7.8.24

Δυο παιδιά για το "Ο Μάρκος τα λέει όλα"

Αγαπημένε μας κ. Μάνο Κοντολέων, στην τάξη μας δεν υπάρχουν υποσχέσεις που μένουν στα λόγια και συμφωνίες που δεν κρατιούνται. Όταν κλείσαμε στις 15 Ιουνίου, η δασκάλα μας είχε υποσχεθεί ότι ο Μάρκος ήταν προγραμματισμένος να εκδοθεί αρχές Ιουλίου και όλοι θα προλαβαίναμε να τον πάρουμε μαζί μας στις διακοπές, εκτός από δυο παιδία που επειδή θα ήταν κατασκήνωση, θα τους το δίναμε αργότερα. Αλλά επειδή καθυστέρησε, και παρόλο που όλοι του έλεγαν να καθυστερήσει άλλους δυο μήνες να μην πέσει πάνω στον καύσωνα, αυτός επέμενε να συναντηθεί με τα τόσα παιδιά που τον περιμένουν και μαζί με όσα καταφέρει να βρει, να κολυμπήσει κι αυτός σε κάποια παραλία ή να κάνει ορειβασία σε κάποιο βουνό. Έτσι μάς το εξήγησε η κυρία Αλεξάνδρα, που εμάς όμως κατάφερε , όχι όλους δυστυχώς, και μας βρήκε. Αν και ο Μάρκος βρίσκεται τακτοποιημένος στη βαλίτσα μας, βλέπετε είμαστε από τους τελευταίους που θα φύγουμε για διακοπές, έχουμε διαβάσει όλα όσα λέει ήδη μια φορά. Πριν μιλήσω όμως για τον Μάρκο να σας συστηθώ. Ονομάζομαι Κωνσταντίνος Γεωργίου, δυστυχώς είχα κοβιντ κι έχασα την εκδήλωση άρα δε θα με θυμάστε. Μέχρι πριν 10 μέρες συναντιόμασταν με τον φίλο μου τον Γιώργο Γαληνό στο πάρκο και κλαίγαμε τη μοίρα μας, σαν τα κακόμοιρα. Τα υπόλοιπα παιδιά έστελναν συνέχεια μηνύματα και φωτογραφίες με τα μαγιό και τις μάσκες τους στην ομαδική στο viber και στο instagram από τα χωριά τους, διάφορα νησιά, πότε κάνοντας καταδύσεις, και βουτιές , πότε εξερευνώντας τον βυθό. Και ξαφνικά όταν στείλαμε οι δυο μας μια φωτογραφία αγκαλιασμένοι με τον Γιώργο και κρατώντας φάτσα φόρα τον Μάρκο έμειναν άφωνοι. Ξαφνικά γίναμε οι τυχεροί και πολύ το χαρήκαμε, και αλήθεια! το λέμε χωρίς κακία. Έτσι είναι η ζωή! Τώρα πέφτουν βροχή τα μηνύματα και μας ρωτάνε : τι λέει ο Μάρκος; Σας άρεσε το βιβλίο; Περισσότερο από το βιβλίο « Με το ίδιο όνομα» , το «Ποτέ πιο πριν…» και τη Μάσκα του Καπιτάνο; Έχουμε ορκισθεί όμως με τον Γιώργο να τους κρατήσουμε σε αγωνία. Λέξη δε λέμε. Δε θα κάνουμε spoil. Βέβαια όταν ανοίξουν τα σχολεία θα το διαβάσουμε όλοι μαζί στη φιλαναγνωσία μαζί με « Το νησί με τις λέξεις που αγαπάνε». Και σ΄ αυτό είμαστε οι τυχεροί, το μάθαμε πρώτοι απ΄ όλους. Όταν όμως είδαμε το μήνυμα της κ. Αλεξάνδρας που ζητούσε να της πούμε τη γνώμη μας, δεν υπήρχε περίπτωση να μη το κάνουμε. -Πολύ θα άρεσε στον Μάνο Κοντολέων να του γράφατε δυο λόγια , να του τα στείλουμε μέχρι να ξαναβρεθούμε μαζί του και να του τα πούμε όλα… έτσι έγραψε. Μα πώς να πούμε όλα αυτά που θέλουμε με δυο λόγια; Θα προσπαθήσουμε όμως, πάντα αξίζει μια προσπάθεια. Ας ξεκινήσουμε ότι το διαβάσαμε σε μια μέρα. Νομίζω εγώ πρέπει λίγο πιο γρήγορα. Αν πρέπει να το περιγράψω με μια λέξη, είναι το πιο cool βιβλίο! Εγώ έχω μεγαλύτερο αδελφό κι ο Γιώργος μικρότερο. Κι οι δυο βρήκαμε ότι « σίγουρα» τα έχουμε ζήσει αυτά που περνάει ο Μάρκος. Αλλά δεν τα είδαμε ποτέ με τόσο αστείο τρόπο. Από τα γέλια μου ανησύχησε ο πατέρας μου κι ήρθε στο δωμάτιό μου να δει αν είμαι καλά. Μετά το διάβασαν ο πατέρας και η μαμά μου και γελούσαν πιο δυνατά από εμένα. Υπάρχουν σίγουρα κοινά με τον Δαμιανό αλλά ο κύριος Κοντολέων ξέρει τα πάντα για τα παιδιά της ηλικίας μας και απευθύνεται πλέον στη δική μας γενιά με τους δικούς μας όρους. Όντως μπορώ να πω εδώ και μια τριετία, έτσι ακριβώς επικοινωνούμε μεταξύ μας. Αυτό δε θα το κρύψω, ήταν μεγάλη έκπληξη! Το ημερολόγιο του Δαμιανού, έχει αντικατασταθεί με το blog του Μάρκου. Και οι δυο είναι ξεκαρδιστικοί! Νομίζεις ότι μέσα από τον κ. Κοντολέων πετάγεται η φωνή ενός παιδιού και μιλάει από μόνο του. Γι΄ αυτό και είναι ο σπουδαιότερος Έλληνας συγγραφέας. Μεταμορφώνεται από Δαμιανός και Μάρκος σε Φιλ με μια ευκολία που, μάλλον δεν είναι ευκολία, είναι τεράστιο ταλέντο! Η κ. Αλεξάνδρα μού ζήτησε να μην επεκταθώ στο περιεχόμενο, αφού θα το διαβάσουμε και στο σχολείο. Οπότε, ας μείνω στο προσωπικό μου συμπέρασμα και στα δυο μου λόγια : είναι ένα καταπληκτικό, από τα πιο διασκεδαστικά βιβλία έχω διαβάσει. Έχει ένα πανέξυπνο τέλος!!! Η σχέση ανάμεσα σε δυο αδέλφια, ό,τι και να γίνει, με τα χρόνια γίνεται όλο και πιο στενή. Όσο κι αν σκοτώνονται, όσους τσακωμούς κι αν μετρήσουν μεγαλώνοντας, όταν έρθει η στιγμή θα ενωθούν απέναντι σε οποιονδήποτε σταθεί απέναντί τους. Κανείς δεν μπορεί να μπει ανάμεσα στα αδέλφια. Πιστεύουμε λοιπόν ότι θα αγαπηθεί πάρα πολύ! Είναι χωρίς υπερβολή αξιολάτρευτο βιβλίο και βλέπουμε ότι θα ξεπεράσει σε επιτυχία τον μακρινό συγγενή του τον Δαμιανό. Εμείς με τα βιβλία του Μάνου Κοντολέων αγαπήσαμε τη λογοτεχνία! Περιμένουμε κάθε νέο του βιβλίο με πολλή ανυπομονησία για να μεταφερθούμε σε άλλους κόσμους γεμάτους φαντασία, συγκίνηση, χαρά! Και στο σχολείο οι ώρες που διαβάζουμε βιβλία του είναι ώρες γιορτής! Η αλήθεια είναι ότι τον Μάνο Κοντολέων τον αγαπάμε απεριόριστα!! Ούτε στα πιο τρελά μας όνειρα όμως δεν πιστεύαμε ότι κάποια στιγμή θα τον συναντούσαμε, θα τον γνωρίζαμε , θα του μιλούσαμε από κοντά και θα τον ακούγαμε να μας λέει τόσες και τόσες ιστορίες. Το φθινόπωρο ελπίζουμε ότι πρώτα στην τάξη μας θα έρθει για να τα πούμε όλα για τον Μάρκο ! Μακάρι να είχαν την ευκαιρία να συμμετέχουν σε αυτό το μήνυμα και τα υπόλοιπα παιδιά της τάξης. Άσχετα από αυτά που λέω καμιά φορά, καταλαβαίνω ότι στενοχωριούνται. Επίσης θα τα γράφαμε πολύ καλύτερα, αν όπως πάντα είχαμε συνεργαστεί. Αν δεν τα κατάφερα και τόσο καλά να ξέρετε ότι προσπάθησα. Κι αν μετράει αυτό, έκανα τη μεγαλύτερη προσπάθεια που μπορούσα, ούτε δέχτηκα να με βοηθήσει ο μεγαλύτερος αδελφός μου γιατί θα με κορόιδευε. Όταν θα έρθετε ξανά στο σχολείο , θα έρθω πρώτος να συστηθώ και να σας ρωτήσω αν σας άρεσε το μήνυμά μου. Επειδή το έχουμε πει σε όλα τα παιδιά ότι θα γράψουμε εμείς πρώτοι με τον Γιώργο για τον « Μάρκο που τα λέει όλα…», αυτό δεν υπήρχε περίπτωση να μην τους το λέγαμε όπως και να ΄χει, ζήτησαν να σας πούμε ότι ανυπομονούν να επιστρέψουν για να πάρουν κι εκείνοι να διαβάσουν το βιβλίο και να συνεχίσουμε τη Μάσκα του Καπιτάνο, κι ότι σας αγαπούν περισσότερο από όλους τους συγγραφείς του κόσμου!!! Καλό καλοκαίρι από το Ε΄1, από του χρόνου πια! Γιώργος Γαληνός - Κωνσταντίνος Γεωργίου

4.8.24

Μ. Αγκέεφ «Μια ιστορία με κοκαΐνη»

Μ. Αγκέεφ «Μια ιστορία με κοκαΐνη» Μετάφραση: Σοφία Κορνάρου Επίμετρο: Γιάννης Μπαρτσώκας Εκδόσεις Ροές
«… ο μηχανισμός της ανθρώπινης ψυχής είναι ο μηχανισμός της αιώρας: όσο ανυψώνεται προς την Ευγένεια του Πνεύματος, τόσο παρασύρεται σε μια γρηγορότερη κίνηση επιστροφής προς τη μανία και τη θηριωδία» Πάνω σε αυτόν το συλλογισμό έχει στηθεί όλο το μυθιστόρημα του Μ. Αγκέεφ «Μια ιστορία με κοκαΐνη» που είδε για πρώτη φορά το φως της δημοσιότητας το 1934 σε ένα περιοδικό το οποίο Ρώσοι εμιγκρέδες εξέδιδαν στη Γαλλία. Το υπέγραφε κάποιος με το όνομα Μ. Αγκέεφ και το είχε στείλει ταχυδρομικώς από την Κωνσταντινούπολη. Πολύ γρήγορα το έργο έγινε γνωστό και όλοι αναζητούσαν να μάθουν ποιος μπορεί να ήταν ο δημιουργός του. Πάνω στη ανακάλυψη της ταυτότητάς του στήνεται ένα από τα μεγάλα λογοτεχνικά μυστήρια και όταν το 1983 πλέον το έργο επανεκδίδεται, το μυστήριο φουντώνει έως ότου αποκαλύπτεται το όνομα που υπήρχε πίσω από τη υπογραφή Αγκέεφ -ήταν κάποιος Μαρκ Λέβι. Περίεργη και ιδιότυπα περιπετειώδης και η ζωή του Λέβι, αλλά εκείνο που τελικά μετρά για την παγκόσμια λογοτεχνία είναι η συγγραφή αυτού του μυθιστορήματος που ακόμα και σήμερα παραμένει ελκυστικό και με ασυνήθιστες απόψεις. Το κεντρικό πρόσωπο του έργου είναι ένας νεαρός Ρώσος, ο Μασλένικοφ, ο οποίος μας φέρνει στο νου την αυτοκαταστροφικότητα που έχουν κάποιοι ήρωες του Ντοστογιέφσκι. Αναζητά τις μεγάλες συγκινήσεις, τολμά να οδηγεί τον εαυτό του στα άκρα, να σκορπά την καταστροφή, την ίδια ώρα που με πάθος προσφέρει συναισθήματα και αποφεύγει συμβιβασμούς. Στην ουσία ζει ως ένας ναρκομανής -άλλωστε και ναρκομανής και συγκεκριμένα κοκαϊομανής γίνεται- καθώς μέσα από αυτήν την ουσία μπορεί να βιώνει τόσο το απόλυτο κακό, όσο και το απόλυτο καλό. Έχω την εντύπωση πως το έργο πρέπει -όπως άλλωστε όλα τα σημαντικά έργα που πέρασαν τη δοκιμασία του χρόνου- να διαβάζεται μέσα στο όλο κλίμα της εποχής που αναφέρεται. Γιατί στην ουσία αυτή περιγράφει, μα και από αυτήν γεννήθηκε. Η ιστορία τοποθετείται ανάμεσα στα χρόνια 1916 με 1919, στη Μόσχα, αλλά τα σημαντικά γεγονότα εκείνης της περιόδου φαίνεται να μην απασχολούν την καθημερινότητα του κεντρικού προσώπου, όπως επίσης και των υπόλοιπων χαρακτήρων. Μα στόχος του συγγραφέα δεν ήταν να καταγράψει το πως τα πολιτικά συμβάντα επεμβαίνουν στις πράξεις των ανθρώπων, αλλά το πως τα ίδια τα πρόσωπα παρουσιάζονται ως εκφραστές των ιστορικών συμβάντων Οπότε και προς το τέλος του έργου, θα διαβάσουμε: Παρατηρούμε πως οι ιδιαίτερα ταραγμένες εποχές, όσες ξεχωρίζουν για τις μεγάλες προσπάθειες που έγιναν για την επικράτηση της δικαιοσύνης , είναι εκείνες που στιγματίστηκαν ως αποτρόπαιες για τις αγριότητες και τα σατανικά κακουργήματα που διαπράχθηκαν στη διάρκειά τους. Με αυτές τις φράσεις ο Αγκέεφ λες και έρχεται να ακουμπήσει τον δικό του ήρωα πάνω στο έρεβος της ψυχής ενός Ρασκόλνικοφ και να διατυμπανίσει πως η ύπαρξη του καλού συνυπάρχει με εκείνη του κακού* πως το άτομο εκφράζεται και ενεργεί ως λεπτομέρεια του κοινωνικού συνόλου. Διαχρονικά επίκαιρη θέση που στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα μορφοποιείται με έντονες καταβυθίσεις στον εσωτερικό κόσμο του ήρωα, με ολοζώντανες περιγραφές καταστάσεων μη ελεγχόμενων από τη συνείδηση, με σπαραζόμενες αυτοκαταστροφικές επιλογές, με κοινωνικές μα και ατομικές σκληρότητες που ακόμα και τον θάνατο του άλλου επιφέρουν. Κι όλα αυτά χωρίς το έλεγχο μιας καλά δομημένης συνείδησης -μα πόσο τελικά δομείται με επάρκεια τόσο η ατομική όσο και η συλλογική συνείδηση όταν δεν μπορεί να σταματήσει την συνεχή μετακίνηση από το θετικό πόλο στον αρνητικό; Η κίνηση της αιώρας ως ιστορικό πεπρωμένο. Ψυχές, λοιπόν, αφημένες σε ένα κενό ιδεολογιών και περιπλανώμενες σε ασαφή εδάφη συναισθημάτων. Το άτομο και η εποχή του … Ή οι εποχές και οι άνθρωποι. Οπότε δεν γίνεται να αγνοηθούν οι φράσεις που εκείνος ο σχεδόν ανώνυμος συγγραφέας έριχνε -μα και ρίχνει- πάνω στον εφησυχασμό μας: Αλλά που βρισκόσασταν εσείς τους δέκα αυτούς μήνες, όταν κάθε μέρα, κάθε στιγμή , άρπαζαν και αρπάζουν με τη βία τόσους πατεράδες από τα παιδιά τους, τόσα αγόρια από τις μανάδες τους, για να τους στείλουν με τη βία στη φωτιά, στον φόνο, στον θάνατο; Επίκαιρο όσο και διαχρονικό, τολμηρό, ανατρεπτικό μυθιστόρημα, με άρωμα κλασικής αφήγησης που η μετάφραση της Σοφίας Κορνάρου την διατήρησε και στην ελληνική απόδοσή του, ενώ το επίμετρο του Γιάννη Μπαρτσώκα δίνει τεκμηριωμένες πληροφορίες για τον ίδιο τον συγγραφέα. (692 λέξεις) (Βιβλιοδρόμιο, 3/8/2024)

22.7.24

Ο Μάρκος τα λέει όλα

 

Εικόνες : Τέτη Σώλου


Ο Μάρκος εδώ και δυο μήνες ξεκίνησε το γυμνάσιο. Ο Νέστορας, ο μικρός του αδελφός, πάει ακόμα στο δημοτικό.Αλλά μπορεί ο Μάρκος να είναι ο μεγάλος αδελφός, μα αυτός που τελικά κάνει ό,τι θέλει και πάντα το δικό του γίνεται είναι ο Νέστορας. «Δεν ξέρω αν πρέπει να τον λέω αδελφάκι-αγγελάκι ή αδελφάκι-διαβολάκι» παραπονιέται ο Μάρκος και αποφασίζει να μοιραστεί με άλλους το τι σημαίνει να είσαι ο αδελφός του Νέστορα. Κι έτσι, τα λέει… όλα! Με ποιον τρόπο το κάνει αυτό; Πάντως όχι κρατώντας ένα ημερολόγιο. Υπάρχουν πιο σύγχρονοι τρόποι για να φανερώσεις όσα σε κάνουν άλλοτε να θυμώνεις κι άλλοτε να γελάς. Και στη συνέχεια όχι μόνο να τα μοιραστείς με άλλους, μα και αυτοί οι άλλοι να σε ακούσουν.
Ένα μυθιστόρημα που λέει –με κάπως ανορθόδοξο τρόπο– πολλά από αυτά που τα παιδιά δεν τολμούν να τα πούνε στους μεγάλους.

8.7.24

Μαρία Μαμαλίγκα «Μερκάντο»

 

Μαρία Μαμαλίγκα

«Μερκάντο»

Εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της Εστίας

 

Τη δική της πορεία έχει διανύσει η Μαρία Μαμαλίγκα στο χώρο της λογοτεχνίας μας. Γνωστή μέχρι σήμερα από έξι -αν καλά θυμάμαι- βιβλία για παιδιά που τα χαρακτηρίζει μια ιδιαιτέρως προσωπική άποψη για το πως μπορεί να γράφεται αυτού του είδους λογοτεχνικό κείμενο, τώρα εισέρχεται και στο χώρο της λογοτεχνίας των ενηλίκων.

Και εισέρχεται με τρόπο εντυπωσιακό.

Το τελευταίο της βιβλίο, η νουβέλα «Μερκάντο’  θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και ως ένα κείμενο ενηλικίωσης, αλλά προτιμώ να το θεωρήσω μια κατάθεση για το πως η Ιστορία βιώνεται σε ατομικό επίπεδο.

Ζούμε την Ιστορία. Όταν θα την γράψουν, θα ξέρουν πόσο προσωπικό πόνο κρύβει η κάθε γραμμή; (σελ. 84)

Με τη φράση αυτή μπορεί κανείς να περιγράψει και το βασικό νήμα που διαπερνά τη ζωή όχι μόνο της κεντρικής ηρωίδας, αλλά και όλων των υπολοίπων προσώπων του έργου.

Μια νέα κοπέλα, εβραία που ζει στη Ρόδο τα χρόνια της γερμανοϊταλικής κατοχής όλων των Δωδεκανήσων είναι το πρόσωπο στη ζωή του οποίου ο αναγνώστης θα κληθεί να συμμετάσχει.

Ναι, ακριβώς αυτό -συμμετάσχει. Γιατί η Μαρία Μαμαλίγκα έχει καταφέρει να δημιουργήσει μια δική της αφηγηματική τεχνική όπου η τριτοπρόσωπη αφήγηση συνεχώς εναλλάσσεται με ημερολογιακές καταγραφές, και όπου ακόμα οι λιτές, σχεδόν ψυχρές περιγραφές συνυπάρχουν με σκιρτήματα ψυχογραφικών και φιλοσοφικών στοχασμών.

Μια νέα, λοιπόν, Εβραία, στη Ρόδο που θα δημιουργήσει δεσμό με τον Τούρκο πολιτιστικό ακόλουθο, που θα μείνει έγκυος, αλλά θα βρεθεί μόνη μετά τον ξαφνικό θάνατο του συντρόφου της. Απέναντι σε μια κοινωνία που δυσκολεύεται να αποδεχτεί την αμφισβήτηση παραδοσιακών αρχών.

Κι ενώ οι ναζί θα μαζεύουν του εβραίους του νησιού για να τους στείλουν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, η νεαρά θα φυγαδευτεί από τον Τούρκο Πρόξενο στα παράλια της Τουρκίας με ένα άλλο πλέον όνομα και μια άλλα ταυτότητα -από Ελληνίδα και εβραία, Τουρκάλα και μουσουλμάνα.

Το παιδί της θα γεννηθεί νεκρό, ο δρόμος της θα τη φέρει στην Κωνσταντινούπολη κι ενώ εκείνη να αγωνίζεται να στήσει και πάλι μια εντελώς νέα ζωή, όλοι οι δικοί της θα χαθούν στην κόλαση του Άουσβιτς.

Αλλά η ζωή συνεχίζεται , ό,τι έχασε…  «τα ανακαλύπτω πάλι από την αρχή. Μέσα μου κι έξω. Κτίζω τον κόσμο και τον εαυτό μου ξανά» (σελ.110)

Η νεαρά κοπέλα θα ωριμάσει, θα ζήσει σε άλλες  χώρες. Μα δεν θα έχει ποτέ ξεχάσει, αλλά και με συνεχή δυσκολία θα αποδέχεται πως ήταν πάντα ένας ‘μερκάντο’ -που στα λαντίνο σημαίνει εκείνο/η που εξαγοράστηκε με λύτρα από τον θάνατο.

Μια νουβέλα όπου η χρήση της γλώσσας έχει μια πλαστικότητα, λέξεις και φράσεις ξεχασμένων διαλέκτων εισχωρούν στην αφήγηση. Κι ακόμα ένα κείμενο που έρχεται να φωτίσει μια στιγμή ιστορίας, μια από εκείνες τις στιγμές που η μεγάλη Ιστορική Αφήγηση τις έχει τοποθετήσει ως υποσημειώσεις στις πίσω σελίδες του βιβλίου της.

Η Μαρία Μαμαλίγκα έχει με δημιουργικό τρόπο εμπλουτίσει την μυθιστορηματική της εξιστόρηση  και με πολλές τοπογραφικές λεπτομέρειες, αλλά και -κυρίως αυτό- με τη δημιουργία μια ηρωίδας όπου πείθει ότι μπορεί κάλλιστα να μην είναι μια μυθιστορηματική περσόνα, αλλά μια γυναίκα που έζησε και βίωσε όλη την γκάμα των συναισθημάτων μιας εποχής που βίαια χαράκτηκε από την αναλγησία της Ιστορίας.

 

Απόσπασμα:

Η ιστορία της ποίησης -η εκδίκηση του ανθρώπου απέναντι στην Ιστορία. Τη μία, με το γιώτα μικρό, την επιλέγουμε κι είναι προσωπική. Η άλλη, με το γιώτα κεφαλαίο, μας επιβάλλεται. Αμείλικτα και απρόσωπα. (σελ. 85)

 

https://bookpress.gr/kritikes/elliniki-pezografia/20683-merkanto-tis-marias-mamaligka-kritiki-mia-zoi-eksagorasmeni-apo-ton-thanato??utm_source=Newsletter&utm_medium=email

(552 λέξεις)

6.7.24

Ο Βαγγέλης Ηλιόπουλος για "Το νησί με τις λέξεις που αγαπάνε"

 Δεν έκρυψα ποτέ ότι τα κείμενα του Κοντολέων ήταν που με οδήγησαν στον κόσμο της παιδικής λογοτεχνίας. Εκτιμώ το έργο του απεριόριστα και κάθε του βιβλίο είναι για εμένα γιορτή. Σήμερα βρίσκεται στην πιο ώριμη φάση της καριέρας του και μας χαρίζει βιβλία που πατώντας στέρεα στο παλιό ανοίγουν δρόμους στο νέο. Τέτοιο είναι και «Το νησί με τις λέξεις που αγαπάνε». Διαβάζοντάς το είναι σαν να ακούς να αφηγείται ένας παραδοσιακός αφηγητής, ενώ η τεχνική και η θεματολογία είναι εντελώς σύγχρονη. Το κείμενο αυτό δεν απευθύνεται σε συγκεκριμένη ηλικία αναγνωστικού κοινού. Σαν το καλό παραδοσιακό παραμύθι μπορεί να διαβαστεί απ’ όλους. Στα μικρότερα παιδιά μπορεί να δραματοποιηθεί και οι έξι ιστορίες να φτάνουν κάθε μέρα σε ανάλογο φάκελο. Κείμενο αλληγορικό, γεμάτο συμβολισμούς, θυμίζει «Παραμύθι χωρίς όνομα». Ο Ηγεμόνας κι η Αρχόντισσα συνειδητοποιούν ότι οι κάτοικοι του νησιού τους έχουν ξεχάσει τις παλιές ιστορίες και δεν δημιουργούν νέες. Ο τόπος σαπίζει και οι λέξεις που αγαπάνε έχουν ξεχαστεί. Κάνουν λοιπόν διαγωνισμό και ζητούν από τους νησιώτες να γράψουν ιστορίες με λέξεις που αγαπάνε. Έτσι θα διαλέξουν τον διάδοχό τους. Λαμβάνουν έξι ιστορίες (τις οποίες διαβάζουμε κι εμείς) και καταλήγουν σε μια απόφαση που … γυρίζει σελίδα στην ιστορία και φέρνει νέα ήθη στην εξουσία. Ένα βιβλίο τόσο κλασικό όσο και σύγχρονο, το οποίο κυκλοφορεί στη σειρά Μυθιστορήματα Φαντασίας, φιλοσοφεί πάνω στο ήθος της εξουσίας και στην αξία της συμμετοχής σε αυτήν όλων των πολιτών με οδηγό την αγάπη, σε μια εποχή που κυριαρχεί η ρητορική του μίσους και η εξουσία στηρίζεται στις ψεύτικες πληροφορίες και στο διχαστικό λόγο.

Β. Ηλιόπουλος


2.7.24

Yasemin Özek: «Δέσποινα, μάτια μου»

 


Γιασεμίν Οζέκ

«Δέσποινα, μάτια μου»

Μετάφραση: Σπύρος Χατζηαναστασίου

Εκδόσεις Πατάκη

 

                                                         Γράφει ο Μάνος Κοντολέων

 

Η Γιασεμίν Οζέκ (Κωνσταντινούπολη, 1980) προέρχεται από οικογένεια ανταλλαγέντων το 1923 και ασχολείται με τον κινηματογράφο και την τηλεόραση.

Το μυθιστόρημα «Δέσποινα, μάτια μου» είναι το πρώτο της λογοτεχνικό έργο και κυκλοφόρησε στην Τουρκία το 2017, ενώ μεταφράστηκε στα ελληνικά το 2022.

Η ανταλλαγή των πληθυσμών μετά την καταστροφή του ’22, είναι το θέμα που πάνω του η Οζέκ στήνει τη μυθιστορηματική της εξιστόρηση.

Η ανταλλαγή πληθυσμών του 1923 μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας προήλθε από τη Σύμβαση περί ανταλλαγής των Ελληνικών και Τούρκικων πληθυσμών που υπογράφηκε στη Λωζάνη της Ελβετίας  από τις κυβερνήσεις της Ελλάδας και της Τουρκίας. Αφορούσε τουλάχιστον 1,6 εκατομμύρια ανθρώπους (1.200.000 περίπου  Έλληνες Ορθόδοξους από τη Μικρά Ασία, την Ανατολική Θράκη, τον Πόντο και τον Καύκασο, και 400.000 περίπου Μουσουλμάνους από την Ελλάδα), οι περισσότεροι από τους οποίους έγιναν βίαια πρόσφυγες και αποξενώθηκαν από τις πατρίδες τους.

Αυτή η μεγάλη υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών δεν βασίστηκε στη γλώσσα ή την εθνικότητα, αλλά στη θρησκευτική ταυτότητα, και αφορούσε σχεδόν όλους τους γηγενείς ορθόδοξους χριστιανικούς πληθυσμούς της Τουρκίας συμπεριλαμβανομένων ακόμη και αρμενοφώνων και τουρκόφωνων ορθόδοξων, και από την άλλη πλευρά τους περισσότερους γηγενείς μουσουλμάνους της Ελλάδας, συμπεριλαμβανομένων ακόμη και ελληνόφωνων μουσουλμάνων.

Έτσι, λοιπόν, 1.600.000 περίπου άνθρωποι εξαναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα μέρη όπου είχαν γεννηθεί και μεγαλώσει, να αποχωριστούν φίλους και συχνά ακόμα και στενούς συγγενείς. Στην ουσία υπήρξαν θύματα αποφάσεων που εξυπηρετούσαν πολιτικές εξελίξεις  και που δεν λαμβάνανε υπόψη τους τα ανθρώπινα συναισθήματα.

Αυτά τα ανθρώπινα συναισθήματα η Οζέκ θέλησε να φωτίσει. Ως κεντρικό αφηγητή της ιστορίας της επιλέγει ένα οχτάχρονο αγόρι, τον Εμίν Αλή, που ζει σε χωριό νησιού απέναντι από τα παράλια της Μικράς Ασίας και που ο πατέρας του είναι Μουσουλμάνος ενώ η μητέρα του Χριστιανή.

Στο πρώτο μέρος του μυθιστορήματος περιγράφεται η ήρεμη καθημερινότητα των κατοίκων του χωριού που αν και οι περισσότεροι ζούνε σε διαφορετικές συνοικίες, ανάλογα με το θρήσκευμά τους, εντούτοις καμιά ουσιαστική διαφορά δεν τους χωρίζει.

Η όλη κατάσταση θα αρχίσει να αλλάζει όταν στο νησί φτάνουν οι πρώτοι χριστιανοί πρόσφυγες και το δράμα θα κορυφωθεί με την ανταλλαγή των πληθυσμών και την αναγκαστική μετεγκατάσταση της οικογένειας του Εμίν Αλή σε κάποιο χωριό στο Αϊβαλί.

Εκεί πλέον, η χριστιανή μητέρα του θα αναγκαστεί να κρύβει τόσο το θρήσκευμα όσο και την καταγωγή της για να μπορέσει τόσο ή ίδια όσο και η οικογένειά της να γίνουν αποδεχτοί από τους ντόπιους που πολλοί από αυτούς θρηνούν τους δικούς τους νεκρούς από τον πόλεμο που είχε προηγηθεί.

Στην ουσία έχουμε ένα μυθιστόρημα ανθρώπινου πόνου που δημιουργείται από πολιτικές αποφάσεις που δεν υπολογίζουν διαπροσωπικές σχέσεις και ατομικά συναισθήματα.

Μικρές σημειώσεις στο περιθώριο της Ιστορίας -αυτά είναι τα όσα η Γιασεμίν Οζέκ θέλησε να περιγράψει και με μια διακριτικά τρυφερή γραφή μας υπενθυμίζει.

Το δικαίωμα κάθε ανθρώπου σε μια ταυτότητα, μα και η υποχρέωση των άλλων  να σεβαστούν αυτήν την ταυτότητα.

Η αφήγηση χρησιμοποιεί ως βάση της την παιδική ερωτική ματιά του μικρού Εμίν Αλή προς την ελληνοπούλα φίλη του Δέσποινα και μέσα από αυτήν αφήνεται να ξετυλίξει την πορεία των γεγονότων και την ενηλικίωση τόσο του κεντρικού αφηγητή όσο και την νέα κατάσταση που διαμορφώνεται στις δυο χώρες.

Χαμηλόφωνο μυθιστόρημα, με πληθώρα  καλοσχηματισμένων χαρακτήρων, με συνεχή επίτευξη ισορροπίας ανάμεσα σε αντικρουόμενα συναισθήματα και ήθη. Ίσως και γι αυτό τελικά καταφέρνει -αν και περιγράφει γεγονότα μιας προηγουμένης εποχής- να υπενθυμίσει στον σημερινό αναγνώστη πως το δράμα του ανθρώπου που εξαναγκάζεται να ξεριζώνεται από τον τόπο του παραμένει πάντα μέγιστο και δυσβάσταχτο. Τότε μα και σήμερα.

 

(582 λέξεις)

 https://diastixo.gr/kritikes/xenipezografia/22737-despoina-matia-mou

25.6.24

Σοφία Νικολαϊδου "Δικά μας παιδιά"

 

Σοφία Νικολαϊδου

«Δικά μας παιδιά»

Εκδόσεις Μεταίχμιο

 

                                               Γράφει ο Μάνος Κοντολέων

 

Θα χαρακτήριζα τη Σοφία Νικολαϊδου ως μια ανήσυχη συγγραφέα, με την έννοια πως στα περισσότερα από τα έργα της αναζητά την δημιουργία μιας μυθιστορηματικής αφήγησης στηριγμένης σε κοινωνικά και ευρύτερα πολιτικά γεγονότα τόσο του σήμερα όσο και του πρόσφατου παρελθόντος.

Με άλλα λόγια η σύνθεση των χαρακτήρων των έργων της είναι προσανατολισμένη προς την ερμηνεία ευρύτερων κοινωνικών γεγονότων.

Μέσα σε μια τέτοια συνθήκη, η ίδια χρησιμοποιεί από τη μια την μυθοπλαστική της δεινότητα και από την άλλη στοιχεία που προέρχονται από έρευνες της σε χώρους εντός των οποίων σκοπεύει να βάλει τους ήρωές της να κινηθούν.

Αυτό συμβαίνει και με το πλέον πρόσφατο μυθιστόρημά της «Δικά μας παιδιά».

Κεντρικοί στόχοι της αφήγησης, από τη μια  η οπαδική βία και το πως αυτή φτάνει έως τη δολοφονία ενός εφήβου και από την άλλη η μουσική ως τρόπος απελευθερωμένης έκφρασης μιας καταπιεσμένης εφηβικής καθημερινότητας.

Μια δολοφονία, λοιπόν, στους δρόμους μιας συνοικίας της Θεσσαλονίκης θα προκαλέσει τη μυθιστορηματική δράση, αλλά βέβαια όπως κάθε βίαιο επεισόδιο, έτσι και το συγκεκριμένο  έχει από κάπου προέλθει, έχει τις ρίζες που το έθρεψαν και τους κλώνους που το κάνουν να συνεχίζει να ρίχνει τη βαριά σκιά του στην καθημερινότητα καθημερινών ανθρώπων.

Πόσο αθώοι είναι άραγε αυτοί οι καθημερινοί άνθρωποι; Και με ποιον τρόπο η βία κληροδοτείται;

Για να δώσει απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα, η Σοφία Νικολαϊδου δημιούργησε μια ομάδα μυθιστορηματικών προσώπων που και από διαφορετικές κοινωνικές τάξεις προέρχονται, αλλά και διαφορετικές ηλικίες έχουν.

Στο πρώτο επίπεδο της αφήγησης ο αναγνώστης θα συναντήσει τρεις εφήβους -μαθητές των τελευταίων τάξεων του Λυκείου. Τον Κωστή που αναζητά να εκφραστεί μέσα από τη σύνθεση ραπ στίχων, τη Τζίνα που μέσω υπολογιστή ‘ντύνει’ αυτούς τους στίχους με μουσικές και τον Μάκη που τους ακολουθεί εμψυχώνοντάς τους ως πρώτος ακροατής τους. Τρία νέα παιδιά που με κάποια ασάφεια ασφυκτιούν ως προς τις κοινωνικές νόρμες που τους επιβάλλονται και από την άλλη βασισμένα στο ένστιχτό τους βαδίζουν  προς την ατομική τους απελευθέρωση.

Μέσα από τη δική τους οπτική γωνία, αλλά και τη δική τους γλώσσα, ο αναγνώστης θα μπορέσει να ακολουθήσει την έρευνα της συγγραφέα προς την αναζήτηση του τι ακριβώς συμβαίνει πίσω από τις κλειστές πόρτες των εφηβικών δωματίων, στις μεγάλες μαθητικές και εφηβικές συγκεντρώσεις, στις αυλές των σχολικών κτιρίων, στα γραφεία των δημόσιων υπηρεσιών και στους δρόμους των πόλεων όταν αρχίζει να σκοτεινιάζει.

Λογικό είναι η έρευνα να φωτίσει και άλλα πρόσωπα και τελικά το μυθιστόρημα θα εμπλουτιστεί και με άλλους ήρωες -τους ενήλικους που με τον ένα ή τον άλλον τρόπο σχετίζονται με τη νέα γενιά και που βέβαια φέρνουν πάνω τους τα σημάδια των δικών τους νεανικών επιλογών.

Γιατί τελικά -αυτό θα έλεγα πως είναι το κεντρικό αποτύπωμα του έργου- ‘δικά μας παιδιά’ δεν είναι μόνο όσα μεγαλώνουμε, αλλά και εμείς οι ίδιοι μιας και εμείς αν και ενήλικες πλέον, παραμένουμε παιδιά των πλασμάτων που φέραμε στον κόσμο.

Η ιστορία δε περιλαμβάνει μόνο σημειώσεις του παρελθόντος, αλλά συνεχώς ανανεώνεται και  με εμπειρίες του παρόντος.

Μυθιστόρημα που ακολουθεί μορφολογικά τα όσα περιγράφει. Σύντομα κεφάλαια, εστιασμένα σε διάφορα πρόσωπα, χωρίς χρονολογική ευθυγράμμιση, υλοποιημένα με μια γλώσσα που καταφέρνει να τεμαχίζει με την αμεσότητά της.

Θύτες και θύματα συμπαρασύρονται από διαχρονικά πάθη -τον έρωτα, το χρήμα, την εξουσία, τον φθόνο, την ανερμάτιστη σκέψη, την ελεύθερη έκφραση.

Ειλικρινά από τα πλέον ενδιαφέροντα ελληνικά μυθιστορήματα των τελευταίων μηνών και που έχει ακόμα και μιας άλλης διάστασης πρόταση να καταθέσει -θα έλεγα παρόμοια με εκείνη που συναντάμε στο μυθιστόρημα «Αγνοείται»  της Brigitte Giraud (Εκδόσεις Διόπτρα)

Καθώς οι χαρακτήρες διαθέτουν μια ηλικιακή ποικιλία και από την άλλη η αφήγηση άλλοτε εστιάζεται στον εσωτερικό κόσμο των εφήβων κι άλλοτε στις ανησυχίες των ενήλικων γονέων τους και ακόμα καθώς η γλώσσα με την οποία είναι γραμμένο διαθέτει μια ανατρεπτικά νεανική λογοτεχνικότητα μέσω της οποίας φωτίζονται σκέψεις, αποφάσεις, πράξεις και υπαναχωρήσεις ενηλίκων και ανηλίκων, το έργο «Δικά μας παιδιά» κάλλιστα μπορεί να θεωρηθεί ως ένα γνήσιο μυθιστόρημα cross over, λογοτεχνικό κείμενο, δηλαδή, που διαπερνά τις ηλικιακές  αναγνωστικές  ομάδες και παράλληλά καταφέρνει ισότιμα να αναπτύξει σκέψεις και συναισθήματα ανθρώπων που αν και απέχουν μια γενιά οι μεν από τους δε, εντούτοις κάτω από μια τέτοιων προδιαγραφών εξιστόρηση οι θέσεις και οι αντιθέσεις τους συνυπάρχουν και εξηγούνται.

 https://www.literature.gr/dika-mas-paidia-sofia-nikolaidoy-ekdoseis-metaichmio/

(700 λέξεις)