4.1.25

Γιώργος Σκαμπαρδώνης "Φάλτσα κεφαλής"

Γιώργος Σκαμπαρδώνης «Φάλτσα κεφαλής» Διηγήματα Εκδόσεις Πατάκη Γράφει ο Μάνος Κοντολέων Από τις πλέον αναγνωρίσιμες παρουσίες της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας, ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης. Συχνές οι εκδοτικές εμφανίσεις του που άλλες από αυτές έχουν τη μορφή μυθιστορημάτων, άλλες -ίσως οι περισσότερες- είναι συλλογές διηγημάτων. Επεσήμανα αναγνωρισιμότητα στον εκ της Θεσσαλονίκης συγγραφέα, θέλοντας να τονίσω πως έχει ένα εντελώς δικό του ύφος γραφής, όπως και σαφέστατες θεματικές προτιμήσεις. Ως προς το πρώτο, αντιγράφω από τη σελίδα 81του νέου του βιβλίου «Φάλτσα κεφαλής», τις πρώτες αράδες του διηγήματος «Ο καστανοφύλακας»: ‘Το φθινόπωρο μετρίασε τους αλαλαγμούς των χρωμάτων. Τώρα, ανεβαίνοντας, χαράματα, τις ανηφόρες των μονοπατιών του Κόζιακα, τα πάντα παίρνουν τις αποχρώσεις της παρακμής -σκουριά, καφέ-γκρι, βαθυκίτρινο. Τα δέντρα έχουν ένα ύφος ήττας, με γυμνά, βουρκωμένα κλαδιά* μερικά καταλήγουν σε στρεβλά, μαύρα ή χρυσά χερούλια που στάζουν υγρασία’. Είναι σαφέστατη, νομίζω, η ικανότητα του Σκαμπαρδώνη να ζωντανεύει τον χώρο χρησιμοποιώντας λέξεις. Αλλά στο ίδιο αυτό σύντομο απόσπασμα, διαφαίνονται και οι θεματικές προτιμήσεις του -τουλάχιστον αυτές που αφορούν τον περιβάλλοντα χώρο. Ο Σκαμπαρδώνης έχει μια σαφή γεωγραφική προτίμηση ως προς τους χώρους όπου τοποθετεί τις ιστορίες του. Η Θεσσαλονίκη, έτσι κι αλλιώς έντονα παρούσα και σε προηγούμενα έργα του, κι εδώ συχνά πρωταγωνιστεί -άλλοτε το κέντρο της και άλλοτε οι συνοικίες της. Κι ακόμα έλκεται από τη μακεδονική γη -το παραπάνω απόσπασμα είναι ένα ελάχιστο δείγμα. Μα ο χώρος πάντα συνομιλεί με όσους τον έχουν μετατρέψει σε ταυτότητά τους. ‘Βράδιαζε ολοένα*ο Θωμάς τέλειωσε το φαγητό, τα μάζεψε, τακτοποίησε, έριξε ένα κούτσουρο στη φωτιά και ξάπλωσε ανάσκελα στα χορτάρια κοιτώντας τον ουρανό. Ο Θόλος είχε κατέβει, υπήρχε κάποια βουβή, απόλυτη διαφάνεια, κι έβλεπε τους αστερισμούς σε κοντινή απόσταση, όπως κοιτούσε από την ταράτσα της πολυκατοικίας του της ακτές τις Πιερίας. Γέμισαν τα μάτια του και το μέσα του με το έναστρο φέγγος -έβλεπε αντανακλάσεις, σελαγισμούς, ανοιχτούς λογαριασμούς, και είπε: -Η πασαρέλα της αιωνιότητας’. (σελ. 121) Δεν μπορώ -μένοντας για λίγο σε αυτό το απόσπασμα- να μην επισημάνω το εύρημα της χρήσης του επίθετου ‘βουβή’ για να χαρακτηριστεί η διαφάνεια, όπως και για τη συνύπαρξη των ‘αντανακλάσεων’ με τους ‘ανοιχτούς λογαριασμούς’. Οι γλωσσικοί πειραματισμοί μετατρέπονται σε τεκμηριωμένες απόψεις. Είναι αυτές οι μικρές λεπτομέρειες που προσφέρουν τη λογοτεχνική μέθεξη. Και που βέβαια, ο συγγραφέας αυτός την επιδιώκει χρησιμοποιώντας ακόμα και λέξεις από το οπλοστάσιο άλλων εποχών: ‘Αποπάνω κρέμεται ένα τσίγκινο δοχείο νερού με βρυσάκι (μουσλούκι)’ (σελ. 48)- ή και όχι και τόσο γνωστών επαγγελματικών ενασχολήσεων: ‘Όλο το ιχθυοτροφείο είναι ένα πολύ μεγάλο παραλληλόγραμμο μες στο νερό, χωρισμένο, εντός, σε είκοσι γκιόλια’ (σελ. 25) Από ένα σημείο και μετά η λογοτεχνική γλώσσα μετατρέπεται και σε κιβωτό λέξεων που ελάχιστοι πιθανώς να γνωρίζουν. Μα, ας δούμε και τους χαρακτήρες των διηγημάτων του Σκαμπαρδώνη. Κι εδώ, όπως και σχεδόν σε όλα τα προηγούμενα έργα του, τα κεντρικά πρόσωπα κινούνται στο περιθώριο της μικρομεσαίας τάξης, και πάντως εντός περιοχών όπου δεν συχνάζουν πλέον οι άνθρωποι της εποχής μας… Με μια πλέον σιβυλλική διατύπωση, θα έλεγα οι ήρωες των περισσοτέρων διηγημάτων κυκλοφορούν εκεί όπου εκτελούνται εργασίες τις οποίες η καταναλωτική μανία του σήμερα αν και τις χρησιμοποιεί, υποκρίνεται πως τις αγνοεί. Με αυτήν την επιλογή, ο Σκαμπαρδώνης δείχνει να περισώζει τύπους, ήθη και επαγγέλματα που πολύ απέχουν από τη σύγχρονη τεχνολογική παντοδυναμία. Σαφέστατα οι άνδρες αποτελούν την πλειοψηφία και είναι παραδοσιακά αρρενωποί: ‘Μανιακός καπνιστής* πάντα είχε ένα τσιγάρο κρεμασμένο μάγκικα στα χείλια, που το άναβε απ΄ την καύτρα του προηγούμενου και φουμάριζε ακόμα κι όταν έκανε μπάνιο στη θάλασσα’ (σελ.95). Αλλά και η γυναικεία ψυχοσύνθεση δείχνει πως μπορεί ισότιμα να υπάρχει: ‘Η θεία μου τελείωσε χτες το φουστανάκι μου -ένα όμορφο, ελαφρύ φουστάνι κοντό, με τιραντούλες- κι ονειρεύομαι να γυρίσω στη Σαλονίκη για να το φορέσω’ (σελ. 34) Μια τέτοια στάση συγγραφικής χρήσης των χώρων και των χαρακτήρων, διαθέτει το κίνδυνο να υποπέσει σε ένα στείρο νατουραλισμό, αρκούντως μάλιστα και λάτρη του παρελθόντος. Δεν συμβαίνει αυτό στα κείμενα που ο Σκαμπαρδώνης υπογράφει. Γιατί ο ίδιος -ως συγγραφέας και ως κοινωνικό ον- δεν επιχειρεί να διασώσει μια ανάμνηση ζωής, αλλά αντίθετα επιχειρεί ο ίδιος πρώτα να τη βιώνει. Κι έτσι έχει συνεχώς ανοιχτούς τους πόρους της έμπνευσης του και συλλέγει όλα όσα θα θελήσει, στη συνέχεια, να τα στείλει να συνυπάρξουν με τους αναγνώστες του. Στην ουσία η όποια αναπόληση του χθες εξορίζεται και με ένα ιδιότυπο συγγραφικό τρόπο, έχουμε μια πολιτική θέση αμφισβήτησης της τεχνολογικής παντοκρατορίας. Οι χαρακτήρες στα διηγήματα της συλλογής χρησιμοποιούν πρωτογενείς τρόπους επικοινωνίας με τα ίδια τους τα συναισθήματα -οργίζονται, αποχωρούν, συμβιβάζονται, αντιστέκονται, πάντα όμως σκηνοθετώντας με μια δική τους πρακτική την καθημερινότητά τους. Ενδιαφέρουσα -ίσως από τις πλέον ενδιαφέρουσες συλλογές διηγημάτων του Γιώργου Σκαμπαρδώνη το «Φάλτσα κεφαλής». Αναντίρρητα όλα τα κείμενα δεν έχουν την ίδια ένταση, ούτε και την ίδια πρωτότυπη ματιά. Αλλά ακριβώς γι αυτό η όλη συλλογή μπορεί άνετα να θεωρηθεί ως άρτιο δείγμα γραφής ενός πεζογράφου που έχει καθορίσει εδώ και καιρό το δικό του αποτύπωμα. (796 λέξεις) https://www.hartismag.gr/hartis-73/biblia/faltsa-kfalis

No comments: