23.2.22

Η Νάντια Τράτα στο fractal (23/2/2022)

 


Σκέψεις και λέξεις, συνθήματα και συναισθήματα, πάθη και λάθη, μία κοινωνία που τσακίζεται στα βράχια της περηφάνειας της καθώς παρασύρει μαζί της σε ένα βυθό σκοτεινό και βαλτώδη τα ίδια της τα παιδιά. Ένα έργο γεμάτο αδρεναλίνη που στέκεται θαρραλέα ανάμεσα στις διασταυρούμενες πορείες ενός κράτους σε σήψη και των αδύναμων, εγκαταλειμμένων στην τύχη τους ηρώων που προσπαθούν να συντηρήσουν με κάθε τρόπο και ανεξαρτήτως τιμήματος, μία εύρυθμη καθημερινότητα που διχάζεται ανάμεσα στην επιφάνεια και το βάθος,  το «φαίνεσθαι» και το «είναι».

Ισορροπώντας αξιοθαύμαστα μεταξύ στιβαρής καταγγελίας και κοινωνικού μανιφέστου, η «Αμαρτωλή πόλη» μεταμορφώνεται σταδιακά από ένα σύγχρονο μυθιστόρημα ενηλικίωσης σε εθνικό αφήγημα καθώς μία ολόκληρη κοινωνική κατασκευή αποδομείται ευρηματικά αποκαλύπτοντας με πολιτική οξυδέρκεια και λογοτεχνικό ρεαλισμό τις παθογένειες δεκαετιών καθώς ο συγγραφέας αφηγείται τον αγώνα και τις αγωνίες μας να προσανατολιστούμε σε μια αβέβαιη και σχεδόν οριακή στιγμή της ιστορίας μας.

Ο Μάνος Κοντολέων, πολυαγαπημένος συγγραφέας, πολλαπλά καταξιωμένος και πολυβραβευμένος όχι μόνο σε επίσημα λογοτεχνικά κιτάπια αλλά, κυρίως, στην καρδιά του αναγνωστικού κοινού όλων των ηλικιών, συνομιλεί και συντροφεύει όλους εμάς στο ταξίδι μας σε  τούτη εδώ τη μικρή γη, αφουγκράζεται τον πόνο, τις ελπίδες και τα πάθη μας, διατρέχοντας με περισσή ενσυναίσθηση τις περίπλοκες διαδρομές σε όλα τα μήκη και τα πλάτη μεταξύ συνειδητού και ασυνείδητου. Χωρίς να χάνει στιγμή την ποιητική του ευγλωτία, παραμένει και στο έργο του «Αμαρτωλή πόλη» ουσιώδης αφηγητής ενός ψυχογραφήματος κοινωνιολογικών αποχρώσεων, βγαίνοντας μπροστά να συναντήσει την νεογέννητη Ιστορία την ίδια εκείνη στιγμή που ορμά ασυγκράτητη για να ενώσει παρελθόν, παρόν και μέλλον άλλοτε με άρρηκτους δεσμούς και άλλοτε με δεσμά ανυπόφερτα.

Σε ένα χρόνο όχι πολύ μακρινό, μία πόλη αχαρτογράφητη μοιάζει να ψυχορραγεί κάτω από το βάρος των συγκυριών: όνειρα απατηλά που θυσιάστηκαν σε βωμούς οικονομικών ατασθαλιών, ελπίδες χαμένες σε αδιέξοδους λαβυρίνθους  σχέσεων χωρίς ουσία, άνθρωποι εξουθενωμένοι γονατίζουν πάνω σε παλίμψηστα επαναλαμβανόμενης απογοήτευσης, ενώ δίπλα τους  όλα μοιάζουν να κατρακυλούν σε μία αβυσσώδη θλίψη.

Ο Κλεάνθης, πρώην επιτυχημένος, νυν καταθλιπτικός, η Σόνια, πρώην σύζυγος, νυν αιωρούμενη κάπου πάνω από το Αιγαίο, η Στεφανία μία κόκκινη τελεία πάνω στο χάρτη που επίμονα αναζητά μία διαδρομή χωρίς πυξίδα, ο Κωνσταντής παραμένει σημείο αναφοράς, η Χρύσα, πρώην λαμπερή, νυν γειωμένη, ο Τονίνο, σαμποτάζ και ταυτόχρονα καμουφλάζ, προσπαθεί να βάλει τρικλοποδιά και πέφτει ο ίδιος στην παγίδα..… Γύρω τους, ένας κόσμος  που εξεγείρεται γεμάτος θυμό,   ξεπουλά ό,τι του έχει απομείνει μήπως και καταφέρει να ξεκλέψει λίγο χρόνο ακόμη, λίγες ανάσες, λίγες στιγμές  προτού η δίνη τον τραβήξει στα σκοτάδια……

Με ψυχολογική ακρίβεια και διηγηματική ένταση ο Μάνος Κοντολέων παρακολουθεί από κοντά τα εναλλασσόμενα δίπολα: γονείς-παιδιά, ενήλικες-έφηβοι, κοινωνία-πολίτες. Ο Κλεάνθης, πατέρας της Στεφανίας, κυνηγά χίμαιρες, βυθίζεται στην κατάθλιψη, αποτυγχάνει να εκπληρώσει το ρόλο του, μαζί με αυτόν η Σόνια, μητέρα της Στεφανίας αλλά και η Χρύσα, μητέρα του Τονίνο κλείνει τα μάτια στην αλήθεια έως ότου η πραγματικότητα έρχεται σαν χαστούκι να τη βγάλει από την απάθειά της. Στο κέντρο του λογοτεχνικού κάδρου η έφηβη Στεφανία, λίγο πιο κει, μα πάντα δίπλα της, ο Τονίνο, οι έφηβοι ήρωες της «Αμαρτωλής πόλης» ενηλικιώνονται άγρια, απότομα, μοναχικά, προσπαθούν να βρουν τον εαυτό τους, να ορίσουν τη δική τους πορεία στερημένοι από την ελάχιστη φροντίδα, το νιάσιμο, την κατανόηση, την αποδοχή.

Με λόγο ψύχραιμο, στιβαρό και βαθιά ρεαλιστικό, ο Μάνος Κοντολέων μας παραδίνει το χρονικό της σταδιακής δια-φθοράς μίας κοινωνίας αποχαυνωμένης που δεν έχει τρόπο να αντισταθεί στις αλλαγές των καιρών, καταρρέοντας οικονομικά, πολιτικά και, ασφαλώς, ψυχολογικά. Με εξαιρετική μαεστρία καταφέρνει να συνδέσει το αυστηρά προσωπικό δράμα με την κοινωνική τραγωδία, ενώ υπερασπίζεται την αλήθεια των παγιδευμένων ηρώων του χαρίζοντάς μας  ένα μυθιστόρημα πολλαπλής ενηλικίωσης.

Σθεναρά αισιόδοξος, βαθιά ανθρώπινος και αθεράπευτα ειλικρινής, ο Μάνος Κοντολέων απευθύνει στους αναγνώστες ένα συναρπαστικό αφήγημα επιβίωσης, στο οποίο η ανθρώπινη επικοινωνία βρίσκει, τελικά, απαντήσεις σε κάθε αμείλικτο ερώτημα που θέτει η πραγματικότητα. Αναπτύσσοντας έναν διεισδυτικό στοχασμό πάνω σε πολύ πρόσφατα γεγονότα στη χώρα μας, ατενίζει το μέλλον με θάρρος, συνομιλεί με τον καθένα μας και καταθέτει μία υπόσχεση ελπίδας για ένα αύριο που ξημερώνει αβέβαιο, μεν, αλλά εμείς, σε κάθε περίπτωση, θα βρούμε, εν τέλει, τον τρόπο να πορευθούμε για να το συναντήσουμε, για να το ζήσουμε, για να το κάνουμε δικό μας, για να το δαμάσουμε.

14.2.22

Συνέντευξη στη HaffPost

 14/02/2022 07:14 EET | Updated 8 ώρες πριν

Μάνος Κοντολέων: Η επανάληψη στην τέχνη, αν από προσωπικό ύφος γίνει μανιέρα, οδηγεί σε πλήξη

Ο πολυβραβευμένος συγγραφέας απαντά στις ερωτήσεις της HuffPost.

Ειρήνη Ορφανίδου


«… Αλλά πολύ σύντομα κατανόησα πως η πλέον τραγική στιγμή της Κλυταιμνήστρας, αυτή που την τοποθετεί στην εξέχουσα θέση που κατέχει στο πάνθεον των ηρωίδων του αρχαίου δράματος, δεν μπορεί να είναι τόσο ο φόνος που διέπραξε, όσο κυρίως η δολοφονία της από τον ίδιο της τον γιο.

Μια μάνα την ώρα που βλέπει το παιδί της να τη σκοτώνει ‒ αυτή ήταν η Κλυταιμνήστρα που εγώ ήθελα να αναπλάσω. Και τότε δίπλα της ήρθε και στάθηκε αυτός ο γιος ‒ ο Ορέστης. Και η φοβερή στιγμή ενός άνδρα που δολοφονεί την ίδια τη μάνα του… Οπότε το μυθιστόρημά μου απέκτησε δύο διαχρονικούς θύτες, που όμως είναι τελικά και οι ίδιοι από τα χαρακτηριστικότερα θύματα όσων υπέκυψαν στη γοητεία της εξουσίας».

Στο τέλος της ημέρας και πέρα από την όποια λογοτεχνική ανάλυση, για ποιόν λόγο αγαπάμε κυρίως μία ιστορία; Για τη μία φράση. Τις δέκα λέξεις που έχουν τη δύναμη να φτάσουν στον πυρήνα μας και την τόλμη να θέσουν με νέο τρόπο παλιές ερωτήσεις.

Πολυγραφότατος και πολυβραβευμένος (έχει τιμηθεί δύο φορές με το Κρατικό Βραβείο, ενώ υπήρξε υποψήφιος για το Διεθνές Βραβείο Άντερσεν), διπλά καθιερωμένος, τόσο στην παιδική λογοτεχνία όσο και στη λογοτεχνία ενηλίκων, συνεπώς με ένα αναγνωστικό κοινό όλων των ηλικιών, ο Μάνος Κοντολέων είναι πρωτίστως ένας συγγραφέας ο οποίος κατορθώνει να επανεφεύρει τον εαυτό του.

Με αφορμή το μυθιστόρημα «Οι σκιές της Κλυταιμνήστρας» (εκδόσεις Πατάκη) -που έρχεται μετά την «Κασσάνδρα στη Μαύρη Άμμο»-, το οποίο, όπως ο ίδιος σημειώνει «σχεδιάστηκε με τις προδιαγραφές ενός ψυχογραφικού, κοινωνικού και πολιτικού μυθιστορήματος και σχεδόν καθόλου με τη διάθεση να διεκδικήσει τον χαρακτηρισμό “ιστορικό”», ο Μάνος Κοντολέων απαντά στις ερωτήσεις της HuffPost. Και μιλά για την Κλυταιμνήστρα και τη Μήδεια, ηρωίδα του νέου βιβλίου του, την επιτυχία και την επανάληψη στην Τέχνη, την κοσμοπολίτισσα Σμύρνη και «το να είσαι σμυρνιός είναι στάση ζωής», αλλά και τον προβληματισμό του όσον αφορά τις συνέπειες της πανδημίας που ακολούθησε τα χρόνια των μνημονίων στην ελληνική κοινωνία.


-Γιατί ενώ γνωρίζουμε το φινάλε των μύθων που εξιστόρησαν ο Όμηρος και οι κλασικοί επιστρέφουμε ξανά και ξανά, σε κάθε πιθανή μορφή και παραλλαγή, από το θέατρο μέχρι τη λογοτεχνία; Είναι τα μοιραία πάθη; Είναι το γεγονός ότι οι πρωταγωνιστές είναι πρόσωπα με εξουσία, η οποία λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής;

Τα διαχρονικά έργα διαθέτουν την ικανότητα να είναι διαρκώς επίκαιρα. Γιατί μπορεί οι εποχές να διαφοροποιούνται, αλλά τα ανθρώπινα πάθη παραμένουν πάντα τα ίδια. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο που οι σύγχρονες ψυχαναλυτικές απόψεις έχουν βασιστεί στις σχέσεις και τα συναισθήματα των προσώπων που πλάστηκαν από τους αρχαίους τραγικούς.

Για μένα το λάθος της Κλυταιμνήστρας ήταν πως υποτάχτηκε στη γοητεία της εξουσίας χωρίς να καταφέρει να την εκφράσει με ένα θηλυκό πρόσωπο. Κάτι που στην ουσία το βλέπουμε ακόμα και στις μέρες μας να ισχύει.

Με την ίδια λογική όλα αυτά τα πλέγματα σχέσεων προσφέρονται και στους σημερινούς δημιουργούς ώστε επάνω τους να κατασκευάσουν τα δικά τους έργα και να δούνε το σήμερα κάτω από ένα διαχρονικό φωτισμό.

-Από την Κασσάνδρα, στην Κλυταιμνήστρα. Τι σημαίνει η επιστροφή σας στον οίκο των φοβερών και τρομερών Ατρειδών; Είχατε πει, αναφερόμενος στην περίοδο που γράψατε την Κασσάνδρα, ότι η σκέψη σας ήταν στη Μήδεια, όμως αλλάξατε ρότα.

Κάτι εντελώς τυχαίο, με έκανε να αισθανθώ πως η Κλυταιμνήστρα είχε και αυτή το δικαίωμα να εκφράσει το δικό της δράμα. Μπορεί να ήταν αυτή που δολοφόνησε την Κασσάνδρα, αλλά φόνισσα δεν ήταν. Οπότε στράφηκα προς εκείνη, μελέτησα τα όσα για τη ζωή της έχουν φτάσει ως τις μέρες μας και ανακάλυψα το δικό της δράμα. Από ένα σημείο και μετά οι δυο αυτές γυναίκες μπορεί κανείς να ισχυριστεί πως σηματοδοτούν το αποτρόπαιο του παραλογισμού της εξουσίας.

-Στο Σημείωμα αναφέρετε μεταξύ άλλων «Θέλησα να αφηγηθώ αυτά τα γεγονότα με τις αποχρώσεις μιας μεταφεμινιστικής ερμηνείας των ταυτοτήτων των δύο φύλων». Πόσο αδικημένη είναι η Κλυταιμνήστρα στο συλλογικό ασυνείδητο;

Όπως την Κασσάνδρα την θεωρούμε ως μια απλή μάντισσα δυσάρεστων προβλέψεων, ενώ αντίθετα ήταν ο άνθρωπος με την ικανότητα να βλέπει που οδηγούν οι αστόχαστες ενέργειες των άλλων, αλλά και γι αυτό δεν μπορούσε να τους μεταπείσει, έτσι και την Κλυταιμνήστρα την αντιμετωπίζουμε ως μια γυναίκα που απάτησε τον άνδρα της, θέλησε να του υφαρπάξει την εξουσία και στο τέλος τον δολοφόνησε.

Η Σμύρνη υπήρξε μια κοσμοπολίτισσα πόλη. Τόσο κοσμοπολίτισσα ώστε ακόμα κι όταν ο Κοσμάς Πολίτης περιγράφει τη ζωή στη λαϊκή συνοικία Στου Χατζηφράγκου, αυτό το κοσμοπολίτικο στοιχείο και πάλι επικρατεί.

Αλλά δεν είναι έτσι τα πράγματα. Για μένα το λάθος της Κλυταιμνήστρας ήταν πως υποτάχτηκε στη γοητεία της εξουσίας χωρίς να καταφέρει να την εκφράσει με ένα θηλυκό πρόσωπο. Κάτι που στην ουσία το βλέπουμε ακόμα και στις μέρες μας να ισχύει.

-Και η Μήδεια; Θα ξετυλίξετε το κουβάρι της περίπλοκης ιστορίας της;

Αυτόν τον καιρό το προσπαθώ. Αλλά η ζωή και τα έργα της Μήδειας πέρα από μια ιστορία βίαιης αντίδρασης μιας απατημένης γυναίκας, είναι επίσης μια ιστορία που περιλαμβάνει πολλά μυθικά σύμβολα. Προσπαθώ να ερμηνεύσω το πλέον αποτρόπαιο φονικό, χωρίς να το καλύψω πίσω από δράκους, μαγείες κλπ. Αλλά και χωρίς να τα αγνοήσω όλα αυτά. Ξέρω το πως θέλω να ερμηνεύσω την παιδοκτονία, αλλά αναζητώ τον τρόπο.

-Πολλά βιβλία, πολλά βραβεία και διακρίσεις. Η επιτυχία είναι ελευθερία, κάτι σαν «δεν έχω πια να αποδείξω τίποτα και σε κανέναν» ή καταλήγει σε ακόμη μεγαλύτερη δέσμευση;

Δέσμευση απέναντι του εαυτού μου. Ασφαλώς και δεν θέλω να απογοητεύσω τους ποικίλους αναγνώστες μου, αλλά πρωτίστως δεν θέλω να απογοητεύσω τον ίδιο τον εαυτό μου. Συνεχώς αναζητώ νέα τεχνικές, νέα θέματα. Η επανάληψη στη Τέχνη αν από προσωπικό ύφος μετατραπεί σε μανιέρα, οδηγεί -εμένα προσωπικά- σε πλήξη.

-Η οικογένεια σας έχει καταγωγή από τη Σμύρνη. Η φετινή επέτειος των 100 χρόνων από τη Μικρασιατική Καταστροφή, ποιές αναμνήσεις φέρνει στην επιφάνεια;

Η καταγωγή μου είναι περασμένη μέσα στην όλη προσωπικότητά μου. Οι αναμνήσεις από τις αφηγήσεις των γονιών μου όσο κι αν μου είναι πολύτιμες, πολύ περισσότερο έχει βαρύνει πάνω μου ο τρόπος που εκείνοι οι δυο άνθρωποι σφράγιζαν την καθημερινότητά μου. Το να είσαι σμυρνιός είναι στάση ζωής -έτσι με έμαθαν να το βλέπω.

-Που σημαίνει;

Η Σμύρνη υπήρξε μια κοσμοπολίτισσα πόλη. Τόσο κοσμοπολίτισσα ώστε ακόμα κι όταν ο Κοσμάς Πολίτης περιγράφει τη ζωή στη λαϊκή συνοικία Στου Χατζηφράγκου, αυτό το κοσμοπολίτικο στοιχείο και πάλι επικρατεί.

Αυτό είναι που κυρίως με προβληματίζει: το αν θα είναι εφικτό να ανασυντεθεί ένας υγιής κοινωνικός ιστός

Αυτού του είδους ο κοσμοπολιτισμός δεν υπάρχει πια. Αλλά και η ίδια η πολιτεία δεν υπάρχει. Οπότε μεγάλωσα μέσα σε μια ατμόσφαιρα όπου το ανοιχτό πνεύμα δεν το περιόριζε κανένας κανόνας επιβεβαίωσης του. Μου μιλάγανε, ας πούμε, για το Παρίσι -κοσμοπολίτικη πόλη εκείνα τα χρόνια- κι εγώ άνετα μπορούσα δίπλα του να τοποθετώ το προκυμαία της Σμύρνης, τον Φραγκομαχαλά της, την Αγία Φωτεινή, τα καραβάκια για το Κορδελιό. Όταν κάτι δεν υπάρχει στην καθημερινότητα, αλλά συνεχίζει να ζει -ε, αυτό είναι καθαρός κοσμοπολιτισμός.

-Δύο χρόνια πανδημίας, μία κοινωνία τραυματισμένη, μία καθημερινότητα - κινούμενη άμμος και κάπου στο βάθος ένα φως. Τι σας έχει προβληματίσει περισσότερο σε αυτή τη δοκιμασία;

Δύο χρόνια πανδημίας που ακολούθησαν τα χρόνια των μνημονίων. Δέκα και βάλε τώρα χρόνια αυτή η χώρα έχει χάσει ένα ήρεμο και δημιουργικό βηματισμό προς το μέλλον. Και πέρα από τις τεράστιες οικονομικές επιπτώσεις που έχουν πέσει πάνω μας, βιώνουμε και κάτι ουσιαστικότερο -την αποσύνθεση του κοινωνικού ιστού. Αυτό είναι που κυρίως με προβληματίζει: το αν θα είναι εφικτό να ανασυντεθεί ένας υγιής κοινωνικός ιστός.


12.2.22

Christophe Boltanski «Στα ίχνη της»

 

Christophe Boltanski

«Στα ίχνη της»

Μετάφραση: Μιχάλης Μητσός

Εκδόσεις Πόλις

 

               

Ο Christophe Boltanski (γεν. 1962) είναι ένας δημοσιογράφος με κοινωνικοπολιτικά ενδιαφέροντα και συγγραφέας βιβλίων με παρόμοιο περιεχόμενο.

Ως συγγραφέας λογοτεχνικών έργων παρουσιάζεται το 2015 με το μυθιστόρημα «Η κρυψώνα» που στην Ελλάδα κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Utopia. Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα που, με ασυνήθιστο δομικά τρόπο, καταγράφει το παρελθόν της οικογένειας του συγγραφέα.

Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και στο δεύτερο αυτό μυθιστόρημα του Boltanski, έτσι ώστε να μπορεί κανείς να ισχυριστεί πως ο συγκεκριμένος  συγγραφέας ενσωματώνει τη δημοσιογραφική έρευνα με την ανίχνευση του οικογενειακού παρελθόντος έχοντας ως στόχο να κατανοήσει το προσωπικό του παρελθόν και μέσα από αυτό την πρόσφατη ιστορία της χώρας του.

«Στα ίχνη της» πρωταγωνίστρια είναι η μητέρα του.

Μετά το θάνατό της, ο ίδιος μαζί με την αδελφή του, εισέρχονται στο διαμέρισμά της -όπου για χρόνια η μητέρα ζούσε σχεδόν απομονωμένη- για να το αδειάσουν κι έτσι θα βρεθούν μπροστά σε ποικίλα στοιχεία αναμνήσεων που φωτίζουν το σε πολλά σημεία άγνωστο για εκείνους παρελθόν της.

Τελικά πόσο γνωρίζουμε τους γονείς μας; Και από όσα αγνοούμε, πόσα είναι εκείνα που επηρέασαν την ίδια μας την προσωπικότητα;

Το έργο έχει δομηθεί σε δυο άξονες. Με τον ένα παρακολουθούμε τις ανακαλύψεις του γιου* με τον άλλον επιστρέφουμε στο παρελθόν και γνωρίζουμε την ιδιωτική μα και την δημόσια ζωή μιας γυναίκας που θέλησε να βιώσει πολλαπλά πρόσωπα προτού επιλέξει το τελικό της απόσυρσης.

Από υπάκουη κόρη μιας καλής και συντηρητικής οικογένειας θα μετατραπεί σε μια νέα γυναίκα που από τη μια προσπαθεί (μα χωρίς να ολοκληρώνει) λογοτεχνικές ανησυχίες και από την άλλη θα υποστηρίζει και θα συμμετέχει σε ακτιβιστικές ενέργειες ως προς τα γεγονότα της δεκαετίας του ’60.

Είναι μια εποχή όπου πολλά πολιτικά θέματα διαπερνούν τα κοινωνικά στρώματα της χώρας, μια εποχή όπου πολλά φαίνεται να υπόσχεται πως μπορεί να ολοκληρώσει, αλλά που τελικά θα τα αφήσει μετέωρα σύμβολα μιας επανάστασης που συμβιβάστηκε.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες, η πρώην κόρη μιας καλής οικογένειας και ονειροπόλα πολιτική ακτιβίστρια, θα στρέψει τις ανησυχίες της προς πράξεις συμπαράστασης καθημερινών ανθρώπων. Αλλά οι παλιές ελπίδες θα δηλώνουν την πίκρα τους για την μη ολοκλήρωσή τους μέσα από την σύνθεση ημιτελών αστυνομικών μυθιστορημάτων.

Τελικά όπως τα λογοτεχνικά της έργα θα κλείνονται στα συρτάρια του γραφείου της, έτσι και η ίδια θα αυτοπεριοριστεί μέσα στο διαμέρισμά της.

Αλλά υπήρξε και μητέρα -πράγμα που σημαίνει πως στάθηκε αισιόδοξα απέναντι στο μέλλον. Μα και πέρα από αυτό η ύπαρξη απογόνων την κρατά μόνιμα σε ένα δημιουργικό παρόν και στο τέλος της προσφέρει την ικανοποίηση ενός ωραίου προορισμού: να γίνει ηρωίδα ενός μυθιστορήματος (έτσι όπως επιτυχημένα αναφέρεται στο οπισθόφυλλο της έκδοσης)

Αξίζει ακόμα να σημειώσει κανείς πως πέρα από τους κεντρικούς  και δευτερεύοντες χαρακτήρες, κεντρικό ρόλο στη διαμόρφωση του λογοτεχνικού κλίματος του έργου έχουν οι αναφορές διαφόρων σημείων του Παρισιού -πάρκα, café, δρόμοι, κτήρια.

Οπότε η ανάγνωση αποκτά και τις διαστάσεις μιας ανθρωπογεωγραφίας, αφού είναι οι τόποι που περιβάλλουν τις πράξεις και τα συναισθήματά μας.

Μυθιστόρημα ιδιαίτερο -περιγραφικό, συναισθηματικό, φιλοσοφικό.

Η μετάφραση του Μιχάλη Μητσού υποστήριξε αποτελεσματικά  όλα αυτά τα στοιχεία.


(500 λέξεις)

 (Τα Νέα, 12/2/2022)

 

11.2.22

«Ο μικρός Γκοντάρ» της Μαρίας Γαβαλά

 


mikros godard

Για το μυθιστόρημα της Μαρίας Γαβαλά «Ο μικρός Γκοντάρ» (εκδ. Πόλις). Κεντρική εικόνα: Ο Louis Garrel υποδύεται τον Jean-Luc Godard στην ταινία «Godard Mon Amour» του Michel Hazanavicius.

Του Μάνου Κοντολέων

Φαίνεται πως έχει πλέον έρθει η στιγμή να φωτίσουμε με περισσότερη διάθεση κατανόησης εκείνη την κάπως αγνοημένη δεκαετία του ’70, μια περίοδο, δηλαδή, όπου τα όσα είχαν συμβεί κατά τη διάρκεια των sixties συνεχίζανε να ενεργοποιούν κοινωνικοπολιτικά μα και καλλιτεχνικά γεγονότα κι έτσι δεν άφηναν το περιθώριο μιας αυτοτελούς έκφρασης όσων μέσα στα seventies σχηματίζαν την ενήλικη προσωπικότητά τους και με αυτήν πλέον θα περνούσαν από τον προηγούμενο αιώνα στον επόμενο – μένοντας πάντα άτομα ανάμεσα σε επαναστάσεις που δεν ολοκληρώθηκαν και σε ιδεολογίες που εκπέσανε.

Αυτός ο φωτισμός είναι που διαπερνά το τελευταίο μυθιστόρημα της Μαρίας Γαβαλά, μιας συγγραφέως που, αν και έχει κερδίσει τη θέση της στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία, παράλληλα έχει αφήσει και το αποτύπωμά της στον χώρο του κινηματογράφου τόσο με τις ταινίες της όσο και με τις κριτικές και τα θεωρητικά της κείμενα πάνω σε ζητήματα της 7ης Τέχνης. Γεννημένη το 1947, ανήκει στη γενιά εκείνη που ενηλικιώθηκε μέσα σε έντονα μεταπολεμικά πολιτικά γεγονότα τόσο στην Ελλάδα, όσο και στην Ευρώπη, αλλά και γενικότερα στον Δυτικό Κόσμο. Αυτήν τη βιωματική εμπειρία της έρχεται να τη μετατρέψει σε ένα μυθιστόρημα μαθητείας – κάπως έτσι θεωρώ πως θα πρέπει να χαρακτηρίσει κανείς το έργο αυτό.

Δύο τα κεντρικά πρόσωπα του έργου. Από τη μια η αφηγήτρια Λουκία Βακαρή, γόνος μεγαλοαστικής μα ξεπεσμένης πλέον οικονομικά οικογένειας που πηγαίνει στο Παρίσι για να σπουδάσει κινηματογράφο και αφήνει πίσω της –μα χωρίς και να αποχωρίζεται– τα τραύματα που τόσο στον ελληνικό χώρο γενικότερα, όσο και ειδικότερα στα συγγενικά της πρόσωπα, προξενεί η Χούντα των Συνταγματαρχών. Από την άλλη, ο σχεδόν συνομήλικός της Γκασπάρ Φρενέλ, Γάλλος μεν αλλά αγνώστου πατέρα και μητέρας, που μεγάλωσε σε θετές οικογένειες και κρατά στα χέρια του, με ένα ορμητικό και ανεξέλεγκτο πάθος, μια κινηματογραφική μηχανή και επιζητά να απαθανατίσει τα πολιτικά συμβάντα μέσα από την απόλυτη εφαρμογή των κανόνων ενός cinema verité.

Το Παρίσι από αδιαφιλονίκητη Πόλη του Φωτός, αργά μα με βεβαιότητα, μετατρέπεται σε μια από τις πρωτεύουσες της καπιταλιστικής Δύσης. 

Οι δύο νέοι θα δημιουργήσουν έναν ερωτικό δεσμό και μέσα από αυτόν θα προσπαθήσουν, όχι μόνο να κατανοήσουν ο ένας τον άλλον, αλλά και οι δύο μαζί –συγχρόνως όσο και ανεξάρτητα–, να πάρουν θέση απέναντι σε ζητήματα που έχουν να κάνουν με την καλλιτεχνική δημιουργία, με τη συλλογική μνήμη, την ατομική ευθύνη και τη δυνατότητα ή την αδυναμία ενός δημιουργού, μέσα από το έργο του, να επέμβει σε ό,τι προξενεί μαζικούς θανάτους, δικτατορίες, εξεγέρσεις και αιματηρές καταστολές.

polis gavala o mikros godardΜέσα σε αυτό το πλαίσιο η αφηγήτρια εξιστορεί τόσο όσα συμβαίνουν στην οικογένειά της, καθώς εμπλέκεται στην αυταρχικότητα των Συνταγματαρχών διατηρώντας έτσι τα δεσμά της με το αστικό παρελθόν της, ενώ παράλληλα καταγράφει τις εμπειρίες της από μια ζωή στη μητρόπολη των ιδεών και του έρωτα, έτσι όπως εκφράζεται στα τελευταία σπαράγματά της. Το Παρίσι από αδιαφιλονίκητη Πόλη του Φωτός, αργά μα με βεβαιότητα, μετατρέπεται σε μια από τις πρωτεύουσες της καπιταλιστικής Δύσης. Το ατομικό συμπλέει με το κοινωνικό:

«Ο έρωτάς μου για τον Γκασπάρ, όπως και ο δικός του για μένα, αποδείχτηκε πολύ δυνατός, αλλά δεν μπορώ να πω ότι ήταν και το ευκολότερο πράγμα του κόσμου. Συνεχώς ένοιωθα ότι επρόκειτο για ένα μπερδεμένο κουβάρι διαφορετικών και αντικρουόμενων συναισθημάτων, που συμπιέζονταν απ΄ όλες αυτές τις αντίξοες συνθήκες που βοούσαν γύρω μας…» (σελ.215)

Μυθιστόρημα εσωτερικών μονολόγων, έντονων περιγραφών διαπροσωπικών σχέσεων, υποστήριξης εκφράσεων ελεύθερων στοχασμών, εύστοχων σκιαγραφήσεων πολλών χαρακτήρων μιας εποχής που αν και έχει οριστικά παρέλθει, εντούτοις συνεχίζει ακόμα να εμπλέκεται στη διαμόρφωση γεγονότων του σήμερα.

Χαρακτηριστικό της γραφής της Γαβαλά –πέρα από την ανάλυση σκέψεων και συναισθημάτων– και οι κινηματογραφικές περιγραφές του αστικού περιβάλλοντος – του Παρισιού κυρίως, αλλά και της Αθήνας. Κινηματογραφικές περιγραφές που όμως μήτε μια στιγμή δεν εγκαταλείπουν τη λογοτεχνική δυναμική τους:

«Περνώντας μπροστά από το παρκάκι, είδα πως ο χώρος ήταν άδειος, ενώ οι άστεγοι είχαν μαζέψει τα περισσότερα σκουπίδια τους σαν να ήθελαν να εξαλείψουν κάθε ίχνος και πειστήριο. Έμειναν μόνο οι σελίδες από μια σκισμένη εφημερίδα, έρμαιο του αέρα, κι ένα κουρελιασμένο σακάκι, παρατημένο στο παγκάκι, σαν ισχνές αποδείξεις όλων όσων συνέβησαν πριν από λίγο». (σελ. 109)


(670 λέξεις)

www.bookpress.gr

9.2.22

Ελεύθερος Τύπος (9/2/2022)

 

Ο Μάνος Κοντολέων αφού το 2018 μας έδωσε το μυθιστόρημα «Η Κασσάνδρα στη Μαύρη Άμμο» (Εκδ. Πατάκη), συνεχίζει να εμπνέεται από τα πάθη της Οικογένειας των Ατρειδών και καταγράφει τα έργα και τις μέρες της φημισμένης άνασσας των Μυκηνών, της Κλυταιμνήστρας.

Την τεχνική με την οποία ο Μάνος Κοντολέων πλησιάζει τα πρόσωπα που κυριαρχούν στις αρχαίες τραγωδίες τη διακρίνει μια ελεύθερη ανάπλαση όχι τόσο και μόνο των γεγονότων, όσο κυρίως των ψυχολογικών κινήτρων που καθόρισαν πράξεις και συναισθήματα τόσο αρχετυπικά ώστε να αποτελούν βάσεις μιας σύγχρονης ανάλυσης διαπροσωπικών σχέσεων και πολιτικής σκέψης.

Στο μυθιστόρημα αυτό δύο είναι οι κεντρικοί άξονες της αφήγησης. Η Κλυταιμνήστρα και ο Ορέστης.

Οι πράξεις και τα συναισθήματα εκείνης καταγράφονται σε μια τριτοπρόσωπη αφήγηση, ενώ εκείνου μέσα από μια πρωτοπρόσωπη.

Ο συγγραφέας ξεκινά την ιστορία της Κλυταιμνήστρας από τις πρώτες μέρες της ζωής της, ενώ στον Ορέστη δίνει την ευκαιρία να έχει ένα εξομολογητικό λόγο έτσι όπως τον διαμορφώνει η ώριμη ηλικία στην οποία πλέον βρίσκεται.

Με αυτόν τον τρόπο το τέλος του μυθιστορήματος είναι και η κεντρική στιγμή της ζωής των δυο αυτών προσώπων -ο φόνος δηλαδή της μάνας από το γιο της.

Δίπλα στους δυο αυτούς κεντρικούς χαρακτήρες, ο αναγνώστης θα γνωρίσει με ένα ιδιαίτερο τρόπο και άλλους πρωταγωνιστές του δράματος και της κατάρας των Ατρειδών -τον Αγαμέμνονα, την Ηλέκτρα και την Ιφιγένεια, την Ελένη και τη Λήδα.

Ο στόχος του Κοντολέων είναι να αποδείξει πως η χωρίς καμιά ηθική αναστολή της απόκτησης και διατήρησης της εξουσίας τελικά οδηγεί όχι μόνο σε αδιέξοδο αλλά και στην καταστροφή.

Στην ουσία οι ήρωές του -κι αυτή είναι θεωρώ η κεντρική άποψη του έργου- ενώ είχαν την ευκαιρία να αντικαταστήσουν τον αποτρόπαιο πρόσωπο του αυταρχικού ηγεμόνα με ένα άλλο πλέον ανθρώπινο,

επιλέγουν -ή και εξαναγκάζονται σε μια τέτοια επιλογή- να παραμείνουν εγκλωβισμένοι στο αρσενικό στερεότυπο του ηγέτη.

«Ανήρ ειμί!» συχνά ο Ορέστης θα κραυγάζει και θα σαρκάζει καθώς σε ώριμη πλέον ηλικία θα αναζητά την εξιλέωση.

Ένα μυθιστόρημα που ανατρέχει συχνά  σε φράσεις του ίδιου του Ευριπίδη, ενώ όμως έχει ολόκληρο γραφτεί με μια γλώσσα μεστή νοημάτων και συμβολισμών.

Εκείνο με το οποίο θα ήθελα να κλείσω αυτό το σημείωμα είναι το πόσο σημαντική όσο και ενδιαφέρουσα  αποδεικνύεται η διάθεση ενός  σημερινού πεζογράφου μας να ανατρέχει στα διαχρονικά κείμενα και με μια δική του, σύγχρονη ματιά να φέρνει δίπλα στους αναγνώστες του πρόσωπα – σύμβολα του δυτικού πολιτισμού.

Γεωργία Τσακάλου


 

5.2.22

 

Μάνος Κοντολέων

Οι σκιές της Κλυταιμνήστρας

Εκδόσεις Πατάκη, 2021, σελ. 212, τιμή 12,20 ευρώ

 

 

 

                                Τραγωδίες, θύτες και θύματα

 

Πριν από τρία χρόνια, το 2018, ο Μάνος Κοντολέων εξέδωσε το μυθιστόρημα Η Κασσάνδρα στη Μαύρη Άμμο, λογοτεχνική προσπάθεια για την καταστροφή μιας ομαδικής παράκρουση, καθώς και για το αδιέξοδο ενός ατομικού πάθους. Σε αυτό, ο συγγραφέας ανασκαλεύει τους μύθους, στηριγμένος σε αρχαίες τραγωδίες, δημιουργώντας το πορτρέτο ενός ατόμου που επιλέγει τη μοίρα του, τη στιγμή που χάνεται ένας κόσμος και στη θέση του γεννιέται ένας άλλος.

     Στο καινούργιο του μυθιστόρημα, το Οι σκιές της Κλυταιμνήστρας, χρησιμοποιώντας παρόμοια υλικά, ο Κοντολέων προσπαθεί να μιλήσει για μια άλλη τραγική ηρωίδα, την Κλυταιμνήστρα, κόρη του Τυνδάρεω και της Λήδας, η οποία μεγάλωσε μαζί με την αδελφή της την Ελένη, την αποκληθείσα Ωραία, κι είχε μαζί της ενδιαφέρουσες συζητήσεις για τη ζωή και τον έρωτα.

     Γράφει στο οπισθόφυλλο του βιβλίου ο Μ.Κ.: «Όπως οι περισσότεροι από εμάς, που, μόλις ακούσουν τη λέξη Κλυταιμνήστρα, σκέφτονται έναν φόνο εκδίκησης, έτσι κι εγώ αναζήτησα να μεταφέρω σε ένα δικό μου μυθιστόρημα την ανάπτυξη του χαρακτήρα μιας γυναίκας που, για συγκεκριμένους λόγους, αποφασίζει να δολοφονήσει τον άντρα της».

    Το πρώτο πράγμα που μαθαίνουμε για την Κλυταιμνήστρα (σκότωσε τον Αγαμέμνονα από ζήλεια όταν έφερε από την Τροία την Κασσάνδρα ως ερωμένη), δια στόματος του τριτοπρόσωπου αφηγητή, δηλαδή του συγγραφέα, είναι το ότι «Είχε μάθει να μοιράζεται τα μυστικά της με τον εαυτό της και μόνο».

      Παράλληλα, ή εναλλάξ, με την αφήγηση για τον βίο και τα πεπραγμένα της Κλυταιμνήστρας, στο βιβλίο υπάρχει ο μονόλογος του Ορέστη, του γιου της, ο οποίος αρχίζει την περιγραφή του εαυτού του ως εξής: «Ανήρ ειμί! Ο παιδαγωγός που ο Νέστωρ, ο βασιλιάς της Πύλου και σύμβουλος του πατέρα μου […] αυτή τη φράση κάθε πρωί μας έβαζε, εμένα και τον Πυλάδη, να λέμε. Ανήρ ειμί!»

     Ο Ορέστης ξεκαθαρίζει από την αρχή ότι ως γιος και διάδοχος του Αγαμέμνονα, του βασιλιά των Μυκηνών, έπρεπε να πιστεύει πως θα γινόταν ή έπρεπε να γίνει άντρας ώστε να ηγείται των άλλων, ανδρών και γυναικών. Αλλά αυτό δεν είναι εύκολο, εξομολογείται, μάλιστα συχνά είναι και επώδυνο. Εκτιμά πως η τιμή που κλήθηκε να πληρώσει είναι ακριβή και η πληγή βαθιά. Προσθέτει πως το έγκλημα που έκανε, δηλαδή η δολοφονία της μητέρας του –τη σκότωσε μαζί με τον εραστή της, τον Αίγισθο –, είναι ο τελευταίος σταθμός μιας κόκκινης διαδρομής που αποτελείται από πολλά φονικά και ρυάκια αίματος. 

     Αφετηρία αυτής της διαδρομής, προσθέτει, ήταν η διεστραμμένη ιδέα του προπάππου του, του Ταντάλου, να τιμήσει τους θεούς που τον είχανε, λέει, φίλο με το κρέας του γιου του. Στην τριτοπρόσωπη αφήγηση που αφορά την Κλυταιμνήστρα υπάρχει το ερώτημα «Ποιος είναι ο ρόλος της γυναίκας; Φτιάχνει αυτή το πεπρωμένο της ή ό,τι θα της συμβεί θα είναι αποτέλεσμα πράξεων κάποιου ανδρός;»

      Την απάντηση τη δίνει η Ελένη, η οποία εξομολογείται: «…Εγώ θα επιλέξω αυτόν που θα μπορώ ν τον ελέγχω… Η ομορφιά δεν είναι μόνο μοίρα. Είναι και όπλο.. . Θηλυκό όπλο! Δεν το έχεις καταλάβει, αδερφή μου;»

      Είναι φανερό πως ο συγγραφέας επιχειρεί να στοχαστεί πάνω στης σχέσεις ανδρών και γυναικών, να δώσει απαντήσεις για τη μοίρα των ανθρώπων, οι οποίοι συχνά πέφτουν θύματα των ίδιων τους των φιλοδοξιών, των πόθων και των επιλογών. Κυρίως, περιγράφει τον χαρακτήρα της μητέρας και του γιου που είναι γι’ αυτόν δύο διαχρονικοί θύτες, αλλά και τελικά είναι και θύματα «όσων υπέκυψαν στη γοητεία της εξουσίας».

      Έχοντας μελετήσει τον Ορέστη του Ευριπίδη στη μετάφραση του Κ. Χ. Μύρη (εκδόσεις Πατάκη), ο Μάνος Κοντολέων δίνει τη δική του εκδοχή για όλες τις τραγωδίες που συνέβηκαν στην οικογένεια της Κλυταιμνήστρας και του Ορέστη, του καταραμένου οίκου των Ατρειδών, η οποία καταστράφηκε, διαλύθηκε, αποσυντέθηκε, εξαιτίας της ανατροφής, του χαρακτήρα, αλλά και των προσωπικών επιδιώξεων και φιλοδοξιών των μελών της.

Φίλιππος Φιλίππου (Η Εποχή, 5/2/2022)

4.2.22

Εξουσία, οργή και φόνος/Οι σκιές της Κλυταιμνήστρας

 

Εξουσία, οργή και φόνος/Οι σκιές της Κλυταιμνήστρας, Μάνος Κοντολέων - Παρουσίαση από τον Γρηγόρη Τεχλεμετζή

manos_kontoleon

Οι αρχαιοελληνικοί μύθοι αποτελούν αστείρευτη πηγή έμπνευσης για τους καλλιτέχνες και υλικό για τους επιστήμονες, όπως ψυχολόγους και εθνολόγους, προσφέροντας αρχετυπικά σύμβολα και στάσεις ζωής. Η επιστροφή στην αρχαιοελληνική οπτική και στον ορθολογισμό ήταν καθοριστικά στην πορεία της Αναγέννησης, της επιστήμης και γενικότερα του παγκόσμιου πνεύματος και της εξέλιξης. Αυτό επιτεύχθηκε όταν δεν αντιμετωπίστηκαν με στείρα αναπαραγωγή, ανατροφοδοτήθηκαν με νέες ιδέες και προσαρμόστηκαν στην εκάστοτε εποχή ή τους δόθηκε διαχρονική χροιά, εντοπίζοντας εντός τους τα πανανθρώπινα πάθη και συμπεριφορές.
   Ο Μάνος Κοντολέων, στο παρόν βιβλίο, ασχολείται με τη δολοφονία της Κλυταιμνήστρας από τον γιο της Ορέστη εντάσσοντάς την στην κατάρα του οίκου των Ατρειδών.
   Ο μύθος γνωστός, έχει αποκτήσει αρχετυπικό συμβολισμό. Το καινούργιο που κομίζει ο συγγραφέας είναι η οπτική του. Στρέφει το βλέμμα και τονίζει τα σημεία που τον ενδιαφέρουν, σύμφωνα με την ιδιοσυγκρασία του.
   «Ανήρ ειμί», αναφωνεί διαρκώς ο Ορέστης και αυτή η ψυχολογία και τα κοινωνικά στερεότυπα με τα οποία έχει ανατραφεί είναι, κατά τον συγγραφέα, οι βαθύτερες πηγές του τρόπου αντίδρασής του. Είναι ο άντρας κατακτητής, ο οπλοφόρος, ο υπερήφανος, ο αρχηγός, ο γυναικοκατακτητής, αυτός που ζητά να ξεπλύνει το αίμα με αίμα, πέρα από κάθε συμβιβασμό. Δηλαδή είναι ο φαλλοκρατικός άντρας της εποχής του και όχι μόνο.
   «Αυτοσχεδιάζαμε εφαρμόζοντας διδαχές αρρένων», θα μας πει ο Ορέστης του (σ.162) και θα φτάσει μέχρι τον βιασμό και τους φόνους αθώων, μαζί με τον φίλο του Πυλάδη (σ.163-164), σε έναν ουσιαστικό για την παρουσίαση των χαρακτήρων αυτοσχεδιασμό του Κοντολέων. Λαμβάνοντας υπ' όψη μας και τα βιβλία του Ερωτική αγωγή (Πατάκης 2003) και το Ερωτικές ιστορίες μιας παιδικής ηλικίας (Δήγμα 2011) παρατηρούμε ότι ο συγγραφέας αρέσκεται να παρουσιάζει μια αντρική εκδοχή των πραγμάτων, έχοντας σαν εκκίνηση την παιδική ηλικία για να σκιαγραφήσει τους χαρακτήρες του.
   Καταφεύγει στα αρχετυπικά σύμβολα της Κλυταιμνήστρας και του Ορέστη, σε παγιωμένες μυθικές φιγούρες, για να δομήσει την ιστορία του. Ο δεσμός της μάνας και του γιου είναι πανίσχυρος, απωθημένα ερωτικός θα μας πει ο Φρόυντ, για αυτό χρειάζονται ισχυρά τεκμήρια για να διαταραχθεί, φτάνοντας στη μητροκτονία.
   Ξεκινάει με δυο κεφάλαια, ένα για την Κλυταιμνήστρα και ένα για τον Ορέστη, θεμελιώνοντας τους κεντρικούς χαρακτήρες με τον τρόπο των μεγάλων κλασικών μυθιστορημάτων του 19ου αιώνα. Αναζητά στην παιδική ηλικία τα αίτια και τα πρωταρχικά σπέρματα της ανάπτυξης των χαρακτήρων, παραμένοντας πιστός στην έμφαση που δίνει γενικότερα στα παιδικά χρόνια στα έργα του. Παρακολουθούμε σκηνές ενηλικίωσης και συνειδητοποίησης των φυλετικών ορμονών, τον ενστερνισμό των στερεοτύπων, όσο και των συμβιβασμών που προκύπτουν από τη θέση που καταλαμβάνουν σταδιακά. Τα κεφάλαια εναλλάξ αναφέρονται στους δυο ήρωες, κάνοντας παράλληλη ανάπτυξη, που ευνοεί τη σύγκριση και σπάει τη μονοτονία, κάνοντας πιο ενδιαφέρουσα τη γραφή. Μα και γενικότερα οι κομματιασμένες σκηνές είναι αυτές που συνθέτουν το κείμενο και την υπόθεση και είναι συναρμοσμένες σαν πάζλ. Και πάνω από όλα κυριαρχεί ο ψυχισμός των ηρώων, τον οποίο στοχεύει ο Κοντολέων δεξιοτεχνικά να αποδώσει, διασχίζοντας την πλοκή. Ακόμα και ο τίτλος του βιβλίου, «Οι σκιές της Κλυταιμνήστρας», μας πιστοποιεί ότι το ζητούμενο είναι ο εσωτερικός κόσμος της ηρωίδας και όχι οι επιφανειακές ενέργειες και τα δρώμενα. Τις προθέσεις αυτές καταμαρτυρεί και το οπισθόφυλλο, που μας λέει ότι θέλει να αναπλάσσει μια μάνα που δολοφονείται από τον γιο της. Πάνω σε αυτή τη λογική δομείται όλος ο τρόπος γραφής του βιβλίου. Έτσι δεν υπάρχουν παρατεταμένες αφηγηματικές σκηνές πλοκής ή περιγραφής και είναι σύνθεση αποσπασματικών σκηνών με γενικότερες εξιστορήσεις της εξέλιξης του μύθου και των καταστάσεων, κάτι που του δίνει ένα πολύ ιδιαίτερο ύφος.
   Ο Κοντολέων αθόρυβα και ουσιαστικά δίνει τη δική του εκδοχή στον μύθο, μετατοπίζοντας το κέντρο βάρους. Όλοι οι ήρωες του, ο Αγαμέμνονας, ο Αίγισθος, ο Ορέστης, η Κλυταιμνήστρα, ακόμα και η Ωραία Ελένη με τον τρόπο της, επιζητούν εναγωνίως την εξουσία. Αυτή είναι το κίνητρό τους. Η άποψη αυτή προσεγγίζει τη Νιτσεϊκή αντίληψη της ιστορίας και των προσωπικών σχέσεων, που αντικρίζονται ως μια αέναη πάλη επιβολής, ξεσκεπάζοντας κρυφά συνειδητά ή ασυνείδητα κίνητρα. Ακόμα και οι έρωτες είναι εργαλεία αυτής της προσπάθειας. Και οι φόνοι το ίδιο. «Ανήρ ειμί» και «άναξ» κραυγάζει διαρκώς ο Ορέστης και αυτά είναι τα καθοριστικά στοιχεία του χαρακτήρα του. Άναξ προσφωνείται και ο Αγαμέμνονας, να κυβερνήσουν θέλουν και η Κλυταιμνήστρα, μέσω του εραστή της, και ο Αίγισθος, ενώ η Ελένη κυριεύει μέσω της γοητείας της.
   Υπάρχει ένας τραχύς ρεαλιστικός αυθορμητισμός και πρωτοτυπία με τα οποία κατονομάζει και περιγράφει τις σεξουαλικές πράξεις και ενέργειες, όπως και κάθε τι ερωτικό, ιδιοτυπία που εντοπίζω και σε άλλα έργα του συγγραφέα. Τους αφαιρεί κάθε τι ρομαντικό και τα τοποθετεί στην απόλυτα σωματική βάση, χωρίς να σημαίνει ότι πάντα κάνει λεπτομερείς περιγραφές, και όποτε τις κάνει δεν είναι μακροσκελείς αλλά στιγμιότυπα. Όλη αυτή η ιδιάζουσα τεχνική δημιουργεί στον αναγνώστη μια αναστάτωση, έναν άκρως προσγειωμένο και ρεαλιστικό στοχασμό, ο οποίος αποτελεί και τον στόχο του συγγραφέα. Δεν μου έρχεται στο νου κάτι ανάλογο στη λογοτεχνία.
   Οι αρχαίοι τραγωδοί ποτέ δεν παρουσίαζαν φόνους επί σκηνής, παρά μόνο βλέπαμε ή ακούγαμε τα παρεπόμενά τους και συμμετείχαν έτσι εμμέσως στην πλοκή, σε αντίθεση με μεταγενέστερους συγγραφείς, όπως ο Σαίξπηρ. Στην παρουσίαση όμως του αρχαιοελληνικού μύθου από τον Κοντελέων παρατηρούμε έντονες ρεαλιστικές σκηνές φόνων, όπου μέσω αυτών μας διαδίδονται τα συναισθήματα των καταστάσεων. Είναι μια τελείως διαφορετική οπτική στην αφήγηση του μύθου, ένας νέος τρόπος, μια καινοτομία. Είναι σαν να διαβάζουμε την τραγωδία με όρους μεταγενέστερους. Οι σκηνές όμως δεν είναι χρωματισμένες με απέχθεια, είναι μια πιστή αποτύπωση της εν δυνάμει πραγματικότητας. Ο τρόπος του δεν είναι κριτικός αλλά ουδέτερος –όσον αφορά μόνο αυτές.
   Συνάμα το βιβλίο τοποθετείται κοντύτερα στον Ορέστη του Ευριπίδη, από τον οποίο μεταφέρονται και πολλά αποσπάσματα, και μακρύτερα από την Ορέστεια του Αισχύλου (την τριλογία ΑγαμέμνωνΧοηφόροι και Ευμενίδες). Έχει περισσότερο χαρακτήρα δράσης, συχνά ψυχολογικής, και λιγότερο θρηνητική μορφή για τα δεινά.
   Οι εσωτερικοί μονόλογοι του Ορέστη είναι ένα ακόμα άριστο εύρημα που αποτυπώνει την ψυχολογία του. Τα λόγια του είναι αυθόρμητα, σπασμωδικά, συγκεχυμένα, αγχωμένα, πνιγμένα στις τύψεις, αυτές που ο μύθος προσωποποιεί στις Ερινύες. Είναι οι σκιές που τον κατατρέχουν. Αλλά ακόμα και στα μικρά κεφάλαια που αναφέρονται στην Κλυταιμνήστρα κυριαρχεί ένα υποδόριο άγχος, που σπερματικά εσωκλείει τη μετέπειτα εξέλιξη. Αυτό μεταδίδεται από τις κοφτές, θρυμματισμένες περιγραφές και διαλόγους, που είναι ένα ακόμη πετυχημένο «σκηνοθετικό» εύρημα. Χαρακτηριστική μάλιστα είναι και η συχνή χρήση αποσιωπητικών, αποτύπωση του διακοπτόμενου ελλειμματικού λόγου. Συχνά έτσι οι ήρωες δεν ολοκληρώνουν τις σκέψεις τους, είτε επειδή είναι ανόσιες, είτε γιατί τους τρομάζουν, είτε γιατί οι ίδιοι είναι σε κατάσταση σύγχυσης, σοκαρισμένοι ή πανικόβλητοι από τις πράξεις τους. Πράγματι, δεν είναι λίγα ούτε αμελητέα αυτά που απορρέουν από την κατάρα του οίκου των Ατρειδών. Γιατί η διαρραγή του δεσμού μάνας και γιου, με τη μητροκτονία, είναι το πιο ισχυρό έγκλημα, μια και δεν υπάρχει εντονότερος από αυτόν τον δεσμό, που ο Φρόυντ τον ταύτισε με το ερωτικό οιδιπόδειο σύμπλεγμα. Και όπως γνωρίζουμε ο έρωτας είναι τυφλός, αλλά και από μεγάλους έρωτες προέρχονται τα εντονότερα πάθη και εγκλήματα. Αυτή η κατάρα κυνηγάει τον Ορέστη από τις πρώτες σελίδες του έργου, ακόμα και όταν φαίνεται ότι τα θέματα απομακρύνονται από το ειδεχθές έγκλημα, αφού και αυτά είναι προπαρασκευαστικά του εγκλήματος, καθώς ο αναγνώστης το γνωρίζει εκ των προτέρων.
   Η μετακίνηση από τον τριτοπρόσωπο παντογνώστη αφηγητή στους αφηγητές Ορέστη και Κλυταιμνήστρα με μερική εστίαση δίνει ευχάριστη ποικιλομορφία στο κείμενο. Ο πρώτος τρόπος γραφής συμβάλλει σε μια σφαιρική γνώση, που θέτει τον αναγνώστη σε ένα ρόλο που συναισθάνεται και κρίνει, ενώ οι άλλες αφηγήσεις αποτυπώνουν έντονα την ψυχολογία των ηρώων. Ο συνδυασμός είναι πολύ πετυχημένος και φανερώνει έναν έμπειρο συγγραφέα.
   «Αμαρτίαι γονέων παιδεύουσι τέκνα», σε ένα βασιλικό κύκλο εξουσίας, οργής και επιβολής, που φτάνει ως την ακραία μητροκτονία. Αυτό είναι το κεντρικό νόημα που μας μεταφέρει ο Κοντολέων.