2.12.22

Τέσυ Μπάιλα "Λέγε με Ισμαήλ"

 



Νομίζω πως με το έβδομο πλέον μυθιστόρημά της, η Τέσυ Μπάιλα δείχνει ξεκάθαρα το συγγραφικό της στίγμα. Ένα στίγμα που το χαρακτηρίζουν δύο βασικά χαρακτηριστικά. Το ένα έχει να κάνει με τους χρόνους όπου τα γεγονότα διαδραματίζονται – πρόκειται για ένα σχετικά πρόσφατο παρελθόν, κάπου μέσα στο κέντρο του 20ού αιώνα. Το άλλο έχει να κάνει με τον τρόπο που διαχειρίζεται τους ήρωές της.

 

Αν σταθούμε στο πρώτο, θα διαπιστώσουμε πως τα μυθιστορήματα της Μπάιλα ομοιάζουν με ιστορικά κείμενα, αλλά στην ουσία περιγράφουν γεγονότα που εκείνοι που τα έζησαν στην πλειονότητά τους ακόμα ζούνε. Κυρίως τα χρόνια γύρω από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά και λίγο πιο πριν ή και λίγο πιο μετά – σε κάθε περίπτωση, η Τέσυ Μπάιλα αφηγείται τις ζωές ανθρώπων που ο 21ος αιώνας δεν είναι ο αιώνας τους.

 

Μέσα σε εκείνη, λοιπόν, την περίοδο ζούνε οι ήρωές της, γυναίκες και άνδρες. Τους βίους τους η συγγραφέας τούς χρησιμοποιεί κυρίως για να φωτίσει την εποχή όπου ζούνε και δευτερευόντως αυτούς τους ίδιους ως «ζωντανά» πλάσματα. Δεν εννοώ –σπεύδω να διευκρινίσω– πως είναι πρόσωπα άψυχα. Καθόλου μάλιστα· αντιθέτως, τα διακρίνουν έντονα πάθη και αντιφάσεις. Αλλά κατά κάποιον τρόπο υπηρετούν μια μεγάλη γκάμα ιδεών και αξιών.

 

Ναι, η Τέσυ Μπάιλα είναι μια συγγραφέας με ενεργή συγγραφικά κοινωνική υπόσταση. Προπαγανδίζει την ισότητα των φύλων, την ελευθερία της σκέψης, την ατομική ταυτότητα, την ανεξιθρησκία και την ιδέα πως τους ανθρώπους τούς φέρνουν κοντά τα κοινά βιώματα. Από ένα σημείο και μετά ο γενέθλιος τόπος.

 

Η ζωή ένας μεγάλος αποχωρισμός είναι – από ανθρώπους, αντικείμενα, τόπους. Κι όμως, κάτι τους ενώνει – κάτι πρέπει να τους ενώνει όλους αυτούς τους αποχωρισμούς.

 


Αυτό είναι και το κεντρικό μοτίβο του τελευταίου της μυθιστορήματος. Χώρος η Κωνσταντινούπολη του 20ού αιώνα. Ήρωές της όσοι στην πόλη αυτοί ζήσανε. Και που είχαν μάθει να συνυπάρχουν ασχέτως εθνικής ταυτότητας και φυλής. Και που αν κάτι τους χώρισε –τους έκανε εχθρούς– ήταν οι έξωθεν πολιτικές όσων μετρούν την ανθρώπινη ζωή με μη ανθρώπινα μέτρα. Κεντρικό σημείο στο μυθιστόρημά της, τα γεγονότα της Πόλης το 1955. Κεντρικός χώρος –συχνά αποκτά διαστάσεις υπαρξιακής οντότητας– η ίδια η Πόλη.

 

Και αυτή την πολιτεία εκείνης της εποχής η Τέσυ Μπάιλα την περιγράφει ολοζώντανα και με αισθαντικότητα. Μια ζωντάνια και μια αισθαντικότητα που ξεκινά από τις λεωφόρους και τα στενά δρομάκια, κατρακυλά στον Βόσπορο και παράλληλα χρωματίζει όλους εκείνους που η συγγραφέας αποφάσισε να τους προσφέρει μια θέση μέσα στο μυθιστόρημά της. Όλα τα πρόσωπα –και είναι πολλά– που υπάρχουν μέσα στις σελίδες του έργου, γίνονται οικεία στον αναγνώστη. Κάτι ακόμα περισσότερο – εγγράφονται στη μνήμη του. Έχουν στοιχεία σχεδόν ρομαντικά.

 

Από τους δυο κεντρικούς χαρακτήρες –τον Έλληνα βιβλιοπώλη Ισίδωρο και τον Τούρκο καφετζή Ισμαήλ– που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά και τη βάση της αφηγούμενης ιστορίας, έως τη φερμένη λες από τα μυθιστορήματα του Μπαλζάκ, Γιασεμιώ· από την αρχοντικιά Πολίτισσα Καλλιάνθη έως τον άξεστο Ναντίρ· από τον –ευρηματικής συγγραφικής σύλληψης– σκύλο Γιουσούφ έως την ανεξάρτητη Αϊσέ, όλοι τους αποτελούν ισότιμα μέλη ενός θιάσου που η Τέσυ Μπάιλα te baila22τους χρησιμοποιεί για να υπενθυμίσει –συνέχεια υπενθυμίζει– πως: Η ζωή ένας μεγάλος αποχωρισμός είναι – από ανθρώπους, αντικείμενα, τόπους. Κι όμως, κάτι τους ενώνει – κάτι πρέπει να τους ενώνει όλους αυτούς τους αποχωρισμούς. Κι αυτό τίποτε άλλο δεν είναι παρά η μνήμη του τόπου που σε ανέθρεψε.

 

Μυθιστόρημα-τοιχογραφία μιας εποχής και μιας πόλης. Μυθιστόρημα-πινακοθήκη ανθρώπων που τη μοίρα τους τη σφράγισε μια πολιτεία με τον δικό της, εντελώς ιδιαίτερο, πολιτισμό.

 (600 λέξεις)

Τέσυ Μπάιλα: «Λέγε με Ισμαήλ» (diastixo.gr)

 

30.11.22

Όταν ένα ανέκδοτο επαναλαμβάνεται, σημαίνει πως κάποιος κανόνας ισχύει

Κάπου σε μια χρονιά της δεκαετίας του ‘90 -τότε πρέπει να ήταν. Και λέω πως πρέπει να ήταν κάπου τότε, γιατί πολύ καλά θυμάμαι πως είχα και πολλά βιβλία γράψει και πολλές συνεντεύξεις είχα δώσει και τηλεοπτικό σήριαλ βασισμένο σε μυθιστόρημα μου είχε παιχτεί κι εγώ είχα γράψει σενάρια κάμποσων τηλεοπτικών εκπομπών και τακτικότατα δημοσιευόντουσαν κριτικές μου σε έγκυρα περιοδικά και εφημερίδες και … Γενικά ήμουνα πλέον αρκούντως γνωστός, τουλάχιστον σε όσους ενδιαφέρονται για τη λογοτεχνία και ασφαλώς και ειδικότερα για την παιδική και εφηβική.

Εκείνη, λοιπόν, τη χρονιά, μια εκπαιδευτικός της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης με αναγνωρισμένο και σοβαρό ενδιαφέρον για τα παιδικά βιβλία, πρότεινε στη διευθύντρια του σχολείου (κάπου σε προάστιο της Αθήνας) όπου υπηρετούσε, καθώς πλησιάζανε οι γιορτές των Χριστουγέννων να διοργανώσουμε στο σχολείο τους μια εκδήλωση για τα παιδιά και τους κηδεμόνες τους σχετική με τη φιλαναγνωσία.

Η πρόταση δεν φάνηκε να αρέσει και τόσο στη διευθύντρια, μα η δασκάλα επέμενε και στο τέλος κατάφερε να την πείσει.

«Και τι ακριβώς θα κάνουμε;» ενδιαφέρθηκε να μάθει η διευθύντρια.

«Ε, να φωνάξουμε ένα συγγραφέα που γράφει για παιδιά και να μιλήσει για τα θετικά αποτελέσματα της φιλαναγνωσίας» η πρόταση της δασκάλας.

Βαρετό θα φάνηκε το θέμα στη διευθύντρια, αλλά αφού είχε πια αποδεχτεί την πρόταση, το μόνο που της έμενε να κάνει είναι να ρωτήσει –

«Και ποιον συγγραφέα, λες, να προσκαλέσουμε;»

Η δασκάλα είχε κάποιους κατά νου, ξεκίνησε με το πρώτο όνομα που της ήρθε στο στόμα,

«Τον Μάνο Κοντολέων, ας πούμε…»

«Άντε καλέ! Ποιος τον ξέρει αυτόν; Καλύτερα να φωνάξουμε την Πηνελόπη Δέλτα!» η διευθύντρια ήταν αποφασισμένη να σφραγίσει η ίδια την εκδήλωση που άλλος θα διοργάνωνε.

«Την Πηνελόπη Δέλτα;» η δασκάλα γούρλωσε τα μάτια της, «Μα αυτή έχει πεθάνει!» διευκρίνισε.

Σειρά της διευθύντριας να γουρλώσει τα μάτια της

«Πέθανε η Πηνελόπη Δέλτα; Πότε καλέ; Και δεν το γράψανε οι εφημερίδες!»

*****

Όλα αυτά μια χρονιά της δεκαετίας του ‘90

Και μεταφερόμαστε στο σήμερα, στο προχθές, όπου σε όλα σχολεία μιλήσανε για το Πολυτεχνείο και ως συνήθως οι δάσκαλοι μαζί με τους μαθητές διαβάσανε το απόσπασμα από το βιβλίο μου «Ο Φωκίων ήταν ελάφι» που αναφέρεται σε αυτό το γεγονός.

Σε όλα τα σχολεία έγινε αυτό και σε ένα από αυτά (σε άλλο προάστιο της Αθήνας από ότι εκείνο του ’90) μια μαθήτρια σήκωσε το χέρι της και ενημέρωσε τον νεαρό δάσκαλό της πως ο πατέρας της γνωρίζει τον συγγραφέα -εμένα, δηλαδή- και αν θέλει ο δάσκαλος της μπορεί να με προσκαλέσουνε στο σχολείο τους.

Γέλασε ο νεαρός δάσκαλος και πεπεισμένος για τη μυθομανία κάποιων μικρών παιδιών, έβαλε τα πράγματα στη θέση τους.

«Μα τι λες, κορίτσι μου; Ο Μάνος Κοντολέων έχει εδώ και χρόνια πεθάνει»

(Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειώσω πως μόνο την τελευταία διετία έχουν κυκλοφορήσει τέσσερα βιβλία μου, ενώ αρθρογραφώ μονίμως σε ημερήσια εφημερίδα, συνεργάζομαι με σχεδόν όλες τις βιβλιοφιλικές σελίδες, δίνω συνεντεύξεις και -φευ!- το κυριότερο έχω ενεργό παρουσία στο facebook)

******

Αληθινές κι οι δυο ιστορίες. Μοιάζουν ανέκδοτα -εδώ και χρόνια όταν τυχαίνει σε συντροφιά να αφηγούμαι το πρώτο, όλοι γελάνε.

Μα όταν ένα ανέκδοτο επαναλαμβάνεται και ισχυρίζεται πως στηρίζεται σε γνώση που όμως δεν ισχύει, παύει να είναι ανέκδοτο και γίνεται κανόνας.

Και δεν εννοώ, βέβαια, πως κάποια μέρα όπως η Δέλτα, έτσι κι εγώ θα πεθάνω. Άλλο ‘κανόνα’ εννοώ. Κάποιον  που έχει να κάνει με τη συνέπεια μερικών -ελαχίστων αν θέλετε και σίγουρα τονίζω αυτό το ‘μερικών’- εκπαιδευτικών που πήραν το πτυχίο τους σε ένα από τα Πανεπιστήμιά μας και με αυτό ως εφόδιο διδάσκουν και πληροφορούν τα παιδιά μας.

Από μικρά κι ασήμαντα μαθαίνει κανείς πολλά. Κι άλλωστε τα περισσότερα ανέκδοτα πέρα από το χαμόγελο προσφέρουν και μια γνώση.

Ας μην την αγνοούμε.

30/11/2022

(https://www.elniplex.com/%cf%8c%cf%84%ce%b1%ce%bd-%ce%ad%ce%bd%ce%b1-%ce%b1%ce%bd%ce%ad%ce%ba%ce%b4%ce%bf%cf%84%ce%bf-%ce%b5%cf%80%ce%b1%ce%bd%ce%b1%ce%bb%ce%b1%ce%bc%ce%b2%ce%ac%ce%bd%ce%b5%cf%84%ce%b1%ce%b9-%cf%83%ce%b7/)

15.11.22

Λογοτεχνία και νέοι- η ελληνική εκδοχή μιας σχέσης που την εμποδίζουν να αναπνεύσει.

 Λογοτεχνία και νέοι- η ελληνική εκδοχή μιας σχέσης που την εμποδίζουν να αναπνεύσει.

 

 




Πάρα πολλά είναι τα κείμενα που ανήκουν στην κατηγορία της Παιδικής και Νεανικής Λογοτεχνίας.

Αναγνωρίζοντας την ύπαρξη μιας τέτοιας κατηγορίας, αυτομάτως τη συντάσσουμε δίπλα σε άλλες κατηγορίες της Λογοτεχνίας -την κοινωνική, την ερωτική, την φιλοσοφική, την αστυνομική, την ιστορική, την επιστημονικής φαντασίας, του παραλόγου, της αμφισβήτησης, την εμπορική κ.λ.π.

Ας διευκρινίσω πως στα πλαίσια αυτού του σημειώματος, αναφερόμενος στον όρο ‘λογοτεχνία’ δεν αξιολογώ ποιοτικά τα κείμενα, αλλά αναγνωρίζω πως κάτω από αυτόν τον ορισμό περιλαμβάνεται κάθε αφήγηση που δομείται με λέξεις.

Με συμβολική μορφή: τέχνη του γραπτού λόγου και όχι Τέχνη του Γραπτού Λόγου.

Παιδική και Νεανική, λοιπόν, Λογοτεχνία (από εδώ και πέρα θα την αναφέρω ως ΠΝΛ)-μια μορφή γραπτής αφήγησης δίπλα σε άλλες.

Δίπλα σε άλλες, αλλά όχι παρόμοια με εκείνες.

Γιατί αν όλες οι άλλες (η κοινωνική, η ερωτική, αστυνομική, ιστορική κλπ) χαρακτηρίζονται από το θέμα που αναπτύσσουν, η ΠΝΛ χαρακτηρίζεται από τις ιδιαιτερότητες του κοινού προς το οποίο απευθύνεται. Γι αυτό και μέσα στο όλο σώμα της αν και διακρίνονται κάποιες από τις κατηγορίες που προηγουμένως αναφέρθηκαν (πχ κοινωνική, ιστορική, φαντασίας κ.α), στην ουσία όλες τους απολύτως καλύπτονται από τον χαρακτηρισμό ΠΝΛ.

Αυτή η βασική διαφορά -δηλαδή, η επέμβαση στο κείμενο της ηλικιακής κατάστασης του υποψήφιου αναγνώστη- έχει κάνει πολλούς να αμφισβητούν την ΠΝΛ ως λογοτεχνία.

Βασικός λόγος της αμφισβήτησής τους είναι η αυτολογοκρισία που -κατ΄ αυτούς- αποδέχεται ο συγγραφέας να επεμβαίνει και στην επιλογή του θέματος που θέλει να αναπτύξει και στις λέξεις που θέλει να χρησιμοποιήσει και κυρίως στις ιδέες και θέσεις που θέλει -πιο σωστά: επιτρέπει στον εαυτό του- να παρουσιάσει.

Αλλά αυτό ακριβώς -και πάντα – συμβαίνει; Ή μήπως υπάρχουν συγγραφείς που καταφέρνουν να διασχίσουν τις Συμπληγάδες και χωρίς να αυτολογοκρίνονται,  παράλληλα σέβονται την ιδιαιτερότητα του κοινού στο οποίο απευθύνονται;

Σίγουρα κάτι τέτοιο συμβαίνει -σπανίως, ίσως;-  αλλά συμβαίνει.

Μα πέρα από το γεγονός του πόσοι είναι εκείνοι οι συγγραφείς ΠΝΛ που ξεπερνούν το σκόπελο, το ζήτημα υπάρχει και επεμβαίνει στη σύνθεση και στο εύρος των κειμένων κι έτσι αξίζει να το πλησιάσει κανείς και να το διερευνήσει με μάλλον κοινωνικά κριτήρια, τουλάχιστον όσον αφορά τα λογοτεχνικά κείμενα που απευθύνονται σε αναγνώστες 13 ετών και άνω, δηλαδή σε εφήβους και νέους (με ένα πλέον εύστοχο χαρακτηρισμό: σε νεαρούς ενήλικες αναγνώστες)

Εδώ, στην κατηγορία αυτή αν περιοριστεί κανείς, θα διαπιστώσει το πόσο οι κοινωνικές απόψεις παρεμβαίνουν στην δημιουργία αλλά και στην κυκλοφορία λογοτεχνικών βιβλίων που έχουν στραμμένο το ενδιαφέρον τους προς τη δημιουργία μιας στενότερης σχέσης με εφήβους και νέους κατά κύριο λόγο.

Αλλά θα πρέπει πιο πριν να ερμηνεύσω γιατί διαχωρίζω  από το σύνολο των έργων της ΠΝΛ όσα βιβλία απευθύνονται σε παιδιά 8 έως 12 περίπου ετών (άτομα, δηλαδή, που και διαβάζουν μόνα τους και έχουν μια ‘αυτοδύναμη’ συναισθηματική ταύτιση με τα όσα διαβάζουν).

Ο λόγος που τα διαχωρίζω είναι απλός. Οι συγγραφείς τους ή ανήκουν στην κατηγορία εκείνων που χρησιμοποιούν την αφήγηση μιας ιστορίας για να διδάξουν κυρίως κοινωνικές συμπεριφορές ή σε όσους αναθυμούνται τα δικά τους παιδικά χρόνια και με τη δυναμική αυτών των αναμνήσεών ζωντανεύουν τους ήρωές τους. Και στις δυο περιπτώσεις δε νομίζω πως θα συναντήσει κανείς αυτολογοκρισία, αλλά η επιλογή μεθόδων διδασκαλίας με το προσωπείο της λογοτεχνίας ή επιλογή εκείνων των ατομικών βιωμάτων που ενεργοποιούν τη διάθεση να επιστρέψουν σε μια έστω και χάρτινη πραγματικότητα.

Αφήνω στην άκρη τα κείμενα της πρώτης κατηγορίας που έτσι κι αλλιώς κινούνται σε παιδαγωγικώς ελεγμένα μονοπάτια, και στρεφόμενος προς τα κείμενα της δεύτερης θα τονίσω πως ότι έχεις επιλέξει από τις δικές παιδικές εμπειρίες να το αφηγηθείς σε ένα σύγχρονο παιδί, σπανιότατα μπορεί να αποκλίνει από κάτι κοινωνικά αποδεχτό.

Επιστρέφοντας στα καθαρώς εφηβικά βιβλία θα δούμε πως εκεί μπορεί να παρουσιαστεί έντονα το φαινόμενα της αυτολογοκρισίας του συγγραφέα.

Ο έφηβος σχηματίζει τις δικές του εμπειρίες, απαιτεί να του λένε πάντα την αλήθεια την ώρα που ίσως και να είναι ευάλωτος σε πληγές που η αλήθεια αυτή μπορεί να προκαλέσει. Παράλληλα βιώνει τις εκρήξεις και τις μεταλλάξεις του ίδιου του σώματός του, τις διαφοροποιήσεις στα συναισθήματα και στα ένστιχτα που του ανοίγει η ολοκλήρωση της σεξουαλικής αλλά και γενικότερης ταυτότητάς του, ενώ έλκεται προς τις ανατροπές αξιών ή και θεσμών ή και προσώπων που έως τότε μήτε καν είχε διανοηθεί να τις αμφισβητήσει.

Ο συγγραφέας που αποφασίζει να γράψει ένα έργο με ήρωες έφηβους (και που σύμφωνα με τους κρατούντες νόμους της αγοράς προς εφηβικό κυρίως αναγνωστικό κοινό θα απευθύνεται)  εισέρχεται σε ένα ολισθηρό μονοπάτι συγγραφής. Η ολισθηρότητα έγκειται στο ότι η κοινωνία (που εξακολουθεί να προστατεύει -και σωστά- την εφηβεία) δεν είναι έτοιμη να αποδεχτεί πως το άτομο που ακόμα το φροντίζει (άρα είναι ακόμα ευάλωτο σε κινδύνους) έχει από τη μεριά του την ανάγκη μιας γνήσιας ενημέρωσης και μιας βαθιάς εμβάθυνσης της εσωτερικότητάς του.

Με μια άλλη διατύπωση: άλλος ο ρόλος της όποιας μορφής αγωγής εφήβων από έναν γονιό ή εκπαιδευτικό και άλλος ο αντίστοιχος ρόλος από ένα συγγραφέα.

Συχνά συμπλέουν. Συχνά (και μακάρι συχνότερα) αντιτίθενται.

Ο ίδιος ο  έφηβος / νέος θα κρίνει και θα αποφασίσει  ποιος από τους δυο ρόλους τον ενδιαφέρει περισσότερο να συνομιλήσει μαζί του. Κι άλλωστε -και μιας και μιλάμε για λογοτεχνία και αναγνώστες- αυτός που αποφασίζει πρέπει να είναι  αναγνώστης.

Αλλά ανάλογα με το επίπεδο ωριμότητας της κοινωνίας, αυτά τα δικαιώματα του εφήβου / νέου να επιλέξει και του συγγραφέα να αναπτύξει το θέμα του έτσι όπως εκείνος πιστεύει πως εξυπηρετεί τη λογοτεχνική αρτιότητα του έργου του, δεν είναι το ίδιο αποδεχτά.

Για την ελληνική, τουλάχιστον, πραγματικότητα δεν είναι.

Ούτε ο θεσμός της ελληνικής οικογένειας έχει ακόμα πάψει να είναι ανενημέρωτα προστατευτικός, ούτε το γενικότερο κλίμα που επικρατεί έχει ολότελα απαλλαγεί από απόψεις συντηρητικές, ούτε και ο εκπαιδευτικός μηχανισμός έχει ξεκάθαρες απόψεις για το πως θα φέρει σε επαφή τους μαθητές Γυμνασίου και Λυκείου με τη λογοτεχνία.

Και κάπου στο σημείο αυτό έρχεται να ερμηνευθεί και η επεξηγηματική πρόταση του τίτλου αυτού του άρθρου: Λογοτεχνία και νέοι -η ελληνική εκδοχή μιας σχέσης που την εμποδίζουν να αναπνεύσει.

Στρέφοντας τη ματιά μας προς το τι συμβαίνει στον τομέα αυτό σε άλλες δυτικές κοινωνίας, θα διαπιστώσουμε πως εδώ και  50 χρόνια μέχρι τις μέρες μας , έχουν κάνει την εμφάνισή μυθιστορήματα  που απευθύνονται σε νεαρούς ενήλικες αναγνώστες και τα υπογράφουν συγγραφείς με παγκόσμιο κύρος (πχ Robert Cormier, Pola Fox, Melvin Burgess, Philip Pulman, Nelson Jandy κ.α )

O καθένας με τη δική του λογοτεχνική άποψη, γράφουν ιστορίες όπου μέσα τους καταγράφονται και κοινωνικές καταγγελίες και ατομικά αδιέξοδα και θέματα σεξουαλικά και ζητήματα ταυτότητας. Συχνά, μάλιστα και ιδιαιτέρως αιχμηρά θέματα - ενδεικτικά καταγράφω τον τόμο με διηγήματα επιφανών συγγραφέων, που έχει τον ξεκάθαρο τίτλος Losing it και αφορά περιπτώσεις εφήβων και των δυο φύλων που οικειοθελώς ή με βιασμό χάνουν την παρθενιά τους.

Αυτά τα βιβλία, η κρατική παρέμβαση εκείνων των χωρών, μέσω διαφόρων εκπαιδευτικών συστημάτων, τα έχει φέρει κοντά στους νεαρούς ενήλικες αναγνώστες τους.

Και εδώ, νομίζω, πως κανείς θα διακρίνει τον λόγο γιατί αυτού του είδους η λογοτεχνία δεν έχει βρει τη θέση που της αξίζει στη χώρα μας.

Από τον καιρό της Μεταπολίτευσης έως τώρα, δεν έχουμε καταφέρει ως κοινωνία του βιβλίου να ξεχωρίσουμε πιο κείμενο είναι για μεγάλα παιδιά και πιο για εφήβους και πιο για νέους.

Παράλληλη σύγχυση επικρατεί και στην πλευρά των εκπαιδευτικών.

Στα Παιδαγωγικά Τμήματα των Πανεπιστημίων εδώ και αρκετά χρόνια διδάσκεται η Παιδική Λογοτεχνία. Οι φοιτητές των Τμημάτων αυτών προορίζονται για εκπαιδευτικοί της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης- δηλαδή θα γίνουν δάσκαλοι και θα διδάσκουν στα Δημοτικά.

Στις Φιλοσοφικές Σχολές / Τμήματα Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης οι φοιτητές διδάσκονται ελληνική λογοτεχνία, αλλά μήτε καν ακούνε δυο λέξεις για την ύπαρξη και της λογοτεχνίας εκείνης που τα θέματά της έχουν να κάνουν με την καθημερινότητα και τον ψυχικό κόσμο των μαθητών με  τους οποίους θα επικοινωνούνε.  Και όχι μόνο δεν ξέρουν τίποτε γι αυτήν, αλλά στις πλειονότητά τους έχουν διδαχτεί και να μην την εκτιμούν.

Την απαξιώνουν.

Όμως ότι δεν το βοηθάς να αναπτυχθεί, ακόμα κι αν κάποια στιγμή υπάρξει, σύντομα ή θα πεθάνει ή θα μείνει καχεκτικό.

Μέσα στα ωράρια των σχολικών προγραμμάτων των τελευταίων τάξεων του Γυμνασίου και των πρώτων του Λυκείου, τη θέση κειμένων με ήρωες σύγχρονους έφηβους, την παίρνουν έργα άξια μεν της ελληνικής λογοτεχνικής παράδοσης, αλλά που δεν συγκινούν τους μαθητές.  Ένας έφηβος του 21ου αιώνα αναζητά τον εαυτό του μέσα σε μια βαθιά και με ευαισθησία αναπτυγμένη προσωπικότητα ήρωα μυθιστορήματος γραμμένου λίγο πολύ στα χρόνια που και ο ίδιος ζει. Άλλωστε τα βράδια στο σπίτι του θα παρακολουθεί δημοφιλείς και καταξιωμένες τηλεοπτικές σειρές όπως για παράδειγμα το Sexual Education ή θα οδηγείται σε μια παραμορφωμένη έκφραση νεότητας μέσω διαφόρων εκπομπών επιφανειακού εντυπωσιασμού.

Αλλά από την άλλη, ο φιλικός του κύκλος συζητά με τρόπους διάφορους θέματα που τον ενδιαφέρουν- κάτι περισσότερο: τον… καίνε.

Αυτός ο έφηβος, λίγα χρόνια πιο πριν, ως μαθητής του Δημοτικού, είχε γνωρίσει τη συντροφικότητα ηρώων που ξεπροβάλανε από τις σελίδες μυθιστορημάτων για παιδιά.

Αλλά τώρα, εκεί κάπου στα 13 έως τα 16 του χρόνια μένει μόνος, κανείς δεν του συστήνει αυτό που τώρα του ταιριάζει και ο ίδιος με την έπαρση του νεαρού ενήλικα αποστρέφεται την όποια ανάμνηση από τα παιδικά του αναγνώσματα, αποφασίζει να πιστέψει πως η λογοτεχνία είναι για …το μικρό του αδελφάκι. Όχι για αυτόν.

Γι αυτόν άλλα είναι…

Ίσως -αν είναι τυχερός- να συναντηθεί ξανά με τη Λογοτεχνία προς το τέλος του Λυκείου ή μάλλον και πιο αργότερα. Αν είναι όμως τυχερός…

Αυτός ο ένας. Οι περισσότεροι θα έχουν χάσει την επαφή τους με την Τέχνη του Λόγου.

Κάπως έτσι σκιαγραφείται η σχέση των νέων μας με τη Λογοτεχνία.

Γι αυτό και  τα ελληνικά έργα της Νεανικής Ελληνικής Λογοτεχνίας είναι λίγα. Και από αυτά τα καλά είναι λίγα, κάποια ίσως όχι πάντα άρτια, αρκετά διαθέτουν χαρακτηριστικά παιδικών αναγνωσμάτων ή αντιγράφουν ως δημοσιογραφικά κείμενα το λεξιλόγιο των εφήβων. Έτσι κι αλλιώς κανείς δεν τα ελέγχει, δεν τα αξιολογεί, μήτε και αναμένει κάτι από αυτά.

Οι εκπαιδευτικοί της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης είναι στην πλειοψηφία τους ανενημέρωτοι* τα προγράμματα του Υπουργείου Παιδείας αποφεύγουν να αντιμετωπίσουν το ζήτημα* η στάση του Υπουργείου Πολιτισμού με σαφήνεια δείχνει πως υποβαθμίζει κάθε μορφή λογοτεχνίας που δεν απευθύνεται σε ενήλικες* οι Φιλοσοφικές Σχολές απαξιώνουν συγγραφείς και κείμενα λογοτεχνίας για νέους* τα διάφορα λογοτεχνικά έντυπα  σπανίως αφιερώνουν στήλες τους για κριτικές παρουσιάσεις και μόνο κάτι ίσως πλέον ελπιδοφόρο  συμβαίνει σε μερικές  ηλεκτρονικές λογοτεχνικές σελίδες.

Όλοι οι φορείς και όλα  τα μέσα που θα μπορούσαν να συμβάλλουν στην τόνωση (δημιουργία και ανάγνωση λογοτεχνίας για νεαρούς ενήλικες αναγνώστες) μάλλον αδρανούν.

Και οι ίδιοι οι συγγραφείς τους -όσοι τουλάχιστον πιστεύουν στην ειλικρινή λογοτεχνία- πολύ συχνά κινδυνεύουν να βρεθούν στο στόχαστρο συντηρητικών κύκλων ποικίλων ομάδων που είναι έτοιμες να καταγγείλουν τον συγγραφέα που θα τολμήσει να ξεφύγει από μια πεπατημένη συγγραφική στάση και να μιλήσει στον νεαρό ενήλικο αναγνώστη του με τη  γνήσια ηθική τόλμη της λογοτεχνικής σύνθεσης.

Πριν από λίγες μέρες παρακολουθήσαμε και ο καθένας με τον τρόπο του σχολίασε, την περίπτωση γνωστού συγγραφέα που βρέθηκε να κατέχει πορνογραφικό υλικό κακοποίησης ανηλίκων.

Το γεγονός αυτό αναμφίβολα είναι παράνομο και ως εκ τούτου κατακριτέο. Η Δικαιοσύνη έχει αναλάβει την όλη υπόθεση.

Αλλά παράλληλα μπήκε με ένταση και ζήτημα που είχε να κάνει με το κατά πόσον πρέπει να γραφτεί λογοτεχνικό έργο που θα απευθύνεται σε νέους και θα περιγράφει τολμηρές σκηνές. Ο τρόπος της περιγραφής -εννοώ τη λογοτεχνική υπόσταση της- δεν φάνηκε και πολλούς να τους απασχολεί.

Σχολιάστηκε το περιεχόμενο και όχι το πως αυτό περιγράφεται. Κι όμως μιλάμε για μυθιστόρημα που μάλιστα τιμήθηκε και με Κρατικό Βραβείο. Κατάσταση πλήρους σύγχυσης που επιβεβαιώνει την υποψία πως όταν οι πολλοί αναφέρονται στην Παιδική και Νεανική Λογοτεχνία, στην ουσία μιλάνε για ένα είδος ιδιότυπης παραλογοτεχνίας.

Αλλά ακόμα και κάτι άλλο: ποιος θα χαρακτηρίσει μια σκηνή τολμηρή και στην περίπτωση μιας νεανικής λογοτεχνίας, ακόμα και απαράδεχτα άσεμνη;

Μα η ίδια η κοινωνία. Κι αν το κάνει αναφερόμενη σε περιγραφές σεξουαλικού περιεχομένου, γιατί να μην το επαναλάβει και για περιγραφόμενες απόψεις ιδεολογικές, κοινωνικής και ιστορικής κριτικής, ψυχαναλυτικής ανάλυσης χαρακτήρων κλπ;

Επεμβάσεις που δεν λαμβάνουν κατά νου μήτε τις λογοτεχνικές προθέσεις (μα και δυνατότητες) του δημιουργού, μήτε τις ανάγκες και προτιμήσεις τους νεαρού αναγνώστη, μήτε το όλο γενικότερο κλίμα που επικρατεί στην κοινωνική καθημερινότητά μας.

Στις διαστάσεις που πήρε σε αυτόν τον τομέα η συγκεκριμένη υπόθεση, εύκολα κανείς διαπίστωσε πως λίγοι ήταν εκείνοι από τους γνωρίζοντας λογοτεχνία ήταν που πήραν θέση. Μήτε καν όσοι θεωρητικοί, πανεπιστημιακοί, συγγραφείς έχουν κατά καιρούς υπάρξει μέλη επιτροπών σημαντικών βραβείων έργων της ΠΝΛ.

Φαίνεται -μια σκέψη απλώς καταθέτω- πως για την ελληνική κοινωνία η λογοτεχνία σε σχέση με τις άλλες μορφές αφήγησης (κινηματογράφο, θέατρο κλπ) οφείλει να είναι μια τέχνη συντηρητική όσον αφορά τα νεότερα μέλη – αναγνώστες της. Κι όσο αν κάτι τέτοιο δείχνει να μην έχει λογική, στην ουσία ισχύει. Κι αυτό γιατί στην ελληνική πραγματικότητα -ας τολμήσουμε να το αποδεχτούμε- ο Λόγος ως Αρχή των Πάντων είναι και επικίνδυνος. Να μην αφήνεται ανεξέλεγκτος, λοιπόν. Η δυναμική του εισχωρεί βαθιά και τεκμηριωμένα ανατρέπει.

Πόσο επικίνδυνες ιδιότητες όλα αυτά για να προσφερθούν σε γενιές που διαμορφώνουν το μέλλον τους.

Ένα από τα παράδοξα της ελληνικής κοινωνίας, είναι κι αυτό -κινείται προς τα εμπρός έχοντας στραμμένο το πρόσωπο προς τα πίσω.

Οπότε να πως  η ελληνική εκδοχή της σχέσης λογοτεχνίας και νέων εμποδίζεται να αναπνεύσει.


 

 

 

Λογοτεχνία και κοινωνική πραγματικότητα

 



Ο κάθε συγγραφέας είναι "παιδί" της εποχής του, αλλά και του τόπου όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε.

 Χρόνος και χώρος, λοιπόν, τον έχουν επηρεάσει και ως άτομο και ασφαλώς και ως συγγραφέα.

 Δεν μπορώ, για παράδειγμα, να φανταστώ πως ο Τολστόι ή ο Ζολά θα είχαν γράψει τα ίδια έργα αν ζούσανε σε μια άλλη εποχή και σε μια άλλη χώρα από αυτές που ζήσανε.

 Αυτό δε σημαίνει πως τα έργα των διαφόρων συγγραφέων περιγράφουν πάντα με ρεαλιστική προσέγγιση εποχή και τόπο. Ασφαλώς και όχι -άλλωστε να πως έχουμε και έργα ιστορικά ή επιστημονικής φαντασίας ή και έργα που (αν και αυτό κάπως σπάνια) διαδραματίζονται σε χώρες υπαρκτές μεν, αλλά που οι συγγραφείς τους ποτέ δεν τις είχαν επισκεφθεί.

 Προσωπικά θεωρώ πως ο κάθε συγγραφέας είναι και ένας επιμέρους καθρέφτης της εποχής του, του τόπου του και βέβαια της προσωπικής του πολιτικής ιδεολογίας.

 Αυτό δεν σημάνει πως ο κάθε συγγραφέας αυτοβιογραφείται. Αλλά τα βιώματά του πάντα υπάρχουν έστω και καλυμμένα πίσω από προσωπεία.

 Αν κάτι θεωρώ πως κάνει τους συγγραφείς να διακρίνονται ο ένας από τους άλλους -πέρα από το ύφος και τα διάφορα άλλα λογοτεχνικά τερτίπια- είναι οι εμμονές τους.

 Ο κάθε συγγραφέας έχει τις εμμονές του. Δεν είναι πολλές -στον καθένα δυο, έστω τρεις. Που άλλοτε φανερά, άλλοτε κρυμμένα διατρέχουν τα κείμενά τους, μα κυρίως τα δημιουργούν.

 Και βέβαια η πολιτική ιδεολογία. Ο Χάμψουν από τη μια και ο Τσβάιχ από την άλλη ορίζουν -αν και όχι μόνο αυτοί- το πλούσιο φάσμα μέσα στο οποίο κυκλοφορούν οι συγγραφικές καταθέσεις.

 Να, λοιπόν, η σειρά με την οποία δημιουργείται το έργο: ιστορικοπολιτική ενεργοποίηση – προσωπικό βίωμα – ατομική εμμονή.

 Αν θέλουμε να γνωρίσουμε μια προηγούμενη εποχή στρεφόμαστε σε ιστορικά συγγράμματα. Αλλά η όποια άποψη θα αποκτήσουμε, θα είναι ελλιπής αν παράλληλα με την επιστημονική γνώση δεν καταφύγουμε στη λογοτεχνική παραγωγή της εποχής.

 Ξεκάθαρα αυτό μας παρουσιάζεται και με την ανάγνωση των έργων των αρχαίων κλασικών ή του Σαίξπηρ, αλλά και με ακόμα πιο σύγχρονα έργα και εποχές και μάλιστα και της δικής μας χώρας.

 Όσα κι αν μας πούνε οι ιστορικοί για τη Σμύρνη, αυτό που μας φωτίζει ο Κοσμάς Πολίτης με το «Στου Χατζηφράγκου» δεν θα το πλησιάσουμε.

 Όσα και αν μάθουμε από ιστορικές πηγές για τα χρόνια του εμφύλιου και της αθρόας μετανάστευσης που ακολούθησε, θα είναι λειψά αν δεν μας τα φέρει πιο κοντά μας ο Αλεξάνδρου με το «Κιβώτιο» του και ο Χατζής με το «Διπλό βιβλίο» του.

 Ανέφερα εισαγωγικά όλα τα παραπάνω, γιατί νομίζω πως κάτι τέτοιο υπονοούσε και ο Μπρέχτ με το:

 Μα δε θα λένε: Ήτανε σκοτεινοί καιροί

 Θα λένε: Γιατί σωπαίναν οι ποιητές τους;

 Όλα αυτά έτσι συνέβαιναν. Και ασφαλώς αναζητούμε το αν εξακολουθούν να συμβαίνουν και στην εποχή μας με τον ίδιο βαθμό και την ίδια ένταση που βλέπαμε να συμβαίνουν σε προηγούμενους καιρούς.

 Και νομίζω πως αυτό είναι και το κεντρικό θέμα της έρευνάς σας.

 Τα ελάχιστα που θα καταθέσω θα αφορούν μόνο την σημερινή ελληνική κοινωνική πραγματικότητα και την σημερινή ελληνική λογοτεχνία. Και ίσως να χαρακτηρίζονται από μια ακραίων συμπερασμάτων αναφορά, αλλά συχνά και σε καιρούς τέτοιους που μας εξαναγκάζουν να θέτουμε στο μικροσκόπιο τη σχέση λογοτεχνίας και κοινωνικής πραγματικότητας, μόνο ίσως κάτι ακραίο μπορεί και πρέπει να χρησιμοποιείται.

 Η θέση, λοιπόν, του σύγχρονου έλληνα συγγραφέα μέσα σε μια παγκοσμιοποιημένη κοινωνία -μια κατάσταση που ιδιαιτέρως μας απασχολεί.

 Θα είμαι σαφής. Είτε το παραδεχόμαστε είτε όχι, ολοένα και περισσότερο καταλαμβάνουμε ως λαός μια θέση περιθωριακή. Η Αρχαιότητα έπαψε να μας ανήκει αποκλειστικά* κτήμα πλέον όλων. Οι Ελληνιστικοί Χρόνοι, χωρίς ποτέ να υπήρξαμε καθαρόαιμοι κληρονόμοι τους, έχουν έτσι κι αλλιώς συμπιεστεί ανάμεσα στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και το Βυζάντιο. Το τελευταίο κατάφερε να αυτοπεριοριστεί στο σύμβολο μιας Αυτοκρατορίας χωρίς διαχρονικούς κληρονόμους. Η Τουρκοκρατία δεν υπήρξε ποτέ ελληνικό και μόνο δράμα κι άλλωστε φροντίσαμε κι εμείς πολύ σύντομα να την συρρικνώσουμε μετατρέποντας την σε λάβαρο. Και η σύγχρονη Ελλάδα αφού πέρασε την τραγωδία της Μικρασιατικής Καταστροφής χωρίς να την απασχολήσει μια ενδοσκοπική ανάλυσή της, αφού έζησε τα πλήγματα του Φασισμού χωρίς ποτέ να τολμήσει να διαχωρίσει την εγχώρια ήρα από τον εγχώριο σίτο, αφού ενέδωσε στη γοητεία του αμερικάνικου ονείρου χωρίς προηγουμένως να τολμήσει να μελετήσει με πολλαπλές αναγνώσεις τον Εμφύλιο, αφού με τάση αυτοάμυνας σάρκασε μια εγχώρια εκδοχή δικτατορίας, αφού καθυστερημένα και επιδερμικά επικοινώνησε με την πολλαπλή ευρωπαϊκή ανανέωση της δεκαετίας του '60, αφού με χρωματικούς συνδυασμούς επέλεγε φανατισμένα τους νέους πολιτικούς 'ισμούς' του τέλους του 20ου, τελικά είναι πλέον μια χώρα που ταυτίζεται με τον ήλιο και τη θάλασσα κάποιων νησιών.

 Την ταυτότητά της θα την ανακαλύπτουν οι άλλοι σε αφίσες αεροδρομίων και τουριστικών γραφείων.

 Άχρωμη πνευματικά χώρα -και αυτή η γνώση όλους που εδώ κατοικούμε, εν τέλει μας τρομάζει. Και όπως κάθε τρομαγμένο πλάσμα στρεφόμαστε όχι μόνο στον εαυτό μας, και στην δημιουργία ενός λίγο ή πολύ φασματικού παρελθόντος, αλλά και στη μη ανάλυσή του.

 Επικεντρωνόμαστε σε ένα ολοένα και πλέον στενάχωρο "εγώ" και -εμείς οι συγγραφείς- καταγράφουμε το τώρα με συνθήκες ατομικής ή συλλογικής επικαιρότητας.

 Νομίζω πως και γι αυτό ενώ έχουμε πολλούς και καλούς τεχνίτες της πεζογραφίας και της ποίησης δεν έχουμε πλέον μήτε έναν Καβάφη, μήτε έναν Σεφέρη… Ο πρώτος στηρίχτηκε στην απελευθερωμένη ανάγνωση του παρελθόντος* ο δεύτερος στην στοχαστική προσέγγιση του παρόντος. Κι οι δυο γι αυτό και γνήσια παγκόσμιοι όσο και Έλληνες. Αλλά ας τολμήσουμε να μην ξεχάσουμε κι έναν Καζαντζάκη -με τον δικό του τρόπο και για την εποχή του, είδε κι αυτός μια εκδοχή ελληνικής παγκοσμιότητας.

 Οι υπόλοιποι, οι σημερινοί… Τί κάνουμε;

 Αρνούμαστε να δεχτούμε πως -ναι!- με πάθος, πως -ναι!- με συνεχή βλέμματα θαυμασμού προς τον καθρέφτη μας, πως -ναι!- με δόκιμη πλέον λογοτεχνικότητα, μα και με αποτελεσματική κινητικότητα στα δωμάτια της ντόπιας κριτικής, όπως και με άλλα παρόμοια οπλοστάσια, τελικά καταγράφουμε και ενισχύουμε το περιθώριο που το μέλλον -αυτό το μέλλον της Παγκοσμιοποίησης που δεν είναι παρά η νέα μορφή Αποικιοκρατίας- έχει ήδη σχεδιάσει για εμάς.

 Μα και τι διαφορετικό θα μπορούσαμε να κάνουμε; Ο συγγραφέας δεν είναι που περιγράφει την εποχή και τον τόπο του;

Εικόνα σου είμαι κοινωνία και σου μοιάζω -κάποτε είχε δηλώσει η Γαλάτεια (κι αυτή) Καζαντζάκη και αναζητάται κάποιος ή κάποια να επαναλάβει τη δήλωση.

 Ας δούμε με ειλικρίνεια αυτόν τον τόπο -το σημερινό του στίγμα μέσα σε μια απόλυτη εποχή παγκοσμιοποίησης και μάλιστα τεχνολογικά υποστηριζόμενης.

 Ότι το δικό του στίγμα εκφράζει… Ε, αυτό εκφράζουμε κι εμείς.

 Ποιοι είμαστε;

 Μα αυτοί για τους οποίους κάποιος, κάποτε θα αναρωτηθεί:

 Γιατί σωπαίναν οι ποιητές τους;

Μάνος Κοντολέων - Είτε το παραδεχόμαστε είτε όχι, ολοένα και περισσότερο καταλαμβάνουμε ως λαός μια θέση περιθωριακή - culturebook.gr

15/11/2022

(1054 λέξεις)



13.11.22

Φραντζέσκο Ντ΄ Άνταμο "Ένα μαγικό πέρασμα"

 

Ο Ιεζεκιήλ είναι ένας ηλικιωμένος ψαράς που ζει ολομόναχος σε ένα μικρό παραθαλάσσιο χωριό της Σικελίας. Μόνος με τις αναμνήσεις του – αυτές του κρατάνε συντροφιά πλέον. Η αγαπημένη του γυναίκα έχει πεθάνει, μα εκείνος την αισθάνεται συνέχεια δίπλα του και συνομιλεί μαζί της. Ο γιος του έχει μεγαλώσει, σπούδασε, παντρεύτηκε, κάνει επιτυχημένη καριέρα στην Ελβετία, όπου ζει μαζί με τη γυναίκα του και τον γιο του, τον εγγονό του Ιεζεκιήλ, τον Τονίνο. Παππούς και εγγονός έχουν μόνο ελάχιστες φορές συναντηθεί, αλλά ο Ιεζεκιήλ τον έχει κι αυτόν συνέχεια συντροφιά του – το μικρό αγόρι μαζί με τον σκύλο του, τον Σπαγγέτι, τους μιλά, τους μαθαίνει τα μυστικά της θάλασσας.

 

 

Έτσι μοναχικά περνά τις μέρες του ο γερο-ψαράς, μέχρι που ένα χάραμα, καθώς κάνει τον πρωινό του περίπατο, βλέπει μια βάρκα με πρόσφυγες από τις απέναντι ακτές της Αφρικής να κινδυνεύει να πέσει πάνω στα βράχια και να διαλυθεί, καθώς εκείνο το χάραμα τα κύματα είναι πολύ άγρια. Ο Ιεζεκιήλ ειδοποιεί τους συγχωριανούς του, οι πρόσφυγες καταφέρνουν να βγουν σώοι στην ακτή και από εκεί να συνεχίσουν την πορεία τους προς το εσωτερικό της χώρας.

 

Στην παραλία έχει ξεχαστεί ένα παιδικό σακίδιο που μέσα του έχει μερικά μολύβια, ένα τετράδιο, μια οικογενειακή φωτογραφία, κάποια παιχνιδάκια. Κάποιο προσφυγόπουλο το ξέχασε, αλλά ο Ιεζεκιήλ αισθάνεται πως αυτό το σακίδιο που δεν ακολούθησε τον κάτοχό του πρέπει να επιστραφεί από εκεί που ξεκίνησε, να δοθεί στη μητέρα του παιδιού (το αγόρι το συνόδευε ένας άντρας) ως απόδειξη πως ο γιος της τα έχει καταφέρει, έχει επιβιώσει. Και ο Ιεζεκιήλ αποφασίζει, πέρα από κάθε λογική, να κάνει αυτό το ταξίδι με την παλιά του μαούνα, αυτή που για χρόνια πολλά τον συντρόφευε στα ψαρέματά του.

 

Αυτή με λίγες αράδες είναι η αρχή της ιστορίας που αφηγείται ο Ντ’ Αντάμο. Αλλά η συνέχεια ξαφνιάζει. Γιατί μέσα στην παλιά μαούνα ο γερο-ψαράς θα έχει συντροφιά τον εγγονό του και τον σκύλο του. Ένα ταξίδι που γίνεται, λοιπόν, όχι μόνο για να δώσει ευχάριστο μήνυμα σε μια μάνα, αλλά και ένα ταξίδι που θα έπρεπε να είχε πριν από χρόνια γίνει, ένα ταξίδι που θα στέριωνε τη σχέση παππού και εγγονού.

 

Η πραγματικότητα συνυπάρχει με τη φαντασία, στην ουσία η δεύτερη είναι εκείνη που οδηγεί την εξέλιξη των γεγονότων. Όλα τους πραγματικά, αλλά συναισθηματικά χρωματισμένα από την υλοποίηση ενός ονείρου. Η αποστολή θα είναι επιτυχής. Η μητέρα θα βρεθεί. Θα κλείσει μέσα στην αγκαλιά της το σακίδιο του γιου της. Οι τρεις ταξιδιώτες θα επιστρέψουν στην παραλία απ’ όπου ξεκίνησαν, αλλά τότε πλέον και πάλι ο Ιεζεκιήλ θα μείνει μόνος. Ο εγγονός και το σκυλί θα επιστρέψουν στον δικό τους κόσμο. Σε έναν κόσμο που δεν ανήκει σε έναν γερο-ψαρά. Αλλά σημασία θα έχει αυτό που ο ηλικιωμένος άνθρωπος έζησε, ή ίσως και να φαντάστηκε, πως είναι ικανός ακόμα να προσφέρει τη βοήθειά του στους άλλους.

 

Ένα σύντομο σχετικά μυθιστόρημα, μια μικρή ποιητική αλληγορία και παράλληλα μια πλούσια σε περιγραφές πορεία ολοκλήρωσης μιας ζωής. Και ασφαλώς μια κατάθεση πολιτικής στάσης απέναντι στο θέμα των μεταναστών. Όλα αυτά πολύ σημαντικά. Αλλά εκείνο που με έκανε να προσέξω ιδιαίτερα αυτό το βιβλίο είναι οι ανατροπές που πάνω τους υλοποιήθηκε.

 

Λέγεται πως βασικό στοιχείο ενός βιβλίου για παιδιά πρέπει να είναι το γεγονός πως ο πρωταγωνιστής είναι ένα παιδί. Εδώ αυτή η σύμβαση ανατρέπεται και προσφέρει την ευκαιρία στον νεαρό αναγνώστη του να γνωρίσει τον συναισθηματικό κόσμο ενός ηλικιωμένου. Ένα ακόμα βασικό στοιχείο που θεωρείται αναγκαίο σε μυθιστόρημα για παιδιά είναι πως πρέπει να διαθέτει έντονη δράση. Εδώ η δράση που υπάρχει –και αναμφίβολα υπάρχει– δεν έχει να κάνει με γεγονότα που προκαλούν αγωνία, αλλά με συναισθηματικές ανακαλύψεις.

 

Το νησί, για παράδειγμα, που ο Ιεζεκιήλ και η παρέα του θα συναντήσουν στο μέσο του ταξιδιού τους, δεν είναι νησί – πρόκειται για έναν μη-τόπο, μια νήσο νεφελώδη στην οποία κατοικούν όσοι μετανάστες δεν κατάφεραν να κάνουν το ταξίδι. Ένας τόπος νεκρών, κι όμως ένας τόπος όχι μόνο ήρεμος και γαλήνιος και φιλικός, αλλά και ένας τόπος απ’ όπου, εκείνοι οι οποίοι τον κατοικούν, μπορούν να επεμβαίνουν και να βοηθούν όσους έχουν αφήσει πίσω τους, στην πραγματική ζωή.

 

Και τέλος, η ίδια η γλώσσα με την οποία ο Ντ’ Αντάμο αφηγείται. Πλούσια, ποιητική, στοχαστική, χιουμοριστική – γλώσσα καθαρής λογοτεχνίας. Ειλικρινά ένα καλό βιβλίο για παιδιά. Για παιδιά; Όχι μόνο γι’ αυτά. Όπως κάθε καλή λογοτεχνία, διαβάζεται από αναγνώστες κάθε ηλικίας. Η μετάφραση της Βασιλικής Νίκα βοηθά σε αυτό.

 

(723 λέξεις)

https://diastixo.gr/kritikes/paidika/19261-ena-magiko-perasma

11/11/2022

5.11.22

Joseph Roth «Ο τυφλός καθρέφτης»

 Joseph Roth

«Ο τυφλός καθρέφτης»

Μετάφραση: Γιώργος Δεπάστας

Εκδόσεις Κριτική

 


Ο Γιόζεφ Ροτ γεννήθηκε το 1894 από εβραίους γονείς στην Ανατολική Γαλικία (σημερινή Ουκρανία). Σπούδασε φιλοσοφία και γερμανική φιλολογία ι στη Βιέννη. Έλαβε μέρος στον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο. Κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου εργάστηκε ως δημοσιογράφος στη Βιέννη και στο Βερολίνο, όπου έζησε δώδεκα χρόνια. Ήδη από το 1922 εντοπίζει και στηλιτεύει από τους πρώτους τον Χίτλερ. Εβραίος ο ίδιος, ασκεί έντονη κριτική στη συμβιβαστική στάση της εβραϊκής κοινότητας. Το 1932 δηλώνει σ' ένα φίλο του: "Πρέπει να φύγουμε. Θα κάψουν τα βιβλία μας και θα είμαστε εμείς ο στόχος... Πρέπει να φύγουμε ώστε μόνο τα βιβλία μας να παραδοθούν στην πυρά." Στις 30 Ιανουαρίου του 1933, τη μέρα που ο Χίτλερ αναγορεύεται καγκελάριος του Ράιχ, ο Ροτ μεταναστεύει οριστικά στο Παρίσι, όπου θα περάσει τα τελευταία χρόνια της ζωής του φτωχός και αλκοολικός, ως το θάνατό του το 1939. Άφησε έργο εκτεταμένο και ποικίλο: δεκατρία μυθιστορήματα, οχτώ μεγάλα αφηγήματα, τρεις τόμους δοκιμίων και ανταποκρίσεων, αμέτρητα άρθρα.

Αγαπητός συγγραφέας στο ελληνικό κοινό μιας και αρκετά από τα βιβλία του έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά, έχει ένα δικό του τρόπο να περιγράφει την εποχή του -η πολιτική βρίσκεται πάντα στο κεντρικό πλάνο και πάνω του κινούνται οι ανθρώπινες μορφές που χαρακτήρισαν τα χρόνια του μεσοπολέμου στην Κεντρική Ευρώπη.

Διαθέτοντας μια ιδιαίτερη ικανότητα να ψυχογραφεί, στρέφει συχνά την προσοχή του προς πρόσωπα αχνά, από εκείνα που περνούν δίπλα μας, αλλά δεν τους δίνουμε ιδιαίτερη σημασία. Μα μήτε και τα ίδια πιστεύουν και τόσο στις δικές τους δυνάμεις.

Στο βιβλίο αυτό περιέχονται δυο εκτενή διηγήματα –«Ο τυφλός καθρέφτης -ένα μικρό μυθιστόρημα» και «Απρίλης – η ιστορία μιας αγάπης»

Στο πρώτο κεντρική ηρωίδα η Φίνι, μια μάλλον άχρωμη εξωτερικά κοπέλα που ‘έρχεται απ΄τα στενά σπίτια και μεγαλώνει στα δωμάτια με τους τυφλούς καθρέφτες, μένει πάντα ντροπαλή κι ασήμαντη σ΄όλη τη ζωή’.

Η Φίνι αναζητά να υπάρχει δίπλα σε άντρες. Δεν γνωρίζει τον τρόπο να τους διαχειρίζεται όπως η αδελφή της, αλλά αντίθετα αφήνεται από αυτούς να καθορίζουν ζωή και όνειρά της.

Μια γυναίκα που δεν μπορεί να υπερασπιστεί αυτό που θέλει, ίσως γιατί και στην ουσία δεν το έχει ξεκαθαρίσει.

Εύκολο, λοιπόν, θύμα, τύπων μα και συνθηκών μιας εποχής που αφήνεται στη γοητεία του δήθεν -δήθεν έρωτας, δήθεν τέχνη, δήθεν συμπαράσταση.

Η ζωή της -το σώμα της- θα βυθιστεί παθητικά στο ποτάμι και το ρεύμα  θα την πάρει μαζί του, θα την κρύψει από τα βλέμματα του κόσμου.

Μια ζωή που κανείς δεν πρόσεξε* ένας θάνατος που κανείς δεν μπόρεσε να εξηγήσει την αιτία του.

Στο δεύτερο κείμενο -μικρότερο σε έκταση- κεντρικό πρόσωπο ένας άντρας που περιπλανιέται αναζητώντας κάτι που και ο ίδιος δεν έχει ξεκαθαρίσει ποιο μπορεί να είναι.

Εγκλωβισμένος στην παθητικότητά του, αδυνατεί να επικοινωνήσει με τους κατοίκους της προσωρινής διαμονής του.

Κι όμως με μια μοναχικότητα και με απόλυτη έλλειψη διεκδίκησης θα δημιουργήσει ένα δεσμό χωρίς όμως και να τολμά να αφεθεί σε αυτόν.

Παράλληλα θα τον προσελκύσει το πρόσωπο μιας γυναίκας που την βλέπει μόνο από ένα παράθυρο, θα υποψιαστεί πως αυτή είναι η γυναίκα της ζωής του, αλλά και πάλι άτολμος θα αφεθεί να πιστέψει σε διαδόσεις που ισχυρίζονται πως η κοπέλα αυτή δεν έχει μέλλον.

Κινείται παθητικά ανάμεσα στις δυο γυναίκες, δεν τολμά να αποφασίσει ποια στάση θέλει και αξίζει να κρατήσει, θα προτιμήσει τη φυγή και την ώρα που θα την πραγματώνει θα διαπιστώσει πως η μοναξιά του είναι αποτέλεσμα της δικής του αβουλίας.

Κείμενα που αν και έχουν έντονη την ικανότητα να ψυχογραφούν, στην ουσία περιγράφουν μια εποχή και τους ανθρώπους της.

Μια εποχή που κανείς δεν την εμπόδισε να πάρει τη μορφή ενός απάνθρωπου και αδιέξοδου καθεστώτος.

(Περί Ου , 5/11/22 - 620 λέξεις)

24.10.22

Παλιές Βιεννέζικες Ιστορίες

 

Παλιές Βιενέζικες Ιστορίες

Μετάφραση: Β. Χ. Παλιγγίνης

Εκδόσεις Οδός Πανός

 

                          

Η παγκόσμια ιστορίας της λογοτεχνίας διαθέτει κομβικά σημεία -άλλοτε είναι έργα, άλλοτε συγγραφείς. Αλλά ως ιστορία δεν μπορεί να έχει μόνο κόμβους, μα και πορείες -τάσεις, επιστροφές, ανασχέσεις, αδιέξοδα, ανοίγματα.

Λένε πως ο χρόνος είναι εκείνος που τελικά καθορίζει την αξία ενός λογοτεχνικού έργου και το ταλέντο ενός δημιουργού.

Ο χρόνος που ακολουθεί τη στιγμή της κυκλοφορίας του έργου.

Μια πολύ πρόχειρη ματιά στους συγγραφείς που έχουν τιμηθεί με Nobel να αποδεικνύει, άραγε, αυτή τη σκέψη;

Ο Γάλλος ποιητής Συλί Προυντόμ ήταν ο πρώτος που τιμήθηκε με αυτό το βραβείο, το 1901. Ποιητής -ελάχιστοι από εμάς έχουν διαβάσει έστω και ένα δικό ποίημα. Κι όμως την εποχή του αναγνωριζόταν ως μεγάλος ποιητής.

Η Νορβηγίδα μυθιστοριογράφος Σίγκριντ Ούντσετ τιμήθηκε με το Nobel το 1928. Τα έργα της διαβάστηκαν στην εποχή της και η ίδια είχε εξασκήσει μια σημαντική αντιναζιστική δράση. Σήμερα, παραμένει άγνωστη.

Δεν συμβαίνει κάτι παρόμοιο με πολλούς άλλους συγγραφείς -τον Χάμσουν, τον Μαν, τον Πιραντέλλο, τον Φώκνερ ή τον Έλιοτ.

Σημαντικότεροι οι δεύτεροι από τους πρώτους ή μήπως κάποιοι άλλοι λόγοι έχουν επέμβει στη διαμόρφωση και το ποσοστό αθανασίας;

Δύσκολη η όποια απάντηση κι άλλωστε ας μην ξεχνάμε πως πολύ συχνά συγγραφείς που μετά τον θάνατό τους λησμονήθηκαν, μετά από κάποια χρόνια, οι νεότερες γενιές τους λάτρεψαν.

Δε κάθε περίπτωση, ζούμε πλέον σε μια εποχή πληθώρας εκδόσεων και πληθώρας νέων συγγραφέων και είναι λογικό -όσο και τραγικό ή συχνά απλώς άδικο- το νέο να παραμερίζει το παλαιό.

Αλλά τα έργα γραφτήκανε και για κάποια χρόνια επηρέασαν άλλους συγγραφείς, διαμόρφωσαν τα κριτήρια των αναγνωστών. Συμμετείχαν στην Ιστορία της Λογοτεχνίας.

Κάτω από μια τέτοια λογική, η κυκλοφορία ενός μικρού τόμου διηγημάτων παλιών βιεννέζων συγγραφέων από τις Εκδόσεις της Οδού Πανός, έχει το δικό της ενδιαφέρον καθώς μας γνωρίζει -μάλλον μια γεύση μας δίνει- του τρόπου γραφής συγγραφέων που έζησαν και έγραψαν στην Αυστρία τον 19ο και τον 20ο αιώνα

Του τρόπου γραφής ή πιο σωστά των κοινωνικών ηθών και συγγραφικών ανησυχιών που επικρατούσαν σε μια από τις μεγάλες πρωτεύουσες της Ευρώπης στα χρόνια της παντοδυναμίας της.

Τελικά στην Ιστορία μυείσαι και μέσα από τις ιστορίες.

Η επιλογή και η μετάφραση έχει γίνει από τον Β. Χ. Παλιγγίνη (1937 -2020) έναν βασικό συνεργάτη των Εκδόσεων της Οδού Πανός, ιδιαίτερο γνώστη των λογοτεχνικών και φιλοσοφικών ρευμάτων των γερμανόφωνων χωρών.

Η επιλογή και μετάφραση αυτών των διηγημάτων ήταν η τελευταία του πρόταση προς τον εκδότη και αυτό μας κάνει να πιστεύουμε πως η ανάγνωση των διηγημάτων μας προσφέρει μια χαρακτηριστική ποικιλία των λογοτεχνικών τάσεων που κυριάρχησαν στη γερμανική γλώσσα πριν από ένα και περισσότερο αιώνα.

Το πρώτο διήγημα της συλλογής –«Περπάτημα στις κατακόμβες»- έχει την υπογραφή του  Adalbert Stifter (1805 – 1868), ενός Αυστριακού συγγραφέα, ποιητή, ζωγράφου και παιδαγωγού.

Ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής στο γερμανικό κοινό για τις ζωντανές περιγραφές του -κυρίως τόπων. Και το συγκεκριμένο κείμενο το αποδεικνύει καθώς ο αφηγητής μας ξεναγεί στις κατακόμβες του Αγίου Στεφάνου στη Βιέννη και παράλληλα με τις ολοζώντανες περιγραφές του, καταθέτει και κάποιους ουσιαστικούς προβληματισμούς πάνω στην θνητότητα του ανθρώπου από τη μια και την υπεροψία του από την άλλη.

 Ο Franz Grillparzer (1791 – 1872), που ακολουθεί με το διήγημα «Ο φτωχός οργανοπαίχτης» ήταν Αυστριακός ποιητής και θεατρικός συγγραφέας. Διακρινόταν από μία προδιάθεση προς την κατήφεια και τη μελαγχολία, που επηρέασε το έργο του. Στο γράψιμό του συνδυάζονται ο ιδεαλισμός και ο ρομαντισμός· οι ήρωές του ταλαντεύονται ανάμεσα στο πάθος για τη ζωή και στην έφεση προς την ψυχική ηρεμία.

Εδώ αυτά τα στοιχεία -ιδεαλισμός και ρομαντισμός- βρίσκουν την απόλυτη έκφραση τους και συνταιριάζονται στην εξομολόγηση ενός πλανόδιου οργανοπαίχτη που η αγάπη του για την ίδια την έννοια της μουσικής τον οδηγεί στην απόλυτη εξαθλίωση αλλά και στην απόλυτη αρμονία με τις αρχές του.

Ακολουθεί ο Rainer-Maria RilkeΡάινερ (1875 – 1926) -ίσως ο πιο γνωστός από τους ανθολογούμενους. Φημισμένος λυρικός ποιητής και πεζογράφος του 20ού αιώνα. Οι εικόνες του εστιάζονται στη δυσκολία της κοινωνίας σε μια εποχή δυσπιστίας, μοναξιάς, και βαθιάς ανησυχίας - θέματα που τον τοποθετούν ως ποιητή με εξέχουσα θέση μεταξύ της παραδοσιακής και νεότερης ποίησης.

Το κείμενο που τον εκπροσωπεί είναι από τα πλέον σύντομα και διαθέτει μια αρκούντως  σύγχρονη δομή, καθώς περιγράφεται η μοναξιά του αληθινού καλλιτέχνη που ζει ανάμεσα σε ανθρώπους που χρησιμοποιούν την Τέχνη τους για κοινωνικές συναναστροφές.

Ο Ferdinand von Saar (1833-1906) που υπογράφει το διήγημα με τίτλο «Η βιολίστρια» ήταν κι αυτός αυστριακός πεζογράφος , θεατρικός συγγραφέας και ποιητής . Θεωρείται ως ένας από τους σημαντικότερους ρεαλιστές αφηγητές στην αυστριακή λογοτεχνία στα τέλη του 19ου αιώνα. Τα έργα του χαρακτηρίζονται από ανθρωπιστικό ήθος και κοινωνική κριτική .

Από τα άλλα διηγήματα της συλλογής, το δικό του είναι εκείνο που έχει τα περισσότερα στοιχεία μιας νουβέλας. Με διακριτικότητα ο αφηγητής παρακολουθεί το κατρακύλισμα μιας νέας γυναίκας με ταλέντο βιολίστριας, που αυτοκαταστρέφεται προσδεμένη πάντα σε μια κυριαρχική ανδρική παρουσία δίπλα της. Ένας πρώιμος φεμινισμός το χαρακτηρίζει, που όμως παραμένει πάντα ιδωμένος από την ανδρική ματιά του τέλους του 19ου αιώνα.

Ο Franz Viktor Werfel (1890 -1945) ήταν Εβραίος Αυστρό-Βοημιανός μυθιστορηματογράφος, θεατρικός συγγραφέας και ποιητής. Ιδιαίτερα αναγνωρισμένος και στην Ευρώπη. Θεωρείται ως ένας από τους σπουδαιότερους εκφραστές της γερμανικής και αυστριακής λογοτεχνίας.

Το διήγημα του «Ο θάνατος του μικροαστού» είναι ίσως το πλέον κοντά σε μια συνύπαρξη κλασικής θυσίας και νεωτεριστικής κριτικής της μικροαστικής τάξης. Ο κεντρικός ήρωας, ένα μόνιμο θύμα των πολιτικών αλλαγών και της γραφειοκρατίας, θα καταφέρει να επιτελέσει την μέγιστη ανατροπή της ζωής του με τον ίδιο τον θάνατό του. Πέρα από το ενδιαφέροντα τρόπο με τον οποίον χαρακτηρίζεται ο πρωταγωνιστής, ο αναγνώστης δεν μπορεί παρά να θαυμάσει και την τεχνική με την οποία σκιαγραφούνται και οι άλλοι ήρωες του δράματος.

Ο Alfred Polgar (1873 - 1955) ήταν αυστριακός αρθρογράφος, κριτικός θεάτρου, συγγραφέας και περιστασιακά μεταφραστής και σεναριογράφος. Ιδιαίτερα τιμημένος στη χώρα του όσο ζούσε. Κι αυτό άνετα το δικαιολογεί και το σύντομο διήγημα του με τίτλο «Στον τηλεφωνικό θάλαμο». Με γραφή κοφτή, αγχωμένη και με μια κινηματογραφική άποψη αφήγησης, μας παρουσιάζει την τραγική εκπομπή ενός σήματος κίνδυνου ατόμου που πεθαίνει μέσα στο κρύο, μέσα στο κέντρο μιας πρωτεύουσας, μέσα στην καρδιά μιας ευημερούσας κοινωνίας. Τηρουμένων των αναλογιών μια εκδοχή της ιστορίας του κοριτσιού με τα σπίρτα.

Ο Georg Trakl, (1887 — 1914) ήταν Αυστριακός εξπρεσσιονιστής ποιητής. Μια τάση φυγής, μια σχεδόν αναρχική διάθεση δεν του επέτρεψαν να ενταχθεί σε μια τακτοποιημένη ζωή μέσα στην αυστηρή αστική κοινωνία. Θα πεθάνει από μεγάλη χρήση κοκαϊνης σε ηλικία 27 χρονών.

Αυτή την άναρχη ζωή, αυτό το άδικο τέλος καταγράφει -προφητικά;- και το διήγημα «Αποκάλυψη και όλεθρος». Γραφή δίχως έλεγχο, ασθμαίνουσα, παραπέουσα, αδιάφορη για την όποια λογική συνέπεια, καταθέτει με τον δικό της τρόπο ακριβώς αυτό που και ο ίδιος ο συγγραφέας ήταν -τη μη ένταξη στο όποιο είδος. Η αποκάλυψη και ο όλεθρος μια δίδυμη σχέση καταστροφής.

Μετά την ολοκλήρωση της ανάγνωσης όλων των διηγημάτων και πέρα από την απρόσμενη ομορφιά που συναντάς να σου χαρίζει η λησμονημένη ποιότητα, αυτό που σου μένει -καθόλου λίγο- είναι πως η ευρωπαϊκή λογοτεχνία έχει ένα καλά θεμελιωμένο παρελθόν που θωρακίζει τους νεότερους πεζογράφους της  -σαφέστατα όχι μόνο όσους γράφουν στη γερμανική γλώσσα.

Θα πρέπει να σημειωθεί και η ικανότητα του μεταφραστή να προσαρμόζει γνώσεις και μεταφραστικό ταλέντο στο ύφος του κάθε κειμένου.

Με έναν περίεργο τρόπο παραμένει αφανής, ενώ από την άλλη η παρουσία του στην ελληνική έκδοση είναι βέβαιο πως κινεί τα πάντα.

(Βιβλιοδρόμιο, 22/10/22)

(1213 λέξεις)

10.10.22

«Το χρονικό ενός δυσλεκτικού» του Γιάννη Πάσχου

 


 «Μια αυτοβιογραφική αφήγηση λιτή όσο πρέπει, περιεκτική όσο πρέπει, εξομολογητική όσο πρέπει».

 











Ο Γιάννης Πάσχος γεννήθηκε στα Γιάννενα το 1954. Είναι καθηγητής ιχθυολογίας. Και παράλληλα τα τελευταία δεκαεπτά περίπου χρόνια καταθέτει και τις λογοτεχνικές επιδόσεις του. Και χρησιμοποιώ τη λέξη «επιδόσεις» διότι τα λογοτεχνικά κείμενα του Πάσχου δεν είναι μόνο πως ανήκουν σε διάφορα είδη –ποιήματα, διηγήματα, αφηγήματα, επιστημονικά– αλλά, κυρίως, χαρακτηρίζονται από μια δική του ματιά ανάγνωσης του κόσμου – συχνά χιουμοριστική, συχνά σχολιαστική, συχνά υποδόρια σαρκαστική.

 

Και αν αυτά τα στοιχεία των κειμένων του έχουν κάνει τον Γιάννη Πάσχο ιδιαιτέρως αγαπητό σε ένα απαιτητικό αναγνωστικό κοινό, τώρα με αυτό το αυτοβιογραφικό του κείμενο φωτίζεται και φανερώνεται ο λόγος για τον οποίο τα στοιχεία αυτά υπάρχουν. Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου σημειώνει:

 

«Βράδυ, Δεκέμβρης του 2021. Εκεί που έψαχνα κάτι στο διαδίκτυο, έπεσα πάνω σε ένα on line τεστ δυσλεξίας για ενήλικες. Ήταν δέκα ερωτήσεις κι έπρεπε να απαντηθούν με ένα ΝΑΙ ή με ένα ΟΧΙ. Στο τέλος έγραφε: Για κάθε ΝΑΙ παίρνετε έναν βαθμό. Εάν συγκεντρώσατε επτά ή περισσότερους βαθμούς, πιθανώς να έχετε δυσλεξία, οπότε θα πρέπει να αναζητήσετε τη συμβουλή ειδικού για περαιτέρω αξιολόγηση και υποστήριξη. Και στις δέκα ερωτήσεις απάντησα ΝΑΙ. Συνεπέστατος!

 

Ήρθαν στον νου μου τα χρόνια που πέρασαν και τι έχω τραβήξει με αυτή την ιστορία από τότε πού ήμουν παιδί. Τι να πρωτοθυμηθώ, αλήθεια! Για έναν περίεργο, όμως, λόγο οι αναμνήσεις μου ήταν όλες τόσο εξαιρετικά διαυγείς, τόσο στέρεα παρούσες, που, καθώς με συνεπήραν στο παρελθόν του χρόνου, μέσα εκεί, αποφάσισα, χωρίς σχεδόν να το καταλάβω, να καταγράψω το χρονικό αυτό, το χρονικό ενός δυσλεκτικού.

 

Παρεμπιπτόντως, η δυσλεξία μου «διαγνώσθηκε» όταν ήμουν ήδη στα σαράντα πέντε (!). Ως τότε δεν το γνώριζα».

 

Με άλλα λόγια ο αναγνώστης αυτού του τόσο ασυνήθιστου όσο και ελκυστικού αναγνώσματος μπορεί να προσεγγίσει και να κατανοήσει θέματα που έχουν να κάνουν με τη δύναμη ενός χαρακτήρα που ενάντια στις στερεοτυπικές κοινωνικές προβλέψεις μπόρεσε να χαράξει τον δικό του δρόμο και μάλιστα να τον χαράξει με όλους τους σχεδιασμούς της παιδικής του ηλικίας, αλλά ακόμα να επιβεβαιώσει τις στρεβλώσεις ενός εκπαιδευτικού συστήματος που αντί να δίνει το δικαίωμα σε κάθε παιδί να αναπτύξει τα εντελώς προσωπικά του στοιχεία, επιδιώκει να το περιορίσει και με προκρούστια βούληση να το φέρει στα δικά του πρότυπα.

 

Και βέβαια καταγραφή της δύναμης ενός ανθρώπου που με πίστη στον εαυτό του, οδηγεί την ίδια του τη ζωή εκεί όπου ο ίδιος θέλει.

 

perispomeni pasxos to xroniko enos duslektikouΑυτά όλα ως προς της αξία του περιεχομένου. Αλλά το Χρονικό ενός δυσλεκτικού είναι και ένα ιδιαιτέρως αξιοπρόσεχτο λογοτεχνικό κείμενο. Σίγουρα αυτοβιογραφικό, σίγουρα η απλότητα της εξιστόρησης συνυπάρχει με σκέψεις κοινωνικές και ψυχολογικές. Σίγουρα έχει χιούμορ, όσο και στιγμές τρυφερότητας.

 

Μα πάνω απ΄ όλα είναι ένα κείμενο που μπορεί κανείς να το εντάξει στην κατηγορία των κειμένων ενηλικίωσης (τόσο πλέον σπάνια τα συναντά κανείς στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία) και παράλληλα ένα φωτεινό δείγμα μυθιστορήματος cross over που έρχεται να ενταχθεί, χωρίς προηγούμενο σχεδιασμό, σε αυτήν την τόσο αξιοπρόσεχτη κατηγορία μυθιστορημάτων.

 

Μια αυτοβιογραφική αφήγηση λιτή όσο πρέπει, περιεκτική όσο πρέπει, εξομολογητική όσο πρέπει – τελικά ανάγνωσμα που το χαίρονται οι ενήλικες και θα το απολαύσουν οι έφηβοι. Και βέβαια, καταγραφή της δύναμης ενός ανθρώπου που με πίστη στον εαυτό του οδηγεί την ίδια του τη ζωή εκεί όπου ο ίδιος θέλει. Να σημειώσω την ιδιαιτέρως προσεγμένη έκδοση από τον εκδοτικό οίκο Περισπωμένη. Η επιλογή της φωτογραφίας του εξωφύλλου αποτελεί ενεργό μέρος του κειμένου.

(570 λέξεις)

Book Press 9/10/2022

Αχιλλέας Ραζής «Είναι τέρας;»

 

Αχιλλέας Ραζής

«Είναι τέρας;»

Εκδόσεις Καλειδοσκόπιο

 

Μια νέα μορφή εικονογραφημένων βιβλίων, αφού έχει γίνει ήδη ιδιαιτέρως αγαπητή στο εξωτερικό, έχει κάνει σχετικά πρόσφατα και δειλά την παρουσία της και στην Ελλάδα. Αναφέρομαι σε εκείνα τα βιβλία όπου οι λέξεις απουσιάζουν και την όποια ιστορία αναλαμβάνουν να την αφηγηθούν οι εικόνες. Νομίζω περίπου πέντε είναι αυτά που μέχρι σήμερα έχουν κυκλοφορήσει από ελληνικούς εκδοτικούς οίκους, αλλά σχεδιασμένα από ξένους εικονογράφους, και μόλις τρία (στον βαθμό που προσωπικά γνωρίζω) εκείνα που τα υπογράφουν Έλληνες εικαστικοί.

 

Τα βιβλία αυτά τα έχουν ονομάσει «σιωπηλά βιβλία», με την έννοια πως απουσιάζουν οι λέξεις, αλλά εγώ δηλώνω την αντίρρησή μου σε αυτή την ονομασία και προτιμώ να αναφέρομαι σε αυτά ως «βουβά βιβλία» (όρο που άλλωστε έχει επίσης χρησιμοποιήσει και η Μαριάννα Μίσιου στη μελέτη της Βουβά κόμικς και εικονοβιβλία, Εκδόσεις Καλειδοσκόπιο 2020). Και διαφωνώ με τον χαρακτηρισμό «σιωπηλά» γιατί η απουσία λέξεων δεν σημαίνει σιωπή και μόνο – άλλωστε όλα τα μεγάλα λογοτεχνικά έργα χαρακτηρίζονται από στιγμές σιωπής, στιγμές δηλαδή που επιτρέπουν στη φωνή του αναγνώστη τους να παρέμβει και να συμμετάσχει στην αναγνωστική δημιουργία. Προτιμώ τον χαρακτηρισμό «βουβά», μιας και δεν υπάρχει ο ήχος που ακόμα και η πιο μικρή λέξη μπορεί να παραγάγει.

 

Αλλά σε τι μπορεί να εξυπηρετεί ένα βιβλίο που έχει μόνο εικόνες και καθόλου λόγια, και βέβαια αναφέρομαι σε εικόνες με άρτια αισθητική υπόσταση και όχι απλώς σχέδια περιγραφικά μιας κατάστασης ή κάποιων προσώπων, ζώων κ.λπ.; Και τελικά, αυτού του είδους τα βιβλία σε ποιον απευθύνονται; Και δικαιολογημένα τα εντάσσουμε στον γενικότερο χώρο των βιβλίων για παιδιά;

 

Αναμφίβολα, οι εικόνες με τον δικό τους τρόπο οδηγούν στην ανάπτυξη της δημιουργικής σύνθεσής τους εκ μέρους ενός παιδιού. Δημιουργικής όσο και προσωπικής. Και γι’ αυτό άλλωστε αυτού του είδους τα βιβλία θεωρούνται ως αποτελεσματικά εργαλεία στη νοητική και ψυχολογική ωρίμανση των παιδιών. Ναι, κάτι τέτοιο συμβαίνει, αλλά αναρωτιέμαι σε τι όχι μόνο θα εμποδιστεί ένας ενήλικας να το χαρεί από πλευράς αισθητικής, αλλά ακόμα περισσότερο να το χρησιμοποιήσει και αυτός ως βάση για να περιηγηθεί σε μια δική του –καθόλου βέβαια «σιωπηλή»– εσωτερική ανάγνωση και αναγνώριση των συναισθημάτων

«Είναι τέρας;» δείχνει να αναρωτιέται ο μικρός ήρωας του ομώνυμου βιβλίου του εικαστικού Αχιλλέα Ραζή. Είναι τέρας η φιγούρα μιας κούκλας μέσα στο ημίφως του παιδικού δωματίου; Είναι τέρας η σκιά του, που άλλοτε μεγαλώνει κι άλλοτε μικραίνει, αλλά πάντα εκεί γύρω του είναι; Είναι τέρας ένας σκύλος που κάθεται στη γωνία του δρόμου; Τέρας το περίγραμμα ενός κτηρίου που σκιάζει τον όγκο ενός άλλου; Κάποιο τέρας κρύβεται στις σκοτεινές γωνιές του σπιτιού; Τι το τερατώδες μπορεί να συμβαίνει και ο κόσμος γύρω αλλάζει χρώμα, καθώς η μέρα υποχωρεί στη νύχτα;

 

Τέτοιες οι εικόνες που γεμίζουν τις σελίδες για να ακολουθήσουν μετά κάποιες άλλες, που δεν επιχειρούν να εξηγήσουν με επιστημονικό τρόπο όλα αυτά, αλλά να τα εντάξουν μέσα στη δημιουργική διαδικασία της φαντασίας. Γιατί από την εποχή των πρωτόγονων ανθρώπων ήταν το άγνωστο που, αφού πρώτα φαινότανε ως τέρας, μετά έμπαινε στη θέση του, γινότανε μια καθημερινότητα, αλλά άφηνε το ίχνος μιας φαντασιακής προσέγγισης αυτού του καθημερινού συμβάντος.

 

Κάπως έτσι γεννήθηκαν οι μύθοι, οι θρύλοι, η μυθολογία… Κάπως έτσι η φαντασία. Μα και κάπως έτσι γεννιούνται τα σύγχρονα τέρατα της σύγχρονης καθημερινότητας, που μπορεί να μην καταδυναστεύουν τις νύχτες των παιδιών, αλλά καταπιέζουν τους ενήλικες. Και γι’ αυτούς τον ρόλο αυτής της ψυχικής ισορροπίας μπορεί να τον προσφέρει η Τέχνη, είτε με τη μορφή των λέξεων είτε με τη μορφή των εικόνων. Άρτια εικαστικά βιβλία, που αξίζει να τα χαίρονται όλοι. Στην ουσία να χαίρονται αυτή τη μορφή αφήγησης, που μπορεί να είναι βουβή μα καθόλου σιωπηλή. Γιατί καμιά ουσιαστική αφήγηση δεν κραυγάζει. Συνήθως ψιθυρίζει, ενίοτε και σιωπά. Χρησιμοποίησα τον όρο «αφήγηση» θέλοντας να υποδηλώσω πως η παρουσία του αφηγητή –είτε ως συγγραφέα είτε ως εικονογράφου– πάντα θα δηλώνεται.

 

Μια πολύ προσεγμένη έκδοση και ιδιαίτερα κατατοπιστικό, για τον πρωτόπειρο αναγνώστη αυτού του είδους βιβλίων, το σημείωμα του δημιουργού στο τέλος του βιβλίου.diastixo.gr | βιβλίο & τέχνες

(665 λέξεις)

Diastixo 4/10/22

 

2.10.22

Εκεί που πεθαίνει ο άνεμος

 

‘Αλμπερτ Μπετράν Μπας

«Εκεί που πεθαίνει ο άνεμος»

Μετάφραση: Αγγελική Βασιλάκου

Εκδόσεις Κλειδάριθμος

 

              Ο Αλμπερτ Μπετράν Μπας γεννήθηκε στη Βαρκελώνη το 1982.

Σπούδασε Δημοσιογραφία, αλλά σύντομα ανακάλυψε πως προτιμά να ασχοληθεί με την συγγραφή σεναρίων. Οπότε και μετακόμισε στη Νέα Υόρκη όπου και συνέχισε τις σπουδές του στον τομέα του σεναρίου και της σκηνοθεσίας.

Όταν ολοκλήρωσε το πρώτο του σενάριο, οι διάφοροι παραγωγοί στους οποίους απευθύνθηκε του το απέρριψαν λόγω μεγάλου κόστους -επρόκειτο για μια ιστορία που με βάση των έρωτα δύο νέων, περιέγραφε και τον Ισπανικό Εμφύλιο Πόλεμο, αλλά και προχωρούσε μέχρι της μέρες μας.

Οπότε ο Μπας σκέφτηκε πως την ίδια ιστορία θα μπορούσε να την αφηγηθεί με τη μορφή ενός μυθιστορήματος. Και αυτό έκανε κι έτσι προέκυψε το «Εκεί που πεθαίνει ο άνεμος».

Πρόκειται για τη ζωή ενός άνδρα, που στα δεκαπέντε του χρόνια μένει ορφανός καθώς οι φρανκιστές σκοτώνουν τους δυο γονείς του και που στη συνέχεια θα ζήσει μια περιπετειώδη ζωή -μια ζωή που θα τον φέρει  να πίνει το ποτό του με τον Χέμινγουεϊ, να γνωρίζει τον Χίτλερ, να κάνει έρωτα στο αυτοκίνητο του Φράνκο, να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στη βύθιση του πλοίου ‘Ουρουγουάη’ , αφού όμως πρώτα είχε γνωρίσει τη φτώχεια και τη βιαιότητα  σε μια Βαρκελώνη που τα ναζιστικά αεροπλάνα την βομβαρδίζαν και αφού ακόμα πιο πριν, φυγάς στα ορεινά σύνορα Ισπανίας- Γαλλίας , θα είχε ερωτευθεί μια σχεδόν συνομήλική του αντάρτισσα, η οποία και τελικά θα γίνει το κέντρο όλης του της ζωής, χωρίς ποτέ οι δυο τους να καταφέρουν να ζήσουν μαζί.

Δίπλα του μια κιθάρα, πάνω στις χορδές της θα συνθέτει μελωδίες που θα περιγράφουν όλα αυτά, αλλά κυρίως να αναφέρονται σε εκείνον τον πρώτο και μοναδικό του έρωτα.

Μυθιστόρημα, λοιπόν, που συνδυάζει την έντονη πλοκή, τα πλούσια συναισθήματα, τις ιστορικές περιγραφές, το «Εκεί που πεθαίνει άνεμος» λογικά έγινε αμέσως μια μεγάλη επιτυχία.

Αλλά παράλληλα με αυτά τα στοιχεία που του δίνουν τη δυνατότητα να μπορεί να συγκινήσει ένα πολυπληθές κοινό, ο Μπας καταφέρνει με το μυθιστόρημά του αυτό να περιγράψει έναν σχεδόν αιώνα και το πως οι ιδεολογίες που στα μέσα του 20ου ξεσήκωναν τους λαούς, σήμερα έχουν γίνει λέξεις χωρίς περιεχόμενο :

Και τί απέγινε η δημοκρατία; Ευτελίστηκε από τους μεν και από τους δε. Γιατί δεν ωφελεί να δίνεις φωνή στον λαό όταν κανείς δεν θέλει να τον ακούσει; Και τι ωφελεί να ψηφίζουνε χιλιάδες όταν η εξουσία συγκεντρώνεται σε πέντ’ έξι πρόσωπα; (σελ. 573)

Κάπου εδώ ίσως και να υπάρχει το ένα από τα δυο -θα τα έλεγα καινοφανή- στοιχεία αυτού του μυθιστορήματος. Ενός μυθιστορήματος γραμμένου από άνδρα κοντά σαράντα χρονών που ξεκαθαρίζει τον τρόπο με τον οποίο ένα μεγάλο, πολύ μεγάλο μέρος των συνομηλίκων του πολιτών σε παγκόσμιο επίπεδο εκφράζουν την νέα μορφή πολιτικοποίησης.

Κι ακόμα το ότι διαθέτει μια μορφή όπου η λογοτεχνική δόμηση δανείζεται τις τεχνικές διαλόγου και περιγραφών σεναρίου. Μια μορφή απρόσμενης αφηγηματικής οικονομίας, αλλά και παράλληλα χαρακτήρες έντονα σχεδιασμένοι, όχι τόσο γιατί εκφράζουν με σύνθετες προτάσεις τις σκέψεις και τα συναισθήματά τους, όσο γιατί όλα αυτά φανερώνονται μέσα από σύντομους διαλόγους που συνυπάρχουν με κινηματογραφικά- θα έλεγε κανείς –  πλάνα.

Άρπαξα το μενταγιόν πάνω από τα ρούχα.

«Δεν μπορώ να στο δώσω. Δεν είναι δικό μου. Υποσχέθηκα να το επιστρέψω στον ιδιοκτήτη του»

«Ναι…κατάλαβα, είναι κλεμμένο».

«Δεν το έκλεψα», φώναξα προσβεβλημένος.

«Φυσικά, φυσικά… Τώρα μιλάει η εμπειρία, ξέρεις; Την ακούω και την αφουγκράζομαι. Και σε διαβεβαιώ, κανείς δεν δίνει κάτι τέτοιο με την ελπίδα ότι θα του το επιστρέψουν».

«Ίσως σου λείπει η εμπειρία».

«Ό,τι πεις», ψιθύρισε καθώς μου γύριζε την πλάτη.

«Δηλαδή…δεν θα με βοηθήσεις;»

Ο Πολίτο με κοίταξε  κάπως ενοχλημένος. Ο θυμός  του όμως ξεθύμανε και τελικά χαμογέλασε.

«Θα δείξει», απάντησε καθώς κουλουριαζότανε  βάζοντας το μπράτσο του για μαξιλάρι και έκλεινε τα μάτια του.(σελ. 78)

Διάλογοι ειλικρινείς που με την αμεσότητα σεναριακής προσέγγισης περιγράφουν χαρακτήρες.

Ίσως, βέβαια, σε αυτό το αποτέλεσμα να οδηγήθηκε ο Μπας καθώς -όπως ο ίδιος έχει δηλώσει- όλη η ιστορία στηρίζεται στις αναμνήσεις του από τις αφηγήσεις του παππού του, που και τελικά υπήρξε το πρόπλασμα του κεντρικού χαρακτήρα.

Τελικά το βίωμα πάντα έχει κάτι ουσιαστικό να προσφέρει στην Τέχνη, μα και στην Ιστορία.

Η μετάφραση της Αγγελική Βασιλάκου διαθέτει (τα πιο πάνω αποσπάσματα, νομίζω, πως το αποδεικνύουν) μια ροή και παρακολουθούν τις απαιτήσεις του αρχικού κειμένου.

(774 λέξεις)

(Βιβλιοδρόμιο, 1/10/2022

1.10.22

Μάκης Τσίτας "Έρχεται ο Γίγαντας"

 

Μάκης Τσίτας

«Έρχεται ο γίγαντας»

Εικόνες: Νικόλας Χατζησταμούλος

Εκδόσεις Μεταίχμιο

 

Ο Μάκης Τσίτας σίγουρα είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση στη λογοτεχνία μας.

Γράφει μυθιστορήματα , νουβέλες, διηγήματα και θεατρικά για ενήλικες και μάλιστα με ιδιαίτερη επιτυχία και πανευρωπαϊκή αναγνώριση, και παράλληλα γράφει μικρές ιστορίες για παιδιά των πρώτων τάξεων του Δημοτικού.

Οι ιστορίες τους αυτές έχουν συχνά και μια κοινωνική διάσταση (πχ «Και βγάζω το καπέλο μου»), όπως επίσης και πολύ επίσης συχνά ασχολούνται με τις ενδοοικογενειακές σχέσεις (πχ «Ο δικός μου παππούς»)

Αυτού του είδους οι αφηγήσεις έτσι όπως έχουν ως στόχος τους να ‘συνομιλήσουν΄ με αναγνώστες όπου μόλις έχουν μάθει μόνοι τους να διαβάζουν,  διαθέτουν φράσεις στρωτές και σύντομες και λέξεις που περιέχονται στο λεξιλόγιο ενός μικρής ηλικίας αναγνώστη, την ίδια όμως στιγμή που θα επιχειρούν και να το εμπλουτίσουν.

Συνθήκες που καθιστούν την αισθητική αποτελεσματικότητα της αφήγησης ιδιαίτερα δύσκολη και το όλο εγχείρημα θα τύχει μιας επιτυχημένης ενσάρκωσης , αν ο δημιουργός του γνωρίζει τον τρόπο να επικοινωνεί με ένα μικρής ηλικίας αναγνώστη χωρίς παράλληλα να μειώνει το ουσιώδες που κινητοποίησε την αφήγησή του.

Αυτές τις συνθήκες ο Μάκης Τσίτας γνωρίζει τον τρόπο να τις συνταιριάζει και αυτό φαίνεται ιδιαιτέρως και στο τελευταίο του βιβλίο –«Έρχεται ο γίγαντας»- όπου στην ουσία πρόκειται για ένα καθαρώς πολιτικής ανάλυσης αφήγημα που αφορά την συμπεριφορά των ανθρώπων μέσα στο σύγχρονο πλέγμα της ανεξέλεγκτης διάδοσης μιας είδησης.

Η αφηγούμενη ιστορία απλή: σε μια πόλη διαδίδονται φήμες πως πλησιάζει μια καταστροφή που θα έρθει μαζί με την άφιξη ενός γίγαντα.

Οι απλοί πολίτες φοβισμένοι μαζεύουν τρόφιμα, ενισχύουν με σύγχρονα μέσα την προστασία των σπιτιών τους, οπλίζονται και οι ίδιοι με διάφορα όπλα.

Από πού ξεκίνησε αυτή η είδηση και ποιοι είναι τελικά εκείνοι που θα έχουν υλικό όφελος από τον τρόμο των πολιτών;

Και τελικά όταν ο γίγαντας θα έρθει θα είναι αυτός που κάποιοι έπεισαν τους πολλούς πως θα είναι -ένας, δηλαδή,  επικίνδυνος καταστροφέας;

Μέσα από μια απλή στην σύλληψή της ιστορία και με τρόπο επίσης απλό όσο και κατανοητό από ένα μικρό παιδί, ο Τσίτας προσφέρει τη δυνατότητα αυτό το μικρό παιδί (και με τη βοήθεια ενός ενήλικα -γονιού ή δάσκαλου) να θωρακιστεί από την μη ελεγχόμενη πληροφορία και να κατανοήσει πως πριν αποδεχτούμε μια είδηση αξίζει να προσπαθήσουμε να ελέγξουμε την πηγή της.

Από τις καλύτερες μικρές ιστορίες του Μάκη Τσίτα, το «Έρχεται ο γίγαντας», είχε και την τύχη να εικονογραφηθεί με παραστατική ευρηματικότητα από τον Νικόλα Χατζησταμούλο.

 

(402 λέξεις)

https://bookpress.gr/fakeloi/paidia/16215-erxetai-o-gigantas-tou-maki-tsita-kritiki?utm_source=Newsletter&utm_medium=email&fbclid=IwAR2JeqSACLIuRN4KzsWFNAFRn-Y71QWDMIJZwFTvn8duF6meTv2IfK_ZsOQ

30/9/2022

10.9.22

Συνέντευξη στο Fosonline

 

Aν σας έλεγαν ότι ένας πτυχιούχος του Φυσικού έγραψε πάνω από 80 βιβλία και τα περισσότερα παιδικά, θα κοιτούσατε με απορία και θα θέλατε να μάθετε την ιστορία του.

 

 Μάνος Κοντολέων: Ένας φυσικός με... 80 βιβλία

Συνέντευξη στον Στέφανο Λεμονίδη

10/9/2022Συνέντευξξ

 (https://www.fosonline.gr/plus/vivlio/article/205782/manos-kontoleon-enas-fysikos-me-80-vivlia?fbclid=IwAR1EAopgmDnWByMgzEeCvfW-Yyakjw3wthWYrDCTwh-ehvXvYEFh3DdL5pc)

Μια ιστορία που έχει ρίζες στη Σμύρνη, την πρώην κοσμοπολίτισσα πόλη της Μικράς Ασίας, κάρπισε και άνθισε στην Αθήνα και φτάνει μέχρι τον όμορφο Άγιο Λαυρέντιο του Πηλίου. Ογδόντα και πάνω, λοιπόν, βιβλία, κάθε είδους - μυθιστορήματα, διηγήματα, παραμύθια, θεατρικά. Άλλα από αυτά βιωματικά, με «πειραματόζωα» την ίδια του την οικογένεια, άλλα καθαρώς προϊόντα μυθοπλασίας, πολλά με όχημα τη φαντασία, αλλά που στηρίζονται σε ιστορικά πρόσωπα, ιδιαίτερα της αρχαίας Ελλάδας, μα και σε σύγχρονα κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα.

 

Διαβάστε Επίσης

Ολυμπιακός: Το αρνητικό σερί στην Ευρώπη μεγαλώνει!

Σας μπερδέψαμε; Θα μας ξεμπερδέψει ο ίδιος ο Μάνος Κοντολέων, που θα βάλει τα πράγματα σε μια σειρά, θα πιάσει τον μίτο της Αριάδνης για να μας οδηγήσει στο μέλλον.

 

Οι γονείς μου ήταν από τη Σμύρνη, απ’ όπου έφυγαν με τη Μικρασιατική Καταστροφή μικρά παιδιά, γνωρίστηκαν στην Αθήνα και έκαναν οικογένεια στην Ανάληψη, μια γειτονιά μεταξύ Καισαριανής και Βύρωνα.

 

Είχαν σχέση με τα γράμματα;

 

Ο πατέρας μου πήρε πτυχίο Παντείου, η μητέρα μου τελείωσε το Γυμνάσιο και ήταν αμφότεροι δημόσιοι υπάλληλοι. Ο Δημήτρης και η Άννα, για τους φίλους ο Μήτσος και η Νίτσα. Αγαπούσαν όμως τα βιβλία και έχω κρατήσει τα περισσότερα παιδικά που μου δώρισαν με αφιέρωση. Είχαμε και ιεροτελεστία, όταν βλέπαμε στον κινηματογράφο ιστορικές ταινίες, όπως ο «Ριχάρδος ο Λεοντόκαρδος». Γυρίζαμε στο σπίτι, ανοίγαμε τις εγκυκλοπαίδειες και ψάχναμε ό,τι σχετικό υπήρχε για τον ήρωα και τους συμπρωταγωνιστές του. Το καλοκαίρι όλοι είχαμε ένα βιβλίο και συνήθως όταν το τελείωναν οι μεγάλοι περνούσε στα δικά μου χέρια. Το αγαπημένο της εφηβείας μου ήταν η «Ντεζιρέ» της Άννα-Μαρία Σελίνκο.

 

 

Η καταγωγή από τη Σμύρνη έπαιξε ρόλο στη ζωή σας;

 

Βέβαια. Οι Σμυρνιοί φημίζονταν για τη φιλομάθειά τους, είχαν έφεση στην κουλτούρα και στη μόρφωση. Αυτά τα θεωρούσαν δεδομένα. Και το όνειρο κάθε πρόσφυγα και του πατέρα μου ήταν φυσικά ένα πτυχίο. Δεν πήρε της Νομικής που ήταν ο πόθος του, πήρε της Παντείου.

 

Επέστρεψαν ποτέ στη Σμύρνη;

 

Όχι, γιατί η δική τους Σμύρνη δεν υπήρχε μετά την καταστροφή. Η κοσμοπολίτισσα Σμύρνη αφανίστηκε, η γειτονιά τους κάηκε. Τι να πάνε να κάνουν σε μια άγνωστη πόλη; Κουβάλησαν όμως από την πόλη τους την κοσμοθεωρία της, τον αστικό τρόπο ζωής, ενώ ο πατέρας μου είχε πάρει και τις βάσεις από την Ευαγγελική Σχολή όπου σπούδασε.

 

Η Σμύρνη, όμως, δεν ήταν η μόνη τραυματική εμπειρία της οικογένειας Κοντολέων. Μια άλλη φωτιά αλλά σε ελληνικό έδαφος ήταν τραγική…

 

Πρώτος σταθμός του πατέρα μου ήταν η Λήμνος, όπου νυμφεύθηκε μια Λημνιά, που κάηκε μαζί με το παιδί τους σε κινηματογράφο. Το 1939 έφυγαν από τη ζωή 70 άτομα. Η τραγωδία στο μεγαλείο της. Έμεινε στην Ιστορία εκείνη η πυρκαγιά. Από τη Λήμνο ο πατέρας μου έφυγε και αργότερα γνωρίστηκε με τη μητέρα μου, παντρεύτηκαν… Γεννήθηκα εγώ. Το μοναχοπαίδι τους.

 

Κάνουμε ένα άλμα και περνάμε στην εισαγωγή του ήρωά μας στο Φυσικό Τμήμα της Φυσικομαθηματικής Σχολής, με το πρώτο έτος στη Θεσσαλονίκη και τη συνέχεια στην Αθήνα. Πόσο αφύσικο ακούγεται για έναν πτυχιούχο Φυσικής να είναι συγγραφέας 80 βιβλίων...

 

Δεν μπορούσα να πάω στη Φιλοσοφική ή σε Φιλολογική Σχολή για δύο λόγους. Πρώτον, δεν μου άρεσε καθόλου το συντακτικό και, δεύτερον, ήμουν και είμαι ανορθόγραφος. Στην Αρχιτεκτονική ήθελα να πάω, αλλά βρέθηκα στο Φυσικό και επηρέασαν τη ζωή μου οι νόμοι της Φυσικής. Η θετική προδιάθεσή μου επηρέασε τον τρόπο που κατασκεύασα στη συνέχεια τα βιβλία μου. Ευτυχώς που δεν πέρασα στην Αρχιτεκτονική, γιατί ίσως γινόταν μια διαμάχη με το καλλιτεχνικό του πράγματος και έπρεπε να διαλέξω ανάμεσα στα εικαστικά και στη λογοτεχνία.

 

Μπροστά από την εποχή του, ασχολήθηκε από το 1970 με τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές, γεγονός που τον βοήθησε στη ζωή και στην καριέρα του.

 

Παρακολούθησα προγράμματα της ΙΒΜ και αυτό με βοήθησε αργότερα στην Ολυμπιακή Αεροπορία όπου εργάστηκα. Κράτησα από τη Φυσική βασικούς της νόμους, που επηρεάζουν και τις ανθρώπινες σχέσεις. Π.χ. «δράση-αντίδραση», «αν μου φερθείς καλά, θα σου φερθώ καλά», «αν με βρίσεις, θα σε βρίσω».

 

 

Το πρώτο συγγραφικό σκίρτημα;

 

Τέλος του Δημοτικού δημοσιεύτηκαν κείμενά μου στη «Διάπλαση των Παίδων». Ο πατέρας και η μητέρα μου με προέτρεπαν να γράφω, έπαιρναν τα πονήματά μου και τα δακτυλογραφούσαν κι όταν έρχονταν οι φίλοι τους με άφηναν να τα διαβάζω. Με ενθαρρύνανε. Καταλυτικό ρόλο έπαιξε και η κλίση που είχε η μητέρα μου στην αφήγηση. Μου αφηγούταν με καταπληκτικό τρόπο την καθημερινότητα στην Ελλάδα και στον διεθνή χώρο με ζωντανό τρόπο. Αυτό ανέπτυξε τη φαντασία μου.

 

Πρώτη έκδοση;

 

Κυκλοφόρησαν δύο τόμοι το 1969. Ο ένας με τίτλο «Διήγημα 69», όπου υπήρχαν διηγήματα δέκα ταλαντούχων νέων από τις εκδόσεις «Κάλβος», μεταξύ των οποίων και ένα δικό μου. Την ίδια χρονιά ένας Πειραιώτικος Σύνδεσμος κυκλοφόρησε μια ανθολογία με διηγήματα και ποιήματα και συμπεριέλαβε και δικά μου έργα.

 

Παύση δέκα χρόνων και νέο «χτύπημα» το 1979…

 

Είχα την τύχη να μετακομίσουμε σε μια πολυκατοικία στον Άγιο Λουκά στα Πατήσια. Και στον πάνω όροφο έμενε η Γαλάτεια Γρηγοριάδου Σουρέλη και με μύησε στην παιδική λογοτεχνία. Ως τότε διάβαζα τους κλασικούς, Δουμά, Ντίκενς, και χάρη σε αυτήν πέρασα και στους σύγχρονους. Ταυτόχρονα, άκουγα το Θέατρο της Δευτέρας και έγραφα κριτικές.

 

Πού;

 

Στο ημερολόγιό μου. Είχα διαβάσει πολύ Πλωρίτη και δειλά δειλά άρχισα να κάνω τα πρώτα βήματα. Εν τω μεταξύ, παντρεύτηκα και πήγα στον στρατό. Όταν απολύθηκα, ξεκίνησα να εργάζομαι στην Ολυμπιακή, ενώ η γυναίκα μου ήταν καθηγήτρια αγγλικών. Μεγαλώναμε μόνοι την κόρη μας, το πρώτο μας παιδί. Εκείνη τα πρωινά, εγώ τα απογεύματα. Τα απογεύματα λοιπόν ετοίμαζα το γάλα του παιδιού, το άλλαζα, το κοίμιζα και άρχισα να ψάχνω τρόπους για να συνδυάζω όλα αυτά με το όνειρό μου να γίνω συγγραφέας. Σχεδόν με λογική συνέπεια στράφηκα στην παιδική λογοτεχνία που θα ένωνε το όνειρό μου με το παιδί μου. Το 1974 λοιπόν ασχολήθηκα με την επικαιρότητα της εποχής και έγραψα για το Πολυτεχνείο, την Κύπρο, τη διεκδίκηση της ελευθερίας. Έγραψα το «Φωκίων το ελάφι» και μετά το «Κάποτε στην Ποντικούπολη», όπου αναφέρθηκα στην έννοια της απεργίας, πώς οργανώνεται και πώς εφαρμόζεται. Κυκλοφόρησαν τα βιβλία από τον Καστανιώτη. Παράλληλα, το 1979 έγραψα για την «Εστία» παραμύθια με θέματα το περιβάλλον και είχα στενή συνεργασία με το περιοδικό «Ρόδι». Το 1980, όταν γεννήθηκε ο γιος μας, πέθανε ο πατέρας μου και στην «Αφήγηση» -στο πρώτο μου βιβλίο για ενήλικες- συνδύασα το χθες με το αύριο, με θέμα την ιστορία του πατέρα μου. Καθαρά βιωματικό βιβλίο. Από εκεί και πέρα συνέχισα πλέον να γράφω και για παιδιά και για μεγάλους.

 

Η συνέχεια;

 

Ακολούθησα τα παιδιά μου στην εφηβεία τους και χρησιμοποιούσα την οικογένειά μου ως πειραματόζωο. Δεν χώρισα με τη γυναίκα μου, αλλά έγραψα το «33» και το «Οι δυο και άλλοι δύο», όπου αναφερόμουν σε έναν χωρισμένο άνδρα που μεγαλώνει μόνος του ένα κορίτσι. Και για το AIDS, που δεν ήταν βιωματικό, γιατί είχα σταθερή σχέση, αλλά έγραψα το «Γεύση Πικραμύγδαλο», τον έρωτα που κρύβει δηλητήριο. Ακόμα με τη «Μάσκα στο φεγγάρι» ένωσα εφηβεία και θέατρο. Και συνέχιζα να γράφω… Από τα έργα μου του νέου αιώνα στέκομαι στα εφηβικά «Ανίσχυρος άγγελος», που αφορούσε τον θάνατο του νεαρού Γρηγορόπουλου, και το «Δεν με λένε Ρεγγίνα» για την εκμετάλλευση των νεαρών προσφύγων με το σεξ.

 

 

Κρατικό Βραβείο για τη «Μάσκα στο Φεγγάρι» και τα «Πολύτιμα Δώρα».

 

Σε αυτά τα βιβλία δεν έχω αποδέκτες μόνο τα παιδιά και τους έφηβους. Είμαι της άποψης ότι ένα λογοτεχνικό έργο δεν πρέπει να γράφεται με μόνο στόχο ένα συγκεκριμένο ηλικιακά κοινό. Το λογοτεχνικό έργο πρέπει να έχει τη δυνατότητα να επικοινωνεί με κάθε ηλικίας και διάθεσης αναγνώστη. Ο «Μικρός Πρίγκιπας» για παράδειγμα έχει αποδέκτες τη βιολογική ηλικία των παιδιών, όχι την πνευματική. Μπορεί να το διαβάσει οποιοσδήποτε. Δεν είναι σαν τα παπούτσια, που έχουν νούμερα, 32, 35 και προσαρμόζονται σε ανάλογα πόδια.

 

Κι εγώ διάβασα τον «Ευτυχισμένο Πρίγκιπα» του Όσκαρ Ουάιλντ σε ηλικία 50 χρόνων και ενθουσιάστηκα.

 

Ακριβώς, αυτό εννοώ, τα λογοτεχνικά βιβλία δεν πρέπει να είναι προκατασκευασμένα για κάποιες ηλικίες.

 

Άρα φτάσατε να βιοπορίζεστε και από τα βιβλία.

 

Ήταν συνβιοπορισμός, μαζί με την Ολυμπιακή όπου εργαζόμουν. Είχα δύο βασικές πηγές εσόδων τη δεκαετία του ‘90 και του ’00.

 

Πώς συνδυάστηκε και ο ρόλος του κριτικού;

 

Έκανα κριτική βιβλίου παράλληλα με τη συγγραφή των δικών μου έργων.

 

Εδώ έχουμε μια ένσταση. Γιατί να εμπιστευτούμε έναν κριτικό λογοτεχνίας και όχι έναν φίλο που διάβασε ένα βιβλίο;

 

Μα αυτό κάνω. Δεν λέω αν είναι καλό ή κακό ένα βιβλίο. Προσπαθώ να το φωτίσω, λειτουργώ ως ενδιάμεσος ανάμεσα στο κείμενο και στον αναγνώστη. Μεταφέρω τον προβληματισμό που θα γεννούσε μια κουβέντα με έναν φίλο για ένα βιβλίο. Σε μια συνέντευξή μου στο bookpress, o Kώστας Κατσουλάρης μού είπε ότι η κριτική μου διακρίνεται για την απλότητά της, χωρίς να είναι απλοϊκή. Κι αυτό μου αρέσει.

 

Μια συνταγή για ένα καλό βιβλίο;

 

Τα επίπεδα βιβλία κουράζουν, πρέπει να υπάρχουν σιωπές. Κενά κατά κάποιον τρόπο που θα τα γεμίζει ο κάθε αναγνώστης τους.

 

 

Ελλειπτική γραφή;

 

Όχι ακριβώς. Θα την έλεγα ανοιχτή σε ποικίλες ερμηνείες. Ναι, για να προσθέσει και ο αναγνώστης τη δική του φωνή και να ενωθεί με του δημιουργού. Δύο άνθρωποι μπορούν να διαβάσουν το ίδιο βιβλίο και να το δουν διαφορετικά. Αυτό είναι δύσκολο στο παιδικό βιβλίο, γιατί τα παιδιά ρωτούν συχνά «Γιατί έγινε αυτό;». Κι εγώ απαντώ «Ψάξ’ το, δεν θα σου το πω, αλλά θα σου δώσω αυτό που στοιχειοθετεί την απάντηση».

 

Τελευταίες απόπειρες;

 

Εμπνέομαι από σημαντικά πρόσωπα της αρχαιότητας, όπως η Κασσάνδρα, η Κλυταιμνήστρα, η Μήδεια. Ξαναγράφω την ιστορία τους με σύγχρονη ματιά. Λίγα χρόνια πιο πριν κάτι παρόμοιο είχα κάνει και για τον Γαργαντούα, τον Δον Κιχώτη, τον Τριστάνο και την Ιζόλδη. Θεωρώ πως αυτά τα έργα παραμένουν ζωντανά γιατί ακριβώς προσφέρονται σε συνεχώς νέες ερμηνείες. Παράλληλα, γράφω και μυθιστορήματα που ονομάζονται crossover, καθώς ο τρόπος που υλοποιούνται διαπερνά τις ηλικίες αναγνωστών. Κάποτε αυτά τα μυθιστορήματα τα ονομάζαμε «μυθιστορήματα μαθητείας». Για παράδειγμα ο «Ντέμιαν» του Έσσε, η «Αισθηματική Αγωγή» του Φλομπέρ.

 

Εικονογραφημένα βιβλία;

 

Ναι έχω γράψει και γράφω εικονογραφημένα. Οι εικόνες συμπληρώνουν τα κείμενα. Το πιο πρόσφατο, που το έγραψα με την κόρη μου, είναι το «Φεύγει – Έρχεται» που μεταφράστηκε και στα αγγλικά, συμπεριλήφθηκε στα 20 καλύτερα ξενόγλωσσα βιβλία στις Ηνωμένες Πολιτείες. Αναφέρεται σε ένα αγοράκι που ζει με τους γονείς του κάπου σε μια χώρα του Βορρά και προετοιμάζεται να ταξιδέψει για την πόλη που γεννήθηκε στον Νότο, ενώ ταυτόχρονα αναφέρεται και στα συναισθήματα των παππούδων, των θείων και των ξαδελφών του που τον περιμένουν.

 

Με τον αθλητισμό ασχολείστε;

 

Όχι, απλά είμαι Απολλωνιστής, γιατί εκεί έπαιξε ο πατέρας μου ποδόσφαιρο, όταν ήταν στη Σμύρνη.

 

Την ξέρετε την ιστορία των Απολλωνιστών που καμαρώνουν ότι έχουν μόνο το μπλε στην εμφάνισή τους, σε αντίθεση με τους Πανιώνιους που σύμφωνα με τον αστικό μύθο έβαλαν και το κόκκινο για να καλοπιάσουν τους Τούρκους…

 

Όχι, και δεν ασχολούμαι με αυτά. Και ο Πανιώνιος ομάδα της Σμύρνης είναι. Μια φορά όμως πήγα στο γήπεδο με τη Δόξα Δράμας και χάσαμε. Μου άρεσαν ο Γιώργος και ο Αριστείδης Καμάρας, με τον δεύτερο μάλιστα συναντηθήκαμε και ανταλλάξαμε απόψεις. Με ενοχλεί πάντως ο πρωταθλητισμός και τα ρεκόρ που κυνηγούν οι αθλητές σαν άλογα κούρσας. Στο ποδόσφαιρο η κατάσταση πάει προς το χειρότερο και οι ομάδες έγιναν επιχειρήσεις που κυνηγούν το κέρδος.

 

Μια και η κουβέντα πήγε στους καλύτερους, είστε υπέρ της αριστείας για την οποία γίνεται ντόρος τον τελευταίο καιρό;

 

Τι να την κάνουμε και γιατί να απονέμουμε την αριστεία; Καθένας ξεχωρίζει από μόνος του. Ο ταπεινός σκουπιδιάρης για παράδειγμα τελείωσε το δημοτικό, αλλά υπάρχει κι εδώ ο καλός και ο κακός εργαζόμενος. Αυτός που αδειάζει τον κάδο και αφήνει υπολείμματα σκουπιδιών στον δρόμο κι αυτός που φροντίζει να είναι καθαρός όλος ο δρόμος. Για τα σχολεία είμαι υπέρ των πειραματικών, όπου οι μαθητές επιλέγονται με κλήρωση και κατά των πρότυπων που επιλέγουν τους μαθητές τους.

 

Κάτι τελευταίο…

 

Το επώνυμό μου να προσέξετε. Δεν κλίνεται.

 

Μα πώς; Στο βόλεϊ έχουμε τον Πανταλέοντα του Παναθηναϊκού, που τον αναγκάσαμε να λέει ο Πανταλέων, του Πανταλέοντα. Γιατί δεν κλίνεται;

 

Το αναφέρει ο Τριανταφυλλίδης και το ενστερνίζεται και ο Πατάκης και ο Γεωργουσόπουλος. Υπάρχει μια τάση τριτόκλιτων επωνύμων που δεν κλίνονται σε διάφορες κοινωνικές ομάδες ή μετατρέπονται σε πρωτόκλιτα. Στη Λακωνία και λιγότερο στην Κρήτη ο Κοντολέων γίνεται Κοντολέως, του Κοντολέου, ενώ παραμένει ο Σκευοφύλαξ, του Σκευοφύλαξ. Και μάλιστα ο Τριανταφυλλίδης χρησιμοποιεί το παράδειγμα ενός στρατηγού στην Εκάλη και σε ένα συμβόλαιο αναφέρει «του Σκευοφύλαξ». Το επώνυμο δεν είναι όνομα να υπόκειται στους κανόνες της γραμματικής. Και ένα παράδειγμα από την Ιστορία. Αν εγώ λεγόμουν Κομνηνός, η γυναίκα μου θα ήταν Κομνηνού. Κι όμως, λέμε Άννα Κομνηνή γιατί είναι πορφυρογέννητη και δεν είναι κτήμα κανενός. Και η κόρη μου και η γυναίκα μου είναι Κοντολέων. Είναι μια τάση, κι ας μην ξεχνάμε ότι ζούμε σε μια εποχή όπου αμφισβητείται ακόμη και το θηλυκό με το αρσενικό, το -ο με το -η. Ποιος είναι άνδρας, ποιος είναι γυναίκα. Δεν θέλει να καθορίζεται το επίθετό του.