Μάνος Κοντολέων
Ημερολόγιο συγγραφικών περιπλανήσεων
1.4.25
Το μυθιστόρημα cross over και η λογοτεχνία για νεαρούς ενήλικες αναγνώστες,
Η λογοτεχνία μια αφήγηση είναι.
Και σε μια διαχρονικά κεντρική παρουσία, δύο είναι τα βασικά θέματα αφήγησης: ο έρωτας και η ταυτότητα.
Και αν με το ερωτικό συναίσθημα το Εγώ επικοινωνεί με το Εσύ, με την ανάγκη αναγνώρισης της ταυτότητας του το Εγώ ανακαλύπτει τη σχέση του με τους άλλους.
Ο έρωτας μας έχει χαρίσει μεγάλες ερωτικές αφηγήσεις.
Η αναζήτηση της ταυτότητας μας έχει προσφέρει καταγραφές πορείας προς την ενηλικίωση.
Μας χάρισε το μυθιστόρημα ενηλικίωσης, το Bildungsroman, όπως διεθνώς αποκαλούμε αυτό το είδος λογοτεχνικής αφήγησης και που δεν είναι τίποτε άλλο παρά η μυθιστορηματική καταγραφή της πορείας ενός νεαρού ατόμου προς την ατομική του και συνειδητή του ενσωμάτωση στον κόσμο των ενηλίκων.
Μια πορεία συνήθως επώδυνη και συχνά ανατρεπτική ως προς τις κοινωνικές νόρμες. Που όμως τελικά οδηγεί το κεντρικό πρόσωπο του έργου να βρει τη θέση του μέσα σε ένα κόσμο συνεχώς μεταβαλλόμενο.
Αν όχι μέχρι τα μέσα περίπου του 20ου αιώνα, σίγουρα πάντως μέχρι τις πρώτες δεκαετίες του, η λογοτεχνία γραφότανε για να διαβαστεί από ενήλικες.
Στα παιδιά και στους εφήβους προσφέρονται προς ανάγνωση ηθικοπλαστικά κείμενα που στόχο τους –συνειδητό ή όχι- είχαν όχι την αποκάλυψη της ταυτότητας, μα αντίθετα την όσο πιο αργότερα γινότανε ανακάλυψή της.
Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος θα φέρει μεγάλες ανακατατάξεις και στις απόψεις για το τι πρέπει αν θεωρούμε ως λογοτεχνία για παιδιά και νέους.
Το 1953 ιδρύεται η IBBY –Διεθνής Οργάνωση Βιβλίων για τη Νεότητα- και το ανήλικο άτομο αναγνωρίζεται πως έχει και αυτό δικαίωμα σε μια καθαρή και δίχως παιδαγωγικές στρεβλώσεις λογοτεχνία, που θα το αφορά άμεσα.
Το μυθιστόρημα ενηλικίωσης μέσα σε αυτό το κλίμα καλείται να παίξει ένα πλέον συγκεκριμένο ρόλο.
Ανάμεσα στο παιδί και τον έφηβο αναγνωρίζονται πλέον συγκεκριμένα όρια και αναζητείται η αφήγηση εκείνη που θα στρέφει κατά κύριο λόγο τη ματιά της άλλοτε στο ένα κι άλλοτε στον άλλον.
Το 1974 κυκλοφορεί το βιβλίο του Ρόμπερτ Κόρμιερ «Ο πόλεμος της σοκολάτας» και πιστεύω πως την ίδια στιγμή δημιουργείται μια νέα –εκδοτικών προδιαγραφών- κατηγορία λογοτεχνικών έργων. Αυτή που σήμερα έχει πλέον καθιερωθεί με την ονομασία young adults literature και που με μια ελληνική ελεύθερη μεταφορά της θα μπορούσαμε να την πούμε: λογοτεχνία για νεαρούς ενήλικες αναγνώστες.
Τα μυθιστορήματα που θα ενταχθούν σε αυτή την κατηγορία, εκδοτικά προωθούνται προς ένα νεανικό κοινό.
Ήδη οι ανάγκες της αγοράς από τη μια, αλλά και η εξειδίκευση της σχέσης λογοτεχνίας και παιδαγωγικής από την άλλη, δημιουργούν πρώτα και καλύπτουν αμέσως μετά την ανάγκη να υπάρχουν έργα που θα απευθύνονται σε συγκεκριμένες ηλικιακά ομάδες αναγνωστών.
Ανάμεσα στο εικονογραφημένο βιβλίο, στη λογοτεχνία για παιδιά και σε αυτή για ενήλικες, έρχεται να καθιερωθεί η λογοτεχνία για εφήβους και νέους, αυτή που πλέον συγκεκριμένα θα χαρακτηρισθεί ως λογοτεχνία για νεαρούς ενήλικες αναγνώστες.
Τα μυθιστορήματα, λοιπόν, αυτής της κατηγορίας στην ουσία είναι μυθιστορήματα ενηλικίωσης. Μόνο που πλέον οι νόμοι της αγοράς επιβάλλουν να διαχωρίζονται από όσα άλλα ασχολούνται με διάφορα άλλα θέματα που απασχολούν κυρίως ή και μόνο τους ενήλικες.
Για εδώ και πάνω από τριάντα περίπου χρόνια η λογοτεχνία για νεαρούς ενήλικες αναγνώστες δημιουργεί σημαντικά λογοτεχνικά κείμενα.
Εκτός από τον Κόρμιερ, παρουσιάζονται, και καθιερώνουν την ποιότητα αυτών των έργων, συγγραφείς όπως ο Μέλβιν Μπέρτζες, η Μύριαμ Πρέσσλερ, η Τζόυς Κάρολ Όουτς, ο Έιβι, ο Ντέιβντ Όλμοντ, η Τζούντυ Μπλουμ, ο Πήτερ Ντίκινσον, ο Φίλιπ Πούλμαν, η Σίλια Ρις κ.α.
Στην Ελλάδα έχουμε όλα σχεδόν τα μυθιστορήματα της Ζωρζ Σαρρή, και κάποια άλλων σύγχρονων Ελλήνων συγγραφέων (Κοντολέων, Ψαραύτη, Μάστορη, Τίγκα, Παπαθεοδώρου, Μανδηλαράς κ.α). Μα η κοινωνική δυσκαμψία της ελληνικής ζωής δεν επιτρέπει μια ολοκληρωμένη και σε ένα ουσιαστικά γενικευμένο βαθμό ανάπτυξη αυτού του είδους. Στις περισσότερες περιπτώσεις τα ελληνικά έργα για νεαρούς ενήλικες αναγνώστες (για αναγνώστες δηλαδή από 13 περίπου χρονών και πάνω) ή ασφυκτιούν ή αυτόβουλα εντάσσονται μέσα στα όρια της εφηβικής / νεανικής λογοτεχνίας (που δείχνει να αυτοπεριορίζεται σε αναγνώστες κάπου εκεί γύρω στα δώδεκα με δεκατρία τους χρόνια)
Με την είσοδο του 21ου αιώνα και με τις νέες δομές ανάπτυξης της διακίνησης και προώθησης της λογοτεχνίας τόσο των ενηλίκων όσο και των νέων, επιβάλλονται έξωθεν και άνωθεν νέες κατηγοριοποιήσεις των λογοτεχνικών κειμένων.
Αυτές οι νέες συνθήκες στην περιοχή των κειμένων που έχουν να κάνουν με την περίοδο της εφηβικών αναζητήσεων, επανεξετάζουν τη θέση τους εκείνη όπου είχε διαχωρίσει το λογοτέχνημα που απευθύνεται σε ενήλικα αναγνώστη από εκείνο που στρέφεται προς τον αναγνώστη που σχεδόν ολοκληρώνει την εφηβεία του και αποφασίζουν να υπενθυμίσουν πως το καλό λογοτεχνικό έργο μπορεί να ‘συνομιλεί’ και με μικρούς και με μεγάλους.
Και παράλληλα βέβαια υπονοούν (μα και ελπίζουν) πως τα μυθιστορήματα αυτά θα ενδιαφέρουν περισσότερες ηλικιακές ομάδες αναγνωστών (άρα και από περισσότερους θα αγοραστούν).
Αλλά επειδή η παλιά ονομασία του Bildungsroman (μυθιστόρημα ενηλικίωσης) χρησιμοποιείται πλέον σε μελέτες της λογοτεχνίας και ο ορισμός ‘λογοτεχνία για νεαρούς ενήλικες αναγνώστες’ κρατά κάποιους ηλικιακούς διαχωρισμούς, ένας νέος και πλέον ελκυστικός όρος καθιερώνεται στην αγορά –crossover novel.
Τα μυθιστορήματα crossover είναι εκείνα τα λογοτεχνικά έργα που αν και στηρίζονται σε θέματα που αφορούν τον έφηβο (μερικές φορές ακόμα και ένα παιδί) εντούτοις με την γλωσσική τους ενσάρκωση και τον εσωτερικό φωτισμό του θέματός τους, μπορούν να κρατήσουν το ενδιαφέρον και ενός ενήλικου αναγνώστη.
Με τούτη, λοιπόν, τη νέα ονομασία τα μυθιστορήματα αυτού του είδους μπορούν να βρούνε αναγνώστες από διάφορες ηλικίες.
Όλα τα πιο πάνω έχουν στην Ελλάδα φτάσει και με καθυστέρηση και συχνά παραμορφωμένα.
Το ελληνικό αναγνωστικό κοινό εφήβων και ενηλίκων ήταν και παραμένει περιορισμένο.
Ανάμεσα στη λογοτεχνία για παιδιά και στη λογοτεχνία των ενηλίκων, τα έργα που ασχολούνται με την εφηβεία – ενηλικίωση ελέγχουν το εύρος των προβληματισμών τους και ή στρέφονται προς τις παιδικές / νεανικές σειρές εκδοτικών οίκων ή ‘βίαια’ ενηλικιώνουν τους έφηβους πρωταγωνιστές τους ώστε να ενταχθούν τα ίδια σε σειρές νεοελληνικής λογοτεχνίας.
Ίσως όμως, να πρέπει και εδώ, στον τόπο μας, να γίνει σαφές πως ανάμεσα στο μυθιστόρημα ενηλικίωσης «Μεγάλες Προσδοκίες», στο μυθιστόρημα για νεαρούς ενήλικες αναγνώστες «Ο πόλεμος της σοκολάτας» και στο crossover «Η κλέφτρα των βιβλίων», οι μόνες διαφορές που μπορεί κανείς να βρει είναι όσες έχουν να κάνουν με τον χρόνο συγγραφής, μα και κυκλοφορίας τους. Όχι με την ποιότητα της γραφής, μήτε με την ουσιαστική ανάλυση και εμβάθυνση σκέψεων και συναισθημάτων.
Ολοκληρώνοντας αυτή την καταγραφή σκέψεων πάνω στην ταυτότητα των έργων cross over, θα ήθελα να συνοψίσω τα βασικά χαρακτηριστικά του είδους αυτού.
Α. Πολυσημαντικότητα της αφήγησης
Το μυθιστόρημα cross over που θα ζητήσει να συνομιλήσουν μαζί του αναγνώστες διαφορετικών ηλικιών, όσο κι αν είναι ελαφρώς στραμμένο προς τη μεριά του νέου ανθρώπου, θα πρέπει να χρησιμοποιεί μια πολυσήμαντη γλώσσα.
Β. ‘Έντονο, ταχύ ύφος. Φράσεις που λες και έχουν τη μυρωδιά νεανικού ιδρώτα.
Μέσα σε μια εποχή ταχύτητας και γρήγορης εναλλαγής παραστάσεων, η λογοτεχνική αφήγηση που θέλει να κρατήσει κοντά της και νέους σε ηλικία αναγνώστες, πρέπει κάποιες φορές να δανείζεται κινηματογραφικές τεχνικές.
Γ. Η χρήση συχνά ακραίων δομών της γλώσσας.
Οι νέοι αμφισβητούν ακόμα και την παραδοσιακή εκφορά του λόγου. Γι αυτό άλλωστε και η προφορική εκφορά του λόγου τους συχνά μας ξαφνιάζει και μας κάνει να την χαρακτηρίζουμε αρνητικά.
Μα αξίζει να προσπαθήσουμε να τους πλησιάσουμε όχι μιμούμενοι μια αργκό -που τις περισσότερες φορές είναι και αναλώσιμη και γρήγορα θα χαθεί- αλλά αποδεικνύοντας πόσο ευέλικτη μπορεί να γίνει μια αφήγηση ακολουθώντας το συναίσθημα που εκφράζουν τα περιεχόμενα.
Δ. Η ισότιμη -έστω σχεδόν ισότιμη ανάπτυξη χαρακτήρων διαφορετικών ηλικιών
Πιστεύω πως είναι σημαντικό ο νέος άνθρωπος να ξεφεύγει από τον εγωκεντρισμό του ‘εγώ’ του και να αφουγκράζεται τους παλμούς των ενηλίκων. Κάπως έτσι μπορεί να γίνει η προσέγγιση των γενεών.
Σε ένα μυθιστόρημα cross over συμπρωταγωνιστούν και οι ενήλικες.
Ε. Ενδοκειμενικότητα
Οι Τέχνες συνομιλούν μεταξύ τους και οι διάφοροι δημιουργοί τις περισσότερες φορές έχουν επηρεαστεί από τα έργα άλλων. Αλλά και στους αναγνώστες -ιδίως στους νεαρούς ενήλικες- αξίζει να τους δίνεται αυτή η ευκαιρία να δούνε το πως τα ποικίλα συναισθήματα -των ηρώων του βιβλίου που διαβάζουν, μα και τα δικά τους – μπορεί με διαφορετικές τεχνικές να έχουν εκφραστεί.
Κι ακόμη στο επίπεδο της αναγνωστικής εμπειρίας, οι ενδοκειμενικότητες έχουν πολλά να προσφέρουν.
ΣΤ. Η ‘εφηβικότητα’ του κειμένου
Ένα μυθιστόρημα cross over -το σημειώσαμε και άλλες φορές- όσο κι αν αναζητά να έχει επικοινωνία με αναγνώστες νεαρούς και μεγαλύτερης ηλικίας, στην ουσία είναι στραμμένο προς τη νεότητα, άλλωστε και γι αυτό σχεδόν ταυτίζεται με το μυθιστόρημα ενηλικίωσης.
Αυτό σημαίνει πως ολόκληρο πρέπει να αποπνέει μια εφηβικότητα. Πώς όμως μπορεί κανείς να πετύχει κάτι τέτοιο; Η πρώτη απάντηση που έρχεται στη σκέψη είναι ‘η γλώσσα’. Αλλά συχνά μια τέτοια διάθεση χρήσης της γλώσσας μας παγιδεύει σε κάτι το ψεύτικο. Γιατί η εφηβικότητα είναι τρόπος όρασης του κόσμου -του εγώ και του άλλου. Είναι μέθοδος κρίσης του περιβάλλοντος. Είναι άποψη.
Δεν έχουμε παρά να σκεφτούμε δυο ζευγάρια και τον έρωτα τους. Δυο παγκοσμίως γνωστά ζευγάρια, δυο διαχρονικούς τύπους έρωτα. Από τη μιας εκείνον του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας και από την άλλη του Οθέλλου και της Δεισδαιμόνας.
Ζ. Όχι στη γραφή παθητικής μίμησης
Πολύ συχνά ένας συγγραφέας που γράφει για νεαρούς ενήλικες προσπαθεί να τους κερδίσει χρησιμοποιώντας τεχνικές που πιστεύει πως δε θα τους ξενίσουν, πως θα τους κάνουν να αισθανθούν πως ο κόσμος που τους παρουσιάζει δεν διαφέρει σε τίποτε από τον δικό τους.
Λάθος. Γιατί μπορεί ένα μυθιστόρημα να αναφέρεται σε κάτι ρεαλιστικό, αλλά την ίδια στιγμή δεν θα πρέπει να μιμείται τον ρεαλισμό της καθημερινότητας. Η λογοτεχνία έχει τη δική της δομή και έκφραση. Μπορεί ο Αριστοτέλης να ισχυρίζεται πως η Τέχνη είναι μίμηση πράξης σπουδαίας, αλλά την ίδια στιγμή υπονοεί πως η μίμηση αυτή δεν είναι αντιγραφή.
Για να μπορέσει ένα έργο και μάλιστα ένα μυθιστόρημα cross over, να στήσει τις προϋποθέσεις μιας δικής του ρεαλιστικής μορφής χρειάζεται χώρο για να αναπτύξει χαρακτήρες και ιδέες, να παρουσιάσει αντιθέσεις και συνθέσεις.
Η. Γνήσια προσέγγιση της ψυχοσύνθεσης του νεαρού ενήλικα
Αυτό το χαρακτηριστικό ίσως είναι και το θεμέλιο κάθε καλού cross over μυθιστορήματος.
Ο έφηβος -ο νεαρός ενήλικας πιο σωστά- αισθάνεται όλα γύρω του και μέσα του να αλλάζουν. Η σιγουριά που μπορεί να του πρόσφερε η οικογένεια, δεν τον πείθει πλέον. Νέα συναισθήματα, νέες μορφής σχέσεις και ένας κόσμος που απλώνεται μπροστά του έτοιμος να τον κατασπαράξει μα και να υποταχθεί στο εγώ του.
Όσα θα αφηγηθεί το μυθιστόρημα αυτήν την ατμόσφαιρα πρέπει να εκπέμπουν.
Πώς θα το πετύχει ο συγγραφέας;
Οι τρόποι πάρα πολλοί και ολοένα και νέους μπορεί κανείς να συναντήσει. Εκείνο που προσωπικά πιστεύω πως πρέπει να αποφευχθεί είναι να προσπαθήσουμε μέσα από το πρόσωπο του έφηβου ήρωά μας να καταγράψουμε τα γενικά χαρακτηριστικά της εφηβείας. Όλα όσα πιο πάνω ανέφερα είναι γενικές διαπιστώσεις. Αλλά ο ήρωας του βιβλίου μας δεν μπορεί να είναι κάποιος -έτσι γενικά- νεαρός ή νεαρά. Είναι ένα συγκεκριμένο πρόσωπο που βιώνει την εφηβεία του με τον δικό του μοναδικό τρόπο.
Και έτσι κι εμείς πρέπει να τον καταγράψουμε αν είμαστε οι συγγραφείς του. Έτσι να τον πλησιάσουμε αν είμαστε οι αναγνώστες του.
Πολύ συχνά, συγγραφείς που γράφουν έχοντας στο κέντρο του έργου τους εφήβους, χρησιμοποιούν την πρωτοπρόσωπη αφήγηση. Στις εννιά φορές στις δέκα αποτυγχάνουν. Γιατί προσπαθούν να μιμηθούν -στην ουσία να εφεύρουν- μια γενικώς εφηβική φωνή. Αλλά ένα πρόσωπο που πάνω του θα στηριχτεί ένα ολόκληρο μυθιστόρημα, όσο κι αν μπορεί να είναι ένας μέσος έφηβος, εντός του μυθιστορήματος έχει το δικό του όνομα, τη δική του ταυτότητα.
Όπως στην πραγματική ζωή κάθε ένας μας είμαστε μοναδικοί, έτσι και το κάθε πρόσωπο του μυθιστορήματος πρέπει να είναι μοναδικό -σαν κι αυτό κανένα άλλο.
Προτού αποφασίσουμε να χρησιμοποιηθεί η πρωτοπρόσωπη αφήγηση, καλό θα ήταν να σκεφτούμε τη χρήση της τριτοπρόσωπης. Έτσι με άνεση θα μπορέσουμε να φωτίσουμε όχι μόνο την εφηβεία του ήρωα, αλλά και θα αποφύγουμε την απαράδεκτη γενίκευση.
Ας θυμηθούμε τον Σάλιντζερ -το μυθιστόρημα του θεωρείται το πρώτο cross over. Ο Φύλακας στη Σίκαλη δεν είναι ο όποιος έφηβος που μας αφηγείται. Έχει μια συγκεκριμένη ταυτότητα.
Και αν αυτό το μυθιστόρημα έχει καταγραφεί ως το πρώτο cross over μυθιστόρημα, είναι ακριβώς γι αυτό. Ο ήρωάς του ορά τον κόσμο μέσα από μια εντελώς δική του εφηβική ματιά, την ίδια στιγμή που με μια εντελώς δική του εκφορά λόγου μας την περιγράφει.
(1975 λέξεις)
https://www.elniplex.com/%cf%84%ce%bf-%ce%bc%cf%85%ce%b8%ce%b9%cf%83%cf%84%cf%8c%cf%81%ce%b7%ce%bc%ce%b1-cross-over-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%ce%b7-%ce%bb%ce%bf%ce%b3%ce%bf%cf%84%ce%b5%cf%87%ce%bd%ce%af%ce%b1-%ce%b3%ce%b9%ce%b1/
30.3.25
Σοναλάχ Ιμπραήμ "Η Επιτροπή"
Sonallah Ibrahim
«Η Επιτροπή»
Μετάφραση: Πέρσα Κουμούτση
Εισαγωγή: Διώνη Δημητριάδη
Εκδόσεις ΑΩ
Ο Αιγύπτιος Sonallah Ibrahim (Κάιρο 1937) είναι ένας από τους πλέον ιδιότυπους της ‘Γενιάς του 60’ πεζογράφους της σύγχρονης αιγυπτιακής λογοτεχνίας -μιας σχεδόν άγνωστης λογοτεχνίας στο ελληνικό κοινό.
Τα έργα του -μα και η ίδια του η ζωή- χαρακτηρίζονται από αριστερές ιδέες και προσπαθούν να διαμορφώσουν μια προοδευτική συνείδηση σε ένα πλατύτερο κοινό.
Ο ίδιος άλλωστε φυλακίστηκε κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’60, όπως και αρνήθηκε το 2003 να παραλάβει το βραβείο του Υπουργείου Πολιτισμού της χώρας του.
Όλη του τη ζωή υπήρξε ένας συνειδητός αμφισβητίας όλων των αιγυπτιακών καθεστώτων, όπως βέβαια και θερμός υποστηρικτής μιας μαρξιστικής σκέψης μέσω της οποίας κρίνει τις παγκόσμιες πολιτικές πρακτικές Δύσης και Ανατολής.
Στο έργο του αυτό -μα και σε άλλα, όπως μας πληροφορούν διεθνή δημοσιεύματα- προτιμά να χρησιμοποιεί την πρωτοπρόσωπη αφήγηση και πολλά στοιχεία μιας καθημερινότητας έτσι όπως αυτή εκφράζεται στην κοινωνία της χώρας του.
Καταγγέλλει την ανάμειξη της Δύσης στα πολιτικά ζητήματα της Αιγύπτου και γενικότερα στον Τρίτο Κόσμο. Μα διατηρεί πάντα μια αμεσότητα στις περιγραφές του καθώς δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει -και μάλιστα με λεπτομερή τρόπο- συνήθειες των ατόμων της μεσαίας τάξης.
Στα ελληνικά έχει μεταφραστεί μόνο ένα του έργο –«Η Επιτροπή» (1981)- που εδώ κυκλοφόρησε μόλις το 2019, σε μετάφραση της δόκιμης μεταφράστριας αραβικής λογοτεχνίας, Πέρσας Κουμούτση.
Η κριτική έχει επισημάνει κάποιες αντιστοιχίσεις του συγκεκριμένου έργου με τη ‘Δίκη» του Κάφκα.
Αλλά όσο κι αν σε μια πρώτη ανάγνωση μπορεί κανείς να διακρίνει μια καφκική ατμόσφαιρα στο έργο του Αιγύπτιου συγγραφέα, πολύ γρήγορα γίνεται σαφής η διαφορά στον τρόπο που ‘ορά’ τον κόσμο ένας κεντροευρωπαίος στοχαστής του ανθρώπινου αδιεξόδου, από έναν Άραβα αριστερών παρεμβάσεων.
Το συγκεκριμένο έργο δεν έχει μια ιδιαιτέρως έντονη πλοκή. Περισσότερο στηρίζεται -ομολογουμένως ΄καφκικό’ το εύρημα- στην αυτόβουλη παρουσίαση ενός νεαρού άνδρα μπροστά σε μια άτυπη όσο και πανίσχυρη Επιτροπή, για να απολογηθεί στην αρχή για κάποια πράξη του που δεν γνωρίζει και στη συνέχεια για να αναπτύξει ιδέες που αν και δικές του, πιστεύει πως πρέπει να τις προδώσει.
Ο Sonallah Ibrahim δε θα δώσει όνομα στον ήρωά του. Και όσα μέλη της Επιτροπής θα πλησιάσει περισσότερο θα τα ονομάζει με τις ιδιότητες τους -ο Πρόεδρος, ο Στρατιωτικός κλπ- ή με τα χαρακτηριστικά τους -ο Κοντός, ο Ξανθός κλπ. Το απρόσωπο βοηθά στην αποτελεσματικότερη καταγραφή της σχέσης πολίτη και Κράτους.
Η εξέταση του κεντρικού προσώπου εκ μέρους της Επιτροπής δεν έχει περιορισμένη χρονική διάρκεια. Μπορεί να κρατήσει όσο διάστημα ο εξεταζόμενος θα έχει ανάγκη.
Και αυτό θα γίνει. Αλλά ο ανώνυμος απλός αυτός άνθρωπος ενώ θα αναζητά τρόπους καταγραφής σκέψεων και έρευνας που πιστεύει πως θα καλύψουν τις -άγνωστες σε αυτόν- προθέσεις της Επιτροπής, ολοένα και θα εμβαθύνει στα πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα που απασχολούν την εποχή του -μέσα και προς τα τέλη του 20ου αιώνα.
Και ο Sonallah Ibrahim θα βρει ευκαιρία να καταγράψει τους νεοφανείς τρόπους με τους οποίους οι κατέχοντες την εξουσία ελέγχουν τους πολίτες:
«Κάποτε τα καθεστώτα αυτά απευθύνονταν στους πολίτες με τον τρόπο της πειθούς, με τις φυλακές και τα βασανιστήρια, αλλά η διαφοροποίηση πρόσθεσε νέους και διαφορετικούς τρόπους επιβολής: από τις σαρκικές απολαύσεις που προσφέρονται παντού, ακόμα και στην τηλεόραση έως τις εισαγγελικές επιτροπές και όχι μόνο. Κάποτε τα κόμματα ύψωναν τα ίδια συνθήματα, τον τελευταίο καιρό κατάλαβαν τη σημασία της διαφοροποίησης στην πολιτική τους γλώσσα, έτσι τα συνθήματα αλλάζουν τώρα ριζικά. Όπως επίσης κατάλαβαν τη σημασία της διαφοροποίησης στις συμμαχίες, στους συνασπισμούς κατά των αντιπάλων ή και των εχθρών τους»
Οπότε, σιγά – σιγά, ο αυτοβούλως όσο και αναίτια προσερχόμενος σε μια Επιτροπή για να του αναγνωριστεί μια ασαφής ιδιότητα συνετού και υπάκουου πολίτη, θα αποκτά αυτογνωσία και τρόπους ανάγνωσης των γεγονότων. Θα αποκτά τη δική του βούληση, αλλά και το θάρρος να μπορεί μόνος του να ορίζει τις σκέψεις και τις πράξεις του.
Η καταπίεση μπορεί να οδηγήσει στην αυτογνωσία -μάλλον αυτό πρεσβεύει ο Sonallah Ibrahim.
Κι έτσι η τελική πρόταση του έργου- «Τότε ακριβώς, ύψωσα το πονεμένο χέρι μου στο στόμα κι άρχισα να τρώω τον εαυτό μου»- περιγράφει το πως το σαρκίο που κάποιοι μπορούσαν να το έχουν δεμένο, αυτοαναιρείται και μετατρέπεται το ίδιο σε κάτι το άυλο, το ελεύθερο. Η σάρκα γίνεται πνεύμα* η αδυναμία του σώματος μετατρέπεται σε ελεύθερη σκέψη.
Από τα πλέον ιδιότυπα πεζογραφήματα που μας κάνει να αναρωτιόμαστε το γιατί δεν έχουν και άλλα έργα του Sonallah Ibrahim μεταφραστεί τα ελληνικά. Η φιλοσοφική διάθεση συμπορεύεται με τον σαρκασμό, το αστυνομικό στοιχείο συνυπάρχει με την πολιτική στάση, η συχνά εγκεφαλική ανάλυση χαριεντίζεται με την αμεσότητα της παιδικής αφέλειας.
Αυτό το ιδιαίτερο συγγραφικό ύφος η Πέρσα Κουμούτση άψογα το έχει μεταφέρει στη δική μας γλώσσα.
Η έκδοση συνοδεύεται από μια εμπεριστατωμένη εισαγωγή της Διώνης Δημητριάδη.
(760 λέξεις)
Βιβλιοδρόμιο Νέων 30/3/2025
22.3.25
Η Κατερίνα Δημόκα για το 'Ποτέ πιο πριν" στο 'Περί ου"
‘ΠΟΤΕ ΠΙΟ ΠΡΙΝ’ (Πατάκης, 2023) τιτλοφορείται το τελευταίο cross over μυθιστόρημα του Μάνου Κοντολέων .
Αυτό γράφει στο μοντέρνο εξωφύλλου με τα δύο χρώματα, που δεν παραπέμπει σε μικρό ηλικιακά κοινό. Αινιγματικός ο τίτλος, συνάδει και με το αινιγματικό μυστικό που διατρέχει την αφήγηση και προοιωνίζεται βαρύ, τραυματικό. Μια οικογένεια από την Ανατολή ζει στη Σκανδιναβία, όπου κατέφυγε έπειτα από 15 χρόνια σταδιακών μετατοπίσεων προς Βορρά. Και όσο κάτι τους κυνηγά και τους αποξενώνει από την πατρίδα, άλλο τόσο δείχνουν απόξενοι στη σκανδιναβική χερσόνησο. Και νιώθουν.
Η 17χρονη ηρωίδα Ανίκα, ορφανή από μητέρα, μπορεί να θεωρηθεί δεύτερης γενιάς μετανάστρια, αφού δεν έχει καθόλου μνήμες από τον γενέθλιο τόπο. Επιζητά λοιπόν ως έφηβη τη διαμόρφωση ταυτότητας κοντά στα χαρακτηριστικά των ομηλίκων αλλά και του πολιτισμού στον τόπο υποδοχής. Εντούτοις, την ένταξή της δυσκολεύουν το χρώμα του δέρματος και τα εξωτερικά γνωρίσματα, παράλληλα με την κουλτούρα που φέρει (γεύσεις, μουσικές, έθιμα, ακούσματα, αισθητικά μοτίβα). Όλα αυτά απέχουν θεαματικά από την τρέχουσα συνθήκη.
Ο έρωτας του Γιαν για την εξωτική, λιγομίλητη Ανίκα (και αμφίδρομα) θα επιταχύνει τη λήψη απόφασης για το πού θέλει το κορίτσι να ανήκει. Θέματα, αν όχι αυτονόητα, τουλάχιστον συζητήσιμα, για τους εφήβους στη Δύση (απόκτηση κινητού, έξοδοι, κατανάλωση αλκοόλ, συναναστροφή με το άλλο φύλο) ορθώνονται για την Ανίκα σκόπελοι. Η θεία Νεράν εμμένει στα πατροπαράδοτα και πιέζει τον πατέρα Αγκίπ να επιβάλει την απαράβατη αρσενική εξουσία. Η σχέση (συμφωνίας ή διάστασης) των δύο κυρίαρχων αυτών μορφών στοιχειοθετεί την πλοκή, κάνοντας την έφηβη πρωταγωνίστρια να κινείται άλλοτε προς τη μια κι άλλοτε προς την άλλη κατεύθυνση μιας διελκυστίνδας.
Όλα εξάλλου τα βασικά πρόσωπα της ιστορίας υπακούνε σε μια τραγικότητα, που πλέκεται από δίπολα συγκρούσεων, διλημμάτων και αντιφάσεων. Ξεχωριστή θέση κατέχει ο πατέρας Αγκίπ με τη διπλή απώλεια, αδελφής και συζύγου, που τον σημάδεψε και τον διχασμό του ως προς τον ρόλο του άρρενος αλλά και του φορέα γονικής αγωγής. Το 5ο και τελευταίο κεφάλαιο είναι αφιερωμένο σε αυτόν, μολονότι αφουγκραζόμαστε κυρίως τη Νεράν, εξαναγκασμένη από τις επιλογές του αδερφού να παλιννοστήσει. Το δυσβάσταχτο μυστικό της Λούρα έχει έρθει πια στην επιφάνεια και εξαναγκάζει την οικογένεια να πάρει θέση απέναντί του.
Τα ατομικά δικαιώματα και ο διαφορετικός σεβασμός τους ανά πολιτισμό, οι έμφυλες ανισότητες, η εξουθένωση της γυναίκας από άκαμπτα θρησκευτικά συστήματα, το δικαίωμα στο συναίσθημα να εκφράζεται και να εμπνέει τη σωματικότητα τίθενται εύστοχα από τη συγγραφική πένα.
Ο Μάνος Κοντολέων επιλέγει ακόμα να θίξει, χωρίς να υψώνει τους τόνους της φωνής, μια σειρά κρίσιμων προβληματισμών για την ταυτότητα και τους κραδασμούς στην εφηβεία, τη μετανάστευση και την προσαρμογή στον τόπο υποδοχής, τη σύγκρουση στους πολιτισμικούς κώδικες, που μπορεί να αποβαίνει αβυσσαλέα. Η επιλογή της οπτικής του μετανάστη βοηθά τη συμπόνια και την ενσυναίσθηση.
Στον δυτικό πολιτισμό μάλλον θεωρούμε το αίτημα περί γυναικείας παρθενίας παρωχημένο. Αντανάκλαση μιας εξουσιαστικής αντίληψης της ανδροκρατίας πάνω στο «ασθενές φύλο». Ωστόσο, η κοινωνική ζωή -με όσες εκδοχές της φωτίζει η επικαιρότητα- μας αναγκάζει να δούμε κατάματα την αλήθεια: πολλές οι ωμές συμπεριφορές ελέγχου πάνω στη γυναίκα, που κορυφώνονται με την αποτρόπαια πράξη της γυναικοκτονίας. Και μόνο η πρόσφατη καθιέρωση του όρου φανερώνει και την έκταση ενός προβλήματος που ως τώρα συγκαλυπτόταν με γενικόλογα ονόματα.
Στο μυθιστόρημα, το μισόφως και το παγερό κλίμα της Σκανδιναβίας μουδιάζουν τα θερμόαιμα ένστικτα της Ανατολής και η πολιτισμική σύγκρουση υφαίνει ένα αραχνοΰφαντο δίχτυ, όπου πάνω του κινούνται οι ήρωες. Έχει μια παραμυθική διάσταση η αφήγηση, τα ονόματα και οι περιγραφές του Βορρά, που συνάδουν με τη Βασίλισσα του χιονιού, την παράσταση – διακύβευμα για την Ανίκα.
Όμως, η ιστορία της Λούρα διαρρηγνύει ανεπανόρθωτα αυτόν τον ιστό, θυμίζοντάς μας ότι σε πολλά σημεία του πλανήτη η γυναίκα εξακολουθεί να λιθοβολείται από βάρβαρες αντιλήψεις και κτηνώδεις πρακτικές. Σε βάρος κάθε διακήρυξης περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων υψώνεται πάντα ένα ΑΛΛΑ.
Όπως ακριβώς ξεκινά και το βιβλίο του ο Μάνος Κοντολέων-
Αλλά είχε αρχίσει να νυχτώνει νωρίς. Ολοένα και πιο μεγάλη γινότανε η νύχτα…
https://www.periou.gr/katerina-dimoka-manos-kontoleon-pote-pio-prin-patakis-2023/
10.3.25
Εκκωφαντική σιωπή (Μάνος Κοντολέων - Μαρίζα Ντεκάστρο)
Σχόλια και απόψεις σχετικά με το:
Επιμορφωτικό Συνέδριο Εκπαιδευτικών με θέμα Η διδασκαλία της Νέας Ελληνικής Γλώσσας και της Λογοτεχνίας στην Α’/Βάθμια και Β’/Βάθμια εκπαίδευση.
Διδακτικές προτάσεις και προσεγγίσεις εν όψει της καθιέρωσης των νέων προγραμμάτων σπουδών και των νέων εγχειριδίων.
Καθώς διαβάζαμε το πρόγραμμα του Επιμορφωτικού Συνεδρίου Εκπαιδευτικών με θέμα:
Η διδασκαλία της Νέας Ελληνικής Γλώσσας και της Λογοτεχνίας στην Α’/Βάθμια και Β’/Βάθμια εκπαίδευση - Διδακτικές προτάσεις και προσεγγίσεις εν όψει της καθιέρωσης των νέων προγραμμάτων σπουδών και των νέων εγχειριδίων, που διοργανώθηκε σε τρεις διήμερες συναντήσεις (15 -16/2, 22-23/2 και 8-9/3), με έκπληξη διαπιστώσαμε πως στην ουσία όλο το Συνέδριο είναι αφιερωμένο στη Β’ βάθμια Εκπαίδευση και μάλιστα στα δυο -ίσως και το ένα και τελευταίο χρόνο της. Στην Δευτέρα και κυρίως στην Τρίτη Λυκείου.
Και η διαπίστωσή μας αυτή στηρίχτηκε πρώτα απ΄ όλα στο ότι κανείς (εκτός από τους Ελένη Πριοβόλου και του ενός από εμάς που υπογράφει αυτό το κείμενο) άλλος συγγραφέας που με το έργο του έχει απευθυνθεί σε μαθητές του Δημοτικού και του Γυμνασίου δεν είναι ανάμεσα στους ομιλητές. Αλλά μήτε και κανείς από τους πανεπιστημιακούς καθηγητές Παιδικής και Νεανικής Λογοτεχνίας των Παιδαγωγικών Τμημάτων των Πανεπιστήμιων μας δεν είχε προσκληθεί για να καταθέσει τις απόψεις του πάνω στα λογοτεχνικά κείμενα που μπορούν να κρατήσουν το ενδιαφέρον παιδιών και εφήβων και έτσι να τους μεταφέρουν στη συνέχεια προς την ομάδα των μόνιμων αναγνωστών λογοτεχνίας κατά τη διάρκεια όλης τους της ζωής.
Για μια ακόμα φορά έγινε φανερό πως πάρα πολλοί –ίσως η πλειοψηφία- από εκείνους που είτε επανδρώνουν είτε έχουν φοιτήσει στις Φιλοσοφικές Σχολές αγνοούν -και στην χειρότερη περίπτωση απαξιώνουν- τα λογοτεχνικά βιβλία που διαβάζουν παιδιά και έφηβοι.
Κι όμως το γεγονός ότι διοργανώθηκε αυτό το 6ήμερο Επιμορφωτικό Συνέδριο Εκπαιδευτικών με θέμα Η διδασκαλία της Νέας Ελληνικής Γλώσσας και της Λογοτεχνίας στην Α’/Βάθμια και Β’/Βάθμια εκπαίδευση, και μάλιστα υπό την Αιγίδα του ΥΠΕΠΘ, των Φιλολογικών Τμημάτων των πανεπιστημίων Αθηνών, Κρήτης, Πελοποννήσου, Ινστιτούτου Ιστορικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, θα έπρεπε να φανέρωνε την αποφασιστικότητα της πολιτείας να υποστηρίξει ένα σύγχρονο και λειτουργικό πρόγραμμα διδασκαλίας της νέας ελληνικής και της λογοτεχνίας, το οποίο θα υπακούει σε μια κοινή διδακτική γραμμή, εξελικτικά από την α’ τάξη του δημοτικού μέχρι τη γ’ λυκείου, και το οποίο θα συνεπικουρείται από τα νέα εγχειρίδια του γλωσσικού μαθήματος.
[Αναλυτικά το αντικείμενο του Συνεδρίου, τις ενότητες, τους εισηγητές και γενικές πληροφορίες στην ανακοίνωση του Πανεπιστημίου Κρήτης.
https://www.philology.uoc.gr/uploads/2.-PROGRAMMA-EISHGHSEWN-A.pdf]
Το συνέδριο, λοιπόν, αποτελείτο από τρεις ενότητες:
Α’, Νέα Ελληνική Γλώσσα: με τη συμμετοχή ακαδημαϊκών (μέλη ΔΕΠ και διδάκτορες του γνωστικού αντικειμένου), οι περισσότεροι από τους οποίους είναι συγγραφείς των νέων σχολικών εγχειριδίων.
Β΄: Νέα Ελληνική Λογοτεχνία: με τη συμμετοχή κριτικών λογοτεχνίας, καθηγητών νεοελληνικής λογοτεχνίας, φιλολόγων, κ.ά.
Γ’: Οι λογοτέχνες «διδάσκουν» το έργο τους: με συμμετοχή των πεζογράφων και ποιητών: Ρέας Γαλανάκη, Αγγέλας Καστρινάκη, Ανδρέα Μήτσου, Ιωάννας Καρυστιάννη, Ζυράννας Ζατέλη, Γιώργου Παπαδάκη, Γιώργου Βέη, Στάθη Κουτσούνη, Γιώργου Μαρκόπουλου, Παντελή Μπουκάλα, Ελένη Πριοβόλου, Μάνου Κοντολέων κ.π.ά.
Ανάμεσα στις ομιλίες των συγγραφέων παρεμβλήθησαν «ερμηνευτικές αναγνώσεις λογοτεχνίας» από γνωστούς ηθοποιούς: Θέμις Μπαζάκα, Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, Φιλαρέτη Κομνηνού, Στέλιος Μάινας, Γιάννης Μπέζος, Κατερίνα Λέχου, Κατερίνα Διδασκάλου, Κάρμεν Ρουγγέρη, Λάζαρος Γεωργακόπουλος, Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος, Βασίλης Ασημάκης.
Μουσικές ακροάσεις: 10 μουσικά σύνολα, ορχήστρες και χορωδίες από σχολεία της Α΄ Αθήνας σε συνεργασία με διαπρεπείς αοιδούς.
Από την ανάγνωση του προγράμματος τίθενται κάποια θέματα προς συζήτηση
1. Ο προσανατολισμός του συνεδρίου είναι σαφέστατο πως αφορά σχεδόν αποκλειστικά τη Β’/Βαθμια εκπαίδευση -και μάλιστα κυρίως με το μέρος της εκείνο που έχει να κάνει με το Λύκειο. Ο προσανατολισμός, υποθέτουμε, ορίστηκε από τα συμμετέχοντα πανεπιστημιακά τμήματα. Ωστόσο, είναι απορίας άξιο ότι κανένας δεν σκέφτηκε ότι απουσιάζουν ηχηρά τα τμήματα της Δημοτικής Εκπαίδευσης των ιδρυμάτων τους.
2. Είναι τουλάχιστον απαράδεκτο να οργανώνεται τέτοιο συνέδριο απ’
όπου απουσιάζει ένα εξαιρετικά ζωντανό κομμάτι λογοτεχνικής δημιουργίας που αφορά την Α’/Βάθμια εκπαίδευση και ένα μέρος της Β’ / Βάθμιας και μάλιστα που αυτές τις ημέρες το ΥΠΕΠΘ στέλνει στα σχολεία όλων των βαθμίδων λογοτεχνικά βιβλία!
3. Μερικά ακόμα ζητήματα που προκύπτουν είναι και τα παρακάτω:
-Η λογοτεχνία προσεγγίζεται και διδάσκεται με τον ίδιο τρόπο σε όλες τις ηλικίες;
-Πώς θα δημιουργηθεί η μαγιά που θα οδηγήσει στην απόλαυση της λογοτεχνίας αν δεν μιλήσουν εκείνοι οι πανεπιστημιακοί και παιδαγωγοί για τις ιδιαιτερότητες (μορφή, έκταση, πλοκή, πληροφορία, γνώσεις, κ.ά.) των λογοτεχνικών βιβλίων για αναγνώστες μικρότερων ηλικιών;
-Πώς θα προσλαμβάνουν τον ποιητικό λόγο τα παιδιά; Για το θέμα αυτό θα μπορούσαν να είχαν κληθεί να καταθέσουν τις απόψεις τους έμπειροι πανεπιστημιακοί διδάσκαλοι.
- Η ποικίλων ειδών και τεχνοτροπιών εικονογράφησης στα βιβλία ΠΛ λογοτεχνίας «διαβάζεται» και αποτελεί μέρος του οπτικού γραμματισμού, ο οποίος ούτως ή άλλως καλλιεργείται ιδιαίτερα στην Α’/Βαθμια εκπαίδευση. Κι όμως η απουσία εικονογράφων και μελετητών της εικονογράφησης ανάμεσα στους ομιλητές είναι πλήρης!
3. Οι πεζογράφοι και ποιητές που προσκλήθηκαν, γράφουν λογοτεχνικά κείμενα που απευθύνονται σε ενήλικες αναγνώστες, ενώ συγγραφείς που με τα έργα τους αγγίζουν τα ενδιαφέροντα των παιδιών, εφήβων και νεαρών ενήλικων αναγνωστών απουσιάζουν (η παρουσία δυο μόνο εξ αυτών δεν καλύπτει το κενό). Να σημειωθεί δε πως αυτοί οι ‘απόντες’ συγγραφείς με την πολυετή παρουσία τους ως προσκεκλημένοι σε σχολεία Α’ Βάθμιας και Β΄Βάθμιας Εκπαίδευσης διαθέτουν μεγάλη εμπειρία για τους τρόπους με τους οποίους ένας ανήλικος μπορεί να μυηθεί στη λογοτεχνική μέθεξη.
Στην ουσία, λοιπόν, από το Συνέδριο απουσίαζε η προσέγγιση της Π/Ν Λ για το Δημοτικό και το Γυμνάσιο!
Αλλά το να είναι «απούσα και άγνωστη» η παιδική/νεανική λογοτεχνία, τη στιγμή, μάλιστα, που εκπρόσωποι της βραβεύονται από φορείς -παραρτήματα διεθνών οργανώσεων- αλλά και από το ελληνικό κράτος, ενώ τα έργα τους μεταφράζονται (συχνά και με κρατική επιχορήγηση) σε άλλες γλώσσες, και οι ίδιοι με κρατικά έξοδα συμμετέχουν σε διεθνή συνέδρια και διεκδικούν διεθνή βραβεία, αν μη τι άλλο δείχνει μια μονόπλευρη τάση μύησης των μαθητών μας στη λογοτεχνία.
Κι όμως το αντικείμενο, οι προσεγγίσεις και οι άξονες του Συνεδρίου έδειχναν πως θα ήθελαν να είναι εξαιρετικά ευρείς. Θα ήταν λοιπόν εύλογο να τεθούν και να συμπεριληφθούν ζητήματα όπως τα παρακάτω:
-Τα παιδιά και οι έφηβοι διαβάζουν; Και αν ναι τί είδους λογοτεχνία; Και με ποιους τρόπους μπορεί η αναγνωστική τους συμπεριφορά να ενισχυθεί όχι μόνο ποσοτικά, αλλά και ποιοτικά;
-Τα μέλη της οργανωτικής επιτροπής στάθηκαν πάνω στα πιο πάνω ερωτήματα; Κι αν ναι, γιατί δεν ζήτησαν τη συνδρομή στις εργασίες του Συνεδρίου, εκείνων των συναδέλφων τους, των μελετητών της εφηβικής λογοτεχνίας, που έχουν εδώ και χρόνια ασχοληθεί με τη διδασκαλία της;
-Και ακόμα τα μέλη της οργανωτικής επιτροπής γιατί δεν σκέφτηκαν να προσκαλέσουν (εκτός από δύο και μόνο) δόκιμους και πεπειραμένους και βραβευμένους συγγραφείς της λογοτεχνίας που απευθύνεται σε παιδιά και εφήβους;
Καταγράψαμε όλους τους παραπάνω προβληματισμούς και πιστεύουμε πως εκφράζουμε τις σκέψεις πολλών άλλων που εδώ και χρόνια έχουν αφιερώσει τον χρόνο και το έργο τους στην προσπάθεια οι μαθητές όλων των βαθμίδων να γνωρίσουν και να αγαπήσουν τη λογοτεχνία. Και ελπίζουμε πως σύντομα και μέσα στα πλαίσια των νέων προγραμμάτων σπουδών και των νέων εγχειριδίων, αυτές οι σκέψεις και αυτοί οι προβληματισμοί να υιοθετηθούν και από τους επίσημους φορείς της Πολιτείας.
Μάνος Κοντολέων & Μαρίζα Ντεκάστρο
Μέλη της ΙΒΒΥ και της Εταιρείας Συγγραφέων
(1156 λέξεις)
https://www.oanagnostis.gr/ekkofantikes-apoysies-se-synesrio-gia-ti-didaskalia-tis-neas-ellinikis-glossas-mariza-ntekastro-manos-kontoleon/
https://www.elniplex.com/%ce%b5%ce%ba%ce%ba%cf%89%cf%86.../
https://018.bookpress.gr/teleutaia-nea/16567-enstaseis-gia-to-epimorfotiko-synedrio-ekpaideftikon-i-ekkofantiki-apousia-tis-paidikis-kai-neanikis-logotexnias%20??utm_source=Newsletter&utm_medium=email
https://www.periou.gr/mariza-ntekastro-manos-kontoleon.../
https://slpress.gr/.../ena-endiaferon-epimorfotiko.../
https://www.elniplex.com/%ce%b5%ce%ba%ce%ba%cf%89%cf%86.../
https://diastixo.gr/epikaira/eidiseis/24184-keimeno-diamartirias-tou-manou-kondoleon-kai-tis-marizas-decastro-gia-synedrio-me-thema-ti-didaskalia-tis-logotexnias-sto-sxoleio
https://www.literature.gr/provlimatismoi-se-schesi-me-to.../
7.3.25
Μαριάνθη Νταφούλη
«Δεν είναι έτσι τα χαμόγελα»
Διηγήματα
Εκδόσεις Ο μωβ σκίουρος
Η Μαριάνθη Νταφούλη έχει γεννηθεί στη Λάρισα, αλλά ζει και εργάζεται ως δικηγόρος στην Αθήνα.
Το 2020 -η ίδια έχει γεννηθεί το 1979- κάνει την πρώτη της λογοτεχνική εμφάνιση με το μυθιστόρημα «Ίκλη αβρίκ» και μετά από τέσσερα χρόνια επανέρχεται με τη συλλογή διηγημάτων «Δεν είναι έτσι τα χαμόγελα».
Νέα, λοιπόν, φωνή στο χώρο της πεζογραφίας μας, που όμως η γλώσσα κυρίως που χρησιμοποιεί, αλλά και ο εστιασμός της συγγραφικής ματιάς προς μια σαφέστατα έντονα και άγρια ρεαλιστική περιγραφή, φανερώνουν δομημένη γνώση αφηγηματικών τεχνικών.
«Στρίβει στη γωνία και μπαίνει απ΄ την κεντρική είσοδο κι είναι σαν να την παρασέρνει στο μεθυστικό από αίμα και κρεατίλα ρυθμό του αυτό το ποτάμι των ανθρώπων που κοχλάζει εκεί μέσα στις στοές, πλάι στα σφαγμένα πασχαλιάτικα αρνιά, τις κατακόκκινες συκωταριές και τ΄ άντερα για το κοκορέτσι και τη μαγειρίτσα». (σελ. 43)
Αυτό που αξίζει όμως περισσότερο να σχολιαστεί -και μάλιστα θετικά- είναι πως αυτές οι ρεαλιστικές και σκληρές περιγραφές δεν μένουν μόνο σε μια διάθεση χρήσης των λέξεων για απεικονίσεις εξωτερικών χώρων και καταστάσεων, αλλά με αφηγηματική ταχύτητα εισχωρούν στα συναισθήματα και στις αντιδράσεις των χαρακτήρων του κάθε διηγήματος.
«Κι εκείνη ακόμα δεν ξέρει τι να πει, μόνο πισωπατάει να μην αγγίξει τον ώμο του, πέφτοντας πάνω στον πάγκο του χασάπη απ΄ την Άμφισσα και σπρώχνοντας με τον αγκώνα της τον μπαλτά σε μια πορεία προς τη γη, μια πορεία που την διακόπτει μόνο αυτή η σακούλα η ξέχειλη από αίμα. Και τότε της έρχονται οι λέξεις που μπορεί να ταιριάζουν στην περίσταση. ‘Αμαρτία να σφάζεις θηλυκό’». (σελ. 46)
Και τα δυο αποσπάσματα από το ίδιο διήγημα της συλλογής -το πρώτο είναι η αρχή του, με το δεύτερο τελειώνει- νομίζω πως επιβεβαιώνουν την άποψή μου πως η γραφή της Νταφούλη γραπώνεται από στοιχεία του περιβάλλοντος χώρου για να βρει το σταθερό σημείο που πάνω του θα στηρίξει την θέση και άποψη του λόγου για τον οποίο και γίνεται η αφήγηση.
Το κάθε άτομο λειτουργεί ως μέλος μιας ευρύτερης ομάδας, την ίδια στιγμή που και βιώνει την απόλυτη μοναδικότητά του -μοναδικότητα στα όρια της απομόνωσης-«…άδικα κι αυτή η προσμονή να πει δυο κουβέντες μαζί του και να πάρει το φιλί του στο μάγουλο λίγο πριν φύγει». (σελ. 55)
Ο αναγνώστης των διηγημάτων θα ακολουθήσει τον ταχύ ρυθμό της αφήγησης και θα ανατριχιάσει κάποιες στιγμές από την αγριότητα που έχουν οι πράξεις κάποιων προσώπων, θα εξεγερθεί με τον αναίσχυντο φαλλοκράτη, θα ταυτιστεί με την εκδικητικότητα του καταπιεσμένου θηλυκού, θα αναγκαστεί να αναρωτηθεί αν ποτέ μπορεί κανείς να απαλλαγεί από την καταπίεση ‘ιερών’ σχέσεων.
Κάτι που επίσης θα πρέπει να σημειωθεί σε αυτό το σημείωμα είναι η ικανότητα της Νταφούλη να μετακινείται με άνεση από τις θηλυκές ψυχοσυνθέσεις στις αρσενικές.
Άλλοτε με πρωτοπρόσωπες κι άλλοτε με τριτοπρόσωπες αφηγήσεις οι χαρακτήρες φωτίζονται ανάλογα με το φύλλο τους και παράλληλα ξεσκεπάζουν τις συνδέσεις τους με κοινωνικές ομάδες.
Γιατί αυτό θεωρώ πως είναι το κεντρικό και ουσιαστικό νήμα που συνδέει όλα -και τα δεκαπέντε- διηγήματα της συλλογής: η κοινωνική κριτική μαζί με τον φωτισμό της ιδιαιτερότητας κάθε περίπτωσης.
https://bookpress.gr/kritikes/elliniki-pezografia/22340-den-einai-etsi-ta-xamogela-tis-marianthis-dafoyli-kritiki-realistiki-apeikonisi-ton-sxeseon-kai-koinoniki-kritiki-2
(514 λέξεις)
22.2.25
Αλεχάντρο Παλόμας «Ένας τόπος με το όνομά σου»
Αλεχάντρο Παλόμας
«Ένας τόπος με το όνομά σου»
Μετάφραση : Αλεξάνδρα Γκολφινοπούλου
Εκδόσεις Opera
Ο Αλεχάντρο Παλόμας (Βαρκελώνη 1967)vσπούδασε Αγγλική Φιλολογία και ολοκλήρωσε τις σπουδές του μ’ ένα Master in Poetics στο New College του Σαν Φρανσίσκο. Εργάστηκε ως δημοσιογράφος και μετέφρασε έργα σημαντικών συγγραφέων όπως, μεταξύ πολλών άλλων, η Κάθριν Μάνσφιλντ, ο Όσκαρ Ουάιλντ, η Γερτρούδη Στάιν και ο Τζακ Λόντον. Βιβλία του έχουν μεταφραστεί σε περισσότερες από δέκα γλώσσες.
Από τις εκδόσεις Οpera κυκλοφορούν στα ελληνικά τα βιβλία του: Ένας γιος (Εθνικό Βραβείο Παιδικής και Εφηβικής Λογοτεχνίας της Ισπανίας), Ένα μυστικό, Ένας σκύλος, Μια μητέρα (Βραβείο Nadal) και τώρα το «Ένας τόπος με τ΄όνομά σου»
Ομολογώ πως έχοντας διαβάσει όλα αυτά τα βιβλία, θεωρώ τον Παλόμας ως ένα από τους πλέον ικανούς συγγραφείς της εποχής μας στο να καταγράφει τις διαπροσωπικές σχέσεις. Και κυρίως αυτές που συνδέουν τα μέλη μιας οικογένειας.
Στο τελευταίο του αυτό μυθιστόρημα, η ικανότητά του αυτή ξεδιπλώνεται και περιλαμβάνει πολλά ζεύγη σχέσεων, τα οποία και παράλληλα συνδέει μεταξύ τους.
Μια εβδομηνταπεντάχρονη γυναίκα που η σύντροφός της αν και νεκρή πλέον, παραμένει δίπλα της και συνομιλεί μαζί της* μια σαραντάχρονη κόρη που έχει επιλέξει να εργάζεται σε διαφορετικά γεωγραφικά μήκη και πλάτη μιας και δεν τολμά να ξεκαθαρίσει τις σχέσεις της με τη μητέρα της* ένας κτηνίατρος υπεύθυνος για τους ελέφαντες ενός ζωολογικού πάρκου που δεν τολμάει να αποδεχτεί τον θάνατο της αδελφής του* ένα μικρό κορίτσι που προσπαθεί να κατανοήσει τις αντιδράσεις μιας κακοποιημένης ελεφάντινας -αυτοί είναι τα κεντρικά πρόσωπα του μυθιστορήματος. Πρόσωπα που το καθένα από αυτά κινείται σε μοναχικούς ατραπούς, μα την ίδια στιγμή και καταφέρνουν να μεταφέρουν τα συναισθήματα του ενός προς τους άλλους.
Με μια κάπως γεωμετρική προσέγγιση θα έλεγα πως τα δυο σημεία που ορίζουν μια ευθεία, εμπλουτίζονται με ένα τρίτο και δημιουργούν ένα τρίγωνο, που όμως κι αυτό με τη σειρά του προσκαλεί ένα τέταρτο σημείο και δημιουργείται ένα τετράπλευρο. Κι όλοι αυτοί οι σχηματισμοί πάνω σε ένα επίπεδο -άλλωστε μιλάμε για γεωμετρία και όχι στερεομετρία.
Κι αυτό ίσως γιατί ο Παλόμας έχει επιλέξει όλα να εξελίσσονται σε καθορισμένο τόπο, που αν και ξεχασμένος για χρόνια από την εξέλιξη ξαφνικά θα υποστεί τις συνέπειες της οικονομικής εκμετάλλευσή του.
Οπότε όλα ανατρέπονται -άνθρωποι και ζώα επιλέγουν ή εξαναγκάζονται σε μετοικίσεις και έτσι όμως κατακερματίζεται η όποια συνήθεια έχει επιβληθεί, ο καθένας από αυτούς θα πρέπει να επιλέξει μια νέα ζωή που υποστηρίζεται από το πλέον βαθιά κρυμμένο όνειρό του.
‘Ένα τόπος με το όνομά σου’ -ο τίτλος του μυθιστορήματος υποδηλώνει πως είναι ο άνθρωπος που δίνει ταυτότητα σε ένα τόπο, μια ταυτότητα που αν δεν της δοθεί η ευκαιρία να καταγραφεί και αναγνωριστεί θα παραμένει πάντα μετέωρη, ευάλωτη και ημιθανής.
Οπότε με το τελευταίο του αυτό έργο, ο Παλόμας τις διαπροσωπικές σχέσεις τις προεκτείνει σε ένα φυσικό περιβάλλον, στην ουσία συνδέει το άτομο με την ίδια τη Φύση. Και όπως το κάθε άτομο είναι μοναδικό, εντελώς διαφορετικό από το κάθε άλλο, έτσι και οι φυσικοί τόποι αποκτούν μια αυτοτέλεια σε κατευθείαν όμως συσχέτιση με τη ματιά και το περιεχόμενο που ο καθένας μας τους δίνει.
«Είμαστε ένας μικρός πλανήτης* ένας πλανήτης-τραπέζι με τα φωτεινά του σημεία, τα πιάτα του που πρέπει να μαζευτούν, τα μισογεμάτα ποτήρια της σαμπάνιας και δυο γατιά ξαπλωμένα σε μιαν άκρη, κοιμισμένα πάνω στο τραπεζομάντιλο.»
Μυθιστόρημα που δεν στηρίζεται στη δράση, αλλά στα συναισθήματα και στις αναπολήσεις όσων έχουν επιτελεστεί. Οι χαρακτήρες του λες και ξεφεύγουν από το πλήθος και αποφασίζουν να υποστηρίξουν την ιδιαιτερότητά τους.
«Κινούνταν ανάμεσα στα ερείπια σαν να ήταν τα δωμάτια ενός μεγάλου αρχοντικού που κατοικούσαν όντα με τα οποία μοιραζόταν τον χώρο και την εγκατάλειψη: Νυχτερίδες, σπουργίτια, φωλιές ασβών, χορτάρια παντός είδους… Η Έντιθ ήταν εμποτισμένη με αυτό που της ανήκε, και καθώς το μοιραζόταν μαζί μου, μου έλεγε πράγματα για την ίδια, για τη ζωή της εκεί με την Αντρέα, για τις αρχές και τα φινάλε που ακόμα δεν είχαν έρθει»
Ένας στοχαστικός συγγραφέας του καιρού μας και παράλληλα ένας διαχρονικός στοχαστής -αυτός είναι ο Αλεχάντρο Παλόμας που ξέρει να φιλοσοφεί με απλότητα, να προσεγγίζει τον άλλον με τολμηρή κατανόηση και κυρίως να επιμένει πως ουσία έχει ο απόλυτος αυτοσχεδιασμός της ζωής, την ίδια όμως στιγμή kai πως δε θα πρέπει να λησμονούμε πως –‘πρέπει να γυρίζουμε πίσω* στο σπίτι.»
Δύσκολα μπορώ να θυμηθώ άλλον σύγχρονο συγγραφέα που έχει ασχοληθεί τόσο βαθιά -με ρεαλισμό όσο και με μαγεία- με τις διαπροσωπικές και κατ΄ επέκταση και με τις ενδοοικογενειακές σχέσεις και το πως εντέλει ο άνθρωπος ήταν, είναι και πρέπει να παραμείνει μέρος της ιδίας της Φύσης.
Θα ήθελα να ολοκληρώσω αυτό το σημείωμα πάνω σε ένα τόσο απλό όσο και βαθιά στοχαστικό έργο, με ένα ακόμα απόσπασμα, που νομίζω πως δίνει και το στίγμα όλου μυθιστορήματος: « Με αυτόν τον τρόπο, δείχνοντας μπροστά μου το συναίσθημά του, μου το δώριζε όπως μόνο ένα μικρό παιδί δωρίζει κάτι στη φίλη του. Είσαι φίλη μου και είμαστε δικοί σου, η λύπη μου κι εγώ. Αυτό ήταν το μήνυμα. Ο Ίων μου έδειχνε τη λύπη του, την πιο βαθιά, που ράγιζε καθώς μιλούσε. Και μου την έδειχνε όπως αφήνουμε να φανεί αυτό το μικρό και σκληρό κοκαλάκι που κρατάμε κρυμμένο πίσω από την πιο εύθραυστη ιστορία μας».
Πολυσέλιδο και προσφερόμενο σε πολλαπλές αναγνώσεις μυθιστόρημα που η Αλεξάνδρα Γκολφινοπούλου το μετέφερε με επιτυχία στη γλώσσα μας.
(870 λέξεις)
(Βιβλιοδρόμιο, 22/2/2025)
11.2.25
Claire Keegan «Ανταρκτική»
Claire Keegan
«Ανταρκτική»
Διηγήματα
Μετάφραση: Μαρτίνα Ασκητοπούλου
Εκδόσεις Μεταίχμιο
Γεννημένη στον Ιρλανδία το 1968, η Claire Keegan είναι σήμερα μια από τις πλέον αναγνωρίσιμες παρουσίες στο χώρο των αγγλόφωνης λογοτεχνίας.
Και η αναγνώριση αυτή έχει έρθει από την πρώτη κιόλας συλλογή της που κυκλοφόρησε το 1999 και που στη χώρα μας μόλις πρόσφατα μεταφράστηκε, μετά από την μεγάλη επιτυχία που το ελληνικό αναγνωστικό κοινό επεφύλαξε στα άλλα της βιβλία -«Μικρά πράγματα σαν κι αυτά», «Τα τρία φώτα» και «Πολύ αργά πια».
Τα βιβλία της Claire Keegan έχουν μεταφραστεί σε είκοσι γλώσσες, έχουν τιμηθεί με σημαντικά βραβεία, οι ιστορίες της έχουν μεταφερθεί στον κινηματογράφο.
Σαφέστατα μπορεί κανείς να ισχυριστεί πως είναι και η ίδια μια σημαντική εκπρόσωπος της ιρλανδικής λογοτεχνίας -θυμίζω κάποιους μόνο από τους συγγραφείς της- Τζαίημς Τζόις, Όσκαρ Ουάιλντ, Σάμιουελ Μπέκετ, Σεμπάστιαν Μπάρρυ κ.α.
Η Claire Keegan είναι συγγραφέας της σύντομης φόρμας -εννοώ πως είτε γράφει μυθιστόρημα / νουβέλα, είτε διηγήματα, επιλέγει ένα τρόπο αφήγησης όπου η πλοκή απλώνεται σε λίγες σελίδες. Περισσότερο την ενδιαφέρει να υπονοήσει συναισθήματα βαθιά κρυμμένα, παρά να καταγράψει γεγονότα και αντιδράσεις
Κι αυτή η τεχνική της είναι σαφής από το πρώτο της κιόλας βιβλίο -τη μοναδική έως τώρα συλλογή διηγημάτων της «Ανταρκτική».
Οι χώροι όπου θα ξεναγήσει τον αναγνώστη της είναι ή οι επαρχίες της Ιρλανδίας, ή κάποιες απομονωμένες περιοχές της Βόρειας Αμερικής.
Στην ουσία είναι συγγραφέας της υπαίθρου και των απόμακρων κωμοπόλεων καθώς αναζητά αποτυπώματα της Φύσης για να πλησιάσει τον ψυχισμό των ανθρώπων.
«Το αγόρι σωπαίνει. Πίσω από την ασφάλεια των ώμων της, αντιλαμβάνεται τον κίνδυνο, Πέρα από κείνη, τίποτα. Μόνο βαθιά, μαύρα νερά και από κάτω ένας κόσμος απαλής, βελούδινης λάσπης. Ατέλειωτη λάσπη, βαθιά όσο δύο άντρες ο ένας πάνω στον άλλο»
Στο συγκεκριμένο βιβλίο κυριαρχούν οι αναζητήσεις γυναικείων αδιεξόδων, που παρουσιάζονται άλλοτε από τις ίδιες τις πρωταγωνίστριες, μα άλλοτε και από παιδιά που με κάποιον τρόπο συνδέονται με μια γυναικεία παρουσία. Υπάρχει μια συνεχής περιπλάνηση στον ψυχισμό των απλών αυτών γυναικών, στα όνειρα τους, στην τραυματισμένη παιδικότητά τους, στους έρωτές τους -εξεγερμένους ή καταπιεσμένους.
Με προσεκτικά επιλεγμένες λέξεις, με φράσεις ιδιαίτερα δουλεμένες, η Keegan μεταφέρει την ποιητική ενόραση μέσα στην πεζογραφία και συνθέτει μια καθαρή γυναικεία οπτική: «Το βράδυ βάζουμε τα καλά μας. Η μαμά φοράει ένα σκούρο κόκκινο φόρεμα, στο χρώμα της βραχυκέρατης αγελάδας. Το δέρμα της είναι γεμάτο φακίδες λες και κάποιος βούτηξε μια οδοντόβουρτσα σε μπογιά και την πιστίλισε. Μου ζητάει να της κουμπώσω το μαργαριταρένιο κολιέ. Παλιά στεκόμουν όρθια πάνω στο κρεβάτι για να το κάνω αυτό, τώρα όμως είμαι ψηλή, το πιο ψηλό κορίτσι στην τάξη μου* μας μέτρησε ο διευθυντής. Η μαμά είναι ψηλή και λεπτή, όμως το δέρμα στα χέρια της είναι σκληρό. Αναρωτιέμαι αν κάποτε θα μοιάζει στην Μπρίντι Νοξ, μισή άντρας, μισή γυναίκα».
Η καθημερινότητα, λοιπόν, αποκαλύπτει τα δικά της μυστικά, ενώ στο κάθε διήγημα έχει εισχωρήσει μια υποδόρια απειλή -το παραπάνω απόσπασμα το ακολουθεί αυτό εδώ: «Ο μπαμπάς δεν φτιάχνεται. Δεν τον έχω δει ποτέ να κάνει μπάνιο ή να πλένει τα μαλλιά του* απλώς αλλάζει καπέλο και παπούτσια. Τώρα χώνει το κεφάλι του μέσα στο καλό του καπέλο και φοράει τα παπούτσια του. Είναι μεγάλα, μαύρα παπούτσια που τα αγόρασε όταν πούλησε το κριάρι».
Με κάποιες τέτοιες τεχνικές αφήγησης η Keegan με την πρώτη της κιόλας εμφάνιση -υπενθυμίζω πως η συγκεκριμένη συλλογή πρωτοκυκλοφόρησε το 1999- έδωσε το ιδιαίτερο παρόν της στη λογοτεχνία μιας χώρας που έτσι κι αλλιώς έχει σφραγίσει και συνεχίζει να καθορίζει την αγγλόφωνη λογοτεχνία.
Η συνέχεια επιβεβαίωσε την άποψη κοινού και κριτικής πως η συλλογή «Ανταρκτική» σίγουρα ήταν έργο ενός ταλέντου που θα μπορεί να προξενεί ανατριχίλες όπως ακριβώς… «Ένα κρύο αεράκι γλιστράει κάτω από τη σχισμή της πόρτας».
Η μετάφραση της Μαρτίνας Ασκητοπούλου έχει απόλυτα εξοικειωθεί με το συγγραφικό ύφος της Claire Keegan και με άνεση το μεταφέρει στη γλώσσα μας.
https://diastixo.gr/kritikes/xenipezografia/24003-claire-keegan-adartiki
(620 λέξεις)
Subscribe to:
Posts (Atom)