28.11.23

Ίλι Ντεμνέρι «Θυμάμαι»

 

Ίλι Ντεμνέρι

«Θυμάμαι»

Μετάφραση: Ελεάνα Ζιάκου

Εκδόσεις Πληθώρα

 

                          




Ο Ιλί Ντεμνέρι γεννήθηκε στα Τίρανα το 1961.

Σπούδασε αρχικά σκηνοθεσία στην πατρίδα του και στη συνέχεια στο Παρίσι έκανε μεταπτυχιακές σπουδές. Στη γαλλική πρωτεύουσα πλέον ζει μαζί με την οικογένειά του.

Η συλλογή μικρών κειμένων κάτω από τον τίτλο «Θυμάμαι» που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πληθώρα, είναι μια επιλογή κειμένων από τους δυο τόμους με το ίδιο τίτλο που ο συγγραφέας έχει στο παρελθόν εκδώσει.

Η βασική ιδέα συγγραφής αυτών των κειμένων -συχνά μπορεί να αποτελούνται και από λίγες, ελάχιστες φράσεις- είναι το πως μπορεί να περιγραφεί η περίοδος μιας πόλης και μιας χώρας μέσα από τις μνήμες ενός ανθρώπου που έζησε εκείνη την περίοδο σε εκείνη τη χώρα.

Η ατομική μνήμη είναι η εμπειρία του καθένα μας. Εμπειρία και γνώση* συναισθήματα και ιδεολογικές τοποθετήσεις. Ο καθένας μας είμαστε δημιούργημα των όσων έχουν εγγραφεί στη μνήμη μας.

Μα όσο κι αν οι μνήμες κάθε ανθρώπου μπορεί να είναι διαφορετικές από τις αντίστοιχες άλλων, στην ουσία όλες τους έχουν δημιουργηθεί από τις επεμβάσεις ενός κοινωνικο-πολιτικού συστήματος στη ζωή μας.

Οπότε η μνήμη καθενός περιγράφει και την εποχή που έζησε. Και μάλιστα, έχει τη δυνατότητα να την περιγράψει από μια  αρκετά διαφορετική σκοπιά απ΄ ότι οι επίσημες καταγραφές της Ιστορίας.

Θυμάμαι που ψυθιριζόταν ότι, όταν ο Πρωθυπουργός Μεχμέτ Σέχου είχε πει στον Σκεντέρ Σαλάκου (δημοφιλή αλβανό κωμικό ηθοποιό) «Έλα, πες μας κανένα απ΄τα καυστικά ανέκδοτά σου», επωφελούμενος της ιδιότητας του ως κωμικού, ο Σκεντέρ αποκρίθηκε: «Να, Σύντροφε Πρωθυπουργέ, πριν το λέγαμε Χασάπικο και μέσα έβρισκες κρέας. Τώρα το λέμε Κρεοπωλείο και μέσα βρίσκεις μόνο τον χασάπη» (σελ. 22)

Αυτές οι μικρές αναμνήσεις ξεκινάνε όλες με τη λέξη ‘Θυμάμαι’  κι άλλοτε έχουν μια σκωπτική διάθεση, όπως αυτή που μόλις πριν αντιγράφτηκε, και που μέσα από αυτήν περιγράφεται ένα ολόκληρο σύστημα, μα άλλοτε πάλι το ‘Θυμάμαι’ οδηγεί το υποκείμενο σε πλέον προσωπικές στιγμές.

Θυμάμαι το δωμάτιο μου τον χειμώνα. Πολύ κρύο. Γδυνόμουν πιο γρήγορα κι από χαρακτήρα ταινίας του Τσάπλιν και χωνόμουν βιαστικά στο κρεβάτι… τα σκεπάσματα, ακόμα πιο παγωμένα. Μπρρ…! Και τώρα που το θυμάμαι με πιάνουν ρίγη.(σελ. 23)

Κι έτσι μέσα από τις εντελώς προσωπικές αναμνήσεις  του συγγραφέα, ο αναγνώστης κυκλοφορεί σε μέρες προηγούμενης εποχής.

Χαρακτηριστά ο αλβανός συγγραφέας Ντασνόρ Κοκονόζι, στο σημείωμα του που παρατίθεται στο τέλος της συλλογής, μεταξύ των άλλων σημειώνει: Στην ουσία πρόκειται για εποχή που θα άξιζε να ξεχαστεί, αν δεν ίσχυε ταυτόχρονα το αξιοσημείωτο γεγονός ότι όσοι τη βιώσαν δεν είχαν επιλέξει με τη βούλησή τους το πολιτικό καθεστώς που είχε εγκαθιδρυθεί στην Αλβανία

Και νομίζω πως με αυτήν την επισήμανση γίνεται ολοφάνερο το πόσο το άτομο μπορεί να αποτελέσει και το αντίστροφο είδωλο του συνόλου.

Σε κάθε περίπτωση, τη λογοτεχνία της γειτονικής χώρας δεν την γνωρίζουμε με επάρκεια, όση πιστεύω πως θα της άξιζε, μιας και μιλάμε για έναν λαό που και παρελθόν έχει και το μέλλον του διεκδικεί. Παρελθόν και μέλλον άρρηκτα δεμένα με τα αντίστοιχα δικά μας.

Οι Εκδόσεις Πληθώρα επιζητούν να καλύψουν κάπως αυτό το κενό πληροφόρησης. Στην προσπάθειά τους αυτή σημαντική η βοήθεια της μετάφρασης του ‘Θυμάμαι΄, που την υπογράφει η Ελεάνα Ζιάκου.

https://diastixo.gr/kritikes/xenipezografia/21440-ili-ntemneri-thimame

(516 λέξεις)

25.11.23

Συνέντευξη για το 'Σαν Μήδεια" στο bookpress

 

Συνέντευξη με τον συγγραφέα Μάνο Κοντολέων με αφορμή το νέο του μυθιστόρημα «Σαν Μήδεια» (εκδ. Πατάκη) με το οποίο ολοκληρώνεται η τριλογία του με κεντρικές ηρωίδες μεγάλες γυναικείες μορφές από την Αρχαία Τραγωδία: Κασσάνδρα, Κλυταιμνήστρα, Μήδεια. 

Συνέντευξη στον Διονύση Μαρίνο

Δίχως να έχω πρόχειρα στοιχεία, πρέπει να είναι από τους λίγους άντρες συγγραφείς που έχουν καταπιαστεί τόσο πολύ με τη γυναικεία ψυχοσύνθεση. Ο Μάνος Κοντολέων, έπειτα από τόσα χρόνια στη λογοτεχνία, δικαίως, μπορεί να θεωρεί πως ελάχιστα πράγματα που αφορούν τον άνθρωπο δεν έχουν περάσει από τα βιβλία του.

Προσφάτως κυκλοφόρησε το μυθιστόρημα Σαν Μήδεια (εκδ. Πατάκη), με το οποίο κλείνει μια τριλογία με ηρωίδες που προέρχονται από το αρχαίο δράμα, κι εκείνος τις μετέφερε στο σήμερα με έναν δικό του –δημιουργικό– τρόπο. Μας μίλησε γι’ αυτό το εγχείρημα, αλλά και για τη συνολική του πορεία στα Γράμματα.

Μήδεια, Κλυταιμνήστρα, Κασσάνδρα. Τρεις γυναίκες με έντονη προσωπικότητα και ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Η τριλογία προέκυψε ή ήταν ένα συγγραφικό σχέδιο που το συλλάβατε ως τέτοιο εξαρχής;

Όχι. Όλα ξεκίνησαν από την Κασσάνδρα. Όπως αναφέρω και στο σημείωμα του συγγραφέα που υπάρχει στο μυθιστόρημα Η Κασσάνδρα στη Μαύρη Άμμο, η συγκεκριμένη πριγκίπισσα της Τροίας με είχε συγκλονίσει από τα εφηβικά μου χρόνια. Στο πρόσωπό της από τότε διέκρινα τη μοίρα και το δράμα του ανθρώπου που μπορεί να σκέφτεται με λογική αλλά δεν μπορεί να πείσει τους πολλούς που πράττουν παρορμητικά και δίχως βαθύτερο προβληματισμό. Μια εντελώς σύγχρονη μορφή – αυτή είναι για μένα η Κασσάνδρα. Και κάτω από αυτή τη διάθεση κάποια στιγμή θέλησα πάνω της να στήσω ένα ολότελα δικό μου μυθιστόρημα.

Ολότελα δικό μου με την έννοια πως δεν έμεινα στα ελάχιστα που για την Κασσάνδρα γνωρίζουμε, αλλά στηριζόμενος και σε άλλες πηγές και επιστρατεύοντας τις αρχές της ψυχολογίας της εποχής μας, έπλασα μια εντελώς δική μου μυθιστορηματική ηρωίδα. Μα η επαφή μου με την Ιλιάδα και τις Αρχαίες Τραγωδίες, με έκανε να θελήσω αυτά τα συγγραφικά του «πειράματα» να τα δω να συνεχίζονται και να εφαρμόζονται πρώτα στην Κλυταιμνήστρα και τώρα στη Μήδεια. Γιατί σε αυτές τις δύο; Μα γιατί τα όσα γι' αυτές γνωρίζουμε, τους χαρίζουν όχι μόνο μια διαχρονικότητα, αλλά και μια επικαιρότητα. Αυτή της βίας.

Η επανερμηνεία των αρχαίων μύθων δεν είναι κάτι ξένο. Εντούτοις πολλές από αυτές τις προσπάθειες ισοπεδώνουν την αρχική σύλληψη. Τα δικά σας βιβλία, αντίθετα, επιδιώκουν μια συνομιλία. Πώς δουλέψατε και στα τρία βιβλία;

Το καθένα με τον τρόπο που ορίζανε οι τρεις ηρωίδες. Για την Κασσάνδρα σας είπα. Η Κλυταιμνήστρα για μένα δεν είναι μόνο η βασίλισσα που φτάνει στο φόνο για να διατηρήσει την εξουσία, μήτε και η προδομένη σύζυγος. Είναι κυρίως η γυναίκα εκείνη που ζει μια τραγική στιγμή – να τη σκοτώνει το ίδιο το παιδί της. Αλλά μια τέτοια προσέγγιση αυτομάτως έφερε στο μυθιστορηματικό προσκήνιο και τον μητροκτόνο – τον Ορέστη. Που κι αυτός είχε την τραγική μοίρα να σκοτώνει τη μάνα του. Η περιγραφή του πώς αυτοί οι δυο άνθρωποι έφτασαν σε μια τέτοια στιγμή, είναι στην ουσία και όλο το μυθιστόρημα που αποφάσισα να το ονομάσω Οι σκιές της Κλυταιμνήστρας.

Τώρα, όσον αφορά τη Μήδεια, εδώ θέλησα να ψάξω –και το έψαξα, πιστέψτε με, πολύ– το γιατί από τη μια έχουμε μια παιδοκτόνο και από την άλλη μια γυναίκα που δεν τιμωρείται από τη θεία δίκη. Τελικά προτείνω μια δικιά μου ερμηνεία – αυθαίρετη ίσως, αλλά από την άλλη πιστεύω πως μέσα στο μυθιστόρημά μου Σαν Μήδεια την τεκμηριώνω.

Τώρα που έχετε ολοκληρώσει την τριλογία, ποια από τις τρεις ηρωίδες έθεσε τα πιο δύσκολα ερωτήματα σ’ εσάς; Ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο;

Νομίζω πως από αυτά που μέχρι τώρα σας είπα, είναι φανερό πως εκείνη που περισσότερο μου αντιστάθηκε ήταν η Μήδεια. Για να πλάσω τη δική μου εκδοχή του φόνου, αναγκάστηκα να φτάσω στις αρχές της Δημιουργίας, έτσι όπως περιγράφεται στη Μυθολογία μας.

Η Μήδεια είναι ακόμη παρεξηγημένη στις μέρες μας; Για πολλούς ενσαρκώνει την ιδέα της αρνητικής ηρωίδας...

Ναι, είναι παρεξηγημένη. Μα από την άλλη και ιδιαίτερα ελκυστική. Ιδίως στην εποχή μας που οι σχέσεις των φύλλων επαναπροσδιορίζονται. Που η βία έχει απλωθεί μέσα στην καθημερινότητά μας. Που ενώ όλοι λέμε πως αποδεχόμαστε την οποιαδήποτε διαφορετικότητα, από την άλλη μας τρομάζει ο «άλλος». Η Μήδεια με μια έννοια μπορεί να συμβολίζει τον «άλλον». Αλλά ίσως κι εκείνη να αντιμετώπιζε κάποιον δικό της «άλλον».

Είναι εμφανές στο βιβλίο σας πως η εξήγηση της παιδοκτονίας λόγω ερωτικής εκδίκησης δεν είναι επαρκής. Τη βρίσκετε κοινότοπη; Πολύ προφανή για να είναι η μόνη ορθή;

Ακριβώς αυτό – πολύ προφανής για να είναι η μόνη ορθή. Κι ενώ αναζητούσα το τι άλλο μπορεί να πυροδότησε την πράξη της Μήδειας, έτυχε να δω την ταινία του Λαρς Φον Τρίερ, σε σενάριο του Ντράγιερ, «Medea». Στην ταινία αυτή ο θάνατος των παιδιών παρουσιάζεται με έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο. Στην ουσία είναι ο μεγάλος γιος που ζητά από τη μητέρα να τον βοηθήσει πρώτα να κρεμάσουνε το μικρότερο παιδί και στη συνέχεια να τον σηκώσει για να μπορέσει μόνος του να περάσει τη θηλιά στο λαιμό του. Η Μήδεια υπακούει μα και συμφωνεί. Πάντα σπαράζοντας. Καταλαβαίνεται πως μια τέτοια προσέγγιση θέτει το ζήτημα του «γιατί» σε μια άλλη βάση. Και εγώ αισθάνθηκα απελευθερωμένος να μορφοποιήσω τη δική μου άποψη, που στην ουσία στηρίζεται στον διαχωρισμό της σχέσης άρρενος – θήλεος με εκείνη του άνδρα – γυναίκας.

 

 

Σε ποια Μήδεια στηριχθήκατε περισσότερο; Στου Ευριπίδη, στου Ανούιγ ή του Τρίερ;

Η Μήδεια των Τρίερ-Ντράγιερ μου πρόσφερε μια ελευθερία να τολμήσω τη δική μου ερμηνεία. Μα στη συνέχεια και καθώς σχεδίαζα πια όλο το μυθιστόρημα, διαπίστωσα πως για λόγους οικονομίας αλλά και –κυρίως– υποστήριξης της θέσης μου, θα έπρεπε να μην σταθώ στα γεγονότα που αφορούν τις πράξεις Μήδειας και Ιάσονα από την ώρα που φεύγουν από την Κολχίδα έως τη μέρα που φτάνουν στην Κόρινθο. Είναι γεγονότα ασφαλώς έντονα, αλλά θα χρωμάτιζαν τη μυθιστορηματική εκδοχή της Μήδειας με αποχρώσεις γοτθικού μυθιστορήματος. Κι άλλωστε δεν είναι τυχαίο που ο Ευριπίδης μόνο με τις μέρες στην Κόρινθο μας μιλά. Το ίδιο κάνει και ο Ανούιγ. Προσωπικά λατρεύω τον Ευριπίδη, αλλά εδώ προτίμησα την πλέον ανθρώπινη εκδοχή του Ανούιγ. Γι' αυτό και φράσεις από το δικό του έργο έχω ως μότο στα επιμέρους κεφάλαια.

Υπάρχει ένα αίτημα στις μέρες μας για συνύπαρξη των φύλων επί ίσοις όροις. Ο φεμινισμός μπαίνει, πλέον, σε νέες βάσεις. Το βιβλίο σας είναι στην καρδιά του έχει αυτό το αίτημα. Ήταν αυτό το ζητούμενό σας;

Θα έλεγα πως ναι… Και όχι μόνο στο Σαν Μήδεια. Ένας σύγχρονος προβληματισμός πάνω στη σχέση του φεμινισμού τόσο με τις εφαρμογές της εξουσίας, όσο και με τις εκφράσεις του έρωτα υπάρχει και στα άλλα δυο που προηγήθηκαν. Ξέρετε είναι θαυμαστό το ότι τέτοιες σκέψεις μας δημιουργούνται καθώς διαβάζουμε κείμενα γραμμένα αιώνες πιο πριν. Και στο σημείο αυτό θα ήθελα να υπενθυμίσω πως όλα αυτά τα πρόσωπα –αρχετυπικά πλέον για τον Δυτικό Πολιτισμό– στην ουσία τα γνωρίζουμε έτσι όπως τα «έπλασαν» κάποιοι συγγραφείς. Προσωπικά με συνεπαίρνει η διαπίστωση πως ένας ολόκληρος πολιτισμός έχει δομηθεί πάνω σε πρόσωπα–ήρωες θεατρικών έργων. Μια τρανταχτή απόδειξη της θεμελιώδους επέμβασης της Τέχνης στις κοινωνικές εξελίξεις.

Τελικά πόσο συχνά η πεζογραφίας μας αναζητά τους ήρωές της στα πρόσωπα των αρχαίων τραγωδιών;

Στο βαθμό που γνωρίζω, θα έλεγα μάλλον σπάνια. Με έχει απασχολήσει το γιατί και μάλιστα έχω κάποια στιγμή δημοσιοποιήσει αυτές τις σκέψεις μου. Θα έλεγα πως οι πεζογράφοι μας έχουν μια δισταχτικότητα στο να αγγίξουν αυτά τα πρόσωπα. Κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει με το θέατρο. Εκεί οι σκηνοθέτες τολμούν να προτείνουν τις δικές τους ερμηνείες. Δεν ξέρω γιατί συμβαίνει αυτό. Μήπως ο κόσμος του θεάτρου είναι πιο τολμηρός, ενώ αυτός της λογοτεχνίας μας πιο συντηρητικός;

Μπορούμε να βρούμε «μικρές» Μήδειες στις μέρες μας; Ζουν τριγύρω μας και δεν τις βλέπουμε;

Το όνομα της Μήδειας, όπως κι αυτό της Κασσάνδρας, χρησιμοποιείται πολύ συχνά και με εντελώς λάθος τρόπο. Όπως η Κασσάνδρα δεν μπορεί να κατηγορηθεί πως μάντευε μόνο το κακό, αλλά αντίθετα μπορούσε να δει με τη λογική αυτό που οι άλλοι δεν μπορούσαν να αποδεχτούνε, έτσι και το να ονομάζουμε Μήδεια κάθε γυναίκα που έχει σκοτώσει τα παιδιά της είναι μια εύκολη στάση, μια προκατασκευασμένη και προαποφασισμένη θέση της εξουσίας των πολλών απέναντι στο δράμα του ενός.

Το κλισέ λέει πως οι άντρες συγγραφείς δεν μπορούν να διαχειριστούν τους γυναικείους χαρακτήρες. Εσείς έχετε αρκετές γυναίκες στα βιβλία σας. Τι απαντάτε;

Πως είναι... κλισέ. Από άντρες συγγραφείς γνωρίσαμε μια Καρένινα, μια Μποβαρύ, μια Νόρα, μια Μπλανς, μια Φραγκογιαννού… Δεν ξέρω για τους άλλους πεζογράφους, αλλά εγώ προσωπικά προτιμώ να ανιχνεύω τον εσωτερικό κόσμο εκπροσώπων του άλλου φύλου –των άλλων φύλων να πω καλύτερα, καθώς η εποχή μας έχει κάνει σαφές πως άλλο το βιολογικό και άλλο το κοινωνικό φύλο– μιας και ένας καλός τρόπος να αναγνωρίσεις τον ίδιο σου τον εαυτό είναι να προσπαθήσεις να τον δεις με τα μάτια των άλλων. Και για να το πετύχεις αυτό πρέπει να πλησιάσεις πολύ αυτούς τους άλλους… Τις άλλες, για να είμαι πιο κοντά στην ερώτησή σας.

Έχετε τέσσερις δεκαετίες ευδόκιμης πορείας στα γράμματα. Τι κρατάτε, τι αφήνετε ή τι θα αλλάζατε;

Η ερώτηση αυτή με κάνει να επιστρέψω στην παιδική, στην εφηβική, στη νεανική εποχή μου. Από εκεί πρέπει να ξεκινήσει ο απολογισμός. Και ομολογώ πως από τότε, αυτό που ήθελα να γίνω τελικά με τον δικό μου τρόπο έγινε. Από παιδί ως λογοτέχνη έβλεπα τον ενήλικο εαυτό μου. Τώρα τί είδους λογοτέχνη, αυτό είναι ένα άλλο θέμα. Πάλεψαν μέσα μου η ποίηση και η πεζογραφία. Νίκησε η δεύτερη, αλλά αυτή η εξέλιξη έγινε καθώς ανακάλυπτα πως μέσω του πεζού λόγου μπορούσα να επικοινωνήσω άμεσα και ουσιαστικά και με την προσωπική μου ευαισθησία με το παιδί μου. Κι ενώ είχαν δημοσιευθεί σε διάφορες συλλογές τα πρώτα μου διηγήματα για ενήλικες, ξαφνικά τα πρώτα μου βιβλία ήταν για παιδιά.

Από εκεί και πέρα αυτή η διπλή κατά κάποιον τρόπο συγγραφική ταυτότητα έγινε και το αποτύπωμά μου μέσα στο λογοτεχνικό γίγνεσθαι του τόπου μας. Ένα αποτύπωμα που μου έχει χαρίσει και μεγάλες χαρές, μα και κάποιες πικρίες. Αυτή –ας την πούμε– η συγγραφική μου ιδιαιτερότητα, ασφαλώς και δεν είναι η μοναδική στη χώρα μας. Όπως βέβαια και πολύ συχνά απαντούμενη σε λογοτεχνίες άλλων χωρών. Αλλά είτε το θέλουμε είτε όχι η χώρα μας είναι μικρή και όπως κάθε τι το μικρό δείχνει δισταγμό να αναγνωρίσει το κάπως διαφορετικό, όταν μάλιστα δεν πριμοδοτείται από ποικιλόμορφα κέντρα εξουσίας… Μα για επιστρέψω στην ερώτηση σας… Κρατώ τα πάντα και τίποτε δεν θα άλλαζα μήτε και αφήνω. Δεν μου αρέσουν οι προδοσίες.

 https://bookpress.gr/sinenteuxeis/ellines/18854-manos-kontoleon-i-mideia-einai-pareksigimeni-alla-kai-elkystiki?fbclid=IwAR0WIaiM02g7vPLN4ogNYQ1cMFeqbtvUhk6LaUP68aaJfi_R8EIYbE62JIA

14.11.23

Σπύρος Γιαννακόπουλος "Ο κοσμοναύτης"

 Σπύρος Γιαννακόπουλος

«Κοσμοναύτης»

Μυθιστόρημα

Εκδόσεις Πατάκη

 


Ο Μάνος Γρηγορίου είναι ένας τριαντάχρονος περίπου άντρας, με σπουδές οικονομικές και με εργασία σε τραπεζικό οργανισμό.

Μένει μόνος του σε ένα δυάρι στην Κυψέλη -το ίδιο δυάρι που πριν από χρόνια είχε νοικιάσει ως φοιτητής.

Δυο προηγούμενοι δεσμοί του δεν ευοδώθηκαν και ο Γρηγορίου ζει μέσα στην καθημερινή οκτάωρη ρουτίνα της Τράπεζας και στη συνέχεια προτού επιστρέψει στο εργένικο διαμέρισμά του, συνηθίζει να περνά ή από ένα μπαράκι στο κέντρο της Αθήνας που εκεί εργάζονται δυο φίλοι του ή από ένα βιβλιοπωλείο ειδικευμένο σε βιβλία επιστημονικής φαντασίας.

Εκεί είναι που θα πέσει στα χέρια του ένα μυθιστόρημα αυτού του είδους, γραμμένο πριν από δέκα χρόνια από έλληνα συγγραφέα που όμως κανείς δεν ξέρει την πραγματική του ταυτότητα. Το μυθιστόρημα θεωρείται πλέον κλασικό και το ενδιαφέρον για το ποιος μπορεί να κρύβεται πίσω από το όνομα Σπύρος Δ* πάντα απασχολεί τους φανατικούς αναγνώστες αυτών των έργων.

Ο Μάνος Γρηγορίου θα δημιουργήσει στενούς δεσμούς συνεργασίας με την ομάδα που εκδίδει περιοδικό ειδικευμένο σε θέματα επιστημονικής φαντασίας και θα έρθουν έτσι τα πράγματα που, μέσα από κάποιο άρθρο του, θα βρεθεί να συμμετάσχει σε μια προσπάθεια ανεύρεσης του προσώπου που μπορεί να κρύβεται πίσω από το όνομα Σπύρος Δ*.

Πάνω σε αυτόν τον καμβά ο Σπύρος Γιαννακόπουλος έγραψε το μυθιστόρημά του «Κοσμοναύτης». Πρόκειται για μυθιστόρημα όχι επιστημονικής φαντασίας, αλλά για έργο που στηρίζεται σε αυτήν.

Διαθέτει έντονη πλοκή, απανωτά ευρήματα και είναι γραμμένο με μια γλώσσα απλή, γρήγορη, απόλυτα ταυτισμένη με τους ρυθμούς μέσα στους οποίους ζει ένας νέος άνδρας στην σημερινή Αθήνα -άλλωστε και η ίδια η  πόλη συνεχώς δηλώνει την παρουσία της καθώς ο Γρηγορίου συνηθίζει να κυκλοφορεί πεζός ή χρησιμοποιώντας τα μέσα μαζικής μεταφοράς.

Ο Σπύρος Γιαννακόπουλος είναι γνωστός για τα βιβλία του για παιδιά. Και σε αυτά η γρήγορη αφήγηση, η σύγχρονων προδιαγραφών χρήση της φαντασίας και το αβίαστο χιούμορ δίνουν το προσωπικό του συγγραφικό στίγμα.

Με το νέο του βιβλίο, το «Κοσμοδρόμιο», έρχεται να δοκιμαστεί και στη μεγάλη φόρμα του μυθιστορήματος και καταφέρνει με σημαντική επιτυχία να σκιαγραφήσει ένα σημερινό νεαρό άντρα, να περιγράψει τον ρυθμό της πρωτεύουσας, να φωτίσει τους τρόπους διασκέδασης και γενικότερα τα ενδιαφέροντα μιας γενιάς που ανδρώθηκε στη σκιά των μνημονίων, χωρίς καθόλου να καταφεύγει σε θλιβερές και αδιέξοδες επισημάνσεις. Βέβαια, κάθε αναφορά σε πολιτικοποιημένες σκέψεις ή ανησυχίες απουσιάζει. Μα αυτό ακριβώς είναι και που συμβαίνει. Οι σημερινοί μέσοι τριαντάρηδες έχουν απογοητευθεί από τις διάφορες ιδεολογίες και από τους τρόπους που κάποιοι τις εφάρμοσαν, αναζητούν τη διέξοδο μέσα σε χώρους όπου η μουσική περιγράφει από τη μια την αναταραχή του μέλλοντος και  από την άλλη τον καμουφλαρισμένο ρομαντισμό τους.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες το είδος της λογοτεχνίας που με ένα γενικό ορισμό αποκαλούμε ‘Επιστημονικής Φαντασίας’ έρχεται να προσφέρει μια διαφυγή, ένα όραμα, την κάλυψη μιας Μεγάλης Αφήγησης.

Κάποιοι αυτό το είδος και το σέβονται και με υπευθυνότητα το υπηρετούν. Κάποιοι προσπαθούν να το εκμεταλλευτούν. Και οι δυο αυτές τάσεις μέσα στο έργο του Γιαννακόπουλου καταθέτουν την παρουσία τους.

Μα αυτό που νομίζω πως χαρακτηρίζει το «Κοσμοναύτης» είναι το πορτραίτο ενός νέου άντρα που δεν έχει σταματήσει να ονειρεύεται και… να παίζει.

Μυθιστόρημα που διαβάζεται με πολύ ενδιαφέρον, η πλοκή του συντηρεί την αναγνωστική πορεία και που έχει προικιστεί με μερικά έξυπνα και αποτελεσματικά συγγραφικά ευρήματα.

Κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πατάκη και έχει ενταχθεί σε μια σειρά λογοτεχνίας για νέους (Cross Over). Η επιλογή αυτή ξαφνιάζει… Ή μάλλον μπορεί κανείς να την αντιμετωπίσει και ως μια πρόταση διεύρυνσης αυτής της κατηγορίας μυθιστορημάτων.

Αν η πρόταση θα εδραιωθεί ή όχι, μένει να το αποδείξει το ίδιο το κοινό. Οι αναγνώστες του «Κοσμοναύτη»

(590 λέξεις)

Σπύρος Γιαννακόπουλος: «Κοσμοναύτης» (diastixo.gr)

12.11.23

Ντάγκλας Στιούαρτ "Ο νεαρός Μάνγκο"

 

Douglas Stuart

«Ο νεαρός Μάνγκο»

Μετάφραση: Μιχάλης Μακρόπουλος

Εκδόσεις Μεταίχμιο

 Ο Douglas Stuart (Γλασκόβη 1976) έγινε παγκοσμίως γνωστός όταν κέρδισε το Βραβείο Booker του 2020 με το μυθιστόρημά του ‘Σάγκι Μπέιν’.

Το 2022 έδωσε στην κυκλοφορία το δεύτερο μυθιστόρημα του, το «Ο νεαρός Μάνγκο», και τόσο οι κριτικοί όσο και το αναγνωστικό κοινό διαπίστωσαν πως ο σαρανταπεντάχρονος συγγραφέας έχει τον δικό του ρεαλιστικό και παράλληλα ποιητικό τρόπο να περιγράφει την πόλη που γεννήθηκε ως μια πόλη ‘κτυπημένη’ από τις θατσερικές πολιτικές και κατοικημένη από ανθρώπους που ή θα έχουν ολότελα απορροφηθεί από τη βία στις διαπροσωπικές / κοινωνικές σχέσεις και θα έχουν βρει διέξοδο φυγής από τα  καθημερινά προβλήματα στο ποτό ή θα πρέπει μόνοι τους να βρούνε τον τρόπο να ξεφύγουν από τη μιζέρια των στερεοτύπων και τη βιαιότητα της μη αποδοχής του διαφορετικού.

Ο Douglas Stuart χρησιμοποιώντας αυτές τις συνθήκες και περιγράφοντάς τες με κάθε λεπτομέρεια, έστησε την πλοκή και στο δεύτερο αυτό μυθιστόρημά του.

Όπως και στο πρώτο, κεντρικό πρόσωπο και σε αυτό το μυθιστόρημα, ένας νεαρός -ο Μάνγκο- που διαφέρει από τους άλλους, περισσότερους συνομηλίκους του καθώς οι σκέψεις τους, τα συναισθήματά του και η σεξουαλική ροπή του προς το ίδιο φύλλο τον καθιστούν εύκολο στόχο μιας σκληροτράχηλης αρσενικής λογικής.

Εκπρόσωπος αυτής, μέσα στο έργο, ο μεγάλος του αδελφός. Ως ένα βαθμό σύμμαχός του η αδελφή του. Και βέβαια, πρόσωπο κλειδί στις σχέσεις όλων των μελών της οικογένειας, η νεαρά μέθυσος μητέρα.

Οι δικές της ανεύθυνες αποφάσεις θα πυροδοτήσουν την εξέλιξη της ιστορίας, ενώ παράλληλα και ο ίδιος ο Μάνγκο θα βρεθεί σε θανάσιμο κίνδυνο καθώς δημιουργεί μια ερωτική σχέση με σχεδόν συνομήλικό του αγόρι.

Πάνω σε αυτήν τη βάση ο Stuart θα απλώσει τις αφηγήσεις του χρησιμοποιώντας μια πλούσια γλώσσα που περιγράφει με σαγηνευτικές λεπτομέρειες την πόλη και τις γύρω εξοχές της  - «Τα τελευταία χρώματα της μέρας  έσβηναν και, καθώς οι πλέον απαλές βιολετί και βερικοκί αποχρώσεις ξεθώριαζαν στον ορίζοντα, λυπήθηκε που δεν είχαν φτάσει νωρίτερα. Έγειρε πίσω το κεφάλι και βάδισε σε κύκλο. Ο ουρανός από πάνω του ήταν ένα κυανό που σκούραινε, με αχνές λεμονιές ρίγες εδώ κι εκεί. Δεν ήξερε ότι μπορούσε ο ουρανός να χωρέσει τόσες αποχρώσεις -ή δεν το ‘χε προσέξει πρωτύτερα. Κοιτούσε κανείς στη Γλασκόβη ψηλά;»

Κι άλλοτε, πάλι μετατρέπει την σεξουαλική συμπεριφορά σε προσπάθεια κατανόησης του άλλου – «Ο Μάνγκο όρμησε πάνω του και τον χτύπησε με τη γροθιά του στο στήθος, προκαλώντας τον να τον χτυπήσει κι εκείνος. Η βία προηγούνταν πάντα της τρυφερότητας* ο Μάνγκο δεν ήξερε άλλον τρόπο… Πρώτα ήρθε ο πόνος κι έπειτα το φιλί. Τυλίγοντας τα μακριά του χέρια γύρω του, ο Τζέιμς σήκωσε τον Μάνγκο από το πάτωμα μες στη ζεστή του αγκαλιά. Έσφιξε μ΄ όλη του τη δύναμη, ώσπου δεν μπορούσε ο Μάνγκο να ανασάνει και συνάμα ευχόταν να μην τελείωνε αυτό ποτέ»

Νομίζω πως είναι σαφής η τάση του Douglas Stuart να θέλει να συνδέσει άμεσα την απουσία μιας κοινωνικής πολιτικής με τις συναισθηματικές καταστάσεις των ανθρώπων που ανήκουν στα κατώτερα οικονομικά στρώματα και να αναζητά την όποια θετική διέξοδο στην τόλμη του ίδιου του ατόμου να υπερασπιστεί αυτό που όχι μόνο πιστεύει, αλλά και είναι- «Ο Τζέιμς έστρεψε τις μπανταρισμένες του αρθρώσεις προς τον Μάνγκο, και τα δάχτυλά, στους νάρθηκες του, που είχαν χαϊδέψει το απαλό χνούδι στη βάση της ραχοκοκαλιάς του, σάλεψαν διακριτικά, ανεπαίσθητα. Το φάσκιωμά τους έκανε την κίνησή τους να  ‘ναι αδρή, χωρίς εκφραστικότητα, όμως ο Μάνγκο κατάλαβε. Του ένευσε μία φορά μονάχα. Η μία ήταν αρκετή. ‘Ελα, έλεγε το νεύμα. Φύγε κι έλα»

Κάτω από αυτή τη σκοπιά αν διαβαστεί και αυτό, όπως και το προηγούμενο μυθιστόρημα του, μπορεί κανείς να παραλληλίσει τον Stuart με τον Dickens και τη Γλασκόβη του 1990 με το Λονδίνο του 1840. Αλλά αμέσως μετά προκύπτει το ερώτημα αν ένας Μάνγκο μπορεί να συνεισφέρει στην αφύπνιση των ανθρώπων πάνω σε ζητήματα  κοινωνικής αδικίας και εκμετάλλευσης, αυτό δηλαδή που είχε πετύχει ένας Όλιβερ.

Οι εποχές διαφορετικές και κανείς πλέον δεν μπορεί να ελπίζει πως η λογοτεχνία θα αλλάξει τον κόσμο.

Μα απομένει -καθόλου λίγο αυτό- η απόλαυση της ανάγνωσης. Που στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα ο Μιχάλης Μακρόπουλος με τη μετάφρασή του έχει φροντίσει να τη χαρίσει στον έλληνα αναγνώστη.

(Βιβλιοδρόμιο, 11/11/2023)

(690 λέξεις)

10.11.23

Η τετραλογία της Άννας

 


Η Βούλα Μάστορη και η Τετραλογία της Άννας

 

-Αυγουστιάτικο φεγγάρι

-Στο Γυμνάσιο-

-Ένα – Ένα – Τέσσερα

-Κάτω από την καρδιά της

 

Πρόσφατα από τις Εκδόσεις Πατάκη κυκλοφόρησαν σε μια νέα έκδοση (με ερμηνευτικές σημειώσεις και καινούργια εξώφυλλα) τα τέσσερα βασικά μυθιστορήματα της Βούλα Μάστορη, αυτά που αποτελούν και την «Τετραλογία της Άννας».

Η Βούλα Μάστορη (1945 -2016) υπήρξε μια από τι βασικότερες παρουσίες του σύγχρονου ελληνικού βιβλίου για παιδιά και νέους και από τα κεντρικά πρόσωπα της ανανέωσης αυτού του είδους της λογοτεχνίας.

Το πρώτο της βιβλίο κυκλοφορεί το 1975 κι έτσι μπορεί κανείς να ισχυριστεί πως αυτή η πρώτη της εμφάνιση  σηματοδοτεί μαζί με την πτώση της επτάχρονης Χούντας των Συνταγματαρχών και το ξεκίνημα εκείνης της νέας γενιάς συγγραφέων που έμελλε να αλλάξει τη μορφή, τη θεματολογία και την παιδαγωγική άποψη της λογοτεχνίας για παιδιά.

Πολυγραφότατη, δυναμική ως παρουσία, τολμηρή και ευφάνταστη στην επιλογή των θεμάτων της και στον τρόπο με τα οποία τα διαχειρίστηκε.

Ανάμεσα στα πολλά έργα της -για παιδιά, εφήβους και ενήλικες- ξεχωριστή θέση κατέχουν τέσσερα μυθιστορήματά που πλέον τα συμπεριλαμβάνουμε κάτω από ένα γενικό τίτλο –‘Η Τετραλογία της Άννας’, από το όνομα της κεντρικής ηρωίδας και των τεσσάρων.

Με τα τέσσερα αυτά έργα της η Βούλα Μάστορη περιγράφει στην ουσία τα 35 χρόνια (1945 -1975) που σημάδεψαν τη νεότερη ιστορία αυτού του τόπου.

Αμέσως μετά ή και παράλληλα με μυθιστορήματα άλλων γυναικών συγγραφέων ( Άλκη Ζέη, Ζωρζ Σαρρή, Λότη Πέτροβιτς – Ανδρουτσοπούλου κ.α)  στήριξε και αυτή σημαντικό μέρος των μυθιστορημάτων της σε ιστορικά γεγονότα του δεύτερου μισού του 20ου αιώνα και τα οποία σήμερα αποτελούν μια ενδιαφέρουσα πηγή όχι μονό πληροφοριών, αλλά και κοινωνικών καταγραφών και ατομικών εκφράσεων  εκείνων των χρόνων.

Όπως και πιο πάνω έχω γράψει κεντρική ηρωίδα των τεσσάρων αυτών μυθιστορημάτων είναι η Άννα.

Σήμερα μπορεί κανείς να δει αυτή τη λογοτεχνική περσόνα ως το alter ego της ίδια της Μάστορη.

Στο α’ μυθιστόρημα –«Τ΄ αυγουστιάτικο φεγγάρι»- έχουμε ένα νέο κορίτσι που ζει στην ελληνική επαρχία αμέσως μετά το πέρας του Εμφύλιου και αναζητά να προσδιορίσει τις σχέσεις της με τον ίδιο της τον εαυτό αλλά και με τους δικούς της.

Με το β’ μυθιστόρημα –«Στο Γυμνάσιο»- η Άννα έχει εισέλθει στην εφηβεία. Θα συναντήσει ανθρώπους που θα τη στηρίξουν και άλλους που θα θελήσουν να την εκμεταλλευτούν.

Στο  «Ένα – ένα – τέσσερα» η Άννα κυκλοφορεί μέσα στην επαναστατική ατμόσφαιρα της άνοιξης του 1960 και βιώνει την νεότητα και απαιτεί το μέλλον της.

Τέλος στο «Κάτω από την καρδιά της» η Άννα -νέα γυναίκα πια- στο κλίμα της επτάχρονης δικτατορίας θα γνωρίσει τον αληθινό έρωτα και την μητρότητα.

Μέσα σε τέσσερα μυθιστορήματα η Μάστορη αναπτύσσει με ζωντάνια τόσο την κεντρική  ηρωίδα της όσο και τους υπόλοιπους χαρακτήρες,  ενώ περιγράφει τα κοινωνικά και πολιτικά συμβάντα του δεύτερου μισού του 20 αιώνα, παράλληλα ολοκληρώνει και την πορεία ενηλικίωσης μιας Ελληνίδας που φεύγει από την περιορισμένη αντίληψη μιας μικρής επαρχίας και φτάνει να γίνει μια γυναίκα έτοιμη να διεκδικήσει το μέλλον της.

Μυθιστορήματα γραμμένα με τη ρέουσα γλώσσα και τις ολοζώντανες περιγραφές της Μάστορη που ιδιαιτέρως προσέχτηκαν όταν πρωτοκυκλοφόρησαν, ενώ υπήρξαν ακόμα και  αιτία κάποιων αντιδράσεων λόγω του ρεαλιστικού (για εκείνη την εποχή) τρόπου γραφής τους.

Τελικά η συγγραφική ειλικρίνεια είναι το βασικό στοιχείο που κρατά ζωντανά τα έργα της λογοτεχνίας. Και αυτά τα τέσσερα μυθιστορήματα (όπως βέβαια και όλα τα άλλα έργα της Βούλας Μάστορη) με ειλικρίνεια γράφτηκαν και γι αυτό παραμένουν ικανά να κερδίσουν την αναγνωστική αναγνώριση εφήβων της τρίτης δεκαετίας του 21ου αιώνα.

(570 λέξεις)

9/11/2023

https://www.fractalart.gr/voyla-mastori-books/


5.11.23

Το "Σαν Μήδεια" στον Ελεύθερο Τύπο

 


Ο Μάνος Κοντολέων με το τελευταίο του βιβλίο συμπληρώνει μια μυθιστορηματική τριλογία βασισμένη σε ηρωίδες των αρχαίων τραγωδιών.

«Η Κασσάνδρα στη Μαύρη Άμμο» το 2018, «Οι σκιές της Κλυταιμνήστρας» το 2021 και τώρα το «Σαν Μήδεια».

Όλα κυκλοφορούν από τις Εκδόσεις Πατάκη.

Στόχος του συγγραφέα να προσεγγίσει με μια σύγχρονη οπτική γυναίκες που τα πάθη και οι πράξεις τους σημάδεψαν τον πολιτισμό της Δύσης.

Και αν με την Κασσάνδρα, ο Κοντολέων θέλησε να φωτίσει το δράμα του ανθρώπου που διαθέτει εκείνη τη λογική την οποία στερούνται τα φανατισμένα πλήθη και αν με την Κλυταιμνήστρα περιέγραψε το αδιέξοδο που οδηγεί η απόλυτη υποταγή στους κανόνες της εξουσίας, με την Μήδεια -τη γυναίκα που διέπραξε το πλέον φρικτό έγκλημα- τί άραγε θέλει να μας προτείνει ως ερμηνεία της διπλής παιδοκτονίας;

Στην απορία μας αυτή, ο ίδιος ο Μάνος Κοντολέων, μας απάντησε:

«Παγίδα παιδικών ματιών, μικρά φιλύποπτα τέρατα, κεφάλια αντρικά…» η φράση αυτή από το θεατρικό έργο του Ζαν Ανούϊγ «Μήδεια», υπήρξε η φράση κλειδί για να ξεκλειδώσω το μυστήριο που είχε για μένα η παιδοκτονία της Μήδειας.

Ήταν λίγοι μήνες μετά από τότε που είχε κυκλοφορήσει το μυθιστόρημα μου «Οι σκιές της Κλυταιμνήστρας» και τρία, ίσως τέσσερα χρόνια από τον καιρό που είχα ολοκληρώσει το άλλο μου βιβλίο, «Η Κασσάνδρα στη Μαύρη Άμμο».

Κρυμμένη μέσα μου η παρόρμηση να συμπληρώσω μια τριλογία με κεντρικά πρόσωπα ηρωίδες από τον αρχαίο μας θέατρο. Και λέω κρυμμένη μιας και ήξερα πως αν επιχειρούσα κάτι τέτοιο, μόνο μια ηρωίδα ήταν εκείνη που δικαιούτο να κλείσει μια πιθανή τέτοια τριλογία.

Η Μήδεια.

Πρόκληση να ζητήσω να ερμηνεύσω με τα δικά μου κριτήρια τις πράξεις της και κυρίως, βέβαια, την παιδοκτονία.

Πρόκληση που δεν μπορούσα, δεν τολμούσα,  να ανταποκριθώ… Κι όμως ζητούσα να βρεθεί τρόπος και να εξαναγκαστώ να πάρω το ρίσκο.

Κι έτσι κι έγινε όταν έτυχε να παρακολουθήσω την ταινία Medea  σε σκηνοθεσία του  Lars von Trier και σε σενάριο του Carl Theodor Dreyer.

Μια συγκεκριμένη σκηνή του έργου ήταν αυτή που με έσπρωξε  να συνομιλήσω κι εγώ με την  πριγκίπισσα της Κολχίδας.

Κι όπως σε όλες τις προηγούμενες περιπτώσεις, αναζήτησα κάθε μορφής πληροφορία για τη νέα μου αυτή ηρωίδα.

Αλλά η Μήδεια, στην ουσία,  είναι γνωστή τόσους αιώνες τώρα για εκείνες τις μέρες που βρέθηκε πρόσφυγας στην Κόρινθο, που ο Ιάσονας την εγκατέλειψε και εκείνη για να τον εκδικηθεί σκοτώνει τα δυο παιδιά τους.

Τα πιο πριν γεγονότα της ζωής της εντάσσονται στην εξιστόρηση της Αργοναυτικής Εκστρατείας, που σημαίνει πως έχουν να κάνουν με τα σχέδια του ίδιου του Ιάσονα και τη βοήθεια που η Μήδεια του προσέφερε.

Βοηθός εκείνου η ίδια, ασπίδα προστασίας του.

Ποιες οι δικές της σκέψεις; Ποια τα δικά της όνειρα;

Μια γυναίκα που παίρνει απάνω της τη ρετσινιά της σατανικής μάγισσας για να εξυπηρετήσει τον εραστή της και που στη συνέχεια βάφει τα χέρια της με το αίμα των παιδιών της για να εκδικηθεί τον προδότη του έρωτά της.

Παιδοκτονία για λόγους ερωτικής εκδίκησης.

Δεν με έπειθε αυτή η ερμηνεία -τουλάχιστον ο Lars von Trier και ο Carl Theodor Dreyer δεν μου το επέτρεπαν.

Παράλληλα, βέβαια,  ολοένα και χωνόμουνα πιο βαθιά στα δυο θεατρικά έργα που την έχουν ηρωίδα τους.

Το ένα γραμμένο από τον Ευριπίδη κάπου στα 431 πΧ , το δεύτερο γραμμένο από τον Ζαν Ανούϊγ το 1946 μΧ

Η ίδια ιστορία φωτισμένη με άλλες αποχρώσεις.

Στο Ευριπίδη η Μήδεια φεύγει πάνω στο άρμα του Ήλιου. Στον Ανούϊγ αυτοκτονεί, ενώ ο Ιάσονας ερμηνεύει την πράξη του μέσα από το πρίσμα μιας απωθημένα προδομένης εφηβείας.

Αλλά και πάλι ο Ανούϊγ θα βάλει στο στόμα της Μήδειας τη φράση : ‘Παγίδα παιδικών ματιών, μικρά φιλύποπτα τέρατα, κεφάλια αντρικά…’

Για μένα φράση κλειδί και μάλιστα όταν πρόσεξα πως και ο Ευριπίδης επίσης βάζει στο στόμα της δικιάς του Μήδειας, τα λόγια: ‘Παιδιά μου, η αρρώστια σας ήταν το αίμα του πατέρα σας’, τότε πλέον θεώρησα πως είχα βρει την αρχή του νήματος για να πλέξω το δικό μου έργο.

Ήμουνα πλέον σίγουρος πως είχα κι εγώ το δικαίωμα να καταθέσω τη δικιά μου εκδοχή.

Πέρα όμως από την δομή του μυθιστορήματος, θα πρέπει να αναφέρω και τον προβληματισμό μου όσον αφορά την ίδια την αφήγηση της ιστορίας της Μήδειας σε σχέση με τις αντίστοιχες αφηγήσεις των ιστοριών της Κασσάνδρας και της Κλυταιμνήστρας.

Γι αυτές τις δύο πολλά έχουν γραφτεί, η Ιλιάδα τις περιλαμβάνει, υπάρχουν πολλές αναφορές και σε άλλα κείμενα, εν τέλει όλες οι πράξεις τους εντάσσονται μέσα σε μια ρεαλιστική μα και ‘ιστορική’ καταγραφή.

Η Μήδεια -η οποία είχε προηγηθεί αυτών- κινείται περισσότερο στο χώρο του μύθου και του παγανισμού.

Είναι δε χαρακτηριστικό πως και τόσο ο Ευριπίδης, όσο και ο Ανούϊγ αν και αναφέρουν τις μαγικές της ικανότητες, την ανθρώπινη και μάλιστα τη γυναικεία της πλευρά φωτίζουν.

Αν προσπαθούσα να συμπεριλάβω με αφηγηματικές λεπτομέρειες μέσα στο μυθιστόρημά μου όλα όσα είχε η Μήδεια κάνει πριν την άφιξή της στη Κόρινθο, τότε θα ολοκλήρωνα μια γοτθική μυθοπλασία. Και κάτι τέτοιο δεν ήταν στις προθέσεις μου.

Τελικά οι δυο εκείνες φράσεις καθόρισαν την ταυτότητα του τρίτου μέρους της άτυπης αυτής τριλογίας μου.

Που όπως και τα δυο άλλα, έτσι κι αυτό είναι μια ψηλάφηση της γυναικείας ταυτότητας, μια ιδεατή -ουτοπική, αν προτιμάτε- πρόταση ισότιμης συνύπαρξης των δύο φύλων.

(Ελεύθερος Τύπος, 5/11/2023)

(860 λέξεις)


 

4.11.23

Τζ. Μ. Κουτσί "Ο Πολωνός"

 



J. M. Coetzee

‘Ο Πολωνός’

Μυθιστόρημα

Μετάφραση: Χριστίνα Σιδηροπούλου

Εκδόσεις Διόπτρα

 

                                                            Γράφει ο Μάνος Κοντολέων

 

Ανοιχτό σε πολλαπλές αναγνώσεις το τελευταίο μυθιστόρημα του γεννημένου το 1940 στο Κέιπ Τάουν της Νότιας Αφρικής, Τζον Μάξγουελ Κούτσι.

Συγγραφέας  τιμημένος με δυο βραβεία Booker και με το Nobel Λογοτεχνίας το 2003, στο νέο του βιβλίο χρησιμοποιεί μια -και με ένα δικό του τρόπο- αποστασιοποιημένη λογοτεχνική τεχνική, η οποία όμως κάτω από την φαινομενικά ψυχρή, αλλά ενδυναμωμένη από φιλοσοφική διάθεση αφήγηση, περικυκλώνει και την ίδια στιγμή απλώνει το κεντρικό θέμα.

Στην περίπτωση αυτού του τελευταίου του μυθιστορήματος, το κεντρικό θέμα θα μπορούσε κανείς να το ορίσει ως τον έρωτα που από την εικόνα του άλλου ξεκινά για να καταλήξει στην ψυχή του. Μόνο που αυτή η πορεία μπορεί κάλλιστα να ανατραπεί ή με άλλο τρόπο διατύπωσης δεν είναι πάντα η ομορφιά της εικόνας που μας οδηγεί στο να ερωτευθούμε την ψυχή του άλλου. Μπορεί να συμβεί και στο αντίθετο.

Κεντρική ηρωίδα του μυθιστορήματος η Ισπανίδα πενηνταπεντάχρονη Μπεατρίθ – Είναι ψηλή και κομψή* ίσως δεν μπορεί να χαρακτηριστεί καλλονή με τα συμβατικά πρότυπα, αλλά τα χαρακτηριστικά της -σκούρα μαλλιά και μάτια, ψηλά ζυγωματικά, γεμάτα χείλη- είναι εντυπωσιακά και η φωνή της χαμηλή, κοντράλτο, έχει μια γλυκιά γοητεία (σελ. 11)

Σύζυγός τραπεζίτη, μητέρα δυο νέων και επιτυχημένων ανδρών, ανήκει στη μεγαλοαστική τάξη της Βαρκελώνης και καλύπτει τον άφθονο ελεύθερο χρόνο της συμμετέχοντας στις δράσεις ενός σωματείου που διοργανώνει εκδηλώσεις κλασικής  μουσικής.

Μια από αυτές κι εκείνη στην οποία έχει προσκληθεί πολωνός πιανίστας – εβδομηντάρης, ακμαίος εβδομηντάρης, κλασικός πιανίστας, κυρίως γνωστός ως ερμηνευτής έργων του Σοπέν, αλλά είναι αμφιλεγόμενος ερμηνευτής… Καθόλου ρομαντικός, αντιθέτως κάπως αυστηρός… Η ψυχή του δίνει την εντύπωση ότι είναι ασυνήθιστα στεγνή και αυστηρή, ίσως αυτό καταδεικνύει μια κάποια ανυδρία της δικής του ιδιοσυγκρασίας (σελ. 12)

Με τη χρήση μιας προσεχτικής όσο και αντικειμενικής περιγραφής,  ο Κούτσι συστήνει στους αναγνώστες του τα δυο πρόσωπα που πάνω τους θα απλωθεί όλο το μυθιστόρημα.

Η τυπικά ζεστή όσο και συγκρατημένα θηλυκή παρουσία εκείνης θα βρεθεί στο στόχαστρο του ερωτικού ενδιαφέροντος εκείνου. Εκ πρώτης όψεως απρόσμενα για τις προσλαμβάνουσες του αναγνώστη. Ο πολωνός έχει την εικόνα ενός ηλικιωμένου που έχει παραιτηθεί από τα ερωτικά καλέσματα. Άλλωστε προσεγγίζει τον Σοπέν ως κληρονόμος του Μπαχ. Αλλά δεν είναι έτσι.

Πίσω από τις νότες έχει καταχωνιάσει την ποιητική δημιουργία. Ίσως γιατί δεν του είχε δοθεί η ευκαιρία να την καλλιεργήσει, ίσως γιατι δεν το είχε τολμήσει, ίσως γιατί οι συνθήκες της χώρας του να μην του το είχαν επιτρέψει.

Σε κάθε περίπτωση και καθώς έχει κλείσει την όγδοη δεκαετία της ζωής του, μπορεί -με τον δικό του τρόπο και λίγο πριν το τέλος της ζωής του - να διεκδικήσει ότι δεν είχε μέχρι τότε γευτεί και να μεταφέρει την ερωτική έλξη από την εικόνα στην ψυχή και εν τέλει να βιώσει το πάθος που πιο πριν μήτε είχε δημιουργήσει μήτε και ερμηνεύσει.

Αυτός ο δικός του στόχος. Και τον υποστηρίζει με την κατασταλαγμένη ευγένεια του ανθρώπου που γνωρίζει πως ότι θα κερδίσει θα είναι και το τελευταίο του κέρδος που μαζί με αυτόν, θα χαθεί κι εκείνο -Όχι, δεν είμαι ο Δάντης. Δεν είμαι εμπνευσμένος. Και δεν έχω χάρισμα με τις λέξεις (σελ. 95)

Στην ουσία χρησιμοποιεί -πόσα άραγε ηθελημένα;- μια τεχνική εντελώς αντίθετη από αυτήν που τον είχε οδηγήσει στην έρωτα. Μια και δεν διαθέτει την εικόνα που θα φέρει στο φως την ψυχή, προσπαθεί να πείσει πως υπάρχει και ένας άλλος δρόμος.

Δεν θα καταφέρει παρά μόνο να κερδίσει τρεις μέρες έρωτα.

Η Μπεατρίθ μόλις αισθανθεί πως η καλά δομημένη υπόστασή της κινδυνεύει, θα διακόψει κάθε επαφή μαζί του. Αλλά δεν θα έχει υποψιαστεί πως από ένα τυπικό ερμηνευτή, ο πρόσκαιρός πολωνός εραστής της, θα έχει μετατραπεί -εκείνη θα τον έχει άθελά της μετατρέψει- σε ένα αυθεντικό δημιουργό.

Που αποκλεισμένος στο μίζερο διαμέρισμά του κάπου στα περίχωρα της Βαρσοβίας θα γράφει -με σκοπό να της κληροδοτήσει μετά τον θάνατό του -τα ποιήματα που περιγράφουν την ψυχική διάσταση της σχέσης τους. Το πως την είχε δει. Το πόσο μπορεί ένας έρωτας να εξυψώσει το πρόσωπο που τον ενέπνευσε.

Κι όταν αυτό συμβεί, τότε εκείνη -όσο κι αν προσπαθήσει να αντισταθεί σε ένα συναίσθημα που θα της διαφοροποιήσει τις μέχρι εκείνη την ώρα αρχές της- θα υποκύψει στη γοητεία της ψυχής και θα του γράψει σε γράμμα χωρίς απτό αποδέχτη -Σ΄ ευχαριστώ για την καλή σου άποψη για εμένα. Θα προσπαθήσω να φανώ αντάξια… Καληνύχτα, πρίγκιπά μου, είναι ώρα να πας στο κρεβάτι σου. Καλόν ύπνο. Όνειρα γλυκά… ΥΓ: Θα σου ξαναγράψω (σελ. 165)

Πρόκειται για ένα σχετικά σύντομο μυθιστόρημα, με άψογη τεχνική γραμμένο, περικυκλωμένο με τη βαθιά σοφία ενός μεγάλου συγγραφέα, μα και έμπειρου μελετητή της ανθρώπινης συμπεριφοράς που δεν διστάζει να σταθεί απέναντι στην πορεία προς το γήρας, να αντισταθεί στην κυριαρχία του θανάτου, να επικυρώσει την κεντρική σημασία του έρωτα ακόμα και όταν το σώμα έχει χάσει το κύρος της νεότητάς.

Το απέριττο και επιφανειακά απρόσωπο ύφος του Κούτσι, η μετάφραση τη Χριστίνας Σωτηροπούλου το υποστήριξε με συνέπεια και αξιόλογη αποτελεσματικότητα.

(Βιβλιοδρόμιο, 4/11/2023)

(820 λέξεις)