους έχουν ήδη χάσει αυτά που και οι ίδιοι κάποια μέρα θα στερηθούν.

Δε θα σταθώ σε μια σύντομη περίληψη της υπόθεσης. Γιατί στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα βρίσκει απόλυτα την εφαρμογή της η ρήση «στη λογοτεχνία σημασία δεν έχει το τι λες, όσο το πως το λες».

Αλλά και πάλι δεν μπορώ να μην αναλογιστώ πάνω στο πόσο άστοχο είναι να τοποθετεί κανείς ταμπέλες στα λογοτεχνικά έργα, όπως επίσης πόση συγγραφική ωριμότητα απαιτείται για να τολμάς να χρησιμοποιείς συγχρόνως στερεοτυπικές καταστάσεις μαζί με πρωτοποριακές επανατοποθετήσεις των ίδιων αυτών των στερεοτύπων.

Θέμα ατομικού ταλέντου ή κοινωνικής ωριμότητας που στη συγκεκριμένη περίπτωση μπορούμε να την χαρακτηρίσουμε και ως γαλλική φινέτσα.

Και τελικά πόσο πολύτιμη πληρότητα μπορείς να προσφέρεις στον αναγνώστη σου όταν τον στέλνεις εκδρομή  στις όχθες της λίμνης Λεμάν, μέσα σε μια νεκροφόρα και με επιβάτες δυο ζευγάρια όπου χαίρονται τον έρωτα την ίδια στιγμή που ρουφάνε την ηδονή τόσο του να είναι νέος όσο και να είσαι ηλικιωμένος.

Σε ένα όχημα, όλα αυτά, για νεκρούς. Που όμως στη συγκεκριμένη εκδρομή απουσιάζουν. Έχει μείνει μόνο η ζωή.

 

 
Βιβλιοδρόμιο (10/6/2021)

11.7.21

Ολυμπιακοί Αγώνες Μόσχα 1980 - Τα δάχτυλα ενός άντρα, η αγάπη μιας άγνωστης γυναίκας

 

Μόσχα, 1980

Ο Άγγλος δρομέας Σεμπάστιαν Κόου ήταν ο νικητής του αγωνίσματος  των 1500 μ.

Την ώρα της απονομής σήκωσε το κεφάλι του και κοίταξε τον ουρανό.

 Είναι φορές που στέκεται και κοιτά το σώμα του. Σκύβει το κεφάλι και παρατηρεί τις λεπτομέρειες του στήθους, το πως πάλλεται το δέρμα στο ύψος της κοιλιάς.

Κοιτά το σώμα του και προσπαθεί να φανταστεί ότι κρύβεται πίσω από τη λευκή επιδερμίδα, να εισχωρήσει μέσα στους μυς, να τρέξει μαζί με το αίμα του  τους δρόμους που χαράσσουν αρτηρίες και φλέβες.

Κοιτά το σώμα του.

Τους τένοντες και τα νεύρα που διαγράφονται σχηματίζοντας τα αποτυπώματα μακρόχρονης προσπάθειας.

Κοιτά το στήθος που υποτάσσεται στους ρυθμούς της καρδιάς. Παρακολουθεί τους ρυθμούς της αναπνοής.

Κι έπειτα κοιτά το κούτελό του. Με την παλάμη του περιγράφει τις διαστάσεις και τις καμπύλες του κρανίου του.

Γερά προστατευμένος μέσα στην κρανιακή κοιλότητα ο εγκέφαλος. Από εκεί -έχει ακούσει να λένε- οι εντολές. Από εκεί οι επιθυμίες, οι διαταγές. Από εκεί τα όνειρα, οι φόβοι. Από εκεί οι χαρές.

Κάποτε κάποιος τον είχε ρωτήσει αν πιστεύει πως όλα όσα κάνουν έναν αθλητή πρωταθλητή ξεκινούν από τον εγκέφαλο.

Δεν είχε απαντήσει. Τον είχε τρομάξει μια τέτοια λογική... Ίσως να ήταν σωστή.

Αλλά εκείνος... Εκείνος ήταν δύσκολο να αποδεχτεί κάτι τέτοιο, γιατί τότε το αστεράκι του δε θα είχε λόγο ύπαρξης... Θα ήταν ένα αστέρι - φάντασμα. Ένα αστέρι φερμένο από το τίποτε...

Χαμηλώνει τον κορμό, λυγίζει τα γόνατα. Κάθεται στο πάτωμα. Σκύβει. Τα δάχτυλα των χεριών του πιάνουν τα δάχτυλα των ποδιών του.

Τα δάχτυλα των ποδιών του είναι λεπτά και νευρώδη. Το δέρμα τους διαθέτει πάντα την προστασία μιας σωστής υγιεινής και τα λεπτά τους νεύρα έχουν κερδίσει όσα προσφέρει ένα άψογα επαγγελματικό μασάζ.

Από τα δάχτυλα αυτά ξεκινούν όλα. Τα δάχτυλα, τα δέκα δάχτυλα των ποδιών του.

Αυτά είναι που πρώτα έρχονται να διερευνήσουν τη σιγουριά με την οποία πρέπει να γίνει ο δρασκελισμός που ακολουθεί. Αυτά που κρυμμένα μέσα στα επιλεγμένα παπούτσια, θωρακισμένα με κρέμες και σκόνες και αλοιφές, θα σηκώσουν το βάρος μιας κίνησης που πρέπει να είναι ταχύς, σίγουρη, άμεση.

Τα δάχτυλα για έναν αθλητή αγωνισμάτων δρόμου  είναι ο μεγάλος σύμμαχος -έτσι αυτός πιστεύει. Τα δάχτυλα των ποδιών του.

Αφήνει ελεύθερα τα δάχτυλα των ποδιών του και στη συνέχεια τα κουνά σε ρυθμούς ανεξάρτητους από τον όποιο σκοπό και στόχο.

Δέκα δάχτυλα που τον κοιτούν και λες και του γνέφουν. Αυτά γνωρίζουν... Θυμούνται.

Ξέρουν για το αστεράκι.

Είναι τα ίδια δάχτυλα -πάνε χρόνια από τότε. Τα ίδια δάχτυλα, τότε μόνο πιο μικρά, πολύ πιο μικρά,  πιο τρυφερά τότε, πολύ πιο τρυφερά... Ρόδινες, απαλές απολήξεις ενός ρόδινου, απαλού σώματος.

Και ήταν κλεισμένα μέσα στα χέρια της μητέρας και εκείνη τα χάιδευε και τα νανούριζε, τα έκανε να στέλνουν  μηνύματα άλλοτε γέλιου κι άλλοτε προστατευτικής νάρκης.

Η μητέρα χάιδευε τα δέκα μικρά, τρυφερά δάχτυλα και τους ψιθύριζε παραμύθια, τους συλλάβιζε όνειρα, τους πρόσφερε τη γλύκα της αγάπης της.

Μικρά δαχτυλάκια τότε, αλλά και που μεγάλωσαν δεν ξέχασαν εκείνα τα πρώτα χάδια. Τα θυμούνται, έχουν βαφτιστεί με την ιερότητα της μητρικής αγάπης.

Αλλά η αγάπη -η κάθε μορφής αγάπη- πάντα είναι ιερή. Γι αυτό και  γίνεται αστεράκι. Τα δάχτυλα μπορεί να κοιτούν τη γη, να πατούνε πάνω στο χώμα, στις πέτρες, στην άσφαλτο, σε χαλιά, σε πλαστικά, σε νερά ή σε λάσπες, αλλά πάντα θυμούνται την αγάπη και στρέφουν το βλέμμα προς τα απάνω -στο αστεράκι.

Τυχερά δάχτυλα. Τα δάχτυλα ενός μωρού που έγινε αγόρι, ενός αγοριού που έγινε άντρας.

Κι ο άντρας -νάτος- εκεί πάντα καθισμένος με λυγισμένα τα γόνατα και να κοιτά τα δέκα δάχτυλα που του χαρίσαν το βάθρο ενός θριάμβου.

Τα δάχτυλα, τα τυχερά δάχτυλα ενός άντρα που κάποια νύχτα, την ώρα που ένα φεγγάρι γέμιζε με το πιο λαμπερό ασήμι τον ουρανό, αυτά ξεκουραζόντουσαν πάνω στα γυμνά πέλματα μιας γυναίκας. Κι ήταν την ώρα της πιο ύψιστης κυριαρχίας του φεγγαριού που η γυναίκα έσκυψε και άγγιξε τα δάχτυλα* ένα- ένα, από το μικρό αριστερό ξεκίνησε, έφτασε και τέλειωσε στο άλλο μικρό, το δεξί. Τα άγγιξε κι άρχισε να τους λέει τα ξεχασμένα παραμύθια του έρωτα και τα παλιά νανουρίσματα του πάθους, τα πιο αθώα γέλια της αγάπης να τους προσφέρει, τα πιο ανιδιοτελή σκιρτήματα της σάρκας τους χάρισε.

Τα χάδια του έρωτα πλάθονται από τα χάδια της μητέρας, τα χάδια του έρωτα ανθίζουν κάτω από τα δάχτυλα μιας υπέροχα προσωπικής Εύας. Γιατί η γυναικεία παρουσία είναι μόνο μία στη ζωή ενός άντρα -μία μόνο, όσα πρόσωπα κι αν αποχτήσει. Κι αυτό, απ΄όλο το κορμί μόνο τα δάχτυλα το έχουνε γνωρίσει -αν το αξίζανε- και πάντα θα το θυμούνται.

Κι αν είναι ο έρωτας να τελειώνει, κι αν είναι η γυναίκα από το παρελθόν να περνά στο μέλλον, να στέκεται -όσο στέκεται- στο παρόν, υπάρχει πάντα η συνέχεια, η αδιάκοπη συνέχεια της αγάπης της, εκείνη η έκφραση μιας νίκης που δεν φοβάται την ταπείνωση, που υποκύπτει στην προσφορά, που έχει γίνει το αστεράκι -το αστεράκι που κανείς δεν το βλέπει γιατί το κρύβει το φέγγος μιας απόλυτης σελήνης.

 Αλλά τα δάχτυλα έχουν μάθει να μη βλέπουν, να μη χρειάζονται την όραση. Ξέρουν αυτά να θυμούνται και να υποψιάζονται. Καταλαβαίνουν.

Γι αυτό και ποτέ δεν ξεχνούν πως όταν κάνουν τις απίθανα οργανωμένες και τέλεια  ενορχηστρωμένες κινήσεις τους, δεν είναι για να δρασκελίσουν πιο γρήγορα το έδαφος. Μα είναι γιατί θέλουν να φτάσουν όσο ποιο κοντά μπορούν προς το αστέρι. Τη νίκη τους από αυτό την παίρνουν και σε αυτό την αποδίδουν.

Κι είναι εκείνες τις στιγμές του μεγάλου αγώνα, σαν να πετούνε. Σα να μην θέλουν να αρκεστούν στη σκόνη του χώματος, αλλά να πασπαλιστούν και με τη σκόνη του διαστήματος.

Εκείνος. Αυτά σκέφτεται. Αυτά νοιώθει. Κάθεται πάντα με λυγισμένα τα γόνατα και κοιτά τα δάχτυλά του.

Και όπως τα κοιτά χαμογελά. Θυμάται την ερώτηση.  <<Γιατί τη στιγμή του ύψιστου θριάμβου κοίταξες τον ουρανό;>>

Κι αυτός έσφιξε λίγο μέσα στη χούφτα του το χρυσάφι που είχε κερδίσει και χαμογέλασε πρώτα, μετά  είπε <<Ίσως κάποιος, κάπου εκεί ψηλά με αγαπάει ακόμα>>.

Έτσι ακούστηκε πως απάντησε. Το χαμόγελό του αποθανατίστηκε στον βάθος των φακών, τα λόγια του γραφτήκανε σε περιοδικά.

Το αστεράκι, ξέρει πως ποτέ δε θα το δει  με τα μάτια του. Πως ποτέ ο εγκέφαλός του δε θα στείλει το μήνυμα μιας αναγνώρισης.

Ότι ξέρει γι αυτό το αστεράκι, του το έχουν μαρτυρήσει τα δάχτυλά του. Τα δάχτυλα που νανουρίστηκαν  στον έρωτα της μάνας, της ερωμένης -στον έρωτα της γυναίκας.

Και που δεν ξεχνούν την εμπειρία τους. Ανταποδίδουν το χρέος τους μετατρέποντας την απόσταση που μετριέται πάνω στη γη, σε αέρινο διάστημα που όσο και να χωρίζει, όμως δεν αποκλείει και την πιθανότητα της ένωσης  -πάει να πει την επανάληψη της ίδιας εμπειρίας.

 Είναι η αγάπη που σε τάισαν αυτά τα χάδια, η τροφή που σε έκανε πρωταθλητή. Είναι ο έρωτας που σου πρόσφερε τη νίκη.

Πάντα με λυγισμένα τα γόνατα. Να κοιτά τα δάχτυλα των ποδιών του. Να θυμάται και να ανατριχιάζει. Να ευχαριστεί σκύβοντας το κεφάλι -να ευχαριστεί αυτός, αυτός που έγινε το αρσενικό πρότυπο- την ανώνυμη γυναίκα. Και τον έρωτά της.

Από τα δάχτυλα των ποδιών, στον αστερισμό των συναισθημάτων. Κι ένα χρυσό μετάλλιο  που μηδενίζει τις αποστάσεις -η δικιά του ανταπόδοση.

Πόσο, πάντα, παραμένει άντρας.

(Από το φιλόξενο και αντικειμενικό  https://slpress.gr/politismos/olympiakoi-moscha-1980-ta-dachtyla-enos-antra-i-agapi-mias-agnostis-gynaikas/)  -11/7/2021

 

9.7.21

Ολυμπιακοί Στοκχόλμη 1912: Μπρούντζος και μάρμαρο στους πάγους

 

Στοκχόλμη, 1912

 

Στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1912, στη Στοκχόλμη, ο ινδιάνος Τζιμ Θορπ κατέπληξε όλους με τις φανταστικές επιδόσεις του στο δέκαθλο και στο πένταθλο Ένα χρόνο όμως αργότερα, θεωρήθηκε πως ήταν επαγγελματίας αθλητής και του πήραν πίσω τα μετάλλια. Κάποιοι είχαν ενοχληθεί που δεν ήταν γνήσιος αμερικανός, αλλά ινδιάνος. Στους ίδιους αγώνες, μια ακόμα μορφή που ξεχώρισε ήταν και ο έλληνας Κώστας Τσικλητήρας που πήρε το χρυσό μετάλλιο στο μήκος άνευ φόρας και το χάλκινο στο ύψος άνευ φόρας.

 

Η Στοκχόλμη στέκεται με περηφάνια ανάμεσα στα κανάλια του ποταμού της. Μια πόλη υπέροχα αυστηρή, εξαίσια ήρεμη. Πόλη που γνωρίζει να τιθασεύει ρυθμούς και ανάσες. Πόλη του ήπιου φωτός και των απόμακρων παγετώνων. Μια πόλη στο άκρο της Ευρώπης. Και από τη θέση της αυτή να παρακολουθεί, να ακούει, να μυρίζει παλμούς και ήχους και οσμές των άλλων πόλεων. Να παίρνει τα μηνύματα και να κρατά τις αποστάσεις. Σοφή πόλη. Πόλη της ειρήνης.

 

Στην πόλη αυτή ήρθαν. Δυο άντρες. Ο ένας από τη μακρινή Δύση. Εκπρόσωπος –νόθος;– μιας χώρας που είχε μετατρέψει τη φυλή του σε μειονότητα. Ο άλλος από το Νότο. Η δικιά του η πατρίδα είχε παλιά ιστορία κι ένα παρόν που αγωνιούσε να γίνει αντάξιο του παρελθόντος.

Ο πρώτος ήθελε να ακουστεί η δόξα των προγόνων του που οριστικά χανόντουσαν από το προσκήνιο της ιστορίας. Ο δεύτερος ζητούσε να κρατήσει το ενδιαφέρον για την πατρίδα που κάποτε μύριζε δάφνη και τώρα απέπνεε αίμα και ιδρώτα.

 

Ο πρώτος ήθελε να υπενθυμίσει εκείνα που σβήνανε. Ο δεύτερος να δηλώσει αυτά που δικαιωματικά έπρεπε να έρθουν. Κι οι δυο όφειλαν να νικήσουν. Να στεφθούν νικητές. Σε αγώνες υπέροχους, αγώνες που συνέπαιρναν τα πλήθη. Δίπλα τους κι άλλοι υπέροχοι αθλητές, άτομα που είχαν μοχθήσει καθώς οραματιζόντουσαν τον ατομικό θρίαμβο.

 

Εκείνοι, όμως, οι δυο είχαν πάρει πάνω στους ώμους τους το βάρος μιας ιδέας. Ο ένας είχε το σκουρόχρυσο χρώμα του χώματος των ερήμων της πατρίδας του. Άνθρωπος από μπρούντζο.

Ο άλλος πάνω στο δέρμα του κουβαλούσε όλο τον ήλιο της Μεσογείου. Άνθρωπος από μάρμαρο. Στη Στοκχόλμη το ηλιακό φως είναι ήπιο και το έδαφος έχει αποδεχτεί την απόλυτη κυριαρχία του πράσινου.

 

Δύο φλογεροί ρυθμοί

Τα μαύρα μαλλιά και των δύο θαμπώσανε τα γαλάζια βλέμματα των θεατών. Κι όταν τα σώματά τους προσπαθούσανε να βρούνε τους παλμούς της νίκης, μέσα στο στάδιο λες και παιζόντουσαν οι νότες που θα συλλαβίζαν τους χορούς και τα τραγούδια των τόπων τους.

Τραγούδια με δεήσεις σε θεούς και επικλήσεις σε θεϊκά φαινόμενα. Τραγούδια που μιλάγανε για τους παλιούς πολεμιστές της φυλής και τα κορίτσια που δένανε τα στιλπνά, μαύρα τους μαλλιά σε σφιχτή πλεξούδα.

 

Αυτά τα τραγούδια ακουγόντουσαν όταν ο ένας τους άφηνε κόμπους ιδρώτα να κυλάνε στο σκούρο χρυσάφι του λαιμού του. Κι όταν ήταν η σειρά του άλλου –εκείνου με τη γεύση της αλμύρας μέσα στα μάτια– τότε το στάδιο ολόκαιρο αντηχούσε τις νότες που μιλάνε για τα βουνά των Βαλκανίων και τα κύματα του Αιγαίου.

 

 

Δυο φλογεροί ρυθμοί και οι δυο τους. Δυο πάθη. Δυο πολιτισμοί. Μέσα σε μια πόλη που άκουγε τα τύμπανα του πολέμου και προετοίμαζε την απομόνωσή της. Μέσα σε αγώνες που υπερασπιζόντουσαν την ειρήνη και δεν κάνανε τίποτε –τί άλλωστε θα μπορούσαν;– για να αποτρέψουν τον πόλεμο. Δυο νικητές. Σύμβολα. Πίσω στις πατρίδες τους, όταν γυρίσανε, τον ένα τον περίμενε ο μεγαλοπρεπής θρίαμβος και η μικρότητα της προδοσίας.

 

Ήχοι παλιοί

Τον άλλο τον υποδεχτήκανε με τις τιμές που ταιριάζουν σε αρχαίο θεό και μετά ίσως και να τον ξεχάσανε. Μπορεί και να μην προλάβανε, έστω και για λίγο, να σταματήσουν στη δόξα τους.

Άλλα, περισσότερο επείγοντα, θα αποφάσιζαν για το που έπρεπε να στραφεί το βλέμμα της πατρίδας. Κι αγώνες εκείνοι γίνανε παρελθόν. Σελίδες ιστορίας. Η Στοκχόλμη ξαναγύρισε τους καθημερινούς ρυθμούς που τους επέβαλε η ροή των νερών του ποταμού της. Επέστρεψε στην άχλη του χλωμού φωτός.

 

Αλλά παρέμενε εκείνο το στάδιο, το φτιαγμένο από πέτρα των καμινιών και γρανίτη. Μνημείο πια. Λένε, πως ακόμα και σήμερα, αν τύχει και βρεθείς την ώρα που το φως του ήλιου υποχωρεί στο μισοσκόταδο της σελήνης, μπορεί να ακούσεις αυτές τις πέτρες να βγάζουν κάποιους ήχους –ήχους που δεν ταιριάζουνε στην πληρότητα του πάγου.

 

Ήχοι, είναι, που αφηγούνται ιστορίες για προγόνους που έγιναν θεοί προτού εξαφανιστούνε. Μπρούντζινοι ήχοι. Κι, ακόμα, ήχοι που θυμίζουν το θόρυβο που κάνει το κύμα όταν σπάει στα βράχια της Σαντορίνης και των Κυθήρων. Μαρμάρινοι ήχοι. Αλλόκοτοι ήχοι. Ήχοι παλιοί και ήχοι αθάνατοι. Ήχοι φτιαγμένοι από το πάθος ανθρώπων και πολιτισμών. Μένουνε ξεχασμένοι στην παγωμένη Στοκχόλμη. Από τότε.


Εμμανυέλ Μπαγιαμάκ – Τακ «Αρκαδία»

 


Εμμανυέλ Μπαγιαμάκ – Τακ

«Αρκαδία»

Μετάφραση: Χαρά Σκιαδέλλη

Εκδόσεις Πόλις

 

Η Εμμανυέλ Μπαγιαμάκ – Τακ δεν είναι γνωστή στη χώρα μας. Κι όμως στο ενεργητικό της έχει έντεκα μυθιστορήματα, δύο θεατρικά έργα και πέντε νουάρ μυθιστορήματα (αυτά με το ψευδώνυμο Ρεμπέκα Λιγκιέρι)

Το «Αρκαδία» έχει τιμηθεί με το βραβείο  Livre- Inter και ήταν ανάμεσα στις τελικές λίστες και άλλων σημαντικών βραβείων.

Χωρίς, λοιπόν, να γνωρίζω τίποτε περισσότερο για τη συγγραφέα αυτή, ολοκλήρωσα την ανάγνωση αυτού του μυθιστορήματος.

Και ομολογώ πως από την αρχή βρέθηκα δέσμιος μιας διαφορετικής λογοτεχνικής αφήγησης, καθώς από τη μια αναζητούσα να αποκρυπτογραφήσω τον τίτλο και από την άλλη να συνθέσω τη φιλοσοφική θέση του κειμένου - Η αγάπη νικάει τα πάντα!

Αυτό είναι το αξίωμα που διέπει τη ζωή του Liberty House, ενός ουτοπικού κοινοβίου, τα μέλη του οποίου ζουν σε μια ειδυλλιακή ατμόσφαιρα, μακριά από τον σύγχρονο πολιτισμό και τις νέες τεχνολογίες: κηρύσσοντας την ανεκτικότητα, χαίρονται τη φύση και τον ελεύθερο έρωτα. Οι πάντες –κοινωνικά απροσάρμοστοι, όμορφοι ή άσχημοι, γέροι ή νέοι, στρέιτ ή γκέι, υγιείς ή άρρωστοι– έχουν δικαίωμα σε μια ειρηνική και αρμονική ζωή, όπως και στη σεξουαλική απόλαυση, χωρίς διακρίσεις.

Σε αυτή την κοινότητα, την οποία καθοδηγεί η γοητευτική μορφή του Αρκαντύ, ζει μαζί με τους γονείς της η νεαρή Φαρά. Μπαίνοντας στην εφηβεία, ανακαλύπτει πως δεν είναι πια και τόσο κορίτσι όσο νόμιζε, καθώς το σώμα της γίνεται όλο και πιο αρρενωπό. Και με αυτό το ιδιαίτερο  σώμα προσπαθεί να βρει τον δικό της πόθο, μαθαίνει να ζει με την απροσδιόριστη σεξουαλική της ταυτότητα.

Η ειδυλλιακή ζωή της κοινότητας αναστατώνεται από την άφιξη ενός νεαρού μετανάστη. Γρήγορα αποδεικνύεται ότι η διακηρυσσόμενη ανεκτικότητα έχει ένα όριο και δεν ισχύει για όλους ανεξαιρέτως. Ο Αρκαντύ και το ποίμνιό του κηρύσσουν την αγάπη, αλλά κλείνουν κατάμουτρα τις πύλες του παραδείσου τους στους μετανάστες.

Η Φαρά καλείται να επιλέξει ανάμεσα στη στοργή της για την κοινότητα και τις ιδέες της. Γιατί τι αξίζει η ευτυχία αν δεν μπορούμε να τη μοιραστούμε;

Με αυτά περίπου τα λόγια, το οπισθόφυλλο συστήνει το μυθιστόρημα στον υποψήφιο αναγνώστη του.

Αλλά η ολοκληρωμένη ανάγνωση του έργου φέρνει στην επιφάνεια ακόμα πιο εκκεντρικά καίριους προβληματισμούς.

Η Αρκαδία -η μυθική ουτοπική χώρα της απόλυτης ελευθερίας- μπορεί να υπάρχει αποκομμένη από τον υπόλοιπο κόσμο;

Και σε αυτήν την ανεκτική κοινωνία έχουν θέση μόνο οι προνομιούχοι;

Αλλά και πέρα από αυτό, εντός μιας κοινωνίας που υπηρετεί την ευδαιμονία, πόσο αποδεχτή μπορεί να είναι εκείνη η ομάδα όπου η δική της πρακτική δείχνει να αντιστρατεύεται τα αποδεχτά από τους πολλούς άλλους;

Το τέλος των κατοίκων του Liberty House είναι ξεκάθαρο. Η επιμέρους ελευθερίες δεν γίνονται αποδεκτές. Και γι αυτό και καταστρέφονται.

Η ίδια, όμως,  η Φαρά -με απόλυτη αποδοχή της μη κατηγοροποιημένης σεξουαλικότητάς της- θα πάρει την απόφαση να ξεκινήσει έναν αγώνα παγκοσμιοποίησης της ανεκτικότητας του άλλου.

«…αισθάνομαι ικανή να ιδρύσω μια νέα κοινότητα που θα μάθαινε από τα λάθη της παλιάς και δεν θα αναπαρήγαγε τον αυτάρκη τρόπο λειτουργίας της, τις σφαλιστές πόρτες, τη φθονερή κατοχή της ευδαιμονίας. Η ιδέα είναι να συγκροτήσουμε μια κινητή ομάδα, μια νομαδική δύναμη επέμβασης η οποία θα πηγαίνει στις ζώνες που χρειάζονται υπεράσπιση αντί να δρα από ένα κάστρο – βάση, ένα φρούριο βολικά κρυμμένο πίσω από τα τείχη του. Το Liberty House ήταν ένας παράδεισος, όμως στο εξής θα κουβαλάμε τον παράδεισο μαζί μας και θα προσπαθήσουμε να τον εγκαθιδρύσουμε παντού.»

Νομίζω πως η θέση του μυθιστορήματος είναι ξεκάθαρη  και κάτω από αυτή τη σκοπιά, ερμηνεύεται και ο τίτλος του – Αρκαδία.

Μια ουτοπία από το παρελθόν να αναζητά  να μετατραπεί σε ένα όραμα για το μέλλον.

Αληθινά πρωτοποριακό όσο και ασυνήθιστο έργο. Από μια άποψη ένα είδος απάντησης στην δυστοπία των έργων του Μισέλ Ουελμπέκ.

Κλείνοντας θα πρέπει να σημειώσω την πάρα πολύ καλή μετάφραση της Χαράς Σκιαδέλλη. Οι απαιτήσεις της εκφοράς του λόγου μιας ηρωίδας με τα ιδιότυπα χαρακτηριστικά της Φαρά μεταφέρθηκαν με απόλυτη επιτυχία από τα γαλλικά στα ελληνικά.

 

Βιβλιοδρόμιο Ιούνιος 2021