11.6.23

Γκαμπριέλα Καμπεσόν Κάμαρα «Οι περιπέτειες της Τσίνα Άϊρον»

 







Γκαμπριέλα Καμπεσόν Κάμαρα

«Οι περιπέτειες της Τσίνα Άϊρον»

Μετάφραση: Άννα Βερροιοπούλου

Εκδόσεις Καστανιώτη

  

Ο Χοσέ Ραφαέλ Ερνάντες ( 1834 -1886) ήταν Αργεντινός ποιητής, πολιτικός, δημοσιογράφος και στρατιωτικός. Πέρα από τη σημαντική δράση του στην πολιτική ζωή της χώρας του, έγινε ιδιαίτερα γνωστός ως συγγραφέας του έπους Martín Fierro, του μεγαλύτερου έργου της λογοτεχνίας Γκαούτσο,  δηλαδή των έργων εκείνων που αφορούν τη ζωή των κατοίκων πεδινών περιοχών της Αργεντινής, της Ουρουγουάης, της Παραγουάης, της Βραζιλίας, του Νότου της Χιλής και της Βολιβίας κατά τη διάρκεια του δέκατου έβδομου αιώνα έως τα μέσα του δέκατου ένατου αιώνα.

Κεντρικός χαρακτήρας του αφηγηματικού αυτού ποιήματος είναι ένας γκαούτσο, επονομαζόμενος Μάρτιν Φιέρο. Οι πολιτικές και κοινωνικές αδικίες τον οδηγούν στην παρανομία και τον μετατρέπουν σε έναν λαϊκό ήρωα, καθώς αγωνίζεται τόσο για τη κοινωνική δικαιοσύνη όσο και για την ανεξαρτησία του τόπου του.

Το κατά πόσον η προσωπικότητα του ήρωα αυτού στηρίχτηκε σε πραγματικό πρόσωπο παραμένει πάντα προς επιβεβαίωση. Από τα στοιχεία που το ίδιο το έπος αναφέρει, μαθαίνουμε πως ο Φιέρο υπήρξε παντρεμένος και πατέρας δυο παιδιών.

Όλο το έπος είναι γραμμένο από την ανδρική σκοπιά. Η σκέψεις, τα συναισθήματα και γενικά τα γεγονότα που έχουν να κάνουν με τη γυναίκα του κεντρικού ήρωα απουσιάζουν.

Η Γκαμπριέλα Καμπεσόν Κάμαρα με το μυθιστόρημά της «Οι περιπέτειες της Τσίνα Άϊρόν» επιχειρεί να αφηγηθεί τη ζωή αυτής της γυναίκας, αλλά στην ουσία να περιγράψει τη θέση της γυναίκας εκείνα τα χρόνια σε εκείνες τις περιοχές, ενώ από την άλλη προσφέρει στον αναγνώστη της και μια ιδιαιτέρως πλαστική περιγραφή της φύσης των πεδιάδων της Αργεντινής.

Όταν αναχωρήσαμε, το χορτάρι κυμάτιζε και η πάμπα ήταν μια δίχρωμη θάλασσα: όταν οι μίσχοι υπέκυπταν στον άνεμο, γινόταν άσπρη σαν αφροστόλιστη* όταν ορθώνονταν και πάλι, γινόταν πράσινη, αναδεικνύοντας τις αποχρώσεις των χορταριών που έμοιαζαν με τρυφερά βλαστάρια, παρότι η εποχή της βλάστησης είχε προ πολλού περάσει. Ήτνα τώρα καιρός να επιστρέψουν όλα στο χώμα: το χλωροπράσινο πρώτα κιτρίνιζε, έπειτα έπαιρνε το χρώμα του χρυσού, της ώχρας και του καφέ, για να πέσει στη γη. Ανασαίναμε και πάλι σαν να βγήκαμε από σπήλαιο, σαν ο αέρας στην ενστάνσια να ήταν βαρύς και πνιγηρός και μολονότι ήταν ένας αέρας διάφανος όπως παντού, εκεί ήταν σαν να αναπνέεις νερό και οι φυσαλίδες να σου στέκονται στον λαιμό (σελ. 139)

Η Γκαμπριέλα Καμπεσόν Κάμαρα (1968) είναι συγγραφέας, δημοσιογράφος  και ακτιβίστρια σε θέματα ισότητας των φύλων και γυναικείας χειραφέτησης, συγκαταλέγεται στις πιο δυναμικές φωνές της σύγχρονης λατινοαμερικάνικης λογοτεχνίας.

Και άλλωστε η επιλογή να αφηγηθεί το έπος του Μάρτιν Φιέρο από τη γυναικεία σκοπιά, αποδεικνύει τους θεματικούς προβληματισμούς της.

Δυο γυναίκες τα κεντρικά πρόσωπα του μυθιστορήματος. Η Τσίνα Αϊρόν, η γυναίκα του Φιέρο, που αποφασίζει να αναζητήσει τον σύντροφό της αφήνοντας πίσω της τα δυο παιδιά της και μια Σκωτσέζα, η Λιζ, που αναζητά κι αυτή τον δικό της σύντροφο.

Δυο γυναίκες, δυο διαφορετικοί κόσμοι, δυο διαφορετικές κουλτούρες που διασχίζουν την ενδοχώρα και ανακαλύπτουν νέες προοπτικές της φυλετικής τους ταυτότητας.

Χαρακτηριστικές οι περιγραφές των ερωτικών στιγμών όπου στην ουσία σκιαγραφούνται οι αντιδράσεις του γυναικείου σώματος όταν μέσω ενός άλλου ισότιμου σώματος ανακαλύπτει την ταυτότητά του.

… το σώμα της λύθηκε με μια λιμνούλα πάνω μου, έχυσε τον εαυτό της πάνω μου, με αγκάλιασε, με άφησε να την φιλήσω, να τη γυρίσω ανάσκελα, να ακουμπήσω την πλάτη της στο στρώμα, να της ανοίξω τα πόδια και να χώσω τα χέρια μου στα απόκρυφά της, ροζ και κόκκινα όπως η ίδια, να γνωρίσω αυτή την υγρή, μαλακή, μυώδη σάρκα, να τη γλείψω, να καθίσω πάνω της, να νιώσω την καινούρια ρυθμική κίνηση πάνω στην καινούρια αυτή θέση, να κοιτάξω το λευκό της πρόσωπο, τα διάφανα μάτια καταμεσής των κόκκινων μαλλιών που απλώνονταν στο μαξιλάρι ώσπου, επιτέλους, λύθηκα κι εγώ. (σελ. 97)

Μυθιστόρημα που λες και έχει ηθελημένα χαθεί σε εδάφη δίχως αρχή και τέλος, όπου όλα επαναλαμβάνονται ενώ πάντα τα ίδια παραμένουν, αλλά που τελικά σε κάτι διαφοροποιούνται. Στην αυτοσυνείδηση, στην πίστη πως είναι το ίδιο σου το σώμα που σε καθορίζει, στην άποψη πως ‘ξεθωριάζουν τα περιγράμματα, σβήνουν τα χρώματα, όλα συγχωνεύονται με το άσπρο σύννεφο. Κι έτσι προχωράμε’.

Από ένα επαναστατικό έπος σε ένα καθαρόαιμο κουήρ μυθιστόρημα -θα έλεγα πως δε με ξάφνιασε το γεγονός πως η αγγλική του μετάφραση διεκδίκησε, από την βραχεία λίστα, το Διεθνές Βραβείο Booker 2020.

Η ελληνική μετάφραση υπηρετεί όλη την πλαστικότητα με την οποία πρέπει να γράφτηκε το πρωτότυπο και η εισαγωγή όπως και τα σχόλια της μεταφράστριας Άννας Βερροιοπούλου ιδιαιτέρως χρήσιμα.


(Βιβλιοδρόμιο, 10/7/2023)

(730 λέξεις)

 

'Ποτέ πιο πριν' -η Ελένη Πριοβόλου στο fractal



Eκείνο που μπορώ να πω για τον Μάνο Κοντολέων, μετά από πολλά χρόνια συνύπαρξης στον λογοτεχνικό τόπο αλλά κυρίως ως αναγνώστρια του, είναι ότι παραμένει νέος, με φρέσκιες κάθε φορά ιδέες, ανατρέπει τις σταθερές του και παρακολουθεί στενά την εποχή του. Εννοώ την κάθε χρονική περίοδο της πορείας του. Διότι εποχή του ήταν και όταν άρχισε να γράφει, εποχή του και το σήμερα από το οποίο κάθε φορά αντλεί την έμπνευσή του. Όμως εκτός από τα σημερινά θέματα που καίνε την κοινωνία, καταπιάνεται και με την ιστορία, κυρίως μυθικές γυναίκες των αρχαίων τραγωδιών, για να ενώσει δομικά τον μύθο με την πραγματικότητα ακόμα και την πρόσφατη, αποδεικνύοντας πόσο αρχαίο είναι το παρόν.

Το βιβλίο «Ποτέ πιο πριν» ανήκει στα cross over μυθιστορήματα στα οποία ο Μάνος Κοντολέων πρωτοπορεί. Με λόγο περιεκτικό και άνετη αφήγηση, μιλάει για βαθειά νοήματα. Γράφει χωρίς να περιγράφει. Δεν κατονομάζει τις χώρες που διαδραματίζεται το έργο, όμως ο αναγνώστης μπορεί να το αντιληφθεί από τις νύξεις.

Η ιστορία έχει ως εξής: Μια οικογένεια ή περίπου οικογένεια-ότι απόμεινε από αυτή- μεταναστεύει από την ζεστή Ανατολή σε μια παγωμένη χώρα του Bορά μετά από μια τραγική οικογενειακή ιστορία. Είναι ο Αγκίπ Ζατάν, η κόρη του Ανίκα και η αδελφή του Ντόνα Νεράν. Η έφηβη Ανίκα θέλει να ενσωματωθεί στο νέο τόπο, ο πατέρας της προσπαθεί, αλλά η θεία της παραμένει εγκλωβισμένη στο εθιμικό δίκαιο της πατρίδας που άφησε πίσω και με το οποίο είναι απολύτως ταυτισμένη και ως εκ τούτου δεν βλέπει με καλό μάτι το «ξεστράτισμα» της ανιψιάς της από την παράδοσή τους. Και εδώ σε αυτή την παράδοση, στο τι κουβαλάει ο κάθε άνθρωπος φεύγοντας από τον τόπο του και πηγαίνοντας σε έναν άλλο τόπο, συνοψίζεται μέρος της ουσίας του βιβλίου.

«Οι μυρουδιές του τόπου μας το κάρι, ο κουρκουμάς και το  κάρδαμο», η Ντόνα Νεράν δεν έχανε ευκαιρία να φανερώνει στην ανιψιά της τα μυστικά των φαγητών της πατρίδας τους. «Μυρωδιές και γεύσεις που αρέσουν και στον πατέρα σου…. Θα αρέσουν και στον δικό σου άντρα… Όταν… Κάποτε….»

Αρχίζω από τα ονόματα των βασικών ηρώων που θυμίζουν καθώς τα διαβάζεις ένα χορευτικό γαϊτανάκι. Ζατάν, Ανίκα, Ντάφνη, Γιαν, Μόνα, Λούρα, Σιργκούνη, Ντόνα Νεράν.

Συνεχίζω με το περιβάλλον. Οι ήρωες της Ανατολής κουβαλούν την ζέστη της πατρίδας που άφησαν στον παγωμένο Βορά. Η αντίθεση κρύο ζεστό και τανάπαλι είναι εμφανής και σε κάθε βήμα- κυρίως της Ντόνα Νεράν -και επηρεάζει τον αναγνώστη, που αισθάνεται έντονα αυτή την αντίθεση. Και την ευώδη ζέστη της Ανατολής και την άοσμη υγρή παγωνιά του Βορά.

Η Ντόνα Νεράν μισεί την παγωνιά. Εκείνη μεγάλωσε μέσα στην πληρότητα-μα ναι, ακριβώς αυτό! –της ζέστης.

Ένα άλλο θέμα που πραγματεύεται το βιβλίο είναι η έννοια της πατρίδας. Του τόπου που εγγράφεται στα κύτταρα του κάθε ανθρώπου, που τον φέρνει στον οργανισμό του μέσα από οικείες αναμνήσεις και τραύματα, μυρωδιές και χρώματα.

Σκέφτεται η Ανίκα, πάνω στην προσπάθεια να βρει τα πατήματά της στην υγρή και παγωμένη νέα της πατρίδα.

Πατρίδα οφείλει να ονομάζει  τον τόπο από όπου εξορίστηκε. Μα αυτή η λέξη-πατρίδα!-λες και έχει κι αυτή εξοριστεί από τις έτσι κι αλλιώς εξορισμένες εμπειρίες της.

Το ζήτημα της αποδοχής του άλλου –εκατέρωθεν- είναι επίσης ζήτημα που απασχολεί τον συγγραφέα. Αποδοχή από την μεριά του «υποδοχέα»  αλλά και του προσερχόμενου στον τόπο υποδοχής.

… Μιας γιορτής που η Ντόνα Νεράν αρνιέται να κατανοήσει. Τα έθιμά της μάλλον την ενοχλούν…. Είναι το χιόνι που την ενοχλεί. Και το δυνατό κρύο…. Μα πως γίνεται να γιορτάζει ένας θεός μέσα σε τόση παγωνιά;

Μα ό,τι κορυφώνει το εξαίρετο τούτο βιβλίο είναι ο έρωτας του Γιαν και της Ανίκας. Καθαρός, νεανικός,  θεσπέσιος, που είναι πάνω από τα στερεότυπα, πάνω από το εθιμικό δίκαιο, πάνω από κάθε σύμβαση και κατασκευασμένη ηθική, αυτή που στην χώρα της Ντόνα Νεράν και του Ζατάν έφτασε μέχρι την καταδίκη μιας γυναίκας σε θάνατο επειδή δεν επέδειξε τους τύπους της παρθενίας της στο λευκό σεντόνι της πρώτης νύχτας του γάμου. Τούτος ο έρωτας λοιπόν φέρνει την κάθαρση, σαν τη λιακάδα μέσα στο καταχείμωνο.

Το «Ποτέ πιο πριν», είναι ένα βιβλίο ψυχής που κερδίζει την καρδιά του κάθε αναγνώστη.

 Ένα βιβλίο ψυχής • Fractal (fractalart.gr)