6.11.26
Η Μαρίζα Ντεκάστρο για τα '9 Παραμύθια'
Τα παραμύθια του Όσκαρ Ουάιλντ θεωρούνται κλασικά παιδικά αναγνώσματα. Κλασικά αλλά πάντοτε διασκευασμένα! Οι διασκευές διατηρούν βασικό μύθο και επιμύθιο, και προσαρμόζονται στην ηλικία του κοινού στο οποίο θεωρητικά απευθύνονται. Κυκλοφορούν εικονογραφημένα σε εκδόσεις διαφόρων ποιοτήτων- από φτηνοεκδόσεις με μαλακό εξώφυλλο και μικρό σχήμα για παιδιά από 3 ετών (!) μέχρι εκδόσεις θαυμάσια εικονογραφημένες (ξεχωρίζω το εξαντλημένο πλέον Αστερόπαιδο σε εικονογράφηση Βασίλη Παπατσαρούχα, Μεταίχμιο, 2014).
Σε έναν κομψό και λιτό τόμο, που δεν αποσπά τον αναγνώστη από την ανάγνωση με διάφορες φιοριτούρες, κυκλοφορούν από τις εκδ. Στιγμός τα Εννιά παραμύθια του Ουάιλντ σε θαυμάσια μεταγραφή στη γλώσσα μας από τον Μάνο Κοντολέων. Τα παραμύθια είχαν εκδοθεί σε δύο τόμους (1888 και 1891) ενώ ο ίδιος στηρίχτηκε στην έκδοση The Happy Prince and Other Fairy Tales, G.P. Putman’s Sons, Νέα Υόρκη και Λονδίνο, 1919. Αυτό και μόνο δείχνει τη σοβαρότητα με την οποία τα αντιμετώπισε ο Κοντολέων!
Σταχυολογώ από την εισαγωγή για το πώς θα μπορούσε να προσεγγίσει ο σημερινός αναγνώστης αυτά τα μικρά λογοτεχνικά αριστουργήματα:
…με τον τρόπο τους αποδεικνύουν πόσο κοντά είναι ο λόγος του παραμυθιού με αυτόν του μαγικού ρεαλισμού, όπως βέβαια και πώς, μέσα από την εξιστόρηση μιας ιστορίας που κρατά όλα τα στοιχεία της παραμυθικής αφήγησης, μπορεί κανείς να ασκήσει κριτική, να καταθέσει ιδεολογικές απόψεις, να περιγράψει ανθρώπινους τύπους…
Υπάρχουν μαρτυρίες ότι ο ίδιος ο Ουάιλντ τα αφηγείτο στα παιδιά του προτού κοιμηθούν. Επίσης έχει ειπωθεί πως ο ίδιος δήλωσε κάποτε ότι τα παραμύθια του δεν απευθύνονται σε ανήλικο κοινό. Τα ίδια τα κείμενα δείχνουν πως, ακόμα και αν υπήρξαν σε μια αρχική προφορική μορφή, σίγουρα υπέστησαν εκ των υστέρων σημαντική επεξεργασία… Το πλέον πιθανό και τα δύο να ισχύουν…
Εν κατακλείδι, ο Μ.Κ. τοποθετεί την ιστορική και τη λογοτεχνική αξία τους σε μια πρόταση: Σε κάθε περίπτωση, αξίζει να σκεφτούμε το πότε γραφτήκανε αυτά τα παραμύθια και αν μέχρι εκείνη την περίοδο είχε κανείς επώνυμος και ταλαντούχος συγγραφέας γράψει έργα στηριγμένα στη δομή κειμένων που χρησιμοποιούσαν την με παιδική ματιά ανάγνωση του κόσμου.
(Όλο το κείμενο στο: https://www.oanagnostis.gr/paramythia-ton-stiven-kingk-ton-oskar-oyailnt/ )
28.10.26
Χώρισέ με ΑΕ και ΣΙΑ του Τριστάν Πετιζιράρ
Το μπουλβάρ υπήρξε –και εξακολουθεί να υπάρχει– ως ένας τρόπος να παρατηρεί το θέατρο τις ρωγμές της αστικής ζωής μέσα από τις ερωτικές της περιπλοκές. Πίσω από τις παρεξηγήσεις, τις απιστίες και τις ανατροπές, μπορεί κανείς να διακρίνει την απόσταση ανάμεσα στην κοινωνική ευπρέπεια και στην ιδιωτική επιθυμία.
Στο Χώρισέ με ΑΕ και ΣΙΑ του Τριστάν Πετιζιράρ (Tristan Petitgirard), που παρουσιάστηκε στο Παρίσι το 2015 με τον τίτλο Rupture à domicile (Χωρισμός κατ’ οίκον), το θεατρικό αυτό είδος καταγράφει μια σύγχρονη συνήθεια: την ανάθεση ακόμη και των πιο προσωπικών μας υποθέσεων σε απρόσωπους μεσολαβητές – το 2015 σε πολλών κατηγοριών επαγγελματίες, σήμερα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Ο Ερίκ, λοιπόν, αναλαμβάνει να ανακοινώνει χωρισμούς για λογαριασμό όσων αδυνατούν να αντιμετωπίσουν οι ίδιοι τον/τη σύντροφό τους. Μέχρι που μια ανάθεση τον φέρνει μπροστά στη γυναίκα που κάποτε τον εγκατέλειψε χωρίς εξηγήσεις.
Η αφετηρία προσφέρεται για κωμικές καταστάσεις. Προσφέρεται όμως και για μια παρατήρηση πάνω στη συναισθηματική ανασφάλεια ανθρώπων που επιθυμούν να ελέγχουν την εικόνα τους, δυσκολεύονται να αναγνωρίσουν τις ανάγκες τους και αποφεύγουν το κόστος των αποφάσεών τους. Ο χωρισμός –το 2015– γίνεται υπηρεσία και η ατομική ευθύνη αποκτά τιμοκατάλογο. Εκείνος που πληρώνει, ελπίζει πως θα απαλλαγεί μαζί από τη σχέση και από την ενοχή. Το συναίσθημα υποτάσσεται στη λογική μιας συναλλαγής, ενώ η οδυνηρή συνάντηση με τον άλλον αντιμετωπίζεται ως δυσάρεστη εκκρεμότητα προς διεκπεραίωση. Και ο δρόμος για την αποστασιοποιημένη ηλεκτρονική επικοινωνία ξεκινά.
Πιστεύω πως το 2015 έχει σημασία ως χρονικό σημείο αυτής της θεατρικής παρατήρησης. Όσοι γεννήθηκαν προς τα τέλη της δεκαετίας του ’80 και στις αρχές του ’90, πέρασαν στην ενήλικη ζωή διαμορφώνοντας τις σχέσεις τους μέσα σε ένα περιβάλλον διαρκώς αυξανόμενης ψηφιακής επικοινωνίας. Χωρίς να χρειάζεται να αποδώσουμε στους ήρωες του έργου συγκεκριμένες χρονολογίες γέννησης, μπορούμε να αναγνωρίσουμε στη συμπεριφορά τους αγωνίες οικείες σε αυτή τη γενιά: την ανάγκη διαρκούς επιβεβαίωσης, τον φόβο της απόρριψης, τη δυσκολία να δεσμευτεί κανείς όταν φαντάζεται πως κάπου τον περιμένει μια καλύτερη επιλογή. Η ευκολία της επικοινωνίας συνυπάρχει με την αδυναμία της εξομολόγησης. Ο άλλος γίνεται συχνά αποδέκτης της εικόνας μας, ενώ η δική του ευάλωτη παρουσία μάς ενοχλεί, επειδή απαιτεί ανταπόκριση.
Ο Πετιζιράρ αξιοποιεί το ερωτικό τρίγωνο για να αποσταθεροποιήσει τις βεβαιότητες των προσώπων του. Ο επαγγελματίας διαχειριστής των χωρισμών κουβαλά τη δική του εγκατάλειψη. Εκείνος που αποφάσισε να φύγει, αμφιταλαντεύεται. Η γυναίκα γύρω από την οποία οργανώνεται η σύγκρουση συμμετέχει και η ίδια στην κυκλοφορία των υπεκφυγών. Κανείς δεν κατορθώνει να κρατήσει για πολύ την προνομιακή θέση εκείνου που γνωρίζει, αποφασίζει και ελέγχει. Κι έτσι, η πλοκή γίνεται, λες, ένα παιχνίδι που εκθέτει διαδοχικά τις αντιφάσεις όλων.
Η αποτελεσματικότητα ενός τέτοιου έργου εξαρτάται από το αν οι ήρωες διατηρούν ανθρώπινο βάρος κάτω από τις ατάκες τους.
Στην ελληνική παράσταση, στο Θέατρο Θησείον, η Κόρα Καρβούνη, στην πρώτη της σκηνοθετική δουλειά, προσεγγίζει το έργο μέσα από τη μετάφραση (ίσως και ελεγχόμενη διασκευή) του Αντώνη Γαλέου, με ερμηνευτές τον Μιχάλη Συριόπουλο, τη Βάσω Καβαλλιεράτου και τον Στάθη Κόικα (αξιοθαύμαστη η σκηνική ετοιμότητα και των τριών). Τα σκηνικά και τους φωτισμούς υπογράφει η Ζωή Μολυβδά Φαμέλη, τη χορογραφία η Φαίδρα Σούτου και τη μουσική ο Φοίβος Δεληβοριάς.
Η πλοκή γίνεται, λες, ένα παιχνίδι που εκθέτει διαδοχικά τις αντιφάσεις όλων.
Η σκηνοθετική ματιά επιδιώκει να δώσει σωματική μορφή στην ανερμάτιστη συναισθηματική συμπεριφορά των ηρώων. Οι συχνές σπασμωδικές κινήσεις των τριών ερμηνευτών αποτυπώνουν την ασυμφωνία ανάμεσα σε όσα αισθάνονται, σε όσα δηλώνουν και σε όσα επιχειρούν να αποκρύψουν. Τα σώματα προδίδουν την ταραχή που ο λόγος προσπαθεί να τακτοποιήσει. Η κινησιολογική υπερβολή γίνεται έτσι έκφραση ανθρώπων χωρίς σταθερό εσωτερικό προσανατολισμό, έτοιμων να αλλάξουν στάση μόλις αισθανθούν πως απειλούνται.
Ανάλογα λειτουργούν και οι ενδυματολογικές επιλογές. Οι συνεχείς αλλαγές των εντυπωσιακών και προκλητικών ενδυμασιών της ηρωίδας παραπέμπουν σε μια αδιάκοπη ανακατασκευή της εικόνας της: διαφορετικές εμφανίσεις, διαφορετικές υποσχέσεις για το ποια είναι και για το πώς θέλει να την επιθυμούν. Οι άντρες, με τα ουδέτερα κοστούμια στελεχών του ανώτερου επαγγελματικού κόσμου, μοιάζουν προστατευμένοι μέσα στη στολή της κοινωνικής τους επάρκειας. Η ομοιομορφία τους υποδηλώνει μια άλλη εκδοχή αλλοτρίωσης: διαθέτουν τους κώδικες της επαγγελματικής συμπεριφοράς και τους μεταφέρουν αμήχανα στην ερωτική ζωή.
Ακολουθώντας τη χωρική υπόδειξη του γαλλικού τίτλου, Rupture à domicile, η Καρβούνη μετατρέπει το «κατ’ οίκον» σε εικόνα εσωτερικού εγκλεισμού. Το σχοινί που περικλείει τον χώρο της δράσης του τέλους οριοθετεί και τον μικρόκοσμο όπου παγιδεύονται οι ήρωες. Μέσα του μετακινούνται, συγκρούονται, διεκδικούν, χωρίς να κατορθώνουν να εξέλθουν από την εγωκεντρική τους ατομικότητα. Ο κοινός χώρος φιλοξενεί τρεις μοναχικές επικράτειες. Το συναίσθημα παραμένει εγκιβωτισμένο στην ανάγκη του καθενός να προστατεύσει τον εαυτό του.
Ένα πιθανό άνοιγμα σε αυτή την περίκλειστη συνθήκη προσφέρει ο «Καθρέφτης» του Φοίβου Δεληβοριά. Η σκηνοθέτις εντάσσει στη μεταφρασμένη σκηνική εκδοχή αρχικά στίχους του και στη συνέχεια ολόκληρο το τραγούδι, δημιουργώντας μια διαδρομή από την αποσπασματική νύξη προς μια πληρέστερη δυνατότητα αναγνώρισης. Ο καθρέφτης, που συνδέεται με την προσήλωση στην εικόνα μας, μπορεί να γίνει και τόπος μιας δυσάρεστης συνάντησης με τον εαυτό. Η παρουσία του τραγουδιού αφήνει ένα παράθυρο αυτογνωσίας: ίσως οι ήρωες μπορέσουν κάποτε να αναγνωρίσουν τη δική τους συμμετοχή στο αδιέξοδο. Να κοιτάξουν πέρα από την εικόνα που υπερασπίζονται και να αντέξουν εκείνο που θα δουν.
https://diastixo.gr/allestexnes/theatro/27524-xorise-me-27102026
(845 λέξεις)
27.10.26
"Ο μυστηριώδης ένοικος και άλλες ιστορίες"
Η γοτθική λογοτεχνία είναι ένα είδος αφήγησης που δημιουργεί αγωνία και φόβο, φέρνοντας τους ήρωες των έργων που την υπηρετούν αντιμέτωπους με το μυστήριο, το υπερφυσικό ή με σκοτεινές όψεις της ανθρώπινης ψυχής. Συχνά χρησιμοποιεί παλιά κτίρια και κρυμμένα μυστικά, όμως το ουσιαστικό της γνώρισμα είναι πως μετατρέπει το γνώριμο σε απειλητικό.
Η γοτθική παράδοση
Η γοτθική λογοτεχνία δεν υπήρξε ποτέ μόνο μια σειρά από φαντάσματα και ερειπωμένα κτίρια. Πίσω από τις αυτές τις λίγο πολύ γνώριμες εικόνες, βρισκόταν η υποψία πως ο κόσμος δεν είναι τόσο σταθερός όσο θέλουμε να πιστεύουμε· πως ένα κλειστό δωμάτιο, μια κληρονομιά, ακόμη και μια σχέση αγάπης μπορεί να κρύβουν κάτι απειλητικό. Γι’ αυτό και συνεχίζει να γράφεται. Οι πύργοι μπορεί να έγιναν διαμερίσματα, οι παλιοί οικογενειακοί όρκοι να έδωσαν τη θέση τους σε σημερινές μορφές ενοχής και καταπίεσης, ο φόβος όμως εξακολουθεί να γεννιέται τη στιγμή που το οικείο παύει να μας καθησυχάζει.
Ο Λε Φανού ξέρει πως ένας θόρυβος από το διπλανό δωμάτιο μπορεί να ταράξει περισσότερο από την καθαρή θέα ενός φαντάσματος.
Μέσα σε αυτή την παράδοση, ο Σέρινταν Λε Φανού κατέχει μια ιδιαίτερη, θεμελιώδη θέση: συνέβαλε αποφασιστικά στη διαμόρφωση της νεότερης ιστορίας φαντασμάτων. Βέβαια, και πριν από τον από αυτόν υπήρχε ήδη μια πλούσια γοτθική λογοτεχνία. Στα τέλη του 18ου αιώνα, Το κάστρο του Οτράντο του Χόρας Ουόλπολ άνοιξε τον δρόμο σε ιστορίες με παλιούς πύργους, οικογενειακά μυστικά και γεγονότα που ανέτρεπαν την τάξη του φυσικού κόσμου. Ακολούθησαν τα μυθιστορήματα της Αν Ράντκλιφ, όπως Τα μυστήρια του Ουντόλφο, όπου ο τρόμος συνυπήρχε με την αγωνία και το μυστήριο· Ο καλόγερος του Μάθιου Λούις έδωσε στο είδος μια βιαιότερη όψη, ενώ ο Φρανκενστάιν της Μέρι Σέλεϊ το οδήγησε και προς ένα άλλο ερώτημα: τι συμβαίνει όταν ο ίδιος ο άνθρωπος δημιουργεί εκείνο που κατόπιν φοβάται;
Η περίπτωση του Σέρινταν Λε Φανού
Όπως συνειδητοποιούμε διαβάζοντας τη συλλογή Ο μυστηριώδης ένοικος και άλλες ιστορίες, ο Σέρινταν Λε Φανού δεν εγκατέλειψε τα υλικά των προκατόχων του. Τα έφερε, όμως, πιο κοντά στον άνθρωπο και στην καθημερινή του ζωή. Το υπερφυσικό δεν εισβάλλει πάντοτε με εντυπωσιακό τρόπο στις αφηγήσεις του. Συχνότερα εμφανίζεται σαν μια μικρή μετατόπιση των πραγμάτων, που πρώτα μας κάνει να αμφιβάλλουμε για όσα είδαμε και ύστερα για όσα γνωρίζαμε – ένα σπίτι δεν είναι πια ασφαλές, ένα πρόσωπο που εμπιστευτήκαμε αποκτά μια άγνωστη όψη, ένα γεγονός του παρελθόντος επιμένει να ζητά τη θέση του ανάμεσα στους ζωντανούς.
«Το φως έπεσε πάνω του. Φορούσε ένα μακρύ, κακοραμμένο πανωφόρι, κουμπωμένο από πάνω μέχρι κάτω, που ζάρωνε και τύλιγε την αδύνατη σιλουέτα του*το καπέλο του δεν ήταν και της καλύτερης ποιότητας, με το γείσο του μάλλον φαρδύ* κάτι σαν λευκό μάλλινο κασκόλ τύλιγε το κάτω μέρος του προσώπου του κι ένα ζευγάρι πράσινα γυαλιά, που προεξείχαν σαν μάσκα προστασίας, δεμένα με δέρμα, έκρυβαν εντελώς τα μάτια του* τίποτε από τον ίδιο τον άνθρωπο δεν φαινόταν» (σελ. 75).
Τα οχτώ διηγήματα της συλλογής (η ανθολόγηση και η μετάφρασή τους, καθώς και ο κατατοπιστικότατος πρόλογος υπογράφονται από τον Γιώργο Θάνο) φανερώνουν τις διαφορετικές δυνατότητες αυτής της ιδιάζουσας λογοτεχνικής εξιστόρησης. Στον «Ζωγράφο Σάλκεν», για παράδειγμα, η σκοτεινή εξέλιξη μιας ερωτικής ιστορίας αρχίζει όταν μια νεαρή γυναίκα αντιμετωπίζεται σαν περιουσιακό στοιχείο. Στις «Παράξενες διαταραχές στην οδό Όνγκερ», το σπίτι, ο κατεξοχήν χώρος προστασίας, γίνεται πηγή ανησυχίας. Ενώ στο «Παιδί που έφυγε με τις νεράιδες», η γοητεία του παραμυθιού αφήνει να φανεί η οδύνη της απώλειας. Όπως βέβαια και τα διηγήματα «Το φάντασμα της Μαντάμ Κρόουλ», «Ο μυστηριώδης ένοικος» και «Το όνειρο του μεθυσμένου» μάς οδηγούν και αυτά σε κόσμους όπου όσα είχαν αποσιωπηθεί επιστρέφουν με μια μορφή απρόσμενη. Αντίθετα, στα διηγήματα «Σπαλάτρο» και «Ο αστρολόγος Μπορρομέο», οι παλαιότερες γοτθικές συμβάσεις προβάλλουν πιο έντονα. Η συλλογή επιτρέπει έτσι να δούμε τον Λε Φανού όχι σαν έναν συγγραφέα με μία μόνο μέθοδο, αλλά σαν κάποιον που δοκιμάζει διαφορετικούς δρόμους πορείας προς το σκοτάδι.
Ο Λε Φανού έχει και στο παρελθόν μεταφραστεί στα ελληνικά, αν και όχι με όλα τα πλέον χαρακτηριστικά έργα του. Αλλά η νέα αυτή εμφάνισης ενός θεμελιωτή της λογοτεχνίας του φανταστικού και του τρόμου, θέτει και το ερώτημα του κατά πόσο μπορεί να συνομιλήσει σήμερα σε έναν φανατικό αναγνώστη του είδους. Είναι γεγονός πως ορισμένα διηγήματα απαιτούν υπομονετική ανάγνωση, μιας και ο ρυθμός τους είναι βραδύτερος από εκείνον στον οποίο μας έχουν συνηθίσει πολλές σύγχρονες ιστορίες τρόμου, ενώ κάποιες προτάσεις τους φανερώνουν τα ήθη παλαιοτέρων εποχών. Όμως, μια ιδιότυπη δυναμική υπάρχει και βρίσκεται ακριβώς στον χρόνο που αφήνει στην ανησυχία να μεγαλώσει. Ο Λε Φανού ξέρει πως ένας θόρυβος από το διπλανό δωμάτιο μπορεί να ταράξει περισσότερο από την καθαρή θέα ενός φαντάσματος.
Ίσως εδώ βρίσκεται και ένας λόγος που η γοτθική λογοτεχνία εξακολουθεί να έχει τόσο αφοσιωμένους αναγνώστες. Μας επιτρέπει να πλησιάσουμε μέσα από μια ιστορία τον θάνατο, την ενοχή, την απώλεια, χωρίς να μας προσφέρει την ψευδαίσθηση πως μπορούμε να τα εξηγήσουμε όλα. Ο κόσμος γύρω από τον Λε Φανού άλλαξε, όπως άλλαξαν και οι τρόποι με τους οποίους αφηγούμαστε τον φόβο. Εκείνη όμως η μισάνοιχτη πόρτα, που δεν θυμόμαστε να αφήσαμε ανοιχτή, παραμένει στη θέση της.
Bookpress 1/10/2026
670 λέξεις
25.10.26
Αργύρης Κόσκορος «Παρερμηνείες»
Αργύρης Κόσκορος
«Παρερμηνείες»
Μικροδιηγήματα
Εκδόσεις Θράκα
Πιστεύω πως οι μύθοι εξακολουθούν να ζουν όσο οι συγγραφείς ανακαλύπτουν μέσα τους καινούργια ερωτήματα. Οι ήρωες και τα γεγονότα τους έχουν διασχίσει τους αιώνες επειδή κάθε εποχή αναγνώρισε σε αυτά κάτι από τις δικές της αγωνίες. Έχοντας και ο ίδιος κατά καιρούς επιστρέψει σε μυθολογικά πρόσωπα, αντιμετωπίζω με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τις σύγχρονες επανατοποθετήσεις τους. Με ενδιαφέρει κυρίως αν η διαφορετική ματιά κατορθώνει να φωτίσει μια ανθρώπινη συνθήκη που η εξοικείωσή μας με τον μύθο μάς είχε εμποδίσει να προσέξουμε.
Αυτό το ενδιαφέρον μού προκάλεσαν οι ‘Παρερμηνείες’ του Αργύρη Κόσκορου, από τις Εκδόσεις Θράκα. Μικρά πεζά, κάποτε ελάχιστων γραμμών, τα οποία συνομιλούν με την αρχαία μυθολογία και την Ιστορία, αναζητώντας πίσω από τα παραδεδομένα γεγονότα τις επιθυμίες, τους φόβους και τις σχέσεις εξουσίας που μπορεί να τα διαμόρφωσαν. Ο τίτλος διαθέτει μια εύστοχη ειρωνεία: εκείνο που χαρακτηρίζεται παρερμηνεία ίσως είναι μια δυνατότητα κατανόησης την οποία η επικρατέστερη αφήγηση άφησε στο σκοτάδι.
Στη «Φυγή», για παράδειγμα, η Ευρώπη πλησιάζει τον ταύρο επιθυμώντας να γνωρίσει από κοντά τη θεϊκή ομορφιά. Η εξέλιξη είναι γνωστή, αλλά ο συγγραφέας στέκεται στην απόσταση ανάμεσα στη δική της πρόθεση και σε όσα ακολούθησαν. Το πρόσωπο που έχουμε συνηθίσει να αναγνωρίζουμε μέσα από την αρπαγή του αποκτά μια προηγούμενη, προσωπική επιθυμία. Και αυτή η επιθυμία μάς καλεί να αναλογιστούμε πόσο συχνά η ζωή κάποιου περιγράφεται αποκλειστικά μέσα από τις πράξεις εκείνου που τον εξουσίασε.
Στο ακόμη συντομότερο «Ακταίων και Άρτεμις», η θεά αποδίδει τη δική της δικαιοσύνη. Η λακωνικότητα οξύνει το ερώτημα για το ποιος ορίζει την παράβαση και ποιος διαθέτει τη δύναμη να επιβάλει την τιμωρία – Όταν έστειλε τα λαγωνικά της να τον κατασπαράξουν, δεν του κρατούσε καμιά κακία. Το έκανε γι’ αντιστάθμισμα. Πριν από λίγο είχε την ευτυχία να τη δει γυμνή. Το λες αλλιώς δικαιοσύνη.
Ενώ στο «Περί σωτηρίας», η συνάντηση της εμπειρίας του Οδυσσέα με εκείνη του Ορφέα αποκαλύπτει την τραγική απόσταση ανάμεσα στη γνώση ενός κινδύνου και στη δυνατότητα να προφυλαχθεί κανείς από αυτόν. Η ομορφιά που απειλεί να αφανίσει τον άνθρωπο μπορεί συγχρόνως να είναι εκείνη που δίνει νόημα στη ζωή του.
Ανάλογη οξυδέρκεια χαρακτηρίζει τη «Νήσο μακάρων». Οι θεοί εγκαταλείπουν την ευτυχισμένη πολιτεία των θνητών, επειδή αδυνατούν να ανεχθούν την ανθρώπινη ευδαιμονία. Και στον νέο τους τόπο, η μεταθανάτια τάξη αναπαράγει τις γνωστές ιεραρχίες: οι κατακτητές αναλαμβάνουν και πάλι να κρίνουν τα όπλα. Η ειρωνεία αποκτά σαφές πολιτικό βάρος. Ακόμη και η υπόσχεση ενός άλλου κόσμου μπορεί να οργανωθεί από εκείνους που κυριάρχησαν στον προηγούμενο.
Η «Αρχαιολογία», πάλι, με συγκίνησε για τη διακριτική της τρυφερότητα. Μπροστά στην εξαφάνιση ενός ολόκληρου κόσμου, η Δήμητρα ανακαλύπτει σε έναν σύντομο επιτύμβιο αποχαιρετισμό όσα κινδυνεύουν να χαθούν. Η ανθρώπινη αγάπη γίνεται το μικρό θραύσμα που μπορεί να συγκρατήσει τη μνήμη μιας ζωής. – Αφού κατάφερε ένας ολάκερος κόσμος να χωρέσει σε δυο λέξεις πριν να χωθεί στο χώμα, ίσως κάποτε κι απ’ τις λέξεις αυτές να ξαναβλαστήσει.
Η ποιητικότητα γεννιέται από την ίδια την επιλογή της εικόνας και από το βάρος που αποκτούν οι λιγοστές λέξεις.
Αυτή θεωρώ και ουσιαστική αρετή της γραφής του Κόσκορου: ξέρει να επιλέγει τη στιγμή στην οποία θα σταθεί. Η έκταση των κειμένων επιτρέπει στη λεπτομέρεια να αναλάβει μεγάλο αφηγηματικό φορτίο, ενώ η ειρωνεία συνυπάρχει με τη μελαγχολία και την ευαισθησία. Ο αναγνώστης καλείται να συνεχίσει μέσα του τη σκέψη που το κείμενο έχει θέσει σε κίνηση.
Έναν μόνο ενδοιασμό θα κατέθετα, σχετικό με την εκδοτική φροντίδα. Ορισμένα πρόσωπα και περιστατικά ενδέχεται να μην είναι γνωστά στον μέσο αναγνώστη. Σύντομες σημειώσεις στο τέλος του βιβλίου θα του επέτρεπαν να αναγνωρίσει πληρέστερα την αφετηρία και, επομένως, τη σημασία της συγγραφικής μετατόπισης. Θα υποστήριζαν έτσι τη συνάντησή του με κείμενα που μας προσκαλούν να ξανακοιτάξουμε τους μύθους — και, μέσα από αυτούς, τις δικές μας βεβαιότητες.
Περί Ου 25/10/2026
(622 λέξεις)
22.10.26
'Το 33' - 37 χρόνια μετά...
Το μυθιστόρημά μου για μεγάλα παιδιά και νέους «Το 33» κυκλοφόρησε το 1989. Στην ουσία ήταν η πρώτη μου συνεργασία με τις Εκδόσεις Πατάκη (είχε προηγηθεί η συλλογή θεωρητικών κειμένων μου «Απόψεις για την Παιδική Λογοτεχνία»).
«Το 33» αναπτύσσει μια ιστορία που αφορά ένα διαζύγιο. Μιλάνε σε πρώτο πρόσωπο και τα δυο μέλη του ζευγαριού, αλλά και τα δυο παιδιά τους. Ο καθένας καταθέτει τις δικές του απόψεις για το πως δημιουργήθηκε το πρόβλημα, αλλά και για το ποια λύση προτιμά ο καθένας τους να εφαρμοστεί.
Παράλληλα, ο συγγραφέας του έργου -εγώ δηλαδή- μπαίνει μέσα στην όλη εξέλιξη της υπόθεσης, ακριβώς όπως ένας συγγραφέας ελέγχει το υλικό του για το που θέλει να το οδηγήσει.
Στην ουσία γράφοντας αυτό το έργο θέλησα να φωτίσω το θέμα της ελεύθερης -από ένα σημείο και μετά- βούλησης των ηρώων ενός μυθιστορήματος, αλλά και την ανάγκη του ίδιου του δημιουργού του να κρατά εκείνος τον πλήρη έλεγχο.
Όμως κάθε βιβλίο όταν διαβάζεται ‘επανεγγράφεται’ από τον αναγνώστη του. Και αυτός τελικά -ίσως- να δίνει και το οριστικό τέλος της αφηγούμενης υπόθεσης.
Έτσι, λοιπόν, εγώ ο συγγραφέας του έργου, δεν αποφάσισα ποιο θα είναι το τέλος -αν , δηλαδή, θα υπάρξει ή όχι διαζύγιο- κράτησα μόνο την επιλογή του τίτλου, άλλα άφησα κενές τις δυο τελευταίες σελίδες του βιβλίου για να τις συμπληρώσει ο κάθε αναγνώστης.
Στην ουσία το μυθιστόρημα αναζήτησε ένα τρόπο μυθιστορηματικής ενσάρκωσης λογοτεχνικών θεωριών. Και αυτό το 1989! Μια εποχή όπου η ανανέωση της ελληνικής παιδικής και εφηβικής λογοτεχνίας έφτανε στο ζενίθ της.
Δύσκολο εγχείρημα, το μυθιστόρημα ξάφνιασε, προβλημάτισε, άλλους τους ενθουσίασε, άλλους τους κράτησε απ΄ έξω.
Προσωπικά το θεωρώ από τα πλέον σημαντικά μου έργα -είμαι από τους συγγραφείς εκείνους που αναζητούν συνεχώς νέες αφηγηματικές τεχνικές.
Μέχρι σήμερα έχουν πουληθεί γύρω στα 22.000 αντίτυπα. Τα τελευταία χρόνια ελάχιστοι το ανακαλύπτουν.
Οπότε με ξάφνιασε ιδιαίτερα και πολύ χαρά μου χάρισε το μήνυμα μιας αναγνώστριας.
Διαβάστε το -έτσι για να γίνει κατανοητό το πως μπορεί να επικοινωνεί ένα ‘παιδικό’ λογοτεχνικό κείμενο με έναν ενήλικο και να καταφέρνει να του επαναφέρει σκέψεις και συναισθήματα που ως παιδί βίωνε και ίσως ήθελε με κάποιο τρόπο να τα κατανοήσει.
Τελικά -και για μια ακόμα φορά- επιβεβαιώνεται πως η γνήσια λογοτεχνική προσέγγιση ενός θέματος δεν έχει ηλικιακούς περιορισμούς ως προς τον αποδέχτη της.
ΥΓ1: Υπόχρεος στην αναγνώστρια (κρατώ την ανωνυμία της) για την χαρά που μου πρόσφερε.
ΥΓ2: Το εξώφυλλο το είχε κι αυτό εγώ δημιουργήσει.
Αγαπητέ κ.Κοντολέων,
Αποφάσισα πριν λίγες μέρες να ξεκινησω να διαβάζω βιβλία που πάνε χρόνια από ράφι σε ράφι χωρίς να διαβαστούν αφού οι γονείς μου, άσχημα χωρισμένοι από το 2004, είχαν μια πλούσια βιβλιοθήκη που είχε ξεμείνει σε κάποιο σπίτι της οικογένειας. Τα μάζεψα λοιπόν και ξεκίνησα με το δικό σας , το 33.
Με κάνατε να γυρίσω πίσω 20 χρόνια. Πολλές φορές βρέθηκα σε θέση να μην μπορώ να εξηγήσω πως ήταν εκείνη η περίοδος του διαζυγίου , πως αισθανόμασταν εγώ και η αδερφή μου, πως βιώναμε αυτή την τεράστια αλλαγή . Αν ήξερα πως υπήρχε το βιβλίο σας σπίτι μου θα το κουβαλούσα μαζί μου να τους το δίνω κάθε φορά που δεν έβγαιναν τα δικά μου λόγια .
Τέλος πάντων, απλά ήθελα να σας πω πως κάτι που γράψατε πολλά χρόνια πριν, με έκανε να κλαίω σήμερα. Όχι απαραίτητα από λύπη , από νοσταλγία, από αναμνήσεις όπως θέλετε πείτε το.
Ελπίζω να είστε υγιής και ευτυχισμένος
Σας ευχαριστώ
😁
Ετικέτες
Για μένα και τα βιβλία μου,
Συναντήσεις
17.10.26
Vanessa Springora “Συναίνεση”
Vanessa Springora
“Συναίνεση”
Μετάφραση: Γιώργος Κωνσταντίνος Μιχαηλίδης
Εκδόσεις Μετρονόμος
Το κίνημα το me too έχει καταγραφεί πλέον και στην λογοτεχνική παραγωγή δίνοντας μια άλλη διάσταση -να την χαρακτηρίσω περισσότερο πολιτική;- στην εξιστόρηση των παιδικών και εφηβικών αναμνήσεων.
Η λογοτεχνία, βέβαια, ανέκαθεν επέστρεφε στην παιδική και την εφηβική ηλικία, αναζητώντας εκεί τις πρώτες επιθυμίες, τις διαψεύσεις και τα τραύματα που θα συνόδευαν στη συνέχεια τον ενήλικο άνθρωπο. Όταν όμως εκείνος που γράφει υπήρξε ο ίδιος το παιδί του οποίου την εμπειρία κάποιος άλλος είχε ήδη αφηγηθεί, τότε η επιστροφή αποκτά μια ιδιαίτερη σημασία — γίνεται διεκδίκηση του δικαιώματος να ορίσει ο ίδιος τα όσα έζησε, να τα ονομάσει με τις δικές του λέξεις.
Αυτό το δικαίωμα διεκδικεί η Βανεσά Σπρινγκορά με τη ‘Συναίνεση’, γράφοντας το αυτοβιογραφικό αφήγημα που κυκλοφόρησε στη Γαλλία το 2020 και μεταφράστηκε μετά από 5 χρόνια στα ελληνικά από τον Γιώργο Κωνσταντίνο Μιχαηλίδη για τις εκδόσεις Μετρονόμος.
Η συγγραφέας καταγράφει τη σχέση της, όταν ήταν δεκατεσσάρων ετών, με τον σαρανταεννιάχρονο τότε Γκαμπριέλ Ματζνέφ, έναν συγγραφέα που το λογοτεχνικό του κύρος και η αποδοχή του από μέρος της γαλλικής διανόησης του επέτρεπαν να παρουσιάζει την εκμετάλλευση ανηλίκων ως έκφραση μιας ασυμβίβαστης ερωτικής ελευθερίας.
Ο τίτλος του βιβλίου μάς οδηγεί στην πιο παραπλανητική πλευρά αυτής της εμπειρίας. Το κορίτσι αισθανόταν ερωτευμένο, πίστευε πως είχε επιλεγεί, πως ένας σημαντικός άνθρωπος αναγνώριζε τη μοναδικότητά του. Και ακριβώς αυτή η πίστη μπορούσε να το κρατά αιχμάλωτο, καθώς η ανάγκη για στοργή και επιβεβαίωση συναντούσε έναν ενήλικο που ήξερε να την αξιοποιεί.
Η Σπρινγκορά, λοιπόν, εξετάζει -βασισμένη στην προσωπική της ιστορία- τη χειραγώγηση μέσα από τη δύσκολη θέση ενός παιδιού που θεωρούσε πως συναινούσε.
Η αναγνώριση της εφηβικής επιθυμίας απαιτεί σεβασμό προς τον νέο άνθρωπο, προς τις αναζητήσεις και τα συναισθήματά του. Απαιτεί όμως και επίγνωση της ευθύνης εκείνου που, λόγω ηλικίας, εμπειρίας ή κοινωνικής θέσης, διαθέτει τη δύναμη να κατευθύνει αυτές τις αναζητήσεις. Το ότι ένας έφηβος αγαπά δεν απαλλάσσει τον ενήλικο από την ευθύνη για όσα κάνει με αυτή την αγάπη. Και η ελευθερία, όταν προβάλλεται χωρίς να εξετάζονται οι πραγματικές δυνατότητες των δύο προσώπων να επιλέξουν, κινδυνεύει να υπηρετήσει εκείνον που ήδη εξουσιάζει.
Η αφήγηση ανοίγεται έτσι προς μια ευρύτερη κοινωνική κριτική. Γύρω από το κορίτσι υπήρχαν ενήλικοι, υπήρχε ένα πνευματικό περιβάλλον που γνώριζε ή μπορούσε να γνωρίζει, υπήρχε η αίγλη ενός δημιουργού που λειτουργούσε ως προστασία. Η ανοχή προς τον Ματζνέφ αποκαλύπτει πόσο εύκολα η υπεράσπιση της καλλιτεχνικής ελευθερίας μπορεί να συνυπάρξει με την αδιαφορία για έναν ευάλωτο άνθρωπο. Η ευθύνη βαραίνει και όσους πρόσφεραν, με την αποδοχή ή τη σιωπή τους, το έδαφος πάνω στο οποίο η κακοποίηση μπορούσε να συνεχίζεται.
Η λογοτεχνική δύναμη του βιβλίου συνδέεται με μια νηφάλια γραφή. Ο συγγραφικός λόγος μας επιτρέπει να παρακολουθήσουμε τη σύγχυση, την εξάρτηση, τη δυσκολία αναγνώρισης της βίας μέσα σε όσα είχαν βιωθεί ως έρωτας.
Η ενήλικη γυναίκα που συγγράφει σκύβει πάνω στην έφηβη που υπήρξε και προσπαθεί να καταλάβει πώς εκείνη έβλεπε τον κόσμο. Αυτή η απόσταση ανάμεσα στο βίωμα και στην κατοπινή κατανόησή του ,δίνει στην αφήγηση ένα αξιοσημείωτο βάθος της.
Υπάρχει, άλλωστε, και η παρουσία της ίδιας της λογοτεχνίας μέσα στην κακοποίηση. Ο Ματζνέφ μετέφερε τη σχέση στα γραπτά του, παρατείνοντας την εξουσία του πάνω στην ιστορία της κοπέλας ακόμη και μετά τον χωρισμό τους. Η Σπρινγκορά, γράφοντας τη δική της εκδοχή, παρεμβαίνει σε αυτή τη διάρκεια της αιχμαλωσίας. Διεκδικεί την κατοχή του λόγου που για χρόνια κατείχε εκείνος.
Δεν θεωρώ πως η λογοτεχνική αξία αποτελεί πιστοποιητικό ηθικής αθωότητας, ούτε πως η κρίση ενός έργου εξαντλείται στη βιογραφία του δημιουργού του. Όταν όμως η ζωή ενός παιδιού γίνεται υλικό για την αυτοδικαίωση ενός ενηλίκου, οφείλουμε να ακούσουμε και τη φωνή που είχε παραμεριστεί. Η ‘Συναίνεση’ δίνει χώρο σε αυτή τη φωνή και μας καλεί να αναλογιστούμε πόσες φορές ο θαυμασμός προς έναν δημιουργό μάς εμποδίζει να δούμε τον άνθρωπο που υποφέρει δίπλα του.
Ως σημείωση και για μια πληρέστερη ενημέρωση του έλληνα αναγνώστη θα ήθελα να προσθέσω και τα παρακάτω στοιχεία:
Η έκδοση της ‘Συναίνεσης’ στη Γαλλία άλλαξε δραστικά και τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπιζόταν ο Ματζνέφ: ο συγγραφέας που επί δεκαετίες απολάμβανε αναγνώριση και βραβεύσεις, ενώ δημοσιοποιούσε τις σχέσεις του με ανηλίκους, βρέθηκε στο επίκεντρο δημόσιας κατακραυγής και ποινικής έρευνας, ενώ εκδοτικοί οίκοι διέκοψαν την εμπορική διάθεση έργων του.
Η μεταβολή αυτή μας υποχρεώνει να αναρωτηθούμε τι ήταν εκείνο που ως τότε επέτρεπε σε τόσους να γνωρίζουν και συγχρόνως να προσπερνούν όσα γνώριζαν, αλλά και πόσο διαφορετικά ακούγεται μια ιστορία όταν την αφηγείται ο άνθρωπος που υπέστη τις συνέπειές της.
Η απόφαση μιας γυναίκας να μιλήσει ύστερα από περισσότερα από τριάντα χρόνια χρειάζεται, πιστεύω, να αντιμετωπίζεται με σεβασμό προς τη δική της διαδρομή. Μπορεί να απαιτήθηκαν αυτά τα χρόνια για να αναγνωρίσει την κακοποίηση μέσα σε όσα κάποτε θεωρούσε αγάπη, να αποδεσμευτεί από την ενοχή, να αποκτήσει τις λέξεις και τη δύναμη να εκτεθεί δημόσια. Η χρονική απόσταση δεν αρκεί για να ακυρώσει μια μαρτυρία, όπως και η δημόσια συγκίνηση δεν υποκαθιστά τη διερεύνηση των γεγονότων. Το ερώτημα «γιατί τώρα;», όταν διατυπώνεται ως μομφή, μεταφέρει στη γυναίκα την υποχρέωση να απολογηθεί για τη σιωπή της, αφήνοντας στο περιθώριο εκείνους που τη διαμόρφωσαν. Και, τελικά, κανείς άλλος δεν δικαιούται να ορίσει πότε ένας άνθρωπος είναι έτοιμος να μιλήσει για το τραύμα του.
(865 λέξεις)
Βιβλιοδρόμιο, 17/10/2026
15.10.26
Συνέντευξη με την Τέσυ Μπάιλα για το librotime.com
O Μάνος Κοντολέων συγκαταλέγεται στους συγγραφείς των οποίων η λογοτεχνική σταδιοδρομία έχει συνδεθεί στενά με την ανάπτυξη της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας, ιδιαίτερα με την ανανέωση της παιδικής και εφηβικής λογοτεχνίας και την επέκταση των ορίων της προς το ενήλικο αναγνωστικό κοινό. Από την πρώτη του επίσημη εμφάνιση στην ελληνική λογοτεχνική σκηνή το 1969 και την έκδοση των πρώτων βιβλίων του το 1979 μέχρι σήμερα, έχει αναπτύξει ένα αξιοσημείωτα ποικίλο έργο που περιλαμβάνει περισσότερους από εβδομήντα τίτλους, όπως μυθιστορήματα, διηγήματα, παραμύθια, θεατρικά έργα και δοκίμια. Παράλληλα με τη δημιουργική του γραφή, η ενασχόλησή του με την λογοτεχνική κριτική, τη μετάφραση, τις εκδόσεις και τους μεγάλους πολιτιστικούς οργανισμούς αντανακλά μια μακροχρόνια και ουσιαστική δέσμευση στη λογοτεχνία. Σε όλη τη μυθοπλασία του, η αναζήτηση της ταυτότητας, η επιθυμία, η ελευθερία της προσωπικής επιλογής και η σχέση του ατόμου με την κοινωνία διαμορφώνουν ένα λογοτεχνικό σύμπαν στο οποίο οι χαρακτήρες καλούνται να αντιμετωπίσουν τόσο τις δυνάμεις που διαμορφώνουν τη ζωή τους όσο και την επιθυμία τους να τις ξεπεράσουν.
Η μακροχρόνια προσφορά του στη λογοτεχνία έχει αναγνωριστεί μέσω πολυάριθμων έγκριτων λογοτεχνικών βραβείων και διακρίσεων, τόσο στην Ελλάδα όσο και διεθνώς. Έχει λάβει τρία Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας, για το μυθιστόρημά του για νέους Μάσκα στο Φεγγάρι (1997), Πολύτιμα Δώρα (2009) και Η Μάσκα του Καπετάνιου (Η Μάσκα του Καπετάνιου), το οποίο έλαβε το Κρατικό Βραβείο Νεανικής Λογοτεχνίας το 2022. Οι διακρίσεις του περιλαμβάνουν επίσης βραβεία από το Ελληνικό Τμήμα της IBBY (Διεθνής Επιτροπή Βιβλίων για Νέους), ενώ το έργο του έχει κερδίσει αναγνώριση από διεθνείς οργανισμούς αφιερωμένους στην παιδική λογοτεχνία. Το 2024, έλαβε το Βραβείο Λογοτεχνικού Βιβλίου για Νέους Αναγνώστες από το περιοδικό Ο Αναγνώστης για το Ποτέ Πριν… (Ποτέ Πριν…). Ένα ιδιαίτερα σημαντικό ορόσημο στην λογοτεχνική του καριέρα ήταν η υποψηφιότητά του για το Βραβείο Χανς Κρίστιαν Άντερσεν του 2026, μια από τις πιο αναγνωρισμένες διεθνείς διακρίσεις στην παιδική και νεανική λογοτεχνία, η οποία έφερε για άλλη μια φορά το έργο του στην προσοχή της διεθνούς λογοτεχνικής κοινότητας.
Πέρα από αυτές τις θεσμικές διακρίσεις, αυτό που καθορίζει τη λογοτεχνική ταυτότητα του Κοντολέοντα είναι η διαρκής δέσμευσή του στην εξερεύνηση της ανθρώπινης φύσης μέσα από τις αντιφάσεις και τους εσωτερικούς της αγώνες. Στα βιβλία του, η παιδική ηλικία και η εφηβεία παραμένουν σε συνεχή διάλογο με την ενηλικίωση, ενώ η μυθολογία, η ιστορική εμπειρία και η σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα παρέχουν διαφορετικά σημεία εκκίνησης για την εξερεύνηση της ανθρώπινης κατάστασης. Από την Ιστορία ενός Ευνούχου και την Ερωτική Αγωγή μέχρι την Κασσάνδρα στη Μαύρη Άμμο και το πρόσφατο μυθιστόρημά του Τρίποντο και Πιρουέτα, το λογοτεχνικό του βλέμμα στρέφεται σε άτομα που διεκδικούν το δικαίωμα να ορίζουν τη ζωή τους, συχνά αψηφώντας τις κοινωνικές συμβάσεις και τους προκαθορισμένους ρόλους. Στις απαντήσεις του στη συνέντευξη που ακολουθεί, τονίζει ότι η κατανόηση ενός χαρακτήρα απαιτεί την αναγνώριση των κινήτρων και των αντιφάσεων του, ακόμη και όταν οι επιλογές του συγκρούονται με τις πεποιθήσεις του συγγραφέα. Αυτή η προσέγγιση στη μυθοπλασία αγκαλιάζει την πολυπλοκότητα της ανθρώπινης εμπειρίας και υποστηρίζει την ελευθερία της λογοτεχνικής έκφρασης.
Στη συζήτησή του με το LibroTimes, ο Μάνος Κοντολέων αναλογίζεται το λογοτεχνικό του ταξίδι και συζητά τη σχέση μεταξύ μνήμης και δημιουργικότητας, επιθυμίας και προσωπικής ελευθερίας, τη θέση της νεανικής λογοτεχνίας και τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει η σύγχρονη εκδοτική δραστηριότητα. Επίσης, εξετάζει τη σημασία της προστασίας του χρόνου που χρειάζεται ένα βιβλίο για να βρει τους αναγνώστες του και τη σημασία της ενίσχυσης της διεθνούς παρουσίας της ελληνικής λογοτεχνίας. Οι απαντήσεις του αποκαλύπτουν έναν συγγραφέα που συνεχίζει να αντιμετωπίζει κάθε νέο έργο ως μια απαιτητική συνάντηση με τη γλώσσα, τον χαρακτήρα και τα ερωτήματα που τον συνοδεύουν από την αρχή της δημιουργικής του ζωής. Για τον Κοντολέοντα, η γραφή παραμένει μια διαρκής εξερεύνηση της ανθρώπινης εμπειρίας, διαμορφωμένη από τα ερωτήματα που τον συνόδευσαν σε όλη τη λογοτεχνική του καριέρα και ανανεώνεται με κάθε ιστορία που επιλέγει να διηγηθεί.
Τέσι Μπάιλα
Η λογοτεχνική σας καριέρα εκτείνεται σε περισσότερες από πέντε δεκαετίες και περιλαμβάνει έργα που απευθύνονται σε διαφορετικές γενιές αναγνωστών. Αν ξαναεπισκεπτόσασταν τα πρώτα σας γραπτά σήμερα, θα αναγνωρίζατε σε αυτά τον συγγραφέα που έχετε γίνει ή θα συναντούσατε κάποιον που τώρα θα χρειαζόταν να γνωρίσετε ξανά από την αρχή; Τι πιστεύετε ότι έχει παραμείνει αμετάβλητο στην καρδιά της γραφής σας;
-Θα αναγνώριζα τον εαυτό μου, ακόμα κι αν υπάρχουν σελίδες που θα ήθελα να αναθεωρήσω σήμερα. Η χρονική απόσταση σε βοηθά να διακρίνεις τις αδυναμίες σου, αλλά και να δεις πόσο νωρίς εμφανίστηκαν οι ανησυχίες που εξακολουθούν να σε απασχολούν. Η αναζήτηση της ταυτότητας, της αγάπης, της συνάντησης με τον άλλον ήταν παρούσες στο γράψιμό μου από την αρχή. Δίπλα τους είναι η ανάγκη να βρω τη μορφή που θα επιτρέψει σε μια συγκεκριμένη ιστορία να αναπνεύσει με τον δικό της τρόπο. Έχω αλλάξει, φυσικά. Θα ανησυχούσα αν δεν το είχα κάνει. Αλλά εξακολουθώ να νιώθω μέσα μου το άτομο που έγραψε εκείνα τα πρώτα κείμενα. Άλλοτε τον διορθώνω, και άλλοτε μου θυμίζει μια τόλμη που κινδυνεύω να ξεχάσω.
-Έχετε γράψει ότι όταν νιώθετε αισιόδοξοι, γράφετε για παιδιά. όταν ονειρεύεστε μια επανάσταση, γράφετε για εφήβους. και όταν φοβάστε, γράφετε για ενήλικες. Αυτή είναι μια ιδιαίτερα αποκαλυπτική οπτική για την ταυτότητά σας ως συγγραφέα. Σε ποιο βαθμό η συναισθηματική σας κατάσταση καθορίζει τον λογοτεχνικό κόσμο στον οποίο επιλέγετε να εισέλθετε κάθε φορά που γράφετε;
Υπάρχει κάτι σε αυτή τη δήλωση που συχνά παραλείπεται: όταν είμαι «ή θέλω να είμαι» αισιόδοξος. Το γράψιμο μπορεί να αναζητήσει ένα συναίσθημα που μου λείπει. Το παιδί με φέρνει πιο κοντά στη δυνατότητα να εμπιστευτώ τη ζωή, ο έφηβος στην ανάγκη να αμφισβητήσει τον κόσμο που του παραδίδεται, ο ενήλικας στην επίγνωση της απώλειας και των προσωπικών περιορισμών. Αυτές οι καταστάσεις συνυπάρχουν μέσα μου. Κάθε ιστορία, ωστόσο, έρχεται να ρίξει περισσότερο φως σε μία από αυτές. Και όταν μιλάω για επανάσταση, εννοώ επίσης αυτή τη βαθιά προσωπική εξέγερση ενός εφήβου που αποφασίζει ότι έχει το δικαίωμα να καθορίζει τη ζωή του.
-Στα βιβλία σας, η παιδική ηλικία και η εφηβεία αναδύονται επανειλημμένα ως περίοδοι κατά τις οποίες διαμορφώνονται οι βαθύτερες σχέσεις μας με τον εαυτό μας και τους άλλους. Πιστεύετε ότι η ενηλικίωση είναι μια συνεχής προσπάθεια να κατανοήσουμε τι μας συνέβη κατά τα πρώτα χρόνια της ζωής μας; Και πόσο συχνά η λογοτεχνία επιστρέφει σε εκείνα τα μέρη όπου η μνήμη έχει αφήσει κάτι ανεξήγητο;
Δεν θα υποβάθμιζα ολόκληρη την ενήλικη ζωή σε μια ερμηνεία της παιδικής μας ηλικίας. Μας συμβαίνουν και αργότερα πράγματα που αλλάζουν βαθιά τον τρόπο που υπάρχουμε. Ωστόσο, στα πρώτα μας χρόνια μαθαίνουμε τι σημαίνει να μας αγαπούν, να μας απορρίπτουν, να μας ζητούν να γίνουμε κάτι που μπορεί να μην είμαστε. Αυτά τα μαθήματα συχνά επιμένουν, ακόμα και όταν έχουμε ξεχάσει τι τα ώθησε. Η λογοτεχνία επιστρέφει σε αυτά τα μέρη επειδή μπορεί να δώσει μορφή σε ένα συναίσθημα που είχε παραμείνει άφωνο. Ενδιαφέρομαι ιδιαίτερα για το πώς ένας ενήλικας θυμάται το παιδί που κάποτε ήταν και πόσο διαφορετικά μπορεί να κατανοήσει την ίδια παλιά σκηνή σήμερα.
-Στο πρόσφατο μυθιστόρημά σας «Τρίποντο και Πιρουέτα», δύο έφηβοι με διαφορετικά ενδιαφέροντα συναντιούνται σε μια περίοδο που αναζητούν την ταυτότητά τους. Η ιστορία διερευνά το δικαίωμα του ατόμου να αναγνωρίζει και να εκφράζει ποιος πραγματικά είναι. Πώς προσεγγίζετε, μέσω της λογοτεχνίας, εκείνη την ευάλωτη στιγμή που ένας νέος αρχίζει να συνειδητοποιεί ότι η προσωπική του αλήθεια μπορεί να έρθει σε σύγκρουση με τις προσδοκίες των γύρω του;
Προσπαθώ να προσεγγίσω αυτή τη στιγμή μέσα από αυτά που νιώθουν ο Άλεκ και ο Κλείτος: τις σιωπές τους, την έλξη τους, τον φόβο τους μήπως χάσουν την αγάπη ή την αποδοχή των άλλων. Το μπάσκετ και ο χορός είναι δύο τρόποι με τους οποίους κατοικούν στο σώμα τους, ενώ όσοι τους περιβάλλουν έχουν ήδη τις δικές τους ιδέες για το πώς πρέπει να είναι ένα αγόρι. Η αγάπη τους τους καλεί να αναγνωρίσουν κάτι που δεν μπορούν πλέον να προσπεράσουν. Εκεί αναζητώ την ένταση του μυθιστορήματος. Με ενδιαφέρει η διαρκής φύση των εφηβικών συναισθημάτων και αντιδράσεων. Οι εκφράσεις που χρησιμοποιεί ένας νέος σήμερα αλλάζουν γρήγορα, αλλά η λαχτάρα να αγαπηθεί για αυτό που είναι παραμένει.
-Η νεανική λογοτεχνία καλείται συχνά να αντιμετωπίσει ζητήματα ταυτότητας, σεξουαλικότητας, αποκλεισμού και κοινωνικών προκαταλήψεων. Πώς μπορεί ένας συγγραφέας να προσεγγίσει τέτοια θέματα χωρίς να περιοριστεί από μια διδακτική πρόθεση που περιορίζει την ελευθερία της μυθοπλασίας; Πού, για εσάς, βρίσκεται η ισορροπία μεταξύ κοινωνικής ευαισθησίας και λογοτεχνικής αυτονομίας;
Ξεκινάω με τους χαρακτήρες και την ιστορία τους. Αν ξεκινήσω με ένα συμπέρασμα που θέλω να διδάξω, διακινδυνεύω να αναγκάσω τους χαρακτήρες μου να το αποδείξουν. Και τότε θα έχω χάσει τη λογοτεχνία. Φυσικά και έχω κοινωνικές και πολιτικές απόψεις, και αυτές επηρεάζουν τον τρόπο που βλέπω τον κόσμο. Αλλά οι χαρακτήρες μου χρειάζονται χώρο για να διστάσουν, να κάνουν λάθη, ακόμη και να με αμφισβητήσουν. Ο έφηβος αναγνώστης δικαιούται αυτή την πολυπλοκότητα. Η κοινωνική ευαισθησία αποκαλύπτεται στο πόσο προσεκτικά ακούς κάποιον που συνήθως δεν ακούγεται και στο πόσο ειλικρινά μεταφέρεις την εμπειρία του. Ο αναγνώστης θα αποφασίσει τι σημαίνει αυτή η εμπειρία για αυτόν.
-Από την Ιστορία Ευνούχου και την Ερωτική Αγωγή μέχρι την Κασσάνδρα στη Μαύρη Άμμο (Η Κασσάνδρα στη Μαύρη Άμμο), η επιθυμία, το σώμα, η ερωτική εμπειρία και οι περιορισμοί που επιβάλλονται στην ανθρώπινη ύπαρξη μας προσκαλούν να εξετάσουμε αυτά τα έργα μέσα από μια κοινή θεματική προοπτική. Τι σας ενδιαφέρει περισσότερο στη σχέση μεταξύ επιθυμίας και προσωπικής ελευθερίας; Μπορούν οι άνθρωποι να γνωρίσουν πραγματικά τον εαυτό τους χωρίς να αντιμετωπίσουν τις δικές τους επιθυμίες;
Με απασχολεί τι συμβαίνει όταν ένα άτομο αισθάνεται ότι το σώμα του βρίσκεται υπό την εξουσία κάποιου άλλου: της οικογένειας, μιας κοινωνικής σύμβασης, μιας πολιτικής ή θρησκευτικής επιβολής. Η επιθυμία μπορεί στη συνέχεια να γίνει μια αρχική αναγνώριση του εαυτού, αλλά μπορεί επίσης να αποκαλύψει πράγματα που δυσκολευόμαστε να αποδεχτούμε. Δεν πιστεύω ότι οτιδήποτε επιθυμούμε είναι αυτόματα δίκαιο ή ότι έχουμε το δικαίωμα να το απαιτήσουμε από ένα άλλο άτομο. Το άλλο άτομο έχει τη δική του ελευθερία και το δικό του σώμα. Η αντιμετώπιση της επιθυμίας μας περιλαμβάνει αυτή την επίγνωση. Στα βιβλία που αναφέρετε, με ενδιαφέρει ακριβώς η ένταση μεταξύ αυτού που λαχταρά ένα άτομο και αυτού που επιτρέπεται ή επιτρέπει στον εαυτό του να βιώσει.
-Στο έργο σας (Κασσάνδρα στη Μαύρη Άμμο), στρέφεστε σε μια μορφή από την αρχαία μυθολογία που συνδέεται με τη γνώση, την προφητεία και την αδυναμία να κάνει τον εαυτό της να πιστέψει. Τι σας οδήγησε να επιλέξετε την Κασσάνδρα και ποιες δυνατότητες σας προσέφερε η μυθολογία για την εξερεύνηση της ανθρώπινης κατάστασης σε σχέση με τη δύναμη, τη μοίρα και την αλήθεια;
Η Κασσάνδρα απασχολούσε τις σκέψεις μου από την εφηβεία μου. Με συγκινούσε η μοναξιά κάποιου που βλέπει την καταστροφή να πλησιάζει και δεν μπορεί να κάνει τους άλλους να ακούσουν. Καθώς έγραφα, ήθελα να έρθω πιο κοντά στη γυναίκα πίσω από την προφήτισσα, να της δώσω επιθυμίες και μια εσωτερική ζωή που να εκτείνεται πέρα από τον οικείο ρόλο της. Κατά την ερμηνεία μου, είναι ιδιαίτερα σημαντικό το γεγονός ότι μπορεί να αντιληφθεί μέσω της λογικής αυτό που οι άλλοι αρνούνται να αναγνωρίσουν. Η μυθολογία προσφέρει χαρακτήρες ικανούς να υποστηρίξουν διαφορετικές ερμηνείες. Μέσω της Κασσάνδρας, θα μπορούσα να εξερευνήσω πώς η εξουσία υπαγορεύει επίσης τον τρόπο με τον οποίο θα ακουστεί η αλήθεια, ποιος έχει το δικαίωμα να μιλήσει και ποιος είναι καταδικασμένος να μην γίνει ποτέ πιστευτός.
-Στα μυθιστορήματά σας, συχνά συναντάμε χαρακτήρες που έρχονται αντιμέτωποι με προσωπικά διλήμματα, κοινωνικές συμβάσεις και πτυχές του εαυτού τους που δυσκολεύονται να αποδεχτούν. Πόσο σημαντικό είναι για εσάς να κατανοήσετε τις επιλογές των χαρακτήρων σας, ακόμη και όταν αυτές οι επιλογές συγκρούονται με τις δικές σας πεποιθήσεις; Υπάρχει κάποιο σημείο στη διαδικασία της γραφής όπου ένας συγγραφέας πρέπει να δώσει στους χαρακτήρες του την ελευθερία να ακολουθήσουν τα δικά τους μονοπάτια;
Πρέπει να κατανοήσω έναν χαρακτήρα για να τον γράψω, ακόμα και όταν οι πράξεις του είναι εντελώς ξένες προς εμένα ή αντίκεινται στις πεποιθήσεις μου. Η κατανόηση δεν τους απαλλάσσει από την ευθύνη. Μου επιτρέπει, ωστόσο, να δω την πορεία που τους έφερε εκεί και να αποφύγω την εύκολη επιλογή μιας έτοιμης ετικέτας. Οι χαρακτήρες αποκτούν την ελευθερία τους καθώς αποκτούν μια συνεκτική εσωτερική ζωή. Μπορεί να έχω σχεδιάσει μια εξέλιξη και στη συνέχεια να συνειδητοποιήσω ότι αυτό το συγκεκριμένο άτομο δεν θα μπορούσε να την ακολουθήσει. Σε αυτό το σημείο, πρέπει να επανεξετάσω το σχέδιό μου. Φυσικά, παραμένω υπεύθυνος για τη σύνθεση του έργου. Η ελευθερία ενός χαρακτήρα απαιτεί μεγαλύτερη προσοχή από εμένα, ώστε οι επιλογές του να είναι πειστικές και να έχουν συνέπειες.
-Παράλληλα με τη δημιουργική σας γραφή, έχετε ασχοληθεί εκτενώς και με την λογοτεχνική κριτική. Πώς συνυπάρχουν μέσα σας ο δημιουργικός συγγραφέας και ο κριτικός αναγνώστης; Υπάρχουν στιγμές που η κριτική σας επίγνωση δυσχεραίνει τη δημιουργική διαδικασία ή μήπως σας επιτρέπει να αναγνωρίζετε με μεγαλύτερη ακρίβεια τις δυνατότητες και τους περιορισμούς ενός κειμένου;
Θα έλεγα ότι γράφω για βιβλία άλλων ανθρώπων κυρίως ως συγγραφέας και ως αναγνώστης με πολυετή αναγνωστική εμπειρία. Ο όρος «κριτικός» προϋποθέτει μια ολοκληρωμένη εικόνα που δεν ισχυρίζομαι ότι κατέχω. Όταν διαβάζω, με απασχολεί ιδιαίτερα το πώς διαμορφώνεται μια ιστορία: η γλώσσα της, η δομή της, η οπτική γωνία μέσα από την οποία μας επιτρέπεται να δούμε τους χαρακτήρες της. Αυτό σίγουρα ανατροφοδοτεί το δικό μου έργο. Κατά τη διάρκεια του πρώτου προσχεδίου, πρέπει να παρακολουθώ την ιστορία. Αργότερα, πρέπει να εξετάσω αν αυτό που νόμιζα ότι έγραφα υπάρχει στην πραγματικότητα στη σελίδα. Και όταν συζητώ για το έργο ενός άλλου συγγραφέα, επιδιώκω μια συζήτηση που θα βοηθήσει έναν άλλο αναγνώστη να το προσεγγίσει.
-Είστε ανάμεσα στους συγγραφείς που συνέβαλαν στην καθιέρωση της διασταυρούμενης λογοτεχνίας στην Ελλάδα, μιας μορφής λογοτεχνίας ικανής να προσελκύσει αναγνώστες διαφορετικών ηλικιών. Πιστεύετε ότι η κατηγοριοποίηση βιβλίων ανάλογα με την ηλικία υπηρετεί πραγματικά τη λογοτεχνία ή δημιουργεί τεχνητά όρια στην αναγνωστική εμπειρία; Τι επιτρέπει σε ένα λογοτεχνικό έργο να συγκινήσει εξίσου έναν έφηβο και έναν ενήλικα;
Οι συστάσεις ηλικίας μπορούν να βοηθήσουν κάποιον να επιλέξει ένα βιβλίο, αρκεί να λαμβάνουν υπόψη και την αναγνωστική εμπειρία. Γίνονται προβληματικές όταν λειτουργούν ως απαγόρευση ή υπαγορεύουν πόση πολυπλοκότητα επιτρέπεται να περιέχει το έργο ενός συγγραφέα. Οι έφηβοι ήδη βιώνουν δύσκολα και σύνθετα συναισθήματα. Και οι ενήλικες κουβαλούν μέσα τους την εφηβεία τους, συχνά με ερωτήματα που παραμένουν αναπάντητα. Ένα μυθιστόρημα crossover μπορεί να φτάσει και τους δύο, χωρίς να τους υποχρεώσει να το διαβάσουν με τον ίδιο τρόπο. Ο ένας μπορεί να αναγνωρίσει κάτι που βιώνει τώρα, ο άλλος κάτι που μόλις τώρα είναι σε θέση να καταλάβει. Αυτή η διαφορετική συμμετοχή στην ίδια ιστορία με ενδιαφέρει πολύ.
-Η σχέση μεταξύ λογοτεχνίας και κοινωνικής πραγματικότητας αποτελεί ένα επαναλαμβανόμενο μέλημα σε όλο το έργο σας. Σε μια εποχή που ο δημόσιος λόγος χαρακτηρίζεται συχνά από ταχύτητα, πόλωση και υπεραπλουστευμένες ερμηνείες, τι μπορεί να συμβάλει η λογοτεχνική αφήγηση στην κατανόησή μας για τους άλλους; Μπορεί η μυθοπλασία να καλλιεργήσει μια βαθύτερη ηθική επίγνωση χωρίς να αναλάβει τον ρόλο της ηθικής διδασκαλίας;
Η αφήγηση μας ζητά να παραμείνουμε κοντά σε ένα άλλο άτομο για λίγο. Να το δούμε μέσα στο διάστημα της ζωής του, των σχέσεών του, των αντιφάσεων του. Ο δημόσιος λόγος συχνά αρκείται σε μια ετικέτα και θεωρεί το ζήτημα λήξαν. Η λογοτεχνία μπορεί να κάνει αυτή την εύκολη κρίση πιο δύσκολη. Ένα άτομο που βιώνει τον αποκλεισμό αποκτά ένα όνομα, μια φωνή, μια καθημερινή ζωή. Δεν παραμένει πλέον μια αφηρημένη κατηγορία που μπορεί να απορριφθεί χωρίς προσπάθεια. Αυτό έχει και πολιτική σημασία, επειδή η προκατάληψη συχνά βασίζεται στην άρνηση να γνωρίσουμε το άτομο που κρίνουμε. Δεν πιστεύω, φυσικά, ότι το διάβασμα μας κάνει απαραίτητα καλύτερους ανθρώπους. Αλλά μπορεί να κλονίσει μια από τις βεβαιότητές μας, και αυτή είναι μια ουσιαστική αρχή.
-Έχετε υπηρετήσει τη λογοτεχνία με ποικίλες ιδιότητες, ως συγγραφέας, κριτικός, μεταφραστής, σύμβουλος εκδόσεων και μέλος λογοτεχνικών οργανισμών. Πώς έχει αλλάξει η σχέση μεταξύ συγγραφέων, εκδοτών και αναγνωστών κατά τη διάρκεια αυτών των δεκαετιών; Πιστεύετε ότι το σημερινό εκδοτικό τοπίο αφήνει επαρκή περιθώρια για έργα που απαιτούν χρόνο, συγκέντρωση και ένα πιο απαιτητικό επίπεδο εμπλοκής από τους αναγνώστες;
Κατά τη διάρκεια αυτών των δεκαετιών, αισθάνομαι ότι η ζήτηση για γρήγορα αποτελέσματα έχει ενταθεί. Ένα βιβλίο αναμένεται να τραβήξει την προσοχή αμέσως, ενώ ο συγγραφέας συχνά αναμένεται να είναι συνεχώς παρών πέρα από τις σελίδες του. Η άμεση επικοινωνία με τους αναγνώστες είναι ενδιαφέρουσα, αλλά η συνεχής δημοσιότητα μπορεί να απορροφήσει τον χρόνο και την ενέργεια που χρειάζεται η συγγραφή. Απαιτητικά έργα συνεχίζουν να εκδίδονται και υπάρχουν εκδότες που τα υποστηρίζουν. Το ερώτημα είναι αν τους δίνεται και χρόνος να βρουν τους αναγνώστες τους. Ένα βιβλίο μπορεί να αποκτήσει τη σημασία του πολύ μετά την αρχική του δημοσίευση. Πρέπει να προστατεύσουμε αυτή τη αργά αναπτυσσόμενη σχέση αν θέλουμε η έκδοση να διατηρήσει το εύρος και τη διαρκή ζωτικότητά της.
-Έχετε γίνει μάρτυρας αλλαγών στις αναγνωστικές συνήθειες από πρώτο χέρι, από μια εποχή που τα βιβλία ήταν ένα από τα κύρια μέσα διαμόρφωσης της φαντασίας μέχρι τη σημερινή κυριαρχία της ψηφιακής εικόνας. Πώς βλέπετε τη σχέση μεταξύ των νεότερων γενεών και της ανάγνωσης; Τι πρέπει να αλλάξει στον τρόπο με τον οποίο οι οικογένειες, τα σχολεία και τα πολιτιστικά ιδρύματα εισάγουν τη λογοτεχνία στους νέους, ώστε η ανάγνωση να παραμείνει μια προσωπική επιλογή και όχι μια ακόμη υποχρέωση;
Αποφεύγω να αντιμετωπίζω τους νέους ως μια γενιά που έχει χάσει κάτι που όλοι κάποτε κατείχαμε. Παλαιότερα, οι τακτικοί αναγνώστες δεν αποτελούσαν ολόκληρη την κοινωνία. Οι εικόνες προσφέρουν τώρα άλλους τρόπους αφήγησης ιστοριών, τους οποίους πρέπει να κατανοήσουμε. Ταυτόχρονα, η ανάγνωση έχει τη δική της ξεχωριστή ποιότητα: αφήνει σε κάθε άτομο το περιθώριο να φανταστεί τι υποδηλώνουν οι λέξεις. Για να αγαπήσει ένα παιδί αυτή την εμπειρία, βοηθάει να βλέπει ενήλικες που διαβάζουν από προσωπική ανάγκη, να έχει πρόσβαση σε βιβλία και να μπορεί να επιλέγει. Τα σχολεία πρέπει να δημιουργούν χώρο για συζήτηση, ακόμη και για διαφωνία με ένα έργο. Μια ζωντανή βιβλιοθήκη και ένας δάσκαλος που μοιράζεται τη χαρά της ανάγνωσης μπορούν να προσφέρουν πολλά.
-Μετά από τόσα χρόνια δημιουργικής εργασίας, με δεκάδες βιβλία, διαφορετικούς αφηγηματικούς κόσμους και διαδοχικές γενιές αναγνωστών, ποια είναι η σχέση σας σήμερα με την αβεβαιότητα που συνοδεύει κάθε νέο έργο; Η συγγραφή εξακολουθεί να σας οδηγεί σε ανεξερεύνητες περιοχές του εαυτού σας ή νιώθετε ότι επιστρέφετε, με διαφορετικούς τρόπους, στα ίδια θεμελιώδη
Η αβεβαιότητα παραμένει. Η εμπειρία με βοηθά να αναγνωρίσω ορισμένες δυσκολίες, αλλά δεν μπορεί να γράψει το επόμενο βιβλίο για μένα. Κάθε έργο μου ζητά να βρω ξανά τον ρυθμό του, την απόστασή μου από τους χαρακτήρες του, τις λέξεις που του ταιριάζουν. Φυσικά, επιστρέφω σε ερωτήματα που με συνοδεύουν εδώ και χρόνια. Αλλάζω όμως κι εγώ, και έτσι το ίδιο ερώτημα μπορεί να αποκτήσει διαφορετικό βάρος. Ένας χαρακτήρας που κάποτε μπορεί να έκρινα αυστηρά μπορεί τώρα να είναι κάποιος που θέλω να κατανοήσω πιο βαθιά. Αυτή η μετατόπιση με ενδιαφέρει. Όσο μια ιστορία μπορεί να με οδηγήσει κάπου που δεν περίμενα, νιώθω ότι έχω έναν λόγο να συνεχίσω. Το άγχος δεν έχει εξαφανιστεί. Έχω μάθει να εργάζομαι παράλληλα με αυτό.
-Η υποψηφιότητά σας για το Βραβείο Χανς Κρίστιαν Άντερσεν του 2026 αντιπροσώπευε σημαντική διεθνή αναγνώριση της μακροχρόνιας συμβολής σας στην παιδική και νεανική λογοτεχνία. Τι σήμαινε για εσάς αυτή η υποψηφιότητα μετά από τόσες δεκαετίες λογοτεχνικής δημιουργίας και πώς βλέπετε τη θέση της ελληνικής παιδικής και νεανικής λογοτεχνίας στον διεθνή λογοτεχνικό κόσμο σήμερα;
Η υποψηφιότητα μου έφερε μεγάλη χαρά και με συγκίνησε βαθιά καθώς αναπολούσα το ταξίδι που προηγήθηκε. Νιώθω ευγνώμων σε όσους επέλεξαν να υποστηρίξουν το έργο μου και να το παρουσιάσουν πέρα από τα όρια της γλώσσας μας. Τέτοιες ευκαιρίες έχουν σημασία και για την ελληνική λογοτεχνία για παιδιά και νέους, όπου υπάρχουν καταξιωμένες και πολύ διαφορετικές φωνές τόσο μεταξύ συγγραφέων όσο και μεταξύ εικονογράφων. Η διεθνής παρουσία τους απαιτεί μεταφράσεις, διαρκείς συνεργασίες και ανθρώπους που γνωρίζουν τα έργα και μπορούν να τα συστήσουν με προσοχή. Τα ελληνικά βιβλία έχουν να προσφέρουν περισσότερα από μια εικόνα της χώρας μας. Μπορούν να συμμετάσχουν στη συζήτηση για το πώς μεγαλώνει ένας άνθρωπος, πώς αγαπά και πώς διεκδικεί τη θέση του στον κόσμο.
8.10.26
Ηλικιακός ρατσισμός και έρωτας
Πολύ συχνά η κοινωνία αποκαλύπτει τις βαθύτερες προκαταλήψεις της όχι μέσα από μεγάλα γεγονότα αλλά μέσα από καθημερινές δυσκαμψίες. Μια τέτοια δυσκαμψία -αμηχανία, πιο σωστά- εμφανίζεται και όταν το γήρας συναντά τον έρωτα.
Κι αυτό όχι σε τυχόν έντονες εκφράσεις σεξουαλικότητας, χωρίς κάτι που ίσως θα σκανδάλιζε. Αλλά σε μικρές εικόνες: δύο ηλικιωμένοι που κάθονται διασχίζουν το δρόμο πιασμένοι από το χέρι* ένα βλέμμα που αν και το θαμπώνει ο καταρράχτης, εκείνο επιμένει να θέλει να έχει μια ερωτική αναλαμπή* ένα χαμόγελο σε χείλη που αναζητούν τον παλμό ενός φιλιού.
Τότε -σε κάποιες περιπτώσεις σαν κι αυτές- οι ματιές των άλλων ξαφνιάζονται, δείχνουν απαξίωση, κάποιοι μειδιούν συγκαταβατικά, άλλοι σχολιάζουν χαμηλόφωνα.
Είναι που ένας άγραφος κανόνας παραβιάστηκε.
Ας το παραδεχτούμε -ως κοινωνία δεν έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε τον έρωτα να ανθίζει σε πρόσωπα ρυτιδιασμένα, σε σώματα κυρτά.
Όπως και άλλες προηγούμενες εποχές, έτσι και η δική μας -και σε μεγαλύτερο, μάλιστα, βαθμό- λατρεύει οτιδήποτε σφριγηλό, συνδέει τον έρωτα με τη νεότητα και μόνο. Το σώμα που γερνά θεωρείται ότι αποσύρεται από τη σφαίρα της επιθυμίας, όπως αποσύρεται από την αγορά εργασίας ή από την ένταση της δημόσιας ζωής. Σαν να υπάρχει μια ηλικία πέρα από την οποία τα προστάγματα του έρωτα οφείλουν να σιωπούν.
Κι όμως, η σάρκα δεν είναι υποχρεωμένη να γνωρίζει ημερολόγια.
Ο ηλικιακός ρατσισμός εκδηλώνεται με ιδιαίτερη ένταση στο σημείο όπου η τρίτη ηλικία συναντά τον έρωτα. Είναι ένας ρατσισμός που σπάνια διακηρύσσεται· λειτουργεί υπόγεια, μέσα από υπαινιγμούς, χιούμορ… Συχνά και μέσα από τη χλεύη
Τις περισσότερες φορές δεν εκφράζεται φανερά. Κανείς δεν θα πει στον ηλικιωμένο τη φράση: «δεν επιτρέπεται να αγαπάς». Υπάρχουν άλλοι τρόποι η άποψη αυτή να εκφρασθεί: «Μα σε αυτή την ηλικία;», «Δεν θα είναι γελοίο;», «Σκέψου τα παιδιά σου», «Μην εκτίθεσαι στους άλλους».
Η κοινωνία ανέχεται τον ηλικιωμένο ως σοφό, ως παππού ή γιαγιά, ως θεματοφύλακα μνήμης, ακόμη και ως ασθενή που χρήζει φροντίδας. Δυσκολεύεται όμως να τον αποδεχτεί ως ερωτικό υποκείμενο. Ο έρωτας, μέσα στο συλλογικό φαντασιακό, παραμένει προνόμιο των νέων.
Η στάση αυτή δεν είναι τυχαία. Ο πολιτισμός μας έχει οικοδομηθεί πάνω σε αντιθετικά σύμβολα: νεότητα και ομορφιά από τη μία, γήρας και φθορά από την άλλη. Η νεότητα προβάλλεται ως υπόσχεση και μέλλον, το γήρας ως απολογισμός και αποχώρηση.
Κι έτσι η σεξουαλικότητα συνδέεται με την γονιμότητα, δεν γίνεται να ενδιαφέρει όσους έχουν πλέον περάσει στο στάδιο της επερχόμενης φθοράς. Κάτι τέτοιο διαταράσσει τον όποιας μορφής καταμερισμό.
Γι’ αυτό και προκαλεί -το λιγότερο- αμηχανία. Στην ουσία ενοχλεί γιατί αμφισβητεί μια τάξη πραγμάτων.
Αυτή η ενόχληση εκδηλώνεται κοινωνικά με διάφορους τρόπους άλλοτε ευγενικούς κι άλλοτε χλευαστικούς ή και βάναυσους. Μπορεί να είναι ένα πείραγμα που κρύβει ειρωνεία· μπορεί να είναι η συγκαλυμμένη ανησυχία των παιδιών μπροστά σε μια νέα σχέση του χηρεύσαντος γονιού· μπορεί να είναι η σιωπηρή αποδοκιμασία των γειτόνων. Συχνά, πίσω από την επίφαση της «προστασίας» κρύβεται η επιθυμία να παραμείνουν οι ρόλοι αμετάβλητοι: ο πατέρας ως πατέρας, η μητέρα ως μητέρα, ποτέ ξανά ως εραστής ή ερωμένη.
Αλλά η σεξουαλικότητα συχνά δρα και ως ανατροπή. Μια σχέση σεξουαλικότητας σε άτομα μιας προχωρημένης ηλικία μπορεί να εκληφθεί ως συναισθηματική ή ακόμη και οικονομική απειλή. Το ζήτημα της κληρονομιάς, της διαχείρισης της περιουσίας, εισβάλλουν εκεί όπου θα έπρεπε να υπάρχει απλώς κατανόηση της ανάγκης για συντροφικότητα. Γιατί βέβαια κανείς δεν θέλει να δει κάτω από ένα άλλο πρίσμα την σεξουαλικότητα της τρίτης ηλικίας.
Μα υπάρχει και μια άλλου είδους προσέγγιση του ηλικιακού ρατσισμού.
Είναι η περίπτωση που αυτός θα ταυτιστεί με τον σεξισμό. Και θα δημιουργήσει μια διπλή κλίμακα μέτρων.
Ένας ηλικιωμένος άνδρας που συνδέεται με νεότερη γυναίκα μπορεί να προκαλέσει ειρωνεία, αλλά συχνά αντιμετωπίζεται και με συγκαλυμμένο θαυμασμό. Αντίθετα, μια ηλικιωμένη γυναίκα που εκφράζει ερωτική επιθυμία κινδυνεύει να στιγματιστεί ως «ανάρμοστη», «γελοία» ή «ανεπίτρεπτη». Η κοινωνία δείχνει μεγαλύτερη ανοχή στην ανδρική επιθυμία και μεγαλύτερη αυστηρότητα στη γυναικεία, ιδίως όταν το σώμα έχει απομακρυνθεί από τα πρότυπα νεανικής ομορφιάς.
Όμως ο πιο βαθύς μηχανισμός αποκλεισμού του ηλικιωμένου από την σεξουαλικότητά του δεν είναι εξωτερικός· είναι εσωτερικός. Κατά τη διάρκεια της ζωής του, ένας άνθρωπος ακούει τόσες φορές για «τα σαλιαρίσματα των γέρων!» ώσπου στο τέλος θα το πιστέψει και ο ίδιος όταν πλέον θα έχει γεράσει. Ο έρωτας μετατρέπεται σε κάτι που πρέπει να κρυφτεί. Η επιθυμία σε κάτι που πρέπει να σιωπήσει. Η πάθος σε μια ιδιωτική ντροπή.
Έτσι γεννιέται η πιο σκληρή μορφή ηλικιακού ρατσισμού: εκείνη που οδηγεί τον με σεξουαλικές παρορμήσεις ηλικιωμένο να θεωρεί τον εαυτό του εκτός κανονικότητας. Όχι ως άνθρωπο που συνεχίζει να επιθυμεί, αλλά ως κάποιον που παρεκκλίνει από το «φυσιολογικό».
Η κοινωνία δεν χρειάζεται πλέον να απαγορεύσει τίποτε. Η απαγόρευση έχει εσωτερικευθεί.
Κι όμως, τίποτε δεν είναι πιο φυσικό από τη συνέχεια της επιθυμίας. Η ανάγκη για άγγιγμα, για εγγύτητα, για σωματική και συναισθηματική επαφή και εκτόνωση δεν εξαφανίζεται με τα χρόνια. Μεταμορφώνεται. Κι έτσι μπορεί να απαλλαγεί από την αγωνία της επίδειξης, από τον θόρυβο της επιβεβαίωσης. Πιο ουσιαστική, πιο εσωτερική. Πλέον λυτρωτική.
Ο έρωτας στην τρίτη ηλικία συχνά είναι παρηγορητικός. Εκφράζει την ανάγκη επαφής και με το σώμα του άλλου, μα και με το δικό σου. Όταν έχεις αναγνωρίσει την απώλεια που πλησιάζει μπορείς περισσότερο ουσιαστικά να εκτιμήσεις την παρουσία.
Κι όμως, ακόμη και αυτή η παρουσία αποσιωπάται. Στα μέσα ενημέρωσης οι ηλικιωμένοι εμφανίζονται ως φορείς μνήμης, ως ασθενείς ή ως παππούδες/ γιαγιάδες που φροντίζουν εγγόνια. Σπανίως εμφανίζονται ως εραστές. Αυτή η μη ορατότητα λειτουργεί σαν σιωπηρή επιβεβαίωση ότι η επιθυμία τους δεν θεωρείται άξια απεικόνισης.
Σε ορισμένες δομές φροντίδας ηλικιωμένων, η σεξουαλικότητα αντιμετωπίζεται ως πρόβλημα προς διαχείριση. Η ιδιωτικότητα περιορίζεται, οι σχέσεις αποθαρρύνονται, η τρυφερότητα θεωρείται ενοχλητική. Σαν να πρόκειται για μια ανάγκη που πρέπει να τεθεί σε καραντίνα.
Και όμως, μέσα σε αυτό το κλίμα, κάθε εκδήλωση έρωτα στην τρίτη ηλικία αποκτά μια απροσδόκητη διάσταση: γίνεται πράξη αντίστασης.
Είναι αντίσταση στη μοναξιά, αλλά και αντίσταση στον κοινωνικό ρόλο της σιωπηλής αποχώρησης. Είναι αντίσταση στην ιδέα ότι η ζωή έχει ήδη ολοκληρωθεί. Είναι μια μικρή, καθημερινή επανάσταση απέναντι στην πολιτισμική λατρεία της νεότητας.
Κάθε ηλικιωμένο σώμα που υποστηρίζει τη σεξουαλικότητά του αντιστέκεται στην περιθωριοποίηση του. Κάθε ηλικιωμένο χέρι που αναζητά ένα άλλο χέρι αντιστέκεται στη σιωπή. Κάθε ηλικιωμένο βλέμμα που φωτίζεται από επιθυμία αντιστέκεται στην ιδέα ότι η ζωή έχει ήδη παραδώσει τα όπλα.
Ο έρωτας στην τρίτη ηλικία δεν είναι απλώς μια προσωπική εμπειρία· είναι μια μορφή ελευθερίας. Μια άρνηση να περιοριστεί η ύπαρξη σε ρόλους παθητικότητας. Μια διεκδίκηση του δικαιώματος στη χαρά της ζωής, ακόμη και — ή ιδίως — όταν το σώμα φέρει τα σημάδια του χρόνου.
Ίσως αυτό είναι που μας ταράζει περισσότερο: ότι η επιθυμία δεν υπακούει στο ημερολόγιο.
Και σε μια εποχή, μάλιστα, όπως η δική μας, όπου παρατείνεται η νεότητα αλλά συχνά απαξιώνεται η εμπειρία, ο έρωτας των ηλικιωμένων μοιάζει να θέτει ένα αθόρυβο ερώτημα: αρκεί να ζούμε περισσότερο ή μήπως αξίζει να συνεχίζουμε να αισθανόμαστε;
Και αν ο έρωτας, ακόμη και στο λυκόφως της ζωής, εξακολουθεί να ανάβει μια μικρή φλόγα, τότε κάτι τέτοιο δεν είναι πρόβλημα. Προβληματική είναι η αμηχανία απέναντι στη διάρκεια της επιθυμίας.
Ίσως, τελικά, εκείνο που δύσκολα γίνεται αποδεχτό δεν είναι ο έρωτας των ηλικιωμένων, αλλά η αδιάψευστη μαρτυρία του ότι η ζωή — όσο παραμένει ζωή — συνεχίζει να διεκδικεί χαρά. Και ότι η χαρά αυτή, όταν περνά μέσα από το σώμα, την επιθυμία και τη σεξουαλικότητα, δεν είναι παρεκτροπή. Είναι δικαίωμα.
Athens Voice
8-14 Οκτ. 2026
(1210 λέξεις)
7.10.26
Καταναλωτική μανία και Παιδική Λογοτεχνία
Νομίζω πως έχω το δικαίωμα να χρησιμοποιήσω μια προσωπική μου περίπτωση για να εντοπίσω ένα θέμα γενικότερο που έχει να κάνει με τον πως στους τωρινούς καιρούς αντιμετωπίζεται από τους περισσότερους ενήλικες η λογοτεχνία που απευθύνεται σε ανήλικους αναγνώστες.
Πέρασα το πιο μεγάλο μέρος της ζωής μου μέσα στις σελίδες των βιβλίων. Μεγάλωσα με βιβλία γραμμένα από κλασικούς συγγραφείς (τα πιο πολλά από αυτά σε πολύ υπεύθυνες διασκευές) και αφού πλέον ως ενήλικος άρχισα να γράφω τα δικά μου έργα, γνώρισα και μελέτησα τους συγχρόνους μου έλληνες και ξένους συγγραφείς. της Π.Λ.
Έτσι δίπλα στον Βέρν και στον Τουέιν, τον Ντίκενς και τον Κάρολ, υπήρχαν (και θα υπάρχουν για πάντα) η Δέλτα, ο Λάπας, η Τσιμικάλη, η Βαλαβάνη, η Σουρέλη κ.α.
Μέσα σε αυτό το αναγνωστικό, μα και συγγραφικό κλίμα, πολύ συχνά αναζήτησα τρόπους να διασκευάσω ή να μεταφράσω έργα παλαιοτέρων ξένων συγγραφέων, έτσι ώστε οι νέοι αναγνώστες να έχουν τη ευκαιρία να συνομιλήσουν με διαχρονικούς ήρωες. Κάπως έτσι πήρα την απόφαση να γράψω τα δικά μου μυθιστορήματα βασισμένα πάνω στα έργα και τις μέρες του Δον Κιχώτη, του Γαργαντούα, του Τριστάνου και της Ιζόλδης. Αλλά και μετέφρασα τα εννέα παραμύθια του Όσκαρ Ουάιλντ, προσπαθώντας να μεταφέρω το ιδιαίτερο στυλ του μέγιστου Ιρλανδού στη γλώσσα μας, έτσι ώστε να μπορεί να επικοινωνήσει με τις -διαχρονικών τεχνικών σύνθεσης- ιστορίες του και ο σημερινός έλληνας (μικρός ή μεγάλος) αναγνώστης.
Μια έκδοση πολύ προσεγμένη αισθητικά, σεμνή, χωρίς καμιά εικονογράφηση -μερικές φορές οφείλουμε να αφήνουμε τις λέξεις από μόνες τους να μας μαγεύουν.
Και εδώ εντοπίζεται το γενικότερο κλίμα που στην αρχή αυτού του σημειώματος κατέγραψα. Ελάχιστοι ασχολήθηκαν μαζί της. Τα "Εννέα παραμύθια" του Ουάιλντ, σε μια νέα μετάφραση από ένα συγγραφέα που έχει σε μεγάλο βαθμό καθορίσει την ελληνική παιδική και εφηβική λογοτεχνία του τέλους του 20ου και των αρχών του 21ου (νομίζω πως μου επιτρέπεται να γράψω κάτι τέτοιο χωρίς να θεωρηθώ αυτοαναφορικός) δεν σχολιάστηκαν από τις περισσότερες ιστοσελίδες και έντυπα που προβάλουν τις εκδόσεις αυτού του χώρου, δεν μπήκαν στις Μικρές Λίστες των σχετικών βραβείων. Με δυο λόγια και μόνο: αγνοήθηκαν. Κάποιοι μου το δικαιολόγησαν πως έγινε επειδή δεν υπήρχε εικονογράφηση και επειδή διατηρήθηκε το αρχικό κείμενο και όχι μια απλουστευμένη διασκευή του.
Δεν συμμερίζομαι αυτήν την άποψη. Αλλά μπορεί ισχύει -οπότε ακόμα πιο προβληματική είναι η δημιουργημένη κατάσταση: το παλιό δεν ενδιαφέρει πλέον. Όλα τα φώτα της δημοσιότητας πάνω στο νέο. Αλλά χωρίς γνώση του παρελθόντος δεν δημιουργείται μήτε αναγνωστική κουλτούρα, μήτε και συγγραφική δυναμική.
Θα μου πείτε πως γράφονται και κυκλοφορούν τόσα νέα βιβλία που κανείς αναγνώστης δεν θα μπορεί τα περισσότερα από αυτά να διαβάσει. Θα το δεχτώ όσον αφορά τον ανήλικο αναγνώστη. Αλλά όχι και για τον ενήλικο και μάλιστα εκείνον που επαγγελματικά ασχολείται με τη Λογοτεχνία για παιδιά και νέους. Με ιδιαίτερο προβληματισμό έχω καταλήξει στην άποψη πως η καταναλωτική μανία της εποχής μας πλήττει και την λογοτεχνική ενημέρωσή μας. Αλλά ας μην ξεχνάμε πως αυτή η καταναλωτική διάθεση καταστρέφει πολλά. Και σίγουρα πλέον σημαντικά από την αναγνωστική επάρκεια. Αλλά επειδή συμβαίνουν τα μέγιστα, αυτό δε σημαίνει πως πρέπει να αγνοούμε και τα ελάχιστα... Ελάχιστα πάντως για τους πολλούς. Για κάποιους άλλους -π.χ. για εμένα- ιδιαιτέρως αξιοπρόσεχτα και ικανά να ερμηνεύουν τις τάσεις και τις στάσεις των άλλων.
1.10.26
Μια ενδιαφέρουσα συζήτησή μου
https://open.spotify.com/episode/70Gk748BB3LGap4RrtKxkL?go=1&sp_cid=c93dc9d28fb8ee7741b5eb48d924ce08&intent=1&utm_source=embed_player_p&utm_medium=desktop&si=41d92772c05a4450&nd=1&dlsi=69f873d3073a4c67
26.9.26
Συνέντευξη με τη Γιούλη Τσακάλου
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ με τον ΜΑΝΟ ΚΟΝΤΟΛΕΩΝ
Γιούλη Τσακάλου – Ελεύθερος τύπος
Ο Μάνος Κοντολέων, πρωτοπόρος της ρεαλιστικής εφηβικής λογοτεχνίας, επιστρέφει με το «Τρίποντο και πιρουέτα» από τις Εκδόσεις Πατάκη. Ένα βαθύ, cross-over μυθιστόρημα που ξεπερνά τα όρια μιας απλής ιστορίας ενηλικίωσης σε μια ελληνική επαρχιακή πόλη. Μέσα από τη συνάντηση του Άλεκ και του Κλείτου —δύο εφήβων που εκπροσωπούν εκ πρώτης όψεως αντίθετους κόσμους, το μπάσκετ και τον χορό— ο συγγραφέας ψηλαφίζει τη γέννηση της συνείδησης, τη σεξουαλική ταυτότητα και τη μάχη ενάντια στα στερεότυπα. Μαζί μας σήμερα, ο αγαπημένος δημιουργός ξετυλίγει τις αόρατες δυνάμεις που κινούν τους ήρωές του προς το φως και την προσωπική ελευθερία.
1.Κύριε Κοντολέον, στο βιβλίο επιλέγετε ως οχήματα έκφρασης των δύο εφήβων το μπάσκετ και τον χορό. Πώς αυτές οι δύο τέχνες του σώματος, το δυναμικό «τρίποντο» και η ανάλαφρη «πιρουέτα», λειτουργούν ως γέφυρα για να εξερευνήσουν οι ήρωες τον εσωτερικό τους κόσμο και να σπάσουν τα κοινωνικά στερεότυπα της επαρχίας;
Το μπάσκετ και ο χορός δεν επιλέχθηκαν μόνο επειδή προσφέρουν δύο κόσμους που, τουλάχιστον μέσα από μια συμβατική ματιά, μοιάζουν αντίθετοι. Με ενδιέφερε κυρίως το γεγονός ότι και στους δύο το σώμα γίνεται λόγος: άλλοτε ορμητικός, ανταγωνιστικός, στραμμένος προς τον συμπαίκτη και τον αντίπαλο, και άλλοτε πειθαρχημένος με έναν διαφορετικό τρόπο, αφοσιωμένος στην ακρίβεια μιας κίνησης που, για να δείξει ανάλαφρη, έχει απαιτήσει κόπο, επιμονή και συχνά πόνο. Το τρίποντο και η πιρουέτα, λοιπόν, δεν είναι δύο απλά σύμβολα· είναι δύο τρόποι με τους οποίους οι έφηβοι δοκιμάζουν τα όριά τους, ανακαλύπτουν τι μπορεί να πει το σώμα τους προτού ακόμη μπορέσουν οι ίδιοι να το διατυπώσουν με λέξεις.
Ο Άλεκ και ο Κλείτος ξεκινούν από διαφορετικές αφετηρίες, όμως και οι δύο βιώνουν την πίεση που ασκεί επάνω τους το βλέμμα των άλλων. Ο ένας καλείται να ανταποκριθεί σε μια καθιερωμένη εικόνα ανδρισμού, ο άλλος να υπερασπιστεί μια επιλογή που εύκολα γίνεται αντικείμενο ειρωνείας ή απόρριψης. Η επαρχιακή πόλη εντείνει αυτή την πίεση, επειδή εκεί οι άνθρωποι γνωρίζονται, παρατηρούν ο ένας τον άλλον και συχνά αισθάνονται ότι δικαιούνται να ορίζουν τι είναι αποδεκτό. Ωστόσο δεν ήθελα να παρουσιάσω την επαρχία ως έναν μονοσήμαντα κλειστό τόπο· τα στερεότυπα δεν ανήκουν αποκλειστικά σε έναν γεωγραφικό χώρο, αλλά αναπαράγονται παντού όπου ο φόβος απέναντι στο διαφορετικό εμφανίζεται ως βεβαιότητα.
Η συνάντηση των δύο αγοριών γίνεται έτσι μια αμοιβαία μαθητεία. Δεν εγκαταλείπει κανείς τον δικό του κόσμο για να περάσει στον κόσμο του άλλου· μαθαίνουν, όμως, να αναγνωρίζουν ότι πίσω από την εξωτερική διαφορά υπάρχει η ίδια ανάγκη: να τους επιτραπεί να υπάρξουν χωρίς να ακρωτηριάσουν ένα κομμάτι του εαυτού τους. Και όταν αυτή η αναγνώριση αρχίζει να γίνεται εμπιστοσύνη, τότε το σώμα παύει να είναι το πεδίο πάνω στο οποίο εγγράφονται οι εντολές των άλλων και γίνεται ο χώρος μιας προσωπικής ελευθερίας.
2. Πόσο απαιτητικό ήταν να "ντύσετε" τον λόγο σας με τον ζωντανό ρυθμό της σύγχρονης εφηβικής λαλιάς, κρατώντας ταυτόχρονα ανέπαφη τη λογοτεχνική αξία της δικής σας συγγραφικής υπογραφής;;
Θα έλεγα ότι δεν προσπάθησα να «ντύσω» τον λόγο μου με τη σύγχρονη εφηβική λαλιά, γιατί μια τέτοια προσπάθεια, όταν γίνεται επίμονα και επιδεικτικά, κινδυνεύει πολύ γρήγορα να προδώσει τόσο τον συγγραφέα όσο και τους ήρωές του. Οι λέξεις και οι εκφράσεις των νέων αλλάζουν με μεγάλη ταχύτητα· εκείνο που σήμερα ακούγεται απολύτως φυσικό, ύστερα από λίγα χρόνια μπορεί να μοιάζει κατασκευασμένο ή ακόμη και γραφικό. Δεν με ενδιαφέρει, επομένως, τόσο να καταγράψω την επικαιρότητα της νεανικής ιδιολέκτου κάθε εποχής, όσο να πλησιάσω τη διαχρονικότητα των συναισθημάτων και των αντιδράσεων της εφηβείας: την αμηχανία μπροστά σε κάτι που γεννιέται μέσα σου και δεν έχει ακόμη όνομα, την ανάγκη να ανήκεις σε μια ομάδα και συγχρόνως να διαφοροποιηθείς από αυτήν, τον φόβο της απόρριψης, την υπερβολή, τη σιωπή, τον θυμό, την πρώτη βαθιά εμπιστοσύνη προς έναν άλλον άνθρωπο.
Ασφαλώς ένας σημερινός έφηβος δεν μπορεί να μιλά όπως μιλούσε ένας έφηβος πριν από σαράντα χρόνια. Χρειάζεται ο λόγος του να έχει τον ρυθμό, την οικονομία, τις διακοπές και τις αποσιωπήσεις της εποχής του. Όμως άλλο πράγμα είναι να ακούς προσεκτικά τη ζωντανή ομιλία και άλλο να συγκεντρώνεις τις πιο πρόσφατες εκφράσεις για να αποδείξεις ότι τη γνωρίζεις. Προτίμησα να κρατήσω όσα είναι αναγκαία για να αισθανθεί ο αναγνώστης ότι οι δύο ήρωες ζουν στο σήμερα, χωρίς να επιτρέψω στην επιφάνεια του σήμερα να καλύψει την εσωτερική τους περιπέτεια.
Άλλωστε η λογοτεχνική αλήθεια ενός νεανικού προσώπου δεν εξασφαλίζεται από το λεξιλόγιό του και μόνο. Εξασφαλίζεται από το αν οι λέξεις που του δίνεις γεννιούνται από τον χαρακτήρα του, από όσα τολμά να παραδεχτεί και από όσα ακόμη αποκρύπτει ακόμη και από τον εαυτό του. Η δική μου συγγραφική φωνή δεν χρειάστηκε να υποχωρήσει για να ακουστούν ο Άλεκ και ο Κλείτος· χρειάστηκε να τους παραχωρήσει χώρο, να ακολουθήσει τον ρυθμό τους και, κυρίως, να σεβαστεί τις σιωπές τους.
3.Παράλληλα με τις φωνές του Άλεκ και του Κλείτου, παρεμβάλλεται μια τρίτη αφήγηση με πλαγιογράμματα στοιχεία. Λειτουργεί αυτό το κομμάτι ως ο δικός σας προσωπικός στοχασμός πάνω στα γεγονότα ή ως ένας υπερβατικός παρατηρητής, όπως το πνεύμα της ήβης, που καθοδηγεί τη συνείδηση των δύο νέων;
Η τρίτη αυτή αφήγηση δεν θα ήθελα να διαβαστεί ως μια φωνή που γνωρίζει περισσότερα από τους ήρωες και έρχεται να εξηγήσει στον αναγνώστη όσα εκείνοι δεν μπορούν ακόμη να καταλάβουν. Αν συνέβαινε αυτό, θα περιοριζόταν η ελευθερία τους και μαζί της θα περιοριζόταν και η ελευθερία της ανάγνωσης. Δεν είναι, επίσης, μια μεταμφιεσμένη παρουσία του συγγραφέα που παρεμβαίνει για να δώσει τις σωστές ερμηνείες ή για να οδηγήσει τα γεγονότα προς ένα προκαθορισμένο ηθικό συμπέρασμα.
Θα έλεγα πως κινείται ανάμεσα σε αυτές τις δύο δυνατότητες που θέτει η ερώτησή σας. Περιέχει αναπόφευκτα κάτι από τον δικό μου στοχασμό, αφού κάθε αφηγηματική επιλογή εκφράζει τον τρόπο με τον οποίο ο συγγραφέας κοιτάζει τον κόσμο· συγχρόνως, όμως, επιχειρεί να αποκτήσει μια αυτονομία, να γίνει κάτι σαν η άυλη φωνή της ίδιας της ήβης, μιας ηλικίας κατά την οποία το πρόσωπο που υπήρξες ως παιδί δεν έχει ακόμη χαθεί και το πρόσωπο που θα γίνεις ως ενήλικος δεν έχει ακόμη διαμορφωθεί. Μέσα σε αυτή τη μεταιχμιακή κατάσταση, τα συναισθήματα προηγούνται συχνά της συνείδησης, το σώμα γνωρίζει κάτι που ο νους διστάζει να ομολογήσει και μια τυχαία κίνηση μπορεί να αποκαλύψει περισσότερα από έναν ολόκληρο διάλογο.
Τα πλάγια στοιχεία διαφοροποιούν οπτικά αυτή τη φωνή από τις φωνές των δύο αγοριών, αλλά δεν την τοποθετούν πάνω από αυτές. Θα προτιμούσα να τη φανταστούμε δίπλα τους, σαν έναν απόηχο όσων ζουν, σαν το αόρατο ρεύμα που συνδέει δύο εμπειρίες προτού οι ίδιοι αντιληφθούν πλήρως τη συγγένειά τους. Δεν τους καθοδηγεί· τους συνοδεύει. Και ίσως υπενθυμίζει στον ενήλικο αναγνώστη κάτι που εύκολα λησμονεί: ότι η εφηβεία δεν είναι μια ατελής εκδοχή της ενηλικίωσης, αλλά ένας πλήρης, οδυνηρός και ταυτόχρονα θαυμαστός τρόπος να υπάρχεις μέσα στον κόσμο.
4. Πέρα από τη θεματική της σεξουαλικής ταυτότητας, ήταν για εσάς ένα στοίχημα να μην εγκλωβιστεί το έργο σας σε μια «ταμπέλα» κοινωνικού προβληματισμού, αλλά να μιλήσει για την ίδια την ψυχή;
Ναι, και θα έλεγα ότι αυτό υπήρξε ένα από τα βασικότερα στοιχήματα του βιβλίου. Η σεξουαλική ταυτότητα είναι ασφαλώς παρούσα, όχι ως ένα πρόσθετο θέμα που τοποθετήθηκε στην ιστορία για να της προσδώσει κοινωνική επικαιρότητα, αλλά επειδή αφορά οργανικά τη διαδρομή των δύο ηρώων, τον τρόπο με τον οποίο γνωρίζουν τον εαυτό τους και τον τρόπο με τον οποίο δοκιμάζουν να σταθούν απέναντι στους άλλους. Αν, όμως, το μυθιστόρημα διαβαζόταν μόνο ως ένα βιβλίο «για» τη σεξουαλική ταυτότητα, φοβάμαι ότι θα χανόταν η βαθύτερη περιοχή του, εκεί όπου ένας νέος άνθρωπος αναμετριέται με την ανάγκη να αγαπηθεί χωρίς να προσποιείται κάτι άλλο από αυτό που είναι.
Οι ταμπέλες είναι κάποτε χρήσιμες στον δημόσιο διάλογο, γιατί κατονομάζουν μορφές καταπίεσης που διαφορετικά θα παρέμεναν αόρατες. Στη λογοτεχνία, όμως, μπορούν εύκολα να γίνουν περιοριστικές. Ο ήρωας παύει τότε να είναι ένα σύνθετο πρόσωπο, γεμάτο αντιφάσεις, φόβους, επιθυμίες και μικρές καθημερινές αποτυχίες, και μετατρέπεται σε εκπρόσωπο ενός ζητήματος. Δεν ήθελα ο Άλεκ και ο Κλείτος να αποδείξουν μια θέση μου· ήθελα να ζήσουν μέσα στις σελίδες, να κάνουν λάθη, να πληγώνουν και να πληγώνονται, να πλησιάζουν ο ένας τον άλλον με εκείνη την αβεβαιότητα που συνοδεύει κάθε ουσιαστική ανθρώπινη συνάντηση.
Γι’ αυτό και ο εκφοβισμός, τα στερεότυπα γύρω από το σώμα και τον ανδρισμό, η βία της ομάδας, αλλά και η στάση των ενηλίκων, δεν υπάρχουν ως διαδοχικά κοινωνικά «θέματα». Αποτελούν τις δυνάμεις που επιδρούν επάνω στους χαρακτήρες και τους αναγκάζουν να αποφασίσουν ποιοι θέλουν να είναι. Η ψυχή, βέβαια, δεν υπάρχει έξω από την κοινωνία· διαμορφώνεται μέσα στις απαγορεύσεις, στις προσδοκίες και στις δυνατότητες που η κοινωνία προσφέρει. Η λογοτεχνία, ωστόσο, αρχίζει κατά τη γνώμη μου τη στιγμή που πίσω από τη γενική συνθήκη διακρίνεται η ανεπανάληπτη μοίρα ενός συγκεκριμένου ανθρώπου.
5. Με δεδομένο ότι στην Ελλάδα τείνουμε ακόμα να διαχωρίζουμε αυστηρά τα αναγνώσματα σε "εφηβικά" και "ενηλίκων", πιστεύετε ότι η δική μας κοινωνία και το αναγνωστικό κοινό είναι πλέον έτοιμα να αποδεχτούν βιβλία που δεν μπαίνουν σε ηλικιακά καλούπια, αλλά συναντούν τον άνθρωπο στην καθολική του διάσταση;
Νομίζω ότι οι αυστηρές ηλικιακές κατηγορίες εξυπηρετούν κυρίως την οργάνωση της αγοράς του βιβλίου, τις βιβλιοθήκες, το σχολείο, ίσως και την ανάγκη των ενηλίκων να γνωρίζουν εκ των προτέρων τι θεωρείται κατάλληλο για κάθε ηλικία. Δεν είναι εντελώς άχρηστες· ένα βιβλίο οφείλει να λαμβάνει υπόψη του την αναγνωστική εμπειρία και την ψυχική ωριμότητα εκείνου στον οποίο κατά κύριο λόγο απευθύνεται. Όταν, όμως, η κατηγορία γίνεται όριο, τότε αδικεί τη λογοτεχνία, γιατί η αληθινή λογοτεχνική εμπειρία δεν υπακούει εύκολα σε τέτοιους διαχωρισμούς.
Το «Τρίποντο και πιρουέτα» έχει ως κεντρικά πρόσωπα δύο εφήβους και παρακολουθεί τον κόσμο από τη δική τους οπτική· με αυτή την έννοια είναι ένα εφηβικό μυθιστόρημα. Τα ερωτήματα, όμως, που το διατρέχουν δεν παύουν να αφορούν τον άνθρωπο όταν περάσει η εφηβεία του. Πόσο από τον εαυτό μας θυσιάζουμε για να γίνουμε αποδεκτοί; Με ποιον τρόπο το βλέμμα του άλλου άλλοτε μας φυλακίζει και άλλοτε μας βοηθά να αναγνωρίσουμε αυτό που είμαστε; Πότε η προστασία μετατρέπεται σε έλεγχο και πότε ο φόβος τολμά να γίνει αγάπη; Αυτά δεν είναι ερωτήματα μιας ηλικίας.
Πιστεύω, μάλιστα, ότι ένα τέτοιο βιβλίο μπορεί να λειτουργήσει διαφορετικά, αλλά εξίσου ουσιαστικά, για τον νεότερο και για τον ενήλικο αναγνώστη. Ο πρώτος ίσως αναγνωρίσει μια αγωνία που ζει τώρα και αισθανθεί ότι δεν είναι μόνος· ο δεύτερος ίσως θυμηθεί όχι απλώς τα γεγονότα της δικής του εφηβείας, αλλά την ένταση με την οποία τα βίωνε, και ίσως κοιτάξει διαφορετικά τους νέους που βρίσκονται σήμερα δίπλα του. Δεν γνωρίζω αν το ελληνικό αναγνωστικό κοινό είναι συνολικά «έτοιμο» —οι κοινωνίες δεν προχωρούν όλες μαζί ούτε προς την ίδια κατεύθυνση—, βλέπω όμως ότι ολοένα περισσότεροι αναγνώστες αναζητούν βιβλία που δεν τους αντιμετωπίζουν ως ηλικιακές κατηγορίες αλλά ως πρόσωπα. Το cross-over, για μένα, δεν είναι ένας εκδοτικός νεωτερισμός· είναι η φυσική κατάσταση ενός έργου που, ξεκινώντας από μια συγκεκριμένη ηλικία και εμπειρία, κατορθώνει να συναντήσει κάτι καθολικά ανθρώπινο.
22.9.26
Το μαγικό βασίλειο - Russell Banks
Russel Banks
“Το μαγικό βασίλειο”
Μετάφραση: ‘Αννα Μαραγκάκη
Εκδόσεις Πόλις
Ο Ράσελ Μπανκς υπήρξε ένας συγγραφέας βαθύτατα Αμερικανός, με την έννοια πως πίσω από τις προσωπικές ιστορίες των ηρώων του αναζητούσε συχνά τις κοινωνικές και ιδεολογικές συνθήκες που τους είχαν διαμορφώσει, τις υποσχέσεις μιας χώρας που στηρίχθηκε όσο λίγες πάνω στην πίστη πως ο άνθρωπος μπορεί να επινοήσει από την αρχή τον εαυτό του, αλλά και τις διαψεύσεις που μια τέτοια πίστη αναπόφευκτα γεννά. Στο *Μαγικό βασίλειο*, ένα από τα τελευταία έργα του, επιστρέφει στις αρχές του 20ού αιώνα και σε μια ελάχιστα γνωστή κοινότητα Σέικερς στη Φλόριντα, για να αφηγηθεί την ιστορία της και, μέσα από αυτήν, να παρακολουθήσει μια πολύ ευρύτερη κοινωνική μεταβολή που φτάνει ως τις μέρες μας.
Ο ογδονταενάχρονος Χάρλεϊ Μαν καταγράφει το 1971 σε μαγνητοταινίες τα όσα έζησε όταν, παιδί ακόμη, μετά τον θάνατο του πατέρα του, βρέθηκε με τη μητέρα και τα αδέλφια του στη Νέα Βηθανία, μια κοινότητα οργανωμένη πάνω στην κοινοκτημοσύνη, την εργασία, την ισότητα, τη θρησκευτική πίστη, τη φιλανθρωπία, αλλά και στην απόλυτη άρνηση της σεξουαλικής επιθυμίας.
Ο Μπανκς αντιμετωπίζει τους Σέικερς χωρίς να ειρωνεύεται την ουτοπία τους αλλά και χωρίς να αποσιωπά τις αντιφάσεις της. Άλλωστε μια κοινωνία που απαγορεύει τη σεξουαλική επαφή έχει από μόνη της υπογράψει, κατά κάποιον τρόπο, τη μελλοντική εξαφάνισή της. Κι ωστόσο εκείνο που μοιάζει να ενδιαφέρει περισσότερο τον συγγραφέα είναι η προσπάθεια αυτών των ανθρώπων να συγκροτήσουν μια συλλογικότητα μέσα στην οποία το ατομικό οικονομικό όφελος δεν αποτελεί προϋπόθεση της συνύπαρξης. Εργάζονται, παράγουν, δημιουργούν πλούτο, αλλά ο πλούτος αυτός ανήκει στην κοινότητα.
Κάποτε, πολλά χρόνια αργότερα, στα ίδια περίπου χώματα θα υψωθεί ένα άλλο Magic Kingdom, εκείνο της Disney.
Η σύνδεση των δύο «μαγικών βασιλείων» παραμένει υπόγεια, και γι' αυτό άλλωστε αποκτά μεγαλύτερη δύναμη. Γιατί και τα δύο στηρίζονται σε μια υπόσχεση ευτυχίας και απευθύνονται σε ένα σύνολο ανθρώπων, μόνο που η έννοια του συνόλου έχει στο μεταξύ αλλάξει. Η κοινότητα των Σέικερς επιζητούσε την κατάργηση του ατομικού οικονομικού συμφέροντος· το νέο μαγικό βασίλειο συγκεντρώνει πλήθη και τους προσφέρει μια κοινή εμπειρία, αλλά τώρα η συλλογικότητα οργανώνεται ακριβώς πάνω στην προσδοκία του κέρδους. Δεν πρόκειται, λοιπόν, μόνο για την αντικατάσταση μιας θρησκευτικής ουτοπίας από μια καταναλωτική πραγμάτωση. Ανάμεσα στα δύο βασίλεια έχει μεσολαβήσει η μεταμόρφωση μιας ολόκληρης κοινωνίας και μαζί της η αλλαγή του τρόπου με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε το «μαζί».
Για να κατασκευάσει, όμως, αυτό το ευρύ ιστορικό και κοινωνικό φόντο, ο Μπανκς χρειάζεται χρόνο — ίσως περισσότερο από όσο αντέχει πάντοτε η ίδια η μυθιστορηματική αφήγηση. Η ιστορία της οικογένειας Μαν, οι πληροφορίες για τους Σέικερς, οι θρησκευτικές τους αντιλήψεις, η καθημερινότητα και η οργάνωση της κοινότητας καταλαμβάνουν πολλές σελίδες και, όσο κι αν είναι απαραίτητες για να αποκτήσει ο κόσμος της Νέας Βηθανίας τη συγκεκριμένη υλικότητά του, προκαλούν μια βραδύτητα που κατά διαστήματα κουράζει. Θα έλεγα μάλιστα πως ο αναγνώστης χρειάζεται να φτάσει αρκετά βαθιά στο βιβλίο προτού αισθανθεί ότι η γνώση που έως τότε συγκέντρωνε αρχίζει να μετατρέπεται σε μυθιστορηματική εμπειρία.
Τότε, όμως, και το βιβλίο αλλάζει. Οι σχέσεις του Χάρλεϊ με τη Σέιντι και τον πρεσβύτερο Τζων περνούν στο προσκήνιο και είναι σαν ένα άλλο μυθιστόρημα να γεννιέται μέσα στο προηγούμενο. Η κοινωνική και ιστορική αφήγηση παραχωρεί τη θέση της στην επιθυμία, στη ζήλια, στην ενοχή, στην προδοσία, στις πολύ προσωπικές εκείνες ανάγκες που καμία ιδεολογία, όσο ολοκληρωμένο σύστημα ζωής κι αν προτείνει, δεν μπορεί να εξαφανίσει. Και το ενδιαφέρον είναι πως το ‘δεύτερο’ αυτό μυθιστόρημα δεν ακυρώνει το πρώτο· το φωτίζει διαφορετικά. Η αποτυχία της κοινότητας δεν εξηγείται πλέον μόνο ιστορικά. Εγγράφεται και πάνω στα σώματα των ανθρώπων που προσπάθησαν να ζήσουν μέσα της.
Αλλά ο αφηγητής είναι τώρα ένας γέρος άνθρωπος που θυμάται. Ανάμεσα στον νεαρό Χάρλεϊ που έζησε τα γεγονότα και στον ογδονταενάχρονο Χάρλεϊ που τα καταγράφει έχουν μεσολαβήσει εξήντα χρόνια, αρκετά ώστε η μνήμη να μην είναι πλέον απλή αναπαράσταση αλλά ερμηνεία, ίσως και προσπάθεια δικαιολόγησης. Έτσι το παρελθόν συνομιλεί συνεχώς με το παρόν και η μικρή κοινότητα των Σέικερς παύει να αποτελεί μια ιστορική παραδοξότητα των αρχών του περασμένου αιώνα. Γίνεται το σύμβολο ενός τρόπου κοινωνικής οργάνωσης που εξαφανίστηκε και ενός άλλου που πήρε τη θέση του.
Ο Μπανκς δεν μας προτείνει, βέβαια, να επιστρέψουμε στη Νέα Βηθανία. Γνωρίζει πολύ καλά πόσο ασφυκτική μπορούσε να γίνει εκείνη η ουτοπία και πόσο αντίθετη προς βασικές ανθρώπινες ανάγκες. Μας αναγκάζει όμως να αναρωτηθούμε τι χάθηκε μαζί της. Γιατί ανάμεσα στο Μαγικό Βασίλειο των Σέικερς και στο Μαγικό Βασίλειο της Disney δεν βρίσκεται μόνο ένας αιώνας αμερικανικής ιστορίας. Βρίσκεται η απόσταση ανάμεσα σε μια κοινωνία που, έστω αφελώς και αποτυχημένα, ονειρεύτηκε πως ο άνθρωπος θα μπορούσε να περιορίσει το ατομικό του συμφέρον για χάρη του συνόλου και σε μια κοινωνία που έμαθε να μετατρέπει ακόμη και το κοινό όνειρο σε προϊόν.
Ίσως γι' αυτό το παλιό, αποτυχημένο Μαγικό Βασίλειο, καθώς χάνεται οριστικά μέσα στον χρόνο, να μας αφορά περισσότερο απ' όσο αρχικά υποψιαζόμαστε.
Απαιτητική η μετάφραση ενός κειμένου όπου μεταξύ των άλλων ιδιαιτεροτήτων του είναι και ένα πλήθος από τοπωνυμίες και είδη φυτών μιας άλλης ηπείρου. Η Άννα Μαραγκάκη κατάφερε να φέρει όλη την ατμόσφαιρα μιας περασμένης εποχής και ενός εξαφανισμένου τόπου πολύ κοντά στις προσλαμβάνουσες του έλληνα αναγνώστη
(855 λέξεις)
Literature (21/9/2026)
8.9.26
Βαγγέλης Μανουβέλος «Οι 6 πλευρές του τριγώνου»
Βαγγέλης Μανουβέλος
«Οι 6 πλευρές του τριγώνου»
Εκδόσεις Επίκεντρο
Συχνά, διαβάζοντας βιβλία νεότερων πεζογράφων, σκέφτομαι πως ένα από τα πλέον ενδιαφέροντα στοιχεία που φέρνει η γενιά τους στη σύγχρονη λογοτεχνία μας είναι η διαφορετική ματιά με την οποία παρατηρούν τις ανθρώπινες σχέσεις· όχι μόνο τις ερωτικές, αλλά και εκείνες που αναπτύσσονται ανάμεσα στα μέλη μιας οικογένειας, ανάμεσα σε ανθρώπους διαφορετικών ηλικιών και, τελικά, ανάμεσα σε άτομα που δεν αισθάνονται πλέον την ανάγκη να αναγνωρίσουν τον εαυτό τους μέσα σε σχήματα ζωής ήδη δοκιμασμένα και κοινωνικά αποδεκτά.
Σκέψεις σαν κι αυτές μου προκάλεσε το πρώτο μυθιστόρημα του Βαγγέλη Μανουβέλου *Οι έξι πλευρές του τριγώνου*. Έξι πρόσωπα, τρεις σχέσεις που διαρκώς αναδιατάσσονται, οικογενειακοί δεσμοί που άλλοτε προστατεύουν κι άλλοτε πληγώνουν, μνήμες, επιθυμίες, ενοχές, διαφορετικές εκδοχές της σεξουαλικότητας — ένας κόσμος, δηλαδή, όπου οι παλαιότερες βεβαιότητες έχουν υποχωρήσει και οι άνθρωποι αναζητούν νέους τρόπους να συνυπάρξουν, να αγαπήσουν, αλλά και να κατανοήσουν ο ένας τον άλλον.
Κι αν κάτι ιδιαίτερα με έκανε να προσέξω αυτή την πρώτη εμφάνιση, είναι ο τρόπος με τον οποίο ο Μανουβέλος χειρίζεται τη γλώσσα. Γιατί δεν χρησιμοποιεί τον λόγο απλώς για να αφηγηθεί τα γεγονότα, αλλά τον αφήνει να αποκαλύψει τα πρόσωπα· οι φωνές διαφοροποιούνται, ο ρυθμός αλλάζει, η σύνταξη προσαρμόζεται στην ψυχική κατάσταση του καθενός, άλλοτε απλώνεται σε μεγαλύτερες περιόδους κι άλλοτε κόβεται, σωπαίνει, υπαινίσσεται.
Και ίσως γι’ αυτό οι *Έξι πλευρές του τριγώνου* με ενδιαφέρουν και πέρα από την ίδια τους την ιστορία. Γιατί μέσα τους διακρίνω κάτι από εκείνο που η νεότερη γενιά πεζογράφων επιχειρεί να καταγράψει: έναν κόσμο όπου οι σχέσεις αλλάζουν μορφή και μαζί τους αλλάζει και η γλώσσα που χρειάζεται για να τις αφηγηθούμε.
2.9.26
Θωμάς Κοροβίνης -οι τρεις πλευρές μιας ιδιαιτερότητας
Όταν αποφασίζει κανείς να γράψει για τον Θωμά Κοροβίνη και το έργο του, βρίσκεται από την αρχή μπροστά σε μια μικρή δυσκολία, όχι βέβαια γιατί δεν υπάρχουν αρκετά πράγματα για να σημειώσει γι’ αυτόν, αλλά μάλλον για τον ακριβώς αντίθετο λόγο: επειδή υπάρχουν πολλά και, κυρίως, επειδή αυτά τα πολλά μοιάζουν, με μια πρώτη ματιά τουλάχιστον, να ανήκουν σε διαφορετικές περιοχές, να απαιτούν διαφορετικούς τρόπους προσέγγισης και, ίσως, να μας προτρέπουν να μιλήσουμε για τρεις διαφορετικούς δημιουργούς.
Γιατί πώς ακριβώς να τον συστήσει κανείς; Ως συγγραφέα, ασφαλώς, με ένα πεζογραφικό έργο που εδώ και χρόνια έχει καταθέσει τη δική του, ιδιαίτερα αναγνωρίσιμη φωνή στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία· ως τραγουδοποιό και τραγουδιστή, επίσης, έναν άνθρωπο που δεν αγαπά απλώς το λαϊκό και το ρεμπέτικο τραγούδι αλλά το γνωρίζει πολύ καλά και από μέσα, το υπηρετεί και το συνεχίζει· ή, τέλος, ως μελετητή εκείνου του ευρύτερου λαϊκού πολιτισμού —ελληνικού, τουρκικού, μικρασιατικού, οθωμανικού— που επί αιώνες γεννούσε τρόπους ζωής, μουσικές, ιστορίες, παροιμίες και λέξεις, συχνά χωρίς να ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για τα σύνορα που αργότερα κάποιοι θέλησαν να χαράξουν και να διαχωρίσουν ανθρώπους με κοινά βιώματα;
Ναι, έτσι είναι. Κι όμως από την άλλη νομίζω πως αν επιχειρήσουμε να χωρίσουμε τον Θωμά Κοροβίνη σε αυτές τις τρεις ιδιότητες, θα έχουμε κάνει ένα λάθος, γιατί στην περίπτωσή του δεν έχουμε τρεις διαφορετικές δραστηριότητες ενός πολύπλευρου ανθρώπου, αλλά μία και μόνη ιδιότητα που διαθέτει τρία πρόσωπα, τρεις διαφορετικούς τρόπους έκφρασης, τρεις δρόμους που ξεκινούν —ή, ίσως σωστότερα, επιστρέφουν— στο ίδιο πάντα σημείο.
Και αυτό το σημείο είναι ο λαϊκός άνθρωπος και τα έργα του -τα τοτινά, τα σημερινά… Ίσως και τα μελλούμενα.
Ο λαϊκός άνθρωπος όχι ως αφηρημένη κοινωνιολογική κατηγορία, αλλά ως συγκεκριμένη παρουσία, με τη γλώσσα του και τις χειρονομίες του, με τα τραγούδια και τις προκαταλήψεις του, με τις μικρές του σοφίες και τις μεγάλες του πλάνες, με τους έρωτες, τους καημούς, τις ήττες του, με όλα εκείνα, τέλος πάντων, που δεν καταγράφονται συνήθως στην επίσημη Ιστορία αλλά που, αν λείψουν, η Ιστορία παύει να είναι ιστορία ανθρώπων.
Αν διατρέξει κανείς τα ερευνητικά βιβλία του Κοροβίνη —τις *Τουρκικές παροιμίες*, τους *Ασίκηδες*, τους *Ζεϊμπέκους της Μικράς Ασίας*— θα διαπιστώσει πως πίσω από την τεκμηρίωση, πίσω από τη γνώση και την έρευνα, που βεβαίως υπάρχουν και μάλιστα με τη σοβαρότητα του ανθρώπου που ξέρει καλά το αντικείμενό του, υπάρχει και κάτι ακόμη, ίσως περισσότερο προσωπικό και γι’ αυτό περισσότερο ουσιαστικό: μια βαθιά έλξη προς τον άνθρωπο που δεν κατέγραψε ο ίδιος την ιστορία του, που δεν άφησε πίσω του αρχεία και επίσημα τεκμήρια, αλλά άφησε κάτι άλλο, λιγότερο επίσημο και ίσως γι’ αυτό περισσότερο ζωντανό — παροιμίες, τραγούδια, ιστορίες, θρύλους και, πάνω απ’ όλα, λέξεις.
Ιδιαίτερη σημασία, από αυτή την άποψη, νομίζω πως έχει η ενασχόλησή του με χαρακτηριστικές ομάδες ανθρώπων της Ανατολίας, όπως για παράδειγμα με τους ασίκηδες, αυτούς τους περιπλανώμενους λαϊκούς ποιητές και τραγουδιστές της Ανατολίας, ακριβώς γιατί ο ασίκης δεν γνωρίζει —και ίσως δεν έχει καν λόγο να γνωρίζει— τα σύνορα που εμείς αργότερα θελήσαμε να χαράξουμε ανάμεσα στις τέχνες: είναι μαζί ποιητής και μουσικός, δημιουργός και ερμηνευτής, φορέας μιας παράδοσης αλλά ταυτόχρονα και ανανεωτής της, κάποιος δηλαδή που παραλαμβάνει τη μνήμη των προηγούμενων, την περνά μέσα από τη δική του προσωπικότητα και ύστερα την παραδίδει στους επόμενους έχοντας προσθέσει σε αυτήν τη δική του φωνή.
Μα κάτι τέτοιο γίνεται να μη σκεφτώ πως αυτή η λειτουργία του ασίκη υπάρχει και στον ίδιο τον Κοροβίνη;
Δεν είναι, άλλωστε, τυχαίο ότι έζησε επί χρόνια στην Κωνσταντινούπολη, ούτε ότι ασχολήθηκε τόσο συστηματικά με τον ελληνικό και τον τουρκικό λαϊκό πολιτισμό και, κυρίως, με τις σχέσεις τους, γιατί εκείνο που φαίνεται να τον ενδιαφέρει — ένα από τα ουσιαστικότερα στοιχεία της στάσης του— δεν είναι η υποτιθέμενη καθαρότητα μιας παράδοσης, αλλά ακριβώς το αντίθετο: οι συναντήσεις, οι προσμείξεις, οι μετακινήσεις, οι αμοιβαίοι δανεισμοί, εκείνα τα ασαφή σημεία όπου δυσκολεύεσαι πια να αποφασίσεις πού τελειώνει ο ένας πολιτισμός και πού αρχίζει ο άλλος, επειδή ο ένας έχει αφήσει, μέσα στους αιώνες, κάτι από τον εαυτό του μέσα στον άλλον.
Και κάπου εδώ συναντώ τον τραγουδιστή, ή μάλλον αντιλαμβάνομαι πως οι δυο ιδιότητες ποτέ δεν υπήρξαν πραγματικά χωρισμένοι.
Γιατί ο Κοροβίνης δεν μελετά το λαϊκό τραγούδι σαν ένα αντικείμενο κλεισμένο σε προθήκη μουσείου, κάτι που υπήρξε κάποτε, ολοκλήρωσε τον ιστορικό του κύκλο και τώρα μπορούμε απλώς να το καταγράψουμε και να το ταξινομήσουμε· το τραγουδά ο ίδιος, μπαίνει μέσα του, το αφήνει να περάσει από τη δική του φωνή και, ως συνθέτης, στιχουργός και ερμηνευτής —αλλά και ως βαθύς γνώστης του ρεμπέτικου και του λαϊκού τραγουδιού— το αντιμετωπίζει όχι ως κάτι τελειωμένο αλλά ως κάτι που εξακολουθεί να συμβαίνει, ακριβώς επειδή εξακολουθούν να υπάρχουν άνθρωποι που έχουν ανάγκη να πουν μέσα από ένα τραγούδι όσα ο καθημερινός λόγος δεν επαρκεί για να εκφράσει.
Και τότε εμφανίζεται το τρίτο πρόσωπο, ο πεζογράφος, μόνο που κι αυτός, αν το σκεφτούμε καλύτερα, δεν κάνει κάτι ουσιαστικά διαφορετικό.
Στα πεζογραφήματά του ο Κοροβίνης στρέφει επίμονα το βλέμμα του προς ανθρώπους που συνήθως βρίσκονται λίγο έξω από το επίσημο κάδρο, ανθρώπους του περιθωρίου, της πιάτσας, της νύχτας, του λαϊκού τραγουδιού, πρόσφυγες και ξεριζωμένους, ταπεινούς και ιδιόρρυθμους, πληγωμένους ή κάποτε και επικίνδυνους, ανθρώπους πάντως που μπορεί να μη διαθέτουν κοινωνικό κύρος, διαθέτουν όμως κάτι που τον Κοροβίνη φαίνεται να τον ενδιαφέρει πολύ περισσότερο: διαθέτουν μια δική τους φωνή και, μαζί με αυτήν, έναν δικό τους τρόπο να υπάρχουν μέσα στον κόσμο. Αλλά, μαζί με αυτούς τους -ας τους πούμε ανώνυμους- ο Κοροβίνης έχει πλησιάσει -θέλοντας να τους κατανοήσει σε πολύ προσωπικές, ιδιωτικές στιγμές- και κάποιους επώνυμους. Τον Καβάφη, για παράδειγμα, τον Ανδρούτσο, μα και τον Παπαδιαμάντη. Αλλά και από αυτούς ζητά να βγάλουν το επίσημο ένδυμα , το προσωπείο με το οποίο μας είναι γνωστοί και τους πείθει να καθίσουν δίπλα του γυμνοί και να του εξομολογηθούν τις μύχιες σκέψεις και συναισθήματά τους -ακριβώς σαν να είναι απλοί άνθρωποι και όχι ογκόλιθοι της Τέχνης και διαμορφωτές της Ιστορίας.
Κι έτσι φωτίζεται ένα από τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά της πεζογραφίας του, που είναι βεβαίως η γλώσσα του — μια γλώσσα εξαιρετικά δουλεμένη, κάτι που έχει σημασία να το τονίσουμε, γιατί η έντονη παρουσία του λαϊκού λεξιλογίου, η αμεσότητα και ο προφορικός της ρυθμός μπορούν κάποτε να δημιουργήσουν την ψευδαίσθηση μιας αυθόρμητης γραφής, ενώ συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο.
Πίσω από αυτή την προφορικότητα υπάρχει μεγάλη επεξεργασία, υπάρχει γνώση της γλώσσας -βαθιά η φιλολογική παιδεία του. Υπάρχει ακόμα η αίσθηση της ιστορίας και της διαδρομής των λέξεων, υπάρχει όμως ταυτόχρονα —και ίσως αυτό είναι κάτι που καμιά φιλολογική κατάρτιση από μόνη της δεν μπορεί να προσφέρει— το αυτί, η ικανότητα δηλαδή να ακούς όχι μόνο τι λένε οι άνθρωποι αλλά και πώς το λένε, ποια λέξη επιλέγουν, πού σταματούν, πώς η κοινωνική τους καταγωγή, η ηλικία, η εμπειρία, κάποτε ακόμη και οι ήττες τους, έχουν εγκατασταθεί μέσα στον τρόπο που μιλούν.
Ο Κοροβίνης ξέρει να ακούει τους ανθρώπους και, κυρίως, ξέρει να μεταφέρει αυτή την ομιλία στη λογοτεχνία χωρίς να τη μετατρέπει σε φολκλόρ, κι έτσι η λαϊκή λέξη μπορεί να σταθεί δίπλα στη λόγια, η παροιμία δίπλα στη φιλολογική αναφορά, η αργκό και το ιδίωμα δίπλα στην τουρκική λέξη που πέρασε στα ελληνικά και έζησε μέσα τους για αιώνες, η λέξη της πιάτσας δίπλα στη λέξη του τραγουδιού, όχι επειδή ο συγγραφέας επιθυμεί να επιδείξει τον γλωσσικό του πλούτο αλλά επειδή γνωρίζει πως οι άνθρωποι που τα πάθη τους αφηγείται έχουν ανάγκη από τη δική τους γλώσσα για να υπάρξουν πραγματικά μέσα στο έργο του.
Οπότε επιστρέφω σε εκείνο από το οποίο ξεκίνησα: δεν μπορώ να δω χωριστά τον Κοροβίνη που μελετά τους ασίκηδες από τον Κοροβίνη που τραγουδά ένα ρεμπέτικο, όπως δεν μπορώ να δω κανέναν από τους δύο χωριστά από τον Κοροβίνη που γράφει ένα μυθιστόρημα, γιατί και οι τρεις σκύβουν πάνω από την ίδια πηγή, που δεν είναι άλλη από τη λαϊκή μνήμη. Όχι όμως ως γραφικότητα, ούτε ως μια νοσταλγική επιστροφή σε έναν κόσμο που χάθηκε —άλλωστε προσωπικά και από όσο τον γνωρίζω κάτι τέτοιο δεν το πιστεύει καθόλου— αλλά ως ζωντανή και επίκαιρη λαϊκότητα, ως έναν τρόπο να αναζητήσει κανείς την καταγωγή του σημερινού ανθρώπου και, μέσα από αυτήν, να αναρωτηθεί από πού έρχονται οι λέξεις μας και τα τραγούδια μας, από πού έρχονται οι φόβοι, οι επιθυμίες και οι προκαταλήψεις μας, οι έρωτες και οι χειρονομίες μας, όλα εκείνα δηλαδή που θεωρούμε τόσο αυτονόητα δικά μας, ενώ συχνά κουβαλούν μέσα τους ζωές ανθρώπων που έζησαν πολύ πριν από εμάς. Που πάσχισαν και μάθανε στον τόπο μας όσο και σε άλλους τόπους.
Ίσως, λοιπόν, αυτό να είναι το νήμα που ενώνει ολόκληρο το έργο του Θωμά Κοροβίνη: ο μελετητής αναζητά από πού ερχόμαστε, ο τραγουδιστής κρατά ζωντανό κάτι από εκείνο που μας έφερε ως εδώ και ο συγγραφέας αναρωτιέται τι απέγινε εκείνος ο παλιός άνθρωπος μέσα στον σημερινό — τρεις διαφορετικές εκφράσεις μιας ενιαίας στάσης, τρία πρόσωπα που, όσο περισσότερο τα παρατηρείς, τόσο περισσότερο αντιλαμβάνεσαι πως ανήκουν στο ίδιο πρόσωπο.
Γιατί ο άνθρωπος για τον οποίο μιλά ο Κοροβίνης δεν είναι ένας γραφικός τύπος του παρελθόντος, ένα έκθεμα που οφείλουμε να διαφυλάξουμε επειδή μας συγκινεί η παλαιότητά του ή το έργο που μας κληροδοτήθηκε, αλλά είναι, σε μεγάλο βαθμό, η καταγωγή μας· και κάτω από τη σημερινή, περισσότερο ομογενοποιημένη γλώσσα μας, κάτω από τις καινούργιες συνήθειες και τους σύγχρονους τρόπους ζωής, εξακολουθούν να υπάρχουν εκείνες οι παλιές λέξεις, οι παλιές μουσικές και οι παλιές αφηγήσεις, εξακολουθεί να υπάρχει ο άνθρωπος που κάποτε τραγούδησε για να πει τον καημό του, που έφτιαξε μια παροιμία για να συμπυκνώσει την πείρα του, που αφηγήθηκε μια ιστορία επειδή αισθάνθηκε —ίσως χωρίς καν να μπορεί να το διατυπώσει— ότι κάτι θα χανόταν αν δεν την αφηγούνταν.
Αυτόν τον άνθρωπο ο Θωμάς Κοροβίνης αναζητά χρόνια τώρα, άλλοτε συναντώντας τον μέσα στις παραδόσεις και στα ίχνη που εκείνος άφησε πίσω του, άλλοτε δίνοντάς του ή ξαναδίνοντάς του μια μελωδία και άλλοτε προσφέροντάς του μια θέση μέσα στις σελίδες ενός βιβλίου· και γι’ αυτό ίσως, τελικά, ο συγγραφέας, ο τραγουδιστής και ο μελετητής δεν κάνουν τρία διαφορετικά πράγματα αλλά ένα και μόνο: διασώζουν μια φωνή πριν αυτή σωπάσει — και, διασώζοντάς την, μας θυμίζουν κάτι από τη δική μας καταγωγή.
Fractal 2/9/2026
(1670 λέξεις)
Subscribe to:
Posts (Atom)













