28.5.24

Λέξεις που γίνανε σκέψεις

 

Ένας τόμος  με 65 συνεντεύξεις ανθρώπων του βιβλίου κυρίως, αλλά όχι μόνο, μα  γενικότερα δημιουργών, όπως και άλλων που κινούνται στον χώρο της πολιτικής.

Συγγραφέας του βιβλίου αυτού μια γυναίκα -η Γιούλη Τσακάλου.

Είναι εκείνη που συναντήθηκε με τα 65 αυτά πρόσωπα και έχοντας ήδη προσεγγίσει το έργα του καθενός και της καθεμιάς, ξεκίνησε μαζί τους μια συνομιλία. Άλλοτε προφορική που την κατέγραφε σε ένα μαγνητόφωνο, άλλοτε μέσω ηλεκτρονικής αλληλογραφίας.

Με τις 65 αυτές συνεντεύξεις -που πρέπει να πούμε πως αποτελούν μια επιλογή από πολύ περισσότερες- η Γιούλη Τσακάλου δημιούργησε αυτό το βιβλίο και μέσω των Εκδόσεων Πνοή, το έστειλε στα βιβλιοπωλεία.

Αυτό είναι το γεγονός για το οποίο έχουμε σήμερα εδώ έρθει να το συζητήσουμε.

Βιβλίο σαφώς ιδιαίτερο -προσωπικά δεν γνωρίζω κάτι παρόμοιο να έχει κυκλοφορήσει στη χώρα μας. Και λέγοντας κάτι παρόμοιο δεν εννοώ άλλο βιβλίο με συνεντεύξεις γιατί σαφώς υπάρχουν και άλλα, αλλά  ο χαρακτηρισμό ‘παρόμοιο’ αναφέρεται στο πλήθος των συνεντεύξεων και στην ποικιλία των συνεντευξιαζόμενων.

Αλλά ας πλησιάσουμε την έκδοση πλέον μεθοδικά. Και ας προσπαθήσουμε να ανιχνεύσουμε τα δυο βασικά στοιχεία που χαρακτηρίζουν το κάθε βιβλίο.

Το συγγραφέα του και το τι προσφέρει η ύπαρξη του έργου.

Το επίσημο βιογραφικό της Γιούλης Τσακάλου αναφέρει τα παρακάτω:

Γιούλη Τσακάλου γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια Αιγύπτου, στην πατρίδα του Καβάφη, του ποιητή της καρδιάς της. Φοίτησε στο Αβερώφειο Λύκειο Αλεξανδρείας και στη Νομική Σχολή Αθηνών. Επί σειρά ετών εργαζόταν ως στέλεχος της ναυτιλιακής εταιρείας «LIBERTY MANAGEMENT S.A.». Διατηρεί από το 2011 μία από τις παλαιότερες βιβλιοφιλικές ομάδες στο Facebook, με το όνομα «ΒΙΒΛΙΟ-ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ-ΚΡΙΤΙΚΕΣ», με αρκετά μεγάλο έργο στον χώρο του βιβλίου. Της έχουν παραχωρήσει συνέντευξη πάρα πολλοί συγγραφείς που έχουν αφήσει το στίγμα τους στην ελληνική και ξένη λογοτεχνία. Αρθρογραφεί στις εφημερίδες «Ελεύθερος Τύπος», «Athens Voice», καθώς και στα διαδικτυακά περιοδικά για το βιβλίο και τον πολιτισμό, «Διάστιχο» και «Fractal».

Όπως όλα τα επίσημα βιογραφικά περιγράφει το πρόσωπα στο οποίο αναφέρεται, αλλά παράλληλα -και στην ουσία- το κρατά σε μια απόσταση από εκείνον που θα το διαβάσει.

Ναι, η Γιούλη Τσακάλου είναι από την Αίγυπτο, σπούδασε Νομικά, εργάστηκε σε ναυτιλιακή εταιρεία, το 2011 δημιούργησε μια βιβλιοφιλική ομάδα στο Facebook.

Αλλά από το σημείο αυτό και μετά ξεκινά η γέννηση του ανθρώπου που υπογράφει αυτό το βιβλίο.

Η εποχή μας με σαφήνεια έχει απόλυτα διαχωριστεί από τις προηγούμενες εποχές. Το στοιχεία που την έχει διαφοροποιήσει είναι το διαδίκτυο.  Τα Κοινωνικά Μέσα Μαζικής Δικτύωσης έχουν επιφέρει μια μεγάλη ανατροπή στον τρόπο που όλοι μας ενημερωνόμαστε… Αλλά και δημιουργούμε.

Σε μια προηγούμενη -όχι και τόσο μακρινή εποχή- αν μια γυναίκα, που εργαζότανε τα πρωινά σε μια ναυτιλιακή εταιρεία και τα απογεύματα διάβαζε μετά μανίας λογοτεχνικά βιβλία και σύχναζε στις παρουσιάσεις τους σε διάφορα βιβλιοπωλεία, ήθελε κάπου να καταθέσει τις δικές της αναγνωστικές εμπειρίες και παράλληλα να τις μοιραστεί μαζί με άλλους απλούς αναγνώστες, θα έπρεπε να κατάφερνε να της δώσουνε μια στήλη σε κάποιο έντυπο. Και επειδή θα ήταν άγνωστη, το πιθανότερο το έντυπο αυτό να ήταν κάποιο βραχύβιο ή με λίγους συνδρομητές περιοδικό.

Μα στην εποχή μας, ο καθένας μπορεί να ελέγξει και να διαχειριστεί τον τρόπο που ο ίδιος θέλει να χρησιμοποιήσει για να επικοινωνεί με τους άλλους.

Ναι, ο καθένας, αλλά αυτό δε σημαίνει πως όλοι μπορούμε τελικά να πετύχουμε τον στόχο μας και να αποκτήσουμε πολλούς ‘ακολούθους’.

Η Γιούλη Τσακάλου το πέτυχε. Και απέδειξε πως ακόμα και μια γυναίκα που εργαζότανε σε ναυτιλιακή εταιρεία μπορεί να αναδειχθεί σε ηγετική φυσιογνωμία στο χώρο της διάδοσης της λογοτεχνίας.

Πώς το πέτυχε αυτό;

Με μια εντελώς δική της δυναμική έκφραση.

Λοιπόν, θα είμαι ειλικρινής -τον πρώτο καιρό ο επίσημος χώρος της λογοτεχνίας δεν έδωσε και τόση σημασία σε αυτή τη νεοφερμένη.

Οι άνθρωποι αυτής της Τέχνης είναι συνήθως διστακτικοί στο να ανοιχτούν, διστάζουν να αναγνωρίσουν και να αποδεχτούν το νέο που διαθέτει κάτι το εκρηκτικό στον τρόπο παρουσίας του. Αισθάνονται ασφαλείς με το σοβαρό και το ήδη αναγνωρισμένο. Το διαφορετικό πριν το ψάξουν το χαρακτηρίζουν σοβαροφανές.

Μα η Γιούλη Τσακάλου  κατάφερε να ξεπεράσει αυτόν τον χαρακτηρισμό. Με πείσμα και πάθος, με σωστές κινήσεις, έστηνε το προφίλ της. Και -αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό- καθώς το έστηνε και το γνώριζε* το τελειοποιούσε.

Οπότε κάποια στιγμή από στέλεχος της ναυτιλίας βρέθηκε να είναι άτυπο στέλεχος στο χώρο των εκδόσεων και της δημοσιογραφίας.

Και χωρίς να αλλοιώσει τον τρόπο της δικής της προσωπικής έκφρασης, έγινε μια persona αναφοράς για αναγνώστες, εκδότες, συγγραφείς.

Η Γιούλη Τσακάλου είχε σωστά, έξυπνα και κυρίως με ήθος χρησιμοποιήσει τις δυνατότητες της σύγχρονής εποχής μας.

Οπότε ήταν λογικό από ενδιάμεσο πρόσωπο -συντονίστρια λεσχών και διαχειρίστρια ενός blog - να μετατραπεί σε δημιουργό ενός βιβλίου με συνεντεύξεις.

Τί είδους δημιουργός όμως είναι εκείνος που στέκεται απέναντι από μια προσωπικότητα και συζητά μαζί της;

Οπότε φτάνουμε και στο δεύτερο βασικό στοιχείο αυτού του βιβλίου.

Ο κάθε συγγραφέας ή πολιτικός μιλά -κυρίως με το έργο του, αλλά πολύ συχνά μιλά και με άλλους ανθρώπους. Ιδιωτικά ή δημόσια. Με όσα λέει -συνειδητά ή μη- σκιαγραφεί τον ίδιο του τον εαυτό. Στην ουσία κάνει μια αυτοπροσωπογραφία.

Μα όσο κι αν κάτι τέτοιο έχει και τη δική του αξία, ΄παραμένει πάντα μια κατάθεση ελεγχόμενη από το ‘εγώ’ εκείνου που αφηγείται.

Σε μια συνέντευξη όμως το ‘εγώ’ του συνεντευξιαζόμενου παρασύρεται από τις ερωτήσεις, παρασύρεται στην ουσία από την προσωπικότητα του συνομιλητή του και αφήνεται να περιδιαβάσει σε μονοπάτια που από μόνος του δεν θα τα είχε επιλέξει. Αλλά που τελικά κι αυτά φωτίζουν τον ίδιο και το έργο του.

Να ποιος πρέπει να είναι ο στόχος εκείνου που κάθεται απέναντι σε έναν καλλιτέχνη ή πολιτικό  και συζητά μαζί του. Σας θυμίζει τη σχέση ψυχαναλυτή και ψυχαναλυόμενου;  Μα είναι παρόμοια.

Και η Γιούλη Τσακάλου με το βιβλίο της αυτό φανερώνει πως ξέρει πολύ καλά να ψυχαναλύει τον άνθρωπο που έχει επιλέξει να στέκεται απέναντί της.

Οπότε το βασικό στοιχείο αυτού του βιβλίου είναι πως μας προσφέρει μια ανοιχτή βεντάλια με τις σκέψεις, τις απόψεις, τα όνειρα  προσωπικοτήτων της Τέχνης πρωτίστως, μα και της Πολιτικής.  Με μια άλλη διατύπωση: καταφέρνει να μας τους δείξει μέσα στο κοινωνικό / πολιτικό  περιβάλλον στο οποίο ζούνε και δημιουργούν.

Μα το κοινωνικό /πολιτικό περιβάλλον στην ουσία διαμορφώνεται όχι μόνο από καλλιτέχνες, αλλά -ίσως και κυρίως- από πολιτικούς. Οπότε και η Γιούλη Τσακάλου πολύ εύστοχα θέλησε και με κάποιους από αυτούς να συζητήσει και τις συνεντεύξεις τους να τις τοποθετήσει δίπλα στις άλλες.

Παράλληλα -το διαδίκτυο και αυτό έχει ως αποτέλεσμα- το όρια του κόσμου μας έχουν διευρυνθεί. Κι αν από πάντα οι σκέψεις και τα έργα ανθρώπων από άλλες χώρες παρεμβαίναν στις δικές μας σκέψεις, τώρα πλέον η εγγύτητα των επαφών είναι άμεση.

Ο έλληνας αναγνώστης στην ουσία διαμορφώνει απόψεις σχεδόν με την ίδια ένταση τόσο από το έργο ενός έλληνα συγγραφέα, όσο και από το έργο ενός ξένου.

Η Γιούλη Τσακάλου ανάμεσα στα 65 πρόσωπα με τα οποία συζήτησε, γνώρισε και αρκετούς ξένους συγγραφείς.

Τώρα το πως έχει καταφέρει να βρει τον τρόπο να εμβαθύνει στο έργο και τη ζωή τόσων ανθρώπων, αυτό είναι κάτι που ομολογώ δεν μπορώ να το γνωρίζω. Μπορώ όμως να το θαυμάζω. Άλλωστε έχω προσωπική πείρα. Συνέντευξη μου -στην ουσία συνέντευξη δική μου και της  Κώστιας- περιλαμβάνεται σε αυτήν την έκδοση.

Έχουμε , λοιπόν, στην ουσία ένα βιβλίο ντοκουμέντο. Πολύτιμο βοήθημα για τους ιστορικούς  του μέλλοντος.

Μα έχουμε και το παράδειγμα ενός ανθρώπου που είναι αυτοδημιούργητος. Και που με το πάθος, το ήθος και την εξυπνάδα του αποδεικνύει πως όσο κι αν πολλά έχουν αλλάξει, κάποια παραμένουν αναλλοίωτα -ο γνήσια ικανός αναγνωρίζεται.

 

(1238 λέξεις)

Ελεύθερος Τύπος, 28/5/2024

27.5.24

Κρατικό Βραβείο Εφηβικού Βιβλίου στο μυθιστόρημά μου "Η μάσκα του Καπιτάνο"

 








Τη Δευτέρα 27/5/2024 έγινε η απονομή του Κρατικού Βραβείου Εφηβικού Βιβλίου στο μυθιστόρημά μου "Η μάσκα του Καπιτάνο"

Ένα μυθιστόρημα που πανεπιστημιακοί δάσκαλοι των Παιδαγωγικών Τμημάτων και κριτικοί βιβλίου το επαίνεσαν. Τελικά η αρμόδια επιτροπή του Υπουργείου Πολιτισμού το τίμησε με αυτό το βραβείο. Ακολουθούν τα όσα είπα:
Σήμερα από εδώ θέλω μέσα από την καρδιά μου να τα μέλη της κριτικής επιτροπής, αλλά και κάποια άλλα δικά μου και αγαπημένα πρόσωπα που το πίστεψαν και το αγάπησαν. Τον γιο μου τον Δομήνικο που ένα δικό του θεατρικό έργο στάθηκε η αφορμή να πλάσω εγώ τον δικό μου ήρωα. Την Κώστια Κοντολέων Kostia Kontoleon που με ενθάρρυνε από την πρώτη σελίδα που της διάβασα* την Έλενα Πατάκη που με πάθος και από την πρώτη στιγμή πίστεψε στο καλό του άστρο* τοτ Βασίλης Κουτσογιάννης Bill Kouts που έφτιαξε το εξώφυλλο που ονειρεύτηκα. Όλη την ομάδα των Εκδόσεις Πατάκη-Patakis Publishers που είναι πάντα δίπλα σε μένα και τα βιβλία μου. Μα και όλους τους ποιητές -και αυτούς που είναι ανάμεσά μας και εκείνους που έφυγαν- μιας και με τα ποιήματά του χάρισαν ιδιαίτερη αύρα στο κείμενο.
Μα θέλω και κάτι ακόμα να προσθέσω. Το Υπουργείο Πολιτισμού μου προσφέρει αυτό το Κρατικό Βραβείο για Εφηβικό Βιβλίο (θα είναι μάλιστα το τρίτο που αξιώνομαι). Αλλά δεν μπορώ να μην καταγράψω το γεγονός πως ένα άλλο Υπουργείο, αυτό της Παιδείας, το λογοτεχνικό αυτό είδος δείχνει να το αγνοεί. Η λογοτεχνία για εφήβους στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευσή αν δεν απουσιάζει παντελώς, σίγουρα είναι ασθενής. Και όποτε δηλώνει το παρών της είναι από τη θέληση και το μεράκι κάποιων φιλολόγων. Αλλά έτσι -αν κατά τη διάρκεια της εφηβείας- δεν εδραιωθεί στην ψυχή του κάθε νέου η ομορφιά της λογοτεχνικής αφήγησης, τότε ας μην περιμένουμε ποτέ να έχουμε ένα δυνατό και με άποψη λογοτεχνικό κοινό ενηλίκων.
Η λογοτεχνία για νεαρούς ενήλικες αναγνώστες και τα μυθιστορήματα cross over είναι η βάση για την καλή λογοτεχνία.
Κάποια στιγμή αξίζει να το πιστέψουμε αυτό και κάποια στιγμή οι μελλοντικοί μας φιλόλογοι να έχουν την τύχη να διδάσκονται στα πανεπιστημιακά έδρανα και αυτο το είδος της λογοτεχνίας.

21.5.24

Η Ασημένια Σαράφη στον 'Χάρτη" για το 'Σαν Μήδεια'

 

Η Μήδεια και η διαχρονική επικαιρότητα της βίας

Μάνος Κοντολέων, Σαν Μήδεια (Πατάκης 2023)

 

                                Γράφει η Ασημένια Σαράφη

                                  Συγγραφέας - φιλόλογος

 

 

Με το μυθιστόρημα Σαν Μήδεια (Πατάκης 2023), ο Μάνος Κοντολέων ολοκληρώνει την τριλογία του με πρωταγωνίστριες γυναίκες-σύμβολα της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας. Έχουν προηγηθεί τα μυθιστορήματα Η Κασσάνδρα στη Μαύρη Άμμο (Πατάκης 2018) και Οι σκιές της Κλυταιμνήστρας (Πατάκης 2021). Η επιλογή του να ζωντανέψει οικείες από τον μύθο γυναικείες μορφές είναι ταυτοχρόνως ενδιαφέρουσα και ριψοκίνδυνη. Τι τον ώθησε, άραγε, να αναλάβει ένα τέτοιο εγχείρημα; Διαβάζουμε σε συνέντευξή του:

 

[…] η επαφή μου με την Ιλιάδα και τις αρχαίες τραγωδίες, με έκανε να θελήσω αυτά τα συγγραφικά μου «πειράματα» να τα δω να συνεχίζονται και να εφαρμόζονται πρώτα στην Κλυταιμνήστρα και τώρα στη Μήδεια. Γιατί σε αυτές τις δύο; Μα γιατί τα όσα γι’ αυτές γνωρίζουμε, τους χαρίζουν όχι μόνο μια διαχρονικότητα, αλλά και μια επικαιρότητα. Αυτή της βίας.

 

Η επικαιρότητα της βίας, λοιπόν. Να ένα κρίσιμο ζήτημα προς διερεύνηση με όχημα τον αρχαίο μύθο. Ποια θα μπορούσε καλύτερα να εξυπηρετήσει αυτόν τον σκοπό από την πρωθιέρεια της μυθικής βίας, τη φονική Μήδεια;

Είναι γεγονός, πως η νεοελληνική πεζογραφία αποφεύγει να καταπιαστεί με τους αρχαίους μύθους. Είναι επειδή φαντάζουν πολύ γνωστοί ή πολύ οριστικοί; Τι παραπάνω να πει κανείς για το ήδη ειπωμένο; Τη μυθοπλασία εδώ και αιώνες ταλανίζει η αγωνία της πρωτοτυπίας. Η εφεύρεση μίας πλοκής πρωτόφαντης, το στήσιμο ενός στόρι που δεν το έχει διανοηθεί έως τώρα κανείς. Αν είναι ποτέ δυνατόν κάτι τέτοιο. Ή αν είναι κάτι τέτοιο ουσιώδες.  Οι Αθηναίοι της κλασικής εποχής που συνέρρεαν στο θέατρο του Διονύσου για να παρακολουθήσουν τραγωδία, διόλου δεν δυσανασχετούσαν που θα γίνονταν μάρτυρες του ξετυλίγματος μίας ιστορίας, η έκβαση της οποίας τούς ήταν ανέκαθεν γνωστή. Γιατί δεν χωρούσε αμφιβολία πως στο τέλος της παράστασης η Αντιγόνη θα αυτοκτονούσε, πως ο Ηρακλής θα κατόρθωνε να φέρει από τον Κάτω Κόσμο την Άλκηστη και πως η Μήδεια θα σκότωνε τους γιους της. Οπότε; Τους θεατές, αλλά και τους ποιητές της αρχαίας τραγωδίας δεν τους απασχολούσε η πλοκή, αλλά η διαπραγμάτευσή της. Ο φωτισμός δια μέσω του λόγου των κινήτρων των προσώπων, οι ψυχικές διακυμάνσεις, η βάσανος και η λύση των ηθικών διλημμάτων, η γενναιότητα που απαιτεί η διατήρηση της ηθικής στάσης, η θυσία και η αυτοθυσία, που αυτές και μόνον αυτές δικαιώνουν την ανθρώπινη ζωή.

Ο Μάνος Κοντολέων πιάνει, λοιπόν, ένα κομμένο νήμα και επιλέγει να διαπραγματευτεί μυθικές ηρωίδες, παγωμένες επί αιώνες στα βάθρα των παρελθουσών αναπαραστάσεών τους από άλλους, σημαίνοντες συγγραφείς. Και μία εύλογη πρώτη αντίδραση σε αυτό το εγχείρημα θα μπορούσε να είναι η ακόλουθη: πολύ τολμηρό! Ομοιάζει με αναίδεια! Μάλλον θα αποτύχει. Είναι όμως έτσι;

Οι μυθικοί ήρωες και ηρωίδες, που δημιουργήθηκαν και ανέπνευσαν και έδρασαν στο πλαίσιο όχι μόνο της αρχαιοελληνικής αλλά και της παγκόσμιας μυθολογίας και οι οποίοι/-ες άλλοτε επέλεξαν το ορθό και θριάμβευσαν και άλλοτε το επαίσχυντο και τιμωρήθηκαν, αποτελούν τις ενσαρκωμένες διά του λόγου και της αφηγηματικής πράξης απαντήσεις στα διαχρονικά ζητήματα που απασχολούν την ανθρώπινη ζωή και διατρέχουν την ανθρώπινη συνθήκη. Οι εποχές όμως περνούν και αλλάζουν, παρασέρνοντας ή και ακυρώνοντας παρελθούσες ερμηνείες, που κατά καιρούς εκλήφθηκαν από το κοινό ως θέσφατα. Η επαναπροσέγγιση, επομένως, του μύθου στη σύγχρονη εποχή από έναν σύγχρονο δημιουργό, πόσω μάλλον από έναν άξιο δημιουργό, δεν αποτελεί παρά μία χρήσιμη επανερμηνεία ή/και πρόταση επανερμηνείας του μύθου και της μυθικής πράξης στο τώρα. Και κάτι τέτοιο το έχουμε ανάγκη. Ή τουλάχιστον αυτό συμπεραίνει όποιος διαβάζει τη Μήδεια του Μάνου Κοντολέων.

Στη νεότερη Ελλάδα, όπου κατά καιρούς περίσσεψε η αρχαιολατρία (ή – συχνότερα - η προγονοπληξία), καμία μητέρα δεν επέλεξε και δεν επιλέγει να δώσει το όνομα «Μήδεια» στην κόρη της. Η παιδοκτονία που διαπράχθηκε από μέρους της μυθολογικής ηρωίδας αποθαρρύνει μια τέτοια απόφαση, γιατί, ως γνωστόν, τα ονόματα είναι ευχές και φέρουν το βάρος της επαλήθευσής τους από αυτόν ή αυτήν που τα φέρει. Κι ας πρόκειται για ένα όνομα με άκρως ενδιαφέρουσα και θετική σημασία: εκ του «μήδομαι», που σημαίνει σκέφτομαι συλλογίζομαι, μηχανεύομαι. Η Μήδεια εδώ και χιλιετίες αποτελεί φόβητρο και παράδειγμα προς αποφυγή. Ένα όνομα απεχθές, με λησμονημένο σημαινόμενο, μία ευχή που δεν δίνεται, για να μη θυμίζει εκείνη, την πρώτη Μήδεια. Παρά ταύτα, επαλήθευσε η μυθική Μήδεια το όνομά της; Υπήρξε, άραγε, αρκούντως επινοητική και εύστροφη; 

Στην Ελλάδα του 2024, από τη μία, στο δικαστήριο αλλά και στα βραδινά δελτία ειδήσεων των καναλιών δικάζεται μήνες τώρα η Ρούλα Πισπιρίγκου, τρις παιδοκτόνος ζηλόφθονη και με εγκληματικό μυαλό σύζυγος, μία Μήδεια του 21ου αιώνα, βδελυρή και αναθεματισμένη. Από την άλλη πάλι, στα ίδια αυτά δελτία ανακοινώνονται με συχνότητα καταιγιστική οι νέες, όλο και πιο ευφάνταστες, όλο και πιο ειδεχθείς γυναικοκτονίες της διπλανής πόρτας. Κι ενώ η έξαρση της βίας κατά των γυναικών παίρνει αποδεδειγμένα τερατώδεις διαστάσεις, τα δελτία αυτά αποφεύγουν να αναζητήσουν τα βαθύτερα αίτια, αλλά αναλώνονται σε συζητήσεις για το αν και κατά πόσο είναι δόκιμος ο όρος «γυναικοκτονία»! Σε αυτό το πλαίσιο, η επαναδιαπραγμάτευση των πράξεων και των κινήτρων της μυθικής ηρωίδας Μήδειας ίσως να μας βοηθήσει να καταλάβουμε λίγο καλύτερα τον φαύλο κύκλο της βίας εκ μέρους αλλά και εις βάρος των γυναικών. Όχι να συγχωρήσουμε. Να κατανοήσουμε. Και ίσως κατανοώντας να αποτρέψουμε ανάλογα εγκλήματα, που έχουν μετατρέψει τη χώρα σε μία επικράτεια τέλεσης εξαιρετικά βίαιων φόνων, που άπτονται του παράγοντα φύλου.

Η Μήδεια, από την αρχή κιόλας του κειμένου, ασπάζεται μία διάκριση, που φαντάζει νέα: άλλο ο άνδρας, κι άλλο το άρρεν. Άλλο η γυναίκα, κι άλλο το θήλυ. Και φαντάζει νέα, μια και στην πραγματικότητα είναι πανάρχαια, προϊστορική: στο πρόσωπο και στην αντίληψη της Μήδειας επιβιώνουν αξίες της εποχής της μητριαρχίας, οπότε και η θηλυκή γονιμότητα, ως αντανάκλαση των γονιμοποιητικών δυνατοτήτων της μητέρας Γης, αποτελούσε την ύψιστη αξία. Το κυρίαρχο θηλυκό δίνει ζωή και χωρίς αυτό ζωή δεν υπάρχει. Το κυρίαρχο θηλυκό είναι σκεπτόμενο, είναι εφευρετικό, είναι ικανό να συλλάβει τον κόσμο στην ολότητά του. Το άρρεν με τη σειρά του πρέπει να αρθεί στο ύψος του παντοδύναμου θηλυκού, προκειμένου να σταθεί με επάρκεια δίπλα του. Θα είναι ο Ιάσονας ένας τέτοιος άρρενας; Ο Ιάσονας επιθυμεί το χρυσόμαλλο δέρας. Χωρίς τη βοήθεια της Μήδειας δεν θα μπορούσε να το αποσπάσει από την Κολχίδα. Επιθυμεί τη δόξα, επιθυμεί ένα βασίλειο, επιθυμεί στο τέλος μία άλλη, νεαρή νύφη. Αρκετά με τη μάγισσα! Και τα παιδιά δικά του είναι, θα της τα πάρει. Θα της τα πάρει, γιατί έχει ξεχάσει ή δεν τον συμφέρει να θυμάται πως δίχως τη Μήδεια κανένα ανδραγάθημα δεν υπήρξε στην πραγματικότητα ικανός να φέρει σε πέρας. Πως είναι εξαρχής υπόχρεος στη Μήδεια, που ήξερε να σκέφτεται, να μηχανεύεται (δικαιώνοντας απόλυτα το όνομά της), που ήξερε τους τρόπους να ανακηρυχθεί εκείνος ήρωας, ενώ δεν ήταν παρά ένα νευρόσπαστο κινούμενο σύμφωνα με τις εντολές τις υπαγορευμένες από τη μητριαρχική της σοφία.

Και η Μήδεια, που πίστεψε ότι είχε στο πλάι της ένα ανώτερο πλάσμα απογοητεύεται. Το χρυσό γένος που θα ανάβλυζε από τη σπηλαιώδη μήτρα της, κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν των ανώτερων γεννητόρων του δεν γεννιέται ούτε από κείνη (παρότι η ίδια πληροί όλες τις προϋποθέσεις γι’ αυτό). Τα παιδιά της δεν είναι παρά εκπρόσωποι του κατώτερου γένους, στο οποίο αποδεδειγμένα ανήκει ο πατέρας τους. Η γέννησή τους δεν προχωρά τον κόσμο μπροστά, αντιθέτως τον καθηλώνει στο ίδιο μοτίβο ιδιοτέλειας, μοχθηρίας και αίματος. Στον κόσμο των ανεπαρκών αντρών. Και ως τέτοιοι ανεπαρκείς άντρες πρέπει κι εκείνα να πεθάνουν.

 

«Παγίδα παιδικών ματιών, μικρά φιλύποπτα τέρατα, κεφάλια αντρικά…», η φράση αυτή από το θεατρικό έργο του Ζαν Ανούιγ Μήδεια, υπήρξε η φράση-κλειδί, που καθ’ ομολογία του συγγραφέα, ξεκλείδωσε το μυστήριο πίσω από την παιδοκτονία της Μήδειας. Η ιέρεια της θεάς Εκάτης, της χθόνιας θεότητας που προασπίζεται και υπενθυμίζει την πάλαι ποτέ πρωτοκαθεδρία του θηλυκού στην ανθρώπινη κοινωνία, δολοφονώντας τα παιδιά της ακυρώνει τη μέγιστη δυνατότητά της: το να γεννά και να ανατρέφει. Ο κόσμος τον αντρών είναι ένας κόσμος κούφιας φιλοδοξίας, πολέμου, προδοσίας. Και στον κόσμο αυτόν δεν επιθυμεί πλέον να συμμετέχει ούτε ως ερωμένη, ούτε ως μητέρα. Προκειμένου να εκδηλώσει την αντίθεσή της σε αυτόν τον κόσμο που κυβερνιέται από τους άντρες, καταστρέφει τους άντρες που έχει γεννήσει. Και έκτοτε ζει στη χλεύη και στην απέχθειά μας:

 

Πετά με κίνηση απότομη των ποδιών τα σανδάλια της. Με πέλματα γυμνά αναζητά τη συμβουλή της Γαίας.

                   Η υγρασία από τα ακροδάχτυλα των ποδιών ανεβαίνει μέχρι τις ρίζες των μαλλιών της. Νιώθει τους μαστούς της να φουσκώνουν – λεπτά αγγεία γύρω από τις θηλές που πάλλονται. Θρασύ, βίαιο υγρό τα πλημμυρίζει.

Δεν είναι για να καθυστερεί άλλο.

Άλλωστε από τα τείχη φτάνει αγριεμένη ιαχή – ο θυμός του όχλου.

Αγκαλιάζει η Μήδεια την Αγιδώ.

«Εσύ θα είσαι η μόνη που θα με μνημονεύεις ως ιέρεια μια θηλυκής θέας. Όλοι οι άλλοι ως μια μάγισσα. Θεραπαινίδα ακατονόμαστης λαγνείας».

Σκύβει το κεφάλι η Αγιδώ.

«Μετά από λίγο κι εγώ θα πεθάνω…» - ίσως λέει. (σελ. 128-129)

 

Στην εξέλιξη μιας αφήγησης ρέουσας, παλλόμενης και υποβλητικής, όπου αναβιώνουν με ζυγισμένη γλωσσική στιβαρότητα, οικονομία και ευστοχία αρχετυπικά φυσικά τοπία, ζωικές οσμές και υφές, βαθιά και πυκνά χρώματα, τα κουλουριάσματα του φύλακα όφεως, η αρχέγονη θηλυκή μαγεία, πάθη των ανθρώπων τανυσμένα στο έπακρο, ο αφηγητής επανασυστήνει στον αναγνώστη την ιέρεια Μήδεια, που οραματίστηκε, ματαίως, έναν διαφορετικό, πιο φωτεινό κόσμο, όπου το άρρεν και το θήλυ συμβιώνουν με όρους ισοτιμίας και μεγαλουργούν. Η συντριβή του οράματος συντρίβει και την ηρωίδα, προικοδοτώντας την στο διηνεκές με την απέχθεια απέναντι σε ό,τι  σηματοδοτεί το όνομά της και η πράξη της και καθιστώντας την σύμβολο της διαχρονικής, μαύρης επικαιρότητας της βίας. Της βίας που υπέστη και ακολούθως άσκησε, αμυνόμενη και εξεγειρόμενη διαχρονικά και ταυτοχρόνως.

 

 

https://www.hartismag.gr/hartis-65/biblia/i-mideia-kai-i-diakhroniki-epikairotita-tis-vias?fbclid=IwZXh0bgNhZW0CMTEAAR3Xf9IwYWiaIXX-dG9BWGYdl84w3GPrTmKAzdb9TvEcTTWm-P4E4-nC9-c_aem_AW1HI0BnCkUq0PT49mIWCOrHOSezuO-oUeMHK3TyG8yHFgvtKdKPtgLim9lGZj_j923z9cbau9H9kiFAXTcE3PXZ

13.5.24

Η Χρύσα Φάντη στην Εφημερίδα των Συντακτών για το "Σαν Μήδεια"

 

Η Μήδεια ως διαχρονική θηλυκότητα

 ΝΗΣΙΔΕΣ / Εφημερίδα των Συντακτών

11.05.24 06:00

Χρύσα Φάντη

Με γραφή λυρική και γλώσσα ρυθμική που συχνά εμπλουτίζεται και με λέξεις αρχαϊκές συγκροτώντας στο σύνολο έναν λόγο αισθητικά και εννοιολογικά ενιαίο, αμφισβητεί τόσο τη γυναικεία όσο και την αντρική εικόνα –όπως αυτές διαμορφώθηκαν και παγιώθηκαν διαχρονικά κάτω από συγκεκριμένες κοινωνικές και πολιτισμικές αντιλήψεις και συγκυρίες–, και μακριά από κάθε στείρο πολιτικό και ιστορικό διδακτισμό προσβλέπει στην πραγματική φύση των δύο φύλων.

ΟΜάνος Κοντολέων, συγγραφέας πολυγραφότατος και καταξιωμένος (και στην παιδική και τη νεανική λογοτεχνία) τόσο ως μυθιστοριογράφος όσο και ως κριτικός και δοκιμιογράφος, με το πιο πρόσφατο έργο του («Σαν Μήδεια», 2023) ολοκληρώνει έναν κύκλο με κεντρικά πρόσωπα τρεις μυθικές γυναικείες φιγούρες· τρεις σκοτεινές και αμφιλεγόμενες περσόνες, γνωστές κυρίως από το αρχαίο δράμα.

 

Αρχίζοντας από την Κασσάνδρα («Η Κασσάνδρα στη Μαύρη Αμμο», 2018) περνά στην Κλυταιμνήστρα («Οι σκιές της Κλυταιμνήστρας», 2021), για να καταλήξει στη Μήδεια, μια ηρωίδα που φαίνεται να υπήρξε τόσο στη συνείδηση πολλών σύγχρονων συγγραφέων και διανοητών όσο και στην αντίληψη των αναγνωστών τους η πλέον αμφίσημη και παρεξηγημένη. Και είναι αυτή ακριβώς η αμφισημία που πρωτίστως τον παρακινεί να κλείσει την τριλογία του επιλέγοντας τη μορφή της και επιχειρώντας μια νέα προσέγγιση και επαναδιαπραγμάτευση της εικόνας της, καθώς και των συνθηκών που πιθανόν την οδήγησαν στην παιδοκτονία.

 

Το γεγονός ότι για την Κασσάνδρα και την Κλυταιμνήστρα σώζονται κάποιες ιστορικές καταγραφές, ενώ σχετικά με τη Μήδεια, που έχει προηγηθεί εκείνων, όλα όσα γνωρίζουμε κινούνται στη σφαίρα του μύθου, φαίνεται να εντείνει το ενδιαφέρον του, αφού χάρη σ’ αυτό το κενό και την απόλυτη έλλειψη ιστορικής αλήθειας θα φτάσει την έρευνά του μέχρι τις αρχές της Δημιουργίας και της Μυθολογίας, κρατώντας παράλληλα το δικαίωμα και τη δυνατότητα να υποστηρίξει τη δική του μυθιστορηματική εκδοχή, στο πλαίσιο μιας πιο ανοιχτής αλλά και πιο πειστικής ερμηνείας και εστιάζοντας στην ελάχιστα φωτισμένη πλευρά της πρωταγωνίστριάς του, που δεν είναι άλλη από τη γυναικεία και την ανθρώπινη.

 

Είναι προφανές ότι η αναγωγή του εγκλήματος της παιδοκτονίας αποκλειστικά σε λόγους ερωτικής εκδίκησης δεν τον πείθει και δεν τον ικανοποιεί. Αλλωστε, δεν είναι ο μόνος. Πριν από αυτόν υπήρξαν κι άλλοι που διέκριναν σ’ αυτή την αναγωγή την ακαμψία και την προκατάληψη αιώνων σκληρής και άκαμπτης πατριαρχίας. Ο Βασίλης Μπουντούρης, στην εισαγωγή του έργου του «Η άλλη Μήδεια» (1990), επισημαίνει: «2.410 χρόνια μετά την πρώτη παράσταση της Μήδειας του Ευριπίδη καμιά γυναίκα δεν ξαναέφερε το όνομα Μήδεια […] Το όνομα που σημαίνει “σοφή κυρία”* ρίχτηκε στη λάσπη».

 

Αν η Μήδεια ήταν απλώς μια δαιμονική μάγισσα, αν δεν ήταν τίποτα περισσότερο από μια κοινή ψυχοπαθής που δεν δίστασε να δολοφονήσει τα παιδιά της για να εκδικηθεί τον άπιστο άντρα της, τότε πώς εξηγείται ότι ο Ευριπίδης δεν την καταδικάζει αλλά τη βάζει να φεύγει πάνω στο άρμα του Ηλιου; Η υπερφυσική και κάθε άλλο παρά ταπεινωτική ή τιμωρητική κατάληξη που της επιφυλάσσει ο αρχαίος τραγωδός ενισχύει την υποψία του συγγραφέα ότι εδώ κάτι άλλο συμβαίνει, επικυρώνοντας την πρόθεσή του να θέσει αυτά που κατά τη γνώμη του ήταν ή θα μπορούσαν να είναι οι σκέψεις και τα όνειρα αυτής της άκριτα δαιμονοποιημένης ύπαρξης, κάτω από το πρίσμα της σύγχρονης ψυχανάλυσης και μιας φεμινιστικής οπτικής και προοπτικής.

 

Με τις μεταμορφώσεις του μύθου της, έτσι όπως αυτός πέρασε μέσ’ από τον Ευριπίδη και όπως τον συνέλαβε στο ομώνυμο θεατρικό έργο του ο Ζαν Ανούιγ ή αργότερα τον αποτύπωσε στον κινηματογραφικό φακό του ο Λαρς φον Τρίερ στη δική του «Medea», να τον εμπνέουν και να του παρέχουν τα πρώτα πατήματα και επιλέγοντας για μότο στην αρχή του βιβλίου του τη διερώτηση του Α. Κ. Γκρέιλινγκ: «Υπάρχει, λοιπόν, γνώση του παρελθόντος ή μήπως υπάρχει απλώς, στην καλύτερη περίπτωση, ερμηνευτική ανακατασκευή και ίσως, πάρα πολύ συχνά, απλώς εικασία;» – ο Κοντολέων προχωρεί στη δική του άποψη, παραλλάσσοντας και αναθεωρώντας εκείνες που προηγήθηκαν και αποκαλύπτοντας τις εξουσιαστικές πατριαρχικές δομές που διαχώρισαν αυθαίρετα τον άντρα από τη γυναίκα, αφού «ακόμα και οι θεοί, καθ’ ομοίωση των ανθρώπων, πλέον είναι άνδρες και γυναίκες κατά τις κοινωνικές επιταγές, έχοντας απολέσει την αρχέγονη φύση του άρρενος και του θήλεος».

 

Με γραφή λυρική και γλώσσα ρυθμική που συχνά εμπλουτίζεται και με λέξεις αρχαϊκές συγκροτώντας στο σύνολο έναν λόγο αισθητικά και εννοιολογικά ενιαίο, αμφισβητεί τόσο τη γυναικεία όσο και την αντρική εικόνα –όπως αυτές διαμορφώθηκαν και παγιώθηκαν διαχρονικά κάτω από συγκεκριμένες κοινωνικές και πολιτισμικές αντιλήψεις και συγκυρίες–, και μακριά από κάθε στείρο πολιτικό και ιστορικό διδακτισμό προσβλέπει στην πραγματική φύση των δύο φύλων, υιοθετώντας μια σφαιρική αντίληψη για τη γυναικεία ταυτότητα και μια «ιδεατή –ακόμη και ουτοπική– πρόταση ισότιμης συνύπαρξης».

 

*Το όνομα Μήδεια προέρχεται από το ρήμα μέδομαι, το οποίο σημαίνει προνοώ, μελετώ, διαλογίζομαι και φροντίζω, καθώς και επινοώ, μηχανεύομαι.

Άννα Κουππάνου «Όταν μας άφησε η θάλασσα» Εκδόσεις Πατάκη

 Άννα Κουππάνου

«Όταν μας άφησε η θάλασσα»





 

Η κυπριακή λογοτεχνία για παιδιά και νέους θα έλεγα πως παρακολουθεί τις θεματικές όσο και ποιοτικές εξελίξεις της αντίστοιχης ελλαδικής.

Αμέσως μετά τη Μεταπολίτευση οι Κύπριες και οι Κύπριοι συγγραφείς αυτού του είδους στράφηκαν προς μια πολιτική στάση ενημέρωσης του κοινού τους και βέβαια λογικό ήταν στη στάση αυτή να κυριαρχούν το μεγάλα τραύματα της Τουρκικής Εισβολής και Κατοχής, όπως και το δράμα των αγνοουμένων και των προσφύγων.

Αρκετά από τα βιβλία εκείνης της περιόδου είχαν εκδοθεί από εκδοτικούς οίκους που είχαν την έδρα τους στην Ελλάδα κι έτσι αρκετοί από τους συγγραφείς τους -κυρίως γυναίκες- έγιναν ευρύτερα γνωστοί (Μαρία Πυλιώτου, Κίκα Πουλχερίου, Φιλίτσα Χατζηχάνα, Έλλη Παιονίδου κ.α)

Στα χρόνια που ακολούθησαν η Κυπριακή Λογοτεχνία για Παιδιά και Νέους   συνέχισε να αναζητά νέες θεματικές και με την ιδιαίτερη υποστήριξη τόσο της Κυπριακής Πολιτείας όσο και του Κυπριακού Συνδέσμου Παιδικού Νεανικού Βιβλίου διατήρησε τη ζωντάνια της, ενώ νέες παρουσίες ήρθαν για να της προσφέρουν ευρύτερους θεματικούς κύκλους.

Οι σύγχρονοι Κύπριοι συγγραφείς Παιδικής και Εφηβικής Λογοτεχνίας ή ήταν πολύ μικρά παιδιά όταν έγινε η Τουρκική Εισβολή ή γεννήθηκαν μετά από μερικά χρόνια. Αλλά αυτό δε σημαίνει πως το τραύμα δεν τους έχει επηρεάσει, ακριβώς όπως κάτι παρόμοιο βλέπουμε να συμβαίνει και σε όσους Κύπριους συγγραφείς γράφουν για ενήλικες ή και για ενήλικες.

Μέσα στα δικά τους έργα, εκείνη η εποχή συχνά επανέρχεται και περιγράφεται με ένα πλέον πολυεδρικό τρόπο. Η πληγή χωρίς να έχει κλείσει σαφώς δεν έχει κακοφορμίσει. Οπότε το συλλογικό τραύμα υπεισέρχεται στα έργα ως αιμάτινη διαδρομή ή περιγράφεται με την αντικειμενικότητα της απόστασης.

Αρκετοί και συγγραφείς αυτής της γενιάς που είναι γνωστοί και στην Ελλάδα. Ανάμεσά τους και η Άννα Κουππάνου.

Πρόκειται για μια από τις πλέον δραστήριες παρουσίες στο χώρο της Παιδικής Λογοτεχνίας στην Κύπρο. Συγγραφέας, λειτουργός του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου, συντονίστρια Προγραμμάτων Φιλαναγνωσίας, έχει να παρουσιάσει σημαντικό ερευνητικό έργο και δράσεις.

Τα βιβλία της έχουν τιμηθεί  με Κρατικό Βραβείο της Κύπρου, και με Βραβεία του Κυπριακού Συνδέσμου Παιδικού Νεανικού Βιβλίου, του λογοτεχνικού περιοδικού ‘Ο Αναγνώστης’, της Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς και έχουν αναγραφεί στον Διεθνή Τιμητικό Πίνακα της ΙΒΒΥ, ενώ υπήρξε και υποψήφια για του Διεθνές Βραβείο Άντερσεν.

Τα περισσότερα από τα βιβλία της έχουν κυκλοφορήσει από ελληνικούς εκδοτικούς οίκους, όπως άλλωστε και αυτό το πλέον πρόσφατο – «Όταν μας άφησε η θάλασσα»

Στο μυθιστόρημα αυτό η Κουππάνου μας παρουσιάζει ένα γεγονός από την εποχή της Εισβολής που δεν είναι ιδιαιτέρως γνωστό. Έχει να κάνει με την μεταφορά εκατοντάδων κυπριόπουλων από τα κατεχόμενα εδάφη στην Ελλάδα για να φιλοξενηθούν από Ελληνικές οικογένειες ή Ιδρύματα.

Ένα από τα παιδιά αυτά είναι και η αφηγήτρια της ιστορίας αυτού του βιβλίου. Η μικρή Κατερίνα, από ένα χωριό της Κερύνειας, και ο δίδυμος αδελφός της Μιχάλης αφήνουν την οικογένειά τους και μαζί με άλλα παιδιά έρχονται στην Ελλάδα για να φιλοξενηθούν.

Πώς αισθάνεται ένα παιδί που ξαφνικά ότι είχε γνωρίσει ως οικογενειακή θαλπωρή χάνεται; Τί σημαίνει να εξαναγκάζεται να αποχωριστεί τόσο τους δικούς του όσο και το μέρος που μεγάλωσε, τους φίλους που μαζί τους μοιραζότανε την καθημερινότητά του; Ποιες οι αντιδράσεις του όταν φτάνει στο νέο, άγνωστο τόπο;

Η Άννα Κουππάνου χαρίζει στην ηρωίδα της μια ευαίσθητη ματιά μέσα από την οποία μας μεταφέρει σκέψεις και συναισθήματα, μας περιγράφει γεγονότα που δεν εγγράφονται στην επίσημη Ιστορία.

Και ο λόγος της μικρής Κατερίνας είναι και το μεγάλο προτέρημα του μυθιστορήματος. Πως αυτό που όλοι εμείς οι ενήλικες έχουμε συνηθίσει με ένα συγκεκριμένο τρόπο να το αντιμετωπίζουμε, μετατρέπεται σε κάτι εντελώς διαφορετικό όταν το βιώνει ένα παιδί.

«Ο οδηγός κατεβάζει το γυαλί και εξηγεί  σε κάποιον: ‘Τα προσφυγόπουλα από την Κύπρο, αδελφέ. Αυτά είναι’.                                                                                                                     Μέσα μου ανάβει ξαφνικά μια φλόγα. Θέλω να φύγουμε. Θέλω να με ρωτήσει κάποιος να του πω ότι θέλω να φύγουμε. Θέλω να ζω μακριά από εκείνη τη λέξη. Δεν είμαι προσφυγόπουλο. Είμαι η Κατερίνα. Θέλω να φύγω από τα ξένα χωριά και τις θάλασσες…» (σελ. 114)

Μυθιστόρημα που στηρίζεται στις μικρές μεν αλλά ουσιαστικές διακυμάνσεις συναισθημάτων και σε μια γλώσσα όπου έχει πλαστικότητα, ευρήματα και κυρίως την αμεσότητα της παιδικότητας.

Με αυτά τα εφόδια το «Όταν μας άφησε η θάλασσα» δεν είναι μόνο ένα μυθιστόρημα για ένα γεγονός του 1974, αλλά μια αφήγηση απόλυτα καίρια ως προς την επικαιρότητά της.

Πρόσφυγες, μετανάστες, ξεριζωμένοι συνεχίζουν να διασχίζουν θάλασσες πιστεύοντας σε ένα καλύτερο αύριο.


(700 λέξεις)

https://diastixo.gr/kritikes/paidika/22446-otan-mas-afise-i-thalassa


9.5.24

Πέδρο Αλμοδόβαρ "Το τελευταίο όνειρο"

 

Πέτρο Αλμοδόβαρ

«Το τελευταίο όνειρο»

Εκδόσεις Διόπτρα

 

                                               

Ο ίδιος ο Αλμοδόβαρ χαρακτηρίζει τα κείμενα που περιλαμβάνονται σε αυτή τη συλλογή ως αφηγήματα, μιας και δεν αποδέχεται ειδολογικούς διαχωρισμούς.

Και θα συμφωνήσω μαζί του. Γιατί τι άλλο παρά αφήγηση είναι ένα κείμενο στο οποίο η πραγματικότητα έχει ανάγκη τη μυθοπλασία για να γίνει πιο ολοκληρωμένη.

Όμως αφήγηση δεν υλοποιείται μόνο με τις λέξεις, αλλά και με τις εικόνες. Και ο Αλμοδόβαρ κυρίως σκηνοθέτης είναι, δηλαδή ένας καλλιτέχνης που αφηγείται με εικόνες. Και σε όλες του τις ταινίες συμπλέουν πραγματικότητα και μυθοπλασία. Αυτή είναι η προσωπική κινηματογραφική γραφή του, εμπλουτισμένη βέβαια με στοιχεία υπερβολικού ρεαλισμού, αλλά και σουρεαλισμού, με στιγμές μελοδραματισμού και απόψεις αποκλίνουσες από τις απολύτως αποδεκτές. Με ένα ολότελα δικό του τρόπο έχει σχηματίσει το επαναστατικό και αντισυμβατικό του λόγο.

Οι δώδεκα αφηγήσεις του -έτσι όπως τις διαβάζει κανείς μέσα στη συλλογή «Το τελευταίο όνειρο»- μοιάζουν να είναι μεταγραφές κινηματογραφικών εικόνων σε γραπτό λόγο. Και σε αυτήν τη μορφή τους διατηρούν όλα  τα χαρακτηριστικά που έχουμε μάθει να αναμένουμε από τις ταινίες του Αλμοδόβαρ.

Ποικιλία  θεμάτων -από την ανατροπή κλασικών παραμυθιών σε εξομολογητικές αναμνήσεις* από ρομαντικές εξιστορήσεις σε καταγγελτικές συνθέσεις* από ημερολογιακές καταγραφές σε σπαρακτικούς αποχαιρετισμούς. Κι άλλοτε όλα αυτά να διαθέτουν μια μυθοπλαστική ταυτότητα, άλλοτε πάλι να παραμένουν μέσα στα όρια πραγματικού συμβάντος.

Πολύ συχνά οι αφηγήσεις παραπέμπουν σε κάποιες λεπτομέρειες ταινιών -το σύμπαν του δημιουργού είναι ενιαίο. Όπως τελικά και οι χαρακτήρες -αρκετοί τουλάχιστον- των ταινιών του θα βρεθούν να υπάρχουν και μέσα στις σελίδες της συλλογής.

Πιστεύω πως ο Αλμοδόβαρ εκδίδοντας αυτήν τη συλλογή δεν αναζήτησε λογοτεχνικές δάφνες, αλλά να καταθέσει αποσπασματικά και σίγουρα ιδιότυπα τις πηγές της καλλιτεχνικής του έμπνευσης. Μια μορφή ημερολογιακών καταγραφών, με άλλα λόγια. Άλλωστε και ο ίδιος στην εισαγωγή το ξεκαθαρίζει: «…αυτό το βιβλίο μοιάζει με μια αποσπασματική, ατελή και κάπως αινιγματική αυτοβιογραφία»

Δώδεκα, λοιπόν, αφηγήσεις -όχι όλες με την ίδια στόχευση. Μα σίγουρα εκείνη που προεξέχει είναι και η συντομότερη, ίσως και πλέον απλή. Η περιγραφή της τελευταίας συνάντησης του Αλμοδόβαρ με τη μητέρα του, στο νοσοκομείο, λίγες ώρες πριν από το τέλος της. Η απλότητα αφήνει όλο το συναίσθημα να ξεδιπλωθεί.

Και αν πάνω σε κάποιες από τις αφηγήσεις ήδη έχουν στηριχτεί ταινίες του, σε κάποιες άλλες μπορεί κάτι παρόμοιο να συμβεί στο μέλλον.

 

Άλλες ξεχωρίζουν με την εκκεντρικότητά τους. Κάποιες τις διακρίνει μια συμβατικότητα. Σε κάθε περίπτωση πάντως μπορεί κανείς να ισχυριστεί πως διαθέτουν την αυτονομία μιας συλλογής κειμένων με λογοτεχνική επικάλυψη, που κατατίθεται στο σύνολο του έργου ενός δημιουργού.

Όμως άλλο είναι αυτό πού σίγουρα έχει το δικό του ενδιαφέρον και που κάνει την έκδοση ελκυστική ως προς την ανάγνωσή της Είναι το πως λειτουργεί συμπληρωματικά και με κάποιον τρόπο και επιβεβαιωτικά ως προς την ιδεολογική και καλλιτεχνική ταυτότητα ενός κινηματογραφιστή που έχει σε απόλυτο βαθμό διακριθεί από τους ειδικούς και αγαπηθεί από το πλατύτερο κοινό.

Θα σταθώ σε ένα σύντομο απόσπασμα από την εισαγωγή όπου και στην ουσία ο Αλμδόβαρ -πάντα με τον δική του οπτική- εξηγεί σχεδόν όλο του το έργο: «Ως κινηματογραφιστής γεννιέμαι στο απόγειο της μεταμοντέρνας έκρηξης: οι ιδέες έρχονται από οπουδήποτε, όλα τα στιλ και οι εποχές συνυπάρχουν, δεν υπάρχουν φυλετικές προκαταλήψεις και γκέτο, ούτε και οι αγορές, μοναχά η όρεξη να ζήσεις και να κάνεις  πράγματα. Ήταν το ιδανικό περιβάλλον  που, όπως εγώ, ποθούσε να κατακτήσει τον κόσμο»

Ο Πέτρο Αλμοδόβαρ γεννήθηκε στην Ισπανία του Φράνκο, το 1949. Οπότε σε εμένα προσωπικά γεννήθηκε το ερώτημα: Είναι οι εποχές που δημιουργούν τους καλλιτέχνες που θα τις εκφράσουν  ή οι ίδιοι οι δημιουργοί που δίνουν ο καθένας τη  δική του απόχρωση στην εποχή που ζούνε και δημιουργούνε;

Την πολυποίκιλη γλωσσική υπόσταση των αφηγήσεων, η Μαρία Παλαιολόγου κατάφερε να την μεταφέρει και στη δική μας γλώσσα.

 

(615 λέξεις)

 

https://www.tanea.gr/print/2024/05/03/lifearts/san-skines-sinema-lfpou-ginontai-diigimata/





Ελένη Πριοβόλου «Βαθύ σκοτάδι πριν την αυγή»

 


Ελένη Πριοβόλου

«Βαθύ σκοτάδι πριν την αυγή»

Μυθιστόρημα

Εκδόσεις Καστανιώτη

 

Η Ελένη Πριοβόλου είναι μια από τις πλέον πολυσύνθετες σύγχρονες συγγραφικές παρουσίες.

Ανάμεσα στους τίτλους των βιβλίων της συναντά κανείς από εικονογραφημένες παιδικές ιστορίες έως ιστορικά πολυσέλιδα μυθιστορήματα, από λογοτεχνικά εφηβικά έργα έως σύγχρονου προβληματισμού νουβέλες.

Τόσο το σύνολο σχεδόν του έργου της, όσο και η ίδια ως δρώσα πνευματική προσωπικότητα μπορεί κανείς να πει πως χαρακτηρίζονται από μια καλά τεκμηριωμένη πολιτική συνείδηση. Η Πριοβόλου δίνει με διάφορους τρόπους το παρόν της στις κοινωνικές διεκδικήσεις.

Σίγουρα πάντως το πλατύτερο αναγνωστικό της κοινό είναι εκείνο των ιστορικών μυθιστορημάτων της. Και διόλου τυχαίο κάτι τέτοιο – έχει ήδη επισημανθεί η αύξηση της διάδοσης των ιστορικών μυθιστοριών καθώς ο μέσος έλληνας θέλει να γνωρίσει πρόσωπα και πτυχές του παρελθόντος μέσα από μια ευαίσθητη όσο και τεκμηριωμένη μυθοπλασία.

Όλα αυτής της κατηγορίας έργα της Πριοβόλου είναι συνθέσεις που βασίζονται σε ερευνητικά στοιχεία και προσπαθούν να φωτίσουν περιόδους όπου υπήρξε μια αντιπαράθεση ανάμεσα στην προοδευτική σκέψη και στη συντήρηση.

Αυτό ακριβώς συμβαίνει και σε αυτό το τελευταίο της έργο –«Βαθύ σκοτάδι πριν την αυγή».

Πρόκειται για την μυθιστορηματική βιογραφία του Χριστόδουλου Παμπλέκη.

Αντιγράφω κάποια στοιχεία από την el.wikipedia:

‘Ο Χριστόδουλος Παμπλέκης γεννήθηκε το 1733 στον οικισμό Επάνω Χώρα του χωριού Μπαμπίνη Ξηρομέρου Αιτωλοακαρνανίας. Από μικρός έμεινε ορφανός από μητέρα και προσβλήθηκε από ευλογιά, ασθένεια που του σημάδεψε το πρόσωπο και του στοίχισε το αριστερό του μάτι. Ο πατέρας του ήταν κλέφτης στην περιοχή του Ολύμπου. Το 1740 ενεπλάκη σε αιματηρό επεισόδιο με Τούρκους και αναγκάστηκε να φύγει ξανά για τον Όλυμπο παίρνοντας μαζί του και τον μικρό Χριστόδουλο. Σύντομα όμως συνελήφθη από τους Τούρκους και γδάρθηκε ζωντανός. Κάποιος Λιτοχωρίτης ονόματι Καλλίας πήρε υπό την προστασία του τον μικρό Χριστόδουλο ο οποίος παρακολούθησε το σχολείο στο Λιτόχωρο και κατόπιν στη Ραψάνη. Ήταν ανήσυχο πνεύμα και φιλομαθής, γι' αυτό σε μικρή ηλικία ο Καλλίας τον έστειλε στο Άγιο Όρος όπου γράφτηκε στην περίφημη Αθωνιάδα Ακαδημία. Εκεί είχε δάσκαλο τον Ευγένιο Βούλγαρη και διακρίθηκε στα μαθηματικά. Κατά τη φοίτησή του έλαβε και το μοναχικό σχήμα. Σε ηλικία 25 ετών, τον Ιανουάριο του 1759 απογοητευμένος από την κατάσταση στην Αθωνιάδα έφυγε για την Ευρώπη. Εκεί συνέχισε τις σπουδές του μελετώντας φιλοσοφία, θεολογία και μαθήματα θετικών επιστημών. Σύντομα θα εκδώσει και ο ίδιος φιλοσοφικά έργα που θα προκαλέσουν ευμενή σχόλια από τους μεγάλους διαφωτιστές εκείνης της εποχής -Ντιντερό, Ντ΄αλαμπέρ, Μπέικον, Καρτέσιου κ.α. Οι απόψεις του, όμως, θα είναι αντίθετες από την επίσημη θέση της Ορθόδοξης Εκκλησίας, η οποία και θα αφορίσει τόσον αυτόν όσο και τους μαθητές του και θα καταδικάσει τα έργα του και τις απόψεις τους.’

Αυτήν την σχεδόν άγνωστη στην εποχή μας προσωπικότητα, η Ελένη Πριοβόλου αποφάσισε να την φέρει στην επικαιρότητα, με σαφή στόχο να αντιστοιχήσει τις αντιδράσεις του τότε με αυτές του σήμερα.

Άρα έχουμε και πάλι ένα βαθιά πολιτικό μυθιστόρημα που αναφέρεται εμμέσως στην εποχή μας, ενώ παράλληλα περιγράφει με πολλές λεπτομέρειες γεγονότα, καταστάσεις και διαπροσωπικές σχέσεις μέσα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και σε μια Ευρώπη που είχε ξεκινήσει την μετάλλαξή της.

Η Ελένη Πριοβόλου ανήκει στους σύγχρονους συγγραφείς μας που - ο καθένας με τον τρόπο του-  επιζητούν να γνωρίσουν στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό πρόσωπα και συνθήκες της Ελληνικής Ιστορίας που δεν έχουν βρει τη θέση τους στα ποικίλα ιστορικά αφηγήματα που τόσο ως νέοι όσο και ως ενήλικες οι νεοέλληνες δεν είχαν -μάλλον δεν τους δόθηκε- ευκαιρία να γνωρίσουν.

Μια τέτοια προσωπικότητα και ο Χριστόδουλος Παμπλέκης.

Η επιλογή της Πριοβόλου η αφήγηση να έχει τη μορφή απομνημονευμάτων προσφέρει τη δυνατότητα ο αναγνώστης να ξεναγηθεί με αμεσότητα και χωρίς τυπικότητές στην καθημερινή ζωή στα διάφορα μέρη της ελληνικής επικράτειας κατά τη διάρκεια της οθωμανικής αυτοκρατορίας, αλλά και στην Ευρώπη του 16ου αιώνα.

Γνωρίζουμε οικονομικές συνθήκες, τον τρόπο ζωής πλουσίων και φτωχών, τη στενή σύνδεση της επιστήμης με τη θρησκεία, τη τόλμη κάποιων φωτισμένων διανοούμενων να αναζητούν τρόπους ενημέρωσης των πολλών, τις σκληρές αντιδράσεις συντηρητικών κύκλων.

Και πέρα από την μεγάλη έρευνα που πρέπει να είχε προηγηθεί της συγγραφής του συγκεκριμένου έργου, πιστώνεται στο ταλέντο της Πριοβόλου και η ικανότητα της να αφηγείται με μια γλώσσα που διατηρεί τη ζωντάνια όσο και το χρώμα εκείνων των εποχών.

«Έπειτα μιλούσαν για τους χρόνους της Αναγέννησης, όπου το φως άρχισε να αμπώχνςι το σκοτάδι, και για τα φωτεινά πνεύματα που έφεραν και φέρουν -και θα συνεχίσουν να προσφέρουν- το φως της γνώσεως και της σοφίας. Όλες τους οι κουβέντες επικεντρώνονταν στον φόβο που σπέρνουν οι λογής εξουσίες και στο συμφέρον τους να παραμείνει ο λαός αμαθής υπό τον ζυγό της ζοφερής τους εποπτείας και ελέγχου» (σελ.109 -110)

Ένα μυθιστόρημα ιστορικό που όπως όλα τα καλά ιστορικά μυθιστορήματα αφορά και το σήμερα.

(767 λέξεις)

https://diastixo.gr/kritikes/ellinikipezografia/22409-vathi-to-skodadi-prin-tin-avgi